ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MICHAL BOBEK
της 22ας Φεβρουαρίου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C‑59/17
SCI Château du Grand Bois
κατά
Établissement national des produits de l’agriculture et de la mer (FranceAgriMer)
[αίτηση του Conseil d’État (Συμβουλίου της Επικρατείας, Γαλλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Γεωργία – Κανονισμός (ΕΚ) 555/2008 – Αναδιάρθρωση και μετατροπή αμπελώνων – Ενισχύσεις στους αμπελουργούς – Πριμοδοτήσεις εκριζώσεως – Απροειδοποίητοι επιτόπιοι έλεγχοι – Απαίτηση άδειας εισόδου σε ιδιωτική έκταση – Περιφραγμένες ή μη περιφραγμένες εκτάσεις – Απαραβίαστο της κατοικίας – Δικαίωμα ιδιοκτησίας»
I. Εισαγωγή
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 81 του κανονισμού (ΕΚ) 555/2008 της Επιτροπής (στο εξής: κανονισμός 555/2008) ( 2 ), οι δικαιούχοι πριμοδοτήσεως εκριζώσεως υπόκεινται σε ελέγχους (επιθεωρήσεις) πριν και μετά την πραγματοποίηση της εκριζώσεως. Ένας από τους τρόπους διενέργειας τέτοιων ελέγχων είναι οι επιτόπιοι έλεγχοι. Το άρθρο 78, παράγραφος 1, του κανονισμού 555/2008 διευκρινίζει περαιτέρω ότι, κατ’ αρχήν, οι επιτόπιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται απροειδοποίητα.
2.
Μεταξύ μιας εταιρίας που ζήτησε πριμοδότηση, ήτοι της SCI Château du Grand Bois, και του Établissement national des produits de l’agriculture et de la mer (FranceAgriMer) ανεφύη μια διαφορά. Η διαφορά αυτή οδήγησε το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Γαλλία) να ζητήσει από το Δικαστήριο να διευκρινισθεί αν ο κανονισμός 555/2008 μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στους ελεγκτές υπαλλήλους (επιθεωρητές) να εισέρχονται στον επίμαχο αμπελώνα προκειμένου να πραγματοποιήσουν επιτόπιο έλεγχο, χωρίς άδεια του αιτούντος, σεβόμενοι, παράλληλα, το δικαίωμα του απαραβίαστου της κατοικίας.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης)
3.
Κατά το άρθρο 7 του Χάρτη, «[κ]άθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του».
4.
Κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, «[κ]άθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί. Κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο και έναντι δίκαιης και έγκυρης αποζημίωσης για την απώλειά της. Η χρήση των αγαθών μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από το νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον».
Β. Κανονισμός 479/2008
5.
Το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) 479/2008 σχετικά με την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς ( 3 ), ο οποίος ήταν εφαρμοστέος κατά τον κρίσιμο χρόνο, όριζε ότι «[τ]ο παρόν κεφάλαιο καθορίζει τους κανόνες που διέπουν τη χορήγηση κοινοτικών πόρων στα κράτη μέλη και τη χρησιμοποίηση των πόρων αυτών από τα κράτη μέλη, μέσω εθνικών προγραμμάτων στήριξης […] για τη χρηματοδότηση ειδικών μέτρων στήριξης που προορίζονται να στηρίξουν τον αμπελοοινικό τομέα».
6.
Το άρθρο 4, παράγραφος 2, προέβλεπε τα εξής:
«Τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για τα προγράμματα στήριξης και εξασφαλίζουν ότι διαθέτουν εσωτερική συνοχή και καταρτίζονται και εφαρμόζονται κατά αντικειμενικό τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική κατάσταση των ενδιαφερόμενων παραγωγών και την ανάγκη να αποφευχθεί η αδικαιολόγητα άνιση μεταχείριση μεταξύ των παραγωγών.
Τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για να προβλέπουν και να εφαρμόζουν τους απαιτούμενους ελέγχους και κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τα προγράμματα στήριξης.»
7.
Το άρθρο 11 αφορούσε την αναδιάρθρωση και μετατροπή αμπελώνων. Η παράγραφός του 1 αναφέρει ότι «[ο] στόχος των μέτρων της αναδιάρθρωσης και μετατροπής των αμπελώνων είναι η αύξηση της ανταγωνιστικότητας των αμπελουργών».
8.
Στο κεφάλαιο III του τίτλου V καθορίζονταν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγείται πριμοδότηση ως αντάλλαγμα για την εκρίζωση αμπελώνων (στο εξής: πριμοδότηση εκριζώσεως).
9.
Στο παράρτημα I, σημείο 2, ως εκρίζωση οριζόταν «η πλήρης εξάλειψη όλων των πρέμνων αμπέλου από έκταση φυτευμένη με άμπελο».
Γ. Κανονισμός 555/2008
10.
Η αιτιολογική σκέψη 73 του κανονισμού 555/2008 αναφέρει: «[π]ροκειμένου να συμβάλουν σε μια ενιαία εφαρμογή της ρύθμισης σε ολόκληρη την Κοινότητα, εναπόκειται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζουν ότι το προσωπικό των αρμοδίων οργανισμών διαθέτει τις κατάλληλες αρμοδιότητες έρευνας για την εξασφάλιση της τήρησης των κανόνων».
11.
Ο τίτλος V του κανονισμού αφορά τους ελέγχους στον αμπελοοινικό τομέα. Στο πρώτο κεφάλαιό του διατυπώνονται οι αρχές των ελέγχων που πρέπει να διενεργούνται. Η πρώτη διάταξη του κεφαλαίου αυτού, ήτοι το άρθρο 76, ορίζει:
«Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού ή της λοιπής κοινοτικής νομοθεσίας, τα κράτη μέλη θεσπίζουν ελέγχους και μέτρα στον βαθμό που αυτό απαιτείται για να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 479/2008 και του παρόντος κανονισμού. Τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά, ώστε να εξασφαλίζουν κατάλληλη προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων.
Ειδικότερα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:
α)
όλα τα κριτήρια επιλεξιμότητας που καθορίζονται από την κοινοτική ή την εθνική νομοθεσία ή το εθνικό πλαίσιο μπορούν να ελεγχθούν·
[…]
δ)
οι έλεγχοι και τα μέτρα αντιστοιχούν στη φύση του οικείου μέτρου στήριξης. Τα κράτη μέλη καθορίζουν μεθόδους και μέσα ελέγχου και προσδιορίζουν ποιοι υπόκεινται σε ελέγχους·
ε)
οι έλεγχοι διενεργούνται είτε συστηματικά είτε με δειγματοληψία. […]
στ)
οι εργασίες για τις οποίες χορηγείται κοινοτική χρηματοδότηση είναι πραγματικές και σύμφωνες προς την κοινοτική νομοθεσία.»
12.
Το άρθρο 77 έχει ως εξής:
«1. Η επαλήθευση διενεργείται μέσω διοικητικών και, όπου αρμόζει, επιτόπιων ελέγχων.
[…]
3. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες προβλέπονται συστηματικοί επιτόπιοι έλεγχοι από τον κανονισμό (ΕΚ) 479/2008 ή από τον παρόντα κανονισμό, οι αρμόδιες αρχές διενεργούν επιτόπιους ελέγχους μέσω δείγματος κατάλληλου ποσοστού δικαιούχων/παραγωγών βάσει ανάλυσης κινδύνου, σύμφωνα με το άρθρο 79 του παρόντος κανονισμού.
[…]»
13.
Το άρθρο 78 ορίζει ότι:
«1. Οι επιτόπιοι έλεγχοι διενεργούνται απροειδοποίητα. Ωστόσο, υπό τον όρο ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός του ελέγχου, είναι δυνατόν να δοθεί προηγούμενη προειδοποίηση, η οποία περιορίζεται στην απολύτως ελάχιστη αναγκαία. Η εν λόγω ειδοποίηση δεν υπερβαίνει τις 48 ώρες, με εξαίρεση δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις ή τα μέτρα για τα οποία προβλέπονται συστηματικοί επιτόπιοι έλεγχοι.
2. Όπου συντρέχει περίπτωση, οι επιτόπιοι έλεγχοι που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό διενεργούνται σε συνδυασμό με τυχόν άλλους ελέγχους, οι οποίοι προβλέπονται από την κοινοτική νομοθεσία.
3. Η(οι) σχετική(-ές) αίτηση(-εις) ενίσχυσης απορρίπτεται(-ονται), αν οι δικαιούχοι ή οι εκπρόσωποί τους εμποδίζουν τη διενέργεια ενός επιτόπιου ελέγχου.»
14.
Κατά το άρθρο 80:
«1. Κάθε επιτόπιος έλεγχος αποτελεί αντικείμενο έκθεσης ελέγχου, η οποία καθιστά δυνατή την επισκόπηση των λεπτομερειών των διενεργηθέντων ελέγχων.
Στον βαθμό που οι έλεγχοι αφορούν κοινοτική χρηματοδότηση, η έκθεση αναφέρει ειδικότερα:
α)
τα καθεστώτα ενισχύσεων και τις αιτήσεις που ελέγχθηκαν·
β)
τα πρόσωπα που ήταν παρόντα·
γ)
όπου συντρέχει περίπτωση, τις γεωργικές εκτάσεις που ελέγχθηκαν, τις γεωγραφικές εκτάσεις που μετρήθηκαν, τα αποτελέσματα των μετρήσεων ανά μετρηθέν αγροτεμάχιο και τις χρησιμοποιηθείσες μεθόδους μέτρησης·
δ)
τον έλεγχο του κατά πόσον η δεδομένη έκταση συντηρήθηκε ορθά στην περίπτωση καθεστώτος εκρίζωσης·
ε)
τις ποσότητες που καλύπτονται από τον έλεγχο και τα αποτελέσματά τους·
στ)
κατά πόσον παρασχέθηκε προηγούμενη ειδοποίηση για την επίσκεψη στον δικαιούχο/παραγωγό και, αν ναι, τη διάρκειά της·
ζ)
τυχόν περαιτέρω μέτρα ελέγχου που διενεργήθηκαν.
2. Αν εντοπισθούν διαφορές μεταξύ των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στην αίτηση και της πραγματικής κατάστασης που διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια του ελέγχου που διενεργήθηκε επιτόπου ή μέσω τηλεπισκόπησης, ο καλλιεργητής λαμβάνει αντίγραφο της έκθεσης ελέγχου και έχει την ευκαιρία να την υπογράψει προτού η αρμόδια αρχή συναγάγει τα συμπεράσματά της από τα πορίσματα σε σχέση με τυχόν προκύπτουσες μειώσεις ή αποκλεισμούς.»
15.
Δυνάμει του άρθρου 81:
«[…]
2. Όταν χορηγούνται δικαιώματα αναφύτευσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 92 του κανονισμού (ΕΚ) 479/2008, οι εκτάσεις ελέγχονται συστηματικά πριν από και μετά την εκτέλεση της εκρίζωσης. Ελέγχονται τα αγροτεμάχια για τα οποία πρόκειται να χορηγηθεί δικαίωμα αναφύτευσης.
Ο έλεγχος προ της εκρίζωσης περιλαμβάνει επαλήθευση της ύπαρξης του οικείου αμπελώνα.
Ο εν λόγω έλεγχος διενεργείται μέσω κλασικού επιτόπιου ελέγχου. Ωστόσο, αν το κράτος μέλος διαθέτει αξιόπιστο επικαιροποιημένο μηχανογραφημένο αμπελουργικό μητρώο, ο έλεγχος μπορεί να διενεργηθεί διοικητικά και η υποχρέωση επιτόπιου ελέγχου πριν από την εκρίζωση μπορεί να περιορισθεί στο 5 % των αιτήσεων (σε ετήσια βάση), προκειμένου να επιβεβαιωθεί η αξιοπιστία του συστήματος διοικητικού ελέγχου. Αν οι επιτόπιοι έλεγχοι αναδείξουν σημαντικές παρατυπίες ή διαφορές σε μια περιφέρεια ή σε τμήμα περιφέρειας, η αρμόδια αρχή αυξάνει κατάλληλα τον αριθμό των επιτόπιων ελέγχων κατά τη διάρκεια του οικείου έτους και του επόμενου έτους.
3. Οι εκτάσεις που λαμβάνουν πριμοδότηση εκρίζωσης πρέπει να ελέγχονται συστηματικά πριν από και μετά την εκτέλεση της εκρίζωσης. Ελέγχονται τα αγροτεμάχια που αποτελούν αντικείμενο αίτησης ενίσχυσης.
Ο έλεγχος πριν από την εκρίζωση περιλαμβάνει την επαλήθευση της ύπαρξης του οικείου αμπελώνα, της φυτεμένης έκτασης, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 75, και το κατά πόσον η δεδομένη έκταση συντηρήθηκε ορθά.
Ο εν λόγω έλεγχος διενεργείται μέσω κλασικού επιτόπιου ελέγχου. Ωστόσο, αν το κράτος μέλος διαθέτει ένα γραφικό εργαλείο το οποίο επιτρέπει τη μέτρηση του αγροτεμαχίου σύμφωνα με το άρθρο 75 στο μηχανογραφημένο αμπελουργικό μητρώο και αξιόπιστες επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με την ορθή συντήρηση του αγροτεμαχίου, ο έλεγχος μπορεί να διενεργηθεί διοικητικά και η υποχρέωση επιτόπιου ελέγχου πριν από την εκρίζωση μπορεί να περιορισθεί στο 5 % των αιτήσεων, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η αξιοπιστία του διοικητικού συστήματος διοικητικού ελέγχου. Αν οι επιτόπιοι έλεγχοι αναδείξουν σημαντικές παρατυπίες ή διαφορές σε μια περιφέρεια ή σε τμήμα περιφέρειας, η αρμόδια αρχή αυξάνει κατάλληλα τον αριθμό των επιτόπιων ελέγχων κατά τη διάρκεια του οικείου έτους και του επόμενου έτους.
4. Ο έλεγχος της πραγματικής εκτέλεσης της εκρίζωσης διενεργείται μέσω κλασικού επιτόπιου ελέγχου ή, σε περίπτωση εκρίζωσης ολόκληρου του αγροτεμαχίου του αμπελώνα ή αν η ανάλυση της τηλεπισκόπησης είναι τουλάχιστον ίση με 1 m2, είναι δυνατόν να διενεργηθεί με τηλεπισκόπηση.
5. Στην περίπτωση εκτάσεων που λαμβάνουν πριμοδότηση εκρίζωσης, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, τρίτο εδάφιο, και της παραγράφου 4, τουλάχιστον ένας από τους δύο ελέγχους που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 διενεργείται μέσω κλασικού επιτόπιου ελέγχου.»
16.
Το άρθρο 83 καθορίζει τις αρμοδιότητες των ελεγκτών υπαλλήλων:
«Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα χρήσιμα μέτρα προκειμένου να διευκολύνει την εκπλήρωση των καθηκόντων των υπαλλήλων των αρμοδίων του αρχών. Μεριμνά ιδίως ώστε οι υπάλληλοι αυτοί, ενδεχομένως σε συνεργασία με αυτούς των υπηρεσιών του, τις οποίες εξουσιοδοτεί προς το σκοπό αυτό:
α)
να έχουν πρόσβαση στους αμπελώνες, στις εγκαταστάσεις οινοποίησης, αποθεματοποίησης και μεταποίησης των αμπελοοινικών προϊόντων και στα μέσα μεταφοράς των προϊόντων αυτών·
β)
να έχουν πρόσβαση στους εμπορικούς χώρους ή στις αποθήκες και στα μεταφορικά μέσα οιουδήποτε κατέχει με σκοπό την πώληση, διαθέτει στο εμπόριο ή μεταφέρει αμπελοοινικά προϊόντα ή προϊόντα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στον αμπελοοινικό τομέα·
[…]
δ)
να μπορούν να λαμβάνουν δείγματα από τα αμπελοοινικά προϊόντα, από τις ουσίες και τα προϊόντα που ενδέχεται να προορίζονται για την παρασκευή τους, καθώς και από τα προϊόντα που κατέχονται, με σκοπό την πώληση, που διατίθενται στο εμπόριο ή μεταφέρονται·
ε)
να έχουν πρόσβαση στα στατιστικά στοιχεία ή σε άλλα χρήσιμα για τους ελέγχους έγγραφα και να μπορούν να κάνουν αντίγραφα ή αποσπάσματα·
στ)
να μπορούν να λαμβάνουν κατάλληλα συντηρητικά μέτρα όσον αφορά την παρασκευή, την κατοχή, τη μεταφορά, την περιγραφή, την παρουσίαση και την εμπορία ενός αμπελοοινικού προϊόντος ή ενός προϊόντος που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή ενός τέτοιου προϊόντος, όταν υφίσταται αιτιολογημένη υπόνοια σοβαρής παράβασης των κοινοτικών διατάξεων, ειδικότερα δε σε περίπτωση νοθείας ή κινδύνων για την υγεία.»
III. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα
17.
Στις 29 Ιουλίου 2009, η SCI Château du Grand Bois (στο εξής: αιτούσα) υπέβαλε αίτηση προκειμένου να της χορηγηθεί ενίσχυση για την αναδιάρθρωση και μετατροπή των αμπελώνων της κατά την περίοδο 2008-2009.
18.
Με απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2009, ο γενικός διευθυντής του Établissement national des produits de l’agriculture et de la mer (Εθνικού Ιδρύματος αγροτικών και αλιευτικών προϊόντων, Γαλλία) (στο εξής: FranceAgriMer) απέρριψε την εν λόγω αίτηση. Η απόφαση ανέφερε ότι από τους επιτόπιους ελέγχους που υπάλληλος του ως άνω ιδρύματος διενήργησε στις 27 Αυγούστου και στις 15 Σεπτεμβρίου 2009 σε αμπελοτεμάχια της αιτούσας προέκυψε ότι η εκρίζωση των πρέμνων της αιτούσας δεν είχε πραγματοποιηθεί σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.
19.
Η αιτούσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του tribunal administratif de Nantes (διοικητικού πρωτοδικείου Νάντης, Γαλλία) με αίτημα την ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως. Με απόφαση που εξέδωσε στις 7 Μαΐου 2013, το δικαστήριο αυτό ακύρωσε την ως άνω απόφαση επειδή, μεταξύ άλλων, ο υπάλληλος που διενήργησε τους ελέγχους δεν άδεια να το πράξει.
20.
Στις 5 Φεβρουαρίου 2015, το cour administrative d’appel de Nantes (διοικητικό εφετείο Νάντης, Γαλλία) εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε τα πρωτοδίκως προβληθέντα επιχειρήματα της αιτούσας. Έκρινε ότι ο κανονισμός 555/2008 δεν απαιτεί από τον υπάλληλο που διενεργεί τον έλεγχο να προειδοποιήσει τον αιτούντα την πριμοδότηση εκριζώσεως σχετικά με την ημερομηνία κατά την οποία πρόκειται να πραγματοποιηθεί ο έλεγχος. Το γεγονός ότι δεν είχε δοθεί άδεια εισόδου στην επίμαχη ιδιωτική περιουσία δεν επηρέασε τη νομιμότητα της προσβληθείσας αποφάσεως. Επιπλέον, το γεγονός ότι στην έκθεση ελέγχου δεν αναφέρεται αν η αιτούσα είχε ειδοποιηθεί δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά το σύννομο της πράξεως ελέγχου.
21.
Η αιτούσα άσκησε αναίρεση ενώπιον του Conseil d’État (Συμβουλίου της Επικρατείας). Η αιτούσα υποστηρίζει ότι το cour administrative d’appel de Nantes (διοικητικό εφετείο Νάντης) υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι το γεγονός ότι ο αρμόδιος για τη διενέργεια του ελέγχου υπάλληλος εισήλθε στην ιδιοκτησία της χωρίς άδειά της δεν επηρέασε τη νομιμότητα της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για την αναδιάρθρωση και μετατροπή του αμπελώνα.
22.
Κατά το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας), η απάντηση στο συγκεκριμένο επιχείρημα εξαρτάται από το αν ο κανονισμός 555/2008 επιτρέπει στους αρμόδιους για τη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων υπαλλήλους να εισέρχονται σε γεωργικές εκτάσεις χωρίς την άδεια των αμπελουργών. Εντός αυτού του πραγματικού και νομικού πλαισίου, το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
–
«Επιτρέπουν οι διατάξεις των άρθρων 76, 78 και 81 του [κανονισμού 555/2008] της [Επιτροπής], της 27ης Ιουνίου 2008, στους υπαλλήλους που διενεργούν επιτόπιο έλεγχο να εισέρχονται στο έδαφος γεωργικής εκμεταλλεύσεως χωρίς τη συναίνεση του φορέα της εκμεταλλεύσεως;
–
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, πρέπει να γίνεται διάκριση αναλόγως του αν το εν λόγω έδαφος είναι περιφραγμένο ή όχι;
–
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, συνάδουν οι διατάξεις των άρθρων 76, 78 και 81 του [κανονισμού 555/2008] της [Επιτροπής], της 27ης Ιουνίου 2008, με την αρχή του απαραβίαστου της κατοικίας όπως αυτή κατοχυρώνεται από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου;»
23.
Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Ελληνική και η Γαλλική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι ίδιοι ενδιαφερόμενοι υπέβαλαν επίσης προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 7 Νοεμβρίου 2017.
IV. Ανάλυση
24.
Τα τρία ερωτήματα που διατυπώθηκαν από το αιτούν δικαστήριο συνοψίζονται, ουσιαστικά, σε ένα βασικό στοιχείο: υπάρχει νομική βάση η οποία επιτρέπει την είσοδο των ελεγκτών υπαλλήλων σε ιδιωτική έκταση χωρίς ρητή άδεια του αμπελουργού για τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου του αμπελώνα; Η ουσία του πρώτου ερωτήματος έγκειται στο αν η άδεια αυτή προβλέπεται σιωπηρώς από τον κανονισμό 555/2008. Το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα αποτελούν συνέχεια του πρώτου ερωτήματος: το δεύτερο ερώτημα είναι μια πιο εξειδικευμένη έκφραση του πρώτου –είναι κρίσιμο αν η επίμαχη έκταση είναι περιφραγμένη ή όχι; Με το τρίτο ερώτημα τίθεται το ζήτημα του κύρους των άρθρων 76, 78 και 81 του κανονισμού 555/2008, στην περίπτωση που γίνει δεκτό ότι δεν απαιτείται η χορήγηση άδειας. Το αιτούν δικαστήριο υπαινίσσεται ότι η κατ’ αυτόν τον τρόπο ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού 555/2008 ενδέχεται να αντιβαίνει σε ορισμένα θεμελιώδη δικαιώματα.
25.
Επομένως, και τα τρία ερωτήματα είναι αλληλένδετα μεταξύ τους. Το ζήτημα που ανακύπτει αφορά τη νομιμότητα και τη νομική βάση: υπάρχει διάταξη του δικαίου της Ένωσης επιτρέπουσα την είσοδο σε ιδιωτικές εκτάσεις, περιφραγμένες ή μη, για τη διενέργεια τέτοιων ελέγχων, ανεξάρτητα από το τι προβλέπει σχετικά η εθνική νομοθεσία;
26.
Με τις παρούσες προτάσεις, παρέχω απάντηση σε δύο επίπεδα. Πρώτον, δεδομένου ότι ούτε στον κανονισμό 555/2008 ούτε στο σύστημα και στη λογική των ενωσιακών προγραμμάτων στηρίξεως υπάρχει σαφής νομική διάταξη επιτρέπουσα την παραγνώριση των εθνικών κανόνων σχετικά με την είσοδο σε ιδιωτικές εκτάσεις, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι κανόνες σχετικά με την είσοδο σε ιδιωτική έκταση για τη διενέργεια ελέγχων συνιστούν ζήτημα που εναπόκειται στο εθνικό δίκαιο (υπό Α). Πάντως, όσον αφορά την έκταση των διαθέσιμων επιλογών για τη θέσπιση των εν λόγω εθνικών κανόνων, υπάρχουν ορισμένα όρια, τα οποία απορρέουν τόσο από τις διατάξεις του κανονισμού 555/2008 όσο και από την ανάγκη σεβασμού συγκεκριμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ένωσης (υπό Β).
Α. Το δίκαιο της Ένωσης από μόνο του ως επαρκής νομική βάση
27.
Όλοι όσοι έλαβαν μέρος στη γραπτή και την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου –ήτοι η Ελληνική και η Γαλλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή– έχουν την ίδια άποψη. Θεωρούν ότι, βάσει του κανονισμού 555/2008, δεν απαιτείται ρητή άδεια εισόδου σε ιδιωτικές εκτάσεις για τη διενέργεια των αναγκαίων ελέγχων. Κατά την άποψή τους, οι επιτόπιοι έλεγχοι επιτρέπονται εκ των προτέρων και με γενικό τρόπο από τον αιτούντα ενίσχυση. Υποστηρίζουν ότι η άδεια εισόδου σε ιδιωτικές εκτάσεις απορρέει από το σύστημα και τη λογική των ελέγχων που διενεργούνται δυνάμει του κανονισμού 555/2008. Δύναται επίσης να υποστηριχθεί ότι με το όλο σύστημα των ενωσιακών προγραμμάτων στηρίξεως είναι συμφυές το ότι ο αιτών την ενίσχυση συναινεί γενικώς στα στάδια που οδηγούν στην απόφαση χορηγήσεως ή μη χορηγήσεως ενισχύσεως απλώς και μόνο με την υποβολή της αιτήσεως ενισχύσεως.
28.
Δεν συμφωνώ.
29.
Ασφαλώς, δεν αμφισβητείται ότι ο κανονισμός 555/2008 επιβάλλει στα κράτη μέλη να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους. Είναι επίσης αληθές ότι ο ίδιος κανονισμός προβλέπει ορισμένα πρόσθετα στοιχεία ως προς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διενεργούνται οι έλεγχοι αυτοί. Υπ’ αυτήν την έννοια και σε αυτή την έκταση, πράγματι μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο κανονισμός 555/2008 επιτρέπει γενικώς τους ελέγχους. Ωστόσο, είναι επίσης αληθές ότι ο κανονισμός 555/2008 δεν καλύπτει όλες τις λεπτομέρειες των ελέγχων αυτών. Ειδικότερα, ο κανονισμός σιωπά σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και ως προς το αν είναι προς τούτο απαραίτητη ή όχι η άδεια του αμπελουργού.
30.
Κατά μια έννοια, αυτή είναι η ουσία του ζητήματος: τι μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή του κανονισμού 555/2008 σχετικά με το ζήτημα της άδειας εισόδου; Κατ’ εμέ, η σιωπή αυτή, σε συνδυασμό με ορισμένες άλλες διατάξεις του ίδιου κανονισμού, στις οποίες δηλώνεται κατά τρόπο σαφή ότι οι έλεγχοι είναι ζήτημα που αφορά τα κράτη μέλη, σημαίνει ότι επίσης αυτό το στοιχείο πρέπει να ρυθμίζεται από τα κράτη μέλη. Αντιθέτως, κατά τα κράτη μέλη που υπέβαλαν παρατηρήσεις και την Επιτροπή, το γεγονός ότι ο κανονισμός δεν απαιτεί ρητώς τη χορήγηση άδειας σημαίνει ότι δεν χρειάζεται άδεια.
31.
Δεν μπορώ να συμμεριστώ αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση. Το γεγονός ότι κάτι δεν προβλέπεται σε επίπεδο Ένωσης δύσκολα μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τούτο επιτρέπεται από το δίκαιο της Ένωσης. Η ορθή λογική, ασφαλώς σε τομείς που άπτονται των ατομικών δικαιωμάτων και της ιδιωτικής περιουσίας, είναι ακριβώς το αντίθετο: εφόσον δεν προβλέπεται ρητή άδεια, εξ απόψεως δικαίου της Ένωσης δεν δίνεται άδεια.
32.
Στο επόμενο τμήμα των παρουσών προτάσεων θα δείξω ότι ούτε ο κανονισμός 555/2008, και ιδίως τα άρθρα του 76, 78 και 81, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο (υπό 1), ούτε η ευρύτερη λογική των ενωσιακών προγραμμάτων στηρίξεως, η οποία αποτελεί το υπόβαθρο του εν λόγω κανονισμού (υπό 2), επιτρέπουν γενικώς την είσοδο των ελεγκτών υπαλλήλων σε εκτάσεις χωρίς ρητή άδεια του αμπελουργού. Συνεπώς, στην εθνική νομοθεσία εναπόκειται να καθορίσει αν προς τούτο απαιτείται η άδεια αυτή, λαμβανομένου υπόψη επίσης του είδους των επίμαχων εκτάσεων (υπό 3).
1. Ο κανονισμούς 555/2008 ως η πηγή της άδειας εισόδου σε ιδιωτική έκταση για τη διενέργεια ελέγχων;
33.
Από το γράμμα και το περιεχόμενο του κανονισμού 555/2008 προκύπτει ότι αυτός δεν ρυθμίζει την πρόσβαση σε ιδιωτικές εκτάσεις για τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων. Ως εκ τούτου, ο συγκεκριμένος κανονισμός δεν μπορεί, από μόνος του, να αποτελέσει επαρκή νομική βάση επιτρέπουσα γενικώς την είσοδο σε εκτάσεις χωρίς άδεια του αμπελουργού, εφόσον η άδεια αυτή απαιτείται από την εθνική νομοθεσία.
34.
Πρώτον, από διάφορες διατάξεις του κανονισμού αυτού είναι σαφές ότι στα κράτη μέλη εναπόκειται να διαμορφώσουν τους διαφορετικούς ελέγχους που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό, συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος αν η είσοδος σε ιδιωτική έκταση με σκοπό τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων υπόκειται σε άδεια εκ μέρους του αμπελουργού.
35.
Όσον αφορά γενικώς τους ελέγχους, το άρθρο 76 του κανονισμού 555/2008 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν αποτελεσματικούς, αναλογικούς και αποτρεπτικούς ελέγχους και μέτρα στον βαθμό που τα μέτρα αυτά είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού. Ειδικότερα, το άρθρο 76, στοιχείο αʹ, ορίζει ότι τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλα τα κριτήρια επιλεξιμότητας που θεσπίζονται από το δίκαιο της Ένωσης ή την εθνική νομοθεσία μπορούν να ελεγχθούν. Κατά το άρθρο 76, στοιχείο δʹ, τα κράτη μέλη καθορίζουν τις μεθόδους και τα μέσα ελέγχου και προσδιορίζουν ποιοι υπόκεινται σε ελέγχους. Επιπλέον, το άρθρο 83 προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διευκολύνει το έργο των ελεγκτών υπαλλήλων.
36.
Όλες οι ανωτέρω διατάξεις δείχνουν με σαφήνεια ότι, μολονότι ο κανονισμός 555/2008 επιβάλλει τη διενέργεια ελέγχων, εντούτοις αφήνει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα ρυθμίσεως όλων των στοιχείων που δεν προβλέπονται ρητώς από τις διατάξεις του. Επομένως, ο κανονισμός αφήνει σημαντικό περιθώριο εκτιμήσεως στα κράτη μέλη προκειμένου αυτά να καθορίσουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διενεργούνται οι σχετικοί έλεγχοι.
37.
Το συμπέρασμα αυτό ισχύει επίσης όσον αφορά την ειδική κατηγορία των επιτόπιων ελέγχων. Το άρθρο 78, παράγραφος 1, του κανονισμού 555/2008 καθορίζει μόνο ένα χαρακτηριστικό των ελέγχων αυτών: «Οι επιτόπιοι έλεγχοι διενεργούνται απροειδοποίητα. Ωστόσο, υπό τον όρο ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός του ελέγχου, είναι δυνατόν να δοθεί προηγούμενη προειδοποίηση, η οποία περιορίζεται στην απολύτως ελάχιστη αναγκαία. Η εν λόγω ειδοποίηση δεν υπερβαίνει τις 48 ώρες, με εξαίρεση δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις ή τα μέτρα για τα οποία προβλέπονται συστηματικοί επιτόπιοι έλεγχοι».
38.
Τι συνεπάγεται η συγκεκριμένη διάταξη, αν συνεπάγεται κάτι, όσον αφορά την άδεια εισόδου σε ιδιωτικές εκτάσεις; Κατά την Επιτροπή, η αίτηση ρητής άδειας εισόδου δεν συνάδει με αυτό τούτο το γεγονός ότι οι επιτόπιοι έλεγχοι είναι, κατ’ αρχήν, απροειδοποίητοι. Μια τέτοια απαίτηση κατ’ ανάγκην θα συνεπαγόταν προειδοποίηση, ενώ αυτή πρέπει να συνεχίσει να αποτελεί εξαίρεση.
39.
Μέχρι ενός ορισμένου βαθμού, η Επιτροπή έχει δίκιο: η αίτηση προς τον αμπελουργού για τη χορήγηση άδειας εισόδου στην έκτασή του, εφόσον η άδεια αυτή απαιτείται κατά το εθνικό δίκαιο, συνεπάγεται επικοινωνία με το πρόσωπο αυτό και, επομένως, «ειδοποίηση» ως προς τον έλεγχο. Πάντως, εντύπωσή μου είναι ότι η Επιτροπή προβάλλει «τραβηγμένα» επιχειρήματα πάνω στη βάση διατάξεως η οποία απλώς αφορά διαφορετικό ζήτημα.
40.
Πρώτον, αν κοιταχθεί μόνο το γράμμα της διατάξεως, «απροειδοποίητα» σημαίνει «απροειδοποίητα». Η κυριολεκτική σημασία της λέξεως αυτής, όταν αναφέρεται σε ελέγχους, είναι ότι αυτοί μπορούν να διενεργηθούν οποτεδήποτε, χωρίς να προειδοποιηθεί ο αμπελουργός. Οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις της συγκεκριμένης διατάξεως ( 4 ), σε συνδυασμό με τον τρόπο με τον οποίο το άρθρο 78 συντάχθηκε στο σύνολό του, δείχνουν ότι «απροειδοποίητα» σημαίνει απλώς χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση. Συνεπώς, δεν υπάρχει υποχρέωση ενημερώσεως του αμπελουργού ή του εκπροσώπου του σχετικά με το ότι πρόκειται να διενεργηθεί έλεγχος ή οποιοδήποτε μέρος ελέγχου ( 5 ). Επομένως, ο ελεγκτής υπάλληλος μπορεί να εμφανιστεί οποιαδήποτε ημέρα το επιθυμεί χωρίς να ενημερώσει τον αμπελουργό σχετικά με την επίσκεψη.
41.
Πάντως, ο όρος «απροειδοποίητα» ασφαλώς δεν είναι συνώνυμος με τον όρο «χωρίς άδεια». Η φράση «χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση ή ενημέρωση» δεν σημαίνει «άδεια εισόδου». Συναφώς, ο σκοπός της μη ειδοποιήσεως έχει σημασία. Εύλογα μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο λόγος που ο νομοθέτης της Ένωσης θέσπισε ειδική διάταξη σχετικά με το απροειδοποίητο των ελέγχων συνίσταται ακριβώς στο να αποτραπεί ο ενδεχόμενος πειρασμός παρουσιάσεως ορισμένων πραγματικών περιστατικών υπό ευνοϊκότερο πρίσμα ενόψει του επικείμενου ελέγχου, και μόνο για τον σκοπό και κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Έτσι, αν ο αμπελουργός δεν γνωρίζει πότε θα πραγματοποιηθεί ο έλεγχος, δύναται να γίνει δεκτό ότι ο ελεγκτής υπάλληλος πάντοτε θα μπορεί να δει την πραγματική κατάσταση.
42.
Αν αυτός είναι, πράγματι, ο σκοπός της διατάξεως αυτής, αδυνατώ να διακρίνω με ποιον τρόπο η αίτηση άδειας εισόδου, αν αυτή απαιτείται από την εθνική νομοθεσία για το συγκεκριμένο είδος εκτάσεων όπως εν προκειμένω, θα υπονόμευε τον γενικό στόχο των απροειδοποίητων ελέγχων. Πράγματι, μπορεί κανείς να σκεφθεί ότι απροειδοποίητοι έλεγχοι μπορούν να πραγματοποιηθούν σε συγκεκριμένη ήμερα ενώ, με την άφιξή του και ακριβώς πριν από την έναρξη του ελέγχου, ο αρμόδιος υπάλληλος ζήτησε άδεια να εισέλθει στην εν λόγω έκταση. Ένας τέτοιος έλεγχος ασφαλώς παραμένει «απροειδοποίητος» κατά την έννοια του άρθρου 78, αλλά επίσης θα έχει επιτραπεί, χωρίς να υπονομευθεί με οποιονδήποτε τρόπο ο σκοπός της διατάξεως αυτής.
43.
Δεύτερον, υπάρχει το επιχείρημα με βάση τα συμφραζόμενα. Πέραν των διατάξεων που ρητώς ανέφερε το αιτούν δικαστήριο, επίσης άλλες διατάξεις του κανονισμού 555/2008 επιβεβαιώνουν ότι στα κράτη μέλη εναπόκειται να προβλέπουν διαδικαστικούς κανόνες σχετικά με τους επιτόπιους ελέγχους και ότι από τον κανονισμό αυτόν δεν μπορεί να συναχθεί ότι δεν απαιτείται άδεια εισόδου. Ειδικότερα, το άρθρο 83, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 555/2008 ορίζει ότι τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ελεγκτές υπάλληλοι «έχουν πρόσβαση στους αμπελώνες, στις εγκαταστάσεις οινοποίησης, αποθεματοποίησης και μεταποίησης των αμπελοοινικών προϊόντων και στα μέσα μεταφοράς των προϊόντων αυτών».
44.
Τούτο θέτει το απλό ερώτημα: αν ο νομοθέτης είχε όντως την πρόθεση να προβλέψει «σιωπηρή» άδεια εισόδου, ποιος ο λόγος να θεσπίσει μια ειδική διάταξη η οποία ορίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν την πρόσβαση των ελεγκτών υπαλλήλων στους αμπελώνες;
45.
Ευρύτερος παραλληλισμός μπορεί να γίνει μεταξύ των ελεγκτών υπαλλήλων κατά τον κανονισμό 555/2008 και των υπαλλήλων της Επιτροπής κατά τον κανονισμό (ΕΚ) 1/2003 ( 6 ). Βάσει του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1/2003, οι υπάλληλοι της Επιτροπής έχουν την εξουσία να εισέρχονται σε κάθε χώρο, γήπεδο και μεταφορικό μέσο των επιχειρήσεων προκειμένου να διερευνήσουν τυχόν παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού εκ μέρους των επιχειρήσεων αυτών. Πάντως, κατά τον κανονισμό 1/2003, στις εξουσίες έρευνας που έχει η Επιτροπή δεν περιλαμβάνεται η βίαιη είσοδος σε περίπτωση παρεμποδίσεως και, ως εκ τούτου, σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να ζητείται δικαστική άδεια εισόδου. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, μολονότι οι υπάλληλοι της Επιτροπής έχουν την εξουσία να εισέρχονται στους χώρους που επιλέγουν, «[α]ντιθέτως, δεν μπορούν να εισέρχονται βιαίως σε χώρους ή να παραβιάζουν έπιπλα ή να εξαναγκάζουν προς τούτο το προσωπικό της επιχείρησης ούτε να αναζητούν στοιχεία χωρίς την άδεια των υπευθύνων της επιχείρησης» ( 7 ).
46.
Ασφαλώς, οι επαγγελματικοί χώροι στους οποίες υπάλληλοι της Επιτροπής μπορούν να εισέρχονται στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού δυνάμει του κανονισμού 1/2003 είναι, κατά πάσα πιθανότητα, διαφορετικοί από τους αμπελώνες ( 8 ). Ωστόσο, το επιχείρημα που διατυπώνω με παραπομπή στον κανονισμό 1/2003 είναι διαφορετικής φύσεως. Πρώτον, υπάρχει μια αναλογία με την αλληλεπίδραση μεταξύ των επιβαλλόμενων από κανονισμό της Ένωσης υποχρεωτικών ελέγχων και της εθνικής νομοθεσίας που ασκεί μεγαλύτερη επιρροή. Όπως ο κανονισμός 555/2008, έτσι και ο κανονισμός 1/2003 επιβάλλει τη διενέργεια ελέγχων ή ερευνών. Ωστόσο, η επιλογή των μεθόδων προς τούτο, συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος των προϋποθέσεων εισόδου, αφήνεται στα κράτη μέλη. Δεύτερον, υπάρχει κάποια αντίθεση που πρέπει να συναχθεί: αν άδεια εισόδου των υπαλλήλων της Επιτροπής δεν μπορεί να συναχθεί από τον κανονισμό 1/2003 προκειμένου να διασφαλιστεί ένας βασικός τομέας της δικαιικής πολιτικής της Ένωσης, κατά μείζονα λόγο αδυνατώ να διακρίνω κατά ποιον τρόπο ευρύτερες εξουσίες θα έπρεπε ή θα μπορούσαν να παρασχεθούν κατά τον κανονισμό 555/2008, όταν ελεγκτές υπάλληλοι «απλώς» ελέγχουν αν ο αιτών την ενίσχυση πληροί όλες τις προϋποθέσεις για να τη λάβει.
47.
Εν κατακλείδι, ελλείψει ειδικής διατάξεως στον κανονισμό 555/2008 με την οποία αποκλείεται ή επιβάλλεται άδεια εισόδου σε αγροτική έκταση, ο κανονισμός αυτός δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή νομική βάση επιτρέπουσα στους ελεγκτές υπαλλήλους να εισέλθουν σε αγροτικές εκτάσεις, εφόσον για τη συγκεκριμένη κατηγορία εκτάσεων χρειάζεται άδεια σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.
2. Άδεια εισόδου παρεχόμενη μέσω του συστήματος και της λογικής ενωσιακών προγραμμάτων στηρίξεως;
48.
Σε συνδυασμό (ή παράλληλα) με το επιχείρημα ότι η χωρίς ρητή άδεια είσοδος σε ιδιωτικές εκτάσεις προβλέπεται από τον κανονισμό 555/2008, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η άδεια αυτή απορρέει από αυτό τούτο το σύστημα και τη λογική των ενωσιακών προγραμμάτων στηρίξεως. Το επιχείρημα αυτό έχει ως εξής: ουσιαστικά, οι έλεγχοι πραγματοποιούνται διότι έχει υποβληθεί αίτηση ενισχύσεως. Η είσοδος στις εκτάσεις για τις οποίες υποβλήθηκε η αίτηση ενισχύσεως συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα των οικείων ελέγχων. Επομένως, η άδεια εισόδου δόθηκε σιωπηρώς από τον αιτούντα απλώς και μόνον διά της υποβολής της αιτήσεως ενισχύσεως.
49.
Για να στηρίξει την άποψη αυτή, η Γαλλική Κυβέρνηση προσθέτει ένα άλλο επιχείρημα το οποίο αφορά τη δήλωση που περιλαμβάνεται στο εθνικό έντυπο της αιτήσεως ενισχύσεως που χρησιμοποιούνταν κατά τον κρίσιμο χρόνο. Όπως υποστηρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, στο συγκεκριμένο έντυπο αναφέρεται ότι ο αιτών «δεσμεύεται να παράσχει στις ελεγκτικές αρχές οποιοδήποτε συνοδευτικό έγγραφο του ζητηθεί καθώς και να επιτρέψει τις αναγκαίες εξακριβώσεις» ( 9 ). Επομένως, με την υπογραφή της αιτήσεως, ο αιτών συναίνεσε για όλα τα επόμενα στάδια, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η είσοδος των ελεγκτών υπαλλήλων στις εκτάσεις του για τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων χωρίς να ζητήσουν άδεια.
50.
Ερχόμενος πρώτα στο ειδικό επιχείρημα που η Γαλλική Κυβέρνηση προέβαλε αναφορικά με το εθνικό έντυπο, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν θεωρώ ότι το συγκεκριμένο επιχείρημα είναι λυσιτελές, για δύο λόγους.
51.
Πρώτον, από γραμματικής απόψεως, προκειμένου η δήλωση «Με την παρούσα δεσμεύομαι να επιτρέψω τις αναγκαίες εξακριβώσεις» να μετατραπεί σε «Με την παρούσα επιτρέπω σε ελεγκτή υπάλληλο να εισέλθει στην έκτασή μου χωρίς άδειά μου», απαιτείται μεγάλος αριθμός συλλογιστικών αλμάτων (και ερμηνευτική φαντασία). Μια τόσο διασταλτική ερμηνεία θα ήταν εντελώς αντίθετη προς τη γενική αρχή περί του τρόπου ερμηνείας της παραιτήσεως από δικαιώματα, η οποία πρέπει να στηρίζεται στην κυριολεκτική και συνήθη έννοια των ερμηνευόμενων όρων και δεν πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά.
52.
Δεύτερον, και ίσως ακόμη σημαντικότερον, το εν λόγω έντυπο αποτελεί εθνικό έγγραφο. Ακόμη και αν, κατόπιν διασταλτικής ερμηνείας του περιεχομένου του, μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτυπώνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που ο αιτών έχει βάσει της εθνικής νομοθεσίας, δυσκολεύομαι να δω κατά ποιον τρόπο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία του περιεχομένου ενός νομοθετήματος της Ένωσης, η οποία πρέπει να είναι η ίδια σε όλα τα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από τις πιθανές διαφορές στο περιεχόμενο των εθνικών εντύπων.
53.
Ακολούθως, όσον αφορά το γενικότερο επιχείρημα σχετικά με το όλο σύστημα και τη λογική των ενωσιακών προγραμμάτων στηρίξεως, τα οποία ελέχθη επίσης ότι αποτελούν το υπόβαθρο του κανονισμού 555/2008, πρέπει να ομολογήσω ότι βρίσκω το συγκεκριμένο επιχείρημα όχι μόνον μη πειστικό αλλά και εξαιρετικά αμφιλεγόμενο ως ζήτημα αρχής. Το συγκεκριμένο επιχείρημα αναπτύσσεται σε δύο επίπεδα: το ειδικό και το γενικό.
54.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά της υπό κρίση υποθέσεως, σημείωσα, στο προηγούμενο τμήμα των παρουσών προτάσεων, ότι ο ίδιος ο κανονισμός σιωπά ως προς το αν απαιτείται ή όχι άδεια για την είσοδο σε ιδιωτικές εκτάσεις με σκοπό τη διενέργεια ελέγχων. Πώς θα μπορούσε ακόμη και ένας αμπελουργός με πραγματικά ηράκλεια αντοχές, ο οποίος περνά τις βραδιές του μελετώντας τη σχετική νομοθεσία της Ένωσης, τη νομολογία και κάθε άλλα έγγραφα τεκμηριώσεως, να γνωρίζει ότι η άδεια αυτή είναι σύμφυτη με το σύστημα και τη λογική των εν λόγω προγραμμάτων, αν τούτο δεν αναφέρεται πουθενά; Θα μπορούσε να προστεθεί ότι το ίδιο ακριβώς ισχύει όσον αφορά τη φερόμενη «εκ των προτέρων γενική συναίνεση» ή την «παραίτηση» στο έντυπο της αιτήσεως: ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η συναίνεση για όλες «τις αναγκαίες εξακριβώσεις» περιλαμβάνει οτιδήποτε απαιτείται για τα επόμενα στάδια προκειμένου να διαπιστωθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της ενισχύσεως, πάλι είναι δίκαιο να γίνει δεκτό ότι τα στάδια αυτά περιορίζονται σε όσα προβλέπονται ρητώς από την εφαρμοστέα νομοθεσία.
55.
Πάντως, κατά την άποψή μου, βαθιά προβληματικό είναι το γενικότερο επίπεδο του ίδιου επιχειρήματος: άδεια η οποία δεν προβλέπεται κατά τρόπο σαφή από την ισχύουσα νομοθεσία πρέπει να χορηγείται διότι λέγεται ότι είναι αναγκαία για να ενισχύσει την όλη αποτελεσματικότητα του συστήματος. Αφήνοντας, προς το παρόν, το ζήτημα αν το συγκεκριμένο επιχείρημα έχει όντως λόγο υπάρξεως ( 10 ), ο αυθαίρετος και αόριστος χαρακτήρας του είναι εξαιρετικά ανησυχητικός για κάθε κοινότητα που βασίζεται στο κράτος δικαίου. Μήπως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, ανεξάρτητα από το τι προβλέπει ο νόμος; Αν τούτο όντως ισχύει, τότε ο κανονισμός 555/2008 επιτρέπει όχι μόνο την είσοδο σε περιφραγμένες ιδιωτικές εκτάσεις προκειμένου να πραγματοποιηθούν επιτόπιοι έλεγχοι σε αυτές, αλλά, πιθανώς, επίσης τη βίαιη είσοδο σε επαγγελματικούς χώρους ή ακόμη και στην οικία του αμπελουργού προκειμένου να συγκεντρωθούν έγγραφα τα οποία θα στοιχειοθετούν πιθανές παρατυπίες της αιτήσεως ενισχύσεως που αυτός είχε υποβάλει. Με την ίδια λογική, αμφότερα τα ανωτέρω σενάρια προβλέπονται σιωπηρώς, καθόσον ο κανονισμός 555/2008 σιωπά ως προς τις δύο αυτές δυνατότητες (δεν απαιτεί συναίνεση) και ένα τέτοιο μέτρο ασφαλώς θα ενίσχυε την πρακτική αποτελεσματικότητα της οικείας νομοθεσίας.
56.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή προσέθεσε συναφώς ένα επικουρικό επιχείρημα, το οποίο συνδέεται με τη λογική των ενωσιακών προγραμμάτων στηρίξεως. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι στο συγκεκριμένο πλαίσιο της χορηγήσεως ευεργετημάτων (χρησιμοποιώντας τον γερμανικό όρο Leistungsverwaltung), η απαίτηση υπάρξεως νομικής βάσεως δεν είναι τόσο αυστηρή όσο στον ποινικό τομέα. Επομένως, είναι λιγότερο επιτακτική η ανάγκη ευρέσεως της σχετικής νομικής βάσεως προκειμένου να δικαιολογηθεί η είσοδος σε εκτάσεις χωρίς ρητή άδεια.
57.
Διαφωνώ.
58.
Κατά την άποψή μου, αμφότερες αυτές οι συλλογιστικές είναι εντελώς αντίθετες προς τις αρχές της νομιμότητας των πράξεων της διοικήσεως και του κράτους δικαίου. Αποτελεί πάγια νομολογία ότι «οι παρεμβάσεις της δημόσιας αρχής στην σφαίρα της ιδιωτικής δραστηριότητας κάθε προσώπου […] πρέπει να είναι νομικώς θεμελιωμένες» ( 11 ). Η προστασία έναντι αυθαίρετης ή δυσανάλογης επεμβάσεως των δημοσίων αρχών αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης. Επιπλέον, στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης, υπάρχει επίσης η συνταγματική αρχή της δοτής αρμοδιότητας, η οποία, αν ληφθεί σοβαρά υπόψη, περιορίζει περαιτέρω, ασφαλώς στους τομείς συντρέχουσας αρμοδιότητας, την πιθανότητα και την αναγκαιότητα λειτουργικής επεκτάσεως των αρμοδιοτήτων της Ένωσης. Τέλος, εκτιμώ ότι το προβαλλόμενο από την Επιτροπή επιχείρημα, το οποίο, κατ’ ουσίαν, λέγει ότι, «σε περίπτωση καταβολής χρηματικών ποσών, η νομιμότητα δεν έχει (τόσο μεγάλη) σημασία», ήταν ενδεικτικό και επικουρικό και η ανεπάρκειά του δεν χρήζει περαιτέρω αναλύσεως ( 12 ).
59.
Για τους λόγους αυτούς, φρονώ ότι από το σύστημα και τη λογική των ενωσιακών προγραμμάτων στηρίξεως δεν μπορεί να συναχθεί δυνατότητα εισόδου σε ιδιωτικές εκτάσεις χωρίς άδεια. Έτσι, ούτε ο κανονισμός 555/2008 ούτε το ευρύ σύστημα που αποτελεί το υπόβαθρο των ενωσιακών προγραμμάτων στηρίξεως οδηγούν στο συμπέρασμα ότι επιτρέπεται η είσοδος σε ιδιωτικές εκτάσεις χωρίς άδεια, εφόσον για αυτού του είδους τις εκτάσεις χρειάζεται άδεια κατά το εθνικό δίκαιο.
60.
Τούτο με φέρνει στην τελική μου παρατήρηση όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα, η οποία συνδέεται με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα: πρέπει να γίνεται διάκριση ανάλογα με το αν η επίμαχη έκταση είναι περιφραγμένη ή όχι; Η σύντομη απάντησή μου είναι αρνητική: το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα ανωτέρω δεν μεταβάλλεται από το αν η επίμαχη έκταση είναι περιφραγμένη ή όχι.
61.
Το πραγματικό αυτό στοιχείο, το οποίο αποτελεί τον πυρήνα του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, ίσως και να μην ασκεί καθόλου επιρροή για τη λύση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον αυτού του δικαστηρίου. Η διάταξη περί παραπομπής σιωπά ως προς το αν η επίμαχη έκταση είναι περιφραγμένη ή όχι. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Γαλλική Κυβέρνηση δήλωσε ότι η εν λόγω έκταση δεν είναι περιφραγμένη. Σε αυτό το πραγματικό πλαίσιο, το δεύτερο ερώτημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υποθετικό.
62.
Πάντως, το συγκεκριμένο ζήτημα έχει έμμεση σημασία για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα. Ανεξάρτητα από το αν η έκταση είναι περιφραγμένη ή όχι, η απάντηση που θα παρασχεθεί από το Δικαστήριο πρέπει να είναι συνεκτική όσον αφορά αμφότερες τις περιπτώσεις. Μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να δεχθώ ότι ο κανονισμός 555/2008 θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει την είσοδο σε ιδιωτικές εκτάσεις αν αυτές δεν είναι περιφραγμένες, ανεξαρτήτως του τι η εθνική νομοθεσία προβλέπει όσον την άδεια που πρέπει να δοθεί, ενώ ερμηνεύεται διαφορετικά στην περίπτωση που η έκταση τυχαίνει να είναι περιφραγμένη. Ο κανονισμός 555/2008 είναι εξίσου σιωπηλός ως προς αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές.
63.
Όμως, η ερμηνεία του κανονισμού 555/2008 κατά τρόπον ο οποίος θα επιτρέπει στους ελεγκτές υπαλλήλους να εισέρχονται σε περιφραγμένες εκτάσεις χωρίς την άδεια του αμπελουργού και, ουσιαστικά, η αναγνώριση ενός στηριζόμενου στο δίκαιο της Ένωσης «δικαιώματος υπερβάσεως του φράχτη» υπέρ των ελεγκτών υπαλλήλων ομολογουμένως θα ήταν ασύμβατη με το δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή απαραβίαστου της κατοικίας, όπως κατανοητά διερωτάται με το τρίτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο. Υπ’ αυτήν την έννοια, το δεύτερο ερώτημα ενισχύει την απάντηση που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, δεδομένου ότι βάσει του δευτέρου ερωτήματος καθίσταται ακόμη πιο προφανές ότι η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα είναι ότι η είσοδος χωρίς άδεια σε ιδιωτικές εκτάσεις απαγορεύεται γενικώς, εφόσον η άδεια αυτή χρειάζεται κατά το εθνικό δίκαιο.
3. (Πρακτικές) καταληκτικές παρατηρήσεις
64.
Για να είμαι απολύτως σαφής, τα άρθρα 76, 78 και 81 του κανονισμού 555/2008, σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις του ίδιου κανονισμού, σαφώς επιβάλλουν τη διενέργεια (κατ’ αρχήν απροειδοποίητων) επιτόπιων ελέγχων. Πάντως, οι ως άνω διατάξεις δεν προβλέπουν τη διενέργεια ελέγχων χωρίς την άδεια του αμπελουργού να εισέλθουν στην έκτασή του. Ο κανονισμός 555/2008 αφήνει στα κράτη μέλη την εξουσία να αποφασίσουν, εντός συγκεκριμένων ορίων (τα οποία εκτίθενται στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων), αν η είσοδος σε ιδιωτικές εκτάσεις για τη διενέργεια των ως άνω ελέγχων πρέπει να υπόκειται σε άδεια από τον αμπελουργό.
65.
Επομένως, οποιαδήποτε και αν είναι η επιλογή στην οποία θα προβεί το κράτος μέλος αναφορικά με το αν απαιτείται ρητή άδεια του αμπελουργού για την είσοδο στην έκτασή του, οι εθνικές αρχές προφανώς οφείλουν να πραγματοποιούν τους σχετικούς ελέγχους σε πλήρη συμμόρφωση με τους εθνικούς κανόνες σχετικά με τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων και την είσοδο σε ιδιωτική περιουσία.
66.
Στην πράξη πάντως, παρά τους διάφορους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς που προβλήθηκαν κατά την παρούσα διαδικασία, το διαδικαστικό αυτό πλαίσιο δεν είναι ικανό να εμποδίσει την αποτελεσματική διενέργεια των ελέγχων με οποιονδήποτε ρεαλιστικό τρόπο.
67.
Πρώτον, είναι απολύτως λογικό, προκειμένου να εισέλθουν σε ιδιωτικές αγροτικές εκτάσεις, οι ελεγκτές υπάλληλοι να μπορούν να χρησιμοποιήσουν εθνικά μέτρα που βρίσκονται στη διάθεσή τους. Οι κανόνες των κρατών μελών επί του συγκεκριμένου ζητήματος διαφέρουν μεταξύ τους. Πάντως, σε ορισμένα κράτη μέλη προβλέπεται είτε δικαίωμα εισόδου του οποιουδήποτε είτε δικαίωμα διελεύσεως από μη περιφραγμένες αγροτικές εκτάσεις υπό προϋποθέσεις. Για παράδειγμα, όπως προκύπτει από τις γραπτές παρατηρήσεις της Γαλλικής Κυβερνήσεως, το γαλλικό δίκαιο δεν τιμωρεί την είσοδο σε μη περιφραγμένες ιδιωτικές εκτάσεις αν δεν υποστεί ζημία η περιουσία του ιδιώτη. Απ’ ό,τι φαίνεται, στις αγροτικές περιοχές η είσοδος σε γεωργικές εκτάσεις επιτρέπεται σε πολλές περιπτώσεις χωρίς να απαιτείται ρητή άδεια του αμπελουργού. Συνεπώς, αν η εθνική νομοθεσία επιτρέπει σε οποιοδήποτε πρόσωπο να εισέρχεται υπό αυτές τις προϋποθέσεις χωρίς άδεια σε ιδιωτικές εκτάσεις, το ίδιο ισχύει για τους ελεγκτές υπαλλήλους.
68.
Δεύτερον, στην περίπτωση που είναι εφικτή η με αποτελεσματικό τρόπο διενέργεια των αναγκαίων ελέγχων χωρίς είσοδο σε έκταση γης αν προς τούτο χρειάζεται άδεια κατά την εθνική νομοθεσία, η επιλογή αυτή είναι, προφανώς, προτιμητέα έναντι μιας πιθανής παράνομης εισόδου. Οι επιτόπιοι έλεγχοι ενδέχεται να μην απαιτούν σε κάθε περίπτωση την είσοδο σε έκταση γης. Είναι πιθανό η εξακρίβωση της πραγματοποιήσεως της εκριζώσεως να μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να λάβει χώρα εξ αποστάσεως, για παράδειγμα, μέσω της παρατηρήσεως πάνω από φράχτη από δημόσιο δρόμο ή από γειτονικό αγροτεμάχιο. Τούτο φαίνεται ακόμη πιο πιθανό με την εξέλιξη των νέων τεχνολογιών. Εξάλλου, ο ίδιος ο κανονισμός 555/2008 ορίζει ρητώς ότι οι έλεγχοι μπορούν να διενεργούνται ακόμη και με τηλεπισκόπηση, η οποία δεν απαιτεί τη φυσική παρουσία στην έκταση που αποτελεί το αντικείμενο του ελέγχου ( 13 ).
69.
Τρίτον, οι επιτόπιοι έλεγχοι πρέπει να διενεργούνται κατά τρόπο αναλογικό. Τούτο προκύπτει με σαφήνεια από αρκετές διατάξεις του κανονισμού 555/2008, μεταξύ των οποίων και το προαναφερθέν άρθρο 78, παράγραφος 1. Η συγκεκριμένη διάταξη εισάγει εξαιρέσεις όσον αφορά τον «απροειδοποίητο» χαρακτήρα των ελέγχων οι οποίες, παρεμπιπτόντως, έχουν τροποποιηθεί σημαντικά στην πλέον πρόσφατη εκδοχή της συγκεκριμένης διατάξεως ( 14 ). Η ύπαρξη εξαιρέσεων, σε συνδυασμό με αυτή την τροποποίησή τους, δείχνει ότι η συγκεκριμένη διάταξη αφήνει κάποιο περιθώριο ευγενικής συμπεριφοράς έναντι του ελεγχόμενου προσώπου, χωρίς να υπονομεύεται με οποιονδήποτε τρόπο η αποτελεσματικότητα των ελέγχων ( 15 ). Πάντως, θα αναγνωρίσω σαφώς ότι το άρθρο 78, παράγραφος 1, δεν επιβάλλει στους ελεγκτές υπαλλήλους τη νομική υποχρέωση να συμπεριφέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο.
70.
Τέταρτον και τελευταίον, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η χορήγηση προηγούμενης άδειας από τον αμπελουργό για την είσοδο στις εκτάσεις του, όταν τούτο απαιτείται από την εθνική νομοθεσία για αυτού του είδους τις εκτάσεις, ουδόλως θέτει σε κίνδυνο τον σκοπό του κανονισμού 555/2008 σχετικά με τη διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.
71.
Κατά το άρθρο 78, παράγραφος 3, του κανονισμού 555/2008, η αίτηση ενισχύσεως απορρίπτεται αν οι δικαιούχοι ή οι εκπρόσωποί τους εμποδίζουν τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου. Στο πλαίσιο άλλων κανονισμών που αφορούν τα προγράμματα γεωργικών ενισχύσεων ( 16 ), το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι η παρεμπόδιση της διεξαγωγής των ελέγχων δεν μπορεί παρά να έχει ως αποτέλεσμα την επέλευση σοβαρών εννόμων επιπτώσεων, όπως η απόρριψη των σχετικών αιτήσεων ενισχύσεως. Η απόρριψη αυτή επέρχεται ως έννομη συνέπεια του γεγονότος ότι είναι αδύνατον να ελεγχθεί αποτελεσματικά αν πληρούνται οι απαιτούμενες για τη χορήγηση της ενισχύσεως προϋποθέσεις ( 17 ). Η αδυναμία αυτή μπορεί ιδίως να απορρέει από τη σκόπιμη συμπεριφορά του αγρότη αλλά και από «κάθε εξ αμελείας πράξη ή παράλειψη του κυρίου της εκμεταλλεύσεως ή του αντιπροσώπου του, λόγω της οποίας παρεμποδίζεται η πραγματοποίηση στο ακέραιο του επιτόπιου ελέγχου, όταν ο εν λόγω κύριος της εκμεταλλεύσεως ή ο αντιπρόσωπός του δεν έλαβε κάθε μέτρο που μπορεί ευλόγως να απαιτηθεί από αυτόν για να εξασφαλιστεί ότι ο έλεγχος αυτός θα πραγματοποιηθεί στο ακέραιο» ( 18 ).
72.
Λαμβανομένων υπόψη των τόσο δραστικών συνεπειών που συνεπάγεται η παρεμπόδιση, στην οποία ασφαλώς συμπεριλαμβάνεται η αδικαιολόγητη άρνηση εισόδου στην έκταση που πρέπει να ελεγχθεί, αδυνατώ να διακρίνω για ποιον λόγο είναι αναγκαίο, στο όνομα της αποτελεσματικότητας των ελέγχων, να συναχθεί μια γενική δυνατότητα εισόδου (σε περιφραγμένες ή μη) αγροτικές εκτάσεις χωρίς την άδεια του αμπελουργού κατά παράβαση των εφαρμοστέων σε εθνικό επίπεδο κανόνων. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης αρνήσεως, η αίτηση ενισχύσεως θα απορριφθεί ούτως ή άλλως και ο αιτών θα υποστεί τις έννομες συνέπειες της απορρίψεως αυτής.
73.
Εν ολίγοις, ούτε οι διατάξεις του κανονισμού 555/2008 ούτε το ευρύτερο σύστημα και η λογική των ενωσιακών προγραμμάτων στηρίξεως μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι επιτρέπουν στους επιφορτισμένους με τη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων υπαλλήλους να εισέρχονται σε γεωργικές εκτάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι περιφραγμένες ή όχι, χωρίς να έχουν λάβει την άδεια του αμπελουργού, εφόσον τούτο επιβάλλει η εθνική νομοθεσία. Οι επιμέρους λεπτομέρειες της εισόδου, συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος αν για την είσοδο σε συγκεκριμένη κατηγορία εκτάσεων απαιτείται άδεια, διέπονται από τους κανόνες του εθνικού δικαίου.
Β. Τα όρια του δικαίου της Ένωσης στην αυτονομία των κρατών μελών ως προς τον τρόπο διενέργειας των ελέγχων
74.
Φυσικά, το γεγονός ότι αυτό καθ’ εαυτό το δίκαιο της Ένωσης δεν επιτρέπει την είσοδο σε ιδιωτικές εκτάσεις κατά παραγνώριση των εθνικών κανόνων δεν σημαίνει ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν ασκεί καμία επιρροή σε αυτές τις καταστάσεις. Μολονότι από το δίκαιο της Ένωσης δεν συνάγεται αυτή η ειδική δυνατότητα, εντούτοις το ίδιο θέτει ορισμένα όρια στην αυτονομία των κρατών μελών ως προς τον τρόπο διενέργειας των προβλεπόμενων από τον κανονισμό 555/2008 ελέγχων.
75.
Στο καταληκτικό τμήμα των παρουσών προτάσεων θα εξεταστούν συνοπτικά δύο κατηγορίες αυτών των ορίων: αυτά που καθορίζει ο ίδιος ο κανονισμός 555/2008 (υπό 1) και αυτά που απορρέουν από τα θεμελιώδη δικαιώματα –ιδίως το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και το δικαίωμα του απαραβίαστου της κατοικίας (υπό 2).
1. Όρια που καθορίζονται από τον κανονισμό 555/2008
76.
Πρώτον, όπως συμβαίνει σε πολλούς άλλους τομείς του δικαίου της Ένωσης όπου η εφαρμογή και η υλοποίηση του δικαίου της Ένωσης έχει ανατεθεί στις εθνικές αρχές ( 19 ), έτσι και στο πλαίσιο του κανονισμού 555/2008, όπως ρητώς ορίζει το άρθρο του 76, οι σχετικοί έλεγχοι πρέπει να είναι αποτελεσματικοί, αναλογικοί και αποτρεπτικοί. Πάντως, όπως προσπάθησα να εξηγήσω στο προηγούμενο τμήμα των παρουσών προτάσεων, ο όρος «αποτελεσματικοί» δεν σημαίνει ότι μπορεί να συμβαίνει «οτιδήποτε», κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας ( 20 ).
77.
Δεύτερον, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 80, παράγραφος 2, του κανονισμού 555/2008 θεσπίζει, έστω και σε περιορισμένο βαθμό, ένα δικαίωμα ακροάσεως. Το άρθρο 80, παράγραφος 1, του κανονισμού προβλέπει ότι κάθε επιτόπιος έλεγχος αποτελεί αντικείμενο εκθέσεως ελέγχου η οποία καθιστά δυνατή την επισκόπηση των λεπτομερειών των διενεργηθέντων ελέγχων. Σε αυτή την έκθεση πρέπει να περιλαμβάνονται διάφορα στοιχεία, όπως τα πρόσωπα που ήσαν παρόντα, ο έλεγχος του αν η δεδομένη έκταση συντηρήθηκε σωστά στην περίπτωση καθεστώτος εκριζώσεως, το αν υπήρξε προειδοποίηση και, αν ναι, η διάρκειά της. Κατά το άρθρο 80, παράγραφος 2, του κανονισμού, αν εντοπισθούν διαφορές μεταξύ των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στην αίτηση και της πραγματικής καταστάσεως που διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια του ελέγχου, ο καλλιεργητής λαμβάνει αντίγραφο της εκθέσεως ελέγχου και έχει την ευκαιρία να την υπογράψει πριν η αρμόδια αρχή συναγάγει τα συμπεράσματά της.
78.
Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει έγκειται στο τι ακριβώς σημαίνει η φράση «έχει την ευκαιρία να την υπογράψει», ωστόσο, είναι σαφές ότι ο αιτών την ενίσχυση έχει δικαίωμα να λάβει γνώση των δυσμενών πραγματικών διαπιστώσεων που προέκυψαν από τον επιτόπιο έλεγχο. Εξάλλου, λαμβανομένου υπόψη ότι τα ανωτέρω υποτίθεται ότι συμβαίνουν πριν η αρμόδια αρχή συναγάγει τα συμπεράσματά της όσον αφορά την τελική της απόφαση, είναι λογικό να παρέχεται στον αιτούντα η δυνατότητα αμφισβητήσεως των αρνητικών πραγματικών διαπιστώσεων της αρμόδιας αρχής.
79.
Το άρθρο 80, παράγραφος 2, του κανονισμού 555/2008 φαίνεται να αποτελεί επιμέρους έκφραση του δικαιώματος ακροάσεως, το οποίο αποτελεί συστατικό στοιχείο της γενικής αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας. Αποτελεί πάγια νομολογία ότι, «βάσει της εν λόγω αρχής, οι αποδέκτες αποφάσεων που θίγουν σοβαρά τα συμφέροντά τους πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν λυσιτελώς την άποψή τους σχετικά με τα στοιχεία επί των οποίων η διοίκηση σκοπεύει να στηρίξει την απόφασή της. Η υποχρέωση αυτή βαρύνει τις διοικητικές αρχές των κρατών μελών όταν λαμβάνουν αποφάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, ακόμη και αν η εφαρμοστέα νομοθεσία της Ένωσης δεν προβλέπει ρητώς μια τέτοια διατύπωση» ( 21 ).
80.
Στο κράτος μέλος εναπόκειται ο ακριβής καθορισμός του τρόπου με τον οποίο θα υλοποιήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα ακροάσεως στο πλαίσιο της εθνικής διαδικασίας. Από τη μια πλευρά, ο αμπελουργός θα μπορούσε, βεβαίως, να λάβει τη σχετική έκθεση ορισμένες ημέρες μετά τη διενέργεια του ελέγχου. Η επιλογή αυτή δεν απαιτεί τη φυσική παρουσία του αμπελουργού κατά τη διενέργεια των ελέγχων, αλλά επιβάλλει στην αρμόδια αρχή να αναμείνει πριν συναγάγει οποιαδήποτε συμπεράσματα από την οικεία έκθεση, μέχρις ότου ο αιτών την υπογράψει. Από την άλλη πλευρά, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν επίσης να διασφαλίζουν την τήρηση του δικαιώματος ακροάσεως σε προγενέστερο στάδιο, ήτοι κατά τη διάρκεια του ίδιου του ελέγχου ή, ακριβέστερα, αμέσως μετά την πραγματοποίησή του. Θα ήταν, ομολογουμένως, λογικό –και, ενδεχομένως, ακόμη πιο αποδοτικό– να επιτρέπεται στον αμπελουργό να είναι παρών κατά τη διενέργεια των ελέγχων και αμέσως μετά το πέρας αυτών να καλείται αυτοπροσώπως να υπογράψει τη σχετική έκθεση. Προς τούτο, λόγω αυτής της φυσικής παρουσίας, ο ελεγκτής υπάλληλος είναι λογικό να ζητεί εκ των προτέρων τη ρητή άδεια του αμπελουργού προκειμένου να εισέλθει στις σχετικές εκτάσεις.
81.
Πάντως, ουδεμία τέτοια υποχρέωση προβλέπεται ρητώς από τον κανονισμό 555/2008. Επομένως, στην εθνική νομοθεσία εναπόκειται να διαμορφώσει το δικαίωμα ακροάσεως κατά το δοκούν. Σε κάθε περίπτωση, τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι, αν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στην αίτηση και της πραγματικής καταστάσεως που διαπιστώνεται κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου, στον αμπελουργό παρέχεται ουσιαστικό δικαίωμα ακροάσεως πριν από την έκδοση οποιασδήποτε επίσημης αποφάσεως που θα τον θίγει. Για τον σκοπό αυτόν, η έκθεση ελέγχου πρέπει να περιέχει όλα τα απαραίτητα πληροφοριακά στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 80, παράγραφος 1, του κανονισμού, πράγμα το οποίο πρέπει να αξιολογηθεί από το αιτούν δικαστήριο.
2. Τα όρια των θεμελιωδών δικαιωμάτων
82.
Ο κανονισμός 555/2008 παρέχει στα κράτη μέλη την εξουσία να αποφασίζουν με ποιον τρόπο θα πραγματοποιούνται οι επιτόπιοι έλεγχοι όσον αφορά τις προϋποθέσεις εισόδου σε ιδιωτικές εκτάσεις, ιδίως αν για συγκεκριμένες κατηγορίες εκτάσεων (είτε περιφραγμένες είτε όχι) απαιτείται ρητή άδεια εκ μέρους του αμπελουργού. Στο μέτρο που το δίκαιο της Ένωσης δεν αποτελεί επαρκή νομική βάση για την είσοδο σε ιδιωτικές εκτάσεις χωρίς άδεια, παρέλκει πλέον η εξέταση του τρίτου ερωτήματος αναφορικά με το συμβατό των άρθρων 76, 78 και 81 του κανονισμού με την αρχή του απαραβιάστου της κατοικίας. Πράγματι, το τρίτο ερώτημα θέτει ως προϋπόθεση την καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, άποψη υπέρ της οποίας δεν συνηγορούν οι παρούσες προτάσεις.
83.
Πάντως, το ζήτημα των θεμελιωδών δικαιωμάτων ως ορίων στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διενεργούνται οι επιτόπιοι έλεγχοι παραμένει εν μέρει κρίσιμο από μια διαφορετική σκοπιά, στον βαθμό που το δίκαιο της Ένωσης θέτει όρια στην αυτονομία των κρατών μελών όσον αφορά την πρόβλεψη των προϋποθέσεων εισόδου σε ιδιωτικές εκτάσεις. Ενόψει του προβληματισμού που δημιουργεί η τελευταία αυτή διάσταση, θα προβώ, στο τελευταίο αυτό τμήμα των παρουσών προτάσεων, σε μια πολύ συνοπτική επισκόπηση των εν λόγω ορίων.
84.
Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται μόνον στο θεμελιώδες δικαίωμα του απαραβίαστου της κατοικίας (άρθρο 7 του Χάρτη). Πάντως, στην υπό κρίση υπόθεση, ενδέχεται να είναι κρίσιμο επίσης ένα άλλο δικαίωμα: το δικαίωμα ιδιοκτησίας (άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη).
85.
Κατά το άρθρο 51, παράγραφος 1, οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται στα κράτη μέλη μόνον όταν αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Στην προκειμένη περίπτωση, ουδόλως αμφισβητείται ότι, όταν τα κράτη μέλη προβαίνουν στους ελέγχους που ρητώς προβλέπονται από τον κανονισμό 555/2008, ενεργούν εντός του πεδίου εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Κατά συνέπεια, στην υπό κρίση υπόθεση έχουν εφαρμογή τα θεμελιώδη δικαιώματα της Ένωσης, ιδίως δε ο Χάρτης και οι γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης.
86.
Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, όπως υποστήριξε η Γαλλική Κυβέρνηση, από τυπικής απόψεως ο Χάρτης δεν έχει εφαρμογή rationae temporis στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης. Σε μεγάλο βαθμό, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα ιδιοκτησίας και το απαραβίαστο της κατοικίας, ο Χάρτης αποτελεί απλώς την κωδικοποίηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που έχουν ήδη αναγνωριστεί ως γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης ( 22 ). Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση ο Χάρτης μπορεί να παράσχει καθοδήγηση καθόσον μπορεί να γίνει επίκλησή του για ερμηνευτικούς σκοπούς παρά το γεγονός ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν είχε ακόμη τεθεί σε ισχύ ( 23 ).
87.
Στο ίδιο πνεύμα, είναι επίσης αδιάφορο το γεγονός ότι, με τη διάταξη περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο δεν παραπέμπει στον Χάρτη αλλά στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: Σύμβαση). Σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, στον βαθμό που ο Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στη Σύμβαση, η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση –παρά το γεγονός ότι το δίκαιο της Ένωσης μπορεί να παρέχει ευρύτερη προστασία. Αφής στιγμής το απαραβίαστο της κατοικίας και το δικαίωμα ιδιοκτησίας προστατεύονται τόσο από το δίκαιο της Ένωσης όσο και από τη Σύμβαση, η Σύμβαση και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) είναι, προφανώς, κρίσιμες για τους σκοπούς της υπό κρίση υποθέσεως ( 24 ).
88.
Όσον αφορά το δικαίωμα ιδιοκτησίας, από τα τρία είδη πιθανής επεμβάσεως στο εν λόγω δικαίωμα, θα μπορούσε, δυνητικώς, να τεθεί ζήτημα όσον αφορά την ειρηνική απόλαυση της ιδιοκτησίας ( 25 ). Ασφαλώς, οι σχετικές εκτιμήσεις εναπόκεινται στην κρίση του εθνικού δικαστή, πλην όμως η καταπάτηση που πραγματοποιείται μέσω της εισόδου σε μη περιφραγμένη έκταση προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι οικείοι έλεγχοι χωρίς την άδεια που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία προς τούτο αλλά και χωρίς την επέλευση οποιασδήποτε ζημίας στην επίμαχη ιδιοκτησία δεν είναι πιθανό να θεωρηθεί ότι συνιστά προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αυτού του είδους η επέμβαση είναι μάλλον δικαιολογημένη καθόσον δεν φαίνεται να υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την αποτελεσματική διενέργεια των ελέγχων. Έτσι, ο συγκεκριμένος τρόπος διενέργειας των ελέγχων μολονότι ενδέχεται να είναι παράνομος, εντούτοις, δεν συνιστά προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος στην ιδιοκτησία.
89.
Αντιθέτως –και όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα– αν η επίμαχη έκταση είναι περιφραγμένη, η είσοδος σε αυτήν χωρίς την άδεια του αμπελουργού συνιστά πιο σοβαρή επέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας δεδομένου ότι, ουσιαστικά, συνεπάγεται την είσοδο διά της βίας. Και σε αυτή την περίπτωση εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά εκάστης υποθέσεως, αλλά, γενικώς, η συγκεκριμένη επέμβαση δεν είναι πιθανό να δικαιολογηθεί.
90.
Όσον αφορά το απαραβίαστο της κατοικίας, είναι αληθές ότι με την πάροδο των ετών το ΕΔΔΑ έχει σταδιακά διευρύνει την έννοια του όρου «κατοικία» ώστε σε αυτόν να περιλαμβάνονται ορισμένοι επαγγελματικοί χώροι, όπως τα επαγγελματικά γραφεία ή τα υποκαταστήματα ( 26 ). Πάντως, απ’ ό,τι φαίνεται, προσφάτως, η εξέλιξη αυτή εξάντλησε τα φυσικά της όρια με τις αποφάσεις Leveau και Fillon ( 27 ) και Khamidov ( 28 ).
91.
Η απόφαση Leveau και Fillon αφορά την είσοδο υπαλλήλου σε χοιροτροφείο προκειμένου να εξακριβώσει τη συμμόρφωση των αγροτών προς τους εφαρμοστέους σε αυτού του είδους τις εγκαταστάσεις κανόνες. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι χοιροτροφικές εγκαταστάσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καλύπτονται από την έννοια του όρου «κατοικία». Το ΕΔΔΑ τόνισε περαιτέρω ότι η έννοια της κατοικίας δεν πρέπει ούτε να υποβαθμίζεται ούτε να αντιβαίνει ευθέως στην κοινή λογική ( 29 ). Στην υπόθεση Khamidov, το ΕΔΔΑ αρνήθηκε επίσης να δεχθεί ότι βιομηχανικές εγκαταστάσεις όπως οι μύλοι, τα αρτοποιεία και οι αποθηκευτικοί χώροι εμπίπτουν στην έννοια της κατοικίας για τους σκοπούς του άρθρου 8 της Συμβάσεως.
92.
Το Δικαστήριο, ακολουθώντας το παράδειγμα του ΕΔΔΑ, έχει επίσης δεχθεί στο πλαίσιο των αιφνιδιαστικών ελέγχων ότι η προστασία της κατοικίας μπορεί να επεκταθεί σε επαγγελματικούς χώρους ( 30 ). Το Δικαστήριο έχει επίσης αναγνωρίσει ρητώς «το θεμελιώδες δικαίωμα του απαραβίαστου της κατοικίας» ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης «η οποία εκφράζεται σήμερα με το άρθρο 7 του Χάρτη, που αντιστοιχεί στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ» ( 31 ).
93.
Ως εκ τούτου, από τη νομολογία όπως αυτή έχει τώρα, συνάγεται ότι, πέραν των καταφανώς ιδιωτικών καταλυμάτων οποιασδήποτε φύσεως, υπάρχει μια δεύτερη κατηγορία «κατοικιών», στην οποία περιλαμβάνονται ορισμένοι επαγγελματικοί χώροι. Πάντως, η δεύτερη αυτή κατηγορία περιορίζεται σε χώρους στους οποίους η ιδιωτική και η επαγγελματική ζωή των ενδιαφερομένων προσώπων είναι σε τέτοιον βαθμό αλληλένδετες ώστε να είναι ανέφικτη πλέον η δυνατότητα της ουσιαστικής μεταξύ τους διακρίσεως. Με απλά λόγια, μέχρι και σήμερα η προστασία αυτή εκτεινόταν στα εργασιακά περιβάλλοντα στελεχών και υπαλλήλων –δηλαδή, ατόμων τα οποία, ουσιαστικά, ζουν στα γραφεία τους, όπου και εκτυλίσσεται σημαντικό μέρος της προσωπικής τους ζωής.
94.
Αντιθέτως, οι τόποι παραγωγής, είτε βιομηχανικής είτε αγροτικής, όπου δεν απαντά αυτού του είδους η σύνδεση μεταξύ του επαγγέλματος και της προσωπικής ζωής, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως «κατοικίες». Επ’ ουδενί επιθυμώ να μειώσω τη στενή, σχεδόν προσωπική σχέση που ενδέχεται να έχει αναπτύξει ένας αμπελουργός με τον αμπελώνα του. Παρά ταύτα, η προεκτεθείσα λογική η οποία έχει οδηγήσει σε μια περιορισμένη διεύρυνση της έννοιας της κατοικίας ώστε σε αυτή να περιλαμβάνονται ορισμένοι επαγγελματικοί χώροι απλώς δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε ανοιχτούς τόπους παραγωγής, όπως οι αμπελώνες. Επιπλέον, λαμβανομένων υπόψη τόσο της λογικής όσο και του σκοπού της έννοιας του όρου «κατοικία» στο πλαίσιο της προστασίας της δυνάμει του άρθρου 7 του Χάρτη, φρονώ ότι ουδείς λόγος συντρέχει για την περαιτέρω διεύρυνση της εν λόγω έννοιας.
95.
Για τους λόγους αυτούς, εκτιμώ ότι ένας μη περιφραγμένος αμπελώνας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια της «κατοικίας», εκτός, βεβαίως, αν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν άλλα πραγματικά στοιχεία τα οποία δικαιολογούν την εξαγωγή διαφορετικού συμπεράσματος, όπως για παράδειγμα αν ο επίμαχος αμπελώνας γειτνιάζει άμεσα με την ιδιωτική κατοικία ή την επαγγελματική έδρα του ενδιαφερομένου προσώπου ( 32 ).
V. Πρόταση
96.
Βάσει των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα ερωτήματα του Conseil d’État (Συμβουλίου της Επικρατείας, Γαλλία) την εξής απάντηση:
Τα άρθρα 76, 78 και 81 του κανονισμού (ΕΚ) 555/2008 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2008, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 479/2008 του Συμβουλίου, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς όσον αφορά τα προγράμματα στηρίξεως, τις συναλλαγές με τρίτες χώρες, το δυναμικό παραγωγής και τους ελέγχους στον αμπελοοινικό τομέα, δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι επιτρέπουν στους αρμόδιους για τη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων υπαλλήλους να εισέρχονται σε γεωργικές εκτάσεις, είτε περιφραγμένες είτε όχι, χωρίς άδεια του αμπελουργού, εφόσον η άδεια αυτή απαιτείται από την εθνική νομοθεσία για την είσοδο σε εκτάσεις αυτού του είδους. Στο εθνικό δίκαιο εναπόκειται να προβλέψει πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η είσοδος για τους σκοπούς των επιτόπιων ελέγχων και να καθορίσει πώς οι έλεγχοι αυτοί πρέπει να διενεργούνται εντός των ορίων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα με σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2008, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 479/2008 του Συμβουλίου, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς όσον αφορά τα προγράμματα στηρίξεως, τις συναλλαγές με τρίτες χώρες, το δυναμικό παραγωγής και τους ελέγχους στον αμπελοοινικό τομέα (ΕΕ 2008, L 170, σ. 1).
( 3 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2008, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) 1493/1999, (ΕΚ) 1782/2003, (ΕΚ) 1290/2005, (ΕΚ) 3/2008 και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 2392/86 και (ΕΚ) 1493/1999 (ΕΕ 2008, L 148, σ. 1).
( 4 ) Για παράδειγμα στα γαλλικά «de manière inopinée», στα ιταλικά «senza preavviso», στα γερμανικά «unangekündigt», στα ισπανικά «sin previo aviso» και στα τσεχικά «bez ohlášení».
( 5 ) Βλ., στο πλαίσιο άλλου κανονισμού σχετικά με τα καθεστώτα ενισχύσεων των γεωργών, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Omejc (C‑536/09, EU:C:2011:398, σκέψη 32).
( 6 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).
( 7 ) Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, Hoechst κατά Επιτροπής (46/87 και 227/88, EU:C:1989:337, σκέψη 31).
( 8 ) Ασφαλώς, αν η συγκεκριμένη έκταση δεν είναι περιφραγμένη. Πάντως, το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά περιφραγμένες εκτάσεις. Επιπλέον, ορισμένες άλλες περιπτώσεις είναι νοητές, όπως η υποθετική κατάσταση μιας εκτάσεως (περιφραγμένης ή μη) στην οποία βρίσκεται επίσης ένα κατάλυμα και, συνεπώς, η κατοικία του αμπελουργού. Οι περιπτώσεις αυτές είναι πολύ πιο κοντά στον κανονισμό 1/2003.
( 9 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 10 ) Λαμβανομένων υπόψη των αρκετά αυστηρών κυρώσεων που προβλέπονται από τον κανονισμό –βλ. σημείο 71 των παρουσών προτάσεων.
( 11 ) Αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, Hoechst κατά Επιτροπής (46/87 και 227/88, EU:C:1989:337, σκέψη 19), και της 22ας Οκτωβρίου 2002, Roquette Frères (C‑94/00, EU:C:2002:603, σκέψη 27).
( 12 ) Ως παράδειγμα πλήρους αντιθέσεως σε επίπεδο προσεγγίσεως μπορεί να αναφερθεί η απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010, Volker und Markus Schecke και Eifert (C‑92/09 και C‑93/09, EU:C:2010:662). Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο επέδειξε πλήρη αδιαφορία για επιχειρήματα κατά τα οποία, αφής στιγμής δαπανώνται πόροι της Ένωσης, πρέπει να υπάρχουν μέγιστη δυνατή διαφάνεια και δυνατότητα προσβάσεως σε πληροφορίες σχετικά με τους δικαιούχους των ενισχύσεων των γεωργικών ταμείων της Ένωσης, πράγμα το οποίο θα δικαιολογούσε την παροχή ακόμη περισσότερων πληροφοριών σε σχέση με αυτές που προέβλεπε ο εκεί επίμαχος εκτελεστικός κανονισμός της Επιτροπής.
( 13 ) Βλ. άρθρο 81, παράγραφος 4, του κανονισμού 555/2008.
( 14 ) Το άρθρο 78, παράγραφος 1, του κανονισμού 555/2008 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 31, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2016/1150 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 2016, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά τα εθνικά προγράμματα στήριξης του αμπελοοινικού τομέα (ΕΕ 2016, L 190, σ. 23). Η πλέον πρόσφατη αυτή διάταξη δείχνει μια αξιοσημείωτη μεταστροφή του πνεύματος δεδομένου ότι κανόνας πλέον δεν είναι το απροειδοποίητο των επιτόπιων ελέγχων καθόσον απαλείφθηκε η πρώτη περίοδος της προηγούμενης διατάξεως. Εξάλλου, πλέον, εντός περιόδου 14 ημερών μπορεί να παρέχεται προειδοποίηση.
( 15 ) Βλ. σημεία 40 έως 42 των παρουσών προτάσεων.
( 16 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής αναπτύξεως από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών (ΕΕ 1999, L 160, σ. 80)· κανονισμός (ΕΚ) 796/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμορφώσεως, της διαφοροποιήσεως και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου (ΕΕ 2004, L 141, σ. 18) και στον κανονισμό (ΕΚ) 73/2009 του Συμβουλίου, καθώς και για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμορφώσεως που προβλέπεται στον κανονισμό 479/2008 του Συμβουλίου.
( 17 ) Βλ. αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2011, Omejc (C‑536/09, EU:C:2011:398, σκέψη 27), και της 24ης Μαΐου 2012, Hehenberger (C‑188/11, EU:C:2012:312, σκέψεις 33 και 34).
( 18 ) Απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Omejc (C‑536/09, EU:C:2011:398, σκέψη 30).
( 19 ) Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 2015, Pfeifer & Langen (C‑52/14, EU:C:2015:381, σκέψη 32)· της 16ης Ιουλίου 2015, Chmielewski (C‑255/14, EU:C:2015:475, σκέψη 25), και της 11ης Νοεμβρίου 2015, Klausner Holz Niedersachsen (C‑505/14, EU:C:2015:742, σκέψη 45).
( 20 ) Βλ. επίσης, σε αυτό το πνεύμα, πρόσφατη απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, M.A.S. και M.B. (C‑42/17, EU:C:2017:936, σκέψεις 51 έως 58).
( 21 ) Αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 2013, Sabou (C‑276/12, EU:C:2013:678, σκέψη 38)· της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 84), και της 9ης Νοεμβρίου 2017, Ispas (C‑298/16, EU:C:2017:843, σκέψη 26).
( 22 ) Όσον αφορά το δικαίωμα ιδιοκτησίας, βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1974, Nold κατά Επιτροπής (4/73, EU:C:1974:51, σκέψεις 12 έως 14), και της 5ης Οκτωβρίου 1994, Γερμανία κατά Συμβουλίου (C‑280/93, EU:C:1994:367, σκέψη 78)· για το απαραβίαστο της ιδιωτικής κατοικίας, βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, Hoechst κατά Επιτροπής (46/87 και 227/88, EU:C:1989:337, σκέψη 17).
( 23 ) Βλ., για παράδειγμα, όσον αφορά τον Χάρτη ακόμη και πριν από την έναρξη ισχύος του, αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2007, Laval un Partneri (C‑341/05, EU:C:2007:809, σκέψη 91)· της 14ης Φεβρουαρίου 2008, Varec (C‑450/06, EU:C:2008:91, σκέψη 48), και της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑402/05 P και C‑415/05 P, EU:C:2008:461, σκέψη 335).
( 24 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 2015, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑583/13 P, EU:C:2015:404, σκέψη 20), και 13ης Ιουνίου 2017, Florescu κ.λπ. (C‑258/14, EU:C:2017:448, σκέψη 49).
( 25 ) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1979, Hauer (44/79, EU:C:1979:290, σκέψη 19). Για περαιτέρω περιπτώσεις επεμβάσεως στο δικαίωμα ιδιοκτησίας, βλ., για παράδειγμα, όσον αφορά την περίπτωση οικονομικής ζημίας, αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 29ης Νοεμβρίου 1991, Pine Valley Developments Ltd κ.λπ. κατά Ιρλανδίας (CE:ECHR:1991:1129JUD001274287), και της 23ης Ιανουαρίου 2003, Kienast κατά Αυστρίας (CE:ECHR:2003:0123JUD002337994). Βλ., σε άλλες περιπτώσεις σχετικές με τους γαλλικούς κανόνες βάσει των οποίων επιτρέπεται η είσοδος σε ιδιωτικές εκτάσεις με σκοπό το κυνήγι, απόφαση του ΕΔΔΑ της 29ης Απριλίου 1999, Chassagnou κ.λπ. κατά Γαλλίας (CE:ECHR:1999:0429JUD002508894).
( 26 ) Αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 16ης Δεκεμβρίου 1992, Niemietz κατά Γερμανίας (CE:ECHR:1992:1216JUD001371088), σχετικά με τη διενέργεια έρευνας σε δικηγορικό γραφείο, και της 16ης Απριλίου 2002, Société Colas Est κ.λπ. κατά Γαλλίας (CE:ECHR:2002:0416JUD003797197), σχετικά με ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν χωρίς δικαστική άδεια σε κεντρικά γραφεία και υποκαταστήματα εταιριών.
( 27 ) Απόφαση του ΕΔΔΑ της 6ης Σεπτεμβρίου 2005, Leveau και Fillon κατά Γαλλίας (CE:ECHR:2005:0906DEC006351200).
( 28 ) Απόφαση του ΕΔΔΑ της 15ης Νοεμβρίου 2007, Khamidov κατά Ρωσίας (CE:ECHR:2007:1115JUD007211801).
( 29 ) Απόφαση του ΕΔΔΑ της 6ης Σεπτεμβρίου 2005, Leveau και Fillon κατά Γαλλίας (CE:ECHR:2005:0906DEC006351200).
( 30 ) Απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2002, Roquette Frères (C‑94/00, EU:C:2002:603, σκέψη 29).
( 31 ) Απόφαση της 18ης Ιουνίου 2015, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑583/13 P, EU:C:2015:404, σκέψη 19).
( 32 ) Βλ., κατ’ αναλογία, για παράδειγμα, απόφαση του ΕΔΔΑ της 7ης Ιουνίου 2007, Guţu κατά Μολδαβίας (CE:ECHR:2007:0607JUD002028902, § 65), όπου κρίθηκε ότι η χωρίς άδεια είσοδος αστυνομικών στις εγκαταστάσεις της προσφεύγουσας –στον μπροστινό κήπο της– συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της κατοικίας.