23.9.2019
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 319/10
Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 29ης Ιουλίου 2019 [αίτηση του Székesfehérvári Törvényszék (Ουγγαρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] — Hochtief Solutions AG Magyarországi Fióktelepe κατά Fővárosi Törvényszék
(Υπόθεση C-620/17) (1)
(Προδικαστική παραπομπή - Δημόσιες συμβάσεις - Διαδικασίες προσφυγής - Οδηγία 89/665/ΕΟΚ - Οδηγία 92/13/ΕΟΚ - Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας - Αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας - Αίτηση αναθεωρήσεως των δικαστικών αποφάσεων που παραβιάζουν το δίκαιο της Ένωσης - Ευθύνη των κρατών μελών σε περίπτωση παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης από τα εθνικά δικαστήρια - Εκτίμηση της προς αποκατάσταση ζημίας)
(2019/C 319/09)
Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική
Αιτούν δικαστήριο
Székesfehérvári Törvényszék
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Hochtief Solutions AG Magyarországi Fióktelepe
κατά
Fővárosi Törvényszék
Διατακτικό
1)
Η ευθύνη κράτους μέλους για ζημίες που προκλήθηκαν από απόφαση εθνικού δικαστηρίου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό με την οποία παραβιάζεται κανόνας του δικαίου της Ένωσης διέπεται από τις προϋποθέσεις που όρισε το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, στη σκέψη 51 της αποφάσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler (C-224/01, EU:C:2003:513), χωρίς ωστόσο να αποκλείεται η δυνατότητα θεμελιώσεως της ευθύνης του κράτους αυτού υπό λιγότερο περιοριστικές προϋποθέσεις βάσει του εθνικού δικαίου. Η ευθύνη αυτή δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι η εν λόγω απόφαση απέκτησε ισχύ δεδικασμένου. Στο πλαίσιο της εφαρμογής της ευθύνης αυτής, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της αγωγής αποζημιώσεως να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την επίμαχη κατάσταση, αν το εθνικό δικαστήριο που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό, παραβαίνοντας προδήλως το εφαρμοστέο δίκαιο της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου, παραβίασε κατάφωρα το δίκαιο της Ένωσης. Αντιθέτως, αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης κανόνας του εθνικού δικαίου ο οποίος, σε μια τέτοια περίπτωση, εξαιρεί εν γένει από τις ζημίες που μπορούν να αποκατασταθούν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε διάδικος λόγω της επιζήμιας αποφάσεως του εθνικού δικαστηρίου.
2)
Το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως δε η οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007, και η οδηγία 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/66, καθώς και οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, έχει την έννοια ότι δεν αποκλείει ρύθμιση κράτους μέλους η οποία δεν επιτρέπει την αναθεώρηση έχουσας ισχύ δεδικασμένου αποφάσεως δικαστηρίου του εν λόγω κράτους μέλους, το οποίο αποφάνθηκε επί προσφυγής ακυρώσεως κατά πράξεως αναθέτουσας αρχής, χωρίς να ασχοληθεί με ζήτημα το οποίο προβλεπόταν να εξετασθεί με προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε προς απάντηση σε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβληθείσα στο πλαίσιο της διαδικασίας που αφορούσε την εν λόγω προσφυγή ακυρώσεως. Ωστόσο, εάν οι εφαρμοστέοι εσωτερικοί δικονομικοί κανόνες προβλέπουν τη δυνατότητα του εθνικού δικαστή να αναθεωρήσει δικαστική απόφαση με ισχύ δεδικασμένου, προκειμένου η κατάσταση που προκύπτει από την απόφαση αυτή να καταστεί συμβατή με προηγούμενη εθνική δικαστική απόφαση με ισχύ δεδικασμένου, της οποίας είχαν ήδη γνώση το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση της οποίας ζητείται η αναθεώρηση και οι διάδικοι της υποθέσεως επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, πρέπει να γίνει χρήση της δυνατότητας αυτής, σύμφωνα με τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, προκειμένου να καταστεί η κατάσταση συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης, όπως ερμηνεύθηκε με προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου.
(1) ΕΕ C 22 της 22.1.2018.