21.1.2019
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 25/10
Απόφαση του Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 21ης Νοεμβρίου 2018 [αίτηση του Tribunal Supremo (Ισπανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] — Ministerio de Defensa κατά Ana de Diego Porras
(Υπόθεση C-619/17) (1)
([Προδικαστική παραπομπή - Κοινωνική πολιτική - Οδηγία 1999/70/ΕΚ - Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP - Ρήτρα 4 - Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων - Δικαιολόγηση - Ρήτρα 5 - Μέτρα που αποσκοπούν στην αποτροπή της καταχρήσεως που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου - Αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου για αντικειμενική αιτία - Μη καταβολή αποζημιώσεως κατά τη λήξη συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου του τύπου interinidad (προσωρινής απασχολήσεως)])
(2019/C 25/12)
Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική
Αιτούν δικαστήριο
Tribunal Supremo
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Ministerio de Defensa
κατά
Ana de Diego Porras
Διατακτικό
1)
Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία που δεν προβλέπει την καταβολή αποζημιώσεως στους εργαζομένους οι οποίοι απασχολούνται με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσες με σκοπό την αναπλήρωση εργαζομένου ο οποίος έχει δικαίωμα διατηρήσεως της θέσεως εργασίας του, όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη συμβάσεις interinidad, κατά τη λήξη της χρονικής περιόδου για την οποία συνήφθησαν οι συμβάσεις αυτές, ενώ στους εργαζομένους αορίστου χρόνου χορηγείται αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας τους για αντικειμενική αιτία.
2)
Η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει, σύμφωνα με το σύνολο των εφαρμοστέων κανόνων του εθνικού δικαίου, εάν μέτρο, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, το οποίο προβλέπει την υποχρεωτική καταβολή αποζημιώσεως στους εργαζόμενους που απασχολούνται με ορισμένες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τη λήξη της χρονικής περιόδου για την οποία οι συμβάσεις αυτές συνήφθησαν συνιστά κατάλληλο μέτρο για την πρόληψη και, ενδεχομένως, την επιβολή κυρώσεων για την κατάχρηση που προκύπτει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
3)
Στην περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι ένα μέτρο, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, το οποίο προβλέπει την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως στους εργαζομένους που απασχολούνται με ορισμένες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τη λήξη της χρονικής περιόδου για την οποία οι συμβάσεις αυτές συνήφθησαν, συνιστά κατάλληλο μέτρο για την αποτροπή και, ενδεχομένως, την τιμωρία, της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, κατά την έννοια της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, σύμφωνα με την οποία η λήξη των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που ανήκουν σε ορισμένες κατηγορίες οδηγεί στην καταβολή αποζημιώσεως στους εργαζομένους που απασχολούνται με τις συμβάσεις αυτές, ενώ η λήξη των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που ανήκουν σε άλλες κατηγορίες δεν συνεπάγεται την καταβολή αποζημιώσεως στους εργαζόμενους που απασχολούνται με τις τελευταίες αυτές συμβάσεις, εκτός αν στην εθνική έννομη τάξη δεν υφίσταται κανένα άλλο αποτελεσματικό μέτρο για την αποτροπή και τιμωρία τέτοιων καταχρήσεων εις βάρος των τελευταίων εργαζομένων, πράγμα που απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
(1) ΕΕ C 22 της 22.1.2018.
Full & Egal Universal Law Academy