12.11.2018
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 408/13
Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 11ης Σεπτεμβρίου 2018 [αίτηση του Bundesarbeitsgericht (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] — IR κατά JQ
(Υπόθεση C-68/17) (1)
((Προδικαστική παραπομπή - Κοινωνική πολιτική - Οδηγία 2000/78/ΕΚ - Ίση μεταχείριση - Επαγγελματικές δραστηριότητες εκκλησιών ή άλλων οργανώσεων η δεοντολογία των οποίων εδράζεται στη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις - Επαγγελματικές απαιτήσεις - Στάση καλής πίστεως και συμμορφώσεως προς τη δεοντολογία της οργανώσεως - Έννοια - Διαφορετική μεταχείριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων - Απόλυση καθολικού εργαζομένου που ασκεί διευθυντικά καθήκοντα λόγω δεύτερου γάμου μετά το διαζύγιό του))
(2018/C 408/14)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Αιτούν δικαστήριο
Bundesarbeitsgericht
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
IR
κατά
JQ
Διατακτικό
1)
Το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, έχει την έννοια:
—
αφενός, ότι μια εκκλησία ή άλλη οργάνωση η δεοντολογία της οποίας εδράζεται στη θρησκεία ή στις πεποιθήσεις και η οποία διαχειρίζεται νοσηλευτικό ίδρυμα με μορφή κεφαλαιουχικής εταιρίας ιδιωτικού δικαίου δεν μπορεί να αποφασίσει να επιβάλει στους εργαζομένους της που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα διαφορετικές απαιτήσεις στάσεως καλής πίστεως και συμμορφώσεως προς την εν λόγω δεοντολογία, ανάλογα με το θρήσκευμα ή την απουσία θρησκεύματος των εργαζομένων αυτών, χωρίς η απόφασή της να μπορεί να υποβληθεί, εφόσον παρίσταται ανάγκη, σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο προκειμένου να διασφαλίζεται ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, πληρούνται τα κριτήρια που ορίζει το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, και,
—
αφετέρου, ότι η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων που κατέχουν διευθυντικές θέσεις ως προς τις απαιτήσεις στάσεως καλής πίστεως και συμμορφώσεως προς την εν λόγω δεοντολογία ανάλογα με το θρήσκευμα ή την απουσία θρησκεύματος συνάδει με την εν λόγω οδηγία μόνον εφόσον, βάσει της φύσεως των σχετικών επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου ασκούνται, το θρήσκευμα ή οι πεποιθήσεις αποτελούν επαγγελματική απαίτηση που είναι ουσιώδης, θεμιτή και δικαιολογημένη, λαμβανομένης υπόψη της δεοντολογίας της συγκεκριμένης οργανώσεως, και σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
2)
Εθνικό δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται διαφοράς μεταξύ δύο ιδιωτών υποχρεούται, όταν αδυνατεί να ερμηνεύσει το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο κατά τρόπο συνάδοντα προς το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78, να παράσχει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, την έννομη προστασία που απορρέει για τους πολίτες από τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, όπως η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων που κατοχυρώνεται πλέον στο άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν, αφήνοντας εν ανάγκη ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη εθνική διάταξη.
(1) ΕΕ C 144 της 8.5.2017.
Full & Egal Universal Law Academy