ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 28ης Απριλίου 2017 ( *1 )
«Υπαλληλική υπόθεση — Υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι — Αποδοχές — Οικογενειακά επιδόματα — Σχολικό επίδομα — Απόρριψη αίτησης επιστροφής σχολικών εξόδων — Άρθρο 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ — Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη — Ίση μεταχείριση — Αρχή της χρηστής διοίκησης»
Στην υπόθεση T-580/16,
Irit Azoulay, έκτακτη υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κάτοικος Βρυξελλών (Βέλγιο),
Andrew Boreham, έκτακτος υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κάτοικος Wansin-Hannut (Βέλγιο),
Mirja Bouchard, μόνιμη υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κάτοικος Villers-la-Ville (Βέλγιο),
Darren Neville, μόνιμος υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κάτοικος Ohain (Βέλγιο),
εκπροσωπούμενοι από την M. Casado García-Hirschfeld, δικηγόρο,
προσφεύγοντες-ενάγοντες,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τις E. Taneva και L. Deneys,
καθού-εναγόμενο,
με αντικείμενο προσφυγή-αγωγή δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, με αίτημα την ακύρωση των από 24 Απριλίου 2015 ατομικών αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για μη χορήγηση σχολικών επιδομάτων για το έτος 2014/2015 και, εφόσον απαιτείται, των από 17 και 19 Νοεμβρίου 2015 ατομικών αποφάσεων του Κοινοβουλίου με τις οποίες απορρίφθηκαν εν μέρει οι από 20 Ιουλίου 2015 διοικητικές ενστάσεις των προσφευγόντων-εναγόντων,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. M. Collins, πρόεδρο, R. Barents (εισηγητή) και J. Passer, δικαστές,
γραμματέας: M. Marescaux, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 14ης Δεκεμβρίου 2016,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Η πρώτη προσφεύγουσα-ενάγουσα, η Irit Azoulay, έχει τέκνο εγγεγραμμένο, από τον Σεπτέμβριο του 2014, στο σχολείο Athénée Ganenou στις Βρυξέλλες (Βέλγιο). Οι τρεις άλλοι προσφεύγοντες-ενάγοντες, οι Andrew Boreham, Mirja Bouchard και Darren Neville, έχουν τέκνα εγγεγραμμένα στο σχολείο École internationale Le Verseau στην Bierges (Βέλγιο). Έως το σχολικό έτος 2014/2015, οι υπάλληλοι των οποίων τα τέκνα ήταν ήδη εγγεγραμμένα στα ως άνω σχολεία πριν από το 2014 λάμβαναν επιστροφή, μέχρι του ποσού του ανώτατου μηνιαίου ορίου, για τα σχολικά έξοδα που κατέβαλλαν.
2
Το École internationale Le Verseau είναι σχολείο χωρίς θρησκευτικό προσανατολισμό, το οποίο ανήκει στη Fédération des établissements libres subventionnés indépendants (FELSI) [Ομοσπονδία ανεξάρτητων επιδοτούμενων σχολείων] και επιδοτείται από τη Γαλλική Κοινότητα του Βελγίου. Τα μαθήματα γίνονται, ήδη από το νηπιαγωγείο, στα γαλλικά και στα αγγλικά από δασκάλους και καθηγητές που έχουν την αντίστοιχη γλώσσα ως μητρική. Το σχολείο όμως αυτό δεν χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από την επιδότηση. Έχει και δικούς του πόρους, κυρίως από χορηγίες της ένωσης μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα Les Amis du Verseau.
3
Το Athénée Ganenou είναι σχολείο με θρησκευτικό προσανατολισμό και επιδοτείται από τη Γαλλική Κοινότητα του Βελγίου, της οποίας εφαρμόζει το επίσημο και πλήρες εκπαιδευτικό πρόγραμμα, με την προσθήκη επιπλέον ωρών ανά εβδομάδα για την εκμάθηση της εβραϊκής γλώσσας, τη μελέτη της ιστορίας του ιουδαϊσμού και της Βίβλου, καθώς και τη διδασκαλία των αγγλικών, ήδη από το δημοτικό. Ούτε και αυτό το σχολείο χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από την επιδότηση. Έχει και δικούς του πόρους, κυρίως από χορηγίες της ένωσης μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα Les Amis du Verseau.
4
Τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 2014 οι προσφεύγοντες-ενάγοντες [στο εξής: προσφεύγοντες] ζήτησαν την επιστροφή των σχολικών εξόδων που είχαν καταβάλει για τα συντηρούμενα τέκνα τους, προσκομίζοντας μαζί με τις αιτήσεις τους δικαιολογητικά έγγραφα από τα αντίστοιχα σχολεία, ίδια ακριβώς με τα συνημμένα σε προηγούμενες αιτήσεις επιστροφής σχολικών εξόδων οι οποίες είχαν γίνει δεκτές.
5
Στις 24 Απριλίου 2015 κοινοποιήθηκαν στους προσφεύγοντες οι αποφάσεις με τις οποίες απορρίφθηκαν οριστικά οι αιτήσεις τους για επιστροφή των σχολικών εξόδων (στο εξής: προσβαλλόμενες αποφάσεις), με την αιτιολογία ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ), επειδή τα δύο σχολεία δεν «χρεώνουν δίδακτρα» κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, αφού οι προαιρετικές εισφορές των προσφευγόντων στις αντίστοιχες ενώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα δεν εντάσσονται στο πλαίσιο της δωρεάν υποχρεωτικής εκπαίδευσης, κατά τα προβλεπόμενα από τη βελγική νομοθεσία.
6
Οι προσφεύγοντες άσκησαν, στις 20 Ιουλίου 2015, διοικητικές ενστάσεις δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Οι διοικητικές αυτές ενστάσεις απορρίφθηκαν με τις από 17 και 19 Νοεμβρίου 2015 ατομικές αποφάσεις του γενικού γραμματέα του Κοινοβουλίου (στο εξής: απορριπτικές αποφάσεις επί των διοικητικών ενστάσεων). Εντούτοις, ο γενικός γραμματέας του Κοινοβουλίου αποφάσισε να χορηγήσει στους προσφεύγοντες «χαριστικά και κατ’ εξαίρεση» το σχολικό επίδομα για το έτος 2014/2015, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι αυτό δεν επρόκειτο να επαναληφθεί για τα επικείμενα σχολικά έτη, όσον αφορά το École internationale Le Verseau και το Athénée Ganenou.
Αιτήματα των διαδίκων και διαδικασία
7
Η υπό κρίση προσφυγή ασκήθηκε με δικόγραφο το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Φεβρουαρίου 2016.
8
Βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2016/1192 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, για τη μεταβίβαση στο Γενικό Δικαστήριο της αρμοδιότητας εκδικάσεως σε πρώτο βαθμό των διαφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπαλλήλων της (ΕΕ 2016, L 200, σ. 137), οι υποθέσεις που εκκρεμούσαν στις 31 Αυγούστου 2016 ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης μεταφέρθηκαν στο Γενικό Δικαστήριο και η εκδίκασή τους συνεχίζεται ενώπιον του τελευταίου από το στάδιο στο οποίο αυτές ευρίσκονταν κατά την ανωτέρω ημερομηνία και σύμφωνα με τον Κανονισμό Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.
9
Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις·
—
εφόσον είναι αναγκαίο, να ακυρώσει τις απορριπτικές αποφάσεις επί των διοικητικών ενστάσεων·
—
να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να τους καταβάλει το σχολικό επίδομα για το έτος 2015/2016, πλέον τόκων υπολογιζόμενων από τις ημερομηνίες κατά τις οποίες οφείλονταν τα αντίστοιχα ποσά·
—
να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
10
Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή·
—
να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.
11
Οι προσφεύγοντες ζήτησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, να τους επιτραπεί να τροποποιήσουν το δεύτερο αίτημά τους, οπότε ζητούν πλέον από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις·
—
εφόσον είναι αναγκαίο, να ακυρώσει «τις απορριπτικές αποφάσεις επί των διοικητικών ενστάσεων, όχι όμως την απόφαση του γενικού γραμματέα του Κοινοβουλίου να τους χορηγηθεί χαριστικά και κατ’ εξαίρεση το σχολικό επίδομα για το έτος 2014/2015»·
—
να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να τους καταβάλει το σχολικό επίδομα για το έτος 2015/2016, πλέον τόκων υπολογιζόμενων από τις ημερομηνίες κατά τις οποίες οφείλονταν τα αντίστοιχα ποσά·
—
να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί του αιτήματος ακύρωσης των απορριπτικών αποφάσεων επί των διοικητικών ενστάσεων
12
Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, αίτημα ακύρωσης που στρέφεται ρητώς κατά της απορριπτικής απόφασης επί διοικητικής ένστασης έχει ως αποτέλεσμα, στην περίπτωση όπου η απόφαση αυτή στερείται αυτοτελούς περιεχομένου, να υποβάλλεται στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου η πράξη κατά της οποίας ασκήθηκε η διοικητική ένσταση (απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1989, Vainker κατά Κοινοβουλίου, 293/87, EU:C:1989:8, σκέψη 8). Εν προκειμένω, δεδομένου ότι οι απορριπτικές αποφάσεις επί των διοικητικών ενστάσεων στερούνται αυτοτελούς περιεχομένου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφυγή στρέφεται κατά των προσβαλλόμενων αποφάσεων.
Επί του αιτήματος ακύρωσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων
13
Προς στήριξη της προσφυγής προβάλλονται τρεις λόγοι ακύρωσης, οι οποίοι αφορούν, πρώτον, παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ και πρόδηλο σφάλμα εκτίμησης, δεύτερον, παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και, τρίτον, παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της χρηστής διοίκησης.
Επί του πρώτου λόγου ακύρωσης, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ και πρόδηλο σφάλμα εκτίμησης
– Επιχειρήματα των διαδίκων
14
Πρώτον, οι προσφεύγοντες παρατηρούν ότι η έννοια «σχολικά έξοδα», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, καλύπτει τα έξοδα εγγραφής και φοίτησης σε σχολικά ιδρύματα. Κατά την άποψή τους, η προϋπόθεση να «χρεώνει δίδακτρα» το σχολείο του παιδιού μπορεί να είναι παραπλανητική. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι δεν έχει σημασία αν τα σχολικά έξοδα είναι προαιρετικά ή υποχρεωτικά, διότι πρόκειται για σχολικά έξοδα που καταβάλλει ο υπάλληλος, για τα συντηρούμενα τέκνα του, σε σχολεία που προτείνουν δικό τους παιδαγωγικό πρόγραμμα. Η διάταξη αυτή δεν εξαρτά τη χορήγηση του σχολικού επιδόματος από χαρακτηρισμούς που υφίστανται ή από κατηγοριοποιήσεις που γίνονται σε εθνικό επίπεδο, αλλά απλώς και μόνον από τη φύση της προς επιστροφή δαπάνης και από τα στοιχεία τα οποία τη συνθέτουν.
15
Δεύτερον, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι η έννοια «σχολικά έξοδα» έχει αυτοτελές περιεχόμενο. Στο πλαίσιο αυτό, αναγνωρίζουν ότι η εκπαίδευση στα επιδοτούμενα σχολεία του Βελγίου δεν προβλέπει τη διδασκαλία της αγγλικής από δασκάλους και καθηγητές που την έχουν ως μητρική γλώσσα, ούτε τη μετάδοση της πολιτιστικής, θρησκευτικής και ιστορικής κληρονομιάς του εβραϊκού λαού. Ο μοναδικός τρόπος να διασφαλιστεί η παροχή αυτής της εκπαίδευσης είναι μια επιπλέον χρηματοδότηση. Τα έξοδα τα οποία καλύπτονται εκ των ιδίων πόρων των οικείων σχολείων και χρηματοδοτούνται χάρη στην οικονομική στήριξη ενώσεων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα αποτελούν σαφώς, κατά τους προσφεύγοντες, έξοδα που παρέχουν στον μαθητή τη δυνατότητα, κατ’ αρχάς, να έχει πρόσβαση σε συγκεκριμένο παιδαγωγικό σχήμα και, εν συνεχεία, να μετέχει ουσιαστικά στα προγράμματα και να παρακολουθεί τα μαθήματα του αντίστοιχου σχολείου. Προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η βελγική νομοθεσία διευκρινίζει ότι η εγγραφή σε σχολικό ίδρυμα δεν μπορεί να εξαρτάται από την πληρωμή χρηματικού ποσού είτε στο ίδιο το σχολείο είτε σε οποιονδήποτε άλλο φορέα, το Κοινοβούλιο δεν λαμβάνει υπόψη ότι η έννοια «σχολικά έξοδα» έχει αυτοτελές περιεχόμενο. Πάντοτε κατά τους προσφεύγοντες, από τη δήλωση σχολικών δαπανών προκύπτει ότι τα καταβληθέντα ποσά αντιστοιχούν επακριβώς στη συμμετοχή των γονέων στη χρηματοδότηση της ένωσης μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα η οποία στηρίζει το επιδοτούμενο σχολικό ίδρυμα, και συνιστούν, λόγω τόσο του σκοπού τους όσο και του τρόπου που χρησιμοποιούνται, επιστρεπτέα σχολικά έξοδα.
16
Τρίτον, οι προσφεύγοντες επισημαίνουν ότι, όπως συνάγεται από τη σχετική απαρίθμηση στο άρθρο 3 των γενικών εκτελεστικών διατάξεων οι οποίες αφορούν το σχολικό επίδομα κατά την έννοια του άρθρου 3 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ και θεσπίστηκαν από το Κοινοβούλιο στις 18 Μαΐου 2004 δυνάμει του άρθρου 110 του ΚΥΚ (στο εξής: ΓΕΔ), τα έξοδα που δεν επιστρέφονται είναι εκείνα τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με την εκπαιδευτική δραστηριότητα, άρα είναι, στην πραγματικότητα, προαιρετικά. Αντιθέτως, τα ποσά των εισφορών που ζητούνται από τις ενώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα είναι έξοδα τα οποία πρέπει να καταβληθούν εκ των προτέρων, ως μέρος των τελών εγγραφής και φοίτησης.
17
Κατά το Κοινοβούλιο, η βελγική νομοθεσία ορίζει ότι τα επιδοτούμενα σχολεία παρέχουν δωρεάν εκπαίδευση και δεν εξομοιώνονται με τα ιδιωτικά σχολεία, τα οποία απαιτούν την καταβολή σχολικών εξόδων ως προϋπόθεση για την εγγραφή των μαθητών και την πρόσβαση στα μαθήματα. Μολονότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις ενδέχεται να ζητηθεί από τους γονείς να υποβληθούν σε κάποια έξοδα, η μη καταβολή τους δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να επισύρει ποινή για τον μαθητή, όπως άρνηση εγγραφής του ή αποκλεισμό. Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι δεν είναι εξαντλητική η απαρίθμηση, στο άρθρο 3 των ΓΕΔ, των εξόδων που δεν επιστρέφονται ως σχολικά έξοδα. Ειδικότερα, νοούνται ως σχολικά έξοδα μόνον όσα απαιτείται να καταβληθούν προκειμένου ο μαθητής να γίνει, κατ’ αρχήν, δεκτός στο σχολείο και στο πρόγραμμά του. Εν προκειμένω, η πληρωμή εξόδων εγγραφής δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εγγραφή των μαθητών στα οικεία σχολεία. Κατά το Κοινοβούλιο, οι εισφορές των γονέων στις αντίστοιχες ενώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα καλύπτουν το ειδικό πρόγραμμα των δύο αυτών σχολείων.
18
Το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται επίσης ότι, βάσει του υπ’ αριθ. 012/77 πορίσματος των προϊσταμένων διοίκησης, οι υπάλληλοι, για να λάβουν το σχολικό επίδομα, οφείλουν να προσκομίσουν τιμολόγιο στο οποίο να γίνεται διάκριση ανάμεσα στα διαφορετικά είδη εξόδων. Τα τιμολόγια και οι βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν από τους προσφεύγοντες δεν πληρούν την ως άνω προϋπόθεση και δεν επιτρέπουν να προσδιοριστεί με ακρίβεια πώς χρησιμοποιήθηκαν οι εισφορές τις οποίες κατέβαλαν οι προσφεύγοντες.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
19
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι «[υ]πό τους καθοριζόμενους στις γενικές εκτελεστικές διατάξεις όρους, ο υπάλληλος δικαιούται σχολικού επιδόματος ίσου προς τα πραγματικά σχολικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται, μέχρις ανωτάτου μηνιαίου ορίου ευρώ 260,95, για κάθε συντηρούμενο τέκνο […], το οποίο είναι τουλάχιστον πέντε ετών και φοιτά κανονικά και πλήρως σε σχολείο στοιχειώδους ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που χρεώνει δίδακτρα ή σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης».
20
Από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ προκύπτει ότι ως «σχολικά έξοδα» νοούνται τα έξοδα για την κανονική και πλήρη φοίτηση του συντηρούμενου τέκνου του υπαλλήλου σε «σχολείο στοιχειώδους ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που χρεώνει δίδακτρα».
21
Πρέπει συνεπώς να εξεταστεί αν το École internationale Le Verseau και το Athénée Ganenou είναι σχολεία «στοιχειώδους ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που χρεών[ουν] δίδακτρα» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.
22
Πρώτον, δεν αμφισβητείται ότι, δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας στη Γαλλική κοινότητα του Βελγίου, η υποχρεωτική εκπαίδευση στην Κοινότητα αυτή είναι δωρεάν και δεν επιτρέπεται ούτε να ζητούνται ούτε να εισπράττονται δίδακτρα [«minerval»].
23
Σημειωτέον επ’ αυτού ότι στην υπ’ αριθ. 4516 εγκύκλιο της Γαλλικής Κοινότητας, της 29ης Αυγούστου 2013, με τον τίτλο «Δωρεάν πρόσβαση στην υποχρεωτική εκπαίδευση» (στο εξής: εγκύκλιος 4516), και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο II, το οποίο επιγράφεται «Εφαρμοστέοι κανόνες σχετικά με τη δωρεάν πρόσβαση στην εκπαίδευση» και περιλαμβάνεται στο τμήμα Α υπό τον τίτλο «Έξοδα που δεν μπορούν να ζητηθούν από το σχολείο (Άρθρα 100 και 102 του διατάγματος “Αποστολή” της 24ης Ιουλίου 1997)», ορίζονται τα εξής:
«Τόσο στη στοιχειώδη όσο και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, τα σχολικά ιδρύματα απαγορεύεται να ζητούν από τους γονείς να καταβάλλουν ορισμένα έξοδα. Πρόκειται ιδίως για:
1)
Άμεσα ή έμμεσα δίδακτρα:
Το άρθρο 12, [παράγραφος] 1, του νόμου της 29ης Μαΐου 1959, αποκαλούμενου και “Pacte scolaire”, και το άρθρο 100, [παράγραφος] 1, του διατάγματος της 24ης Ιουλίου 1997 καθιστούν σαφές ότι δεν μπορούν ούτε να ζητηθούν ούτε να εισπραχθούν άμεσα ή έμμεσα δίδακτρα («minerval»).
Στην πράξη:
Αυτό σημαίνει, ειδικότερα, ότι δεν είναι δυνατόν το σχολικό ίδρυμα να εξαρτά την εγγραφή από την πληρωμή χρηματικού ποσού είτε στο ίδιο είτε σε οποιονδήποτε άλλον φορέα ([ενώση μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα], σύλλογο φίλων, ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα).»
24
Δεύτερον, δεν αμφισβητείται επίσης ότι, σύμφωνα με τη ρύθμιση για την οποία έγινε λόγος στις σκέψεις 22 και 23 ανωτέρω, οι προσφεύγοντες δεν υποχρεώθηκαν να καταβάλουν ούτε στο École internationale Le Verseau ούτε στο Athénée Ganenou, ούτε σε άλλον φορέα έξοδα εγγραφής ή φοίτησης των συντηρούμενων τέκνων τους στα σχολεία αυτά.
25
Πράγματι, από τις βεβαιώσεις που χορήγησε το École internationale Le Verseau προκύπτει ότι «η εισφορά για το έτος 2014/2015 […] θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για τη διατήρηση και την ανάπτυξη μη επιδοτούμενων από τη Γαλλική Κοινότητα παιδαγωγικών προγραμμάτων [του σχολείου], στα οποία εγγράφ[ονται] τακτικά [τα συντηρούμενα τέκνα του δεύτερου προσφεύγοντος, της τρίτης προσφεύγουσας και του τέταρτου προσφεύγοντος]». Από την πλευρά του, το Athénée Ganenou «επιβεβαιώνει […] την εγγραφή του [συντηρούμενου τέκνου της πρώτης προσφεύγουσας] για το έτος 2014/2015», αναφέρει ότι «είναι επιδοτούμενο σχολείο που εφαρμόζει το επίσημο και πλήρες εκπαιδευτικό πρόγραμμα [της Γαλλικής Κοινότητας]», επισημαίνει ότι «η συμμετοχή στο ειδικό, μη επιδοτούμενο παιδαγωγικό σχήμα ανέρχεται σε 270 ευρώ μηνιαίως, για δέκα μήνες κατ’ έτος» και διευκρινίζει ότι «το ποσό αυτό δεν καλύπτει τα έξοδα για τα σχολικά είδη και τη σίτιση, τα οποία καταβάλλονται χωριστά».
26
Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII, ότι πρέπει να πρόκειται για «σχολείο στοιχειώδους ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που χρεώνει δίδακτρα», και, ως εκ τούτου, οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να λάβουν το σχολικό επίδομα για τα τέκνα τους τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο École internationale Le Verseau και στο l’Athénée Ganenou αντιστοίχως.
27
Το ως άνω συμπέρασμα δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι προσφεύγοντες.
28
Κατ’ αρχάς, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η έννοια «σχολικά έξοδα» αφορά τα έξοδα τα οποία καταβάλλει ο υπάλληλος, για τα συντηρούμενα τέκνα του, σε σχολεία που προτείνουν δικό τους παιδαγωγικό πρόγραμμα.
29
Το άρθρο 3 των ΓΕΔ έχει ως εξής:
«Το σχολικό επίδομα Β καλύπτει, εντός των ορίων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, πρώτο και τρίτο εδάφιο, του άρθρου 3 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, τα ακόλουθα:
a)
έξοδα εγγραφής και φοίτησης σε σχολικά ιδρύματα[·]
b)
έξοδα μεταφοράς[·]
ενώ αποκλείονται όλα τα λοιπά έξοδα, και ιδίως:
—
των υποχρεωτικών εξόδων, όπως τα έξοδα αγοράς βιβλίων, σχολικών ειδών και αθλητικού εξοπλισμού, την κάλυψη για τη σχολική ασφάλιση και τα ιατρικά έξοδα, τα έξοδα των εξετάσεων, τα έξοδα για κοινές εξωσχολικές δραστηριότητες (όπως σχολικές εκδρομές, επισκέψεις και ταξίδια, ή συμμετοχή σε αθλητικά προγράμματα, κλπ.), καθώς και άλλα έξοδα σχετικά με την περαίωση του σχολικού προγράμματος του οικείου σχολικού ιδρύματος,
—
τα έξοδα συμμετοχής του τέκνου στις εκδρομές για γνωριμία με το ορεινό, το θαλάσσιο ή το υπαίθριο περιβάλλον, καθώς και σε παρόμοιες δραστηριότητες.»
30
Επιβάλλεται συνεπώς η παρατήρηση ότι, κατά το άρθρο 3 των ΓΕΔ, στα σχολικά έξοδα περιλαμβάνονται τα «έξοδα εγγραφής και φοίτησης σε σχολικά ιδρύματα». Υπό τη διατύπωση αυτή, τα σχολικά έξοδα καλύπτουν τόσο τα έξοδα που είναι απαραίτητα για την πρόσβαση του μαθητή σε σχολικό ίδρυμα (έξοδα εγγραφής) όσο και τα έξοδα που είναι απαραίτητα για την παρακολούθηση και την ουσιαστική συμμετοχή του στα προγράμματα του ίδιου ιδρύματος (έξοδα φοίτησης) (απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Bovagnet κατά Επιτροπής, F‑89/10, EU:F:2011:129, σκέψη 23).
31
Διαπιστώνεται όμως, εν προκειμένω, σε σχέση με τα συντηρούμενα τέκνα των προσφευγόντων, ότι για την εγγραφή τους και την εκπαίδευση στο École internationale Le Verseau και στο Athénée Ganenou δεν αποτελούσε προϋπόθεση η καταβολή είτε στα σχολεία αυτά είτε σε τρίτους φορείς, όπως οι ενώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, χρηματικού ποσού που να καλύπτει τα έξοδα εγγραφής και φοίτησης στα εν λόγω σχολεία. Άλλωστε, αν συνέβαινε το αντίθετο, θα παραβιαζόταν, όπως προκύπτει από την εγκύκλιο 4516, η ισχύουσα νομοθεσία στη Γαλλική Κοινότητα.
32
Διαπιστώνεται επίσης ότι οι προσφεύγοντες δεν αντέκρουσαν την επισήμανση του Κοινοβουλίου ότι η μη καταβολή των σχετικών ποσών στις αντίστοιχες ενώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να επισύρει ποινή για τον μαθητή, όπως άρνηση εγγραφής του ή αποκλεισμό.
33
Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει αναφορά και στην εγκύκλιο 4516, πιο συγκεκριμένα δε στο κεφάλαιο ΙΙ, όπου, ως προς το ζήτημα των εξόδων των οποίων την καταβολή μπορεί να ζητήσει το σχολείο, όπως για «την πισίνα και [τις] πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες», ορίζονται, υπό τον τίτλο «Μη καταβολή των εξόδων», τα εξής:
«Σε περίπτωση παράλειψης ή άρνησης καταβολής, το σχολείο δεν επιτρέπεται να μην εγγράψει ή επανεγγράψει τον μαθητή, ούτε να τον αποκλείσει οριστικά, ούτε να τον τιμωρήσει, ούτε να μην του παραδώσει τον έλεγχο προόδου ή το απολυτήριό του. Κάθε αρχή που είναι αρμόδια για τη λειτουργία του σχολείου μπορεί, ενδεχομένως, να προβλέπει διαδικασία για την αναζήτηση των οφειλών.»
34
Επομένως, το επιχείρημα που αντλείται από το περιεχόμενο της έννοιας «σχολικά έξοδα» επ’ ουδενί αναιρεί το γεγονός ότι, εν προκειμένω, εφόσον δεν υπάρχουν έξοδα εγγραφής και φοίτησης, το École internationale Le Verseau και το Athénée Ganenou είναι αδύνατο να χαρακτηριστούν «σχολεί[α] στοιχειώδους ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που χρεών[ουν] δίδακτρα» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.
35
Εν συνεχεία οι προσφεύγοντες σημειώνουν ότι, δεδομένου ότι η έννοια «σχολικά έξοδα» είναι αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το περιεχόμενό της δεν μπορεί να εξαρτάται από χαρακτηρισμούς που υφίστανται ή κατηγοριοποιήσεις που γίνονται σε εθνικό επίπεδο, αλλά μόνον από τη φύση, αυτή καθ’ εαυτήν, της προς επιστροφή δαπάνης, καθώς και από τα στοιχεία που τη συνθέτουν (απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Bovagnet κατά Επιτροπής, F‑89/10, EU:F:2011:129, σκέψη 22).
36
Ορθώς παρατηρούν οι προσφεύγοντες ότι η έννοια «σχολικά έξοδα» έχει αυτοτελές περιεχόμενο στο δίκαιο της Ένωσης και, ως εκ τούτου, ότι τυχόν εθνικοί χαρακτηρισμοί ή εθνικές κατηγοριοποιήσεις των σχολικών εξόδων δεν είναι καθοριστικής σημασίας. Εντούτοις, αυτό σημαίνει επίσης ότι ο χαρακτηρισμός ή η κατηγοριοποίηση των εισφορών που καταβάλλουν οι γονείς στις αντίστοιχες ενώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα επ’ ουδενί αναιρούν το γεγονός ότι ούτε το École internationale Le Verseau ούτε το Athénée Ganenou απαιτούν την καταβολή εξόδων εγγραφής ή φοίτησης. Συνάγεται κατ’ ανάγκην το συμπέρασμα ότι οι εισφορές τις οποίες ζητούν οι εν λόγω ενώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα για τη συμμετοχή των παιδιών στο ειδικό, μη επιδοτούμενο εκπαιδευτικό σχήμα των συγκεκριμένων σχολείων δεν μπορούν να αφορούν έξοδα εγγραφής και φοίτησης σε αυτά, όπως επιβεβαιώνεται εξάλλου και από την εγκύκλιο 4516. Συνεπώς, οι εισφορές τις οποίες ζητούν εν προκειμένω οι ενώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, δυνατό να χαρακτηριστούν «σχολικά έξοδα» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, όπως εξειδικεύεται στο άρθρο 3 των ΓΕΔ.
37
Τέλος, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι τα έξοδα τα οποία απαριθμούνται στο άρθρο 3 των ΓΕΔ ως έξοδα που δεν επιστρέφονται είναι όσα δεν έχουν σχέση με την εκπαιδευτική δραστηριότητα, και άρα είναι προαιρετικά, ενώ, αντιθέτως, τα ποσά των εισφορών που ζητούνται από τις ενώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα είναι έξοδα τα οποία πρέπει να καταβληθούν εκ των προτέρων, ως μέρος των τελών εγγραφής και φοίτησης.
38
Υπενθυμίζεται επ’ αυτού ότι το άρθρο 3 των ΓΕΔ αντιπαραθέτει «όλα τα λοιπά έξοδα», ορίζοντας ότι αποκλείεται η επιστροφή τους και δίνοντας ορισμένα παραδείγματα, προς «τα έξοδα εγγραφής και φοίτησης σε σχολικά ιδρύματα» και προς «τα έξοδα μεταφοράς», για τα οποία προβλέπεται δικαίωμα επιστροφής μέχρις ενός ποσού. Επιπλέον, αντιθέτως προς τα όσα διατείνονται οι προσφεύγοντες, η φράση «όλα τα λοιπά έξοδα» δεν αναφέρεται αποκλειστικά σε «έξοδα άσχετα προς την εκπαιδευτική δραστηριότητα». Πράγματι, η ίδια διάταξη κάνει λόγο για «άλλα έξοδα σχετικά με την περαίωση του σχολικού προγράμματος του οικείου σχολικού ιδρύματος».
39
Τέλος, οι προσφεύγοντες δήλωσαν ότι στο École internationale Le Verseau και στο Athénée Ganenou παραδίδονται, συμπληρωματικά προς την υποχρεωτική εκπαίδευση, κάποια μαθήματα που εντάσσονται στο παιδαγωγικό σχήμα καθενός από τα δύο αυτά σχολεία και ότι για αυτόν τον λόγο καταβάλλουν στις αντίστοιχες ενώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ποσά τα οποία καλύπτουν τη συμμετοχή των τέκνων τους στο ειδικό, μη επιδοτούμενο εκπαιδευτικό σχήμα των συγκεκριμένων σχολείων.
40
Από τις ως άνω δηλώσεις προκύπτει ότι οι εισφορές προς τις αντίστοιχες ενώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, εφόσον δεν είναι δυνατό να χαρακτηριστούν σχολικά έξοδα, αποτελούν έξοδα τα οποία απορρέουν από τις απαιτήσεις και τις δραστηριότητες που συνδέονται με την περαίωση του σχολικού προγράμματος, ήτοι με τη συμμετοχή των παιδιών στο ειδικό, μη επιδοτούμενο εκπαιδευτικό σχήμα των επίμαχων σχολείων, και πρέπει να θεωρηθούν ως «άλλα έξοδα σχετικά με την περαίωση του σχολικού προγράμματος του οικείου σχολικού ιδρύματος» κατά την έννοια του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, των ΓΕΔ, τα οποία, κατά την ίδια πάντοτε διάταξη, δεν καλύπτονται από το σχολικό επίδομα Β.
41
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ακύρωσης είναι απορριπτέος.
Επί του δεύτερου λόγου ακύρωσης, ο οποίος αφορά παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
– Επιχειρήματα των διαδίκων
42
Κατά τους προσφεύγοντες, το Κοινοβούλιο έδωσε συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις οι οποίες τους γέννησαν την προσδοκία ότι θα λάμβαναν το σχολικό επίδομα, από τη στιγμή που τα έξοδα αυτά τους είχαν επιστραφεί τα προηγούμενα έτη. Δεν δέχονται το επιχείρημα του Κοινοβουλίου ότι το ζήτημα της χορήγησης του σχολικού επιδόματος εξετάζεται σε ετήσια βάση. Κατά την άποψή τους, πρόκειται μάλλον για μια ετήσια επανεξέταση της πολιτικής που ακολουθείται ως προς την επιστροφή των σχολικών εξόδων, όπερ σημαίνει, στην πράξη, ότι το Κοινοβούλιο έχει δικαίωμα να μεταβάλει άρδην τη θέση της Διοίκησης σε σχέση με την ίδια ακριβώς κατάσταση, κατά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
43
Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί την επιχειρηματολογία που προβάλλουν οι προσφεύγοντες.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
44
Για να χωρεί επίκληση της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης πρέπει να πληρούνται τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, πρέπει να έχουν δοθεί από τη Διοίκηση στον ενδιαφερόμενο συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις, προερχόμενες από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές. Δεύτερον, οι διαβεβαιώσεις αυτές πρέπει να είναι ικανές να δημιουργήσουν δικαιολογημένη προσδοκία σ’ αυτόν προς τον οποίο απευθύνονται. Τρίτον, οι διαβεβαιώσεις πρέπει να είναι σύμφωνες προς τους ισχύοντες κανόνες (απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2002, G κατά Επιτροπής, T-199/01, EU:T:2002:271, σκέψη 38).
45
Εν προκειμένω, αρκεί η επισήμανση ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είχαν δοθεί συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις από το Κοινοβούλιο προς τους προσφεύγοντες σχετικά με την επιστροφή των εισφορών που αυτοί είχαν καταβάλει στις αντίστοιχες ενώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα για τη συμμετοχή των συντηρούμενων τέκνων τους στο ειδικό, μη επιδοτούμενο εκπαιδευτικό σχήμα των επίμαχων σχολείων, τέτοιες διαβεβαιώσεις δεν ήταν σύμφωνες με τις διατάξεις του ΚΥΚ, όπως προεκτέθηκε στις σκέψεις 19 έως 41 ανωτέρω. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι συντρέχει, στην προκειμένη περίπτωση, παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
46
Εν πάση περιπτώσει, επ’ ουδενί συνάγεται από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι η Διοίκηση είχε δώσει στους προσφεύγοντες συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις. Το ειδικό έντυπο το οποίο έχει καταρτίσει η Διοίκηση για τα σχολεία επιτρέπει, υπό κανονικές συνθήκες, να διαπιστωθεί πιο εύκολα, μέσω ερωτήσεων σχετικών με τα διάφορα σχολικά έξοδα που ζητούνται από τα σχολεία, και εφόσον τα τελευταία δεν έχουν εκδώσει λεπτομερές τιμολόγιο, αν έχουν απαιτηθεί έξοδα εγγραφής και φοίτησης, τα οποία θα έπρεπε ενδεχομένως να επιστραφούν από τη Διοίκηση. Από το έντυπο όμως αυτό δεν προέκυψε η καταβολή εξόδων εγγραφής από τους προσφεύγοντες.
47
Τέλος, το επιχείρημα των προσφευγόντων ότι η μεταβολή της διοικητικής πρακτικής αντιβαίνει στην αρχή της ασφάλειας δικαίου είναι απαράδεκτο, δεδομένου ότι δεν είχε προβληθεί με τη διοικητική ένσταση, με συνέπεια να μην έχει τηρηθεί ο κανόνας της αντιστοιχίας μεταξύ της διοικητικής ένστασης, η οποία προηγείται, και της προσφυγής.
48
Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, ο κανόνας της αντιστοιχίας μεταξύ, αφενός, της διοικητικής ένστασης του άρθρου 91, παράγραφος 2, του ΚΥΚ και, αφετέρου, της επακόλουθης προσφυγής επιτάσσει, επί ποινή απαραδέκτου, να έχει ήδη προβληθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας που προηγείται της άσκησης της προσφυγής ο λόγος ακύρωσης ο οποίος προβάλλεται ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, ούτως ώστε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να ήταν σε θέση να γνωρίζει τις αιτιάσεις του ενδιαφερομένου κατά της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. απόφαση της 7ης Ιουλίου 2004, Schmitt κατά ΕΥΑ, T-175/03, EU:T:2004:214, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
49
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος ακύρωσης είναι απορριπτέος στο σύνολό του.
Επί του τρίτου λόγου ακύρωσης, ο οποίος αφορά παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της χρηστής διοίκησης
50
Ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης χωρίζεται σε δύο σκέλη από τα οποία το πρώτο αφορά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και το δεύτερο παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης.
– Επιχειρήματα των διαδίκων
51
Ως προς την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι βρίσκονται, τόσο από πραγματικής όσο και από νομικής άποψης, στην ίδια κατάσταση τόσο με τους γονείς στους οποίους, κατά τα προηγούμενα έτη, επιστρέφονταν τα σχολικά έξοδα για τα συντηρούμενα τέκνα τους που ήταν εγγεγραμμένα στα επίμαχα σχολεία όσο και με τους γονείς οι οποίοι εργάζονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και εξακολουθούν να λαμβάνουν την επιστροφή για τα σχολικά έξοδα των εγγεγραμμένων στα ίδια σχολεία συντηρούμενων τέκνων τους.
52
Ως προς την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι το χρονικό διάστημα των έξι μηνών το οποίο παρήλθε από την υποβολή της αίτησης επιστροφής έως την έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων δεν είναι εύλογο, στον βαθμό που η προγενέστερη στάση του Κοινοβουλίου δεν άφηνε περιθώριο αμφιβολίας σε σχέση με την επιστροφή των επίδικων εξόδων. Επιπλέον, εκφράζουν αμφιβολίες σχετικά με την αντικειμενικότητα και την επιμέλεια με την οποία το Κοινοβούλιο αξιολόγησε τα πραγματικά περιστατικά, εξαρτώντας τη χορήγηση του σχολικού επιδόματος από την προσωπική επιλογή του γονέα για το παιδαγωγικό σχήμα όπου θα ενταχθεί το τέκνο του, όπερ αντιβαίνει στο άρθρο 22 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και δεν συνάδει με τον αυτοτελή χαρακτήρα της έννοιας «σχολικά έξοδα».
53
Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί την επιχειρηματολογία των προσφευγόντων.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
54
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου ακύρωσης, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης και παραβιάζεται όταν επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση σε δύο κατηγορίες προσώπων των οποίων η πραγματική και η νομική κατάσταση δεν παρουσιάζουν ουσιώδεις διαφορές. Επομένως, η εν λόγω αρχή απαιτεί να μην αντιμετωπίζονται κατά τρόπο διαφορετικό παρεμφερείς καταστάσεις, εκτός αν αυτή η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς. Για να επιτρέπεται η διαφοροποίηση, πρέπει να δικαιολογείται βάσει αντικειμενικού και εύλογου κριτηρίου και να είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2003, C κατά Επιτροπής, T-307/00, EU:T:2003:21, σκέψη 48).
55
Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, οι μόνιμοι και οι έκτακτοι υπάλληλοι δεν είναι δυνατό να επικαλούνται παρανομία προκειμένου να τύχουν ορισμένου πλεονεκτήματος. Πράγματι, η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης πρέπει να συνδυάζεται με την τήρηση της αρχής της νομιμότητας, σύμφωνα με την οποία ουδείς μπορεί να επικαλείται υπέρ αυτού παρανομία που διαπράχθηκε προς όφελος τρίτου (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 1985, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, 134/84,EU:C:1985:297, σκέψη 14, της 2ας Ιουνίου 1994, de Compte κατά Κοινοβουλίου, C-326/91 P, EU:C:1994:218, σκέψεις 51 και 52, και της 1ης Ιουλίου 2010, Časta κατά Επιτροπής, F-40/09, EU:F:2010:74, σκέψη 88).
56
Κατά συνέπεια, λαμβανομένου υπόψη ότι ο πρώτος λόγος ακύρωσης απορρίφθηκε, είναι αλυσιτελές το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου ακύρωσης, με το οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης σε σύγκριση με άλλους μόνιμους υπαλλήλους (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2014, Van Asbroeck κατά Κοινοβουλίου, F-102/12, EU:F:2014:4, σκέψεις 37 και 38).
57
Εν πάση περιπτώσει, υπενθυμίζεται ότι ναι μεν, σύμφωνα με την αρχή της ενότητας της δημόσιας διοίκησης, η οποία εξαγγέλλεται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, της Συνθήκης του Άμστερνταμ, όλοι οι υπάλληλοι της Ένωσης υπόκεινται σε ενιαίο κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, πλην όμως η ως άνω αρχή δεν συνεπάγεται ότι τα θεσμικά όργανα οφείλουν να χρησιμοποιούν κατά τον ίδιο τρόπο τη διακριτική ευχέρεια που τους αναγνωρίζεται από τον ΚΥΚ, ενώ, αντιθέτως, ως προς τη διοίκηση του προσωπικού τους ισχύει υπέρ των οργάνων αυτών η «αρχή της αυτονομίας» (απόφαση της 5ης Ιουλίου 2011, V κατά Κοινοβουλίου, F-46/09, EU:F:2011:101, σκέψη 135).
58
Συνεπώς, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 110 του ΚΥΚ, οι ΓΕΔ εκδίδονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του κάθε θεσμικού οργάνου και, άρα, μπορούν να διαφέρουν από θεσμικό όργανο σε θεσμικό όργανο.
59
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακύρωσης, υπενθυμίζεται ότι η υποχρέωση να ολοκληρώνονται σε εύλογο χρόνο οι διοικητικές διαδικασίες αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, της οποίας την τήρηση διασφαλίζει ο δικαστής της Ένωσης και η οποία μνημονεύεται στο άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη ως μία από τις εκφάνσεις της αρχής της χρηστής διοίκησης (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 11ης Απριλίου 2006, Angeletti κατά Επιτροπής, T-394/03, EU:T:2006:111, σκέψη 162).
60
Εντούτοις, η παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης δεν δικαιολογεί, κατά κανόνα, την ακύρωση της απόφασης που λαμβάνεται κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας. Πράγματι, η μη τήρηση της αρχής της εύλογης διάρκειας θίγει το κύρος της διοικητικής διαδικασίας μόνον όταν η παρέλευση υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος μπορεί να έχει αντίκτυπο στο ίδιο το περιεχόμενο της απόφασης που εκδίδεται κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας.
61
Εν προκειμένω, από την εξέταση του πρώτου λόγου ακύρωσης (βλ. σκέψεις 19 έως 41 ανωτέρω) προκύπτει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι πρέπει όντως να θεωρηθεί υπερβολικά μεγάλο το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε το Κοινοβούλιο για να επεξεργαστεί τις αιτήσεις επιστροφής τις οποίες υπέβαλαν οι προσφεύγοντες, δεν επηρεάστηκε εξ αυτού του λόγου το περιεχόμενο των προσβαλλόμενων αποφάσεων. Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι το Κοινοβούλιο αποφάσισε, λόγω του υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε μέχρι να απαντήσει στις αιτήσεις, να χορηγήσει χαριστικά και κατ’ εξαίρεση το σχολικό επίδομα για το έτος 2014/2015.
62
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος ακύρωσης είναι απορριπτέος.
63
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα ακύρωσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων.
Επί του αιτήματος να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να καταβάλει στους προσφεύγοντες το σχολικό επίδομα για το έτος 2015/2016
64
Οι προσφεύγοντες ζητούν, ως ενάγοντες, από το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να τους καταβάλει το σχολικό επίδομα για το έτος 2015/2016.
65
Λαμβανομένου υπόψη ότι απορρίφθηκε το αίτημα ακύρωσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων, παρέλκει η εξέταση του αγωγικού αιτήματος.
66
Κατά συνέπεια, η προσφυγή-αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
67
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
68
Από το σκεπτικό της παρούσας απόφασης συνάγεται ότι οι προσφεύγοντες ηττήθηκαν. Το δε Κοινοβούλιο ζήτησε ρητώς την καταδίκη τους στα δικαστικά έξοδα. Κατά συνέπεια, οι προσφεύγοντες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή.
2)
Καταδικάζει τους Irit Azoulay, Andrew Boreham, Mirja Bouchard και Darren Neville στα δικαστικά έξοδα.
Collins
Barents
Passer
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Απριλίου 2017.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική