ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 8ης Ιουνίου 2017 ( 1 )
«Ρήτρα διαιτησίας — Σύμβαση FAIR-CT98-9544 συναφθείσα στο πλαίσιο του τέταρτου προγράμματος-πλαισίου επί των δράσεων στον τομέα της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης (1994‑1998) — Καταγγελία της συμβάσεως — Επιστροφή προκαταβληθέντων ποσών — Τόκοι υπερημερίας — Διαδικασία εκδόσεως ερήμην αποφάσεως»
Στην υπόθεση T‑141/16,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις Α. Κατσιμέρου και S. Lejeune, επικουρούμενες από την Ό. Λύτρα, δικηγόρο,
ενάγουσα,
κατά
IEM – Έργα – Έρευνες – Μελέτες περιβάλλοντος και χωροταξίας AE, με έδρα την Αθήνα (Ελλάδα),
εναγομένης,
με αντικείμενο αγωγή, βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, με αίτημα να καταδικασθεί η IEM – Έργα – Έρευνες – Μελέτες περιβάλλοντος και χωροταξίας στην επιστροφή των ποσών που της προκατέβαλε η Επιτροπή στο πλαίσιο της συμβάσεως FAIR-CT98-9544, προσαυξημένων με τόκους υπερημερίας,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. Berardis, πρόεδρο, Σ. Παπασάββα (εισηγητή) και O. Spineanu-Matei, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Στις 6 Αυγούστου 1998, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, εκπροσωπούμενη από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, συνήψε με επτά αντισυμβαλλομένους τη σύμβαση FAIR-CT98-9544 (στο εξής: επίδικη σύμβαση), η οποία εντασσόταν στο πλαίσιο του τέταρτου προγράμματος-πλαισίου επί των δράσεων στον τομέα της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης (1994-1998), για την υλοποίηση ενός έργου με τίτλο «Εξεύρεση νέας μεθόδου για τον καθαρισμό και ξεφλούδισμα φρούτων» (στο εξής: έργο).
2
Συμβαλλόμενοι ήταν, πέραν της Επιτροπής, η Παρθενών ΑΕ Οικοδομικών – Τεχνικών – Τουριστικών – Βιομηχανικών – Εμπορικών και Εξαγωγικών Εργασιών (στο εξής: Παρθενών), ως συντονιστής, ενεργούσα ιδίω ονόματι καθώς και στο όνομα και για λογαριασμό τεσσάρων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και της IEM – Έργα – Έρευνες – Μελέτες περιβάλλοντος και χωροταξίας AE (στο εξής: IEM). Η τελευταία ενεργούσε στο όνομά της, υπό την ιδιότητα του προμηθευτή τεχνολογίας και διαχειριστή του έργου, καθώς και υπό την ιδιότητα του αντιπροσώπου του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (Ελλάδα) που θα αναλάμβανε την πραγματοποίηση εργασιών έρευνας και ανάπτυξης.
3
Δυνάμει του άρθρου 1.1 της επίδικης συμβάσεως, οι αντισυμβαλλόμενοι υποχρεούνταν να εκτελέσουν τη σύμβαση «από κοινού και εις ολόκληρον έναντι της Επιτροπής, όσον αφορά τις περιγραφόμενες στο παράρτημα Ι εργασίες».
4
Δυνάμει του άρθρου 3 της επίδικης συμβάσεως, η Επιτροπή δεσμεύθηκε να καταβάλει χρηματοδοτική συνδρομή για την προσήκουσα εκτέλεση του έργου του οποίου οι συνολικές επιλέξιμες δαπάνες είχαν υπολογιστεί σε 866000 ευρώ. Το άρθρο 3.2 της επίδικης συμβάσεως προέβλεπε ότι η Επιτροπή θα χρηματοδοτούσε ποσοστό μέχρι 50 % των επιλέξιμων δαπανών, και μέχρι το ανώτατο ποσό των 433000 ευρώ.
5
Κατά τα άρθρα της 10 και 11, η επίδικη σύμβαση διεπόταν από το ελληνικό δίκαιο και περιλάμβανε δύο παραρτήματα που αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος αυτής. Το πρώτο περιλάμβανε την τεχνική περιγραφή των προς εκτέλεση εργασιών και το δεύτερο προέβλεπε τους γενικούς όρους που ίσχυαν για την επίδικη σύμβαση (στο εξής: γενικοί όροι).
6
Υπό την ιδιότητα του συντονιστή του έργου και σύμφωνα με το άρθρο 4.2 της επίδικης συμβάσεως και το άρθρο 2.1, στοιχείο b, των γενικών όρων, η Παρθενών θα λάμβανε το σύνολο των καταβολών, ως θεματοφύλακας, εν συνεχεία δε θα μεταβίβαζε αμέσως τα ποσά που αναλογούσαν σε καθέναν από τους αντισυμβαλλομένους, χωρίς να καθίσταται η ίδια κύριος των χρημάτων.
7
Δυνάμει του άρθρου 5 της επίδικης συμβάσεως, μέσω του συντονιστή, έπρεπε να υποβάλλονται στην Επιτροπή δύο υπογεγραμμένες εκθέσεις κόστους στις οποίες να ανακεφαλαιώνονται οι αναληφθείσες δαπάνες για την εκτέλεση του σχεδίου, κάθε δωδεκάμηνο από την 1η Σεπτεμβρίου 1998, καθώς και δύο εκθέσεις κόστους για την τελική περίοδο, εντός τριών μηνών από της εγκρίσεως της τελευταίας εκθέσεως προόδου, του τελευταίου εγγράφου ή του τελευταίου παραδοτέου μέρους του σχεδίου. Εξάλλου, το άρθρο 6 της επίδικης συμβάσεως και το άρθρο 10 των γενικών όρων προέβλεπαν την υποχρέωση των αντισυμβαλλομένων να υποβάλλουν, μέσω του συντονιστή, σε δύο αντίγραφα, εκθέσεις προόδου καταρτιζόμενες στα αγγλικά, κάθε δώδεκα μήνες από την 1η Σεπτεμβρίου 1998, τούτο δε εντός μηνός από την ημερομηνία λήξεως της περιόδου την οποία αφορούσε η έκθεση.
8
Κατά το άρθρο 21.2 των γενικών όρων, οι εκθέσεις κόστους, οι οποίες καταρτίζονταν επί του εντύπου που προβλέπει το τμήμα D των όρων αυτών, έπρεπε να επισυνάπτονται στις αντίστοιχες περιοδικές εκθέσεις προόδου. Σε περίπτωση μη υποβολής εκθέσεως κόστους, η Επιτροπή είχε δικαίωμα, κατά το άρθρο 21.3 των γενικών όρων, να παρακρατήσει μέρος ή, κατ’ εξαίρεση, το σύνολο του ποσού της συνδρομής της για το σχέδιο μέχρι την καλυπτόμενη από την επόμενη έκθεση περίοδο.
9
Το άρθρο 5.3, στοιχείο a, των γενικών όρων προέβλεπε ότι η Επιτροπή μπορούσε να καταγγείλει τη σύμβαση σε περίπτωση που ένας αντισυμβαλλόμενος δεν προέβαινε στις αναγκαίες ενέργειες για να θεραπεύσει τη μη εκπλήρωση συμβατικής υποχρεώσεως εντός προθεσμίας ενός μηνός τουλάχιστον, υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή τον όχλησε γραπτώς.
10
Στις 7 Αυγούστου 1998, η Επιτροπή προκατέβαλε στην Παρθενών το ποσό των 259800 ευρώ, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4.1 της επίδικης συμβάσεως.
11
Με επιστολή της 7ης Νοεμβρίου 2001, η Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 5.3 των γενικών όρων, κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση με αναδρομική ισχύ από τις 24 Φεβρουαρίου 2001, στο μέτρο που η Παρθενών δεν είχε υποβάλει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, την περιοδική έκθεση ελέγχου και τις εκθέσεις κόστους που ήταν αναγκαίες για την αιτιολόγηση των εργασιών που εκτελέστηκαν και των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν. Εν συνεχεία, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 20 Ιουνίου 2002, χρεωστικό σημείωμα για την επιστροφή του συνόλου της προκαταβολής που δόθηκε στην Παρθενών δυνάμει της επίδικης συμβάσεως, ήτοι ποσού 259800 ευρώ, πληρωτέου το αργότερο στις 31 Ιουλίου 2002.
12
Δεδομένου ότι το απαιτηθέν ποσό δεν επιστράφηκε, η Επιτροπή κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, στις 11 Ιανουαρίου 2005, αγωγή κατά της Παρθενών, δυνάμει του άρθρου 238 ΕΚ, καταχωρισθείσα με αριθμό υπόθεσης T‑7/05, με την οποία ζητούσε από το Γενικό Δικαστήριο να καταδικάσει την Παρθενών να της καταβάλει το ποσό των 259800 ευρώ, πλέον τόκων.
13
Με απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Παρθενών (T‑7/05, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2006:388), το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της Επιτροπής, καταδικάζοντας την Παρθενών να της επιστρέψει το ποσό των 154383,53 ευρώ που είχε εισπράξει και το οποίο αντιστοιχούσε στο σύνολο της προκαταβολής, μετά την αφαίρεση του ποσού των 105416,47 ευρώ που είχε αποδεδειγμένα καταβληθεί στην IEM, με το επιτόκιο που έχει ορίσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως, προσαυξημένο κατά μιάμιση μονάδα για το χρονικό διάστημα από 31 Ιουλίου έως 31 Δεκεμβρίου 2002 και κατά δύο μονάδες από την 1η Ιανουαρίου 2003 μέχρι την αποπληρωμή της οφειλής.
14
Κατόπιν αποστολής προς την ΙΕΜ επιστολής οχλήσεως και διαφόρων επιστολών με τις οποίες ζήτησε επανειλημμένως από αυτή να προσκομίσει έγγραφα που να αποδεικνύουν την πραγματοποίηση των εργασιών που περιγράφονταν στο πρώτο παράρτημα της επίδικης συμβάσεως και την εκπλήρωση των καθηκόντων και υποχρεώσεων που αυτή υπείχε δυνάμει της ίδιας συμβάσεως, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 25 Μαΐου 2010, το χρεωστικό σημείωμα υπ’ αριθ. 3241004968 κατά της IEM για την επιστροφή του ποσού των 105416,47 ευρώ, πληρωτέου μέχρι τις 5 Ιουλίου 2010 (στο εξής: χρεωστικό σημείωμα).
15
Με την από 7 Σεπτεμβρίου 2010 επιστολή της, η Επιτροπή πληροφόρησε την ΙΕΜ για την πρόθεσή της να προβεί σε συμψηφισμό της απαιτήσεώς της ποσού 30208 ευρώ, κατόπιν του οποίου το αρχικώς οφειλόμενο από την ΙΕΜ ποσό θα μειωνόταν σε 75208,47 ευρώ.
16
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, η ΙΕΜ άσκησε, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, προσφυγή ζητώντας, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση, αφενός, της επιστολής της 7ης Μαΐου 2010, με την οποία η Επιτροπή γνωστοποίησε την πρόθεσή της να εκδώσει χρεωστικό σημείωμα και, αφετέρου, της επιστολής υπομνήσεως της 14ης Ιουλίου 2010, περί επιστροφής του ποσού το οποίο αφορούσε το χρεωστικό σημείωμα, προσαυξημένου με τόκους υπερημερίας. Με διάταξη της 31ης Αυγούστου 2011, ΙΕΜ κατά Επιτροπής (T‑435/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:410), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω προσφυγή ως απαράδεκτη, καθόσον διαπίστωσε ότι οι πράξεις των οποίων ζητήθηκε η ακύρωση ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένες με το συμβατικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονταν.
17
Στις 5 Νοεμβρίου 2010, η Επιτροπή επέδωσε στην ΙΕΜ επιστολή οχλήσεως ζητώντας από αυτή να καταβάλει, εντός δύο εβδομάδων από την παραλαβή της, το επικαιροποιημένο ποσό της απαιτήσεώς της που ανερχόταν σε 76719 ευρώ.
18
Με επιστολή της 20ής Μαΐου 2011, επιδοθείσα μέσω δικαστικού επιμελητή, η Επιτροπή, μέσω του συνεργαζόμενου με αυτήν εξωτερικού δικηγόρου, όχλησε εξωδίκως την ΙΕΜ καλώντας την να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, πλέον τόκων, που ανερχόταν σε 78461,52 ευρώ. Περαιτέρω, ενημέρωσε την ΙΕΜ ότι η ως άνω επιστολή συνιστούσε ύστατη όχληση, κατόπιν της οποίας, σε περίπτωση μη καταβολής μέχρι τις 25 Μαΐου 2011, θα προέβαινε σε ανάκτηση του ποσού αυτού διά της δικαστικής οδού.
Διαδικασία
19
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 4 Απριλίου 2016, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση αγωγή.
20
Μετά από δύο ανεπιτυχείς προσπάθειες επιδόσεως της αγωγής, διαπιστωθείσες στις 20 Ιουλίου και στις 5 Οκτωβρίου 2016, η Επιτροπή, με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Οκτωβρίου 2016, παρέσχε διευκρινίσεις σχετικά με τη νέα διεύθυνση της έδρας της ΙΕΜ.
21
Με έγγραφο της 12ης Οκτωβρίου 2016, ο Γραμματέας του Γενικού Δικαστηρίου κίνησε εκ νέου διαδικασία επίδοσης της αγωγής στη νέα διεύθυνση της έδρας της ΙΕΜ, όπως αυτή επιβεβαιώθηκε από την Επιτροπή.
22
Με απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε στους διαδίκους στις 10 Φεβρουαρίου 2017, το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα) διαπίστωσε ότι η επίδοση της αγωγής είχε πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 80, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του και ότι η ΙΕΜ, αν και είχε κληθεί κανονικά, δεν είχε καταθέσει υπόμνημα αντικρούσεως εντός της προθεσμίας του άρθρου 81 του εν λόγω Κανονισμού. Ως εκ τούτου, ο Γραμματέας κάλεσε την Επιτροπή να δηλώσει αν επιθυμούσε να ζητήσει από το Γενικό Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 123, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, να της επιδικάσει τα αιτήματά της.
23
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Φεβρουαρίου 2017, η Επιτροπή ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 123, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, να της επιδικάσει τα αιτήματά της.
Αιτήματα της Επιτροπής
24
Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να καταδικάσει την IEM στην καταβολή του ποσού των 105416,47 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας με επιτόκιο 3 %, υπολογιζομένων από τις 6 Ιουλίου 2010 και μέχρι την ημέρα που το ποσό αυτό θα εξοφληθεί ολοσχερώς, μείον το ποσό των 30208 ευρώ το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο συμψηφισμού στις 4 Σεπτεμβρίου 2010·
—
να καταδικάσει την IEM στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
25
Κατά το άρθρο 123, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο επιδικάζει στον ασκήσαντα το ένδικο βοήθημα τα αιτήματά του, εκτός αν είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί του ενδίκου βοηθήματος ή αν το ένδικο βοήθημα αυτό είναι προδήλως απαράδεκτο ή προδήλως αβάσιμο.
26
Εν προκειμένω, αρκεί η διαπίστωση, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής δυνάμει της ρήτρας διαιτησίας η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 7 των γενικών όρων, κατά το οποίο το Γενικό Δικαστήριο και, σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως, το Δικαστήριο είναι τα μόνα αρμόδια για την εκδίκαση των διαφορών μεταξύ της Επιτροπής και των αντισυμβαλλομένων όσον αφορά το κύρος, την εφαρμογή και την ερμηνεία της επίδικης συμβάσεως. Συγκεκριμένα, το χρεωστικό σημείωμα και οι μεταγενέστερες πράξεις, που μνημονεύονται στις σκέψεις 17 και 18 ανωτέρω, περί οχλήσεως ενός των συμβαλλομένων για την επιστροφή της χορηγηθείσας σε αυτόν προκαταβολής λόγω παραβάσεως των συμβατικών όρων, αφορούν την εφαρμογή της επίδικης συμβάσεως. Διαπιστώνεται, δεύτερον, ότι η αγωγή είναι παραδεκτή και, τρίτον, ότι, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της επίδικης συμβάσεως των οποίων υπόμνηση έγινε στις σκέψεις 3 έως 8 ανωτέρω καθώς και της περιγραφής των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη η Επιτροπή με την αγωγή της και η οποία τεκμηριώνεται από τα στοιχεία της δικογραφίας, η εν λόγω αγωγή δεν είναι προδήλως αβάσιμη.
27
Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτά τα αιτήματα της Επιτροπής, τα οποία πρέπει να ερμηνευθούν σύμφωνα με τα σημεία 70 και 71 της αγωγής και την παραπομπή που το τελευταίο σημείο περιέχει στο παράρτημα A27 της αγωγής. Με τα εν λόγω αιτήματα, η Επιτροπή ζητεί, κατ’ ουσίαν, να υποχρεωθεί η ΙΕΜ να της καταβάλει το ποσό των 105416,47 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας με επιτόκιο 3 %, υπολογιζομένων από τις 6 Ιουλίου έως τις 3 Σεπτεμβρίου 2010, ήτοι 519,86 ευρώ, μείον το ποσό των 30208 ευρώ, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο συμψηφισμού στις 4 Σεπτεμβρίου 2010, ήτοι το εναπομένον ποσό που κατόπιν των ανωτέρω ανέρχεται σε 75728,33 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας, με επιτόκιο 3 %, από τις 4 Σεπτεμβρίου 2010 και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
28
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η ΙΕΜ ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Υποχρεώνει την ΙΕΜ – Έργα – Έρευνες – Μελέτες περιβάλλοντος και χωροταξίας ΑΕ να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το ποσό των 75728,33 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας με επιτόκιο 3 %, από τις 4 Σεπτεμβρίου 2010 και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.
2)
Καταδικάζει την ΙΕΜ στα δικαστικά έξοδα.
Berardis
Παπασάββας
Spineanu-Matei
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 8 Ιουνίου 2017.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
Δ. Γρατσίας
( 1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.