ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NILS WAHL
της 26ης Απριλίου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C‑18/17
Danieli & C. Officine Meccaniche SpA
Dragan Panic
Ivan Arnautov
Jakov Mandic
Miroslav Brnjac
Nicolai Dorassevitch
Alen Mihovic
παρισταμένης της:
Arbeitsmarktservice Leoben
[αίτηση του Verwaltungsgerichtshof (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Προσχώρηση νέων κρατών μελών – Κροατία – Μεταβατικά μέτρα – Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων – Άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Οδηγία 96/71/ΕΚ – Απόσπαση εργαζομένων – Πεδίο εφαρμογής – Απόσπαση Κροατών υπηκόων και υπηκόων τρίτων χωρών στην Αυστρία μέσω επιχειρήσεως εγκατεστημένης στην Ιταλία – Άρθρο 1, παράγραφος 3 – Απόσπαση – Διάθεση εργατικού δυναμικού»
1.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί του ζητήματος αν η Δημοκρατία της Αυστρίας δικαιούται να απαιτεί να έχουν άδεια εργασίας οι εργαζόμενοι που μεταφέρθηκαν σε ιταλική επιχείρηση η οποία παρέχει μια υπηρεσία στην Αυστρία όταν (i) οι εν λόγω εργαζόμενοι είναι Κροάτες υπήκοοι που απασχολούνται από κροατική επιχείρηση ή (ii) είναι υπήκοοι τρίτων χωρών οι οποίοι απασχολούνται νόμιμα από άλλη ιταλική επιχείρηση.
2.
Στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων, θα εξηγήσω για ποιους λόγους, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, η Δημοκρατία της Αυστρίας δύναται να απαιτεί, βάσει των άρθρων 56 και 57 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με τις μεταβατικές διατάξεις του κεφαλαίου 2 του παραρτήματος V της πράξεως προσχωρήσεως του 2012 ( 2 ), να έχουν άδεια εργασίας οι Κροάτες υπήκοοι που έχουν μεταφερθεί σε ιταλική επιχείρηση η οποία παρέχει μια υπηρεσία στην Αυστρία. Από την άλλη πλευρά, δεν δύναται να απαιτεί το ίδιο, βάσει των άρθρων 56 και 57 ΣΛΕΕ, για υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην ιταλική επιχείρηση που παρέχει μια υπηρεσία στην Αυστρία, δεδομένου ότι αυτοί οι υπήκοοι τρίτων χωρών απασχολούνται νόμιμα στην Ιταλία.
I. Νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η πράξη προσχωρήσεως του 2012
3.
Οι όροι της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Κροατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση καθορίζονται στην πράξη προσχωρήσεως του 2012. Το άρθρο 18 της οικείας πράξεως ορίζει ότι τα μέτρα που απαριθμούνται στο παράρτημα V εφαρμόζονται υπό τους όρους που προβλέπονται στο εν λόγω παράρτημα.
4.
Το παράρτημα V της πράξεως προσχωρήσεως του 2012 επιγράφεται «Κατάλογος του άρθρου 18 της Πράξης Προσχώρησης: μεταβατικά μέτρα». Το κεφάλαιο 2 του εν λόγω παραρτήματος αφορά τα μεταβατικά μέτρα σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Το άρθρο 45 και η πρώτη παράγραφος του άρθρου 56 της ΣΛΕΕ εφαρμόζονται πλήρως μόνον όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων και την ελευθερία παροχής υπηρεσιών που συνεπάγεται προσωρινή κυκλοφορία εργαζομένων, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 96/71/ΕΚ μεταξύ, αφενός, της Κροατίας και, αφετέρου, εκάστου των παρόντων κρατών μελών, με την επιφύλαξη των μεταβατικών διατάξεων των παραγράφων 2 έως 13.
2. Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 1 έως 6 του κανονισμού (ΕΕ) 492/2011 και έως το τέλος διετούς περιόδου από την ημερομηνία προσχώρησης, τα [υπάρχοντα] κράτη μέλη θα εφαρμόζουν εθνικά μέτρα ή μέτρα που απορρέουν από διμερείς συμφωνίες, με τα οποία ρυθμίζεται η πρόσβαση Κροατών υπηκόων στις αγορές εργασίας τους. Τα [υπάρχοντα] κράτη μέλη μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν αυτά τα μέτρα έως το τέλος πενταετούς περιόδου από την ημερομηνία προσχώρησης.
Κροάτες υπήκοοι οι οποίοι εργάζονται νομίμως σε [υπάρχον] κράτος μέλος την ημερομηνία προσχώρησης και μετέχουν στην αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους επί αδιάλειπτο χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών ή μεγαλύτερο θα έχουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους αλλά όχι στην αγορά εργασίας άλλων κρατών μελών που εφαρμόζουν εθνικά μέτρα.
Κροάτες υπήκοοι οι οποίοι μετέχουν στην αγορά εργασίας [υπάρχοντος] κράτους μέλους μετά την προσχώρηση επί αδιάλειπτο χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών ή μεγαλύτερο απολαύουν επίσης των ιδίων δικαιωμάτων.
Οι Κροάτες υπήκοοι που αναφέρονται στο δεύτερο ή τρίτο εδάφιο παύουν να απολαύουν των δικαιωμάτων που αναφέρονται στα εδάφια αυτά, εάν εγκαταλείψουν οικειοθελώς την αγορά εργασίας του συγκεκριμένου παρόντος κράτους μέλους.
Κροάτες υπήκοοι οι οποίοι εργάζονται νομίμως σε [υπάρχον] κράτος μέλος την ημερομηνία προσχώρησης ή κατά το χρονικό διάστημα εφαρμογής εθνικών μέτρων και οι οποίοι μετέχουν στην αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους επί χρονικό διάστημα μικρότερο των δώδεκα μηνών δεν απολαύουν των δικαιωμάτων του δευτέρου και τρίτου εδαφίου.
[…]
12. Προκειμένου να αντιμετωπίσουν σοβαρές διαταραχές ή απειλή διαταραχών σε συγκεκριμένους ευαίσθητους τομείς παροχής υπηρεσιών στις αγορές εργασίας Γερμανίας και Αυστρίας, οι οποίες θα μπορούσαν να ανακύψουν σε ορισμένες περιοχές λόγω της διακρατικής παροχής υπηρεσιών, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 96/71/ΕΚ, και, ενόσω εφαρμόζουν, δυνάμει των ανωτέρω οριζόμενων μεταβατικών διατάξεων, εθνικά μέτρα ή μέτρα που απορρέουν από διμερείς συμφωνίες όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία Κροατών εργαζομένων, η Γερμανία και η Αυστρία δύνανται, έπειτα από γνωστοποίηση προς την Επιτροπή, να παρεκκλίνουν από το άρθρο 56, πρώτο εδάφιο, της ΣΛΕΕ προκειμένου να περιορίσουν, στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών από επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στην Κροατία, την προσωρινή κυκλοφορία των εργαζομένων των οποίων το δικαίωμα ανάληψης εργασίας στη Γερμανία και την Αυστρία υπόκειται σε εθνικά μέτρα.»
5.
Στον κατάλογο των τομέων υπηρεσιών που μπορούν να καλύπτονται από την παρέκκλιση του σημείου 12 περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, κατασκευαστικές δραστηριότητες όπως αυτές ορίζονται στη διάταξη αυτή.
2. Οδηγία 96/71/ΕΚ ( 3 )
6.
Η οδηγία 96/71 θεσπίζει τους κανόνες που διέπουν την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών.
7.
Το άρθρο 1 ορίζει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Η εν λόγω διάταξη έχει ως εξής:
«1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις εγκατεστημένες σε κράτος μέλος επιχειρήσεις οι οποίες, στο πλαίσιο διεθνικής παροχής υπηρεσιών, προβαίνουν σε απόσπαση εργαζομένων, σύμφωνα με την παράγραφο 3, στο έδαφος κράτους μέλους.
[…]
3. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται όταν οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 λαμβάνουν ένα από τα ακόλουθα διεθνικά μέτρα:
α)
αποσπούν έναν εργαζόμενο, για λογαριασμό τους και υπό τη διεύθυνσή τους, στο έδαφος κράτους μέλους, στο πλαίσιο σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ της επιχείρησης αποστολής και του παραλήπτη της παροχής υπηρεσιών που ασκεί τις δραστηριότητές του στο εν λόγω κράτος μέλος, εφόσον υφίσταται εργασιακή σχέση ανάμεσα στην επιχείρηση αποστολής και τον εργαζόμενο κατά τον χρόνο της απόσπασης, ή
β)
αποσπούν έναν εργαζόμενο, στο έδαφος κράτους μέλους, σε εγκατάσταση ή σε επιχείρηση του ομίλου, εφόσον υφίσταται εργασιακή σχέση ανάμεσα στην επιχείρηση αποστολής και τον εργαζόμενο κατά τον χρόνο της απόσπασης, ή
γ)
όντας επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης ή επιχείρηση που διαθέτει εργαζόμενους, αποσπούν εργαζόμενο σε χρήστρια επιχείρηση εγκατεστημένη ή ασκούσα δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους, εφόσον κατά τη διάρκεια της απόσπασης υφίσταται εργασιακή σχέση ανάμεσα στην επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης ή την επιχείρηση που διαθέτει εργαζόμενους και τον εργαζόμενο.»
8.
Κατά το άρθρο 3 της ίδιας οδηγίας, τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε, ανεξάρτητα από το δίκαιο που διέπει τη σχέση εργασίας, οι αναφερόμενες στο άρθρο 1, παράγραφος 1, επιχειρήσεις να εγγυώνται στους εργαζόμενους που είναι αποσπασμένοι στο έδαφός τους, τους όρους εργασίας και απασχολήσεως, όπως αυτοί καθορίζονται εκ του νόμου ή, ανάλογα με την περίπτωση, από τις συλλογικές συμβάσεις, όσον αφορά τις μέγιστες περιόδους εργασίας και τις ελάχιστες περιόδους αναπαύσεως, την ελάχιστη διάρκεια ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, τα ελάχιστα όρια μισθού, συμπεριλαμβανομένων των αποζημιώσεων υπερωριακής εργασίας, τους όρους θέσεως εργαζομένων στη διάθεση επιχειρήσεων, την υγεία, την ασφάλεια και την υγιεινή στην εργασία, τα προστατευτικά μέτρα σχετικά με τους όρους εργασίας και απασχολήσεως των γυναικών σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή λοχείας, των παιδιών και των νέων, την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών και τις λοιπές διατάξεις περί απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων.
Β. Το εθνικό δίκαιο
9.
Το άρθρο 18 του Ausländerbeschäftigungsgesetz (νόμου περί της εργασίας των αλλοδαπών) ( 4 ) ορίζει τα εξής:
«Αποσπασμένοι αλλοδαποί
Προϋποθέσεις απασχολήσεως· άδεια αποσπάσεως
1)
Οι αλλοδαποί που απασχολούνται στην ημεδαπή από αλλοδαπό εργοδότη ο οποίος δεν εδρεύει στην Αυστρία πρέπει να διαθέτουν άδεια εργασίας, εκτός αν ορίζεται άλλως κατωτέρω. Αν η διάρκεια των σχετικών εργασιών δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, οι αλλοδαποί πρέπει να διαθέτουν άδεια αποσπάσεως, η οποία χορηγείται με μέγιστη διάρκεια ισχύος τεσσάρων μηνών.
[…]
12)
Οι αλλοδαποί που έχουν αποσπαστεί στην Αυστρία από επιχείρηση εδρεύουσα σε άλλο κράτος μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου προκειμένου να παράσχουν προσωρινά την εργασία τους, δεν απαιτείται να έχουν άδεια εργασίας ή αποσπάσεως όταν:
1.
έχουν δεόντως αδειοδοτηθεί, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διάρκειας της αποσπάσεως τους στην Αυστρία, να εργάζονται στο κράτος όπου έχει την έδρα της η επιχείρηση και απασχολούνται νόμιμα στην επιχείρηση που τους αποσπά, και αν
2.
τηρούνται οι προβλεπόμενοι από το αυστριακό δίκαιο όροι αμοιβής και εργασίας […] καθώς και οι εφαρμοστέες διατάξεις περί κοινωνικής ασφαλίσεως.
Η αρμόδια για τον έλεγχο της παράνομης απασχολήσεως κεντρική συντονιστική υπηρεσία του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομικών […] διαβιβάζει αμελλητί στο αρμόδιο περιφερειακό γραφείο της υπηρεσίας απασχολήσεως τη δήλωση απασχολήσεως αποσπασμένων αλλοδαπών, σύμφωνα με το άρθρο 7b, παράγραφοι 3 και 4, του νόμου για την προσαρμογή του δικαίου των συμβάσεων εργασίας. Εντός δύο εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής της δηλώσεως, το περιφερειακό γραφείο της υπηρεσίας απασχολήσεως βεβαιώνει την επιχείρηση και τον εργοδότη στον οποίο παρέχονται οι υπηρεσίες είτε ότι πληρούνται όλες οι σχετικές προϋποθέσεις (επιβεβαίωση της αποσπάσεως εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης) είτε, στην περίπτωση που δεν πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις, ότι απαγορεύει την απόσπαση […].»
10.
Το άρθρο 32a του νόμου περί της εργασίας των αλλοδαπών ορίζει τα ακόλουθα όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις σχετικά με τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης:
«1) Οι υπήκοοι των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οποία προσχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Ιανουαρίου 2007, βάσει της Συνθήκης για την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση […], δεν απολαύουν του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων […], εκτός αν είναι συγγενείς υπηκόου άλλου κράτους μέλους του ΕΟΧ ο οποίος έχει δικαίωμα διαμονής δυνάμει του κοινοτικού δικαίου […].
[…]
11) Δυνάμει της [πράξεως προσχωρήσεως του 2012], οι παράγραφοι 1 έως 9 εφαρμόζονται, από την ημερομηνία προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Κροατίας στην Ένωση, τηρουμένων των αναλογιών, στους υπηκόους της Δημοκρατίας της Κροατίας και στους εργοδότες που έχουν την έδρα τους στην Κροατία.»
II. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα
11.
Η υπό κρίση υπόθεση ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Danieli & C. Officine Meccaniche SpA (στο εξής: Danieli), τεσσάρων Κροατών υπηκόων καθώς και ενός Ρώσου και ενός Λευκορώσου υπηκόου (στο εξής, από κοινού: αναιρεσείοντες) και, αφετέρου, του Arbeitsmarktservice Leoben (περιφερειακού γραφείου του Leoben της Υπηρεσίας για την αγορά εργασίας, Αυστρία).
12.
Η Danieli, εταιρία η οποία έχει την έδρα της στην Ιταλία, συνήψε σύμβαση με αυστριακή επιχείρηση για την κατασκευή ελασματουργείου στην Αυστρία. Η Danieli αποτελεί μέρος ομίλου εταιριών στον οποίο μετέχουν επίσης οι εταιρίες DS d.o.o., η οποία έχει την έδρα της στην Κροατία (στο εξής: Κροάτης εργοδότης) και DA-S.p.A., η οποία έχει την έδρα της στην Ιταλία (στο εξής: Ιταλός εργοδότης). Για την ολοκλήρωση του κατασκευαστικού έργου, η Danieli θέλησε να χρησιμοποιήσει εργατικό δυναμικό το οποίο θα μετέφερε από τον Κροάτη εργοδότη και τον Ιταλό εργοδότη.
13.
Ειδικότερα, επιθυμία της Danieli ήταν να χρησιμοποιήσει τέσσερις Κροάτες υπηκόους, οι οποίοι απασχολούνται από τον Κροάτη εργοδότη και έχουν κοινωνική ασφάλιση στην Κροατία. Επίσης, θέλησε να χρησιμοποιήσει δύο υπηκόους τρίτων χωρών, έναν Ρώσο και έναν Λευκορώσο, οι οποίοι απασχολούνται από τον Ιταλό εργοδότη και έχουν κοινωνική ασφάλιση στην Ιταλία.
14.
Στις 18 Ιανουαρίου 2016, η Danieli δήλωσε τους προαναφερθέντες εργαζόμενους στην αρμόδια αρχή και υπέβαλε αιτήσεις επιβεβαιώσεως της αποσπάσεώς τους εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
15.
Από τη διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι η Danieli είχε διευκρινίσει ότι οι εν λόγω εργαζόμενοι δεν απασχολούνται από την ίδια, αλλά επρόκειτο να μεταφερθούν σε αυτήν από τον Κροάτη εργοδότη και τον Ιταλό εργοδότη, αντιστοίχως, προκειμένου αυτή να ολοκληρώσει το έργο στην Αυστρία.
16.
Το περιφερειακό γραφείο του Leoben της Υπηρεσίας για την αγορά εργασίας απέρριψε τις αιτήσεις επιβεβαιώσεως της αποσπάσεως αλλοδαπών υπηκόων εντός του ΕΟΧ, βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 12, του νόμου περί της εργασίας των αλλοδαπών και απαγόρευσε την απόσπαση.
17.
Ακολούθως, ασκήθηκαν προσφυγές κατά της αποφάσεως αυτής. Οι εν λόγω προσφυγές απορρίφθηκαν από το Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο, Αυστρία) ως αβάσιμες. Κατά το δικαστήριο αυτό, οι συγκεκριμένες αποσπάσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/71. Κατά την άποψη του εν λόγω δικαστηρίου, η ως άνω οδηγία δεν έχει εφαρμογή, καθόσον δεν υφίστατο εργασιακή σχέση μεταξύ της Danieli και των εργαζομένων που επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει για την εκτέλεση του έργου στην Αυστρία.
18.
Εν συνεχεία, κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αναιρέσεις ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Αυστρία). Έχοντας αμφιβολίες ως προς την ορθή ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, το εν λόγω δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως επί των ακολούθων ερωτημάτων:
«1)
Έχουν τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ, η οδηγία [96/71] [και το κεφάλαιο 2, Ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, σημεία 2 και 12,] του παραρτήματος V της [πράξεως προσχωρήσεως του 2012] την έννοια ότι η Αυστρία δικαιούται να περιορίσει, διά της απαιτήσεως να έχουν άδεια εργασίας, την απόσπαση εργαζομένων οι οποίοι απασχολούνται σε εταιρία με έδρα στην Κροατία, όταν η απόσπαση αυτή πραγματοποιείται υπό μορφή διαθέσεως εργατικού δυναμικού σε εταιρία εγκατεστημένη στην Ιταλία με σκοπό την παροχή υπηρεσίας εκ μέρους της ιταλικής εταιρίας στην Αυστρία και η δραστηριότητα των Κροατών εργαζομένων για την ιταλική εταιρία, όσον αφορά την κατασκευή ελασματουργείου στην Αυστρία, περιορίζεται στην παροχή της εν λόγω υπηρεσίας στην Αυστρία χωρίς να υφίσταται σχέση εργασίας μεταξύ αυτών και της ιταλικής εταιρίας;
2)
Έχουν τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ και η οδηγία [96/71] την έννοια ότι η Αυστρία δικαιούται να περιορίσει, διά της απαιτήσεως άδειας εργασίας, την απόσπαση Ρώσων και Λευκορώσων εργαζομένων ο οποίοι απασχολούνται σε εταιρία με έδρα στην Ιταλία, όταν η απόσπαση αυτή πραγματοποιείται υπό μορφή διαθέσεως εργατικού δυναμικού σε μια δεύτερη εταιρία εγκατεστημένη στην Ιταλία με σκοπό την παροχή υπηρεσίας εκ μέρους της δεύτερης εταιρίας στην Αυστρία και η δραστηριότητα των Ρώσων και Λευκορώσων εργαζομένων για τη δεύτερη εταιρία περιορίζεται στην παροχή της υπηρεσίας της στην Αυστρία χωρίς να υφίσταται σχέση εργασίας μεταξύ αυτών και της δεύτερης εταιρίας;»
19.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, η Αυστριακή, η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Άπαντες οι ως άνω μετέχοντες στη διαδικασία, εκτός από την Ολλανδική Κυβέρνηση, ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη στις 28 Φεβρουαρίου 2018.
III. Ανάλυση
20.
Πριν από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων, θα αρχίσω την ανάλυσή μου με ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις οι οποίες αφορούν ειδικά το νομικό πλαίσιο που διέπει το δικαίωμα των επιχειρήσεων να παρέχουν υπηρεσίες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συναφώς, θα εξηγήσω επίσης πώς πρέπει να χαρακτηριστεί από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης η κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας η Danieli, προκειμένου να παράσχει μια υπηρεσία στην Αυστρία, χρησιμοποιεί Κροάτες υπηκόους και υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι απασχολούνται νομίμως από τον Κροάτη εργοδότη και τον Ιταλό εργοδότη, αντιστοίχως, στα κράτη αυτά (στο εξής: επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση). Πράγματι, όπως θα δειχθεί, το συγκεκριμένο ζήτημα είναι καθοριστικής σημασίας όσον αφορά την εκτίμηση ειδικά του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος.
Α. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
21.
Στην Αυστρία, αλλοδαποί οι οποίοι απασχολούνται από αλλοδαπό εργοδότη που δεν είναι εγκατεστημένος στην Αυστρία πρέπει να έχουν άδεια εργασίας. Ωστόσο, στην περίπτωση των λεγομένων αποσπάσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή στην περίπτωση που οι αλλοδαποί εργαζόμενοι έχουν αποσπαστεί στην Αυστρία από επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος (του ΕΟΧ) προκειμένου να εκτελέσουν εργασία προσωρινού χαρακτήρα, η ανωτέρω απαίτηση δεν ισχύει. Τούτο υπό την προϋπόθεση ότι, αφενός, οι εν λόγω εργαζόμενοι είναι, μεταξύ άλλων, δεόντως αδειοδοτημένοι, για χρονικό διάστημα το οποίο υπερβαίνει τη διάρκεια της αποσπάσεώς τους στην Αυστρία, να εργάζονται στη χώρα όπου έχει την έδρα της η επιχείρηση και, αφετέρου, απασχολούνται νόμιμα από την επιχείρηση που τους αποσπά. Πάντως, κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου η οποία λήγει στις 30 Ιουνίου 2018 οι Κροάτες υπήκοοι υποχρεούνται να διαθέτουν άδεια εργασίας σύμφωνα με τους σχετικούς εθνικούς κανόνες (άρθρα 18 και 32a του νόμου περί της εργασίας των αλλοδαπών).
22.
Εν προκειμένω, η Danieli, μια ιταλική επιχείρηση, υπέβαλε αίτηση επιβεβαιώσεως της αποσπάσεως εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς άδεια εργασίας όσον αφορά τους Κροάτες υπηκόους και τους υπηκόους τρίτων χωρών που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει για την κατασκευή ελασματουργείου στην Αυστρία. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι για τέτοιους εργαζόμενους απαιτείται άδεια εργασίας.
23.
Το ζήτημα που ανακύπτει είναι αν η ως άνω απαίτηση είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης, λαμβανομένου υπόψη ότι οι Κροάτες υπήκοοι και οι υπήκοοι τρίτων χωρών μεταφέρθηκαν προσωρινά σε ιταλική επιχείρηση (Danieli) η οποία παρέχει μια υπηρεσία στην Αυστρία. Οι Κροάτες υπήκοοι μεταφέρθηκαν στην Danieli από κροατική επιχείρηση και οι υπήκοοι τρίτων χωρών μεταφέρθηκαν από ιταλική επιχείρηση.
1. Το νομικό πλαίσιο: ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και απόσπαση εργαζομένων
24.
Πρέπει να υπομνησθεί εκ προοιμίου ότι στην υπό κρίση υπόθεση το συμβατό της απαιτήσεως άδειας εργασίας με το δίκαιο της Ένωσης ρυθμίζεται από τους κανόνες της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, οι οποίοι περιλαμβάνονται στα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ ( 5 ). Επιπλέον, όσον αφορά ειδικά τους Κροάτες υπηκόους, πρέπει επίσης να συνεκτιμηθούν οι ειδικοί κανόνες που έχουν θεσπιστεί από τον νομοθέτη, βάσει των οποίων, κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου μετά την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Κροατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περιορίζονται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών που συνεπάγονται προσωρινή μετακίνηση εργαζομένων, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 96/71. Οι κανόνες αυτοί περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο 2 του παραρτήματος V της πράξεως προσχωρήσεως του 2012.
25.
Αντιθέτως, η οδηγία 96/71 δεν ασκεί άμεσα επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση. Σε αντίθεση με αυτό που υποδηλώνουν τα προδικαστικά ερωτήματα και η βαρύτητα που δόθηκε στην εν λόγω οδηγία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οδηγία 96/71 έχει έμμεση μόνον σημασία όσον αφορά την εκτίμηση του συμβατού της επίμαχης εν προκειμένω απαιτήσεως άδειας εργασίας με το δίκαιο της Ένωσης.
26.
Η οδηγία 96/71 αποσκοπεί στην προστασία των εργαζομένων παρέχοντας ορισμένα ελάχιστα δικαιώματα στους αποσπασμένους εργαζόμενους στο ειδικό πλαίσιο της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών. Θεσπίζει έναν «πυρήνα αναγκαστικών κανόνων για την ελάχιστη προστασία» –που αφορούν, μεταξύ άλλων, τις ελάχιστες αμοιβές και τις άδειες– οι οποίοι πρέπει να τηρούνται στη χώρα υποδοχής από τις επιχειρήσεις που προσωρινά αποσπούν εκεί εργαζόμενους ( 6 ). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 3 της οδηγίας, το κράτος μέλος υποδοχής οφείλει να διασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις οι οποίες αποσπούν εργαζόμενους στο έδαφός του συμμορφώνονται προς τους ελάχιστους όρους και προϋποθέσεις που μνημονεύονται στην εν λόγω διάταξη.
27.
Η οδηγία 96/71 δεν περιλαμβάνει κανόνες σχετικά με τις διοικητικές απαιτήσεις προς τις οποίες ενδέχεται να πρέπει να συμμορφωθεί στο κράτος μέλος υποδοχής ο (αλλοδαπός) πάροχος υπηρεσιών. Τα όρια των απαιτήσεων αυτών καθορίζονται από τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ (και, ενδεχομένως, από τις μεταβατικές διατάξεις που προσαρτώνται στην πράξη προσχωρήσεως του 2012).
28.
Παρά ταύτα, η οδηγία 96/71 είναι για άλλους λόγους κρίσιμη εν προκειμένω. Πράγματι, όπως θα δειχθεί διεξοδικότερα στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων, η νομολογία του Δικαστηρίου διακρίνει μεταξύ διαφορετικών ειδών αποσπάσεως: ανάλογα με το αν η επιχείρηση που παρέχει μια υπηρεσία στο κράτος μέλος υποδοχής προβαίνει στην παροχή αυτή μέσω της αποσπάσεως δικών της εργαζομένων στο κράτος μέλος υποδοχής (η παραδοσιακή απόσπαση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 96/71) ή αν μια επιχείρηση διαθέτει εργαζομένους της σε επιχείρηση στο κράτος μέλος υποδοχής (διάθεση εργατικού δυναμικού σε άλλη επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 96/71), ο χαρακτηρισμός της καταστάσεως, από τη σκοπιά των κανόνων που διέπουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και των σχετικών μεταβατικών διατάξεων, υπακούει σε διαφορετικές λογικές.
29.
Ειδικότερα, οι εργαζόμενοι που έχουν μεταφερθεί στο κράτος μέλος υποδοχής, είτε στο πλαίσιο της παραδοσιακής αποσπάσεως είτε υπό τη μορφή της διαθέσεως εργατικού δυναμικού, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Ωστόσο, αποτελεί πάγια νομολογία ότι, σε αντίθεση με τους εργαζόμενους που έχουν αποσπαστεί από τον εργοδότη τους κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας, οι εργαζόμενοι οι οποίοι μεταφέρονται στο κράτος μέλος υποδοχής κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας θεωρείται ότι διατίθενται και, ως εκ τούτου, αποκτούν πρόσβαση στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής ( 7 ).
30.
Η διαφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά την εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων του κεφαλαίου 2, σημεία 2 και 12, του παραρτήματος V της πράξεως προσχωρήσεως του 2012. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύτερο περιθώριο εφαρμογής των εθνικών τους κανόνων όσον αφορά τη διάθεση εργατικού δυναμικού.
31.
Δυνάμει του σημείου 2, τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των (Κροατών) εργαζομένων μέσω της εφαρμογής εθνικών μέτρων κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Κατά το Δικαστήριο, στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων περιλαμβάνεται τόσο η περίπτωση στην οποία ο εργαζόμενος ζητεί άμεση πρόσβαση στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής όσο και η περίπτωση στην οποία ο εργαζόμενος διατέθηκε στην αγορά εργασίας του κράτους αυτού κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 96/71 ( 8 ). Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με το σημείο 12, τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ και να περιορίσουν σχετικά με την παροχή υπηρεσιών την παραδοσιακή απόσπαση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 96/71. Πάντως, η δυνατότητα αυτή παρέχεται μόνον όσον αφορά επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην Κροατία οι οποίες λειτουργούν σε ορισμένους ευαίσθητους τομείς τους οποίους αναφέρει το σημείο 12 ( 9 ).
32.
Για αυτόν ακριβώς τον λόγο πρέπει να καθοριστεί, εκ των προτέρων, πώς πρέπει να χαρακτηριστεί η επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης.
2. Πώς πρέπει να χαρακτηριστεί, από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης, η επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση;
33.
Όσον αφορά την επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση, ένα σημείο το οποίο πρέπει να υπογραμμιστεί εξαρχής είναι ότι οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι δεν απασχολούνται άμεσα από την Danieli αλλά από άλλες επιχειρήσεις που ανήκουν στον ίδιο όμιλο: οι Κροάτες υπήκοοι έχουν σύμβαση εργασίας με τον Κροάτη εργοδότη και κοινωνική ασφάλιση στην Κροατία, ενώ οι υπήκοοι τρίτων χωρών έχουν σύμβαση εργασίας με τον Ιταλό εργοδότη και κοινωνική ασφάλιση στην Ιταλία.
34.
Οι εργαζόμενοι επρόκειτο να μεταφερθούν στην Danieli προκειμένου αυτή να μπορέσει να ολοκληρώσει την κατασκευή ελασματουργείου στην Αυστρία, κατασκευαστικό έργο για το οποίο προκύπτει ότι η Danieli είναι ο κύριος συμβαλλόμενος. Κατά τη διάρκεια της αποσπάσεώς τους στην Αυστρία, οι εργαζόμενοι θα εκτελούσαν τα καθήκοντά τους υπό τη διεύθυνση της Danieli. Επιπλέον, από τη διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι ουδέποτε εργάστηκαν για την Danieli στην Ιταλία, αλλά μεταφέρθηκαν απευθείας στην Αυστρία από τους εργοδότες τους. Με άλλα λόγια, οι Κροάτες υπήκοοι ουδέποτε δραστηριοποιήθηκαν στην αγορά εργασίας στην Ιταλία. Από την άλλη πλευρά, οι υπήκοοι τρίτων χωρών απασχολούνται νόμιμα στην Ιταλία, η οποία αποτελεί τον συνήθη τόπο παροχής της εργασίας τους για τον Ιταλό εργοδότη τους.
35.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, πώς πρέπει να χαρακτηριστεί από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης η επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση;
36.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/71, η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή στις εγκατεστημένες σε κράτος μέλος επιχειρήσεις οι οποίες, στο πλαίσιο διεθνικής παροχής υπηρεσιών, προβαίνουν σε απόσπαση εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο της 1, παράγραφος 3, στο έδαφος κράτους μέλους.
37.
Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, η οδηγία έχει εφαρμογή όταν επιχείρηση αποσπά εργαζόμενους, για λογαριασμό της και υπό τη διεύθυνσή της, στο έδαφος κράτους μέλους, στο πλαίσιο συμβάσεως που έχει συναφθεί μεταξύ της επιχειρήσεως αποστολής και του αποδέκτη της παροχής υπηρεσιών που ασκεί τις δραστηριότητές του στο εν λόγω κράτος μέλος, εφόσον κατά τον χρόνο της αποσπάσεως υφίσταται εργασιακή σχέση μεταξύ της επιχειρήσεως αποστολής και του εργαζομένου.
38.
Όπως προεκτέθηκε, το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας αφορά επίσης τη μεταφορά εργατικού δυναμικού από μια επιχείρηση σε άλλη. Ιδιαίτερη σημασία έχει εν προκειμένω το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ ( 10 ).
39.
Η οδηγία έχει εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, επίσης στην περίπτωση που επιχείρηση προσωρινής απασχολήσεως ή επιχείρηση που διαθέτει εργαζόμενους αποσπά εργαζόμενο σε επιχείρηση-χρήστη εγκατεστημένη ή ασκούσα δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους, εφόσον κατά τη διάρκεια της αποσπάσεως υφίσταται εργασιακή σχέση μεταξύ της επιχειρήσεως προσωρινής απασχολήσεως ή της επιχειρήσεως που διαθέτει εργαζόμενους και του εργαζομένου.
40.
Με απλά λόγια, η οδηγία έχει εφαρμογή σε ευρύ φάσμα περιπτώσεων όπου εργαζόμενοι μεταφέρονται από ένα κράτος μέλος σε άλλο στο πλαίσιο διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών.
41.
Εκ πρώτης όψεως, η επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση δεν φαίνεται να αντιστοιχεί άνευ ετέρου με τις καταστάσεις του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και γʹ. Συνεπώς, ουδεμία έκπληξη προξενεί το γεγονός ότι οι υποβληθείσες από τους μετέχοντες στη διαδικασία παρατηρήσεις δεν συμφωνούν ως προς το αν η επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/71 και, αν ναι, για ποιους λόγους.
42.
Ωστόσο, πιο προσεκτική εξέταση αποκαλύπτει ότι –υπό την επιφύλαξη των αναγκαίων ελέγχων στους οποίους το αιτούν δικαστήριο οφείλει να προβεί όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά στην υπό κρίση υπόθεση– η επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση συνιστά διάθεση εργατικού δυναμικού κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας.
43.
Στην υπόθεση Vicoplus κ.λπ. ( 11 ), ζητήθηκε να αποφανθεί το Δικαστήριο ως προς το αν είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης μια ολλανδική ρύθμιση κατά την οποία, σε περίπτωση διαθέσεως Πολωνών εργαζομένων σε ολλανδικό έδαφος μετά την προσχώρηση της Πολωνίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι Πολωνοί υπήκοοι ήσαν υποχρεωμένοι να έχουν άδεια εργασίας. Το Δικαστήριο κλήθηκε επίσης να παράσχει διευκρινίσεις σχετικά με τα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιούνται προκειμένου να καθοριστεί αν πρόκειται για διάθεση εργαζομένων κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 96/71.
44.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διάθεση εργατικού δυναμικού συνιστά παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής, ως προς την οποία παροχή ο εργαζόμενος που διατέθηκε παραμένει στην υπηρεσία της επιχειρήσεως που παρέχει την υπηρεσία, χωρίς τη σύναψη οποιασδήποτε συμβάσεως εργασίας με την επιχείρηση-χρήστη (πρώτη προϋπόθεση). Επιπλέον, η διάθεση χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι η μετακίνηση του εργαζομένου στο κράτος μέλος υποδοχής αποτελεί αυτόν τούτο τον σκοπό της παροχής υπηρεσιών από την παρέχουσα την υπηρεσία επιχείρηση (δεύτερη προϋπόθεση), καθώς και ότι ο εργαζόμενος αυτός ασκεί τα καθήκοντά του υπό τον έλεγχο και τη διεύθυνση της επιχειρήσεως-χρήστη (τρίτη προϋπόθεση) ( 12 ).
45.
Με την απόφαση Martin Meat ( 13 ), το Δικαστήριο παρέσχε περαιτέρω καθοδήγηση ειδικά όσον αφορά την προεκτεθείσα δεύτερη προϋπόθεση. Αποσαφήνισε τα στοιχεία που μπορούν να δείξουν ότι η παρεχόμενη (διασυνοριακή) υπηρεσία συνιστά διάθεση εργατικού δυναμικού, και όχι απόσπαση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας. Το Δικαστήριο έκρινε συναφώς ότι πρέπει ιδίως να λαμβάνεται υπόψη οποιοδήποτε στοιχείο δύναται να δείξει ότι ο παρέχων τις υπηρεσίες δεν φέρει τις συνέπειες της μη προσήκουσας εκτελέσεως της παροχής που ορίζεται στη σύμβαση. Ειδικότερα, αν ο παρέχων τις υπηρεσίες είναι υπεύθυνος για την ορθή εκπλήρωση της παροχής που ορίζεται στη σύμβαση, είναι κατ’ αρχήν λιγότερο πιθανό να πρόκειται για διάθεση εργατικού δυναμικού απ’ ό,τι αν ο παρέχων τις υπηρεσίες δεν έφερε τις συνέπειες της μη προσήκουσας εκτελέσεως της εν λόγω παροχής ( 14 ).
46.
Στην επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση πληρούνται όλες αυτές οι τιθέμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις όσον αφορά τη διάθεση εργατικού δυναμικού ( 15 ).
47.
Πρώτον, δεν αμφισβητείται ότι τόσο οι Κροάτες εργαζόμενοι όσο και οι εργαζόμενοι από τρίτες χώρες εξακολουθούν να απασχολούνται από τις επιχειρήσεις που τους απέσπασαν στην Αυστρία, ήτοι από τον Κροάτη και από τον Ιταλό εργοδότη (πρώτη προϋπόθεση). Τούτο ισχύει ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η Danieli και οι εργοδότριες επιχειρήσεις ανήκουν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων.
48.
Δεύτερον, όσον αφορά την ίδια τη μεταφορά των εργαζομένων, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση διευκρινίστηκε ότι η μετακίνηση των εργαζομένων στην Αυστρία συνιστά αυτόν τούτο τον σκοπό της συμφωνίας μεταξύ της Danieli και του Κροάτη και του Ιταλού εργοδότη (δεύτερη προϋπόθεση). Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι ουδέποτε εργάστηκαν υπό τη διεύθυνση της Danieli στην Ιταλία ως μέρος του εκεί εργατικού δυναμικού της. Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι, σύμφωνα με την καθοδήγηση που το Δικαστήριο παρέσχε με την απόφαση Martin Meat, από τις γραπτές παρατηρήσεις των αναιρεσειόντων δύναται να συναχθεί ότι υπεύθυνη για την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρεχόμενη στην Αυστρία υπηρεσία είναι η Danieli και όχι ο Κροάτης και ο Ιταλός εργοδότης.
49.
Τρίτον, όσο θα είχαν μεταφερθεί στην Αυστρία, οι εργαζόμενοι θα εκτελούσαν τα καθήκοντά τους υπό τον έλεγχο και τη διεύθυνση της επιχειρήσεως-χρήστη, δηλαδή της Danieli (τρίτη προϋπόθεση).
50.
Ασφαλώς, θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι ούτε ο Κροάτης ούτε ο Ιταλός εργοδότης συνιστούν επιχειρήσεις προσωρινής απασχολήσεως ή διαθέσεως εργαζομένων κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας. Ωστόσο, συναφώς, είναι αξιοσημείωτο ότι η νομολογία του Δικαστηρίου έχει δώσει μικρή σημασία στην παράμετρο αυτή. Κατά την άποψή μου, τούτο είναι απολύτως ορθό.
51.
Όπως προανέφερα, η οδηγία 96/71 αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων παρέχοντάς τους ορισμένα ελάχιστα δικαιώματα στο ειδικό πλαίσιο της διεθνικής παροχής υπηρεσιών. Προκειμένου να προστατεύσει τους εργαζόμενους αυτούς, το κράτος μέλος υποδοχής οφείλει να διασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις που αποσπούν ή διαθέτουν εργαζόμενους στο έδαφός του εγγυώνται ότι τηρούνται ορισμένα ελάχιστα δικαιώματα ( 16 ).
52.
Συναφώς, από το προοίμιο της οδηγίας προκύπτει ότι η απόσπαση πρέπει να νοείται υπό ευρεία έννοια: η οδηγία έχει εφαρμογή ανεξάρτητα από το αν η παροχή υπηρεσιών λαμβάνει τη μορφή της εκτελέσεως εργασιών από μια επιχείρηση για λογαριασμό της και υπό τη διεύθυνσή της, βάσει συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ της επιχειρήσεως αυτής και του λήπτη των υπηρεσιών, ή της διαθέσεως εργαζομένων προκειμένου αυτοί να χρησιμοποιηθούν από μια επιχείρηση στο πλαίσιο δημόσιας ή ιδιωτικής συμβάσεως ( 17 ).
53.
Κατά την άποψή μου, ο στόχος διασφαλίσεως ενός ελάχιστου επιπέδου προστασίας των εργαζομένων θα υπονομευόταν αν μια κατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/71, απλώς και μόνον επειδή η επιχείρηση που διαθέτει τους εν λόγω εργαζόμενους δεν δραστηριοποιείται κατά κύριο λόγο στον τομέα της διαθέσεως εργατικού δυναμικού σε άλλες επιχειρήσεις.
54.
Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι η περίσταση ότι είναι ιταλική η επιχείρηση που επιθυμεί να παράσχει μια υπηρεσία στην Αυστρία μέσω της μεταφοράς εργατικού δυναμικού σε αυτήν από επιχειρήσεις εγκατεστημένες, αντιστοίχως, στην Κροατία και στην Ιταλία δεν μπορεί να επηρεάσει την αξιολόγηση βάσει της οδηγίας 96/71. Από τη σκοπιά της οδηγίας, αυτό που είναι κρίσιμο είναι ότι οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι μεταφέρονται από ένα κράτος μέλος σε επιχείρηση-χρήστη που είναι εγκατεστημένη ή δραστηριοποιείται στο κράτος μέλος υποδοχής, δηλαδή στην Αυστρία, στο πλαίσιο διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών ( 18 ). Αυτό ακριβώς συμβαίνει εν προκειμένω.
55.
Πράγματι, από τη σκοπιά της οδηγίας 96/71 η επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση ουδόλως διαφοροποιείται από μια κατάσταση όπου ο κύριος ανάδοχος του έργου στην Αυστρία θα ήταν, αντί της Danieli, αυστριακή επιχείρηση η οποία θα χρησιμοποιούσε εργαζόμενους απευθείας από την Κροατία (όσον αφορά τους Κροάτες υπηκόους) και την Ιταλία (όσον αφορά τους υπηκόους τρίτων χωρών). Με άλλα λόγια, θα επρόκειτο για διάθεση εργατικού δυναμικού κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 96/71.
56.
Ωστόσο, οι αναιρεσείοντες και η Επιτροπή υποστηρίζουν ειδικά ότι, λόγω του ότι οι εργοδότριες επιχειρήσεις και η Danieli ανήκουν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων, η επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση πρέπει να θεωρηθεί απόσπαση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 96/71. Ειδικότερα, τάσσονται υπέρ ευρείας ερμηνείας της έννοιας «εργασιακή σχέση» που περιέχεται στην εν λόγω διάταξη, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή μπορεί να εφαρμοστεί μόνον αν η επιχείρηση που προβαίνει στην απόσπαση και οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι συνδέονται με εργασιακή σχέση.
57.
Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν υφίσταται εργασιακή σχέση μεταξύ της Danieli και των συγκεκριμένων εργαζομένων. Ως εκ τούτου, η ερμηνεία υπέρ της οποίας τάσσονται οι αναιρεσείοντες και η Επιτροπή θα συνεπαγόταν ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας κατά ιδιαιτέρως ευρύ τρόπο.
58.
Δεν συμμερίζομαι την προσέγγιση αυτή. Πρώτον, η ερμηνεία αυτή δεν δικαιολογείται υπό το πρίσμα της ανάγκης προστασίας των οικείων εργαζομένων, η οποία αποτελεί τον πρωταρχικό στόχο της οδηγίας. Τούτο διότι, ανεξάρτητα από το αν η επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση εμπίπτει στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, ή στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας, οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Δεύτερον, η εν λόγω ερμηνεία μπορεί επίσης να θολώσει τη διάκριση στην οποία η νομολογία προβαίνει μεταξύ της αποσπάσεως και της διαθέσεως εργατικού δυναμικού, διάκριση που έχει ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της εφαρμογής μεταβατικών διατάξεων όπως οι επίμαχες εν προκειμένω.
59.
Με αυτές τις εκτιμήσεις κατά νου, έρχομαι τώρα στην εξέταση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος.
Β. Πρώτο προδικαστικό ερώτημα: το συμβατό με το δίκαιο της Ένωσης της απαιτήσεως άδειας εργασίας όσον αφορά τους Κροάτες υπηκόους
60.
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα ερωτάται, κατ’ ουσίαν, αν τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το κεφάλαιο 2, σημεία 2 και 12, της πράξεως προσχωρήσεως του 2012, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δικαιούται να απαιτεί να έχουν άδεια εργασίας οι Κροάτες υπήκοοι που χρησιμοποιούνται από ιταλική επιχείρηση προκειμένου αυτή να παράσχει μια υπηρεσία στην Αυστρία.
61.
Είμαι της γνώμης ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
62.
Πρώτον, όπως διευκρινίστηκε ανωτέρω, η νομολογία του Δικαστηρίου καθιστά σαφές ότι μεταξύ της αποσπάσεως εργαζομένων και της διαθέσεως εργατικού δυναμικού υπάρχει μια εγγενής διαφορά. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο δικαιολογείται η διαφορετική μεταχείρισή τους βάσει των εφαρμοστέων μεταβατικών διατάξεων.
63.
Η αρχή αυτή διατυπώθηκε ήδη στην υπόθεση Rush Portuguesa ( 19 ), μια υπόθεση που αφορούσε την αποστολή Πορτογάλων εργαζομένων στη Γαλλία από πορτογαλική επιχείρηση μετά την προσχώρηση της Πορτογαλίας στην (τότε) Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Όσον αφορά ειδικά τη διάθεση εργατικού δυναμικού –η οποία κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 20 ) συνιστά υπηρεσία κατά την έννοια του άρθρου 57 ΣΛΕΕ–, το Δικαστήριο έκρινε ότι πρόκειται για δραστηριότητα η οποία παρέχει στους διατεθέντες εργαζομένους τη δυνατότητα να αποκτήσουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής. Κατά το Δικαστήριο, σε μια τέτοια περίπτωση, το κράτος μέλος υποδοχής δικαιούται, κατ’ αρχήν, να περιορίζει –στον βαθμό που τούτο προβλέπεται από τις σχετικές μεταβατικές διατάξεις της οικείας πράξεως προσχωρήσεως– την πρόσβαση των εν λόγω εργαζομένων στην αγορά του εργασίας ( 21 ).
64.
Η κρίση αυτή εφαρμόστηκε από το Δικαστήριο προσφάτως στο πλαίσιο των μεταβατικών κανόνων που έχουν εφαρμογή μετά την προσχώρηση νέων κρατών μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004. Η νομολογία αυτή είναι ιδιαιτέρως σημαντική για την παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι οι κρίσιμες εν προκειμένω μεταβατικές διατάξεις είναι πανομοιότυπες ως προς το περιεχόμενό τους.
65.
Στην απόφαση Vicoplus κ.λπ. ( 22 ), το Δικαστήριο επανέλαβε ουσιαστικά την εκτίμηση στην απόφαση Rush Portuguesa, κρίνοντας ότι εργαζόμενος, ο οποίος διατέθηκε σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 96/71, είναι, από τυπικής απόψεως, τοποθετημένος, κατά την περίοδο διαθέσεώς του, σε θέση εντός της επιχειρήσεως-χρήστη, θέση η οποία άλλως θα κατεχόταν από μισθωτό της επιχειρήσεως αυτής ( 23 ). Για τον λόγο αυτόν, το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβληθείσα από τις ολλανδικές αρχές απαίτηση άδειας εργασίας στην υπόθεση εκείνη πρέπει να θεωρηθεί μέτρο που ρυθμίζει την πρόσβαση των Πολωνών υπηκόων στην αγορά εργασίας του κράτους υποδοχής κατά την έννοια του κεφαλαίου 2, σημείο 2, του παραρτήματος ΧΙΙ της πράξεως προσχωρήσεως του 2003 ( 24 ), συμβατό με τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ ( 25 ).
66.
Με άλλα λόγια, τα παλαιά κράτη μέλη μπορούσαν να επικαλεστούν τη διάταξη αυτή προκειμένου να απαιτήσουν, κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, να έχουν άδεια εργασίας οι εργαζόμενοι που διατέθηκαν από νέο κράτος μέλος. Η συγκεκριμένη διάταξη αντιστοιχεί στο κεφάλαιο 2, σημείο 2, του παραρτήματος V της πράξεως προσχωρήσεως του 2012.
67.
Συναφώς, οι αμφιβολίες που το αιτούν δικαστήριο έχει ως προς το αν η κρίση του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη μπορεί να μεταφερθεί στην επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση φαίνεται να οφείλονται στην ιδιαιτερότητα της επίμαχης στην κύρια δίκη καταστάσεως, δηλαδή στο γεγονός ότι οι Κροάτες εργαζόμενοι μεταφέρθηκαν σε ιταλική επιχείρηση που παρέχει μια υπηρεσία στην Αυστρία.
68.
Στο σημείο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι, ακριβώς όπως οι σχετικές μεταβατικές διατάξεις της πράξεως προσχωρήσεως του 2003, το κεφάλαιο 2, σημείο 2, του παραρτήματος V της πράξεως προσχωρήσεως του 2012 ρυθμίζει την πρόσβαση των Κροατών εργαζομένων στην αγορά εργασίας των άλλων κρατών μελών κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου. Στο πλαίσιο της διευρύνσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2004, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι σκοπός της εν λόγω διατάξεως είναι να αποτρέψει, μετά την προσχώρηση στην Ένωση των νέων κρατών μελών, διαταράξεις στην αγορά εργασίας των παλαιών κρατών μελών λόγω της άμεσης αφίξεως μεγάλου αριθμού εργαζομένων που είναι υπήκοοι των νέων αυτών κρατών ( 26 ). Προκειμένου να αποφευχθούν τέτοιες διαταράξεις, οι μεταβατικές διατάξεις επιτρέπουν στα κράτη μέλη να περιορίσουν τη μετακίνηση των εργαζομένων από τα νέα κράτη μέλη.
69.
Όπως το Δικαστήριο έχει καταστήσει σαφές, θα ήταν τεχνητή μια διάκριση μεταξύ της εισροής εργαζομένων στην αγορά εργασίας κράτους μέλους ανάλογα με το αν αυτοί αποκτούν πρόσβαση εκεί μέσω της διαθέσεως εργατικού δυναμικού ή ευθέως και αυτοτελώς ( 27 ). Συναφώς, είναι επίσης αδιάφορο αν οι εργαζόμενοι που διατέθηκαν στο κράτος μέλος υποδοχής επιθυμούν όντως να παραμείνουν εκεί μετά την ολοκλήρωση της εργασίας για την επιχείρηση-χρήστη ή αν πρόκειται να επιστρέψουν στο κράτος μέλος προελεύσεως αμέσως μετά τη μεταφορά τους. Αντιθέτως, αυτό που έχει σημασία, κατά το Δικαστήριο, είναι ότι οι εργαζόμενοι που διατέθηκαν στο κράτος μέλος υποδοχής είναι τοποθετημένοι σε θέση η οποία θα μπορούσε να κατέχεται από μισθωτό στο κράτος μέλος υποδοχής ( 28 ).
70.
Κατ’ εμέ, εξίσου τεχνητή θα ήταν η διάκριση μεταξύ της καταστάσεως στην οποία αυστριακή επιχείρηση επιθυμεί να χρησιμοποιήσει Κροάτες εργαζόμενους που διατέθηκαν σε αυτήν από τον Κροάτη εργοδότη προκειμένου να ολοκληρώσει ένα κατασκευαστικό έργο στην Αυστρία και της καταστάσεως στην οποία, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, η επιχείρηση-χρήστης που επιθυμεί να παράσχει μια υπηρεσία στην Αυστρία είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος το οποίο, κατά σύμπτωση, έχει επιλέξει να μην επεκτείνει την εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων. Σε αμφότερες τις καταστάσεις, οι Κροάτες εργαζόμενοι διατέθηκαν στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής.
71.
Στην πραγματικότητα, η διάκριση αυτή μπορεί να στερήσει, σε μεγάλο βαθμό, από την αποτελεσματικότητά τους τις μεταβατικές διατάξεις που ρυθμίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Πράγματι, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, οι Κροάτες υπήκοοι, κατά τη διάρκεια της περιόδου που διατέθηκαν, ήσαν τοποθετημένοι σε θέσεις εργασίας στην Αυστρία υπό τη διεύθυνση της Danieli, θέσεις εργασίας οι οποίες μπορούσαν να έχουν καταληφθεί, τουλάχιστον δυνητικά, από πρόσωπα τα οποία θα απασχολούσε η εν λόγω επιχείρηση στην Αυστρία.
72.
Η περίσταση αυτή διακρίνει την υπό κρίση υπόθεση επίσης από την κατάσταση που υπήρχε στην υπόθεση Rush Portuguesa, και επαναλαμβάνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 96/71, στην οποία κατάσταση ο πάροχος υπηρεσίας μεταφέρει το δικό του εργατικό δυναμικό στο κράτος μέλος υποδοχής για όσο χρόνο διαρκεί η αναληφθείσα εργασία. Αν συνέβαινε αυτό, η συγκεκριμένη κατάσταση κατ’ αρχήν θα καλυπτόταν από το κεφάλαιο 2, σημείο 12, του παραρτήματος V της πράξεως προσχωρήσεως του 2012.
73.
Επομένως, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ και το κεφάλαιο 2, σημείο 2, του παραρτήματος V της πράξεως προσχωρήσεως του 2012 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δικαιούται να περιορίσει την απόσπαση Κροατών εργαζομένων που απασχολούνται από επιχείρηση εγκατεστημένη στην Κροατία, απαιτώντας οι εργαζόμενοι αυτοί να έχουν άδεια εργασίας, όταν η εν λόγω απόσπαση πραγματοποιείται μέσω της μεταφοράς των εργαζομένων αυτών σε επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ιταλία προκειμένου η ιταλική αυτή επιχείρηση να παράσχει μια υπηρεσία στην Αυστρία.
Γ. Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα: το συμβατό με το δίκαιο της Ένωσης της απαιτήσεως άδειας εργασίας όσον αφορά τους υπηκόους τρίτων χωρών
74.
Με το δεύτερο ερώτημα ζητείται να διευκρινιστεί, ουσιαστικά, αν τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δικαιούται να απαιτεί να έχουν άδεια εργασίας οι υπήκοοι τρίτων χωρών που μεταφέρθηκαν από ιταλική επιχείρηση σε άλλη ιταλική επιχείρηση η οποία επιθυμεί να παράσχει μια υπηρεσία στην Αυστρία.
75.
Κατά την άποψή μου, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική.
76.
Πρέπει να υπογραμμιστεί εξαρχής ότι οι εν λόγω υπήκοοι τρίτων χωρών απασχολούνται νόμιμα στην Ιταλία από την ιταλική επιχείρηση και υπάγονται στο ιταλικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
77.
Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, η διάταξη αυτή αφορά ρητώς μόνον την κατάσταση όπου το πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες είναι εγκατεστημένο σε κράτος μέλος άλλο από αυτό στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο λήπτης της υπηρεσίας. Πάντως, η κατάσταση που αποτελεί το υπόβαθρο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος αφορά τη διάθεση εργατικού δυναμικού από τον Ιταλό εργοδότη στην Danieli, ήτοι άλλη ιταλική επιχείρηση, η οποία με τη σειρά της παρέχει μια υπηρεσία στην Αυστρία.
78.
Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, ο σκοπός του άρθρου 56 ΣΛΕΕ είναι η κατάργηση των περιορισμών της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών όσον αφορά πρόσωπα που δεν είναι εγκατεστημένα στο κράτος όπου πρέπει να παρασχεθεί η υπηρεσία ( 29 ). Για τον λόγο αυτόν, το Δικαστήριο έχει υιοθετήσει ευρεία ερμηνεία της διατάξεως αυτής: οι διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών δεν έχουν εφαρμογή μόνον όταν όλα τα κρίσιμα στοιχεία της σχετικής δραστηριότητας περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνον κράτους μέλους ( 30 ). Αντιθέτως, από τη νομολογία προκύπτει ότι οι κανόνες που διέπουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών πρέπει να εφαρμόζονται σε όλες τις περιπτώσεις που πάροχος υπηρεσιών παρέχει τις υπηρεσίες αυτές στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένος, ασχέτως του τόπου εγκαταστάσεως των αποδεκτών των υπηρεσιών αυτών ( 31 ).
79.
Για να έχει εφαρμογή το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, αρκεί αυτή καθ’ εαυτήν η υπηρεσία να μεταφέρεται από ένα κράτος μέλος σε άλλο ( 32 ).
80.
Λαμβανομένου υπόψη ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση αφορά τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσίας (εν προκειμένω, τη διάθεση εργατικού δυναμικού και, κατ’ επέκταση, την παρεχόμενη από την Danieli υπηρεσία στην Αυστρία) σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο πάροχος υπηρεσιών, το άρθρο 56 ΣΛΕΕ πρέπει να εφαρμοστεί στην κατάσταση που αποτελεί το υπόβαθρο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος ( 33 ).
81.
Μετά από αυτή τη διευκρίνιση, θα σημειώσω ότι αποτελεί πάγια νομολογία ότι εθνικό μέτρο το οποίο εξαρτά από άδεια εργασίας την απόσπαση εργαζομένων στο κράτος μέλος υποδοχής συνιστά περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 56 ΣΛΕΕ ( 34 ). Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, η απαίτηση άδειας εργασίας για τους υπηκόους τρίτων κρατών που χρησιμοποιούνται στο κράτος μέλος υποδοχής στο πλαίσιο παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών δύναται, λόγω των διατυπώσεων και καθυστερήσεων που είναι σύμφυτες με τη διαδικασία, να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στο έδαφος των κρατών μελών από αποσπασμένους εργαζομένους που είναι υπήκοοι τρίτων κρατών ( 35 ).
82.
Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι η απαίτηση άδειας εργασίας μπορεί, κατ’ αρχήν, να είναι δικαιολογημένη αν ικανοποιεί επιτακτική ανάγκη γενικού συμφέροντος και το συμφέρον αυτό δεν διασφαλίζεται από τους κανόνες στους οποίους ο πάροχος υπηρεσιών υπόκειται στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένος, και στο μέτρο που είναι κατάλληλο για να διασφαλιστεί η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξή του ( 36 ).
83.
Πάντως, παρά την ως άνω επιφύλαξη, το Δικαστήριο έχει κρίνει, εν γένει, ότι απαιτήσεις που βαίνουν πέραν μιας απλώς και μόνο προηγούμενης δηλώσεως είναι δυσανάλογες υπό το πρίσμα των σκοπών της εγγυήσεως, για παράδειγμα, της σταθερότητας της αγοράς εργασίας στο κράτος μέλος υποδοχής ή της προστασίας των εργαζομένων και, ως εκ τούτου, αντίκεινται στους κανόνες περί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ( 37 ).
84.
Προσφάτως, το Δικαστήριο δέχθηκε το ίδιο επίσης στο ειδικό πλαίσιο της διαθέσεως εργατικού δυναμικού κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 96/71.
85.
Στην υπόθεση Essent, το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί ως προς το συμβατό με το δίκαιο της Ένωσης της απαιτήσεως άδειας εργασίας στο πλαίσιο μιας καταστάσεως όπου υπήκοοι τρίτου κράτους είχαν διατεθεί από επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος (Γερμανία) σε επιχείρηση-χρήστη εγκατεστημένη στο κράτος μέλος υποδοχής (Κάτω Χώρες). Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο εξήγησε ότι, μολονότι η μέριμνα για την αποτροπή διαταράξεων στην αγορά εργασίας συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος, εντούτοις οι εργαζόμενοι που απασχολούνται από εγκατεστημένη σε κράτος μέλος επιχείρηση και διατέθηκαν σε επιχείρηση σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να παράσχουν εκεί υπηρεσίες δεν έχουν σκοπό να αποκτήσουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας του δεύτερου αυτού κράτους, δεδομένου ότι, κατά κανόνα, επιστρέφουν στη χώρα προελεύσεως ή κατοικίας τους μετά την ολοκλήρωση της εργασίας τους ( 38 ). Πράγματι, σε αντίθεση με τους πολίτες της Ένωσης οι οποίοι μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας του κράτους υποδοχής μέσω της διαθέσεώς τους επειδή οι ανωτέρω εργαζόμενοι απολαύουν, κατ’ αρχήν, δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, οι υπήκοοι τρίτων κρατών δεν μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
86.
Στο ίδιο πλαίσιο, και αναμφίβολα λόγω του ότι οι υπήκοοι τρίτων χωρών δεν απολαύουν δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι τα κράτη μέλη υποδοχής μπορούν να λάβουν ορισμένα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η επιχείρηση που επικαλείται την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών δεν το πράττει για άλλον σκοπό και να εξακριβώσουν ότι η κατάσταση των συγκεκριμένων εργαζομένων είναι νόμιμη και ότι αυτοί ασκούν την κύρια δραστηριότητά τους εντός του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο πάροχος υπηρεσιών ( 39 ). Παρά ταύτα, το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι κατά τους ελέγχους αυτούς πρέπει να τηρούνται τα όρια που θέτει το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως τα όρια που απορρέουν από την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, η οποία δεν πρέπει να καταστεί αναποτελεσματική και της οποίας η άσκηση δεν μπορεί να εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια των διοικητικών αρχών ( 40 ).
87.
Με άλλα λόγια, η άσκηση αυτής της εξουσίας ελέγχου δεν επιτρέπει στο κράτος μέλος υποδοχής την επιβολή δυσανάλογων απαιτήσεων.
88.
Ιδιαίτερα σημαντικό για την υπό κρίση υπόθεση είναι το ότι στην απόφαση Essent το Δικαστήριο έκρινε ρητώς ότι η διατήρηση από κράτος μέλος μιας πάγιας απαιτήσεως άδειας εργασίας για τους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι έχουν διατεθεί σε επιχείρηση εγκατεστημένη στο εν λόγω κράτος μέλος από επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για να διασφαλιστεί η σταθερότητα της αγοράς εργασίας ( 41 ).
89.
Στην απόφαση εκείνη, οι κρίσεις του Δικαστηρίου σχετικά με το επιτρεπτό της απαιτήσεως άδειας εργασίας για αποσπασμένους υπηκόους τρίτων χωρών που απασχολούνται από επιχείρηση παρέχουσα διασυνοριακή υπηρεσία στο κράτος μέλος υποδοχής επεκτάθηκαν ρητώς στη διάθεση εργατικού δυναμικού.
90.
Αδυνατώ να διακρίνω οποιονδήποτε πειστικό λόγο για τον οποίο οι κρίσεις αυτές δεν μπορούν να μεταφερθούν στην επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση: πράγματι, όπως διευκρινίστηκε ανωτέρω, η επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση συνιστά, ακριβώς όπως η κατάσταση στην υπόθεση Essent, διάθεση εργατικού δυναμικού κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας.
91.
Συναφώς, ένα σημείο το οποίο πρέπει να τονιστεί είναι ότι το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα αφορούν δύο εγγενώς διαφορετικές καταστάσεις.
92.
Όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, το Δικαστήριο έχει κρίνει, στο πλαίσιο της εφαρμογής μεταβατικών μέτρων, ότι η διάθεση εργατικού δυναμικού κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 96/71 συνιστά μια μορφή προσβάσεως στην αγορά εργασίας του οικείου κράτους μέλους υποδοχής. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο η διάθεση εργαζομένων μπορεί να εξαρτάται από την απαίτηση άδειας εργασίας για μια μεταβατική περίοδο μετά την προσχώρηση νέων κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περίοδο που χαρακτηρίζεται από αυξημένο κίνδυνο άμεσης και σημαντικής διαταράξεως της αγοράς εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής ( 42 ). Προκειμένου να αποτρέψει τέτοιες διαταράξεις, ο νομοθέτης θέσπισε ειδικές μεταβατικές διατάξεις οι οποίες επιτρέπουν στα κράτη μέλη να επεμβαίνουν, όπου τούτο απαιτείται, και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών που κατοχυρώνονται από τις Συνθήκες. Αυτή είναι η κατάσταση η οποία αποτελεί το υπόβαθρο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος.
93.
Αντιθέτως, δεν συντρέχει παρόμοιος κίνδυνος όσον αφορά τους υπηκόους τρίτων χωρών. Τούτο διότι οι υπήκοοι τρίτων χωρών δεν απολαύουν δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και πρέπει, κατά κανόνα, να έχουν άδεια εργασίας (και να απασχολούνται νόμιμα) στο κράτος μέλος κατοικίας τους. Πράγματι, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, όσον αφορά τους υπηκόους τρίτων χωρών, η διάθεση εργαζομένων μπορεί να συνεπάγεται μόνο προσωρινή πρόσβαση στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους στο οποίο αποσπάστηκαν. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, από τη σκοπιά της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, απλούστατα θα ήταν δυσανάλογη η απαίτηση συμμορφώσεως προς τις απαιτήσεις που διέπουν την πρόσβαση στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής ή, συναφώς, οποιαδήποτε ειδική απαίτηση σχετικά με την απασχόληση των υπηκόων τρίτων χωρών, ζητήματα που δεν έχουν εναρμονιστεί σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πράγματι, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, σε αντίθεση με τους εργαζόμενους από τα νέα κράτη μέλη, οι υπήκοοι τρίτων χωρών πρέπει επίσης να τηρούν τις διατυπώσεις που αφορούν τη μετανάστευση και την πρόσβαση στην αγορά εργασίας στο κράτος μέλος κατοικίας τους. Ως εκ τούτου, πρόσθετες απαιτήσεις τις οποίες επιβάλλει το κράτος μέλος υποδοχής είναι ικανές να εμποδίσουν σε σημαντικό βαθμό την ελευθερία των επιχειρήσεων να παράσχουν μια υπηρεσία στο κράτος μέλος υποδοχής χρησιμοποιώντας υπηκόους τρίτων χωρών όπως αυτοί στην υπό κρίση υπόθεση.
94.
Ουσιαστικά, δεν πρέπει να λησμονείται ότι στην υπό κρίση υπόθεση οι ενδιαφερόμενοι υπήκοοι τρίτων χωρών απασχολούνται νόμιμα στο κράτος μέλος κατοικίας τους στο οποίο θα επιστρέψουν μετά την ολοκλήρωση της εργασίας τους στο κράτος μέλος υποδοχής. Σε μια τέτοια κατάσταση, αδυνατώ να διακρίνω με ποιον τρόπο η σε μόνιμη βάση διατήρηση της απαιτήσεως άδειας εργασίας για τους υπηκόους τρίτων χωρών που χρησιμοποιούνται στο κράτος μέλος υποδοχής από επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος θα μπορούσε να θεωρηθεί αναγκαίο μέτρο για την προστασία της σταθερότητας της αγοράς εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής.
95.
Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν πληροφορίες από την πάροχο υπηρεσιών επιχείρηση από τις οποίες θα αποδεικνύεται ότι η κατάσταση των συγκεκριμένων εργαζομένων είναι σύννομη όσον αφορά ζητήματα όπως η κατοικία, η άδεια εργασίας και η κοινωνική τους ασφάλιση στο κράτος μέλος στο οποίο απασχολούνται οι εργαζόμενοι αυτοί ( 43 ). Πράγματι, με μια τέτοια απαίτηση επιτυγχάνεται εξισορρόπηση μεταξύ των εννόμων συμφερόντων του κράτους μέλους υποδοχής και του εννόμου συμφέροντος μιας επιχειρήσεως που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος και επιθυμεί να παράσχει διασυνοριακές υπηρεσίες χρησιμοποιώντας υπηκόους τρίτων χωρών στο κράτος μέλος υποδοχής. Ένα τέτοιο μέτρο σαφώς παρέχει επαρκείς εγγυήσεις στο κράτος μέλος υποδοχής ότι η κατάσταση των υπηκόων τρίτων χωρών είναι νόμιμη και ότι αυτοί ασκούν την κύρια δραστηριότητά τους στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένη η παρέχουσα τις υπηρεσίες επιχείρηση, χωρίς αδικαιολόγητη επέμβαση στην ελευθερία παροχής υπηρεσιών που εγγυάται η Συνθήκη ΛΕΕ ( 44 ).
96.
Κατά συνέπεια, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν δικαιούται να περιορίσει την απόσπαση Ρώσων και Λευκορώσων εργαζομένων, οι οποίοι απασχολούνται νόμιμα από επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ιταλία, μέσω της απαιτήσεως άδειας εργασίας, όταν η εν λόγω απόσπαση πραγματοποιείται διά της μεταφοράς των εν λόγω εργαζομένων σε δεύτερη επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ιταλία με σκοπό την παροχή από αυτή τη δεύτερη επιχείρηση μιας υπηρεσίας στην Αυστρία.
IV. Πρόταση
97.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Verwaltungsgerichtshof (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Αυστρία) ως εξής:
1)
Τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το κεφάλαιο 2, σημείο 2, του παραρτήματος V της πράξεως της 24ης Απριλίου 2012 περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Κροατίας και των προσαρμογών της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δικαιούται να περιορίσει την απόσπαση Κροατών εργαζομένων που απασχολούνται από επιχείρηση εγκατεστημένη στην Κροατία, απαιτώντας οι εργαζόμενοι αυτοί να έχουν άδεια εργασίας, όταν η εν λόγω απόσπαση πραγματοποιείται μέσω της μεταφοράς των εργαζομένων αυτών σε επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ιταλία προκειμένου η ιταλική αυτή επιχείρηση να παράσχει μια υπηρεσία στην Αυστρία.
2)
Τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν δικαιούται να περιορίσει την απόσπαση Ρώσων και Λευκορώσων εργαζομένων, οι οποίοι απασχολούνται νόμιμα από επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ιταλία, μέσω της απαιτήσεως άδειας εργασίας, όταν η εν λόγω απόσπαση πραγματοποιείται διά της μεταφοράς των εν λόγω εργαζομένων σε δεύτερη επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ιταλία με σκοπό την παροχή από αυτή τη δεύτερη επιχείρηση μιας υπηρεσίας στην Αυστρία.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Πράξη της 24ης Απριλίου 2012 περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Κροατίας και των προσαρμογών της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΕ 2012, L 112, σ. 21, στο εξής: πράξη προσχωρήσεως του 2012).
( 3 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (ΕΕ 1997, L 18, σ. 1).
( 4 ) BGB1. 218/1975, όπως τροποποιήθηκε από την BGBl. I 72/2013.
( 5 ) Κατά γενικό κανόνα, στις περιπτώσεις που διακυβεύεται η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών μπορεί να είναι κρίσιμη επίσης η οδηγία 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (ΕΕ 2006, L 376, σ. 36). Τούτο ωστόσο δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Πράγματι, κατά το άρθρο της 1, παράγραφος 6, η οδηγία αυτή δεν θίγει ζητήματα που άπτονται του εργατικού δικαίου. Βλ. υπόθεση Čepelnik, C‑33/17, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου, σχετικά με την εξαίρεση του εργατικού δικαίου.
( 6 ) Αιτιολογική σκέψη 13 της οδηγίας 96/71.
( 7 ) Αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1990, Rush Portuguesa (C‑113/89, EU:C:1990:142, σκέψη 16), και της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Vicoplus κ.λπ. (C‑307/09 έως C‑309/09, EU:C:2011:64, σκέψεις 30 και 31). Βλ. επίσης, συναφώς, απόφαση της 18ης Ιουνίου 2015, Martin Meat (C‑586/13, EU:C:2015:405, σκέψη 28).
( 8 ) Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Vicoplus κ.λπ. (C‑307/09 έως C‑309/09, EU:C:2011:64, σκέψη 35).
( 9 ) Το ζήτημα αν η δραστηριότητα της Danieli στην Αυστρία (ήτοι, η κατασκευή ενός ελασματουργείου, η οποία απαιτεί το εργατικό δυναμικό που απασχολείται στην εν λόγω εγκατάσταση να διαθέτει υψηλές τεχνολογικές δεξιότητες) καλύπτεται από το σημείο 12 –ζήτημα το οποίο συζητήθηκε μέχρι ενός ορισμένου βαθμού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ιδίως από την Danieli– έχει σημασία μόνον στην περίπτωση που η επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση θεωρηθεί απόσπαση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 96/71.
( 10 ) Από την αιτιολογική έκθεση που οδήγησε στην οδηγία 96/71 [πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου όσον αφορά την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών, COM(91) 231 τελικό, σ. 14] συνάγεται ότι, σε αντίθεση με το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και γʹ, το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, σκοπό έχει να διασφαλίσει ότι οι επιχειρήσεις δεν έχουν τη δυνατότητα να καταστρατηγήσουν την οδηγία. Τούτο επιτυγχάνεται με την υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας της λεγόμενης «ενδοομιλικής κινητικότητας». Ειδικότερα, όπως διευκρινίζεται στη σχετική βιβλιογραφία, η διάταξη αυτή θεσπίστηκε προκειμένου να αποτρέπει τις επιχειρήσεις από την ίδρυση θυγατρικών τους σε άλλο κράτος μέλος απλώς και μόνον για να τοποθετούν εκεί κάποιους από τους εργαζομένους τους προκειμένου αυτοί να εκτελούν εργασίες προσωρινού χαρακτήρα, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτόν την εφαρμογή της οδηγίας. Βλ. Barnard, C., EU Employment Law, 4η έκδ., Oxford University Press, Οξφόρδη, 2012, σ. 218. Βλ., επίσης, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2015, Sähköalojen ammattiliitto (C‑396/13, EU:C:2015:86, σκέψεις 3 και 11 έως 13).
( 11 ) Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Vicoplus κ.λπ. (C‑307/09 έως C‑309/09, EU:C:2011:64).
( 12 ) Όπ.π., σκέψη 51.
( 13 ) Απόφαση της 18ης Ιουνίου 2015, Martin Meat (C‑586/13, EU:C:2015:405).
( 14 ) Όπ.π., σκέψεις 35 επ.
( 15 ) Επιπλέον, όπως έχει επίσης κρίνει το Δικαστήριο, η εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, προϋποθέτει ότι η υπηρεσία, ήτοι η διάθεση εργατικού δυναμικού, παρέχεται έναντι αμοιβής. Το είδος της αμοιβής αυτής μπορεί, ασφαλώς, να λαμβάνει διάφορες μορφές αναλόγως, για παράδειγμα, της σχέσεως που συνδέει τον πάροχο της υπηρεσίας με την επιχείρηση-χρήστη.
( 16 ) Ιδίως το άρθρο 3 της οδηγίας 96/71.
( 17 ) Αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 96/71.
( 18 ) Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Vicoplus κ.λπ. (C‑307/09 έως C‑309/09, EU:C:2011:64, σκέψη 39).
( 19 ) Απόφαση της 27ης Μαρτίου 1990, Rush Portuguesa (C‑113/89, EU:C:1990:142).
( 20 ) Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1981, Webb (279/80, EU:C:1981:314, σκέψη 9)· της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Vicoplus κ.λπ. (C‑307/09 έως C‑309/09, EU:C:2011:64, σκέψη 27), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, Essent Energie Productie (C‑91/13, EU:C:2014:2206, σκέψη 37).
( 21 ) Απόφαση της 27ης Μαρτίου 1990, Rush Portuguesa (C‑113/89, EU:C:1990:142, σκέψη 16).
( 22 ) Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Vicoplus κ.λπ. (C‑307/09 έως C‑309/09, EU:C:2011:64).
( 23 ) Όπ.π., σκέψη 31.
( 24 ) Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2003, L 236, σ. 33).
( 25 ) Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011,Vicoplus κ.λπ. (C‑307/09 έως C‑309/09, EU:C:2011:64, σκέψεις 40 και 41).
( 26 ) Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Vicoplus κ.λπ. (C‑307/09 έως C‑309/09, EU:C:2011:64, σκέψη 34).
( 27 ) Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Vicoplus κ.λπ. (C‑307/09 έως C‑309/09, EU:C:2011:64, σκέψη 35).
( 28 ) Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Vicoplus κ.λπ. (C‑307/09 έως C‑309/09, EU:C:2011:64, σκέψη 31).
( 29 ) Αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 1982, Transporoute et travaux (76/81, EU:C:1982:49, σκέψη 14), και της 26ης Φεβρουαρίου 1991, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑154/89, EU:C:1991:76, σκέψη 9).
( 30 ) Αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1980, Debauve κ.λπ. (52/79, EU:C:1980:83, σκέψη 9), και της 26ης Φεβρουαρίου 1991, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑154/89, EU:C:1991:76, σκέψη 9).
( 31 ) Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1991, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑154/89, EU:C:1991:76, σκέψη 10).
( 32 ) Απόφαση της 1ης Ιουλίου 1993, Hubbard (C‑20/92, EU:C:1993:280, σκέψη 12). Βλ. επίσης, συναφώς, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, Laval un Partneri (C‑341/05, EU:C:2007:809, σκέψη 114).
( 33 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Essent Energie Productie (C‑91/13, EU:C:2014:312, σημεία 66 έως 78), επί του ζητήματος ποιος δύναται να επικαλεστεί το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.
( 34 ) Απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, Vander Elst (C‑43/93, EU:C:1994:310, σκέψη 15).
( 35 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2004, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (C‑445/03, EU:C:2004:655, σκέψεις 30 και 41).
( 36 ) Απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, Essent Energie Productie (C‑91/13, EU:C:2014:2206, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 37 ) Αποφάσεις της 21ης Οκτωβρίου 2004, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (C‑445/03, EU:C:2004:655, σκέψη 50)· της 19ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑244/04, EU:C:2006:49, σκέψη 64)· της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑168/04, EU:C:2006:595, σκέψη 68), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, Essent Energie Productie (C‑91/13, EU:C:2014:2206, σκέψεις 58 έως 60).
( 38 ) Απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, Essent Energie Productie (C‑91/13, EU:C:2014:2206, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 39 ) Όπ.π., σκέψεις 52 και 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 40 ) Όπ.π., σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 41 ) Όπ.π., σκέψη 56.
( 42 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Essent Energie Productie (C‑91/13, EU:C:2014:312, σημείο 118).
( 43 ) Απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, Essent Energie Productie (C‑91/13, EU:C:2014:2206, σκέψη 57).
( 44 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 21ης Οκτωβρίου 2004, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (C‑445/03, EU:C:2004:655, σκέψη 46)· της 19ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑244/04, EU:C:2006:49, σκέψη 41)· της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑168/04, EU:C:2006:595, σκέψη 57), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, Essent Energie Productie (C‑91/13, EU:C:2014:2206, σκέψη 57).