ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 21ης Ιουνίου 2017 ( *1 )
«Προσφυγή ακυρώσεως — Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 883/2013 — Εξωτερική έρευνα της OLAF — Έκθεση και συστάσεις — Πράξεις μη δεκτικές προσφυγής — Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T-289/16,
Inox Mare Srl, με έδρα το Rimini (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τον R. Holzeisen, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τους J. Baquero Cruz, D. Nardi και L. Grønfeldt, στη συνέχεια από τους J. Baquero Cruz και D. Nardi,
καθής,
με αντικείμενο προσφυγή βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση της τελικής εκθέσεως της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) σχετικά με την εξωτερική έρευνα OF/2013/0086/B1 [THOR(2015) 40189 της 26ης Νοεμβρίου 2015], της συναφούς συστάσεως του γενικού διευθυντή της OLAF [THOR(2015) 42057 της 9ης Δεκεμβρίου 2015] και των προγενεστέρων και αυστηρώς συνδεομένων με την έρευνα πράξεων της OLAF,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους V. Tomljenović, πρόεδρο, A. Μαρκουλλή (εισηγήτρια) και A. Kornezov, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς
1
Η προσφεύγουσα, Inox Mare Srl, είναι ιταλική κεφαλαιουχική εταιρία η οποία εισάγει και εμπορεύεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση προϊόντα σύνδεσης από ανοξείδωτο χάλυβα. Μεταξύ του 2010 και του 2012, η προσφεύγουσα αγόρασε μεγάλες ποσότητες προϊόντων σύνδεσης από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής Φιλιππίνων.
2
Από τον Μάρτιο του 2013, η Agenzia delle Dogane e dei Monopoli (Υπηρεσία Τελωνείων και Μονοπωλίων, Ιταλία), στηριζόμενη σε πληροφορίες που της διαβίβασε η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) στο πλαίσιο της έρευνας OF/2013/0086/B, κοινοποίησε στην προσφεύγουσα, μέσω πέντε εκ των περιφερειακών της γραφείων, 42 εκθέσεις διαπιστώσεως καταστρατηγήσεως τελωνειακών δασμών και εν συνεχεία 43 πράξεις βεβαιώσεως και 43 αποφάσεις επιβολής κυρώσεων συνολικού ποσού πλέον των 8,5 εκατομμυρίων ευρώ.
3
Στις 25 Μαρτίου 2016, στο πλαίσιο διαδικασίας κατά ενός εκ των περιφερειακών γραφείων της Υπηρεσίας Τελωνείων και Μονοπωλίων, η προσφεύγουσα έλαβε γνώση της τελικής εκθέσεως της OLAF σχετικά με την εξωτερική έρευνα OF/2013/0086/B1 [THOR(2015) 40189 της 26ης Νοεμβρίου 2015] (στο εξής: έκθεση της 26ης Νοεμβρίου 2015) και της σχετικής με αυτή συστάσεως του γενικού διευθυντή της OLAF [THOR(2015) 42057 της 9ης Δεκεμβρίου 2015] (στο εξής: σύσταση της 9ης Δεκεμβρίου 2015) (στο εξής, από κοινού: προσβαλλόμενες πράξεις), ως συνημμένων στα υπομνήματα της εν λόγω Υπηρεσίας εγγράφων.
4
Η έκθεση της 26ης Νοεμβρίου 2015 αναφέρει ότι τα προϊόντα σύνδεσης από ανοξείδωτο χάλυβα εισαχθέντα σε επτά κράτη μέλη ως προϊόντα καταγωγής Φιλιππίνων, χώρας που τυγχάνει προτιμησιακής τελωνειακής μεταχειρίσεως, προέρχονταν στην πραγματικότητα από την Ταϊβάν, χώρα υποκείμενη σε τελωνειακούς δασμούς και μέτρα αντιντάμπινγκ. Η έκθεση της 26ης Νοεμβρίου 2015 καταλήγει ότι οι σχετικοί με τα προϊόντα αυτά εισαγωγικοί δασμοί, εκτιμώμενου συνολικού ποσού περίπου 19,2 εκατομμυρίων ευρώ, εκ των οποίων περίπου 5,6 εκατομμύρια ευρώ στην Ιταλία, δεν είχαν καταβληθεί και μπορούσαν να ανακτηθούν.
5
Με τη σύσταση της 9ης Δεκεμβρίου 2015, ο γενικός διευθυντής της OLAF συνιστά στην Υπηρεσία Τελωνείων και Μονοπωλίων να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση της ανακτήσεως του ποσού ύψους περίπου 5,6 εκατομμυρίων ευρώ που μνημονεύεται στην έκθεση της 26ης Νοεμβρίου 2015 και να μεριμνήσει για την αποτροπή κάθε περαιτέρω ζημίας στον προϋπολογισμό της Ένωσης. Τέλος, με την εν λόγω σύσταση ζητεί από την Υπηρεσία Τελωνείων και Μονοπωλίων να ενημερώσει την OLAF για τις τυχόν ενέργειες ή αποφάσεις που έχουν ληφθεί.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
6
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 3 Ιουνίου 2016, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή με την οποία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες πράξεις και τις «προγενέστερες και αυστηρώς συνδεόμενες με την έρευνα πράξεις της OLAF»·
—
να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
7
Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 13 Ιουλίου 2016, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου, βάσει του άρθρου 130, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, με την οποία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
8
Η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της εν λόγω ενστάσεως απαραδέκτου στις 25 Αυγούστου 2016 με τις οποίες ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την προβληθείσα από την Επιτροπή ένσταση απαραδέκτου ως αβάσιμη.
Σκεπτικό
9
Δυνάμει του άρθρου 130, παράγραφοι 1 και 7, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο καθού μπορεί να ζητήσει από το Γενικό Δικαστήριο να κρίνει επί του απαραδέκτου, χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Εν προκειμένω, καθόσον η Επιτροπή έχει ζητήσει να ληφθεί απόφαση επί του απαραδέκτου, το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι έχει επαρκώς ενημερωθεί από τη δικογραφία, αποφασίζει να αποφανθεί χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.
10
Η Επιτροπή προβάλλει ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν είναι δεκτικές προσφυγής εκ μέρους της προσφεύγουσας δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι έκθεση καταρτισθείσα από την OLAF μετά το πέρας έρευνας και σχετική με αυτή σύσταση του γενικού διευθυντή της OLAF δεν παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ακόμη και έναντι προσώπων τα οποία μνημονεύονται στα έγγραφα αυτά, πράγμα που, εξάλλου, δεν συμβαίνει στην περίπτωση της προσφεύγουσας εν προκειμένω.
11
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τα επιχειρήματα της Επιτροπής. Υποστηρίζει ότι οι ιταλικές τελωνειακές αρχές δεσμεύονται από το περιεχόμενο των προσβαλλόμενων πράξεων και ενεργούν ως απλοί φορείς εισπράξεως των τελωνειακών δασμών, χωρίς να έχουν κανένα περιθώριο εκτιμήσεως.
12
Υπενθυμίζεται προκαταρκτικώς ότι, δυνάμει του άρθρου 263, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων που προορίζονται να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων.
13
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, συνιστούν πράξεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως μόνον τα μέτρα που παράγουν υποχρεωτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας χαρακτηριστικώς τη νομική του κατάσταση (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, IBM κατά Επιτροπής, EU:C:1981:264, σκέψη 9, και της 26ης Ιανουαρίου 2010, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής, C-362/08 P, EU:C:2010:40, σκέψη 51).
14
Όσον αφορά τις πράξεις της OLAF, καταρχάς, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου η οποία έχει διαμορφωθεί ως προς τον κανονισμό (ΕΚ) 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την OLAF (ΕΕ 1999, L 136, σ. 1), η έκθεση που καταρτίζει η OLAF μετά το πέρας των εξωτερικών και των εσωτερικών ερευνών της δεν μεταβάλλει ουσιωδώς τη νομική κατάσταση των προσώπων που κατονομάζονται στην έκθεση αυτή (απόφαση της 6ης Απριλίου 2006, Camós Grau κατά Επιτροπής, T-309/03, EU:T:2006:110, σκέψη 48· βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, διάταξη της 22ας Ιουνίου 2015, In vivo κατά Επιτροπής, T-690/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:519, σκέψη 24). Από την ίδια νομολογία προκύπτει ότι ο τελικός χαρακτήρας που μια έκθεση της OLAF έχει σε σχέση με τη διαδικασία η οποία διέπει τις έρευνες της υπηρεσίας αυτής δεν δίνει στην πιο πάνω έκθεση τον χαρακτήρα πράξεως παράγουσας υποχρεωτικά έννομα αποτελέσματα (απόφαση της 6ης Απριλίου 2006, Camós Grau κατά Επιτροπής, T-309/03, EU:T:2006:110, σκέψη 49).
15
Συναφώς, κατά πάγια νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου, από τις διατάξεις του κανονισμού 1073/1999, και ειδικότερα από την αιτιολογική σκέψη 13 και από το άρθρο 9 του κανονισμού αυτού, προκύπτει ότι τα συμπεράσματα της OLAF που περιέχονται σε μια τελική έκθεση δεν μπορούν να επιφέρουν αυτόματα την κίνηση δικαστικών ή πειθαρχικών διαδικασιών, καθόσον οι αρμόδιες αρχές είναι ελεύθερες να αποφασίσουν για τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στην τελική έκθεση και επομένως είναι οι μόνες αρχές που μπορούν να λάβουν αποφάσεις ικανές να θίξουν τη νομική κατάσταση των προσώπων σχετικά με τα οποία η έκθεση συνέστησε να κινηθούν τέτοιες διαδικασίες (βλ. αποφάσεις της 6ης Απριλίου 2006, Camós Grau κατά Επιτροπής, T-309/03, EU:T:2006:110, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 4ης Οκτωβρίου 2006, Tillack κατά Επιτροπής, T-193/04, EU:T:2006:292, σκέψη 69 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Καίτοι η OLAF, στις εκθέσεις της, μπορεί να συστήσει την έκδοση βλαπτικών για τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα πράξεων που παράγουν υποχρεωτικά έννομα αποτελέσματα, εντούτοις η γνώμη την οποία διατυπώνει συναφώς δεν συνεπάγεται καμία υποχρέωση, ούτε καν διαδικαστικής φύσεως, για τις αρχές στις οποίες απευθύνεται (βλ. απόφαση της 6ης Απριλίου 2006, Camós Grau κατά Επιτροπής, T-309/03, EU:T:2006:110, σκέψη 50).
16
Ομοίως, κατά τη νομολογία, η διαβίβαση πληροφοριών από την OLAF στις εθνικές αρχές δεν μπορεί να θεωρηθεί βλαπτική πράξη, εφόσον δεν μεταβάλλει ουσιωδώς τη νομική κατάσταση του ενδιαφερομένου, αφού οι εν λόγω αρχές παραμένουν ελεύθερες, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 1073/1999, να εκτιμούν, κατά την άσκηση των εξουσιών τους, το περιεχόμενο και τη σημασία των πληροφοριών αυτών και να αποφασίζουν συνεπώς ποια συνέχεια θα πρέπει να δοθεί (βλ. απόφαση της 20ής Μαΐου 2010, Επιτροπή κατά Violetti κ.λπ., T-261/09 P, EU:T:2010:215, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· βλ., επίσης, υπό την έννοια αυτή, διάταξη της 22ας Ιουνίου 2015, In vivo κατά Επιτροπής, T-690/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:519, σκέψη 24). Κατά συνέπεια, η ενδεχόμενη κίνηση ένδικης διαδικασίας κατόπιν διαβιβάσεως πληροφοριών από την OLAF, καθώς και οι συνακόλουθες έννομες πράξεις εμπίπτουν μόνον στην πλήρη ευθύνη των εθνικών αρχών (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2006, Tillack κατά Επιτροπής, T-193/04, EU:T:2006:292, σκέψη 70).
17
Δεύτερον, οι αρχές που απορρέουν από την προμνησθείσα με τις σκέψεις 14 έως 16 ανωτέρω νομολογία έχουν εφαρμογή και στο νομικό πλαίσιο σχετικά με τις εξωτερικές έρευνες της OLAF που προκύπτει από τον νέο κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 248, σ. 1).
18
Συγκεκριμένα, από την αιτιολογική σκέψη 31 του κανονισμού 883/2013 προκύπτει ότι, όπως προέβλεπε και η αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού 1073/1999, εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να αποφασίζουν για τη συνέχεια που θα δίδεται στις ολοκληρωθείσες έρευνες, με βάση τις τελικές εκθέσεις έρευνας που συντάσσονται από την OLAF. Επιπλέον, από την αιτιολογική σκέψη 32 του ίδιου κανονισμού προκύπτει ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να αναφέρουν στην OLAF, κατόπιν αιτήματός της, τα «τυχόν μέτρα» που έλαβαν βάσει των πληροφοριών που τους διαβίβασε η OLAF.
19
Περαιτέρω, το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 883/2013 ορίζει καταρχάς ότι, μόλις ολοκληρωθεί έρευνα της OLAF, συντάσσεται έκθεση υπό την εποπτεία του γενικού διευθυντή στην οποία έκθεση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, οι διαδικαστικές ενέργειες, τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά, ο προκαταρκτικός νομικός χαρακτηρισμός των διαπιστωθέντων περιστατικών και η εκτίμηση των οικονομικών επιπτώσεών τους καθώς και τα συμπεράσματα της έρευνας. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού διευκρινίζει επίσης ότι «[η] έκθεση συνοδεύεται από συστάσεις του γενικού διευθυντή σχετικά με την ανάγκη λήψης μέτρων» και το άρθρο 11, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι οι εκθέσεις αποτελούν, όπως οι διοικητικές εκθέσεις των εθνικών διοικητικών ελεγκτών και υπό τους ιδίους όρους, αποδεικτικά στοιχεία παραδεκτά στις διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες του κράτους μέλους στο οποίο η χρησιμοποίησή τους αποδεικνύεται αναγκαία, ότι υπάγονται στους ίδιους κανόνες αξιολογήσεως με εκείνους που εφαρμόζονται στις διοικητικές εκθέσεις των εθνικών διοικητικών ελεγκτών και έχουν την αυτή αποδεικτική ισχύ με τις εκθέσεις αυτές. Το άρθρο 11, παράγραφος 3, ορίζει στη συνέχεια ότι οι εκθέσεις και συστάσεις που συντάσσονται μετά από εξωτερική έρευνα διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών και, εφόσον είναι αναγκαίο, στις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής. Τέλος, το άρθρο 11, παράγραφος 6, του κανονισμού 883/2013 προβλέπει ότι οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών ενημερώνουν σε εύθετο χρόνο την OLAF, κατόπιν αιτήσεώς της, σχετικά με «τυχόν μέτρα που έλαβαν» μετά τη διαβίβαση των συστάσεων κατόπιν εξωτερικής έρευνας.
20
Αφενός, προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 883/2013 ότι οι εκθέσεις της OLAF αποτελούν μόνον αποδεικτικά στοιχεία δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν στις εθνικές διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες, ότι αξιολογούνται σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες του εθνικού δικαίου περί αποδείξεων και ότι έχουν την προβλεπόμενη από το εν λόγω εθνικό δίκαιο αποδεικτική ισχύ. Δεν πρόκειται συνεπώς για πράξεις οι οποίες, βάσει του κανονισμού 883/2013, είναι βλαπτικές, αυτές καθεαυτές, για τα πρόσωπα που κατονομάζονται σε αυτές.
21
Αφετέρου, βάσει των διατάξεων του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 883/2013, η διαβίβαση της εκθέσεως και των συστάσεων στις αρμόδιες εθνικές αρχές δεν συνοδεύεται από υποχρεώσεις ως προς τη συνέχεια που πρέπει να δώσουν οι εν λόγω αρχές στις επίμαχες πράξεις έναντι των προσώπων που κατονομάζονται σε αυτές. Καίτοι το επικαλούμενο από την προσφεύγουσα άρθρο 11, παράγραφος 6, του κανονισμού 883/2013, προβλέπει, βεβαίως ότι, οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να ενημερώνουν την OLAF, μετά από αίτησή της, σχετικά με τυχόν μέτρα που έλαβαν μετά από τη διαβίβαση των συστάσεων της, εντούτοις, κατά το γράμμα της ίδιας αυτής διατάξεως, η λήψη των εν λόγω μέτρων δεν είναι υποχρεωτική αλλά αφορά «τυχόν» μέτρα.
22
Προκύπτει συνεπώς από τις διατάξεις του κανονισμού 883/2013, και ειδικότερα από την αιτιολογική σκέψη 31 και το άρθρο 11 του κανονισμού αυτού, ότι, όπως έχει κριθεί από την προμνησθείσα με τη σκέψη 15 ανωτέρω νομολογία, η έκθεση και οι συστάσεις που διατυπώνει η OLAF κατόπιν εξωτερικής έρευνας και τις οποίες διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών δεν μπορούν να επιφέρουν αυτόματα την κίνηση διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών σε εθνικό επίπεδο, ούτε κατά μείζονα λόγο την έκδοση συνακόλουθων έννομων πράξεων. Συγκεκριμένα, εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να αποφασίσουν για τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στις επίμαχες πράξεις και επομένως είναι οι μόνες αρχές που μπορούν να λάβουν αποφάσεις ικανές να θίξουν τη νομική κατάσταση των προσώπων σχετικά με τα οποία η OLAF συνέστησε να κινηθούν τέτοιες διαδικασίες.
23
Το ως άνω συμπέρασμα δεν αναιρείται από το γεγονός, το οποίο επικαλείται η προσφεύγουσα, ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 883/2013 ορίζει ότι οι συστάσεις της OLAF «αναφέρουν, εφόσον χρειάζεται, τυχόν πειθαρχικές, διοικητικές, δημοσιονομικές και/ή δικαστικές ενέργειες […] των αρμόδιων αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών».
24
Συγκεκριμένα, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η έκφραση «doivent prendre» η οποία περιλαμβάνεται στη γαλλική απόδοση του άρθρου 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 883/2013 καθώς και κατ’ ουσίαν στην ιταλική απόδοση (devono adottare), δεν απαντάται σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις της ίδιας αυτής διατάξεως, όπως στην αγγλική, στη γερμανική, στη βουλγαρική, στην ελληνική ή στην πορτογαλική απόδοση.
25
Επισημαίνεται ότι σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, πρέπει, καταρχήν, να αναγνωρίζεται η ίδια αξία. Προκειμένου να διασφαλισθεί η ενιαία ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, σε περίπτωση διαστάσεως μεταξύ των γλωσσικών αυτών αποδόσεων η οικεία διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με τη γενική οικονομία και τον σκοπό της ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί μέρος (βλ. απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2012, Ουγγαρία κατά Επιτροπής, T-89/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:451, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
26
Εν προκειμένω πάντως, καταρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2013 δεν αφορά τα αποτελέσματα, αλλά αποκλειστικά το περιεχόμενο της εκθέσεως και των συστάσεων. Ειδικότερα, ιδίως, στην αγγλική απόδοση της διατάξεως αυτής, η λέξη «shall» αναφέρεται ρητώς στο περιεχόμενο των συστάσεων (shall […] indicate). Στη συνέχεια, οι παράγραφοι 3 και 6 του άρθρου 11 του κανονισμού 883/2013 ρυθμίζουν, αντίστοιχα, τη διαβίβαση της εκθέσεως και των συστάσεων στις αρμόδιες εθνικές αρχές και την παρακολούθηση της διαβιβάσεως αυτής. Οι διατάξεις αυτές δεν προβλέπουν υποχρεώσεις σχετικά με τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί από τις εν λόγω αρχές στις επίμαχες πράξεις έναντι των προσώπων που κατονομάζονται σε αυτές. Τέλος, υπενθυμίζεται ότι από την αιτιολογική σκέψη 31 του κανονισμού 883/2013 προκύπτει ότι εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να αποφασίσουν για τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στις εκθέσεις της OLAF.
27
Κατά συνέπεια, με γνώμονα την όλη οικονομία και τον σκοπό της επίμαχης ρυθμίσεως, το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2013 δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι συνεπάγεται υποχρεώσεις για τις εθνικές αρχές στις οποίες απευθύνεται η έκθεση και οι συστάσεις της OLAF ως προς τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί από τις εν λόγω αρχές στις επίμαχες πράξεις έναντι των προσώπων που κατονομάζονται σε αυτές.
28
Συμπερασματικώς, από την πάγια νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τις πράξεις της OLAF και τις οικείες διατάξεις του κανονισμού 883/2013 προκύπτει ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν παράγουν κανένα δεσμευτικό έννομο αποτέλεσμα ικανό να μεταβάλει ουσιωδώς τη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας κατά την έννοια της προμνησθείσας με τη σκέψη 13 ανωτέρω νομολογίας, δεδομένου ότι εναπόκειται στις εθνικές αρχές να αποφασίσουν, στο πλαίσιο της ασκήσεως των αρμοδιοτήτων τους, για τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στην έκθεση της 26ης Νοεμβρίου 2015 και, ιδίως, στη σύσταση της 9ης Δεκεμβρίου 2015.
29
Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει όσον αφορά τις «προγενέστερες και αυστηρώς συνδεόμενες με την έρευνα πράξεις της OLAF», ήτοι, όπως αυτές μνημονεύονται στις παρατηρήσεις επί της ενστάσεως απαραδέκτου, τις «διαλαμβανόμενες στο άρθρο 12 του κανονισμού 883/2013 ενδιάμεσες πληροφορίες» τις οποίες διαβίβασε η OLAF στις ιταλικές τελωνειακές αρχές. Συγκεκριμένα, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί το ζήτημα αν ορθά περιλαμβάνονται στο αίτημα ακυρώσεως της προσφυγής, όπερ αμφισβητείται από την Επιτροπή, υπενθυμίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, η διαβίβαση πληροφοριών από την OLAF στις εθνικές αρχές δεν μπορεί να θεωρηθεί ως βλαπτική πράξη δεδομένου ότι, βάσει του άρθρου 12 του κανονισμού 883/2013, εναπόκειται στις εθνικές αρχές στις οποίες απευθύνονται οι πληροφορίες της OLAF να εκτιμούν, κατά την άσκηση των εξουσιών τους, το περιεχόμενο και τη σημασία των πληροφοριών αυτών και να αποφασίζουν συνεπώς ποια συνέχεια θα πρέπει να δοθεί (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Μαΐου 2010, Επιτροπή κατά Violetti κ.λπ., T-261/09 P, EU:T:2010:215, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και διάταξη της 22ας Ιουνίου 2015, In vivo κατά Επιτροπή, T-690/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:519, σκέψη 24).
30
Ακόμη και αν υποτεθεί ότι, εν προκειμένω, οι ιταλικές τελωνειακές αρχές κοινοποίησαν στην προσφεύγουσα τις μνημονευθείσες στη σκέψη 2 ανωτέρω τελωνειακές πράξεις βασιζόμενες πράγματι στις διαλαμβανόμενες στη σκέψη 29 ανωτέρω ενδιάμεσες πληροφορίες, ή και, ενδεχομένως, αφότου ενημερώθηκαν, σχετικά με την έκθεση της 26ης Νοεμβρίου 2015 ή τη σύσταση της 9ης Δεκεμβρίου 2015, το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται εντούτοις ότι οι πράξεις της OLAF παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, δεδομένου ότι οι μνημονευθείσες στη σκέψη 2 ανωτέρω τελωνειακές πράξεις δεν απέρρευσαν αυτομάτως από τις εν λόγω πράξεις της OLAF αλλά εκδόθηκαν κατόπιν αποφάσεως των ιταλικών τελωνειακών αρχών στο πλαίσιο των δικών τους αρμοδιοτήτων.
31
Κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα δεν μπορεί να αποδυναμώσει το συμπέρασμα αυτό.
32
Πρώτον, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις αποκλείουν το δικαίωμά της να προβεί η Υπηρεσία Τελωνείων και Μονοπωλίων, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 116 έως 121 του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2013 L 269, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας της Ένωσης), σε επιστροφή ή διαγραφή των εισαγωγικών δασμών προς όφελός της. Ομοίως, υποστηρίζει ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις προσβάλλουν το δικαίωμά της να καταχωριστεί, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 38 και 39 του τελωνειακού κώδικα της Ένωσης, ως εγκεκριμένος οικονομικός φορέας.
33
Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά, δεδομένου ότι, υπό το πρίσμα των διαπιστώσεων που διατυπώθηκαν στη σκέψη 22 ανωτέρω, η έκθεση της 26ης Νοεμβρίου 2015 και οι συστάσεις της 9ης Δεκεμβρίου 2015 δεν συνεπάγονται καμία αυτόματη υποχρέωση των εθνικών αρχών να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα εις βάρος της προσφεύγουσας και ότι εναπόκειται σε αυτές αποκλειστικά τις αρχές να αποφασίσουν, στο πλαίσιο της ασκήσεως των δικών τους αρμοδιοτήτων, τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στις εν λόγω πράξεις, συμπεριλαμβανομένων των τελωνειακών ζητημάτων.
34
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι προκύπτει από πάγια νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου ότι η εφαρμογή του ουσιαστικού τελωνειακού δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της εκδόσεως αποφάσεων που απαιτούν την a posteriori [εκ των υστέρων] καταβολή των μη εισπραχθέντων δασμών, υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών τελωνειακών αρχών. Οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αρχές αυτές, κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω δικαίου, μπορούν να προσβληθούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα δε εθνικά δικαστήρια δύνανται να υποβάλουν το ζήτημα στην κρίση του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ (απόφαση της 16ης Απριλίου 2015, Schenker Customs Agency κατά Επιτροπής, T-576/11, EU:T:2015:206, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· βλ. επίσης, συναφώς, απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2013, Wünsche Handelsgesellschaft International κατά Επιτροπής, T-147/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:587, σκέψεις 24 και 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
35
Ειδικότερα, όσον αφορά, αφενός, ενδεχόμενη αίτηση επιστροφής ή διαγραφής εισαγωγικών δασμών, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι όπως προκύπτει από τη νομολογία, οι εθνικές τελωνειακές αρχές αξιολογούν αυτοτελώς τις αιτήσεις που υποβάλλονται από κάθε εισαγωγέα, προκειμένου να λαμβάνουν υπόψη κάθε, νομική ή πραγματική, ιδιαιτερότητα δυνάμενη να χαρακτηρίσει την ειδική κατάσταση κάθε φορέα (βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Μαρτίου 2015, Vestel Iberia και Makro autoservicio mayorista κατά Επιτροπής, T-249/12 και T-269/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:150, σκέψεις 79 έως 82).
36
Όσον αφορά, αφετέρου, ενδεχόμενη αίτηση χορηγήσεως της ιδιότητας του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα, ουδόλως απορρέει από τα άρθρα 38 και 39 του τελωνειακού κώδικα της Ένωσης ή από το άρθρο 24 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 2015, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2015, L 343, σ. 558, στο εξής: εκτελεστικός κανονισμός), ότι, εν προκειμένω, δυνάμει των προσβαλλόμενων πράξεων, η προσφεύγουσα θεωρείται αυτοδικαίως ότι δεν πληροί το προβλεπόμενο στο άρθρο 39, στοιχείο α, του τελωνειακού κώδικα της Ένωσης κριτήριο, σχετικά με την απουσία ιστορικού σοβαρής παράβασης ή επανειλημμένων παραβάσεων της τελωνειακής νομοθεσίας και των φορολογικών κανόνων, συμπεριλαμβανομένης της απουσίας ιστορικού σοβαρών ποινικών αδικημάτων σχετιζόμενων με την οικονομική δραστηριότητα του αιτούντος.
37
Συγκεκριμένα, βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 4, του εκτελεστικού κανονισμού, εναπόκειται στην εθνική τελωνειακή αρχή να εξετάζει αν πληρούνται τα κριτήρια του άρθρου 39 του τελωνειακού κώδικα της Ένωσης. Προς τούτο, διαθέτει δική της εξουσία εκτιμήσεως, βάσει της οποίας μπορεί, ιδίως, να λαμβάνει υπόψη τα «ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των οικονομικών φορέων, ιδίως αν πρόκειται για μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις». Η εθνική τελωνειακή αρχή μπορεί επίσης να κρίνει, δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού, όσον αφορά το προβλεπόμενο στο άρθρο 39, στοιχείο αʹ, του τελωνειακού κώδικα της Ένωσης κριτήριο, ότι «η παράβαση είναι ήσσονος σημασίας σε σχέση με τον αριθμό ή τον όγκο των σχετικών πράξεων» και να συνεκτιμά το γεγονός ότι «δεν διατηρεί αμφιβολίες ως προς την καλή πίστη του αιτούντος».
38
Συνεπώς, δεδομένου ότι εναπόκειται στις ιταλικές τελωνειακές αρχές να εφαρμόσουν το τελωνειακό δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, να εκτιμήσουν τυχόν υποβαλλόμενη από την προσφεύγουσα αίτηση επιστροφής ή διαγραφής καθώς και ενδεχόμενη αίτηση χορηγήσεως της ιδιότητας εγκεκριμένου οικονομικού φορέα, οι προσβαλλόμενες πράξεις ουδόλως προδικάζουν την άσκηση της εν λόγω εξουσίας εκτιμήσεως.
39
Δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, αν η προσφυγή της απορριφθεί ως απαράδεκτη, θα στερηθεί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, καθόσον η πιθανότητα προδικαστικής παραπομπής είναι αβέβαιη και υποθετική.
40
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 22 ανωτέρω, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να αποφασίζουν για τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στις συστάσεις που τους διαβιβάζονται από την OLAF. Στις αρχές αυτές εναπόκειται επομένως να επαληθεύουν αν οι πληροφορίες αυτές δικαιολογούν ή απαιτούν την κίνηση διώξεων. Κατά συνέπεια, η δικαστική προστασία έναντι των διώξεων αυτών πρέπει να διασφαλίζεται σε εθνικό επίπεδο με όλες τις εγγυήσεις που προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των απορρεουσών από τα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία, καθόσον αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης πρέπει να γίνονται σεβαστά και από τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή διατάξεως της Ένωσης. Στο πλαίσιο προσφυγής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, το επιληφθέν δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, ή ακόμη σε ορισμένες περιπτώσεις την υποχρέωση, μέσω της διαδικασίας υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, να ζητήσει από το Δικαστήριο, ενδεχομένως κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων, να αποφανθεί επί της ερμηνείας των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που κρίνει αναγκαία για την έκδοση της αποφάσεώς του [βλ., συναφώς, διάταξη της 19ης Απριλίου 2005, Tillack κατά Επιτροπής, C‑521/04 P(R), EU:C:2005:240, σκέψεις 38 και 39, και απόφαση της 20ής Ιουλίου 2016, Οικονομόπουλος κατά Επιτροπής, T-483/13, EU:T:2016:421, σκέψεις 28 και 32].
41
Επιπλέον, όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας που αντλείται από σχετική μη αποτελεσματικότητα της προδικαστικής παραπομπής εν προκειμένω σε σχέση με την ευθεία προσφυγή ακυρώσεως, πρέπει να υπνομνησθεί ότι, αν υποτεθεί ότι τούτο είναι αληθές, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη συντακτική εξουσία της Ένωσης και να προβεί σε τροποποίηση του συστήματος ενδίκων βοηθημάτων και διαδικασιών που καθιέρωσαν οι Συνθήκες, σκοπός του οποίου είναι η ανάθεση στο Δικαστήριο και στο Γενικό Δικαστήριο του ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων. Σε καμία δε περίπτωση δεν δύναται να καθιστά δεκτικές προσφυγής τις πράξεις που δεν είναι τέτοιες ελλείψει δεσμευτικών έννομων αποτελεσμάτων υπό την έννοια του άρθρου 263, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 27ης Ιουνίου 2000, Salamander κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, T‑172/98 και T-175/98 έως T-177/98, EU:T:2000:168, σκέψη 75 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και διάταξη της 12ης Ιανουαρίου 2007, SPM κατά Επιτροπής, T-447/05, EU:T:2007:3, σκέψη 82 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
42
Τρίτον, όσον αφορά τις φερόμενες παραβάσεις δικονομικών κανόνων από την OLAF, της προσβολής του δικαιώματος αποδείξεως και της εκατέρωθεν ακροάσεως καθώς και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και του δικαιώματος δικαστικής προστασίας της προσφεύγουσας έναντι της παράνομης διεξαγωγής αποδείξεων, υπενθυμίζεται ότι όπως προκύπτει από τη νομολογία, οι προβαλλόμενες στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως διαδικαστικές παρατυπίες, οι οποίες υποστηρίζεται, όπως εν προκειμένω, ότι αφορούν μια έκθεση έρευνας της OLAF, δεν μπορούν να δώσουν στην έκθεση αυτή τον χαρακτήρα βλαπτικής πράξεως. Τέτοια ελαττώματα μπορούν να προβληθούν μόνο προς στήριξη προσφυγής κατά μιας δυναμένης να προσβληθεί μεταγενέστερης πράξεως, στο μέτρο που τα ελαττώματα αυτά έχουν επηρεάσει το περιεχόμενο της εν λόγω πράξεως, και όχι ανεξαρτήτως αυτής (βλ. απόφαση της 6ης Απριλίου 2006, Camós Grau κατά Επιτροπής, T-309/03, EU:T:2006:110, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
43
Περαιτέρω, υπενθυμίζεται ότι όπως προκύπτει από τη νομολογία η σοβαρότητα μιας φερόμενης παραβάσεως του οικείου οργάνου ή της εντεύθεν προσβολής των θεμε¬λιωδών δικαιωμάτων δεν μπορεί να αποκλείει την εφαρμογή των δημοσίας τάξεως λόγων απαραδέκτου που προβλέπονται από τη Συνθήκη και να καθιστά δεκτικές προσφυγής τις πράξεις που δεν είναι τέτοιες ελλείψει δεσμευτικών εννόμων αποτελεσμάτων. Συγκεκριμένα, ο χαρακτήρας μιας πράξεως ως δεκτικής προσφυγής δεν δύναται να συνάγεται από ενδεχόμενη έλλειψη νομιμότητας της πράξεως αυτής (βλ., συναφώς, απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2003, Philip Morris International κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-377/00, T-379/00, T-380/00, T-260/01 και T-272/01, EU:T:2003:6, σκέψη 87).
44
Τέταρτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι πληροφορίες που διαβίβασε η OLAF στην Υπηρεσία Τελωνείων και Μονοπωλίων της προξένησαν ηθική βλάβη, μέσω ορισμένων δελτίων τύπου της εν λόγω Υπηρεσίας και άρθρων του Τύπου στα οποία κατονομαζόταν. Ωστόσο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τέτοια στοιχεία δύνανται να προκαλέσουν βλάβη, δεν μπορούν εντούτοις να προσδώσουν στην έκθεση της 26ης Νοεμβρίου 2015 και στη σύσταση της 9ης Δεκεμβρίου 2015 τον χαρακτήρα βλαπτικών πράξεων υπό την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ (βλ., συναφώς, απόφαση της 6ης Απριλίου 2006, Camós Grau κατά Επιτροπής, T-309/03, EU:T:2006:110, σκέψη 56).
45
Πέμπτον, η λύση που έγινε δεκτή στη διάταξη της 13ης Απριλίου 2011, Planet κατά Επιτροπής (T-320/09, EU:T:2011:172), την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα προς στήριξη του συμπεράσματος κατά το οποίο η έκθεση της 26ης Νοεμβρίου 2015 και η σύσταση της 9ης Δεκεμβρίου 2015 είναι πράξεις δεκτικές προσφυγής, δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη, ιδίως των χαρακτηριστικών των επίμαχων στο πλαίσιο της οικείας υποθέσεως πράξεων.
46
Συγκεκριμένα, αφενός, πρέπει να υπομνησθεί ότι από τις σκέψεις 21 έως 27 και 53 της διατάξεως της 13ης Απριλίου 2011, Planet κατά Επιτροπής (T-320/09, EU:T:2011:172), προκύπτει ότι η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη αυτή αφορούσε πράξεις εκδοθείσες κατόπιν «ειδικής διαδικασίας» σκοπούσας στην καταχώριση οντότητας σε κατάλογο επαγρύπνησης και, ειδικότερα, το αίτημα της OLAF προς τον Υπόλογο της Επιτροπής να ενεργοποιήσει την επισήμανση οντότητας στο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης (ΣΕΠ) και την ενεργοποίηση της προειδοποιήσεως αυτήν καθεαυτήν από τον Υπόλογο της Επιτροπής. Αφετέρου, από τις σκέψεις 47 και 48 της εν λόγω διατάξεως προκύπτει ότι οι εν λόγω πράξεις παρήγαν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα τα οποία μετέβαλλαν ουσιωδώς τη νομική κατάσταση της καταχωρισθείσας στον κατάλογο επαγρύπνησης οντότητας, δεδομένου ότι, μετά την ενεργοποίηση της προειδοποιήσεως, προκειμένου να λαμβάνει χρηματοδότηση από οικονομικούς πόρους της Ένωσης, η εν λόγω οντότητα ήταν υποχρεωμένη να προσαρμοστεί σε όρους ή μέτρα αυξημένης επαγρύπνησης που της επιβλήθηκαν από τους οικείους διατάκτες.
47
Εν προκειμένω, όμως, οι προσβαλλόμενες πράξεις της OLAF δεν δεσμεύουν τις αρχές στις οποίες απευθύνονται και δεν μεταβάλλουν ουσιωδώς τη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας ως προς τις συνέπειες τις οποίες πρέπει να αντλήσουν οι εν λόγω αρχές από τις πράξεις αυτές.
48
Έκτον, η νομολογία που επικαλείται η προσφεύγουσα για να αποδείξει ότι οι ιταλικές τελωνειακές αρχές δεν διαθέτουν εξουσία εκτιμήσεως, ήτοι οι αποφάσεις της 23ης Νοεμβρίου 1971, Bock κατά Επιτροπής (62/70, EU:C:1971:108), και της 17ης Ιανουαρίου 1985, Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής (11/82, EU:C:1985:18), δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω.
49
Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται ότι όπως προκύπτει από τις σκέψεις 3 έως 11 της αποφάσεως της 23ης Νοεμβρίου 1971, Bock κατά Επιτροπής (62/70, EU:C:1971:108), και από τις σκέψεις 2 έως 32 της αποφάσεως της 17ης Ιανουαρίου 1985, Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής (11/82, EU:C:1985:18), οι αποφάσεις αυτές δεν αφορούν το ζήτημα αν οι επίμαχες στο πλαίσιο των οικείων υποθέσεων πράξεις παρήγαν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα κατά την έννοια του άρθρου 263, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, αλλά το κατά πόσον οι εν λόγω πράξεις αφορούσαν άμεσα και ατομικά τις προσφεύγουσες κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
50
Εν πάση περιπτώσει παρατηρείται, ότι στις σκέψεις 23 και 26 της διατάξεως της 6ης Μαρτίου 2014, Northern Ireland Department of Agriculture and Rural Development κατά Επιτροπής (C-248/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:137), το ίδιο το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η λύση η οποία έγινε δεκτή με την απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1985, Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής (11/82, EU:C:1985:18), εξηγείται από τις ειδικές καταστάσεις τις οποίες αφορούσε και ότι τούτο προέκυπτε από την ίδια τη διατύπωση της εν λόγω αποφάσεως.
51
Συναφώς, αρκεί η υπόμνηση ότι τόσο η απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1971, Bock κατά Επιτροπής (62/70, EU:C:1971:108), όσο και η απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1985, Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής (11/82, EU:C:1985:18), αφορούσαν ειδικές περιπτώσεις κατά τις οποίες η Επιτροπή είχε επιτρέψει, κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους, τη λήψη από το εν λόγω κράτος μέλος μέτρων διασφαλίσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, ουδεμία αμφιβολία υφίσταται ότι το κράτος μέλος που ζήτησε τα μέτρα αυτά θα ενεργήσει αναλόγως προκειμένου να συναγάγει όλες τις σχετικές συνέπειες (βλ. διάταξη της 8ης Ιουλίου 2004, T-341/02, Regione Siciliana κατά Επιτροπής (T-341/02, EU:T:2004:228, σκέψη 79). Εντούτοις, οι συνθήκες αυτές δεν υφίστανται εν προκειμένω.
52
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις και, εν πάση περιπτώσει, οι «προγενέστερες και αυστηρώς συνδεόμενες με την έρευνα πράξεις της OLAF», καθόσον στερούνται δεσμευτικών έννομων αποτελεσμάτων δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πράξεις δεκτικές προσφυγής υπό την έννοια του άρθρου 263, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
53
Επομένως, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
54
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα)
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Η Inox Mare Srl φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και τα έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Λουξεμβούργο, 21 Ιουνίου 2017.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
V. Tomljenović
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.