10.10.2016
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 371/26
Προσφυγή της 23ης Αυγούστου 2016 — Verein Deutsche Sprache κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-468/16)
(2016/C 371/29)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Verein Deutsche Sprache eV (Dortmund, Γερμανία) (εκπρόσωποι: W. Ehrhardt, δικηγόρος)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση της 10ης Ιουνίου 2016 που έλαβε ο γενικός γραμματέας στο όνομα της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 4 των διατάξεων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001·
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως.
1.
Πρώτος λόγος: Παράβαση του άρθρου 10, παράγραφος 3, ΣΕΕ, του άρθρου 11, παράγραφος 2, ΣΕΕ και του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο γ', του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) — Έλλειψη ανοικτού και διαφανούς διαλόγου
—
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν λήφθηκε υπόψη η πρόθεσή της, όπως αυτή προδήλως προέκυπτε από την αίτηση προσβάσεως σε έγγραφα που υπέβαλε, να αποκτήσει συνολική εικόνα της διαδικασίας η οποία οδήγησε στην απόφαση για την αναδιαμόρφωση της αίθουσας Τύπου του κτιρίου «Berlaymont» της Επιτροπής, με συνακόλουθο περιορισμό των γλωσσών στην αγγλική και στη γαλλική. Γνωστοποιήθηκαν απλώς ορισμένα έγγραφα, τα οποία αφορούν κυρίως ζητήματα διαδικαστικής φύσεως, χωρίς όμως να παρέχουν πληροφορίες για τον συντάκτη και τους δικαιολογητικούς λόγους της συγκεκριμένης αποφάσεως.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν εξέτασε λεπτομερώς τις πηγές εγγράφων που μνημόνευσε η προσφεύγουσα ούτε της ανακοίνωσε τους λόγους για τους οποίους απέρριψε την αίτηση προσβάσεως, με συνέπεια να ενεργήσει κατά παράβαση της υποχρεώσεως που υπέχει από το άρθρο 10, παράγραφος 3, ΣΕΕ και από άλλες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, να λαμβάνει αποφάσεις όσο το δυνατόν πιο ανοικτά και εγγύτερα στους πολίτες, εξηγώντας τους λόγους που στηρίζουν τις αποφάσεις αυτές.
—
Περαιτέρω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 11, παράγραφος 2, ΣΕΕ, να διεξάγει ανοικτό και διαφανή διάλογο με αντιπροσωπευτικές ενώσεις, καθόσον δεν έλαβε υπόψη την επιθυμία της ενώσεως, δεν έθεσε στη διάθεσή της ορισμένα έγγραφα και δεν παρέσχε επαρκείς δικαιολογητικούς λόγους για την άρνηση διαβιβάσεως των εγγράφων αυτών.
2.
Δεύτερος λόγος: Παράβαση του άρθρου 15, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, του άρθρου 42 του Χάρτη, καθώς και του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 3, και του άρθρου 4, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 (1) — Μερική απόρριψη της αιτήσεως προσβάσεως σε έγγραφα
—
Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η μη εξέταση ουσιωδών τμημάτων της αιτήσεώς της συνιστά παραβίαση της επιταγής περί διαφάνειας της δράσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
—
Περαιτέρω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι κακώς η Επιτροπή εκτίμησε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η άρνηση προσβάσεως σε ορισμένο έγγραφο μπορεί να καθίσταται δυνατή για λόγους προστασίας των προσωπικών δεδομένων, χωρίς όμως να κατονομάζει ειδικότερα το εν λόγω έγγραφο και να περιγράφει το περιεχόμενό του και χωρίς να παρέχει επαρκή αιτιολογία για την απόφασή της αυτή.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).
Full & Egal Universal Law Academy