ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (αναιρετικό τμήμα)
της 23ης Ιανουαρίου 2018 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Βαθμολογία – Έκθεση αξιολογήσεως σταδιοδρομίας – Περίοδος αξιολογήσεως του έτους 2013 – Απόρριψη της προσφυγής πρωτοδίκως – Σύνθεση του δικαστικού σχηματισμού που εξέδωσε την απόφαση πρωτοδίκως – Διαδικασία διορισμού δικαστή στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης – Δικαστήριο συσταθέν σύμφωνα με τον νόμο – Αρχή του νόμιμου δικαστή»
Στην υπόθεση T‑639/16 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δεύτερο τμήμα) της 28ης Ιουνίου 2016, FV κατά Συμβουλίου (F‑40/15, EU:F:2016:137),
FV, πρώην υπάλληλος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενη από τον L. Levi, δικηγόρο,
αναιρεσείουσα,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τους J.‑B. Laignelot και M. Bauer,
καθού πρωτοδίκως,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (αναιρετικό τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Jaeger, Πρόεδρο, M. Prek, Δ. Γρατσία, Σ. Παπασάββα και A. Dittrich (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε δυνάμει του άρθρου 9 του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αναιρεσείουσα, FV, ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δεύτερο τμήμα) της 28ης Ιουνίου 2016, FV κατά Συμβουλίου (F‑40/15, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:F:2016:137), με την οποία το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απέρριψε την προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση της εκθέσεως αξιολογήσεώς της για το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου έως 31 Δεκεμβρίου 2013.
Ιστορικό της διαφοράς
2
Στις 14 Απριλίου 2014, η αναιρεσείουσα, FV, υπάλληλος τότε του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έλαβε σχέδιο εκθέσεως αξιολογήσεως για το 2013, το οποίο συνέταξε ο πρώτος βαθμολογητής. Στις 19 Απριλίου 2014, υπέβαλε παρατηρήσεις επί του σχεδίου αυτού, αμφισβητώντας ρητώς το περιεχόμενο του εν λόγω σχεδίου εκθέσεως αξιολογήσεως και ζητώντας την αναθεώρησή του. Στις 20 Μαΐου 2014, ο πρώτος βαθμολογητής απάντησε στις παρατηρήσεις της αναιρεσείουσας και επιβεβαίωσε την πρώτη εκτίμησή του. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την αναθεώρηση του σχεδίου εκθέσεως αξιολογήσεως. Ο δεύτερος βαθμολογητής, κατόπιν συνεντεύξεως με την αναιρεσείουσα, η οποία έγινε στις 10 Ιουνίου 2014, της κοινοποίησε, στις 26 Ιουνίου του ίδιου έτους, την απόφασή του με την οποία επικύρωνε τις εκτιμήσεις του πρώτου βαθμολογητή. Κατόπιν της γνώμης της επιτροπής εκθέσεων αξιολογήσεως, ενώπιον της οποίας προσέφυγε η αναιρεσείουσα, ο δεύτερος βαθμολογητής τροποποίησε το σχέδιο εκθέσεως αξιολογήσεως, το οποίο περιήλθε σε γνώση της αναιρεσείουσας στις 27 Νοεμβρίου 2014 (στο εξής: επίδικη έκθεση αξιολογήσεως).
Η πρωτοβάθμια διαδικασία, η σύνθεση του δικαστικού σχηματισμού και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
3
Με την απόφαση 2009/474/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 9ης Ιουνίου 2009, για τον διορισμό δικαστή στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 156, σ. 56), η I. Rofes i Pujol διορίστηκε δικαστής του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης για περίοδο έξι ετών, δηλαδή από την 1η Σεπτεμβρίου 2009 έως τις 31 Αυγούστου 2015.
4
Στις 3 Δεκεμβρίου 2013, ενόψει του διορισμού δύο δικαστών στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης για περίοδο έξι ετών, δηλαδή από την 1η Οκτωβρίου 2014 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2020, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2013, C 353, σ. 11) δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων. Η πρόσκληση αυτή προκηρύχθηκε στο πλαίσιο της επικείμενης λήξεως, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014, της θητείας δύο δικαστών του Γενικού Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, συγκεκριμένα των δικαστών S. Van Raepenbusch και H. Kreppel. Στη συνέχεια, η επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτός ίσχυε στην παρούσα υπόθεση (στο εξής: επιτροπή επιλογής), κατάρτισε κατάλογο έξι υποψηφίων (στο εξής: επίμαχος κατάλογος υποψηφίων).
5
Δεδομένου ότι το Συμβούλιο δεν προέβη σε διορισμό δικαστών στις θέσεις των δικαστών S. Van Raepenbusch και H. Kreppel, οι δικαστές αυτοί εξακολούθησαν να ασκούν τα καθήκοντά τους και μετά τη λήξη της θητείας τους, δηλαδή και μετά τις 30 Σεπτεμβρίου 2014, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά το οποίο κάθε δικαστής συνεχίζει να ασκεί τα καθήκοντά του μέχρι να αναλάβει καθήκοντα ο διάδοχός του. Η διάταξη αυτή είχε εφαρμογή στους δικαστές του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης δυνάμει του άρθρου 5, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος I του εν λόγω Οργανισμού, όπως ίσχυε στην παρούσα υπόθεση.
6
Με έγγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 9 Μαρτίου 2015, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή, η οποία πρωτοκολλήθηκε με αριθμό F‑40/15, με αίτημα την ακύρωση της επίμαχης εκθέσεως αξιολογήσεως.
7
Η υπόθεση F‑40/15 ανατέθηκε στο δεύτερο τμήμα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, αποτελούμενο από τον δικαστή H. Kreppel, τη δικαστή I. Rofes i Pujol και τον δικαστή K. Bradley.
8
Δεδομένου ότι δεν δημοσιεύθηκε καμία δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων ενόψει της λήξεως της θητείας της I. Rofes i Pujol στις 31 Αυγούστου 2015, η εν λόγω δικαστής εξακολούθησε να ασκεί τα καθήκοντά της και μετά την ημερομηνία αυτή, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στη σκέψη 5 ανωτέρω.
9
Στις 8 Οκτωβρίου 2015 διεξήχθη η πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Κατά την ημερομηνία αυτή, τη σύνθεση του δευτέρου τμήματος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης αποτελούσαν ο δικαστής H. Kreppel, η δικαστής I. Rofes i Pujol και ο δικαστής J. Svenningsen.
10
Με απόφαση του Συμβουλίου της 8ης Δεκεμβρίου 2015, η αναιρεσείουσα απομακρύνθηκε από τη θέση της προς το συμφέρον της υπηρεσίας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 42γ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μετά την απόρριψη της ενστάσεώς της κατά της αποφάσεως αυτής, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή ακυρώσεως, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της υποθέσεως T‑750/16, FV κατά Συμβουλίου (ΕΕ 2017, C 6, σ. 42), που εκκρεμεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
11
Στις 22 Μαρτίου 2016, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΕΕ, Ευρατόμ) 2016/454 του Συμβουλίου, για τον διορισμό τριών δικαστών στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2016, L 79, σ. 30), συγκεκριμένα του S. Van Raepenbusch, από την 1η Οκτωβρίου 2014, του J. Sant’Anna και του A. Kornezov, από την 1η Απριλίου 2016. Οι αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 6 της αποφάσεως αυτής έχουν ως εξής:
«(1)
Η θητεία δύο δικαστών του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης […] έχει λήξει από τις 30 Σεπτεμβρίου 2014 και η θητεία ενός ακόμη δικαστή έχει λήξει από τις 31 Αυγούστου 2015. Είναι, συνεπώς, αναγκαίο, σύμφωνα με το άρθρο 2 και το άρθρο 3 παράγραφος 1 του παραρτήματος I του […] Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης […], να διορισθούν τρεις δικαστές για την κάλυψη αυτών των κενών θέσεων εργασίας.
(2)
Έπειτα από δημόσια πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων που δημοσιεύτηκε το 2013 […] για τον διορισμό δύο δικαστών στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιτροπή που συγκροτήθηκε δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 3 του παραρτήματος I του [Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης] εξέδωσε γνώμη σχετικά με την επάρκεια των υποψηφίων για την άσκηση των καθηκόντων του δικαστή του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Η επιτροπή επιλογής συνόδευσε τη γνώμη της με κατάλογο έξι υποψηφίων οι οποίοι διαθέτουν την πλέον κατάλληλη υψηλού επιπέδου πείρα.
(3)
Μετά την πολιτική συμφωνία σχετικά με τη μεταρρύθμιση του δικαστικού αρχιτεκτονήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που οδήγησε στην έκδοση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/2422 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου […], το Δικαστήριο [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] υπέβαλε, στις 17 Νοεμβρίου 2015, πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη μεταβίβαση στο Γενικό Δικαστήριο […] της αρμοδιότητας εκδικάσεως σε πρώτο βαθμό των διαφορών μεταξύ της Ένωσης και των υπαλλήλων της, με ισχύ από την 1η Σεπτεμβρίου 2016.
(4)
Υπό τις συνθήκες αυτές, για λόγους χρονοδιαγράμματος, είναι σκόπιμο να μη δημοσιευθεί νέα δημόσια πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων, αλλά να αξιοποιηθεί ο κατάλογος των έξι υποψηφίων με την πλέον κατάλληλη υψηλού επιπέδου πείρα που καταρτίσθηκε από την επιτροπή επιλογής μετά τη δημόσια πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων η οποία δημοσιεύθηκε το 2013.
(5)
Συνεπώς, ενδείκνυται να διορισθούν δικαστές του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης τρία από τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στον εν λόγω κατάλογο, κατά τρόπον ώστε να διασφαλισθεί ισορροπημένη σύνθεση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης με την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών και όσον αφορά τα εκπροσωπούμενα εθνικά νομικά συστήματα. Τα τρία πρόσωπα στον εν λόγω κατάλογο που έχουν την πλέον κατάλληλη υψηλού επιπέδου εμπειρία είναι ο κ. Sean VAN RAEPENBUSCH, ο κ. João SANT'ANNA και ο κ. Alexander KORNEZOV. Ο κ. João SANT'ANNA και ο κ. Alexander KORNEZOV θα πρέπει να διοριστούν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας απόφασης. Δεδομένου ότι ο κ. Sean VAN RAEPENBUSCH ήταν ήδη δικαστής του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2014 και συνέχισε να ασκεί τα καθήκοντά του μέχρι την έκδοση απόφασης του Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 5 του [Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης], είναι σκόπιμο να διοριστεί για μια νέα θητεία από την επομένη της λήξης της προηγούμενης θητείας του.
(6)
Βάσει του άρθρου 2 του παραρτήματος I του [Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης], οι κενές θέσεις πρέπει να πληρούνται με τον διορισμό νέων δικαστών για περίοδο έξι ετών. Ωστόσο, με την εφαρμογή του προτεινόμενου κανονισμού για τη μεταβίβαση στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης της αρμοδιότητας εκδικάσεως σε πρώτο βαθμό των διαφορών μεταξύ της Ένωσης και των υπαλλήλων της, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν θα υφίσταται πλέον και η θητεία των τριών δικαστών που διορίζονται με την παρούσα απόφαση θα λήξει έτσι αυτοδικαίως την προηγούμενη ημέρα από εκείνη κατά την οποία θα εφαρμοστεί ο εν λόγω κανονισμός.»
12
Οι J. Sant’Anna και A. Kornezov ορκίστηκαν στις 13 Απριλίου 2016.
13
Με απόφαση της 14ης Απριλίου 2016 (ΕΕ 2016, C 146, σ. 11), το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης τοποθέτησε τους δικαστές K. Bradley, J. Sant’Anna και A. Kornezov στο δεύτερο τμήμα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης για την περίοδο από τις 14 Απριλίου έως τις 31 Αυγούστου 2016.
14
Με επιστολή της 19ης Απριλίου 2016, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ενημέρωσε τους διαδίκους ότι, λόγω της αποχωρήσεως από τον δικαστικό σχηματισμό δύο μελών οι οποίοι συμμετείχαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη στις 8 Οκτωβρίου 2015 (βλ. σκέψη 9 ανωτέρω), συγκεκριμένα του δικαστή H. Kreppel και της δικαστού I. Rofes i Pujol, αποφάσισε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας και τον ορισμό νέας ημερομηνίας για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως στις 12 Μαΐου 2016, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 27, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του Κανονισμού Διαδικασίας του.
15
Με επιστολή της 29ης Απριλίου 2016, η Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης ενημέρωσε τους διαδίκους για τη νέα σύνθεση του τμήματος.
16
Στις 12 Μαΐου 2016 διεξήχθη δεύτερη επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του δευτέρου τμήματος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, αποτελούμενου από τους δικαστές K. Bradley, J. Sant’Anna και A. Kornezov.
17
Η αναιρεσείουσα ζήτησε, πρωτοδίκως, από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:
–
να ακυρώσει την επίμαχη έκθεση αξιολογήσεως·
–
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
18
Το Συμβούλιο ζήτησε, πρωτοδίκως, από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:
–
να απορρίψει την προσφυγή·
–
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
19
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απέρριψε την προσφυγή πρωτοδίκως και καταδίκασε την νυν αναιρεσείουσα στα δικαστικά της έξοδα, καθώς και στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο. Στις σκέψεις 53 έως 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εξέτασε και απέρριψε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που προβλήθηκε πρωτοδίκως, ο οποίος αφορούσε πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Στις σκέψεις 99 έως 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εξέτασε και απέρριψε τον δεύτερο λόγο που προβλήθηκε πρωτοδίκως, ο οποίος αφορούσε παράβαση του καθήκοντος μέριμνας.
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
20
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Σεπτεμβρίου 2016, η αναιρεσείουσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
21
Στις 21 Δεκεμβρίου 2016, το Συμβούλιο κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως.
22
Στις 20 Ιανουαρίου 2017, η αναιρεσείουσα υπέβαλε αίτημα να της επιτραπεί να καταθέσει υπόμνημα απαντήσεως, το οποίο δέχθηκε ο πρόεδρος του αναιρετικού τμήματος. Στις 27 Μαρτίου 2017, η αναιρεσείουσα κατέθεσε το υπόμνημα απαντήσεως. Στις 10 Μαΐου 2017, το Συμβούλιο κατέθεσε υπόμνημα ανταπαντήσεως.
23
Στις 15 Νοεμβρίου 2017, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 28 του Κανονισμού Διαδικασίας και κατόπιν προτάσεως του αναιρετικού τμήματος, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να αναπέμψει την υπό κρίση υπόθεση ενώπιον του πενταμελούς τμήματος.
24
Στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας του άρθρου 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο ζήτησε από το Συμβούλιο να προσκομίσει τον επίμαχο κατάλογο υποψηφίων. Το Συμβούλιο συμμορφώθηκε προς το αίτημα αυτό εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
25
Κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή, και ελλείψει αιτήματος των διαδίκων να διεξαχθεί προφορική επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Γενικό Δικαστήριο (αναιρετικό τμήμα), κρίνοντας ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τα στοιχεία της δικογραφίας, αποφάσισε να αποφανθεί επί της αιτήσεως αναιρέσεως χωρίς προφορική διαδικασία, κατά το άρθρο 207, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του.
26
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
–
συνακόλουθα, να δεχθεί τα πρωτόδικα αιτήματά της και, ως εκ τούτου:
–
να ακυρώσει την επίμαχη έκθεση αξιολογήσεως·
–
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα·
–
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών.
27
Το Συμβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη·
–
να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
28
Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει τρεις λόγους. Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται από μη νόμιμη σύνθεση του δικαστικού σχηματισμού. Ο δεύτερος λόγος αφορά τις εκτιμήσεις του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης επί των οποίων αυτό στηρίχθηκε για να απορρίψει τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που προβλήθηκε πρωτοδίκως και που αφορούσε, αφενός, πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως και, αφετέρου, παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Ο τρίτος λόγος αφορά τις εκτιμήσεις του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης επί των οποίων αυτό στηρίχθηκε για να απορρίψει τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που προβλήθηκε πρωτοδίκως και που αφορούσε παράβαση του καθήκοντος μέριμνας.
29
Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η σύνθεση του δικαστικού σχηματισμού που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ήταν δεν ήταν νόμιμη. Το Συμβούλιο δεν μπορούσε, προκειμένου να διορίσει δικαστή στη θέση της δικαστού I. Rofes i Pujol, να επιλέξει υποψήφιο από τον επίμαχο κατάλογο υποψηφίων, ο οποίος είχε καταρτιστεί από την επιτροπή επιλογής κατόπιν της δημόσιας προσκλήσεως για υποβολή υποψηφιοτήτων που προκηρύχθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 2013. Η δημόσια αυτή πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων αφορούσε αποκλειστικά τις θέσεις των δικαστών S. Van Raepenbusch και H. Kreppel, οι θητείες των οποίων έληγαν στις 30 Σεπτεμβρίου 2014, και όχι τη θέση της δικαστού I. Rofes i Pujol, η οποία είχε διοριστεί για θητεία από την 1η Σεπτεμβρίου 2009 έως τις 31 Αυγούστου 2015. Ο κατάλογος αυτός δεν ήταν γενικός πίνακας επιτυχόντων. Το Συμβούλιο έπρεπε να τηρήσει το νομικό πλαίσιο που καθόρισε η δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων. Ο δικαστής που διορίστηκε στη θέση της δικαστού I. Rofes i Pujol είχε διοριστεί χωρίς προηγούμενη δημοσίευση δημόσιας προσκλήσεως για υποβολή υποψηφιοτήτων και, επομένως, δεν διορίστηκε νόμιμα. Ως εκ τούτου, κατά την αναιρεσείουσα, η δικαστής I. Rofes i Pujol θα έπρεπε να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά της και η σύνθεση του δικαστικού σχηματισμού υπό τον οποίο εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχει πλημμέλεια. Εξάλλου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 27, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Στο πλαίσιο αυτό, η αναιρεσείουσα προβάλλει επίσης ότι, με την έκδοση της αποφάσεως 2016/454, το Συμβούλιο δεν μπορούσε να τροποποιήσει τη διαδικασία για τον διορισμό δικαστή στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης που προβλέπεται στο παράρτημα I του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε στην παρούσα υπόθεση. Η διαδικασία αυτή μπορούσε να τροποποιηθεί μόνο δυνάμει του άρθρου 281 ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
30
Το Συμβούλιο αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά. Ο δικαστικός σχηματισμός δεν ήταν πλημμελής. Η απόφαση 2016/454 δεν ήταν παράνομη. Αντίθετα με όσα προβάλλει η αναιρεσείουσα, το Συμβούλιο ορθώς χρησιμοποίησε τον επίμαχο κατάλογο. Το Συμβούλιο δεν ήταν υποχρεωμένο να προκηρύσσει νέα δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων κάθε φορά που έπρεπε να καλυφθεί κενή θέση στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης. Σύμφωνα με γνωστή πρακτική και άλλων διεθνών δικαστηρίων, υπήρχε δυνατότητα να καταρτιστεί πίνακας επιτυχόντων οι οποίοι μπορούσαν να διοριστούν όταν θα προέκυπτε κενή θέση. Επομένως, το Συμβούλιο μπορούσε να επιλέξει από τον επίμαχο κατάλογο για τον διορισμό δικαστή στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, χωρίς προηγούμενη δημοσίευση νέας προκηρύξεως θέσεως. Για όσο διάστημα υπήρχε επαρκής αριθμός επιτυχόντων στον κατάλογο αυτόν, το Συμβούλιο μπορούσε να επιλέξει από τον κατάλογο αυτόν ή να δημοσιεύσει νέα δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων. Το Συμβούλιο διέθετε συναφώς διακριτική ευχέρεια. Προς τούτο, δεν συνιστούσε εμπόδιο ούτε η απόφαση 2004/752/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 2ας Νοεμβρίου 2004, για την ίδρυση Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2004, L 333, σ. 7), ούτε η προηγούμενη πρακτική του. Αντιθέτως προς όσα προβάλλει η αναιρεσείουσα, το Συμβούλιο δεν παρέβη ούτε τροποποίησε το παράρτημα I του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε στην παρούσα υπόθεση.
31
Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, η αναιρεσείουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από δικαστικό σχηματισμό που δεν είχε συσταθεί νομίμως, λόγω του ότι η διαδικασία διορισμού ενός εκ των δικαστών που μετείχαν στον σχηματισμό αυτόν ενείχε πλημμέλεια. Στο πλαίσιο αυτό, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η διαδικασία διορισμού του δικαστή που διορίστηκε στη θέση της δικαστού I. Rofes i Pujol δεν ήταν νόμιμη.
32
Λαμβανομένων υπόψη των επιχειρημάτων αυτών, πρέπει να εξεταστεί, σε πρώτο στάδιο, εάν ο δικαστής τον οποίο αφορούν τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας (στο εξής: δικαστής που κατέλαβε την επίμαχη θέση) μετείχε στο τμήμα που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σε δεύτερο στάδιο, εάν η διαδικασία διορισμού του δικαστή αυτού ενείχε πλημμέλειες και, ενδεχομένως, σε τρίτο στάδιο, ποια ήταν η επίπτωση της πλημμέλειας αυτής στη νομιμότητα της συνθέσεως του εν λόγω τμήματος.
33
Κατ’ αρχάς, πρέπει να εξεταστεί εάν ο δικαστής που κατέλαβε την επίμαχη θέση μετείχε στο δεύτερο τμήμα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
34
Στο πλαίσιο αυτό, πρώτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όταν εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στη σύνθεση του δευτέρου τμήματος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης μετείχαν οι δικαστές K. Bradley, J. Sant’Anna και A. Kornezov (βλ. σκέψεις 13 και 16 ανωτέρω).
35
Δεύτερον, επισημαίνεται ότι ο δικαστής K. Bradley δεν διορίστηκε δικαστής στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης με την απόφαση 2016/454 και δεν μπορεί επομένως να είναι ο δικαστής που κατέλαβε την επίμαχη θέση. Αντιθέτως, οι δικαστές J. Sant’Anna και A. Kornezov διορίστηκαν στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης με την απόφαση αυτή.
36
Τρίτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι τρεις υποψήφιοι που διορίστηκαν δικαστές στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης με την απόφαση 2016/454 είναι οι S. Van Raepenbusch, J. Sant’Anna και A. Kornezov. Όπως προκύπτει από το διατακτικό και από την αιτιολογική σκέψη 5 της αποφάσεως 2016/454, ο S. Van Raepenbusch ήταν ο πρώτος επιτυχών που διορίστηκε από το Συμβούλιο και τοποθετήθηκε στη θέση του για νέα θητεία αρχόμενη από την επομένη της λήξεως της προηγούμενης θητείας του, δηλαδή την 1η Οκτωβρίου 2014. Επομένως, ο S. Van Raepenbusch δεν διορίστηκε στη θέση της δικαστού I. Rofes i Pujol και, ως εκ τούτου, δεν είναι ο δικαστής που κατέλαβε την επίμαχη θέση.
37
Τέταρτον, επισημαίνεται ότι οι δύο άλλοι επιτυχόντες που διορίστηκαν δικαστές στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης με την απόφαση 2016/454 είναι οι Sant’Anna και Kornezov, συνεπώς ο ένας από τους δύο είναι ο δικαστής που κατέλαβε την επίμαχη θέση. Και οι δύο αυτοί δικαστές μετείχαν στο δεύτερο τμήμα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
38
Επομένως, συνάγεται ότι ο δικαστής που κατέλαβε την επίμαχη θέση μετείχε στη σύνθεση του δευτέρου τμήματος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
39
Στη συνέχεια, πρέπει να εξεταστούν τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας με τα οποία επιχειρεί να αποδείξει ότι η διαδικασία διορισμού του δικαστή που κατέλαβε την επίμαχη θέση ενείχε πλημμέλεια.
40
Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 257, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, τα μέλη των ειδικευμένων δικαστηρίων επιλέγονται μεταξύ προσώπων που παρέχουν πλήρη εγγύηση ανεξαρτησίας και έχουν την απαιτούμενη ικανότητα για την άσκηση δικαστικών καθηκόντων. Διορίζονται από το Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει ομοφώνως.
41
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε στην παρούσα υπόθεση, οι κενές θέσεις πληρούνταν με τον διορισμό νέων δικαστών στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης για περίοδο έξι ετών.
42
Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε στην παρούσα υπόθεση, οι δικαστές διορίζονταν από το Συμβούλιο, με απόφαση που λαμβανόταν σύμφωνα με το άρθρο 257, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή επιλογής. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του παραρτήματος αυτού, κατά τον διορισμό των δικαστών το Συμβούλιο μεριμνά ούτως ώστε να είναι ισορροπημένη η σύνθεση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και να στηρίζεται στην ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών και όσον αφορά τα εκπροσωπούμενα νομικά συστήματα.
43
Όπως προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε στην παρούσα υπόθεση, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει την υπηκοότητα της Ένωσης και πληροί τις προβλεπόμενες στο άρθρο 257, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προϋποθέσεις μπορούσε να υποβάλει την υποψηφιότητά του. Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του παραρτήματος αυτού, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας κατόπιν συστάσεως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όριζε τις διαδικασίες υποβολής και εξέτασης των υποψηφιοτήτων.
44
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε στην παρούσα υπόθεση, η επιτροπή επιλογής εξέφερε γνώμη όσον αφορά την επάρκεια των υποψηφίων για την άσκηση των καθηκόντων του δικαστή του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και συνόδευε τη γνώμη αυτή με κατάλογο υποψηφίων οι οποίοι διέθεταν την πλέον κατάλληλη υψηλού επιπέδου πείρα. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 4, τρίτη περίοδος, του παραρτήματος αυτού, ο εν λόγω κατάλογος έπρεπε να περιλαμβάνει αριθμό υποψηφίων τουλάχιστον διπλάσιο του αριθμού των δικαστών που επρόκειτο να διορισθούν από το Συμβούλιο.
45
Ακριβώς υπό το πρίσμα των διατάξεων αυτών πρέπει να εξεταστεί το επιχείρημα της αναιρεσείουσας σύμφωνα με το οποίο η διαδικασία διορισμού του δικαστή που κατέλαβε την επίμαχη θέση ενείχε πλημμέλεια, λόγω του ότι το Συμβούλιο διόρισε τον δικαστή αυτόν στη θέση της δικαστού I. Rofes i Pujol επιλέγοντάς τον από τον επίμαχο κατάλογο υποψηφίων, ενώ ο κατάλογος αυτός δεν είχε καταρτιστεί για τον διορισμό δικαστή στη θέση αυτή.
46
Συναφώς, πρώτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ακόμη και όταν το θεσμικό όργανο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τον διορισμό υποψηφίου, η ευρεία αυτή εξουσία εκτιμήσεως πρέπει να ασκείται τηρώντας κατά τον πληρέστερο δυνατό τρόπο όλες τις συναφείς διατάξεις, δηλαδή όχι μόνον τις διατάξεις της προκηρύξεως θέσεως, αλλά και ενδεχόμενους κανόνες διαδικασίας που διέπουν την εκ μέρους του οργάνου άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως. Επομένως, η προκήρυξη θέσεως και οι εφαρμοστέοι επί της διαδικασίας διορισμού κανόνες αποτελούν τμήμα του νομικού πλαισίου το οποίο οφείλει το θεσμικό όργανο να τηρεί αυστηρώς κατά την άσκηση της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Tzirani κατά Επιτροπής, T‑88/04, EU:T:2006:186, σκέψη 78, και της 11ης Ιουλίου 2007, Κονιδάρης κατά Επιτροπής, T‑93/03, EU:T:2007:209, σκέψη 121).
47
Η αρχή αυτή είχε επίσης εφαρμογή στο πλαίσιο της διαδικασίας διορισμού δικαστή στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, όταν το Συμβούλιο διόριζε δικαστή επιλέγοντας από τον κατάλογο υποψηφίων που είχε καταρτίσει κατόπιν δημόσιας προσκλήσεως για υποβολή υποψηφιοτήτων.
48
Επομένως, το Συμβούλιο ήταν υποχρεωμένο να τηρήσει όχι μόνο το νομικό πλαίσιο που συνιστούσαν οι διατάξεις που διαλαμβάνονται στις σκέψεις 40 έως 44 ανωτέρω, αλλά και το νομικό πλαίσιο που έθετε η δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων της 3ης Δεκεμβρίου 2013 (βλ. σκέψη 4 ανωτέρω).
49
Όμως, όπως προκύπτει από την εν λόγω δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων, η πρόσκληση αυτή προκηρύχθηκε για τον διορισμό δύο δικαστών στις θέσεις των δικαστών S. Van Raepenbusch και H. Kreppel, και όχι για τον διορισμό τρίτου δικαστή στη θέση της δικαστού I. Rofes i Pujol.
50
Επομένως, ο κατάλογος που καταρτίστηκε κατόπιν της δημόσιας προσκλήσεως για υποβολή υποψηφιοτήτων της 3ης Δεκεμβρίου 2013 μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο για την πλήρωση των κενών θέσεων των δικαστών S. Van Raepenbusch και H. Kreppel.
51
Κατά συνέπεια, χρησιμοποιώντας τον κατάλογο αυτόν για την πλήρωση της τρίτης κενής θέσης που κατείχε η I. Rofes i Pujol, το Συμβούλιο παρέβη το νομικό πλαίσιο που θέσπισε η δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων της 3ης Δεκεμβρίου 2013. Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το διατακτικό της αποφάσεως 2016/454 και της αιτιολογικής σκέψης 5, το Συμβούλιο διόρισε ως δικαστές στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, πρώτον, τον S. Van Raepenbusch, δεύτερον, τον J. Sant’Anna και, τρίτον, τον A. Kornezov. Όμως, μολονότι το Συμβούλιο νομίμως μπορούσε να επιλέξει υποψήφιο από τον κατάλογο αυτόν για τους δύο πρώτους διορισμούς, δεν μπορούσε εντούτοις νομίμως να πράξει το ίδιο για τον τρίτο διορισμό.
52
Δεύτερον, διαπιστώνεται ότι η χρησιμοποίηση, για την πλήρωση της κενής θέσης της I. Rofes i Pujol, του επίμαχου καταλόγου υποψηφίων, τον οποίο είχε καταρτίσει η επιτροπή επιλογής για τον διορισμό δύο δικαστών στις θέσεις των δικαστών S. Van Raepenbusch και H. Kreppel για περίοδο έξι ετών αρχόμενη από την 1η Οκτωβρίου 2014, δεν ήταν σύμφωνη με τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία διορισμού των δικαστών στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης οι οποίοι διαλαμβάνονται στις σκέψεις 40 έως 44 ανωτέρω.
53
Στο πλαίσιο αυτό, αφενός, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 4, τρίτη περίοδος, του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο κατάλογος υποψηφίων έπρεπε να περιλαμβάνει αριθμό υποψηφίων διπλάσιο του αριθμού των δικαστών που επρόκειτο να διορισθούν από το Συμβούλιο. Συνεπώς, η δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων προκειμένου να καταρτιστεί ο κατάλογος αυτός έπρεπε να προσδιορίζει τις κενές θέσεις. Η δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων της 3ης Δεκεμβρίου 2013 περιοριζόταν στις κενές θέσεις των δικαστών S. Van Raepenbusch και H. Kreppel και δεν αφορούσε τη θέση της I. Rofes i Pujol.
54
Αφετέρου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε στην παρούσα υπόθεση, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει την υπηκοότητα της Ένωσης, παρέχει κάθε εγγύηση ανεξαρτησίας και διαθέτει την απαιτούμενη για την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων ικανότητα μπορούσε να υποβάλει την υποψηφιότητά του. Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, του εν λόγω παραρτήματος, ο κατάλογος που καταρτίζει η επιτροπή επιλογής έπρεπε να προσδιορίζει τους υποψήφιους που διέθεταν την πλέον κατάλληλη υψηλού επιπέδου πείρα. Κατά συνέπεια, ένας από τους σκοπούς που επιδίωκαν οι διατάξεις αυτές ήταν να παράσχει σε όλους τους επιλέξιμους υποψήφιους τη δυνατότητα να υποβάλουν την υποψηφιότητά τους, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονταν στον κατάλογο υποψηφίων που καταρτίζει η επιτροπή επιλογής ήταν αυτοί που διέθεταν την πλέον κατάλληλη υψηλού επιπέδου πείρα.
55
Επομένως, προσέγγιση η οποία δεν διασφαλίζει πλήρως τον σκοπό αυτόν δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι σύμφωνη με τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία διορισμού των δικαστών στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης.
56
Συναφώς, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η χρησιμοποίηση του επίμαχου καταλόγου υποψηφίων, ο οποίος είχε καταρτιστεί για την κάλυψη των κενών θέσεων των δικαστών S. Van Raepenbusch και H. Kreppel, να είχε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό ορισμένων δυνητικών υποψηφίων, δηλαδή εκείνων που δεν είχαν συμμετάσχει στη δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων για τις θέσεις αυτές, αλλά θα ήταν διατεθειμένοι να υποβάλουν υποψηφιότητα για τη θέση της δικαστού I. Rofes i Pujol. Όσον αφορά αυτούς τους ενδεχόμενους υποψήφιους, αφενός, πρέπει να τονιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε στην παρούσα υπόθεση, κατά τον διορισμό των δικαστών, το Συμβούλιο όφειλε να μεριμνά ούτως ώστε να είναι ισορροπημένη η σύνθεση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και να στηρίζεται στην ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών και όσον αφορά τα εκπροσωπούμενα εθνικά νομικά συστήματα. Ενόψει των κριτηρίων τα οποία όφειλε να τηρεί το Συμβούλιο στο πλαίσιο της επιλογής του, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, λαμβανομένης υπόψη της τηρήσεως της γεωγραφικής ισορροπίας, οι νομικοί ορισμένων κρατών μελών, π.χ. οι Ισπανοί πολίτες, να αποφάσισαν να μη συμμετάσχουν στη δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων όσον αφορά τις θέσεις των δικαστών S. Van Raepenbusch και H. Kreppel, διότι υπήρχε ήδη μέλος ισπανικής ιθαγένειας στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, δηλαδή η δικαστής I. Rofes i Pujol. Αφετέρου, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι επιλέξιμοι δυνητικοί υποψήφιοι που διέθεταν τη σχετική πείρα να αποφάσισαν, για θεμιτούς λόγους, να μην υποβάλουν υποψηφιότητα για θητεία αρχόμενη την 1η Οκτωβρίου 2014, αλλά να ήταν διατεθειμένοι να την υποβάλουν για θητεία αρχόμενη την 1η Σεπτεμβρίου 2015.
57
Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά τον χρόνο που προκηρύχθηκε η δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων της 3ης Δεκεμβρίου 2013 για τον διορισμό δύο δικαστών στις θέσεις των δικαστών S. Van Raepenbusch και H. Kreppel, οι ενδεχόμενοι υποψήφιοι για τη θέση της δικαστού I. Rofes i Pujol δεν μπορούσαν να προβλέψουν ότι ο κατάλογος που κατάρτισε η επιτροπή επιλογής επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια για την πλήρωση της κενής θέσης της δικαστού I. Rofes i Pujol.
58
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, συνάγεται ότι η επίδικη διαδικασία διορισμού δικαστή ήταν πλημμελής, όχι μόνον επειδή το Συμβούλιο δεν τήρησε το νομικό πλαίσιο που θέσπισε η δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων της 3ης Δεκεμβρίου 2013, αλλά και διότι η προσέγγιση του Συμβουλίου δεν ήταν σύμφωνη με τους κανόνες που διέπουν τον διορισμό δικαστή στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης και οι οποίοι διαλαμβάνονται στις σκέψεις 40 έως 44 ανωτέρω.
59
Κανένα από τα επιχειρήματα που προβάλλει το Συμβούλιο δεν είναι ικανό να κλονίσει το συμπέρασμα αυτό.
60
Πρώτον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα του Συμβουλίου ότι πληρούνταν η προϋπόθεση που προβλεπόταν στο άρθρο 3, παράγραφος 4, τρίτη περίοδος, του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε στην παρούσα υπόθεση, κατά την οποία ο κατάλογος έπρεπε να προβλέπει αριθμό υποψηφίων τουλάχιστον διπλάσιο του αριθμού των δικαστών που επρόκειτο να διορισθούν από το Συμβούλιο, εφόσον στον κατάλογο αυτόν περιλαμβάνονταν τα ονόματα έξι υποψηφίων. Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι δεν επρόκειτο για τη μόνη προϋπόθεση που έπρεπε να πληρούται στο πλαίσιο της διαδικασίας διορισμού δικαστή στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης.
61
Δεύτερον, στον βαθμό που το Συμβούλιο προβάλλει ότι διέθετε ευρεία διακριτική εξουσία, υπενθυμίζεται ότι η εξουσία αυτή δεν του παρείχε τη δυνατότητα να αποστεί ούτε από το νομικό πλαίσιο που έθεσε η δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων της 3ης Δεκεμβρίου 2013 ούτε από τις διατάξεις που διέπουν τη διαδικασία διορισμού δικαστή στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης οι οποίες διαλαμβάνονται στις σκέψεις 40 έως 44 ανωτέρω.
62
Τρίτον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα του Συμβουλίου κατά το οποίο αυτό δεν δεσμεύεται από την προηγούμενη πρακτική του. Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι οι εκτιμήσεις που παρατίθενται στις σκέψεις 33 έως 58 ανωτέρω δεν στηρίζονται στη σύγκριση της προσεγγίσεως του Συμβουλίου για τον διορισμό του δικαστή που κατέλαβε την επίμαχη θέση με την προηγούμενη πρακτική του, αλλά στη διαπίστωση ότι η προσέγγιση αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο.
63
Τέταρτον, το Συμβούλιο προβάλλει επιχειρήματα για να αποδείξει ότι, κατ’ εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, νομίμως μπορούσε να καταρτίσει πίνακα επιτυχόντων που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την πλήρωση των κενών θέσεων δικαστών στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης. Συναφώς, αρκεί η παρατήρηση ότι, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν το Συμβούλιο μπορούσε νομίμως να καταρτίσει έναν τέτοιο πίνακα, αλλά μάλλον εάν μπορούσε νομίμως να καλύψει την κενή θέση της δικαστού I. Rofes i Pujol διορίζοντας υποψήφιο από κατάλογο που δεν είχε καταρτιστεί για τον σκοπό αυτόν. Επομένως, το επιχείρημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί, χωρίς να απαιτείται να δοθεί απάντηση στο κατά πόσον το Συμβούλιο μπορούσε νομίμως να καταρτίσει έναν τέτοιο πίνακα επιτυχόντων.
64
Κατά συνέπεια, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η διαδικασία διορισμού του δικαστή που κατέλαβε την επίμαχη θέση ενείχε πλημμέλεια και ότι επιπλέον δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, εάν είχε προκηρυχθεί δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων για την κάλυψη της θέσης της δικαστού I. Rofes i Pujol, να είχαν υποβάλει υποψηφιότητα υποψήφιοι που δεν συμμετείχαν στη δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων της 3ης Δεκεμβρίου 2013 και, στην περίπτωση αυτή, να ήταν διαφορετική η επιλογή της επιτροπής επιλογής. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι διαπιστωθείσες πλημμέλειες να είχαν επίπτωση στην απόφαση διορισμού του δικαστή που κατέλαβε την επίμαχη θέση στη θέση της δικαστού I. Rofes i Pujol.
65
Επομένως, σε τρίτο στάδιο, πρέπει να εξεταστεί αν οι πλημμέλειες που ενείχε η διαδικασία διορισμού του δικαστή που κατέλαβε την επίμαχη θέση είναι ικανές να κλονίσουν τη νομιμότητα της συνθέσεως του δευτέρου τμήματος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
66
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, εάν ανακύψει αμφισβήτηση ως προς τη νομιμότητα της συνθέσεως του σχηματισμού του δικαστηρίου το οποίο έκρινε πρωτοδίκως η οποία δεν είναι προδήλως αβάσιμη, το αναιρετικό δικαστήριο οφείλει να εξετάσει τη νομιμότητα της εν λόγω συνθέσεως. Πράγματι, λόγος αντλούμενος από πλημμέλεια του δικαστικού σχηματισμού αποτελεί λόγο δημοσίας τάξεως, ο οποίος πρέπει να ερευνάται αυτεπαγγέλτως, ακόμη και στην περίπτωση που η πλημμέλεια αυτή δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 1ης Ιουλίου 2008, Chronopost και La Poste κατά UFEX κ.λπ., C‑341/06 P και C‑342/06 P, EU:C:2008:375, σκέψεις 44 έως 50).
67
Όπως προκύπτει από το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μία από τις απαιτήσεις της συνθέσεως του δικαστικού σχηματισμού είναι ότι τα δικαστήρια πρέπει να είναι ανεξάρτητα και αμερόληπτα και να έχουν συσταθεί νομίμως.
68
Από την απαίτηση αυτή, η οποία έχει την έννοια ότι η σύνθεση του δικαστηρίου και οι αρμοδιότητές του πρέπει να έχουν οριστεί εκ των προτέρων με νόμο, απορρέει η αρχή του νόμιμου δικαστή, σκοπός της οποίας είναι η εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας από την εκτελεστική (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Strack κατά Επιτροπής, T‑199/11 P, EU:T:2012:691, σκέψη 22).
69
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, στον βαθμό που ο εν λόγω Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), η έννοια και η εμβέλεια των δικαιωμάτων αυτών είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση.
70
Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 52, παράγραφος 7, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, κατά την ερμηνεία των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, ο δικαστής της Ένωσης πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις επεξηγήσεις οι οποίες έχουν εκπονηθεί με σκοπό την παροχή κατευθύνσεων για την ερμηνεία του (ΕΕ 2007, C 303, σ. 17). Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, οι επεξηγήσεις αυτές διευκρινίζουν:
«Στο δίκαιο της Ένωσης, το δικαίωμα δίκαιης δίκης δεν ισχύει μόνο επί αμφισβητήσεων για δικαιώματα και υποχρεώσεις αστικής φύσεως. Αποτελεί μια από τις συνέπειες του γεγονότος ότι η Ένωση είναι κοινότητα δικαίου, όπως το διαπίστωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 294/83, “Les Verts” κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, Συλλογή 1986, σ. 1339). Ωστόσο, εκτός από το πεδίο εφαρμογής τους, οι εγγυήσεις που προσφέρει η ΕΣΔΑ εφαρμόζονται κατά παρεμφερή τρόπο στην Ένωση.»
71
Κατά συνέπεια, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, πρέπει να ληφθεί υπόψη η εγγύηση που κατοχυρώνεται με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της ΕΣΔΑ, το οποίο προβλέπει επίσης την αρχή του νόμιμου δικαστή.
72
Κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ), η αρχή του νόμιμου δικαστή που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της ΕΣΔΑ αντανακλά την αρχή του κράτους δικαίου, από την οποία απορρέει ότι το δικαστικό όργανο πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με τη βούληση του νομοθέτη (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του ΕΔΔΑ της 27ης Οκτωβρίου 2009, Pandjikidzé κ.λπ. κατά Γεωργίας, EU:ECHR:2009:1027JUD003032302, σκέψη 103, και της 20ής Οκτωβρίου 2009, Gorguiladzé κατά Γεωργίας, EU:ECHR:2009:1020JUD000431304, σκέψη 67).
73
Επομένως, κατά το ΕΔΔΑ, το δικαστήριο πρέπει να συγκροτείται σύμφωνα με τη νομοθεσία για τη σύσταση και την αρμοδιότητα των δικαστικών οργάνων και σύμφωνα με κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, η μη τήρηση της οποίας καθιστά πλημμελή τη συμμετοχή ενός ή περισσοτέρων δικαστών στην εξέταση της υποθέσεως. Πρόκειται, ιδίως, για τις διατάξεις σχετικά με τη θητεία, το ασυμβίβαστο και την εξαίρεση των δικαστών (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του ΕΔΔΑ της 27ης Οκτωβρίου 2009, Pandjikidzé κ.λπ. κατά Γεωργίας, EU:ECHR:2009:1027JUD003032302, σκέψη 104, και της 20ής Οκτωβρίου 2009, Gorguiladzé κατά Γεωργίας, EU:ECHR:2009:1020JUD000431304, σκέψη 68).
74
Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η αρχή του νόμιμου δικαστή επιτάσσει να τηρούνται οι διατάξεις που διέπουν τη διαδικασία διορισμού των δικαστών (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του ΕΔΔΑ της 9ης Ιουλίου 2009, Ilatovskiy κατά Ρωσίας, EU:ECHR:2009:0709JUD000694504, σκέψεις 40 και 41).
75
Συγκεκριμένα, είναι σημαντικό όχι μόνο να είναι ανεξάρτητοι και αμερόληπτοι οι δικαστές, αλλά αυτό να προκύπτει και από τη διαδικασία διορισμού τους. Για τον λόγο αυτόν οι κανόνες για τον διορισμό δικαστή πρέπει να τηρούνται αυστηρά. Διαφορετικά, θα υπήρχε κίνδυνος να υπονομευθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών και του κοινού στην ανεξαρτησία και την αμεροληψία των δικαστηρίων (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΖΕΣ της 14ης Φεβρουαρίου 2017, Pascal Nobile κατά DAS Rechtsschutz-Versicherungs, E‑21/16, σκέψη 16).
76
Με γνώμονα αυτές τις αρχές πρέπει να εξεταστεί εάν οι πλημμέλειες που ενέχει η διαδικασία διορισμού του δικαστή που κατέλαβε την επίμαχη θέση μπορούν να έχουν επίπτωση στη νομιμότητα της συνθέσεως του δευτέρου τμήματος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
77
Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 6 της αποφάσεως 2016/454, οι οποίες παρατίθενται στη σκέψη 11 ανωτέρω, το Συμβούλιο είχε πλήρη επίγνωση του ότι ο επίμαχος κατάλογος υποψηφίων δεν είχε καταρτιστεί για τον διορισμό δικαστή στη θέση της I. Rofes i Pujol. Εντούτοις, αποφάσισε να τον χρησιμοποιήσει για τον σκοπό αυτόν. Από την ίδια την πράξη διορισμού προκύπτει συνεπώς ότι το Συμβούλιο απέστη σκόπιμα από το νομικό πλαίσιο που έθετε η δημόσια πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων της 3ης Δεκεμβρίου 2013 και από τους κανόνες που διέπουν τον διορισμό των δικαστών στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης.
78
Υπό τις συνθήκες αυτές, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της τηρήσεως των κανόνων που διέπουν τον διορισμό δικαστή για την εμπιστοσύνη των πολιτών και του κοινού στην ανεξαρτησία και την αμεροληψία των δικαστηρίων, ο δικαστής που κατέλαβε την επίμαχη θέση δεν μπορεί να θεωρηθεί νόμιμος δικαστής κατά την έννοια του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
79
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται μη νόμιμη σύνθεση του δευτέρου τμήματος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
80
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξεταστούν ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως.
Επί της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής
81
Κατά το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2016/1192 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, για τη μεταβίβαση στο Γενικό Δικαστήριο της αρμοδιότητας εκδικάσεως σε πρώτο βαθμό των διαφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπαλλήλων της (ΕΕ 2016, L 200, σ. 137), εάν το Γενικό Δικαστήριο αναιρέσει απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και κρίνει ότι η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση, παραπέμπει την υπόθεση σε τμήμα διαφορετικό από εκείνο που αποφάνθηκε επί της αιτήσεως αναιρέσεως.
82
Εν προκειμένω, η προσφυγή δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση. Συγκεκριμένα, αφενός, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε διαπιστώσεις περί των πραγματικών περιστατικών που έχουν γίνει από δικαστικό σχηματισμό του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης ο οποίος συστάθηκε πλημμελώς και, αφετέρου, δεν είναι αρμόδιο, στο πλαίσιο των καθηκόντων του ως αναιρετικού δικαστηρίου, να προβεί σε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
83
Επομένως, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί σε τμήμα του Γενικού Δικαστηρίου διαφορετικό από το τμήμα που αποφάνθηκε επί της αιτήσεως αναιρέσεως, προκειμένου να αποφανθεί σε πρώτο βαθμό επί της προσφυγής που άσκησε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης.
Επί των δικαστικών εξόδων
84
Δεδομένου ότι η υπόθεση αναπέμπεται ενώπιον άλλου τμήματος, το Γενικό Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (αναιρετικό τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Αναιρεί την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δεύτερο τμήμα) της 28ης Ιουνίου 2016, FV κατά Συμβουλίου (F‑40/15).
2)
Αναπέμπει την υπόθεση σε τμήμα του Γενικού Δικαστηρίου διαφορετικό από εκείνο που αποφάνθηκε επί της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως.
3)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Jaeger
Prek
Γρατσίας
Παπασάββας
Dittrich
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 23 Ιανουαρίου 2018.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.