18.4.2016
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 136/42
Προσφυγή της 29ης Φεβρουαρίου 2016 — Ιταλία κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-91/16)
(2016/C 136/58)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Ιταλική Δημοκρατία (εκπρόσωποι: G. Palmieri, P. Gentili, avvocato dello Stato)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει, σύμφωνα με το άρθρο 264 ΣΛΕΕ, την απόφαση της Επιτροπής C(2015)9413, της 17ης Δεκεμβρίου 2015, η οποία κοινοποιήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 2015, περί μειώσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής που χορηγήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) για επιχειρησιακό πρόγραμμα στην Περιφέρεια Σικελίας, το οποίο εντάσσεται στο κοινοτικό πλαίσιο στήριξης για τις κοινοτικές διαρθρωτικές παρεμβάσεις του στόχου αριθ. 1 στην Ιταλία στις οικείες περιοχές (POR Sicilia 2000-2006)· να διαπιστώσει, ως εκ τούτου, ότι η τελική αίτηση πληρωμής την οποία υπέβαλαν οι ιταλικές αρχές πρέπει να γίνει δεκτή στο σύνολό της από την Επιτροπή. Ζητεί, επίσης, να καταδικασθεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής η προσφεύγουσα προβάλλει έξι λόγους.
—
Η απόφαση εκδόθηκε κατόπιν παράνομου διπλασιασμού των ελέγχων που προβλέπονται στο άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά Ταμεία (ΕΕ 1999, L 161, σ. 1), οι οποίοι κινήθηκαν εκ νέου και επαναλήφθηκαν με τον λογιστικό έλεγχο του 2008, αφού οι έλεγχοι αυτοί είχαν πραγματοποιηθεί και περατωθεί με τους αντίστοιχους λογιστικούς ελέγχους των ετών 2005 και 2006, τουλάχιστον όσον αφορά τις πιστοποιηθείσες έως την 31η Δεκεμβρίου 2006 δαπάνες.
—
Η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της χρηστής διοικήσεως καθόσον η Επιτροπή γνωστοποίησε τα αποτελέσματα του λογιστικού ελέγχου του 2008 με καθυστέρηση δέκα οκτώ μηνών από την πραγματοποίηση της αποστολής.
—
Η προσβαλλόμενη απόφαση παραγνωρίζει τα πραγματικά περιστατικά αγνοώντας το γεγονός ότι, κατά την περίοδο που ακολούθησε τους λογιστικούς ελέγχους των ετών 2005 και 2006, το ποσοστό σφάλματος κυριολεκτικά μειώθηκε από 53,13 % σε 3,05 % το 2007 και σε 1,45 % για τα έτη 2008 και 2009.
—
Η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι οι πιστοποιηθείσες δαπάνες για τα τρία έτη από το 2007 έως το 2009, με ελάχιστο ποσοστό σφάλματος, ανέρχονταν στο ήμισυ σχεδόν του συνολικού ποσού του τμήματος που αφορούσε το πρόγραμμα του ΕΚΤ.
—
Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται πραγματικής και νομικής βάσεως, καθόσον επεκτείνει στα τρία επόμενα έτη το μέγεθος των συστηματικών ελλείψεων που διαπιστώθηκαν και επιλύθηκαν κατά το διάστημα έως 31.12.2006, χωρίς καμία ειδική επαλήθευση προς τούτο.
—
Η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει επίσης από έλλειψη αιτιολογίας. Κατά την προσφεύγουσα, η απόφαση αυτή εφαρμόζει την τεχνική του κατά προβολήν υπολογισμού, η οποία συνίσταται στην επέκταση του ποσοστού σφάλματος που διαπιστώθηκε για τις ελεγχθείσες δαπάνες στις μη ελεγχθείσες δαπάνες, ενώ η τεχνική αυτή επιτρέπεται μόνον για τους κανονισμούς που αφορούν τον προγραμματισμό 2007-2013· παρά ταύτα, παραπέμποντας στα έτη 2007-2009, δέχεται ποσοστό σφάλματος της τάξεως του 8,39 %, ενώ οι ιταλικές αρχές είχαν διευκρινίσει ότι το δείγμα που προβλέπει το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) 438/2001 της Επιτροπής, της 2ας Μαρτίου 2001, για θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 (ΕΕ 2001, L 63, σ. 21), δεν ήταν ισορροπημένο διότι δεν επελέγη τυχαία, όπως τα κανονικά στατιστικά δείγματα, αλλά σκοπίμως εστιάσθηκε στα έργα που εμφάνιζαν παράγοντες κινδύνου.
Full & Egal Universal Law Academy