ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 13ης Ιουλίου 2017 ( *1 )
«Ασφαλιστικά μέτρα – Ρήτρα διαιτησίας – Ερήμην απόφαση – Αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως – Αναρμοδιότητα»
Στην υπόθεση T‑348/16 OP-R,
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Ελλάδα), εκπροσωπούμενο από τον Β.‑Σ. Χριστιανό, δικηγόρο,
ενάγον στην κύρια διαφορά,
κατά
Εκτελεστικού Οργανισμού του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας (ERCEA), εκπροσωπούμενου από τον M. Pesquera Alonso και την F. Sgritta, επικουρούμενους από τον Ευ. Κουράκη, δικηγόρο,
εναγομένου στην κύρια διαφορά,
με αντικείμενο αίτηση, βάσει του άρθρου 123, παράγραφος 4, και του άρθρου 156 του Κανονισμού Διαδικασίας, αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της 6ης Απριλίου 2017, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης κατά ERCEA (T‑348/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:268),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς, διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 27 Ιουνίου 2016, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης άσκησε αγωγή βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ. Ο Εκτελεστικός Οργανισμός του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας (ERCEA) κατέθεσε το υπόμνημά του αντικρούσεως στις 28 Οκτωβρίου 2016, δηλαδή δύο ημέρες μετά την εκπνοή της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας. Το Γενικό Δικαστήριο, διαπιστώνοντας ότι ο ERCEA δεν απάντησε στην αγωγή εντός της προθεσμίας την οποία τάσσει το άρθρο 81 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, επιδίκασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τα αιτήματά του, σύμφωνα με το άρθρο 123, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, με απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης κατά ERCEA (T‑348/16, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: ερήμην απόφαση, EU:T:2017:268,).
2
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 5 Μαΐου 2017, ο ERCEA άσκησε ανακοπή κατά της ερήμην αποφάσεως βάσει του άρθρου 166, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας και του άρθρου 41 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3
Με χωριστό δικόγραφο, το οποίο κατέθεσε αυθημερόν στη Γραμματεία, ο ERCEA υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητεί, κατ’ ουσίαν, να ανασταλεί η εκτέλεση της ερήμην αποφάσεως μέχρις ότου το Γενικό Δικαστήριο εκδώσει την απόφασή του επί της ανακοπής που άσκησε ο ERCEA.
4
Με τις παρατηρήσεις του επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, τις οποίες κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την 1η Ιουνίου 2017, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ζητεί από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου:
–
να απορρίψει την υποβληθείσα από τον ERCEA αίτηση αναστολής εκτελέσεως ως προδήλως αβάσιμη κατά το άρθρο 126 του Κανονισμού Διαδικασίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 130 του ιδίου Κανονισμού, ή, εν πάση περιπτώσει, ως απαράδεκτη κατά το άρθρο 129 του Κανονισμού Διαδικασίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 130 του ιδίου Κανονισμού·
–
να καταδικάσει τον ERCEA στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
5
Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων της δικογραφίας, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εκτιμά ότι διαθέτει όλα τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως, χωρίς να απαιτείται να ακούσει προηγουμένως τις προφορικές εξηγήσεις των διαδίκων. Υπό τις περιστάσεις της προκειμένης υποθέσεως, πρέπει να εξετασθεί ευθύς εξαρχής το ζήτημα της αρμοδιότητας του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως.
6
Ο ERCEA προβάλλει προς στήριξη της αιτήσεώς του αναστολής εκτελέσεως της ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως το άρθρο 41 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το άρθρο 76, το άρθρο 123, παράγραφος 4, και το άρθρο 156 του Κανονισμού Διαδικασίας.
7
Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων είναι προδήλως απαράδεκτη. Πρώτον, δεν χωρεί αναστολή εκτελέσεως της ερήμην αποφάσεως λαμβανομένου υπόψη του μη εκτελεστού, αλλά αποκλειστικώς αναγνωριστικού χαρακτήρα του διατακτικού της. Δεύτερον, ο ERCEA στερείται εννόμου συμφέροντος, δεδομένου ότι η εν λόγω αίτηση είναι πρόωρη, καθόσον, κατά το ενάγον, δεν επίκειται εκτέλεση της ερήμην αποφάσεως.
8
Χωρίς να απαιτείται εξέταση των λόγων αυτών απαραδέκτου, πρέπει να επισημανθεί ότι, βάσει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 41 και του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ανακοπή δεν αναστέλλει την εκτέλεση της ερήμην αποφάσεως, εκτός αντιθέτου αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου.
9
Επιπλέον, κατά το άρθρο 123, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, μολονότι η ερήμην απόφαση είναι εκτελεστή, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί, πάντως, να αναστείλει την εκτέλεσή της μέχρις ότου αποφανθεί επί της ανακοπής που ασκείται δυνάμει του άρθρου 166 του Κανονισμού Διαδικασίας.
10
Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, στο πλαίσιο της εφαρμογής του Κανονισμού αυτού, με τον όρο «Γενικό Δικαστήριο» νοείται, για τις υποθέσεις που έχουν ανατεθεί ή παραπεμφθεί σε τμήμα, το τμήμα αυτό.
11
Ως εκ τούτου, η αναστολή εκτελέσεως της ερήμην αποφάσεως αποτελεί το αντικείμενο ειδικών διατάξεων, βάσει των οποίων η αρμοδιότητα αυτή ανατίθεται ρητώς στο Γενικό Δικαστήριο και όχι στον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου, υπό την ιδιότητα του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων.
12
Πρέπει, εν τέλει, να επισημανθεί ότι, αντιστρόφως, όσον αφορά τη διαδικασία τριτανακοπής, το άρθρο 167 του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ρητώς ότι αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ή διατάξεως διατάσσεται κατόπιν αιτήσεως του τριτανακόπτοντος κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 156 έως 161 του Κανονισμού Διαδικασίας, αναθέτοντας, επομένως, την αρμοδιότητα αυτή στον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου, υπό την ιδιότητα του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, τηρουμένων των διατάξεων του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πράγματι, το άρθρο 42 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν καθορίζει, όσον αφορά τη διαδικασία τριτανακοπής, τον δικαστικό σχηματισμό που είναι αρμόδιος να αποφανθεί επί της αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως, αλλά απλώς παραπέμπει, κατά γενικό τρόπο, στις περιπτώσεις και στους όρους που θα καθορισθούν από τον Κανονισμό Διαδικασίας, αντιθέτως προς το άρθρο 41 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τη διαδικασία ανακοπής.
13
Επομένως, από το γράμμα και την εν γένει οικονομία τόσο του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου είναι αναρμόδιος να αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, η οποία, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί.
14
Βάσει του άρθρου 158, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 13 Ιουλίου 2017.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
M. Jaeger
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.