ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 7ης Μαρτίου 2018 ( *1 )
«REACH – Τέλος που οφείλεται για την καταχώριση ουσίας – Μείωση που χορηγείται στις ΜΜΕ – Επαλήθευση από τον ECHA της δήλωσης σχετικά με το μέγεθος της επιχείρησης – Απόφαση με την οποία επιβάλλεται διοικητική επιβάρυνση – Σύσταση 2003/361/ΕΚ – Υπέρβαση των δημοσιονομικών ανωτάτων ορίων – Έννοια της “συνδεδεμένης επιχείρησης”»
Στην υπόθεση T‑855/16,
Fertisac, SL, με έδρα το Atarfe (Ισπανία), εκπροσωπούμενη από τον J. Gomez Rodriguez, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων (ECHA), εκπροσωπούμενου από τους E. Maurage, J.‑P. Trnka και από την M. Heikkilä, επικουρούμενους από τους C. Garcia Molyneux και L. Tosoni, δικηγόρους,
καθού,
με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, της απόφασης SME(2016) 5150 του ECHA, της 15ης Νοεμβρίου 2016, με την οποία διαπιστώθηκε ότι η προσφεύγουσα δεν πληροί τις προϋποθέσεις ώστε να της χορηγηθεί η προβλεπόμενη για τις μεσαίες επιχειρήσεις μείωση του τέλους και με την οποία η προσφεύγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει διοικητική επιβάρυνση, καθώς και να εξοφλήσει τα υπ’ αριθ. 10060160 και 10060161 τιμολόγια τα οποία εκδόθηκαν από τον ECHA και προσαρτήθηκαν στην απόφαση SME(2016) 5150,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους I. Pelikánová, πρόεδρο, P. Nihoul (εισηγητή) και J. Svenningsen, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Η προσφεύγουσα, Fertisac, SL, είναι εταιρία ισπανικού δικαίου και δραστηριοποιείται στην παρασκευή ουσιών που υπόκεινται σε υποχρέωση καταχώρισης στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων (ECHA) βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων, καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 1488/94 της Επιτροπής, καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ 2006, L 396, σ. 1).
2
Στις 30 Νοεμβρίου 2010, η προσφεύγουσα προέβη σε καταχώριση χημικής ουσίας δυνάμει του κανονισμού 1907/2006.
3
Κατά τη διαδικασία καταχώρισης, η προσφεύγουσα δήλωσε ότι ήταν μεσαία επιχείρηση κατά την έννοια της σύστασης 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (ΕΕ 2003, L 124, σ. 36). Συνεπεία της δήλωσης αυτής, της χορηγήθηκε μείωση του ποσού που όφειλε να καταβάλει βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 1907/2006.
4
Για την καταχώριση, ο ECHA εξέδωσε τιμολόγιο ύψους 16275 ευρώ που αντιστοιχούσε στο τέλος που οφείλει μια μεσαία επιχείρηση στο πλαίσιο, όπως εν προκειμένω, κοινής υποβολής, για ποσότητα άνω των 1000 τόνων. Πρόκειται για το υπ’ αριθ. 10024865 τιμολόγιο.
5
Με επιστολή της 27ης Αυγούστου 2013, ο ECHA ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι το καθεστώς μικρομεσαίας επιχείρησης (ΜΜΕ) που είχε δηλώσει κατά την καταχώριση τελούσε υπό διαδικασία επαλήθευσης. Την κάλεσε δε να προσκομίσει στοιχεία που να αποδεικνύουν το καθεστώς μεσαίας επιχείρησης.
6
Στις 15 Νοεμβρίου 2016, κατόπιν ανταλλαγής επιστολών και εγγράφων, ο ECHA εξέδωσε την απόφαση SME(2016) 5150. Με την απόφαση αυτή, ο ECHA έκρινε ότι η προσφεύγουσα ήταν μεγάλη επιχείρηση και ότι δεν ήταν δυνατόν να επωφεληθεί του μειωμένου τέλους που εφαρμόζεται στις ΜΜΕ κατά την έννοια της σύστασης 2003/361.
7
Με την απόφαση SME(2016) 5150, βεβαιώθηκε οφειλή της προσφεύγουσας, αφενός, για ποσό που αντιστοιχούσε στη διαφορά μεταξύ του ποσού του ήδη καταβληθέντος τέλους και του ποσού του τέλους που επιβάλλεται στις μεγάλες επιχειρήσεις και, αφετέρου, για διοικητική επιβάρυνση που ήταν 2,5 φορές μεγαλύτερη του οικονομικού οφέλους που προέκυψε από την αναληθή δήλωση ως προς το μέγεθος της επιχείρησης.
8
Η απόφαση αυτή συνοδευόταν από δύο τιμολόγια, το υπ’ αριθ. 10060160 τιμολόγιο, ποσού 6975 ευρώ, και το υπ’ αριθ. 10060161 τιμολόγιο, ποσού 17437 ευρώ (στο εξής, από κοινού: προσβαλλόμενα τιμολόγια).
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
9
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Δεκεμβρίου 2016, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
10
Με χωριστό δικόγραφο που κατατέθηκε την ίδια ημέρα, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης SME(2016) 5150 και των προσβαλλομένων τιμολογίων. Με διάταξη της 10ης Μαρτίου 2017, Fertisac κατά ECHA (T‑855/16 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:155), ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε την ανωτέρω αίτηση και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
11
Το υπόμνημα αντικρούσεως του ECHA κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Μαρτίου 2017.
12
Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν κατέθεσε υπόμνημα απαντήσεως, η έγγραφη διαδικασία περατώθηκε στις 16 Μαΐου 2017.
13
Ουδείς εκ των διαδίκων ζήτησε τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζήτησης εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 106, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Το Γενικό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 106, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, να αποφανθεί χωρίς προφορική διαδικασία.
14
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να ακυρώσει την απόφαση SME(2016) 5150·
–
να της αναγνωρισθεί το καθεστώς ΜΜΕ·
–
να ακυρώσει τα προσβαλλόμενα τιμολόγια·
–
να καταδικάσει τον ECHA στα δικαστικά έξοδα.
15
Ο ECHA ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να κρίνει απαράδεκτο το αίτημα για ακύρωση των προσβαλλομένων τιμολογίων·
–
να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως της απόφασης SME(2016) 5150·
–
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί του παραδεκτού
Επί του αιτήματος περί ακυρώσεως των προσβαλλομένων τιμολογίων
16
Με το τρίτο της αίτημα, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει τα προσβαλλόμενα τιμολόγια.
17
Κατά του ανωτέρω αιτήματος ο ECHA προβάλλει ένσταση απαραδέκτου, υποστηρίζοντας ότι τα προσβαλλόμενα τιμολόγια δεν συνιστούν πράξεις δεκτικές προσφυγής.
18
Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι πράξεις δεκτικές προσφυγής ακυρώσεως συνιστούν μόνον όσες παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση (αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 9· της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, Reynolds Tobacco κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑131/03 P, EU:C:2006:541, σκέψη 54, και της 6ης Δεκεμβρίου 2007, Επιτροπή κατά Ferriere Nord, C‑516/06 P, EU:C:2007:763, σκέψη 27).
19
Επιπροσθέτως, προκειμένου να καθορισθεί αν η πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση είναι δεκτική προσφυγής, πρέπει να εξετασθεί η ουσία της πράξης αυτής, καθώς η μορφή της είναι καταρχήν αδιάφορη (αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 9, και της 18ης Νοεμβρίου 2010, NDSHT κατά Επιτροπής, C‑322/09 P, EU:C:2010:701, σκέψεις 46 και 47).
20
Εν προκειμένω, με την απόφαση SME(2016) 5150, ο ECHA υποχρέωσε την προσφεύγουσα να καταβάλει το τέλος που εφαρμόζεται στις μεγάλες επιχειρήσεις, καθώς και διοικητική επιβάρυνση. Στην απόφαση αυτή, ο ECHA διευκρίνισε ότι τα αντίστοιχα ποσά αναγράφονταν στα προσαρτημένα τιμολόγια, εν προκειμένω τα προσβαλλόμενα τιμολόγια. Η απόφαση SME(2016) 5150 και τα προσαρτημένα σ’ αυτήν προσβαλλόμενα τιμολόγια χρονολογούνται την ίδια ημέρα. Απεστάλησαν στην ίδια αποδέκτρια, την προσφεύγουσα, με τον ίδιο φάκελο.
21
Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι, κατά κανόνα, τα παραρτήματα εκλαμβάνονται από την νομολογία ως μέρος του εγγράφου στο οποίο προσαρτώνται, οπότε η κανονιστική ισχύς που τους αναγνωρίζεται είναι ίδια με εκείνη των διατάξεων που συνθέτουν το κύριο σώμα του εγγράφου.
22
Η ως άνω νομολογία αναπτύχθηκε ιδίως όσον αφορά τις οδηγίες, τα παραρτήματα των οποίων θεωρήθηκαν όχι ως χωριστό μέρος των πράξεων αυτών, αλλά, αντιθέτως, ως αναπόσπαστο μέρος τους, όπως και οι περιεχόμενες στις οδηγίες αυτές διατάξεις (βλ. απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, Impact, C‑268/06, EU:C:2008:223, σκέψη 58 αναφορικά με μια συμφωνία-πλαίσιο που περιέχεται στο παράρτημα οδηγίας).
23
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι στη νομολογία την οποία επικαλείται ο ECHA σχετικά με τις πράξεις που ο ίδιος εκδίδει κατά το πέρας των διαδικασιών επαλήθευσης γίνεται διάκριση μεταξύ τιμολογίων και αποφάσεων και επιχειρείται να προσδιορισθεί, μεταξύ των πράξεων αυτών, εκείνη που καθορίζει τις βασικές υποχρεώσεις του προσφεύγοντος.
24
Η ως άνω νομολογία συναρτάται ωστόσο με τις περιπτώσεις στο πλαίσιο των οποίων αναπτύχθηκε. Στις τρεις υποθέσεις που αναφέρει ο ECHA και στις οποίες το εν λόγω ζήτημα απασχόλησε το Γενικό Δικαστήριο, τα τιμολόγια δεν ήταν πράγματι προσαρτημένα στις αποφάσεις τις οποίες αφορούσαν, αλλά είχαν εκδοθεί χωριστά από τον ECHA, ενίοτε με χρονική απόσταση πολλών ημερών, με αποτέλεσμα να δίνουν την εντύπωση μεμονωμένων πράξεων. Δεδομένου ότι η κατάσταση αυτή μπορούσε να επηρεάσει το παραδεκτό της προσφυγής, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να προσδιορίσει, μεταξύ των μεμονωμένων αυτών πράξεων, εκείνη που μετέβαλλε τη νομική κατάσταση του προσφεύγοντος, όπως απαιτεί η νομολογία (αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2014, Spraylat κατά ECHA, T‑177/12, EU:T:2014:849, σκέψη 21· της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, La Ferla κατά Επιτροπής και ECHA, T‑392/13, EU:T:2016:478, σκέψη 56, και της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, K Chimica κατά ECHA, T‑675/13, EU:T:2016:480, σκέψη 27).
25
Η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει ως προς τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της, δεδομένου ότι η απόφαση SME(2016) 5150 ουδόλως διαχωρίζεται από τα προσβαλλόμενα τιμολόγια με τα οποία συνθέτει, από κοινού, μια ενιαία πράξη αποτελούμενη από δύο μέρη, τουτέστιν ένα διοικητικό [η απόφαση SME(2016) 5150 αυτή καθαυτήν] και ένα λογιστικό (τα προσαρτημένα σ’ αυτήν προσβαλλόμενα τιμολόγια), στην ενιαία δε αυτή πράξη αποτυπώνονταν η διαπίστωση του ECHA ότι δεν παρασχέθηκαν οι απαιτούμενες από τη νομοθεσία αποδείξεις και η βούλησή του να αντλήσει τις σχετικές συνέπειες επιβάλλοντας οικονομικές υποχρεώσεις στην προσφεύγουσα.
26
Η ενιαία αυτή πράξη (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα της προσφεύγουσας μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική της κατάσταση, εφόσον την υποχρεώνει να αποστεί του καθεστώτος ΜΜΕ το οποίο ωστόσο διεκδικούσε.
27
Πράγματι, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ως συνέπεια να μην μπορεί η προσφεύγουσα να επωφεληθεί του μειωμένου τέλους που εφαρμόζεται στις ΜΜΕ και να πρέπει να καταβάλει το ποσό του τέλους που εφαρμόζεται στις μεγάλες επιχειρήσεις, καθώς και τη διοικητική επιβάρυνση που προβλέπει η νομοθεσία υπό τέτοιες περιστάσεις.
28
Εφόσον παράγει τέτοια αποτελέσματα, η προσβαλλόμενη απόφαση μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε ο ECHA είναι απορριπτέα καθόσον βάλλει κατά του αιτήματος περί ακυρώσεως των προσβαλλομένων τιμολογίων.
Επί του αιτήματος να αναγνωρισθεί το καθεστώς ΜΜΕ
29
Με το δεύτερό της αίτημα, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να της αναγνωρισθεί το καθεστώς ΜΜΕ.
30
Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας. Εάν η προσφυγή είναι βάσιμη, το Δικαστήριο της Ένωσης κηρύσσει άκυρη την προσβαλλόμενη πράξη, δυνάμει του άρθρου 264 ΣΛΕΕ. Απόκειται, επομένως, στο θεσμικό ή άλλο όργανο ή στον οργανισμό των οποίων η πράξη κηρύχθηκε άκυρη να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 266 ΣΛΕΕ.
31
Από τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτει ότι, οσάκις επιλαμβάνεται αιτήματος βάλλοντος κατά του τέλους και της διοικητικής επιβάρυνσης που επιβάλλονται σε επιχείρηση λόγω σφάλματος ως προς το δηλωθέν μέγεθος, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί επί του χαρακτηρισμού της επιχείρησης αυτής ως ΜΜΕ, διότι τέτοια κρίση θα συνεπαγόταν ότι υποκαθιστά τον ECHA κατά παράβαση των προμνησθεισών διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ (βλ., συναφώς, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2005, Infront WM κατά Επιτροπής, T‑33/01, EU:T:2005:461, σκέψη 171, και διάταξη της 16ης Δεκεμβρίου 2016, Groupement pastoral de Oust κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑663/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:759, σκέψη 13).
32
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το δεύτερο αίτημα είναι απαράδεκτο, καθότι το αντικείμενό του υπερβαίνει τα όρια της αρμοδιότητας που διαθέτει το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως.
Επί της ουσίας
33
Προς στήριξη της προσφυγής της κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η προσφεύγουσα προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως. Με τον πρώτο λόγο υποστηρίζει ότι, εκλαμβάνοντάς την ως μεγάλη επιχείρηση, ο ΕCHA ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος της σύστασης 2003/361, το οποίο ορίζει τα κριτήρια για τον καθορισμό των ΜΜΕ. Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία της σύστασης 2003/361, καθόσον ο ECHA χαρακτήρισε ως «συνδεδεμένες επιχειρήσεις» άλλες τρεις επιχειρήσεις.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία των ανωτάτων ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος της σύστασης 2003/361
34
Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το προσωπικό της ουδέποτε υπερέβη τα 250 άτομα και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί μεγάλη επιχείρηση. Παραπέμπει, ως προς τούτο, στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος της σύστασης 2003/361, όπου ορίζονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί μια επιχείρηση προκειμένου να χαρακτηριστεί ΜΜΕ.
35
Ο ECHA αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.
36
Πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, η προσφεύγουσα πρέπει να θεωρηθεί μεγάλη επιχείρηση δεδομένου ότι, βάσει των συλλεγεισών πληροφοριών, υπάρχει υπέρβαση των ανωτάτων ορίων που ορίζονται στο παράρτημα της σύστασης 2003/361.
37
Από το τιτλοφορούμενο «Informe de cálculo de PYME» (έκθεση υπολογισμού ΜΜΕ) έγγραφο που προσαρτάται στην προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο ECHA δικαιολόγησε την απόφασή του να θεωρήσει την προσφεύγουσα μεγάλη επιχείρηση βάσει του ότι, κατά τα οικονομικά έτη 2008 και 2009, ο ετήσιος συνολικός ισολογισμός που λαμβάνεται υπόψη για να υπολογισθεί το μέγεθος της επιχείρησης ήταν μεγαλύτερος από 43 εκατομμύρια ευρώ και ο κύκλος εργασιών της μεγαλύτερος από 50 εκατομμύρια ευρώ.
38
Για να εκτιμηθεί η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να υπομνησθεί ότι, για τον καθορισμό των ΜΜΕ, η σχετική εφαρμοστέα νομοθεσία παραπέμπει στη σύσταση 2003/361. Πράγματι, ο κανονισμός 1907/2006 ορίζει στο άρθρο 3, σημείο 36, ότι ΜΜΕ είναι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις «όπως ορίζονται στη σύσταση [2003/361]». Επιπλέον, ο κανονισμός (ΕΚ) 340/2008 της Επιτροπής, της 16ης Απριλίου 2008, σχετικά με τα τέλη και τις επιβαρύνσεις που πρέπει να καταβάλλονται στον ECHA σύμφωνα με τον κανονισμό 1907/2006 (ΕΕ 2008, L 107, σ. 6), προβλέπει, στο άρθρο 2, ότι ως μεσαία επιχείρηση νοείται «μια επιχείρηση μεσαίου μεγέθους, κατά την έννοια της σύστασης [2003/361]».
39
Η σύσταση 2003/361, η οποία εφαρμόζεται βάσει του κανονισμού 1907/2006 και του κανονισμού 340/2008, περιέχει παράρτημα του οποίου ο τίτλος I αφορά τον «[ο]ρισμό των [ΜΜΕ] που ενέκρινε η Επιτροπή». Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος αυτού, «[η] κατηγορία των [ΜΜΕ] αποτελείται από επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 250 εργαζομένους και των οποίων ο ετήσιος κύκλος εργασιών δεν υπερβαίνει τα 50 εκατομμύρια ευρώ ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού δεν υπερβαίνει τα 43 εκατομμύρια ευρώ».
40
Από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος της σύστασης 2003/361 προκύπτει ότι, προκειμένου να καθορισθεί κατά πόσον μια επιχείρηση μπορεί να θεωρηθεί ΜΜΕ, καθιερώνονται δύο κριτήρια, εκ των οποίων το ένα σχετίζεται με τα χρηματοοικονομικά χαρακτηριστικά της επιχείρησης, ενώ το άλλο αφορά το προσωπικό που αυτή απασχολεί.
41
Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, για να μπορεί μια επιχείρηση να μη θεωρηθεί ΜΜΕ, πρέπει να υπάρχει υπέρβαση των ανωτάτων ορίων που προβλέπονται για κάθε ένα από τα δύο αυτά κριτήρια, ενώ η υπέρβαση του ανωτάτου ορίου που προβλέπεται από ένα μόνον κριτήριο δεν συνεπάγεται αποκλεισμό από την κατηγορία των ΜΜΕ. Μεταξύ των κριτηρίων αυτών, εκείνο που έχει σχέση με το προσωπικό είναι ιδιαίτερης σημασίας, όπως επιβεβαιώνεται στην αιτιολογική σκέψη 4 της σύστασης 2003/361. Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα ουδέποτε υπερέβη το ανώτατο όριο που προβλέπει το εν λόγω κριτήριο.
42
Πρέπει να σημειωθεί συναφώς ότι, κατά τη νομολογία, το κριτήριο που έχει σχέση με το προσωπικό και εκείνο που έχει σχέση με τα χρηματοοικονομικά χαρακτηριστικά πρέπει να εφαρμόζονται, στην υπό εξέταση νομοθεσία, κατά τρόπο σωρευτικό.
43
Το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε υπ’ αυτήν την έννοια στη διάταξη της 16ης Σεπτεμβρίου 2015, Calestep κατά ECHA (T‑89/13, EU:T:2015:711, σκέψη 40), που αφορούσε ειδικά την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος της σύστασης 2003/361, η οποία νομική διάταξη αποτελεί τον πυρήνα των επιχειρημάτων που ανέπτυξε η προσφεύγουσα.
44
Η διάταξη αυτή του Γενικού Δικαστηρίου αποτελούσε συνέχεια μιας νομολογίας που αναπτύχθηκε στην απόφαση της 8ης Ιουλίου 2004, Dalmine κατά Επιτροπής (T‑50/00, EU:T:2004:220, σκέψεις 285 και 286), όσον αφορά την αντίστοιχη διάταξη που περιείχε η σύσταση 96/280/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Απριλίου 1996, σχετικά με τον ορισμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΕΕ 1996, L 107, σ. 4), η οποία προηγήθηκε, με το ίδιο αντικείμενο, της σύστασης 2003/361 και παρέθετε, ουσιαστικά, με παρόμοιο τρόπο το κριτήριο που σχετίζεται με το προσωπικό και εκείνο που σχετίζεται με τα χρηματοοικονομικά χαρακτηριστικά.
45
Η νομολογία που απορρέει από τη διάταξη της 16ης Σεπτεμβρίου 2015, Calestep κατά ECHA (T‑89/13, EU:T:2015:711), βασίζεται στο γράμμα της σύστασης 2003/361, δεδομένου ότι ο συμπλεκτικός σύνδεσμος «και» πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι φανερώνει την πρόθεση του συντάκτη της πράξεως να «συντονίσει» και, επομένως, να σωρεύσει τα κριτήρια που αυτή μνημονεύει, χωρίς να τα παρουσιάζει ως εναλλακτικές υπό εξέταση δυνατότητες (διάταξη της 16ης Σεπτεμβρίου 2015, Calestep κατά ECHA, T‑89/13, EU:T:2015:711, σκέψη 40).
46
Η προμνησθείσα νομολογία βασίζεται επίσης στην αιτιολογική σκέψη 4 της σύστασης 2003/361, κατά την οποία «[τ]ο κριτήριο του αριθμού των απασχολούμενων ατόμων […] παραμένει αναμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα και πρέπει να θεωρείται ως βασικό, αλλά η θέσπιση και ενός χρηματοοικονομικού κριτηρίου αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα προκειμένου να προσδιοριστεί η πραγματική σημασία και απόδοση μιας επιχείρησης και η θέση της σε σχέση με τους ανταγωνιστές της» (διάταξη της 16ης Σεπτεμβρίου 2015, Calestep κατά ECHA, T‑89/13, EU:T:2015:711, σκέψη 41).
47
Η σωρευτική αυτή εφαρμογή συνάδει προς την έκθεση [SEC(1992) 351 τελικό] της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, της 29ης Απριλίου 1992, σχετικά με τους ορισμούς των ΜΜΕ που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο κοινοτικών δράσεων, που προηγήθηκε της έκδοσης της σύστασης 96/280, η οποία παραπέμπει, εξάλλου, στην έκθεση αυτή στην έβδομη αιτιολογική της σκέψη.
48
Στην ανωτέρω έκθεση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε τη χρήση ενός ορισμού στηριζόμενου σε συνδυασμό κριτηρίων –ιδίως εκείνων του αριθμού των απασχολούμενων ατόμων, του κύκλου εργασιών και του συνολικού ισολογισμού– εφόσον, κατά την άποψή της, τυχόν μεμονωμένο κριτήριο δεν παρείχε ικανοποιητικό ορισμό των ΜΜΕ.
49
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η χορηγούμενη στις ΜΜΕ μείωση του τέλους αποβλέπει στο να ληφθεί υπόψη η ειδική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι επιχειρήσεις αυτές σε σχέση με εκείνη των μεγάλων επιχειρήσεων. Δεδομένου ότι προορίζεται για ειδική κατηγορία οικονομικών φορέων και έχει τον χαρακτήρα μέτρου παρέκκλισης, η μείωση αυτή πρέπει να τυγχάνει συσταλτικής ερμηνείας ως προς τις προϋποθέσεις που διέπουν την εφαρμογή της.
50
Την ως άνω ερμηνεία δεν αναιρεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας κατά το οποίο, εξεταζόμενο μεμονωμένα, το κριτήριο που σχετίζεται με το προσωπικό είναι ωστόσο αποφασιστικής σημασίας, όπως προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 2, του παραρτήματος της σύστασης 2003/361, στο οποίο παραπέμπει ο οδηγός με τίτλο «Πώς καθορίζεται η κατηγορία του μεγέθους της επιχείρησης» που δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του ECHA.
51
Ως προς τούτο, πρέπει να επισημανθεί ότι η διάταξη που παραθέτει η προσφεύγουσα αφορά την περίπτωση εκείνη όπου, σε ένα εξαιρετικό έτος, μια επιχείρηση υπερβαίνει ένα από τα ανώτατα όρια που μνημονεύονται στη διάταξη αυτή, οπότε η εν λόγω επιχείρηση δύναται, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα, να διατηρήσει την ιδιότητα της ΜΜΕ, υπό την προϋπόθεση ότι η υπέρβαση αυτή περιορίζεται σε ένα μόνον οικονομικό έτος.
52
Η ανωτέρω διάταξη δεν τροποποιεί τον κανόνα κατά τον οποίο, για να χαρακτηριστεί ΜΜΕ, μια επιχείρηση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ανώτατα όρια που σχετίζονται με το προσωπικό και με ορισμένα χρηματοοικονομικά χαρακτηριστικά, αλλά εισάγει μια εξαίρεση που περιορίζεται σε περιστάσεις των οποίων τη συνδρομή δεν απέδειξε εν προκειμένω η προσφεύγουσα.
53
Εκ των προηγηθεισών σκέψεων προκύπτει ότι, θεωρώντας την προσφεύγουσα μεγάλη επιχείρηση, ο ECHA δεν υπέπεσε σε πλάνη κατά την ερμηνεία των κριτηρίων που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος της σύστασης 2003/361.
54
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία του όρου «συνδεδεμένη επιχείρηση» που περιέχεται στη σύσταση 2003/361
55
Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν αποτελεί τμήμα μιας ομάδας «συνδεδεμένων επιχειρήσεων» και ότι, κατά συνέπεια, προκειμένου να καθορισθεί το μέγεθός της, πρέπει να ληφθούν υπόψη αποκλειστικά τα στοιχεία της, καθώς και τα στοιχεία των «συνεργαζόμενων επιχειρήσεων» οι οποίες, όπως προσδιόρισε στην αλληλογραφία της με τον ECHA κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επαλήθευσης της δήλωσής της, είναι οι επιχειρήσεις Ibérica de Gestión Inmobiliaria y Arrendaticia SL και Agroquimes SL.
56
Ο ECHA αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας.
57
Πρέπει να σημειωθεί συναφώς ότι, για να καταλήξει στο συμπέρασμά του, ο ECHA βασίστηκε σε ένα σύνολο στοιχείων που αφορούν, καταρχάς, την ίδια την προσφεύγουσα, εν συνεχεία, τη «συνεργαζόμενη επιχείρηση» Agroquimes και, τέλος, τρεις άλλες επιχειρήσεις που θεωρούνται «επιχειρήσεις συνδεδεμένες» με την προσφεύγουσα, τις Ibérica de Gestión Inmobiliaria y Arrendaticia, Constantino Gutiérrez SA και Medifer Liquids SL.
58
Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι η Agroquimes μπορεί να θεωρηθεί «συνεργαζόμενη επιχείρηση», αλλά διαφωνεί με την άποψη ότι οι τρεις άλλες επιχειρήσεις μπορούν να θεωρηθούν «συνδεδεμένες» με την ίδια, κατά την έννοια της νομοθεσίας.
59
Για να δοθεί απάντηση στο ζήτημα αυτό πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, του παραρτήματος της σύστασης 2003/361 διευκρινίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να δοθούν οι χαρακτηρισμοί της «συνδεδεμένης επιχείρησης» και της «συνεργαζόμενης επιχείρησης».
60
Όσον αφορά τον πρώτο χαρακτηρισμό, το άρθρο 3, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος της σύστασης 2003/361 προβλέπει ότι «“[σ]υνδεδεμένες επιχειρήσεις” είναι οι επιχειρήσεις που διατηρούν μεταξύ τους μια από τις ακόλουθες σχέσεις: α) μια επιχείρηση κατέχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή των εταίρων άλλης επιχείρησης». Επιπλέον, το άρθρο 3, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος της σύστασης 2003/361 προβλέπει ότι «[σ]υνδεδεμένες θεωρούνται επίσης οι επιχειρήσεις που διατηρούν μια από τις σχέσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο μέσω μιας ή περισσότερων άλλων επιχειρήσεων […]».
61
Ως προς τον δεύτερο χαρακτηρισμό, το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος της σύστασης 2003/361 ορίζει ότι «συνεργαζόμενες επιχειρήσεις» είναι όλες οι επιχειρήσεις που δεν χαρακτηρίζονται ως «συνδεδεμένες επιχειρήσεις» και μεταξύ των οποίων υπάρχει η ακόλουθη σχέση: μια επιχείρηση (ανάντη επιχείρηση) κατέχει, η ίδια ή από κοινού με μία ή περισσότερες «συνδεδεμένες επιχειρήσεις», το 25 % ή περισσότερο του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας άλλης επιχείρησης (κατάντη επιχείρηση).
62
Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος της σύστασης 2003/361, οσάκις επιχείρηση «συνεργάζεται» ή «συνδέεται» με άλλες επιχειρήσεις, ο καθορισμός των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση των κριτηρίων γίνεται με βάση τους λογαριασμούς και τα λοιπά στοιχεία της επιχείρησης, ή –εφόσον υπάρχουν– τους ενοποιημένους λογαριασμούς της επιχείρησης, ή τους ενοποιημένους λογαριασμούς στους οποίους περιλαμβάνεται και η εξεταζόμενη επιχείρηση βάσει ενοποίησης.
63
Βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος της σύστασης 2003/361, ο προσδιορισμός αυτός των στοιχείων συνεπάγεται ότι λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία των «συνεργαζόμενων επιχειρήσεων», οι οποίες βρίσκονται αμέσως ανάντη ή κατάντη της εξεταζόμενης επιχείρησης, κατ’ αναλογία προς το ποσοστό συμμετοχής στο κεφάλαιο ή στα δικαιώματα ψήφου, με επιλογή του υψηλότερου των ποσοστών αυτών.
64
Στα ανωτέρω στοιχεία, ο ECHA πρέπει επίσης, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος της σύστασης 2003/361, να προσθέσει το σύνολο των στοιχείων σχετικά με επιχειρήσεις που «συνδέονται» άμεσα ή έμμεσα, οσάκις αυτά δεν περιελήφθησαν στους λογαριασμούς βάσει ενοποίησης.
65
Κατόπιν της υπόμνησης των ανωτέρω κανόνων, πρέπει να αναλυθεί η κατάσταση των οικείων επιχειρήσεων προκειμένου να καθοριστεί το καθεστώς τους και να εξακριβωθεί σε ποιο βαθμό τα στοιχεία τους έπρεπε να ληφθούν υπόψη στη διαδικασία επαλήθευσης της δήλωσης της προσφεύγουσας.
66
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να γίνει δεκτό το συμπέρασμα του ECHA ως προς τις τρεις επιχειρήσεις τις οποίες θεώρησε «επιχειρήσεις συνδεδεμένες» με την προσφεύγουσα.
67
Το ανωτέρω συμπέρασμα στηρίζεται, όσον αφορά την Ibérica de Gestión Inmobiliaria y Arrendaticia, στους ετήσιους λογαριασμούς της επιχείρησης αυτής από τους οποίους προέκυπτε, όπως ανέφερε ο ECHA, ότι κατείχε το 69,996 % του κεφαλαίου της προσφεύγουσας κατά τις λογιστικές χρήσεις 2009 και 2010. Δεδομένου ότι κατείχε την πλειοψηφία του κεφαλαίου της προσφεύγουσας, η εν λόγω επιχείρηση μπορούσε να θεωρηθεί μητρική εταιρία της προσφεύγουσας, οπότε έπρεπε να συνεκτιμηθούν όλα τα χαρακτηριστικά της στοιχεία κατά τον υπολογισμό που πραγματοποιήθηκε προς επαλήθευση του καθεστώτος της προσφεύγουσας, όπως ορίζει η σύσταση 2003/361. Εν προκειμένω, οι ετήσιοι λογαριασμοί της μητρικής αυτής εταιρίας είχαν κοινοποιηθεί στον ECHA από την προσφεύγουσα, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της 12ης Σεπτεμβρίου 2013.
68
Όσον αφορά τις δύο άλλες επιχειρήσεις, ήτοι την Constantino Gutiérrez και τη Medifer Liquids, ο ECHA ανέφερε ότι η πρώτη κατείχε το 89,10 % του κεφαλαίου της Ibérica de Gestión Inmobiliaria y Arrendaticia και το 100 % του κεφαλαίου της δεύτερης. Η διαπίστωση αυτή στηριζόταν στους ενοποιημένους λογαριασμούς της Constantino Gutiérrez, για τη χρήση μεταξύ 1ης Ιουλίου 2010 και 30 Ιουνίου 2011, που κοινοποιήθηκαν από την προσφεύγουσα με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 16 Σεπτεμβρίου 2013.
69
Δεδομένου ότι τα εν λόγω ποσοστά υπερβαίνουν το κατώτατο όριο που υπομνήσθηκε στη σκέψη 60 ανωτέρω, γεγονός που καθιστά δυνατή τη διαπίστωση ότι οι οντότητες συνιστούν «συνδεδεμένες επιχειρήσεις» κατά την έννοια της σύστασης 2003/361, ο ECHA έκρινε, κατά τη διαδικασία καταχώρισης της επίμαχης στην υπό κρίση υπόθεση ουσίας, ότι οι Constantino Gutiérrez και Medifer Liquids αποτελούσαν επίσης «επιχειρήσεις συνδεδεμένες» με την προσφεύγουσα.
70
Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος της σύστασης 2003/361, ο ECHA έπρεπε όντως να συνυπολογίσει στο σύνολό τους, όπως άλλωστε έπραξε, τα στοιχεία των τριών επιχειρήσεων που θεωρήθηκαν «συνδεδεμένες επιχειρήσεις», ήτοι των Ibérica de Gestión Inmobiliaria y Arrendaticia, Constantino Gutiérrez και Medifer Liquids, κατά τον υπολογισμό που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της επαλήθευσης του καθεστώτος της προσφεύγουσας.
71
Λαμβανομένων υπόψη των προηγηθεισών σκέψεων, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, η προσφυγή στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
72
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του ECHA, περιλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει τη Fertisac, SL στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
Pelikánová
Nihoul
Svenningsen
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 7 Μαρτίου 2018.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.