17.9.2018
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 328/12
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 25ης Ιουλίου 2018 [αίτηση του Conseil d’État (Γαλλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] — Messer France SAS, πρώην Praxair κατά Premier ministre, Commission de régulation de l’énergie, Ministre de l’Économie et des Finances, Ministre de l’Environnement, de l’Énergie et de la Mer
(Υπόθεση C-103/17) (1)
((Προδικαστική παραπομπή - Εναρμόνιση των φορολογικών νομοθεσιών - Οδηγία 92/12/ΕΟΚ - Άρθρο 3, παράγραφος 2 - Οδηγία 2003/96/ΕΚ - Άρθρα 3 και 18 - Φορολογία των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας - Ειδικός φόρος καταναλώσεως - Επιβολή άλλου έμμεσου φόρου - Προϋποθέσεις - Εθνική νομοθεσία που επιβάλλει εισφορά για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας ηλεκτρισμού - Έννοια των «ειδικών σκοπών» - Τήρηση των ελάχιστων συντελεστών φορολογίας))
(2018/C 328/13)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Αιτούν δικαστήριο
Conseil d’État
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Messer France SAS, πρώην Praxair
κατά
Premier ministre, Commission de régulation de l’énergie, Ministre de l’Économie et des Finances, Ministre de l’Environnement, de l’Énergie et de la Mer
Διατακτικό
1)
Το άρθρο 18, παράγραφος 10, της οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, έχει την έννοια ότι, έως την 1η Ιανουαρίου 2009, η τήρηση των ελάχιστων επιπέδων φορολογήσεως που καθορίζονται στην οδηγία αυτή αποτελούσε, μεταξύ των κανόνων φορολογήσεως της ηλεκτρικής ενέργειας που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, τη μόνη υποχρέωση που υπείχε η Γαλλική Δημοκρατία.
2)
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, έχει την έννοια ότι η θέσπιση άλλου έμμεσου φόρου επί της ηλεκτρικής ενέργειας δεν εξαρτάται από την επιβολή εναρμονισμένου ειδικού φόρου καταναλώσεως και ότι, δεδομένου ότι φόρος όπως ο επίμαχος στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν συνιστά τέτοιο ειδικό φόρο καταναλώσεως, το ζήτημα αν ο φόρος αυτός συνάδει με τις οδηγίες 92/12 και 2003/96 πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/12 όσον αφορά την ύπαρξη άλλων έμμεσων φόρων για την εξυπηρέτηση ειδικών σκοπών.
3)
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/12 έχει την έννοια ότι φόρος όπως ο επίμαχος στην υπόθεση της κύριας δίκης μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «άλλος έμμεσος φόρος», δεδομένου του περιβαλλοντικού σκοπού του, με τον οποίο επιδιώκεται η χρηματοδότηση του πρόσθετου κόστους που προκύπτει από την υποχρέωση αγοράς πράσινης ενέργειας, εξαιρουμένων των σκοπών του εδαφικής και κοινωνικής συνοχής, όπως η γεωγραφική τιμολογιακή εξίσωση και η μείωση της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας για τα ενδεή νοικοκυριά, και των αμιγώς διοικητικής φύσεως σκοπών του και δη της καλύψεως των δαπανών που συνδέονται άμεσα με τη διοικητική λειτουργία δημοσίων αρχών ή φορέων, όπως ο médiateur national de l’énergie (εθνικός διαμεσολαβητής ενέργειας) και το Caisse des dépôts et consignations (Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων), με την επιφύλαξη της εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, της τηρήσεως των κανόνων φορολογήσεως που ισχύουν για τις ανάγκες των ειδικών φόρων καταναλώσεως.
4)
Το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι ενδιαφερόμενοι φορολογούμενοι μπορούν να αξιώσουν μερική επιστροφή φόρου όπως ο επίμαχος στην υπόθεση της κύριας δίκης, ανάλογα με το ποσοστό των εσόδων από τον φόρο αυτόν το οποίο διατέθηκε για μη ειδικούς σκοπούς, υπό τον όρο ότι οι φορολογούμενοι δεν μετακύλισαν τον φόρο στους δικούς τους πελάτες, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
(1) ΕΕ C 161 της 22.5.2017.