ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 5ης Σεπτεμβρίου 2018 ( *1 )
«Υπαλληλική υπόθεση – Πρόσληψη – Γενικός διαγωνισμός – Προκήρυξη διαγωνισμού EPSO/AD/303/15 (AD 7) – Έλεγχος από την EPSO των όρων επιλεξιμότητας για συμμετοχή στον διαγωνισμό – Επαγγελματική πείρα μικρότερης διάρκειας από την ελάχιστη απαιτούμενη – Φύση του ελέγχου του όρου συμμετοχής ο οποίος αφορά την επαγγελματική πείρα – Υποχρέωση αιτιολόγησης – Προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού – Ίση μεταχείριση»
Στην υπόθεση T-671/16,
Vincent Villeneuve, κάτοικος Μονπελιέ (Γαλλία), εκπροσωπούμενος από τον C. Mourato, δικηγόρο,
προσφεύγων,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον G. Gattinara και την L. Radu Bouyon,
καθής,
με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής της 5ης Νοεμβρίου 2015, με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητα του προσφεύγοντος για τον γενικό διαγωνισμό βάσει τίτλων και εξετάσεων EPSO/AD/303/15 – Αναπτυξιακή συνεργασία και διαχείριση βοήθειας προς χώρες εκτός ΕΕ (AD 7),
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους H. Kanninen (εισηγητή), πρόεδρο, J. Schwarcz και Κ. Ηλιόπουλο, δικαστές,
γραμματέας: G. Predonzani, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 8ης Νοεμβρίου 2017,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Η προκήρυξη του γενικού διαγωνισμού βάσει τίτλων και εξετάσεων EPSO/AD/303/15 – Αναπτυξιακή συνεργασία και διαχείριση βοήθειας προς χώρες εκτός ΕΕ (AD 7) (ΕΕ 2015, C 150 A, σ. 1, στο εξής: προκήρυξη διαγωνισμού), περιείχε τέσσερις χωριστές ενότητες οι οποίες επιγράφονταν, αντιστοίχως, «Φύση των καθηκόντων», «Όροι συμμετοχής στον διαγωνισμό», «Διαδικασία επιλογής» και «Τρόπος και προθεσμία υποβολής των αιτήσεων υποψηφιότητας».
2
Στην ενότητα «Όροι συμμετοχής στον διαγωνισμό» αναφερόταν ότι, κατά την ημερομηνία επικύρωσης της υποψηφιότητάς τους, οι υποψήφιοι έπρεπε να πληρούν όλους τους «γενικούς όρους» και τους «ειδικούς όρους», οι οποίοι αφορούσαν τις γλώσσες, τους τίτλους σπουδών και την επαγγελματική πείρα.
3
Σύμφωνα με τους όρους οι οποίοι αφορούσαν τους τίτλους σπουδών και την επαγγελματική πείρα του υποψηφίου, απαιτούνταν:
«Πλήρεις πανεπιστημιακές σπουδές τουλάχιστον 4 ετών πιστοποιούμενες από δίπλωμα (πτυχίο) και επαγγελματική πείρα τουλάχιστον 6 ετών στον τομέα του διαγωνισμού, μετά την απόκτηση του τίτλου σπουδών
ή
Πλήρεις πανεπιστημιακές σπουδές τουλάχιστον 3 ετών πιστοποιούμενες από δίπλωμα (πτυχίο), και επαγγελματική πείρα τουλάχιστον 7 ετών στον τομέα του διαγωνισμού, μετά την απόκτηση του διπλώματος/πτυχίου».
4
Στην ενότητα «Διαδικασία επιλογής» της προκήρυξης του διαγωνισμού, στο σημείο 1, με τίτλο «Δοκιμασίες πολλαπλής επιλογής (MCQ) με χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή», αναφερόταν ότι οι υποψήφιοι που έχουν επικυρώσει την αίτησή τους υποψηφιότητας θα καλούνταν να υποβληθούν σε σειρά δοκιμασιών πολλαπλής επιλογής (MCQ) και ότι η αποτυχία στις εν λόγω δοκιμασίες συνεπαγόταν αποκλεισμό. Το σημείο 2 της εν λόγω ενότητας, το οποίο επιγραφόταν «Επιλογή βάσει τίτλων», είχε ως εξής:
«Πρώτον, οι απαιτήσεις επιλεξιμότητας ελέγχονται με βάση τα στοιχεία που περιέχονται στην ηλεκτρονική αίτηση των υποψηφίων. Υπάρχουν δύο πιθανές περιπτώσεις:
Εάν έχουν αρχικά διοργανωθεί δοκιμασίες πολλαπλής επιλογής (MCQ) με χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, οι φάκελοι των υποψηφίων ελέγχονται ως προς την επιλεξιμότητά τους κατά φθίνουσα σειρά της βαθμολογίας που έχουν επιτύχει, έως ότου ο αριθμός των επιλέξιμων υποψηφίων φθάσει το όριο που αναφέρεται στο σημείο 1. Οι υπόλοιποι φάκελοι δεν ελέγχονται.
Εάν δεν έχουν αρχικά διοργανωθεί δοκιμασίες πολλαπλής επιλογής με χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή (MCQ), ελέγχονται ως προς την επιλεξιμότητά τους οι φάκελοι όλων των υποψηφίων.
Δεύτερον, μόνο για τους επιλέξιμους υποψηφίους που επελέγησαν όπως περιγράφεται ανωτέρω, η επιλογή βάσει τίτλων γίνεται λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες τις οποίες παρέχουν οι υποψήφιοι στο [πεδίο] «αξιολογητής ταλέντου» (FR – évaluateur de talent, EN – talent screener, DE – Talent Filter) του εντύπου της αίτησης. Η εξεταστική επιτροπή αποδίδει σε κάθε κριτήριο επιλογής έναν συντελεστή στάθμισης που αντανακλά τη σχετική σημασία του (1 έως 3) και κάθε απάντηση του υποψηφίου βαθμολογείται με 0 έως 4 μονάδες.
Στη συνέχεια, η εξεταστική επιτροπή πολλαπλασιάζει τις μονάδες επί τον συντελεστή στάθμισης κάθε κριτηρίου και προσθέτει τα γινόμενα για να καταλήξει στους υποψηφίους των οποίων τα χαρακτηριστικά προσιδιάζουν καλύτερα στα καθήκοντα που θα κληθούν να εκτελέσουν.
Βλ. παράρτημα ΙΙΙ για τον κατάλογο κριτηρίων».
5
Στο παράρτημα I περιγράφονταν ενδεικτικά τα καθήκοντα που θα εκτελούσαν στον τομέα της αναπτυξιακής συνεργασίας οι υπάλληλοι που θα προσλαμβάνονταν μετά το πέρας του διαγωνισμού.
6
Στο παράρτημα ΙΙΙ της προκήρυξης του διαγωνισμού απαριθμούνταν τα κριτήρια βάσει των οποίων θα προέβαινε η εξεταστική επιτροπή στην επιλογή βάσει τίτλων, σύμφωνα με το σημείο 2 της ενότητας «Διαδικασία επιλογής» της προκήρυξης του διαγωνισμού.
7
Στις 8 Μαΐου 2015, ο προσφεύγων Vincent Villeneuve υπέβαλε την υποψηφιότητά του για τον διαγωνισμό EPSO/AD/303/15.
8
Στο έντυπο υποψηφιότητας του προσφεύγοντος, το πεδίο «Επαγγελματική πείρα» περιείχε τρεις καταχωρίσεις, οι δύο εκ των οποίων είχαν ως εξής:
Καταχώριση l
Ημερομηνίες (ΕΕΕΕ-ΜΜ-ΗΗ)
από 2012-10-01 έως 2015-05-08
Διάρκεια σε μήνες και ημέρες
υπολογισμός: Μήνες: 31 Ημέρες: 7
Είδος πείρας
Άλλο
Συμπληρωματικά στοιχεία
Άλλα
Δημόσιες σχέσεις
Ταξινόμηση
Αυτοαπασχολούμενος/-η
[…]
Είδος ή κλάδος δραστηριότητας
Δημόσιες σχέσεις και παροχή συμβουλών σε υπηρεσίες επηρεασμού της κοινής γνώμης για ζητήματα πληθυσμού και ανάπτυξης
[…]
Θέση εργασίας
Σύμβουλος
Φύση των καθηκόντων
Συνεργασία με εκλεγμένους και μη εκπροσώπους, κοινοβουλευτικές αρχές, διεθνείς οργανισμούς, μη κυβερνητικούς οργανισμούς και μέλη της κοινωνίας των πολιτών για δραστηριότητες επηρεασμού του κοινοβουλίου προς στήριξη της κατάρτισης και της υλοποίησης πολιτικών.
Κατάρτιση, σχεδιασμός και διαχείριση προτάσεων έργων, διανομή κοινοβουλευτικού υποστηρικτικού υλικού (δίγλωσσου δελτίου, εγχειριδίων, πληροφοριακών υπομνημάτων) και παροχή υποστήριξης σε κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες (ακροάσεις, συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης, τροπολογίες, ερωτήσεις, ομιλίες, επιστολές, άρθρα γνώμης).
Καταχώριση 2
Ημερομηνίες (ΕΕΕ-ΜΜ-ΗΗ)
από 31/8/2008 έως 30/9/2012
Διάρκεια σε μήνες και ημέρες
υπολογισμός: Μήνες: 49 Ημέρες: 0
Είδος πείρας
Άλλο
Συμπληρωματικά στοιχεία
εάν έχετε επιλέξει «άλλο»
Υπηρεσίες επηρεασμού της κοινής γνώμης (advocacy)
Ταξινόμηση
Μη κυβερνητική οργάνωση
Συμπληρωματικά στοιχεία
εάν έχετε επιλέξει «άλλο»
Ευρωπαϊκό Κοινοβουλευτικό Φόρουμ για τον πληθυσμό και την ανάπτυξη (EPF)
Είδος ή κλάδος δραστηριότητας
Το EPF είναι δίκτυο βουλευτών από όλη την Ευρώπη, οι οποίοι έχουν στρατευθεί στην προσπάθεια για την προστασία της αναπαραγωγικής και της σεξουαλικής υγείας των πλέον ευάλωτων πληθυσμιακών ομάδων στον κόσμο.
Όνομα και διεύθυνση του εργοδότη
Ευρωπαϊκό Κοινοβουλευτικό Φόρουμ για τον πληθυσμό και την ανάπτυξη (EPF)
23 rue Montoyer1000 BruxellesBelgique
Θέση εργασίας
2008-2010 Βοηθός για την παροχή υπηρεσιών επηρεασμού της κοινής γνώμης
2011-2012 Υπεύθυνος έργου
Φύση των καθηκόντων
Οργάνωση, διαχείριση και συντονισμός διεθνών κοινοβουλευτικών διασκέψεων. Οργάνωση, διαχείριση και συντονισμός κοινοβουλευτικών αποστολών.
Υποστήριξη για τη συγκέντρωση κεφαλαίων και την κινητοποίηση πόρων.
Αναλύσεις και έρευνες σχετικά με πολιτικές αναπτυξιακής συνεργασίας και δημογραφικά ζητήματα.
Δημοσιεύσεις»
9
Στις 16 Ιουνίου 2015, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα ότι «οι υποψήφιοι που συγκέντρωσαν την καλύτερη βαθμολογία στις δοκιμασίες πολλαπλής επιλογής με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή (και την ελάχιστη απαιτούμενη βαθμολογία) και πληρούν τους γενικούς και τους ειδικούς όρους θα μετάσχουν στο στάδιο της επιλογής βάσει τίτλων».
10
Στις 3 Σεπτεμβρίου 2015, ο προσφεύγων υποβλήθηκε στις δοκιμασίες πολλαπλής επιλογής.
11
Στις 3 Νοεμβρίου 2015, η EPSO γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα ότι στις εξετάσεις πολλαπλής επιλογής είχε συγκεντρώσει την ελάχιστη απαιτούμενη βαθμολογία.
12
Στις 5 Νοεμβρίου 2015, η EPSO γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα ότι η εξεταστική επιτροπή, αφού εξέτασε εάν ο προσφεύγων πληρούσε όλους τους όρους επιλεξιμότητας για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό, οι οποίοι προβλέπονταν στη σχετική προκήρυξη, αποφάσισε να τον αποκλείσει από το επόμενο στάδιο του διαγωνισμού (στο εξής: απόφαση της εξεταστικής επιτροπής της 5ης Νοεμβρίου 2015). Η EPSO διευκρίνισε ότι, κατά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των ηλεκτρονικών αιτήσεων, ο προσφεύγων δεν διέθετε επαγγελματική πείρα τουλάχιστον έξι ετών στον τομέα του διαγωνισμού μετά την απόκτηση τίτλου πανεπιστημιακών σπουδών διάρκειας τεσσάρων τουλάχιστον ετών.
13
Την ίδια ημέρα, ο προσφεύγων επισήμανε στην EPSO ότι στην αίτησή του υποψηφιότητας είχε δηλώσει επαγγελματική πείρα 85 μηνών την οποία απέκτησε ασχολούμενος εξ ολοκλήρου με ζητήματα αναπτυξιακής συνεργασίας στον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης και, εν συνεχεία, ως εκτελεστικός συνεργάτης του Ταμείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Πληθυσμό (UNFPA).
14
Στις 15 Νοεμβρίου 2015, ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση επανεξέτασης της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής της 5ης Νοεμβρίου 2015.
15
Στις 25 Ιανουαρίου 2016, η EPSO γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα ότι η εξεταστική επιτροπή επιβεβαίωσε την απόφασή της να τον αποκλείσει από το επόμενο στάδιο του διαγωνισμού.
16
Στις 5 Φεβρουαρίου 2016, ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ), κατά της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής της 5ης Νοεμβρίου 2015.
17
Με απόφαση της 10ης Ιουνίου 2016, ο διευθυντής της EPSO απέρριψε την ένσταση (στο εξής: απόφαση περί απόρριψης της ένστασης της 10ης Ιουνίου 2016).
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
18
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή. Η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως στις 6 Δεκεμβρίου 2016. Η έγγραφη διαδικασία περατώθηκε μετά την κατάθεση υπομνήματος απαντήσεως από τον προσφεύγοντα και υπομνήματος ανταπαντήσεως από την Επιτροπή στις 24 Ιανουαρίου και στις 13 Μαρτίου 2017 αντιστοίχως.
19
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 4 Απριλίου 2017, ο προσφεύγων ζήτησε τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως βάσει του άρθρου 106, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Η Επιτροπή δεν υπέβαλε τέτοιο αίτημα.
20
Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να ακυρώσει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής της 5ης Νοεμβρίου 2015,
–
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
21
Μετά από ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο προσφεύγων δήλωσε ότι ζητεί επίσης την ακύρωση της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής της 25ης Ιανουαρίου 2016.
22
Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την προσφυγή,
–
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
23
Προς στήριξη της προσφυγής, ο προσφεύγων επικαλείται τέσσερις λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης, ο δεύτερος προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση, ο τρίτος έλλειψη νομιμότητας της προκήρυξης του διαγωνισμού και ο τέταρτος παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων του διαγωνισμού. Πρέπει, καταρχάς, να εξεταστεί ο πρώτος λόγος ακυρώσεως, εν συνεχεία ο τρίτος, κατόπιν ο δεύτερος και, τέλος, ο τέταρτος.
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
24
Κατά τη νομολογία, όταν υποψήφιος διαγωνισμού ζητεί την επανεξέταση απόφασης της εξεταστικής επιτροπής, βλαπτική πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, ή ενδεχομένως, του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ συνιστά η απόφαση που εκδίδει η επιτροπή αυτή μετά την επανεξέταση της περίπτωσης του υποψηφίου (απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2006, Heus κατά Επιτροπής,T-173/05, EU:T:2006:392, σκέψη 19). Η απόφαση που λαμβάνεται μετά την επανεξέταση υποκαθιστά έτσι την αρχική απόφαση της εξεταστικής επιτροπής (βλ., συναφώς, διάταξη της 28ης Απριλίου 2015, Garcia Minguez κατά Επιτροπής,F-72/14, EU:F:2015:40, σκέψη 26).
25
Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η κρινόμενη προσφυγή βάλλει κατά της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού της 25ης Ιανουαρίου 2016, η οποία εκδόθηκε κατόπιν του αιτήματος επανεξετάσεως της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής της 5ης Νοεμβρίου 2015, την οποία υποκατέστησε (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης
26
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι ούτε από την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής της 5ης Νοεμβρίου 2015 ούτε από την προσβαλλόμενη απόφαση μπορεί να γίνει κατανοητό γιατί η εξεταστική επιτροπή αρνήθηκε να δεχθεί ότι διαθέτει εξαετή επαγγελματική πείρα στον τομέα της αναπτυξιακής συνεργασίας.
27
Ο προσφεύγων θεωρεί, βάσει της απόφασης περί απόρριψης της ένστασης της 10ης Ιουνίου 2016, ότι το πρόβλημα έγκειται στη δραστηριότητά του ως ελεύθερου επαγγελματία συμβούλου για πληθυσμιακά και αναπτυξιακά ζητήματα. Ωστόσο, φρονεί ότι δεν διευκρινίστηκε εάν το πρόβλημα σε σχέση με τη δραστηριότητα αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι ασκούσε την εν λόγω δραστηριότητα ως ελεύθερος επαγγελματίας, στην ποιότητα των συμβουλών που παρείχε ή στη φύση των καθηκόντων του. Συναφώς, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η επαγγελματική πείρα που απέκτησε ως σύμβουλος ήταν κατ’ ουσίαν όμοια με εκείνη που είχε αποκτήσει ως μισθωτός εργαζόμενος στον ίδιο οργανισμό, ήτοι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβουλευτικό Φόρουμ για τον πληθυσμό και την ανάπτυξη (EPF). Υπάρχει, συνεπώς, αντίφαση όσον αφορά την εκτίμηση των εν λόγω περιόδων επαγγελματικής του πείρας και, ως εκ τούτου, υπάρχει αντίφαση στην αιτιολογία.
28
Ο προσφεύγων υποστηρίζει εξάλλου ότι, με τον προβλεπόμενο στην προκήρυξη του διαγωνισμού ειδικό όρο συμμετοχής διευκρινίζεται μόνον ότι η επαγγελματική πείρα πρέπει να αφορά «τον τομέα του διαγωνισμού» και ότι δεν απαιτείται κατά το στάδιο αυτό «να εμπίπτει ευθέως στον τομέα του διαγωνισμού […] ή η εν λόγω επαγγελματική πείρα να είναι συναφής με τους σκοπούς του διαγωνισμού».
29
Τέλος, ο προσφεύγων διατείνεται ότι η αιτιολογία της απόφασης περί απόρριψης της ένστασης της 10ης Ιουνίου 2016 είναι αυτή διατύπωσε η EPSO, και όχι η εξεταστική επιτροπή και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση της τήρησης της υποχρέωσης αιτιολόγησης.
30
Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.
31
Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι πλείονα από τα επιχειρήματα που προβάλλει ο προσφεύγων στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως αποσκοπούν, στην πραγματικότητα, στην αμφισβήτηση της ουσιαστικής νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και, πιο συγκεκριμένα, της εκτίμησης της επαγγελματικής του πείρας από την εξεταστική επιτροπή. Υπενθυμίζεται, ωστόσο, ότι η υποχρέωση αιτιολόγησης των αποφάσεων αποτελεί ουσιώδη τύπο που πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του βασίμου της αιτιολογίας, δεδομένου ότι αυτό αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της επίδικης πράξης (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 2002, Ιταλία κατά Επιτροπής, C‑310/99, EU:C:2002:143, σκέψη 48, και της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Ricoh Belgium κατά Συμβουλίου, T-691/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:641, σκέψη 32).
32
Επομένως, τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος σχετικά με την ουσιαστική νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης θα εξεταστούν στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά πρόδηλο σφάλμα εκτίμησης.
33
Όσον αφορά τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος σχετικά με την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, «[κάθε] απόφαση σε βάρος υπαλλήλου πρέπει να είναι αιτιολογημένη».
34
Επισημαίνεται, ακόμη, ότι, κατά πάγια νομολογία, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ υποχρέωση αιτιολόγησης αποσκοπεί, αφενός, στο να παράσχει στον ενδιαφερόμενο τις αναγκαίες ενδείξεις ώστε να γνωρίζει εάν η απόφαση είναι κατ’ ουσίαν νόμιμη και, αφετέρου, στο να καταστήσει δυνατό τον δικαστικό έλεγχο (βλ., συναφώς, απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2017, Επιτροπή κατά Frieberger και Vallin, T-232/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:15, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
35
Όσον αφορά ειδικότερα αποφάσεις με τις οποίες απορρίπτεται η αίτηση συμμετοχής σε διαγωνισμό, ο δικαστής της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διευκρινίσει ότι, στο πλαίσιο αυτό, η εξεταστική επιτροπή πρέπει να αναφέρει επακριβώς ποιοι είναι οι προβλεπόμενοι στην προκήρυξη του διαγωνισμού όροι τους οποίους δεν πληρούσε ο υποψήφιος (βλ., συναφώς, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990, Gonzalez Holguera κατά Κοινοβουλίου, T-115/89, EU:T:1990:84, σκέψη 43, και της 14ης Ιουνίου 2007, De Meerleer κατά Επιτροπής, F-121/05, EU:F:2007:102, σκέψεις 145 και 146). Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού στον οποίον μετέχουν πολλοί υποψήφιοι μπορεί να περιοριστεί, κατά το στάδιο της έγκρισης της συμμετοχής στις εξετάσεις του διαγωνισμού αυτού, στη συνοπτική αιτιολόγηση των απορρίψεων, γνωστοποιώντας στους υποψηφίους μόνον τα κριτήρια της επιλογής, καθώς και την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής, εκτός εάν οι εν λόγω υποψήφιοι ζητήσουν ρητώς να τους παρασχεθούν ατομικές εξηγήσεις (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 19ης Ιουλίου 1999, Carrión κατά Συμβουλίου, T-168/97, EU:T:1999:154, σκέψη 32, και της 13ης Δεκεμβρίου 1990, Gonzalez Holguera κατά Κοινοβουλίου, T-115/89, EU:T:1990:84, σκέψη 43).
36
Εν προκειμένω, με την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής της 5ης Νοεμβρίου 2015 γνωστοποιήθηκε στον προσφεύγοντα ότι δεν μπορούσε να μετάσχει στο επόμενο στάδιο του διαγωνισμού, με το αιτιολογικό ότι δεν διέθετε εξαετή τουλάχιστον επαγγελματική πείρα στον τομέα του διαγωνισμού (βλ. σκέψη 12 ανωτέρω).
37
Με τη δε προσβαλλόμενη απόφαση υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού, μπορούσαν να μετάσχουν στον διαγωνισμό αυτό μόνον οι υποψήφιοι που πληρούσαν όλα τα κριτήρια επιλεξιμότητας βάσει των πληροφοριών που είχαν παραθέσει στο έντυπο υποψηφιότητας. Στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται επίσης ότι η εξεταστική επιτροπή εξέτασε την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος, δίδοντας ιδιαίτερη προσοχή στο σχετικό με την επαγγελματική πείρα τμήμα και ότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλεξιμότητας, διότι η εργασιακή του πείρα ήταν ανεπαρκής στον τομέα του διαγωνισμού, ήτοι στον τομέα της αναπτυξιακής συνεργασίας. Προστίθεται δε ότι η προσωπική πεποίθηση του προσφεύγοντος όσον αφορά τον τρόπο εκτίμησης της επαγγελματικής του πείρας έχει υποκειμενικό χαρακτήρα και δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αξιολόγηση της εξεταστικής επιτροπής.
38
Διαπιστώνεται, ακόμη, ότι η απόφαση περί απόρριψης της ένστασης της 10ης Ιουνίου 2016 επιβεβαιώνει την προσβαλλόμενη απόφαση, παρέχοντας σχετικές με την αιτιολογία διευκρινίσεις, οι οποίες υποστηρίζουν την απόφαση αυτή. Πάντως, σε μια τέτοια περίπτωση, η νομιμότητα της βλαπτικής πράξης, εν προκειμένω της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένης υπόψη της αιτιολογίας που παρατίθεται στην απόφαση περί απόρριψης της ένστασης, καθώς η αιτιολογία αυτή πρέπει να συμπίπτει με την προσβαλλόμενη απόφαση. Πράγματι, με την απόφαση περί απόρριψης της ένστασης, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) συμπλήρωσε την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, απαντώντας, μεταξύ άλλων, στις αιτιάσεις που είχε προβάλει ο προσφεύγων με την ένστασή του. Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του εξελικτικού χαρακτήρα της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η αιτιολογία που περιέχεται στην απόφαση περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη (βλ., συναφώς, απόφαση της 13ης Ιουνίου 2012, Mocová κατά Επιτροπής, F-41/11, EU:F:2012:82, σκέψη 21, διάταξη της 12ης Απριλίου 2016, Beiner κατά Επιτροπής, F-135/15, EU:F:2016:77, σκέψη 24, και απόφαση της 10ης Ιουνίου 2016, HI κατά Επιτροπής, F‑133/15, EU:F:2016:127, σκέψη 87).
39
Από την απόφαση περί απόρριψης της ένστασης της 10ης Ιουνίου 2016 προκύπτει ότι, κατά την εξεταστική επιτροπή, η επαγγελματική πείρα του προσφεύγοντος, η οποία περιγράφεται υπό την «καταχώριση 1» του εντύπου υποψηφιότητάς του, δεν ενέπιπτε ευθέως στον τομέα του διαγωνισμού, λαμβανομένης υπόψη της φύσης των καθηκόντων που περιγράφονται στο παράρτημα I της προκήρυξης του διαγωνισμού.
40
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως συμπληρώθηκε με την αιτιολογία της απόφασης περί απόρριψης της ένστασης της 10ης Ιουνίου 2016, προκύπτει με επαρκή σαφήνεια ο προβλεπόμενος από την προκήρυξη του διαγωνισμού όρος τον οποίον δεν πληρούσε ο προσφεύγων κατά το στάδιο εξέτασης της επιλεξιμότητας, ήτοι ο σχετικός με την επαγγελματική πείρα.
41
Επισημαίνεται, επιπλέον, ότι η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει ο προσφεύγων στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου, ο οποίος αφορά προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση, εμφαίνει ότι ο προσφεύγων κατανόησε επαρκώς τον λόγο για τον οποίον αποκλείστηκε από το επόμενο στάδιο του διαγωνισμού.
42
Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά έλλειψη νομιμότητας της προκήρυξης του διαγωνισμού
43
Ο προσφεύγων διατείνεται ότι το σημείο 2 της προκήρυξης του διαγωνισμού, το οποίο τιτλοφορείται «Επιλογή βάσει τίτλων», στερείται νομιμότητας, καθόσον αφορά το πρώτο στάδιο ελέγχου της επιλεξιμότητας.
44
Αντιθέτως προς όσα προβάλλει η Επιτροπή, ο προσφεύγων θεωρεί παραδεκτό τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, καθώς, κατ’ αυτόν, είναι αδιαμφισβήτητη η σχέση μεταξύ της έλλειψης νομιμότητας της προκήρυξης του διαγωνισμού και της προσβαλλόμενης απόφασης. Εάν δεν υπήρχε το σημείο 2, πρώτο εδάφιο, της προκήρυξης του διαγωνισμού, η εξεταστική επιτροπή δεν θα μπορούσε να απορρίψει την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος κατά το πέρας του πρώτου σταδίου της διαδικασίας επιλογής.
45
Ο προσφεύγων αμφισβητεί επίσης το επιχείρημα της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο η ενδεχόμενη αναγνώριση της έλλειψης νομιμότητας του σημείου 2 της προκήρυξης του διαγωνισμού δεν θα είχε ως άμεση συνέπεια την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέτρο που η συνεκτίμηση των απαντήσεων που περιλαμβάνονται στο πεδίο «αξιολογητής ταλέντου» του εντύπου υποψηφιότητας θα κατέληγε ούτως ή άλλως στον αποκλεισμό του προσφεύγοντος. Ο προσφεύγων διερωτάται, συγκεκριμένα, πώς είναι δυνατόν να κατέληξε η Επιτροπή σε τέτοιο συμπέρασμα, δεδομένου ότι δεν έλαβε ακριβώς υπόψη της το συγκεκριμένο πεδίο.
46
Επί της ουσίας, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η εξέταση των τίτλων και, ειδικότερα, της επαγγελματικής πείρας «σε σχέση με τους σκοπούς του διαγωνισμού» και, συνεπώς, με την προς πλήρωση θέση, προϋποθέτει αναγκαστικά τη συνεκτίμηση των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στο πεδίο «αξιολογητής ταλέντου» του εντύπου υποψηφιότητας, ούτως ώστε να μπορεί να διενεργηθεί μια συγκριτική, πλήρης, συγκεκριμένη, επιστάμενη και αντικειμενική εξέταση των υποψηφιοτήτων. Κατά τον προσφεύγοντα, δεν μπορεί να διενεργηθεί τέτοια εξέταση, χωρίς να προηγηθεί ειδική και συγκεκριμένη ανάλυση, βάσει αντικειμενικών και σταθμισμένων κριτηρίων, όλων των διπλωμάτων, του συνόλου της επαγγελματικής πείρας και όλων των γλωσσικών γνώσεων τις οποίες έχει δηλώσει κάθε υποψήφιος. Συναφώς, ο προσφεύγων επικαλείται το σημείο 2.4 των γενικών κανόνων που εφαρμόζονται στους γενικούς διαγωνισμούς (ΕΕ 2015, C 70 A, σ. 1, στο εξής: γενικοί κανόνες), κατά το οποίο η επιλογή πραγματοποιείται «αποκλειστικά» με βάση τις απαντήσεις σε συγκεκριμένες ερωτήσεις στο πεδίο «αξιολογητής ταλέντου» του εντύπου υποψηφιότητας (τέταρτο εδάφιο), το δε έντυπο αυτό αποτελεί ένα «δομημένο πλαίσιο», το οποίο επιτρέπει «την ενδελεχή και αντικειμενική συγκριτική αξιολόγηση των προσόντων όλων των υποψηφίων» (δεύτερο εδάφιο).
47
Εάν η σύγκριση όσον αφορά τους τίτλους, τους υποψηφίους ή τα κριτήρια επιλογής δεν είναι πλήρης, παραβιάζεται το άρθρο 27 του ΚΥΚ και θίγεται ο θεμελιώδης σκοπός της πρόσληψης των υπαλλήλων «που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας [και] απόδοσης».
48
Επιπλέον, στο άρθρο 5 του παραρτήματος III του ΚΥΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, διευκρινίζεται σαφώς ότι, σε περίπτωση διαγωνισμού βάσει τίτλων, η εξεταστική επιτροπή, αφού καθορίσει τα κριτήρια, βάσει των οποίων θα αξιολογήσει τους τίτλους των υποψηφίων, «προβαίνει στην εξέταση των τίτλων» των υποψηφίων που έχουν γίνει δεκτοί στον διαγωνισμό.
49
Εξάλλου, κατά τον προσφεύγοντα, μολονότι το σημείο 2, δεύτερο εδάφιο, της προκήρυξης του διαγωνισμού προβλέπει επιλογή βάσει τίτλων «σε ένα φερόμενο ως δεύτερο στάδιο», λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που περιλαμβάνονται στο πεδίο «αξιολογητής ταλέντου» του εντύπου υποψηφιότητας και κατόπιν συγκρίσεως της συνολικής βαθμολογίας που έλαβε έκαστος υποψήφιος, με γνώμονα τις μονάδες που του δόθηκαν για τα δεκατέσσερα σταθμισμένα κριτήρια επιλογής, ούτως ώστε να επιλεγούν οι πλέον κατάλληλοι για την άσκηση των συγκεκριμένων καθηκόντων υποψήφιοι, εντούτοις η διάταξη αυτή θα καθίστατο άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας αν η επιλογή αυτή μπορούσε να διενεργηθεί εν μέρει κατά τον έλεγχο της επιλεξιμότητας, ο οποίος εσφαλμένα ονομάζεται «πρώτο στάδιο» της επιλογής βάσει τίτλων, χωρίς να προβλέπεται καμία διαδικασία που να διασφαλίζει τη συγκριτική και αντικειμενική εξέταση των υποψηφίων και την επιλογή των καλύτερων από αυτούς.
50
Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.
51
Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι, στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά έλλειψη νομιμότητας της προκήρυξης του διαγωνισμού, ο προσφεύγων προβάλλει τόσο επιχειρήματα με τα οποία επιδιώκει να αποδείξει ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού αντιβαίνει στον ΚΥΚ και στους γενικούς κανόνες, όσο και επιχειρήματα με τα οποία επιδιώκει να αποδείξει εσφαλμένη εφαρμογή της προκήρυξης του διαγωνισμού εκ μέρους της εξεταστικής επιτροπής.
52
Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του τρίτου λόγου, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η εξεταστική επιτροπή εξέτασε, ως μη όφειλε, κατά το πρώτο στάδιο ελέγχου της επιλεξιμότητας, εάν η επαγγελματική του πείρα ήταν κατάλληλη για την προς πλήρωση θέση, εξέταση η οποία, κατά τον προσφεύγοντα, εντάσσεται στο δεύτερο στάδιο της επιλογής βάσει τίτλων. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι η επιχειρηματολογία αυτή προβάλλεται προς στήριξη της πρώτης αιτίασης του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση. Θα εξεταστεί, συνεπώς, κατωτέρω, στο πλαίσιο της εξέτασης του λόγου αυτού.
53
Προτού εξεταστεί το βάσιμο του τρίτου λόγου, πρέπει να κριθεί το παραδεκτό του, το οποίο αμφισβητείται από την Επιτροπή.
54
Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, εφόσον ο προσφεύγων δικαιούται να ασκήσει εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ευθεία προσφυγή κατά της προκήρυξης διαγωνισμού, οσάκις αυτή αποτελεί βλαπτική απόφαση της ΑΔΑ κατά την έννοια των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ, δεν χάνει το δικαίωμα άσκησης προσφυγής κατά της απόφασης με την οποία δεν του επιτράπηκε η συμμετοχή στον διαγωνισμό, για τον λόγο μόνον ότι δεν προσέβαλε εμπρόθεσμα την προκήρυξη του διαγωνισμού (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 16ης Σεπτεμβρίου 1993, Noonan κατά Επιτροπής, T-60/92, EU:T:1993:74, σκέψη 21, και της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giulietti κατά Επιτροπής, T-293/03, EU:T:2006:37, σκέψη 40). Συγκεκριμένα, ένας υποψήφιος διαγωνισμού δεν μπορεί να στερηθεί το δικαίωμα να αμφισβητήσει ως προς το σύνολο των στοιχείων της, περιλαμβανομένων εκείνων που έχουν καθοριστεί με την προκήρυξη του διαγωνισμού, τη νομιμότητα της ατομικής απόφασης που ελήφθη ως προς αυτόν κατ’ εφαρμογήν των όρων της εν λόγω προκήρυξης, στο μέτρο που αυτή μόνον η εκτελεστική απόφαση εξατομικεύει τη νομική του κατάσταση και του επιτρέπει να γνωρίζει με βεβαιότητα πώς και σε ποιο βαθμό θίγονται τα συγκεκριμένα συμφέροντά του (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 16ης Σεπτεμβρίου 1993, Noonan κατά Επιτροπής, T‑60/92, EU:T:1993:74, σκέψη 23, και της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giulietti κατά Επιτροπής, T-293/03, EU:T:2006:37, σκέψη 41) Πράγματι, εφόσον η εξεταστική επιτροπή δεν έχει απορρίψει τις υποψηφιότητες των προσφευγόντων, το έννομο συμφέρον τους να προσβάλουν την προκήρυξη του διαγωνισμού παραμένει αβέβαιο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να τους προσαφθεί ότι δεν προσέβαλαν την εν λόγω προκήρυξη εντός της προθεσμίας των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ. Συνεπώς, ο προσφεύγων μπορεί, στο πλαίσιο προσφυγής κατά μεταγενέστερων πράξεων, να προβάλει ελαττώματα προγενέστερων πράξεων στενά συνδεόμενων με τις μεταγενέστερες (βλ., συναφώς, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2017, Επιτροπή κατά FE, T-734/15 P, EU:T:2017:612, σκέψη 115).
55
Αντιθέτως, ελλείψει στενού συνδέσμου μεταξύ της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και του λόγου ακυρώσεως ο οποίος αφορά ελάττωμα της μη εμπροθέσμως προσβληθείσας προκήρυξης του διαγωνισμού, ο λόγος αυτός πρέπει να κριθεί απαράδεκτος, κατ’ εφαρμογήν των σχετικών με την προθεσμία άσκησης προσφυγής κανόνων δημοσίας τάξεως, από τους οποίους δεν χωρεί παρέκκλιση σε μια τέτοια περίπτωση, για να μη θιγεί η αρχή της ασφαλείας δικαίου (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1986, Adams κ.λπ. κατά Επιτροπής, 294/84, EU:C:1986:112, σκέψη 17, της 16ης Σεπτεμβρίου 1993, Noonan κατά Επιτροπής, T-60/92, EU:T:1993:74, σκέψη 27, και της 31ης Ιανουαρίου 2006, Giulietti κατά Επιτροπής, T-293/03, EU:T:2006:37, σκέψη 42).
56
Υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων αυτών πρέπει να εξεταστεί εάν, εν προκειμένω, υπάρχει στενός σύνδεσμος μεταξύ της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά έλλειψη νομιμότητας του σημείου 2 της προκήρυξης του διαγωνισμού.
57
Συναφώς, από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η απόφαση εκδόθηκε με το αιτιολογικό ότι ο προσφεύγων δεν διέθετε αρκούντως μακρά επαγγελματική πείρα στον τομέα του διαγωνισμού.
58
Η αιτιολογία αυτή, η οποία προκύπτει αποκλειστικά από την εκ μέρους της εξεταστικής επιτροπής εξέταση της επιλεξιμότητας, διατυπώθηκε κατ’ εφαρμογήν του σημείου 2 της προκήρυξης του διαγωνισμού, το οποίο προβλέπει συγκεκριμένα ότι η εξεταστική επιτροπή οφείλει να εξετάσει, σε πρώτο στάδιο, την επιλεξιμότητα, πριν προβεί σε επιλογή βάσει τίτλων μόνον ως προς τους επιλέξιμους υποψηφίους.
59
Ο προσφεύγων αμφισβητεί τη νομιμότητα του σημείου 2 της προκήρυξης του διαγωνισμού, θεωρώντας ότι έπρεπε να αποκλειστεί μετά από πλήρη και συγκριτική εξέταση της υποψηφιότητάς του με τις λοιπές υποψηφιότητες και όχι μετά από εξέταση μόνον της επιλεξιμότητας. Με άλλα λόγια, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το σημείο 2 της προκήρυξης του διαγωνισμού, βάσει του οποίου απορρίφθηκε η υποψηφιότητά του, στερείται νομιμότητας, καθώς προβλέπει ένα πρώτο στάδιο αποκλεισμού κατόπιν εξέτασης μόνον της επιλεξιμότητας, ενώ, κατ’ αυτόν, η υποψηφιότητά του έπρεπε να αποκλειστεί μόνον κατόπιν πλήρους και συγκριτικής αξιολόγησης της υποψηφιότητάς του, βάσει των πληροφοριών που παρατίθεται στο πεδίο «αξιολογητής ταλέντου» της αίτησής του υποψηφιότητας.
60
Στο πλαίσιο αυτό, ο προσφεύγων κάνει λόγο για έλλειψη νομιμότητας του σημείου 2 της προκήρυξης του διαγωνισμού, κατ’ εφαρμογήν του οποίου αποκλείστηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, από τη συμμετοχή στον διαγωνισμό. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να κριθεί παραδεκτός και να απορριφθεί η ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής.
61
Όσον αφορά το βάσιμο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, υπενθυμίζεται ότι σκοπός της διοργάνωσης διαγωνισμού είναι η πλήρωση κενών θέσεων των θεσμικών οργάνων και, κατά συνέπεια, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, και από το άρθρο 4 του παραρτήματος ΙΙΙ του ΚΥΚ, η ΑΔΑ είναι αρμόδια να καταρτίζει την προκήρυξη του διαγωνισμού και, στο πλαίσιο αυτό, να αποφασίσει την καταλληλότερη μέθοδο επιλογής των υποψηφίων, σε συνάρτηση με τις απαιτήσεις που συνδέονται με τις προς πλήρωση θέσεις και, γενικότερα, με το συμφέρον της υπηρεσίας (βλ. απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, Βlackler κατά Κοινοβουλίου, T‑420/04, EU:T:2006:282, σκέψη 45).
62
Τονίζεται, εντούτοις, ότι, ανεξαρτήτως του αριθμού των προσώπων που είναι δυνατόν να υποβάλουν υποψηφιότητα στον οικείο διαγωνισμό, η άσκηση της εν λόγω ευχέρειας εκ μέρους της ΑΔΑ, οριοθετείται κατ’ ανάγκην από την τήρηση των ισχυουσών διατάξεων και των γενικών αρχών του δικαίου. Κατά συνέπεια, η μέθοδος την οποία επιλέγει η ΑΔΑ πρέπει, πρώτον, να αποσκοπεί στην πρόσληψη των προσώπων με τα υψηλότερα προσόντα και τις περισσότερες ικανότητες απόδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ΚΥΚ, δεύτερον, σύμφωνα με το άρθρο 5 του παραρτήματος ΙΙΙ του ΚΥΚ, να προβλέπει την ανάθεση, σε ανεξάρτητη εξεταστική επιτροπή, του καθήκοντος να εκτιμήσει κατά περίπτωση εάν τα υποβαλλόμενα διπλώματα ή η επαγγελματική πείρα κάθε υποψηφίου αντιστοιχούν στο επίπεδο που απαιτεί ο ΚΥΚ και η προκήρυξη του διαγωνισμού και, τρίτον, να καταλήγει σε συνεπή και αντικειμενική επιλογή των υποψηφίων (απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Glantenay κ.λπ. κατά Επιτροπής, F-23/12 και F-30/12, EU:F:2013:127, σκέψη 70)
63
Ο προσφεύγων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι ο αποκλεισμός υποψηφίων μετά από έλεγχο της επιλεξιμότητας, χωρίς να προηγηθεί αξιολόγηση της υποψηφιότητάς τους βάσει των στοιχείων που έχουν παραθέσει οι υποψήφιοι στο πεδίο «αξιολογητής ταλέντου» της αιτήσεώς τους υποψηφιότητας, αντιβαίνει στα άρθρα 27 και 29 του ΚΥΚ, στο άρθρο 5 του παραρτήματος III του ΚΥΚ και στους γενικούς κανόνες.
64
Συγκεκριμένα, κατά τον προσφεύγοντα, η έλλειψη νομιμότητας της προκήρυξης του διαγωνισμού συνίσταται στο γεγονός ότι οι υποψήφιοι αποκλείονται πρόωρα, χωρίς να προηγηθεί πλήρης και συγκεκριμένος έλεγχος της υποψηφιότητάς τους σε σχέση με την προς πλήρωση θέση.
65
Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της επιχειρηματολογίας που αναπτύσσει ο προσφεύγων στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως και εκείνης που παρατίθεται κατωτέρω σχετικά με την πρώτη αιτίαση του δεύτερου λόγου, ο οποίος αφορά προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση. Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου, ο προσφεύγων προσάπτει, αντιθέτως, στην εξεταστική επιτροπή ότι δεν περιορίστηκε σε έναν γενικό έλεγχο των κατ’ ελάχιστον απαιτούμενων όρων συμμετοχής και ότι δεν διενήργησε σε μεταγενέστερο στάδιο την εξέταση της συνάφειας της επαγγελματικής του πείρας με την προς πλήρωση θέση.
66
Πρέπει ακόμη να εξεταστεί εάν ο αυστηρός διαχωρισμός που προβλέπεται από το σημείο 2 της προκήρυξης του διαγωνισμού, υπό την ενότητα «Διαδικασία επιλογής», μεταξύ του σταδίου του ελέγχου της επιλεξιμότητας και του σταδίου της επιλογής βάσει τίτλων είναι αντίθετος στον ΚΥΚ και τους γενικούς κανόνες.
67
Πρώτον, διαπιστώνεται ότι, όπως επισημαίνει ο προσφεύγων, από το σημείο 2.4 των γενικών κανόνων προκύπτει πράγματι ότι η επιλογή κατά το δεύτερο στάδιο «πραγματοποιείται αποκλειστικά με βάση τις απαντήσεις σε συγκεκριμένες ερωτήσεις στο [πεδίο] “αξιολογητής ταλέντου” της ηλεκτρονικής αίτησης υποψηφιότητας», πλην όμως από το ίδιο σημείο προκύπτει ότι «η επιλογή βάσει τίτλων πραγματοποιείται αφού ολοκληρωθεί η επαλήθευση των όρων συμμετοχής στον διαγωνισμό βάσει της ηλεκτρονικής εγγραφής» και ότι «[η] εξεταστική επιτροπή εξετάζει μόνον τους τίτλους των υποψηφίων που είχαν κριθεί ότι πληρούν όλους τους όρους συμμετοχής στον διαγωνισμό».
68
Δεύτερον, διαπιστώνεται ότι ο αποκλεισμός υποψηφίων μετά την ολοκλήρωση του σταδίου του ελέγχου της επιλεξιμότητας προβλέπεται ρητώς από τη διαδικασία διαγωνισμού, όπως αυτή απορρέει από το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος III του ΚΥΚ, κατά το οποίο, «[αφού] λάβει γνώση των φακέλων [υποψηφιότητας], η εξεταστική επιτροπή συντάσσει τον κατάλογο των υποψηφίων που πληρούν τους όρους που καθορίζονται από την προκήρυξη διαγωνισμού», και από το άρθρο 5, τέταρτο εδάφιο του ίδιου παραρτήματος, κατά το οποίο, σε περίπτωση διαγωνισμού βάσει τίτλων και εξετάσεων, όπως στην προκείμενη περίπτωση, «η εξεταστική επιτροπή ορίζει βάσει του καταλόγου αυτού τους υποψηφίους που έχουν γίνει δεκτοί στις εξετάσεις.»
69
Επισημαίνεται, ακόμη, ότι το άρθρο 5, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος III του ΚΥΚ, το οποίο παραθέτει ο προσφεύγων, αφορά διαγωνισμούς βάσει τίτλων και, συνεπώς, δεν έχει εφαρμογή στον επίμαχο διαγωνισμό, ο οποίος ήταν διαγωνισμός βάσει τίτλων και εξετάσεων. Εν πάση περιπτώσει, η διάταξη αυτή, την οποία επικαλείται ο προσφεύγων, προβλέπει ότι η εξεταστική επιτροπή εξετάζει μόνον τους τίτλους «των υποψηφίων που είναι εγγεγραμμένοι στον κατάλογο που αναφέρεται [στο πρώτο εδάφιο]», δηλαδή στον κατάλογο των υποψηφίων που πληρούν τους καθορισμένους με την προκήρυξη του διαγωνισμού όρους επιλεξιμότητας.
70
Επομένως, από τις διατάξεις του άρθρου 5 του παραρτήματος III του ΚΥΚ, καθώς και από το σημείο 2.4 των γενικών κανόνων προκύπτει ότι το δεύτερο στάδιο αφορά μόνον τους υποψηφίους που πληρούν τους όρους συμμετοχής. Κατά συνέπεια, βάσει των εφαρμοστέων διατάξεων, η προκήρυξη του διαγωνισμού όχι μόνο μπορούσε, αλλά έπρεπε να προβλέπει προηγούμενο έλεγχο της επιλεξιμότητας, πριν την εξέταση των τίτλων από την εξεταστική επιτροπή.
71
Ο προσφεύγων δεν προβάλλει επιχειρήματα που να αποδεικνύουν ότι η ΑΔΑ τήρησε μεν τις προϋποθέσεις των προπαρατεθεισών διατάξεων του παραρτήματος III του ΚΥΚ και των γενικών κανόνων, αλλά παρέβη, παρά ταύτα, τις γενικότερες διατάξεις των άρθρων 27 και 29 του ΚΥΚ. Σε κάθε περίπτωση, ο προσφεύγων δεν προβάλλει, ούτε καν επικουρικώς, έλλειψη νομιμότητας του σημείου 2.4 των γενικών κανόνων και του άρθρου 5 του παραρτήματος III του ΚΥΚ έναντι ιδίως των ως άνω άρθρων του ΚΥΚ.
72
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως, ο οποίος αφορά έλλειψη νομιμότητας της προκήρυξης του διαγωνισμού, κρίνεται απορριπτέος στο σύνολό του.
Επί του δευτέρου λόγου, ο οποίος αφορά πρόδηλο σφάλμα εκτίμησης
73
Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως περιλαμβάνει δύο αιτιάσεις.
74
Με την πρώτη προβάλλεται ότι η εξεταστική επιτροπή δεν εξέτασε απλώς, κατά το στάδιο του ελέγχου της επιλεξιμότητας, εάν ο προσφεύγων πληρούσε τον όρο που αφορούσε την επαγγελματική πείρα στον τομέα του διαγωνισμού, αλλά προέβη και σε αξιολόγηση της επάρκειας της επαγγελματικής του πείρας σε σχέση με την προς πλήρωση θέση, αξιολόγηση η οποία, κατά τον προσφεύγοντα, εντάσσεται αποκλειστικά στο μεταγενέστερο στάδιο της επιλογής βάσει τίτλων.
75
Με τη δεύτερη αιτίαση, προσάπτεται στην εξεταστική επιτροπή ότι δεν εκτίμησε ότι η επαγγελματική πείρα που περιγράφεται υπό την «καταχώριση 1» του εντύπου υποψηφιότητας του προσφεύγοντος εμπίπτει «στον τομέα του διαγωνισμού».
76
Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.
Επί της πρώτης αιτιάσεως
77
Ο προσφεύγων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η εξεταστική επιτροπή προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση, διότι δεν έκανε διάκριση μεταξύ του αντικειμένου του ελέγχου κατά το πρώτο στάδιο –της εξέτασης της επιλεξιμότητας– και του αντικειμένου του ελέγχου κατά το δεύτερο στάδιο –το στάδιο της επιλογής βάσει τίτλων. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, κατά το πρώτο στάδιο, η εξεταστική επιτροπή έπρεπε να εξετάσει μόνον εάν η επαγγελματική του πείρα ενέπιπτε στον τομέα του διαγωνισμού. Η εξεταστική επιτροπή έπρεπε να εξετάσει εάν η επαγγελματική πείρα των υποψηφίων ήταν κατάλληλη για την προς πλήρωση θέση μόνον κατά το δεύτερο στάδιο, βάσει των πληροφοριών που περιλαμβάνονταν στο πεδίο «αξιολογητής ταλέντου» του εντύπου υποψηφιότητας. Ωστόσο, κατά τον προσφεύγοντα, η εξεταστική επιτροπή δεν διαχώρισε τα δύο αυτά στάδια, καθώς ήδη από το πρώτο εξέτασε εάν η επαγγελματική του πείρα ήταν κατάλληλη για την προς πλήρωση θέση.
78
Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι η ερμηνεία της προκήρυξης του διαγωνισμού από τον προσφεύγοντα, η οποία άλλωστε συμπίπτει με αυτήν της Επιτροπής, είναι ακριβής.
79
Η προκήρυξη του διαγωνισμού περιλαμβάνει πράγματι ενότητα που τιτλοφορείται «Διαδικασία επιλογής», το σημείο 2 της οποίας, με τίτλο «Επιλογή βάσει τίτλων», έχει ως εξής:
«Πρώτον, οι απαιτήσεις επιλεξιμότητας ελέγχονται με βάση τα στοιχεία που περιέχονται στην ηλεκτρονική αίτηση των υποψηφίων.
[…]
Δεύτερον, μόνο για τους επιλέξιμους υποψηφίους που επελέγησαν όπως περιγράφεται ανωτέρω, η επιλογή βάσει τίτλων γίνεται λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες τις οποίες παρέχουν οι υποψήφιοι στο [πεδίο] «αξιολογητής ταλέντου» (FR – évaluateur de talent, EN – talent screener, DE – Talent Filter) του εντύπου της αίτησης. Η εξεταστική επιτροπή αποδίδει σε κάθε κριτήριο επιλογής έναν συντελεστή στάθμισης που αντανακλά τη σχετική σημασία του (1 έως 3) και κάθε απάντηση του υποψηφίου βαθμολογείται με 0 έως 4 μονάδες.
Στη συνέχεια, η εξεταστική επιτροπή πολλαπλασιάζει τις μονάδες επί τον συντελεστή στάθμισης κάθε κριτηρίου και προσθέτει τα γινόμενα για να καταλήξει στους υποψηφίους των οποίων τα χαρακτηριστικά προσιδιάζουν καλύτερα στα καθήκοντα που θα κληθούν να εκτελέσουν.»
80
Από το σημείο 2 της προκήρυξης του διαγωνισμού προκύπτει σαφώς ότι η περιγραφή του σταδίου της εξέτασης της επιλεξιμότητας, η οποία εισάγεται με τη λέξη «πρώτον», προηγείται της περιγραφής του σταδίου της επιλογής βάσει τίτλων, η οποία εισάγεται με τη φράση «στη συνέχεια». Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι οι υποψήφιοι που δεν πληρούν τους όρους συμμετοχής και, συνεπώς, δεν κρίνονται επιλέξιμοι, αποκλείονται από το στάδιο της επιλογής βάσει τίτλων.
81
Βέβαια, όπως επισημαίνει ο προσφεύγων και όπως παραδέχεται η Επιτροπή, ο τίτλος του σημείου 2, «Επιλογή βάσει τίτλων», προκαλεί σύγχυση, καθώς αφήνει να εννοηθεί ότι αφορά μόνον το στάδιο της επιλογής βάσει τίτλων. Ωστόσο, όπως προκύπτει με σαφήνεια από το περιεχόμενό του, το στάδιο της επιλογής βάσει τίτλων έπεται του σταδίου της εξέτασης της επιλεξιμότητας, στο πλαίσιο δε εκάστου εκ των σταδίων αυτών η Επιτροπή διενεργεί συγκεκριμένο είδος ελέγχου. Κατά το στάδιο της εξέτασης της επιλεξιμότητας, η εξεταστική επιτροπή πρέπει να εξακριβώσει εάν πληρούνται οι όροι συμμετοχής που έχουν καθοριστεί στην ενότητα «Όροι συμμετοχής στον διαγωνισμό» και, εν προκειμένω, εάν η επαγγελματική πείρα των υποψηφίων εμπίπτει στον τομέα του διαγωνισμού. Κατά το στάδιο της επιλογής βάσει τίτλων και μόνο για τους υποψηφίους που πληρούν τους όρους συμμετοχής, η εξεταστική επιτροπή επιλέγει τους υποψηφίους βάσει των πληροφοριών που έχουν παράσχει οι υποψήφιοι στο πεδίο «αξιολογητής ταλέντου» του εντύπου υποψηφιότητας.
82
Δεν υπάρχει, συνεπώς, απόκλιση απόψεων μεταξύ των διαδίκων όσον αφορά την ερμηνεία της προκήρυξης του διαγωνισμού και, πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά τον διαχωρισμό μεταξύ του σταδίου του ελέγχου της επιλεξιμότητας και του σταδίου της επιλογής βάσει τίτλων, το δεύτερο εκ των οποίων αφορά μόνον τους υποψηφίους που έχουν επιτυχώς περάσει το πρώτο στάδιο.
83
Αυτό που προσάπτει ο προσφεύγων στην εξεταστική επιτροπή είναι ότι, κατά το πρώτο στάδιο, δηλαδή κατά το στάδιο ελέγχου της επιλεξιμότητας, εξέτασε εάν η επαγγελματική του πείρα είναι κατάλληλη για την προς πλήρωση θέση, ενώ, κατά τη γνώμη του, η εξέταση αυτή εντάσσεται στο δεύτερο στάδιο, αυτό της επιλογής βάσει τίτλων.
84
Συναφώς, υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, κατά το πρώτο στάδιο, η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού έπρεπε να εξετάσει, μεταξύ άλλων, εάν οι υποψήφιοι πληρούσαν τους συγκεκριμένους όρους που αναφέρονται στην ενότητα «Όροι συμμετοχής στον διαγωνισμό» της προκήρυξης του διαγωνισμού, σχετικά με τους τίτλους και την επαγγελματική πείρα. Σύμφωνα με τους όρους αυτούς, οι υποψήφιοι έπρεπε να διαθέτουν:
«Πλήρεις πανεπιστημιακές σπουδές τουλάχιστον 4 ετών πιστοποιούμενες από δίπλωμα (πτυχίο) και επαγγελματική πείρα τουλάχιστον 6 ετών στον τομέα του διαγωνισμού, μετά την απόκτηση του τίτλου σπουδών
ή
Πλήρεις πανεπιστημιακές σπουδές τουλάχιστον 3 ετών πιστοποιούμενες από δίπλωμα (πτυχίο), και επαγγελματική πείρα τουλάχιστον 7 ετών στον τομέα του διαγωνισμού, μετά την απόκτηση του διπλώματος/πτυχίου».
85
Επομένως, η εξεταστική επιτροπή έπρεπε να εξετάσει εάν οι υποψήφιοι διέθεταν, μεταξύ άλλων, επαγγελματική πείρα (έξι ή επτά ετών κατά περίπτωση) «στον τομέα του διαγωνισμού», δηλαδή, σύμφωνα με τον τίτλο του διαγωνισμού, στον τομέα της «Αναπτυξιακής συνεργασίας και διαχείρισης βοήθειας προς χώρες εκτός ΕΕ».
86
Όπως προκύπτει από την απόφαση περί απόρριψης της ένστασης της 10ης Ιουνίου 2016 και από το συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως φύλλο αξιολόγησης των προσόντων του προσφεύγοντος, η εξεταστική επιτροπή εκτίμησε ότι ο προσφεύγων δεν πληρούσε τον όρο περί εξαετούς τουλάχιστον επαγγελματικής πείρας στον τομέα του διαγωνισμού βάσει των καθηκόντων που περιγράφονται στο παράρτημα I της προκήρυξης του διαγωνισμού. Συγκεκριμένα, για να ελέγξει εάν η επαγγελματική πείρα του προσφεύγοντος ενέπιπτε «στον τομέα του διαγωνισμού», η εξεταστική επιτροπή έλαβε υπόψη της τα καθήκοντα της προς πλήρωση θέσης, όπως αυτά περιγράφονται στο παράρτημα I της προκήρυξης του διαγωνισμού.
87
Είναι γεγονός ότι, κατά το πρώτο στάδιο, η εξεταστική επιτροπή οφείλει μόνο να εξετάσει εάν ο υποψήφιος διαθέτει επαγγελματική πείρα στον τομέα του διαγωνισμού, πλην όμως, απαιτείται προς τούτο να αντιπαραβάλει τις δραστηριότητες που ασκούσε ο υποψήφιος, όπως αυτές περιγράφονται στο έντυπο υποψηφιότητας, με τα καθήκοντα της προς πλήρωση θέσης. Ο τρόπος αυτός ενέργειας της εξεταστικής επιτροπής προβλέπεται άλλωστε ρητώς στο σημείο 1.3 των γενικών κανόνων, τους οποίους επικαλείται ο προσφεύγων, ως εξής:
«Η επαγγελματική πείρα σας θα λαμβάνεται υπόψη μόνον εφόσον είναι σχετική με τη φύση των καθηκόντων που περιγράφονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού.
[…]
Παρακαλούμε να σημειώσετε ότι, αν η προκήρυξη του διαγωνισμού απαιτεί επαγγελματική πείρα στον τομέα του διαγωνισμού, τα στοιχεία της επαγγελματικής σας πείρας […] θα ληφθούν υπόψη μόνον εφόσον είναι σχετικά με τον συγκεκριμένο τομέα.
Είναι σημαντικό να περιγράψετε στην αίτηση υποψηφιότητάς σας τη φύση των καθηκόντων που ασκήσατε όσο το δυνατόν λεπτομερέστερα, ώστε η εξεταστική επιτροπή να μπορεί να αξιολογήσει τη συνάφεια της πείρας που διαθέτετε με τα καθήκοντα για τα οποία υποβάλετε αίτηση.»
88
Ο τρόπος αυτός ενέργειας της εξεταστικής επιτροπής είναι επίσης σύμφωνος με πάγια νομολογία, κατά την οποία οι όροι συμμετοχής πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των σκοπών του συγκεκριμένου διαγωνισμού, όπως αυτοί προκύπτουν από την περιγραφή των καθηκόντων της προς πλήρωση θέσης, το δε σχετικό με τη φύση των καθηκόντων τμήμα πρέπει να εξετάζεται από κοινού με το τμήμα της προκήρυξης του διαγωνισμού το οποίο αφορά τους όρους συμμετοχής (βλ., συναφώς, απόφαση της 14ης Ιουλίου 2000, Teixeira Neves κατά Δικαστηρίου, T‑146/99, EU:T:2000:194, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
89
Αντιπαραβάλλοντας τις δραστηριότητες τις οποίες ασκούσε ο υποψήφιος και οι οποίες περιγράφονται στο πεδίο «Επαγγελματική πείρα» του εντύπου υποψηφιότητας με τα καθήκοντα της προς πλήρωση θέσης, όπως αυτά περιγράφονται στο παράρτημα Ι της προκήρυξης του διαγωνισμού, η εξεταστική επιτροπή δεν εκτίμησε, κατ’ αντίθεση προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, την καταλληλότητα της επαγγελματικής του πείρας για την προς πλήρωση θέση. Η εκτίμηση αυτή διενεργείται κατά το στάδιο της επιλογής βάσει τίτλων, το οποίο έπεται. Όπως προκύπτει από το σημείο 2 της προκήρυξης του διαγωνισμού, κατά το δεύτερο αυτό στάδιο, η εξεταστική επιτροπή επιλέγει τους υποψηφίους που πέρασαν με επιτυχία το πρώτο στάδιο, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που αυτοί έχουν παραθέσει στο πεδίο «αξιολογητής ταλέντου» του εντύπου υποψηφιότητας και τα κριτήρια επιλογής που απαριθμούνται στο παράρτημα III της προκήρυξης του διαγωνισμού. Κατά το δεύτερο αυτό στάδιο, η εξεταστική επιτροπή καταλήγει, όπως εκτίθεται στο σημείο 2 της προκήρυξης του διαγωνισμού, «στους υποψηφίους των οποίων τα χαρακτηριστικά προσιδιάζουν καλύτερα στα καθήκοντα που θα κληθούν να εκτελέσουν».
90
Διαπιστώνεται, επιπλέον, ότι ο προσφεύγων προβάλλει απλώς ότι, κατά το στάδιο της εξέτασης των όρων συμμετοχής, η εξεταστική επιτροπή έλαβε υπόψη της τις πληροφορίες που παρατίθενται στο πεδίο «αξιολογητής ταλέντου» του εντύπου υποψηφιότητας και, συνεπώς, τα κριτήρια επιλογής που απαριθμούνται στο παράρτημα III της προκήρυξης του διαγωνισμού, χωρίς να παράσχει συναφώς αρχή αποδείξεως.
91
Επομένως, η πρώτη αιτίαση του προσφεύγοντος στηρίζεται σε σύγχυση όσον αφορά το αντικείμενο του ελέγχου της εξεταστικής επιτροπής, η οποία, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, δεν εξέτασε, κατά το πρώτο στάδιο, την καταλληλότητα της επαγγελματικής του πείρας σε σχέση με την προς πλήρωση θέση βάσει των κριτηρίων επιλογής που καθορίστηκαν με το παράρτημα III της προκήρυξης του διαγωνισμού, αλλά εξέτασε μόνον εάν η επαγγελματική του πείρα ενέπιπτε στον τομέα του διαγωνισμού, αντιπαραβάλλοντας την επαγγελματική πείρα που περιγράφεται στο έντυπο υποψηφιότητας με τα καθήκοντα που περιγράφονται στο παράρτημα I της προκήρυξης του διαγωνισμού.
92
Κατόπιν των προεκτεθέντων, η πρώτη αιτίαση κρίνεται συνεπώς απορριπτέα.
Επί της δεύτερης αιτιάσεως
93
Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, σύμφωνα με την απόφαση περί απόρριψης της ένστασης της 10ης Ιουνίου 2016 και το συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως φύλλο αξιολόγησης των προσόντων του προσφεύγοντος, η εξεταστική επιτροπή εκτίμησε ότι η επαγγελματική πείρα του προσφεύγοντος, η οποία περιγράφεται υπό την «καταχώριση 1» του εντύπου υποψηφιότητας, δεν εμπίπτει «ευθέως “στον τομέα του διαγωνισμού”, δηλαδή στον τομέα της αναπτυξιακής συνεργασίας και διαχείρισης βοήθειας προς χώρες εκτός ΕΕ».
94
Με τη δεύτερη αιτίαση, ο προσφεύγων αμφισβητεί την εκτίμηση αυτή της εξεταστικής επιτροπής. Επικρίνει, ειδικότερα, το ότι η εξεταστική επιτροπή διατύπωσε διαφορετική εκτίμηση όσον αφορά την επαγγελματική πείρα που περιγράφεται υπό την «καταχώριση 1» σε σχέση με την πείρα που περιγράφεται υπό την «καταχώριση 2» της αίτησής του υποψηφιότητας.
95
Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί εάν ήταν προδήλως εσφαλμένη η εκτίμηση της εξεταστικής επιτροπής ότι η επαγγελματική πείρα του προσφεύγοντος που περιγράφεται υπό την «καταχώριση 1» της αίτησής του υποψηφιότητας δεν εμπίπτει στον τομέα του διαγωνισμού.
96
Συναφώς, υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι η εξεταστική επιτροπή δεσμεύεται από το κείμενο της προκήρυξης του διαγωνισμού, όπως αυτό έχει δημοσιευθεί. Πράγματι, η βασική λειτουργία της προκήρυξης του διαγωνισμού συνίσταται στην ενημέρωση των ενδιαφερομένων, κατά τον ακριβέστερο δυνατό τρόπο, για τη φύση των όρων για την κάλυψη της οικείας θέσης, ούτως ώστε αυτοί να έχουν τη δυνατότητα να εκτιμήσουν, αφενός, εάν έχει συντρέχει λόγος να υποβάλουν υποψηφιότητα και, αφετέρου, ποια δικαιολογητικά έγγραφα είναι σημαντικά για τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής και πρέπει, κατά συνέπεια, να προσαρτηθούν στις αιτήσεις συμμετοχής (βλ., συναφώς, διάταξη της 3ης Απριλίου 2001, Zaur-Gora και Dubigh κατά Επιτροπής, T-95/00 και T-96/00, EU:T:2001:114, σκέψη 47, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2010, Ισπανία κατά Επιτροπής, T-156/07 και T-232/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:392, σκέψη 87).
97
Όσον αφορά, ειδικότερα, τον σχετικό με την επαγγελματική πείρα όρο συμμετοχής στον διαγωνισμό, έχει κριθεί ότι η λειτουργία της προκήρυξης του διαγωνισμού που συνίσταται «στην ενημέρωση των ενδιαφερομένων, κατά τον ακριβέστερο δυνατό τρόπο» δεν σημαίνει ότι η εξεταστική επιτροπή δεν έχει την ευθύνη να εκτιμήσει, κατά περίπτωση, εάν η προβαλλόμενη από κάθε υποψήφιο επαγγελματική πείρα αντιστοιχεί στο επίπεδο που απαιτεί η προκήρυξη του διαγωνισμού (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1989, Belardinelli κ.λπ. κατά Δικαστηρίου, 225/87, EU:C:1989:309, σκέψη 13, και της 25ης Μαρτίου 2004, Petrich κατά Επιτροπής, T-145/02, EU:T:2004:91, σκέψη 37).
98
Η εξεταστική επιτροπή διαθέτει συναφώς ευρεία διακριτική ευχέρεια, στο πλαίσιο των διατάξεων του ΚΥΚ που αφορούν τις διαδικασίες διαγωνισμών, σε σχέση με την εκτίμηση της προγενέστερης επαγγελματικής πείρας των υποψηφίων, τόσο ως προς τη φύση και τη διάρκειά της όσο και ως προς την περισσότερο ή λιγότερο στενή σχέση που μπορεί να έχει η πείρα αυτή με τις απαιτήσεις της προς πλήρωση θέσης. Επομένως, στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας που ασκεί, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει μόνον εάν η εν λόγω διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1990, Gonzalez Holguera κατά Κοινοβουλίου, T-115/89, EU:T:1990:84, σκέψη 54, και της 30ής Ιουνίου 2005, Eppe κατά Κοινοβουλίου, T-439/03, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2005:266, σκέψη 36).
99
Στο πλαίσιο αυτό, ο δικαστής της Ένωσης πρέπει να λαμβάνει υπόψη ότι, κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται στον υποψήφιο διαγωνισμού να παράσχει στην εξεταστική επιτροπή όλες τις πληροφορίες και όλα τα έγγραφα που θεωρεί χρήσιμα για την εξέταση της υποψηφιότητάς του, προκειμένου να δοθεί στην εξεταστική επιτροπή η δυνατότητα να εξακριβώσει εάν αυτός πληροί τους όρους της προκήρυξης του διαγωνισμού, κατά μείζονα δε λόγο αν κλήθηκε ρητώς και επισήμως να μετάσχει στον διαγωνισμό αυτόν (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1989, Belardinelli κ.λπ. κατά Δικαστηρίου, 225/87, EU:C:1989:309, σκέψη 24, και της 20ής Ιουνίου 1990, Burban κατά Κοινοβουλίου, T-133/89, EU:T:1990:36, σκέψεις 31 και 34). Επομένως, η εξεταστική επιτροπή, όταν αποφασίζει αν θα επιτρέψει ή όχι τη συμμετοχή των υποψηφίων στον διαγωνισμό, οφείλει να περιορίζει την εξέτασή της μόνο στα έντυπα υποψηφιότητας και στα συνημμένα σ’ αυτά έγγραφα (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2002, Martínez Alarcón κατά Επιτροπής, T-357/00, T-361/00, T-363/00 και T-364/00, EU:T:2002:66, σκέψη 76, και της 28ης Νοεμβρίου 2002, Pujals Gomis κατά Επιτροπής, T-332/01, EU:T:2002:289, σκέψεις 42 έως 44).
100
Στο πλαίσιο της κρινόμενης διαφοράς, πρέπει ακόμη να διευκρινιστεί ότι, δεδομένης της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει η εξεταστική επιτροπή, για να διαπιστωθεί η ύπαρξη προδήλως εσφαλμένης εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών, ο προσφεύγων οφείλει να προσκομίσει επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι εκτιμήσεις που διατυπώνονται στην επίδικη απόφαση δεν είναι εύλογες (βλ., συναφώς, απόφαση της 24ης Απριλίου 2013, Demeneix κατά Επιτροπής, F-96/12, EU:F:2013:52, σκέψη 45, και διάταξη της 12ης Απριλίου 2016, Beiner κατά Επιτροπής, F-135/15, EU:F:2016:77, σκέψη 38).
101
Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 87 και 88 ανωτέρω, οι όροι συμμετοχής πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των σκοπών του συγκεκριμένου διαγωνισμού, όπως απορρέουν από την περιγραφή των σχετικών με την προς πλήρωση θέση καθηκόντων και, κατά συνέπεια. το σχετικό με τα καθήκοντα τμήμα της προκήρυξης του διαγωνισμού, και το σχετικό με τους όρους συμμετοχής πρέπει να εξεταστούν από κοινού.
102
Εν προκειμένω, στο παράρτημα I της προκήρυξης του διαγωνισμού, όπου περιγράφονται τα καθήκοντα της προς πλήρωση θέσης, αναφέρεται ότι οι διοικητικοί υπάλληλοι ασκούν στον τομέα της αναπτυξιακής συνεργασίας καθήκοντα όπως, μεταξύ άλλων, «συμβολή στην ανάλυση θεμάτων και πολιτικών που σχετίζονται με την ανάπτυξη, στην κατάρτιση πολιτικών εθνικής και περιφερειακής ανάπτυξης […] και στη διεξαγωγή πολιτικού διαλόγου με τους εκάστοτε εταίρους και ενδιαφερόμενους φορείς», «συμμετοχή στον προσδιορισμό και τη διαμόρφωση έργων και προγραμμάτων αναπτυξιακής συνεργασίας που περιλαμβάνει την επεξεργασία προτάσεων και συμφωνιών χρηματοδότησης», «συμμετοχή στην επιχειρησιακή διαχείριση έργων και προγραμμάτων αναπτυξιακής συνεργασίας που περιλαμβάνει τη σύνταξη των όρων αναφοράς, την προκήρυξη, ανάθεση και εποπτεία της εφαρμογής συμβάσεων», «συμμετοχή στην επιχειρησιακή διαχείριση προγραμμάτων δημοσιονομικής στήριξης για την αναπτυξιακή συνεργασία», «παρακολούθηση και αξιολόγηση των έργων και προγραμμάτων αναπτυξιακής συνεργασίας» και «επαφή με όλους τους αρμόδιους φορείς, όπως ομόλογες κυβερνητικές υπηρεσίες, διεθνείς και περιφερειακοί οργανισμοί, κράτη μέλη και κοινωνία των πολιτών στον τομέα της αναπτυξιακής συνεργασίας».
103
Υπό την «καταχώριση 1» του εντύπου υποψηφιότητας του προσφεύγοντος, η οποία αντιστοιχεί στην επαγγελματική πείρα που απέκτησε από την 1η Οκτωβρίου 2012 έως τις 8 Μαΐου 2015, το είδος της επαγγελματικής πείρας περιγράφεται ως «δημόσιες σχέσεις», οι δε δραστηριότητες του προσφεύγοντος περιγράφονται ως εξής: «Συνεργασία με εκλεγμένους και μη εκπροσώπους, κοινοβουλευτικές αρχές, διεθνείς οργανισμούς, μη κυβερνητικούς οργανισμούς και μέλη της κοινωνίας των πολιτών για δραστηριότητες επηρεασμού του κοινοβουλίου προς στήριξη της κατάρτισης και της υλοποίησης πολιτικών. Κατάρτιση, σχεδιασμός και διαχείριση προτάσεων έργων, διανομή κοινοβουλευτικού υποστηρικτικού υλικού (δίγλωσσου δελτίου, εγχειριδίων, πληροφοριακών υπομνημάτων) και παροχή υποστήριξης σε κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες (ακροάσεις, συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης, τροπολογίες, ερωτήσεις, ομιλίες, επιστολές, άρθρα γνώμης).»
104
Υπό τον τίτλο «Είδος ή κλάδος δραστηριότητας» της «καταχώρισης 1», διευκρινίζεται ότι η δραστηριότητα αφορά «Δημόσιες σχέσεις και παροχή συμβουλών σε υπηρεσίες επηρεασμού της κοινής γνώμης για ζητήματα πληθυσμού και ανάπτυξης».
105
Επομένως, ο κλάδος δραστηριότητας που αναγράφεται στην «καταχώριση 1» παραπέμπει σε ζητήματα πληθυσμού και ανάπτυξης, ως προς τα οποία δεν αμφισβητείται ότι σχετίζονται με τον τομέα του διαγωνισμού, ο οποίος αφορά την αναπτυξιακή τη συνεργασία και τη διαχείριση της βοήθειας προς χώρες εκτός της Ένωσης.
106
Συγχρόνως, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, τα καθήκοντα που περιγράφονταν υπό την «καταχώριση 1» αποτελούσαν δραστηριότητες παροχής συμβουλών προς στήριξη «δραστηριοτήτων επηρεασμού του κοινοβουλίου». Εξάλλου, υπό τους τίτλους «Είδος πείρας» και «Είδος ή κλάδος δραστηριότητας», υπό το πρίσμα των οποίων πρέπει να ερμηνευθεί η περιγραφή των καθηκόντων, γίνεται λόγος είτε για δραστηριότητες «δημοσίων σχέσεων», είτε για δραστηριότητες «Δημοσίων σχέσεων και παροχής συμβουλών σε υπηρεσίες επηρεασμού της κοινής γνώμης (advocacy)».
107
Σύμφωνα με τις αρχές που υπομνήσθηκαν με τις σκέψεις 87 και 88 ανωτέρω, τα καθήκοντα αυτά πρέπει να συγκριθούν με τα καθήκοντα της προς πλήρωση θέσης, όπως αυτά περιγράφονται στο παράρτημα I της προκήρυξης του διαγωνισμού, τα οποία συνίστανται ιδίως στον σχεδιασμό και τη διασφάλιση της επιχειρησιακής διαχείρισης, καθώς και στην παρακολούθηση και αξιολόγηση προγραμμάτων αναπτυξιακής συνεργασίας ή στη δημοσιονομική στήριξη τέτοιων προγραμμάτων συνεργασίας.
108
Ωστόσο, η εξεταστική επιτροπή μπορούσε να θεωρήσει ότι τα καθήκοντα που περιγράφει ο προσφεύγων υπό την «καταχώριση 1» δεν φαίνεται να περιλαμβάνουν την ευθύνη εφαρμογής προγράμματος συνεργασίας ή δημοσιονομικής στήριξης. Επομένως, η εξεταστική επιτροπή, η οποία διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια ιδίως όσον αφορά την εκτίμηση του κατά πόσον η επαγγελματική πείρα του υποψηφίου σχετίζεται με τις απαιτήσεις της προς πλήρωση θέσης, μπορούσε βασίμως να εκτιμήσει ότι τα περιγραφόμενα από τον προσφεύγοντα καθήκοντα δεν συμπίπτουν με τα καθήκοντα που παρατίθενται στο παράρτημα I της προκήρυξης του διαγωνισμού.
109
Επομένως, δεν ήταν εσφαλμένη η διαπίστωση της εξεταστικής επιτροπής ότι η περιγραφόμενη υπό την «καταχώριση 1» επαγγελματική πείρα δεν εμπίπτει στον τομέα του διαγωνισμού και στους σκοπούς του, όπως αυτοί απορρέουν από την περιγραφή των καθηκόντων της προς πλήρωση θέσης.
110
Τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος δεν μπορούν να κλονίσουν το συμπέρασμα αυτό. Όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι υπάρχει ασυνέπεια ως προς την εκτίμηση της «καταχώρισης 1» και της «καταχώρισης 2» της αίτησής του υποψηφιότητας, επισημαίνεται, καταρχάς, ότι ο προσφεύγων παραδέχεται ότι οι δραστηριότητες που περιγράφονται υπό την «καταχώριση 1» και την «καταχώριση 2» δεν έχουν πανομοιότυπη διατύπωση. Περαιτέρω, ο προσφεύγων διατείνεται ότι οι δραστηριότητες που περιγράφει υπό την «καταχώριση 1» και την «καταχώριση 2» ασκήθηκαν για λογαριασμό ενός και του αυτού φορέα, του EPF, πράγμα που ουδόλως προκύπτει από το έντυπο υποψηφιότητας. Με το υπόμνημα απαντήσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι οι δραστηριότητες που περιγράφει υπό την «καταχώριση 1» και την «καταχώριση 2» αφορούσαν εξ ολοκλήρου πολιτικές αναπτυξιακής συνεργασίας και διαχείριση της βοήθειας προς χώρες εκτός της Ένωσης, χωρίς όμως να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη της θέσης του αυτής. Υποστηρίζει, περαιτέρω, επίσης χωρίς να το αποδεικνύει, ότι τα καθήκοντά του, όπως αυτά περιγράφονται υπό την «καταχώριση 1» και την«καταχώριση 2», περιελάμβαναν θεματικές δραστηριότητες σε αναπτυσσόμενες χώρες, συνεργαζόμενες με την Ένωση, και δημοσιεύσεις στον τομέα της αναπτυξιακής συνεργασίας, οι οποίες αφορούσαν ειδικότερα πληθυσμιακά ζητήματα.
111
Όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού έλαβε εσφαλμένως υπόψη της ότι αυτός ασκούσε τις δραστηριότητες που περιγράφονται υπό την «καταχώριση 1» του εντύπου υποψηφιότητας ως ελεύθερος επαγγελματίας, επισημαίνεται ότι από κανένα σημείο της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής ή της απόφασης περί απόρριψης της ένστασης της 10ης Ιουνίου 2016 δεν προκύπτει ότι οι δραστηριότητες που περιγράφονται υπό την «καταχώριση 1» δεν εμπίπτουν στον τομέα του διαγωνισμού επειδή ο προσφεύγων τις ασκούσε ως ελεύθερος επαγγελματίας και όχι ως μισθωτός σύμβουλος.
112
Όσον αφορά τα επιχειρήματα που αντλεί ο προσφεύγων από τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο πεδίο «αξιολογητής ταλέντου» της αίτησής του υποψηφιότητας, υπενθυμίζεται ότι, κατά το στάδιο της εξέτασης των όρων συμμετοχής στον διαγωνισμό, η εξεταστική επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη της τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο πεδίο αυτό (βλ., συναφώς, διάταξη της 12ης Απριλίου 2016, Beiner κατά Επιτροπής, F-135/15, EU:F:2016:77, σκέψη 47). Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, από το σημείο 2 της ενότητας «Διαδικασία επιλογής» της προκήρυξης του διαγωνισμού προκύπτει ότι η επιλογή βάσει τίτλων, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που έχουν παραθέσει οι υποψήφιοι στο πεδίο «αξιολογητής ταλέντου» του εντύπου υποψηφιότητας, διενεργείται «δεύτερον, μόνο για τους επιλέξιμους υποψηφίους». Σημειωτέον ακόμη επ’ αυτού ότι ο προσφεύγων αντιφάσκει, διότι, στο πλαίσιο της πρώτης αιτίασης του τρίτου λόγου υποστηρίζει ότι, κατά το πρώτο στάδιο της εξέτασης των όρων συμμετοχής, η εξεταστική επιτροπή δεν μπορεί να λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο πεδίο «αξιολογητής ταλέντου» της αίτησής του υποψηφιότητας.
113
Βάσει των προεκτεθέντων, η δεύτερη αιτίαση κρίνεται απορριπτέα, όπως και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του, ο οποίος αφορά προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση.
Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης
114
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η εσφαλμένη ερμηνεία της προκήρυξης του διαγωνισμού από την εξεταστική επιτροπή και η απορρέουσα από αυτήν απόφαση της εξεταστικής επιτροπής της 5ης Νοεμβρίου 2015 συνεπάγονται την άνιση μεταχείριση μεταξύ των υποψηφίων και, ειδικότερα, μεταξύ αυτού, του οποίου η επαγγελματική πείρα δεν εξετάστηκε με βάση τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο πεδίο «αξιολογητής ταλέντου» της αίτησής του υποψηφιότητας, και των υποψηφίων των οποίων η επαγγελματική πείρα και οι λοιποί τίτλοι αποτέλεσαν αντικείμενο τέτοιας συγκριτικής εξέτασης.
115
Ο προσφεύγων προβάλλει ότι όχι μόνον εξετάστηκε η συνάφεια των τίτλων και των προσόντων των λοιπών υποψηφίων, πράγμα που δεν συνέβη ως προς αυτόν, αλλά και ότι το σύνολο της βαθμολογίας που θα λάμβανε εάν είχε εξεταστεί το σύνολο των τίτλων και των προσόντων του θα ήταν ίσο προς το σύνολο της βαθμολογίας των λοιπών υποψηφίων ή υψηλότερο από αυτό.
116
Αυτή η διαφορετική μεταχείριση δεν δικαιολογείται. Αποκλείοντας παρανόμως τον προσφεύγοντα από τον διαγωνισμό, πριν ακόμη διενεργηθεί η επιλογή βάσει τίτλων βάσει των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στο πεδίο «αξιολογητής ταλέντου» της αίτησής του υποψηφιότητας, σε αντίθεση με τους λοιπούς υποψηφίους που έγιναν δεκτοί, η εξεταστική επιτροπή προέβη σε «παράνομη διάκριση» εις βάρος του προσφεύγοντος, κατόπιν μιας εξίσου παράνομης εξέτασης της επιλεξιμότητας, επιπλέον της εσφαλμένης εκτίμησης και της μη τήρησης των κανόνων και των διαδικασιών που ισχύουν για την επιλογή βάσει τίτλων.
117
Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.
118
Κατά τη νομολογία, η αρχή της ίσης μεταχείρισης, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, επιτάσσει μην αντιμετωπίζονται όμοιες καταστάσεις κατά τρόπο διαφορετικό και διαφορετικές καταστάσεις καθ’ όμοιο τρόπο, εκτός αν μια τέτοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, Lindorfer κατά Συμβουλίου, C-227/04 P, EU:C:2007:490, σκέψη 63, και της 17ης Ιουλίου 2008, Campoli κατά Επιτροπής, C-71/07 P, EU:C:2008:424, σκέψη 50).
119
Σε τομέα στον οποίον το θεσμικό όργανο δύναται να ενεργεί κατά διακριτική ευχέρεια, η αρχή αυτή παραβιάζεται όταν το όργανο προβαίνει σε διαφοροποίηση αυθαίρετη ή προδήλως απρόσφορη σε σχέση με τον σκοπό της σχετικής ρυθμίσεως (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 8ης Ιανουαρίου 2003, Hirsch κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T-94/01, T-152/01 και T-286/01, EU:T:2003:3, σκέψη 51, της 8ης Νοεμβρίου 2006, Chetcuti κατά Επιτροπής, T-357/04, EU:T:2006:339, σκέψη 54, και της 29ης Νοεμβρίου 2006, Campoli κατά Επιτροπής, T-135/05, EU:T:2006:366, σκέψεις 95 έως 97).
120
Εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε, η προκήρυξη του διαγωνισμού προβλέπει διαχωρισμό του σταδίου της εξέτασης της επιλεξιμότητας και του σταδίου της επιλογής βάσει τίτλων, το οποίο αφορά μόνον τους υποψηφίους που επελέγησαν κατά το προηγούμενο στάδιο.
121
Από τα προεκτεθέντα στις σκέψεις 43 έως 72 ανωτέρω, σχετικά με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορά έλλειψη νομιμότητας της προκήρυξης του διαγωνισμού, προκύπτει ότι ο διαχωρισμός αυτός που προβλέπεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού είναι σύννομος.
122
Επίσης, από τα προεκτεθέντα στις σκέψεις 73 έως 113 ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά το πέρας του σταδίου της εξέτασης των όρων συμμετοχής, η εξεταστική επιτροπή απέκλεισε τον προσφεύγοντα κατ’ εφαρμογήν της προκήρυξης του διαγωνισμού και χωρίς η εκτίμησή της να είναι προδήλως εσφαλμένη.
123
Επομένως, ο προσφεύγων δεν μπορεί να συγκρίνει την κατάστασή του με εκείνη των επιλέξιμων υποψηφίων, των οποίων η υποψηφιότητα εξετάστηκε στο πλαίσιο του δεύτερου σταδίου της επιλογής βάσει τίτλων και οι οποίοι δεν βρίσκονταν, ως εκ τούτου, στην ίδια κατάσταση με αυτόν.
124
Κατά συνέπεια, η αιτίαση περί παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχείρισης πρέπει να απορριφθεί.
125
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
126
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει τον Vincent Villeneuve στα δικαστικά έξοδα.
Kanninen
Schwarcz
Ηλιόπουλος
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Σεπτεμβρίου 2018.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy