ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 21ης Ιουνίου 2018 ( 1 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑61/17, C‑62/17 και C‑72/17
Miriam Bichat (C‑61/17)
Daniela Chlubna (C‑62/17)
Isabelle Walkner (C‑72/17)
κατά
Aviation Passage Service Berlin GmbH & Co. KG
[αίτηση του Landesarbeitsgericht Berlin (δευτεροβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών Βερολίνου, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Ομαδικές απολύσεις – Οδηγία 98/59/ΕΚ – Άρθρο 2, παράγραφος 4 – Έννοια της επιχειρήσεως που ελέγχει τον εργοδότη – Διαδικασία διαβουλεύσεως με τους εργαζομένους – Βάρος αποδείξεως»
1.
Με την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 98/59/ΕΚ για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις ( 2 ), ειδικότερα δε ως προς το ζήτημα αν ο όρος «επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας πρέπει να νοείται αποκλειστικά με βάση μια νομική (de jure) σχέση ή αρκεί να υφίσταται μια εν τοις πράγμασι (de facto) σχέση.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο Χάρτης
2.
Το άρθρο 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 3 ) ορίζει τα εξής:
«Η επιχειρηματική ελευθερία αναγνωρίζεται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές.»
Οδηγία 98/59
3.
Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 11 της οδηγίας 98/59:
«(2)
[Εκτιμώντας] ότι επιβάλλεται η ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης ισόρροπης οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως εντός της [Ευρωπαϊκής Ένωσης]·
[…]
(11)
[Εκτιμώντας] ότι πρέπει να εξασφαλιστεί ότι οι υποχρεώσεις των εργοδοτών όσον αφορά την ενημέρωση, τη διαβούλευση και την κοινοποίηση, εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το αν η απόφαση για τις ομαδικές απολύσεις λαμβάνεται από τον εργοδότη ή από επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη».
4.
Το άρθρο 2 της οδηγίας αποτελεί το μοναδικό άρθρο που περιλαμβάνεται στο Τμήμα II με τίτλο «Ενημέρωση και διαβούλευση». Καθόσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ορίζει τα εξής:
«1. Όταν ο εργοδότης προτίθεται να προβεί σε ομαδικές απολύσεις, υποχρεούται να πραγματοποιεί, εγκαίρως, διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας.
2. Οι διαβουλεύσεις αφορούν τουλάχιστον τις δυνατότητες αποφυγής ή μείωσης των ομαδικών απολύσεων, καθώς και τις δυνατότητες άμβλυνσης των συνεπειών, διά της προσφυγής σε συνοδευτικά κοινωνικά μέτρα με σκοπό τη βοήθεια για την επαναπασχόληση ή τον αναπροσανατολισμό των απολυομένων εργαζομένων.
[…]
3. Για να μπορέσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να διατυπώσουν εποικοδομητικές προτάσεις, ο εργοδότης οφείλει, εγκαίρως, κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων:
α)
να τους παρέχει όλες τις χρήσιμες πληροφορίες και
β)
εν πάση περιπτώσει, να τους ανακοινώνει εγγράφως:
i)
τους λόγους του σχεδίου απολύσεων,
ii)
τον αριθμό και τις κατηγορίες των υπό απόλυση εργαζομένων,
iii)
τον αριθμό και τις κατηγορίες των συνήθως απασχολούμενων εργαζομένων,
iv)
την περίοδο κατά την οποία πρόκειται να γίνουν οι απολύσεις,
v)
τα προβλεπόμενα κριτήρια για την επιλογή των εργαζομένων που θα απολυθούν, εφόσον οι εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές αποδίδουν τη σχετική αρμοδιότητα στον εργοδότη,
vi)
την προβλεπόμενη μέθοδο υπολογισμού οιασδήποτε ενδεχόμενης αποζημίωσης απολύσεως, εκτός εκείνης που απορρέει από τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές.
[…]
4. Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το αν η απόφαση για τις ομαδικές απολύσεις λαμβάνεται από τον εργοδότη ή από επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη.
Όσον αφορά τις προβαλλόμενες παραβάσεις των υποχρεώσεων ενημέρωσης, διαβούλευσης και κοινοποίησης που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, δεν θα λαμβάνεται υπόψη, ως δικαιολογία, το επιχείρημα του εργοδότη ότι η επιχείρηση που έλαβε την απόφαση για τις ομαδικές απολύσεις δεν του παρέσχε τις αναγκαίες πληροφορίες.»
5.
Το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας ορίζει:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων ή/και οι εργαζόμενοι να έχουν τη δυνατότητα προσφυγής σε διοικητικές ή/και δικαστικές διαδικασίες προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι τηρούνται οι υποχρεώσεις που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία.»
Η εθνική νομοθεσία
6.
Το άρθρο 17 του Kündigungsschutzgesetz (εθνικού νόμου περί προστασίας από τις απολύσεις, στο εξής: KSchG) θεσπίστηκε με σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας 98/59 στο εθνικό δίκαιο. Καθόσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ορίζει τα εξής:
«[…]
2) όταν ο εργοδότης προτίθεται να προβεί σε ομαδικές απολύσεις, τις οποίες οφείλει να γνωστοποιήσει [στον Ομοσπονδιακό Οργανισμό Απασχόλησης] […], υποχρεούται να παρέχει εγκαίρως τις σχετικές πληροφορίες στους εκπροσώπους των εργαζομένων και να τους γνωστοποιεί γραπτώς ιδίως:
1.
τους λόγους του σχεδίου απολύσεων,
2.
τον αριθμό και τις κατηγορίες των υπό απόλυση εργαζομένων,
3.
τον αριθμό και τις κατηγορίες των συνήθως απασχολούμενων εργαζομένων,
4.
την περίοδο κατά την οποία πρόκειται να γίνουν οι απολύσεις,
5.
τα κριτήρια για την επιλογή των εργαζομένων που θα απολυθούν,
6.
την προβλεπόμενη μέθοδο υπολογισμού οιασδήποτε ενδεχόμενης αποζημίωσης απολύσεως.
Οι διαβουλεύσεις μεταξύ εργοδότη και εκπροσώπων των εργαζομένων αφορούν τουλάχιστον τις δυνατότητες αποφυγής ή μείωσης των ομαδικών απολύσεων, καθώς και τις δυνατότητες άμβλυνσης των συνεπειών.
[…]
3a) Οι υποχρεώσεις ενημερώσεως, διαβουλεύσεως και κοινοποιήσεως, που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 3 ισχύουν ανεξάρτητα από το αν η απόφαση για τις ομαδικές απολύσεις λαμβάνεται από τον εργοδότη ή από επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη. Ο εργοδότης δεν μπορεί να προβάλει ότι η επιχείρηση που έλαβε την απόφαση για τις ομαδικές απολύσεις δεν του παρέσχε τις αναγκαίες πληροφορίες.
[…]»
Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα
Υπόθεση C‑61/17
7.
Η Miriam Bichat, εκκαλούσα στην υπόθεση C‑61/17, εργαζόταν για την Aviation Passage Service Berlin GmbH & Co. KG (στο εξής: APSB), εφεσίβλητη της κύριας δίκης ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, και για τις δικαιοπαρόχους της εταιρίες στο αεροδρόμιο Tegel του Βερολίνου ( 4 ).
8.
Το ιδιοκτησιακό καθεστώς της APSB, τόσο από νομικής όσο και από πραγματικής απόψεως, είναι μάλλον ασαφές. Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι η εν λόγω οντότητα αποτελεί επιχείρηση που ελέγχεται, από νομικής απόψεως, από μια επιχείρηση με την επωνυμία GlobalGround Berlin GmbH & Co. KG (στο εξής: GGB). Εντούτοις, η σχέση αυτή δεν σημαίνει ότι η GGB και η APSB ανήκουν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων κατά το εθνικό δίκαιο. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι θεωρεί αποδεδειγμένο ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, η GGB δεν ήταν σε θέση να ελέγχει η ίδια τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της APSB.
9.
Στις 9 και 22 Σεπτεμβρίου 2014, η GGB ενημέρωσε την APSB ότι η τελευταία έπρεπε να μειώσει τις δραστηριότητές της στο αεροδρόμιο Tegel και ότι μέρος των δραστηριοτήτων της θα μεταβιβαζόταν σε επιχείρηση εκτός του ομίλου. Ως εκ τούτου, οι συμβάσεις της APSB για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων αυτών θα λύονταν. Η εν λόγω επιχείρηση δεν θα προσλάμβανε κανένα από τα μέλη του προσωπικού της APSB.
10.
Επίσης στις 22 Σεπτεμβρίου 2014, πραγματοποιήθηκε γενική συνέλευση της APSB, στην οποία η GGB, ως το μοναδικό μέλος με δικαίωμα ψήφου, αποφάνθηκε ότι οι δραστηριότητες της APSB, μεταξύ άλλων, στο αεροδρόμιο Tegel έπρεπε να παύσουν εντελώς από την 31η Μαρτίου 2015.
11.
Στις 2 Ιανουαρίου 2015, η APSB γνωστοποίησε στο συμβούλιο των εργαζομένων την πρόθεσή της να προβεί σε ομαδικές απολύσεις λόγω της καταγγελίας από την GGB, τον Σεπτέμβριο του 2014, των συμβάσεων που της είχε αναθέσει. Προσέθεσε ότι δεν είχε ενημερωθεί από την GGB για τους λόγους που οδήγησαν στην εν λόγω καταγγελία άλλα έπρεπε να υποθέσει ότι αυτή οφειλόταν στις συνεχιζόμενες υψηλές ζημίες που δεν κατέστη δυνατό να μειωθούν. Οι ζημίες αποδίδονταν στα αυξημένα μισθολογικά έξοδα και στις περιοριστικές συμφωνίες για τα ωράρια εργασίας.
12.
Στις 14 Ιανουαρίου 2015, οι εκπρόσωποι του προσωπικού απάντησαν εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά τους για τον λόγο ότι οι παρασχεθείσες πληροφορίες ήταν ιδιαίτερα ασαφείς και ζητώντας διευκρινίσεις.
13.
Στις 20 Ιανουαρίου 2015 η APSB έλαβε την επιχειρηματική απόφαση να παύσει τις δραστηριότητές της και στις 28 Ιανουαρίου 2015 κοινοποίησε τις ομαδικές απολύσεις που προέκυψαν από την απόφαση αυτή στο Agentur für Artbeit (Οργανισμό Απασχόλησης). Οι εν λόγω απολύσεις είχαν προγραμματισθεί να λάβουν χώρα το αργότερο μέχρι τις 31 Μαρτίου 2015.
14.
Επίσης στις 20 Ιανουαρίου 2015, η APSB πραγματοποίησε συνάντηση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων στην οποία αιτιολόγησε τις απολύσεις με τον ίδιο κατ’ ουσίαν τρόπο, όπως είχε πράξει στις 2 Ιανουαρίου του ίδιου έτους. Συγκεκριμένα, επισήμανε ότι δεν της παρασχέθηκαν οι ακριβείς λόγοι για την απόφαση της GGB να καταγγείλει τις συμβάσεις.
15.
Στις 27 Ιανουαρίου 2015, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων δήλωσαν ότι αντιτίθενται στις απολύσεις για τον λόγο ότι οι προβαλλόμενες ζημίες ήταν πλασματικές και ότι τα λογιστικά στοιχεία της GGB και της APSB είχαν παραποιηθεί.
16.
Ενώπιον του Arbeitsgericht Berlin (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εργατικών διαφορών Βερολίνου, Γερμανία) ασκήθηκε σειρά αγωγών κατά των ομαδικών απολύσεων οι οποίες έγιναν όλες δεκτές. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι κοινοποιήθηκαν νέες καταγγελίες συμβάσεων εργασίας και οι απολύσεις πραγματοποιήθηκαν τελικά στις 31 Ιανουαρίου 2016.
17.
Η εκκαλούσα άσκησε αγωγή ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι η απόλυσή της έγινε κατά παράβαση του άρθρου 17 του KSchG, δεδομένου ότι οι απολύσεις δεν αιτιολογήθηκαν επαρκώς. Με απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2016, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της M. Bichat και έκρινε έγκυρες τις απολύσεις. Η εκκαλούσα άσκησε έφεση ενώπιον του Landesarbeitsgericht Berlin (δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εργατικών διαφορών Βερολίνου, Γερμανία).
18.
Εκτιμώντας ότι η ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 98/59 που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις και, ειδικότερα, του όρου «επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη» είναι απαραίτητη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Νοείται ως ελέγχουσα επιχείρηση, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, της [οδηγίας 98/59], μόνον η επιχείρηση της οποίας η επιρροή εξασφαλίζεται μέσω μεριδίων συμμετοχής και δικαιωμάτων ψήφου ή αρκεί και η επιρροή που απορρέει από συμβατικό δεσμό ή υφίσταται εν τοις πράγμασι (de facto) (παραδείγματος χάριν μέσω της δυνατότητας φυσικών προσώπων να απευθύνουν οδηγίες);
2)
Σε περίπτωση που στο πρώτο ερώτημα δοθεί η απάντηση ότι δεν είναι αναγκαίο η επιρροή να εξασφαλίζεται μέσω μεριδίων συμμετοχής και δικαιωμάτων ψήφου:
Υφίσταται “απόφαση για ομαδικές απολύσεις”, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της [οδηγίας 98/59], και στην περίπτωση κατά την οποία η ελέγχουσα επιχείρηση επιβάλλει στον εργοδότη τέτοιους όρους ώστε η εκ μέρους του πραγματοποίηση ομαδικών απολύσεων να καθίσταται οικονομικά αναπόφευκτη;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα:
Απαιτεί το άρθρο 2, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της [οδηγίας 98/59], σε συνδυασμό με την παράγραφο 3, στοιχεία αʹ και βʹ, σημείο i, καθώς και την παράγραφο 1 αυτού να ενημερώνονται οι εκπρόσωποι των εργαζομένων και για τους οικονομικούς ή άλλους λόγους για τους οποίους η ελέγχουσα επιχείρηση έλαβε τις συγκεκριμένες αποφάσεις συνεπεία των οποίων ο εργοδότης προτίθεται να προβεί σε ομαδικές απολύσεις;
4)
Επιτρέπει το άρθρο 2, παράγραφος 4, της [οδηγίας 98/59], σε συνδυασμό με την παράγραφο 3, στοιχεία αʹ και βʹ, σημείο i, καθώς και την παράγραφο 1 αυτού να επιβληθεί σε εργαζομένους οι οποίοι ζητούν από δικαστήριο να ακυρώσει την απόλυσή τους που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο ομαδικών απολύσεων, επικαλούμενοι μη ορθή εφαρμογή της διαδικασίας διαβουλεύσεως με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως στοιχείων πέραν όσων αφορούν την ύπαρξη ελέγχου επί του εργοδότη;
5)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα:
Ποιες άλλες υποχρεώσεις επικλήσεως και αποδείξεως μπορούν να επιβληθούν στην περίπτωση αυτή στους εργαζομένους βάσει των προαναφερθεισών διατάξεων;»
Υποθέσεις C‑62/17 και C‑72/17
19.
Τα πραγματικά περιστατικά και τα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν, καθώς και τα υποβαλλόμενα προδικαστικά ερωτήματα, είναι, κατ’ ουσίαν, πανομοιότυπα με αυτά που ανακύπτουν στην υπόθεση C‑61/17.
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑61/17, C‑62/17 και C‑72/17
20.
Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 9ης Μαρτίου 2017, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑61/17, C‑62/17 και C‑72/17 προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
21.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Daniela Chlubna (εκκαλούσα στην υπόθεση C‑62/17) και η Isabelle Walkner (εκκαλούσα στην υπόθεση C‑72/17), η APSB, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 12ης Απριλίου 2018, οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου.
Εκτίμηση
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
Το ιστορικό των υποθέσεων
22.
Οι λεπτομέρειες σχετικά με τα ακριβή πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων είναι μάλλον ασαφείς. Επιχειρώντας μια περαιτέρω αποσαφήνιση των περιστατικών, το Δικαστήριο ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να παράσχει διευκρινίσεις για ορισμένα θέματα που παρατίθενται στη διάταξη περί παραπομπής, αίτημα στο οποίο το αιτούν δικαστήριο ανταποκρίθηκε προσηκόντως. Στο σημείο 8 των παρουσών προτάσεων εξέθεσα τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο όσον αφορά την ιδιοκτησία και τον έλεγχο της APSB τα οποία φαίνονται αδιαμφισβήτητα.
23.
Ως προς ορισμένες πτυχές της κύριας δίκης, ωστόσο, προβλήθηκαν ισχυρισμοί για λογαριασμό των εκκαλουσών αφορώντες την ιδιοκτησία και τον έλεγχο της APSB. Το αιτούν δικαστήριο λαμβάνει προφανώς αρκετά σοβαρά υπόψη τις ανησυχίες αυτές ώστε να υποβάλει τα προδικαστικά ερωτήματα επί των οποίων καλείται να αποφανθεί το Δικαστήριο. Αυτό ισχύει ιδίως για τα ζητήματα της εν τοις πράγμασι (de facto) ιδιοκτησίας στα οποία αναφέρεται το πρώτο προδικαστικό ερώτημα. Εκθέτω συνοπτικά τους ισχυρισμούς αυτούς στα σημεία 24 έως 28 κατωτέρω. Οφείλω να τονίσω, ωστόσο, ότι τα εκτιθέμενα στα σημεία αυτά δεν αποτελούν αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά ( 5 ).
24.
Οι εκκαλούσες υποστηρίζουν ότι η GGB, που έχει ή είχε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης τον νομικό έλεγχο της APSB, εξαγοράστηκε από όμιλο εταιριών υπό τη γενική επωνυμία «WISAG» το 2008 ( 6 ). Οι δραστηριότητες του ομίλου αυτού περιλαμβάνουν την παροχή αερολιμενικών υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων οι υπηρεσίες εδάφους του είδους που αναλαμβάνει η APSB.
25.
Η APSB ασκούσε αποκλειστικά εμπορικές δραστηριότητες, κυρίως σε σχέση με την εξυπηρέτηση επιβατών· με άλλα λόγια δεν δραστηριοποιούνταν σε διοικητικό επίπεδο ή στην αγορά. Ο τομέας αυτός είχε ανατεθεί στην GGB.
26.
Το 2013, το σύνολο των δραστηριοτήτων της GGB ή περίπου το ένα τρίτο αυτών μεταβιβάστηκε στη WISAG Contracting GMBH & Co. KG· οι διάδικοι διαφωνούν ως προς την ακριβή έκταση της μεταβιβάσεως. Σε κάθε περίπτωση, το αργότερο μέχρι το τέλος του έτους εκείνου η GGB είχε παύσει να απασχολεί προσωπικό. Παράλληλα, η επιχείρηση αντιμετώπιζε σημαντικές οικονομικές δυσκολίες που κορυφώθηκαν με ένα έλλειμμα ύψους 7,9 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2014. Υπό κανονικές συνθήκες, η εν τοις πράγμασι αφερεγγυότητα της GGB θα είχε ως συνέπεια την παύση των δραστηριοτήτων της· αντ’ αυτού, όμως, χρηματοδοτήθηκε με ρευστότητα που της παρασχέθηκε κεντρικά από τον όμιλο WISAG.
27.
Κατά τον χρόνο των απολύσεων των εκκαλουσών από την APSB, η εν λόγω επιχείρηση ανήκε, από πραγματικής αν και όχι από νομικής απόψεως, στον όμιλο WISAG.
28.
Οι εκκαλούσες ισχυρίζονται επίσης ότι ορισμένες από τις συμβάσεις που εκτελούσε η APSB μέχρι την παύση των εμπορικών της δραστηριοτήτων μεταφέρθηκαν σε άλλες εταιρίες εντός του ομίλου WISAG.
29.
Τα ανωτέρω αποτελούν απλή περίληψη των ισχυρισμών των εκκαλουσών ως προς τα πρόσθετα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων των κύριων δικών. Περιορίστηκα στην επισήμανση των κυριότερων σημείων. Αυτό που υπονοείται στους ισχυρισμούς είναι ότι η απόφαση ή οι αποφάσεις για την καταγγελία των συμβάσεων της APSB, και, ως εκ τούτου, οι απολύσεις των εργαζομένων της όπως των εκκαλουσών, ελήφθησαν από μια επιχείρηση που βρίσκεται σε ανώτερο επίπεδο στην ιεραρχία του ομίλου εταιριών της WISAG. Κατά συνέπεια, μόνον αυτή η επιχείρηση γνώριζε τους λόγους για τη λήψη της επίμαχης αποφάσεως (αποφάσεων) οι οποίοι, σύμφωνα το άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 98/59, όπως το ερμηνεύουν οι εκκαλούσες, έπρεπε να παρασχεθούν στην APSB και να γνωστοποιηθούν περαιτέρω από την εν λόγω επιχείρηση στο εργατικό δυναμικό της, σε συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις διαβουλεύσεως που τάσσει η οδηγία.
Επί του παραδεκτού
30.
Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου είναι απαράδεκτο. Επικαλείται δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, τον έλεγχο κατά την έννοια της οδηγίας 98/59 έχει η GGB, δεδομένου ότι αυτή η επιχείρηση αποτελεί τον μοναδικό εταίρο της APSB που διαθέτει την απαιτούμενη επιρροή και δικαιώματα ψήφου σε αυτήν. Το ερώτημα είναι, συνεπώς, περιττό και υποθετικό. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως δεν παρουσιάζονται με επαρκή σαφήνεια ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφανθεί. Ειδικότερα, δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι η WISAG έχει λάβει οποιαδήποτε απόφαση που ενδέχεται να επηρέασε άμεσα ή έμμεσα τις υποθέσεις της APSB.
31.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που υποβάλλει το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και νομικού πλαισίου που αυτό προσδιόρισε με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να αποφανθεί επί αιτήσεως που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ζητηθείσα ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί» ( 7 ).
32.
Υπό το πρίσμα της νομολογίας αυτής, φρονώ ότι οι παρατηρήσεις που υπέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση δεν ευσταθούν. Είναι αληθές ότι η περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που περιλαμβάνεται στη διάταξη περί παραπομπής δεν είναι απολύτως σαφής, ακόμη και μετά την συμπλήρωσή της από την απάντηση του αιτούντος δικαστηρίου στο αίτημα του Δικαστηρίου για παροχή διευκρινίσεων. Αλλά αυτό δεν εμπόδισε τη Γερμανική Κυβέρνηση ή την Επιτροπή να υποβάλουν λεπτομερείς παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, ενώ δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι πληροφορίες είναι τόσο ελλιπείς ώστε να μην μπορεί να δοθεί μια χρήσιμη απάντηση. Όσον αφορά το ζήτημα αν το δικαίωμα ιδιοκτησίας και τα δικαιώματα ψήφου της GGB στην APSB αρκούσαν ώστε να ισοδυναμούν με «έλεγχο» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας, το ζήτημα αυτό βρίσκεται στο επίκεντρο του προδικαστικού ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου και δεν υπάρχουν λόγοι βάσει των οποίων να μπορεί να θεωρηθεί ως υποθετικής φύσεως. Θα μπορούσε να γίνει δεκτό το αντίθετο, αν η GGB έδινε εγκαίρως τις ενδεδειγμένες πληροφορίες στην APSB, ώστε να επιτρέψει τη διεξαγωγή διαβουλεύσεων αλλά προφανώς αυτό δεν συνέβη ( 8 ). Πράγματι, εάν το είχε πράξει, είναι πιθανό ότι δεν θα υπήρχε θέμα εφαρμογής της οδηγίας 98/59. Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί της Γερμανικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθούν.
33.
Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει επιπλέον ότι το τέταρτο ερώτημα είναι υποθετικής φύσεως και επομένως παρέλκει η απάντησή του. Το γερμανικό δίκαιο δεν λειτουργεί κατά τον τρόπο που εκθέτει το αιτούν δικαστήριο και συνεπώς στην υπό κρίση υπόθεση δεν ανακύπτουν ζητήματα σχετικά με την κατανομή του βάρους αποδείξεως.
34.
Όπως επισήμανα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Online Games κ.λπ. ( 9 ), το Δικαστήριο δεν μπορεί να προκρίνει την ερμηνεία του εθνικού δικαίου που παρέχει η κυβέρνηση κράτους μέλους έναντι της ερμηνείας του αιτούντος δικαστηρίου, ώστε στη συνέχεια να κρίνει το προδικαστικό ερώτημα απαράδεκτο. Ωστόσο, κατά τα φαινόμενα, αυτό ακριβώς καλείται να πράξει το Δικαστήριο εν προκειμένω. Σε περίπτωση που δικαστήριο κράτους μέλους έχει αμφιβολίες ως προς την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης σε μια κατάσταση που ειδάλλως θα διέπεται από τους εθνικούς κανόνες, πρέπει να τεκμαίρεται ότι οι αμφιβολίες αυτές είναι κρίσιμες για όλους τους λόγους που εκτίθενται στην προαναφερθείσα νομολογία ( 10 ). Επομένως, οι ισχυρισμοί της Γερμανικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθούν.
Οδηγία 98/59: μια επισκόπηση
35.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «προκειμένου να ερμηνευθεί διάταξη του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος» ( 11 ). Η παρατήρηση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική εν προκειμένω.
36.
Πριν εξετάσω λεπτομερώς τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, θα ξεκινήσω, συνεπώς, με την ανάλυση της οδηγίας 98/59 υπό αυτό το πρίσμα.
37.
Η ουσία της οδηγίας αποτυπώνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1. Η εν λόγω διάταξη υποχρεώνει τον εργοδότη που προτίθεται να προβεί σε ομαδικές απολύσεις να πραγματοποιεί διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων εγκαίρως, με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, οι διαβουλεύσεις αυτές αφορούν (i) τις δυνατότητες αποφυγής των απολύσεων στο μέτρο του δυνατού ή, σε περίπτωση και στον βαθμό που αυτό δεν είναι δυνατό, της μειώσεως των ομαδικών απολύσεων καθώς και (ii) τις δυνατότητες αμβλύνσεως των συνεπειών των μέτρων που πρόκειται να ληφθούν. Πρακτικό ορισμό παρέχει το άρθρο 2, παράγραφος 3, κατά το οποίο «για να μπορέσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να διατυπώσουν εποικοδομητικές προτάσεις», οι εργοδότες οφείλουν να παρέχουν στους εκπροσώπους, εγκαίρως, κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων, όλες τις χρήσιμες πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένης της έγγραφης γνωστοποιήσεως των λόγων του σχεδίου απολύσεων.
38.
Οι εν λόγω διατάξεις θεσπίστηκαν για πρώτη φορά στο δίκαιο της Ένωσης με την οδηγία 75/129/ΕΟΚ ( 12 ). Για να συμπληρώσει αυτό που περιγράφηκε ως «κενό της προηγούμενης κανονιστικής ρυθμίσεως και να διευκρινίσει τις υποχρεώσεις των εργοδοτών που αποτελούν μέρος ενός ομίλου επιχειρήσεων» ( 13 ), η οδηγία 92/56/ΕΟΚ ( 14 ) προσέθεσε το νυν άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 98/59. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 2 ισχύουν ανεξάρτητα από το αν η απόφαση για τις ομαδικές απολύσεις λαμβάνεται από τον εργοδότη ή «από επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη». H παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά ιδίως τη διάταξη αυτή.
39.
Η έννοια «επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη» μπορεί εκ πρώτης όψεως να παραπέμπει σε έννοιες του εταιρικού δικαίου και στην έννοια του «ομίλου εταιριών» εντός του πλαισίου του δικαίου αυτού. Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθούν ορισμένα σημεία. Πρώτον, η οδηγία δεν χρησιμοποιεί τον όρο «εταιρία» (company), αλλά, αντιθέτως, κάνει λόγο για «επιχείρηση» (undertaking). Η λέξη αυτή μπορεί να έχει σημαντικά ευρύτερο περιεχόμενο. Δεύτερον, δεν υπάρχει κοινός ορισμός σε επίπεδο ΕΕ για την έννοια του όρου «όμιλος εταιριών»: το ζήτημα αυτό διέπεται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο ( 15 ). Τρίτον, οι περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 98/59 είναι πολλές και ποικίλες. Τούτο πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο αυτού που το Δικαστήριο έχει περιγράψει ως «μια οικονομία που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ενός διαρκώς αυξανόμενου αριθμού ομίλων επιχειρήσεων» ( 16 ). Η πιο απλή περίπτωση περιλαμβάνει μια επιχείρηση που δραστηριοποιείται σε ένα μόνο κράτος μέλος και μόνο μία άλλη επιχείρηση που θα ήταν δυνατόν, επί οποιασδήποτε βάσεως, να θεωρηθεί ότι την «ελέγχει», η οποία επίσης έχει συσταθεί ή δραστηριοποιείται στο ίδιο κράτος μέλος. Ομοίως, ωστόσο, αυτή η ελέγχουσα επιχείρηση μπορεί να είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος ή ακόμη και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ενδέχεται να μην είναι πάντοτε δυνατό να προσδιοριστεί με ευκολία ποια επιχείρηση έχει τον «έλεγχο».
40.
Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η φύση των σχέσεων στο εσωτερικό του «ομίλου» μπορεί να ποικίλλει σημαντικά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο έλεγχος ασκείται αποκλειστικά από την κορυφή της ιεραρχίας, ενώ οι επιχειρήσεις που βρίσκονται σε κατώτερα κλιμάκια έχουν ελάχιστη, αν όχι καθόλου, διακριτική ευχέρεια. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να ισχύει το αντίθετο, ήτοι η οντότητα που βρίσκεται στην κορυφή ασκεί τη λειτουργία μιας «αμιγούς» εταιρίας χαρτοφυλακίου, αναθέτοντας τις αποφάσεις διαχειρίσεως στις εταιρίες των κατώτερων κλιμακίων. Τις εν λόγω αποφάσεις μπορεί να λαμβάνει κάποια ενδιάμεση επιχείρηση· δεν χρειάζεται να τις λαμβάνει η ίδια επιχείρηση που απασχολεί το εργατικό δυναμικό. Η σχέση μεταξύ της ελέγχουσας επιχειρήσεως και του εργοδότη ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι διαλογική και εποικοδομητική, οι δε σημαντικές αποφάσεις να λαμβάνονται μόνο κατόπιν εκτενών συζητήσεων και εξηγήσεως των προβαλλόμενων λόγων. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να αναμένεται ότι ο εργοδότης θα ενεργεί σύμφωνα με τις οδηγίες που του απευθύνει η ελέγχουσα επιχείρηση, χωρίς να του παρέχονται εξηγήσεις ούτε να λαμβάνει γνώση των λόγων για τους οποίους ενδεχομένως δίνονται οι εν λόγω οδηγίες. Ακόμη και εντός της δομής ενός εταιρικού ομίλου, η εταιρία που λαμβάνει την απόφαση να προβεί σε ομαδικές απολύσεις δεν χρειάζεται να είναι η εταιρία χαρτοφυλακίου αλλά ενδέχεται να είναι αποκλειστικά ο εργοδότης. Σε αυτό το πλαίσιο η τεχνική ερμηνεία της έννοιας του «ελέγχου» στερείται σημασίας. Συνοψίζοντας, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ένα και μόνον είδος νομικής (ή ακόμη και χρηματοοικονομικής) ελέγχουσας συμμετοχής που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι καλύπτει όλες τις πιθανές περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται το άρθρο 2, παράγραφος 4. Ο «έλεγχος» μπορεί να λαμβάνει πολλές μορφές και εμμέσως προκύπτει από τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου ότι η αποκλειστική επίκληση των νομικών (de jure) πτυχών αυτής της έννοιας μπορεί να οδηγήσει σε στρέβλωση ή ακόμη και σε κατάχρηση.
41.
Επιπροσθέτως, η οδηγία δεν ορίζει την έννοια της φράσεως «επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη». Η ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και της αρχής της ισότητας προϋποθέτουν ότι σε διάταξη του δικαίου της Ένωσης της οποίας το περιεχόμενο δεν έχει προσδιοριστεί και η οποία δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και της έκτασης εφαρμογής της πρέπει κανονικά να δίδεται σε όλη την Ένωση αυτοτελής και ομοιόμορφη ερμηνεία, λαμβανομένων υπόψη του πλαισίου της διατάξεως και του σκοπού της οικείας κανονιστικής ρυθμίσεως ( 17 ). Μολονότι το άρθρο 5 της οδηγίας 98/59 επιτρέπει στα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων, να θεσπίσουν εθνικές διατάξεις που είναι ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους, εντούτοις τα εν λόγω κράτη μέλη, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, δεσμεύονται από την αυτοτελή και ομοιόμορφη ερμηνεία των όρων του δικαίου της Ένωσης που χρησιμοποιούνται στην οδηγία ( 18 ).
Επί του πρώτου ερωτήματος: η φύση του συμφέροντος ελέγχου που απαιτείται κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 98/59
42.
Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν η σχέση μεταξύ του εργοδότη και της επιχειρήσεως που τον ελέγχει πρέπει, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας, να είναι νομική (de jure) ή αρκεί να υφίσταται εν τοις πράγμασι (de facto) σχέση.
43.
Η διαδικασία που προβλέπει η οδηγία αφορά τη διαβούλευση. Ουδόλως επιδιώκει να ρυθμίσει τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται ένας όμιλος επιχειρήσεων ούτε περιορίζει την ελευθερία ενός τέτοιου ομίλου να οργανώνει τις δραστηριότητές του με τον τρόπο που θεωρεί ότι εξυπηρετεί καλύτερα τις ανάγκες του ( 19 ). Ο σκοπός της διαβούλευσης συνίσταται, στο μέτρο του δυνατού, στην πλήρη αποτροπή των σχεδιαζόμενων ομαδικών απολύσεων. Όπου δεν μπορεί να επιτευχθεί αυτό –και πρέπει να υποτεθεί ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν θα επιτευχθεί– θα πρέπει να μειωθεί ο αριθμός τους ή να μετριαστούν οι συνέπειές τους, στο μέτρο του δυνατού υπό τις εκάστοτε περιστάσεις. Η υποχρέωση συμμετοχής βαρύνει πάντα τον εργοδότη· δεν βαρύνει την επιχείρηση που ασκεί έλεγχο παρότι είναι σαφές ότι η υποχρέωση διαβουλεύσεως μπορεί να ανακύψει σε περιπτώσεις στις οποίες η προοπτική των εν λόγω απολύσεων δεν αποτελεί άμεση επιλογή του εργοδότη. Προς τούτο, ο εργοδότης οφείλει να πραγματοποιεί τις διαβουλεύσεις «εγκαίρως […] με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας» και πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα στους εκπροσώπους των εργαζομένων να διατυπώσουν «εποικοδομητικές προτάσεις» ( 20 ).
44.
Η διαδικασία διαβουλεύσεως πρέπει, από κάθε άποψη, να είναι ουσιαστική. Δεν πρέπει να έχει απλώς συμβολικό χαρακτήρα. Πράγματι, η ουσία της έννοιας «διαβούλευση» είναι ότι αμφότερα τα μέρη μπορούν να επιτύχουν ένα εποικοδομητικό αποτέλεσμα μέσω συζητήσεων και διαπραγματεύσεων, που ενδεχομένως να μην είχε επιτευχθεί διαφορετικά. Ο εργοδότης, συνεπώς, πρέπει να διασφαλίσει ότι οι διαβουλεύσεις επιδιώκουν έναν ουσιαστικό στόχο. Ο εργοδότης οφείλει να αναλάβει τη διεξαγωγή τους· δεν μπορεί να προβάλει ενδεχόμενη παράλειψη της επιχειρήσεως που λαμβάνει τις αποφάσεις να του παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες και πρέπει να υποστεί η ίδιος τις συνέπειες αυτής της παραλείψεως ( 21 ). Είναι, ως εκ τούτου, ουσιώδες να παρέχονται οι πληροφορίες στον εργοδότη από τη σωστή πηγή.
45.
Η οδηγία 98/59 σιωπά ως προς το ζήτημα του «ελέγχου» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4. Το πρώτο ερώτημα που ανακύπτει στο πλαίσιο αυτό είναι αν ο «έλεγχος» αναφέρεται σε μια επιχείρηση που εμπίπτει στον ορισμό της «εταιρίας χαρτοφυλακίου» κατά το εθνικό δίκαιο. Όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση αναγνώρισαν ότι ενδεχομένως αναφέρεται πράγματι σε μια τέτοια επιχείρηση. Συναφώς, μπορεί να γίνει παραλληλισμός με τον ορισμό της «ελέγχουσας επιχειρήσεως», όπως ορίζεται στο άρθρο 3 της οδηγίας 2009/38. Στην παράγραφο 1 της διατάξεως αυτής, η έννοια ορίζεται βάσει της ασκήσεως δεσπόζουσας επιρροής, παραδείγματος χάριν λόγω δικαιωμάτων κυριότητας, χρηματοοικονομικής συμμετοχής ή κανόνων που διέπουν τέτοια επιρροή. Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου προβλέπει ορισμένα τεκμήρια που αντανακλούν κατ’ ουσίαν μια σχέση εταιρικού δικαίου μεταξύ μιας θυγατρικής και της μητρικής της μολονότι δεν διατυπώνονται ρητώς κατ’ αυτόν τον τρόπο ( 22 ).
46.
Ωστόσο, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι αυτός ο ορισμός είναι υπερβολικά περιοριστικός για να καλύπτει όλες τις περιπτώσεις που προβλέπει η οδηγία 98/59. Αντικατοπτρίζει το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε η οδηγία 2009/38, και συγκεκριμένα τη συγκρότηση συμβουλίων εργαζομένων στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις (που ορίζονται στην οδηγία αυτή ως «επιχειρήσεις κοινοτικής κλίμακας» και «όμιλοι επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας»), που πρέπει να ενημερώνονται και να συμμετέχουν σε διαβουλεύσεις για ευρύ φάσμα θεμάτων που επηρεάζουν γενικά το εργατικό δυναμικό ( 23 ). Το βασιζόμενο στο εταιρικό δίκαιο κριτήριο που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/59 αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι η ελέγχουσα επιχείρηση σε αυτό το πλαίσιο είναι στις περισσότερες περιπτώσεις η μητρική εταιρία χαρτοφυλακίου.
47.
Όμως εν προκειμένω αυτό δεν ισχύει ή δεν είναι απαραίτητο να ισχύει. Το ζήτημα του ελέγχου υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 98/59 δεν είναι «ποια επιχείρηση είναι η μητρική του εργοδότη εταιρία χαρτοφυλακίου;» αλλά «ποια επιχείρηση μπορεί να παρέχει τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε οι διαβουλεύσεις να πραγματοποιούνται με τον ουσιαστικό τρόπο που προβλέπει η οδηγία;». Στο πλαίσιο αυτό, το κριτήριο που βασίζεται στο εταιρικό δίκαιο μπορεί να έχει το πλεονέκτημα της ασφάλειας δικαίου. Κατά τα λοιπά, θεωρώ ότι είναι υπερβολικά περιοριστικό και δεν ανταποκρίνεται στη γενική οικονομία της οδηγίας 98/59. Επιπλέον, μια τέτοια προσέγγιση δεν θα μπορούσε εξ ορισμού να λάβει υπόψη τις διαφορές στο εταιρικό δίκαιο που υφίστανται μεταξύ των κρατών μελών και την ανάγκη να ερμηνεύεται αυτοτελώς σε ολόκληρη την Ένωση η έννοια της «επιχείρησης που ελέγχει τον εργοδότη» ( 24 ).
48.
Επομένως, φρονώ ότι η νομική (de jure) σχέση δεν έχει κατ’ ανάγκην αποφασιστική σημασία· η εν τοις πράγμασι (de facto) σχέση μπορεί να είναι επίσης κρίσιμη.
49.
Ποια είναι, επομένως, η φύση αυτής της σχέσεως; Φρονώ ότι είναι απαραίτητο η ελέγχουσα επιχείρηση να ασκεί επιρροή στον εργοδότη όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να πραγματοποιηθούν οι σχεδιαζόμενες ομαδικές απολύσεις. Η επιρροή αυτή δεν είναι απαραίτητο να είναι «δεσπόζουσα», υπό την έννοια ότι η ελέγχουσα επιχείρηση πρέπει να έχει υψηλότερη θέση από τον εργοδότη στην ιεραρχική δομή, δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο δεν συνάγεται υποχρέωση να λαμβάνονται σε ανώτερο οργανωτικά επίπεδο οι αποφάσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε ομαδικές απολύσεις. «Έλεγχος», με άλλα λόγια, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ιεραρχικός έλεγχος. Υποτίθεται επίσης ότι η ελέγχουσα επιχείρηση θα παρέχει τις πληροφορίες που επιτρέπουν στον εργοδότη να διαβουλεύεται, δεδομένου ότι, αν δεν γίνει αυτό, ο εργοδότης θα παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία.
50.
Συνοπτικώς, με βάση τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου στην απόφαση Akavan, εκτιμώ ότι η «ελέγχουσα» επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, είναι εκ πρώτης όψεως η επιχείρηση η οποία, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, λαμβάνει απόφαση στρατηγικού ή εμπορικού χαρακτήρα που υποχρεώνει τον εργοδότη να εξετάσει το ενδεχόμενο ομαδικών απολύσεων ή να σχεδιάσει τέτοιες ομαδικές απολύσεις ( 25 ).
51.
Ωστόσο, όπως φάνηκε να συμφωνούν όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, είναι αναγκαίο να εξαιρεθούν οι σχέσεις μεταξύ των μερών που δεν συνδέονται μεταξύ τους. Επομένως, η έννοια «επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη» δεν μπορεί να περιλαμβάνει μια επιχείρηση που δεν συνδέεται με τον εργοδότη, όπως ένας προμηθευτής ή ένας πελάτης των οποίων η συμπεριφορά μπορεί να έχει οικονομικό αντίκτυπο στην επιχείρηση του εργοδότη και, σε ακραίες περιπτώσεις, να τον υποχρεώνει να εξετάσει το ενδεχόμενο ομαδικών απολύσεων και, εν ανάγκη, να τις πραγματοποιήσει. Μια τέτοια οντότητα δεν θα είχε κανένα συμφέρον ή λόγο να γνωστοποιήσει τις αναγκαίες πληροφορίες στον εργοδότη.
52.
Με άλλα λόγια, μεταξύ της ελέγχουσας επιχειρήσεως και του εργοδότη πρέπει να υφίσταται μια σχέση που να δίνει στην πρώτη κάποιο λόγο προκειμένου να παρέχει τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διαβούλευση.
53.
Συναφώς, θεωρώ ότι πρέπει να απορριφθούν οι ισχυρισμοί της Γερμανικής Κυβερνήσεως κατά τους οποίους η ουσιαστική βάση μιας τέτοιας σχέσεως μπορεί να αναζητηθεί σε αυτό που ονομάζεται «νομικά θεμελιωμένος έλεγχος». Κατανοώ ότι τέτοιου είδους έλεγχος μπορεί να υφίσταται, για παράδειγμα, όταν υπάρχει συμβατική δέσμευση που επιτρέπει στον εργοδότη να απαιτήσει από την ελέγχουσα επιχείρηση να παράσχει τις απαραίτητες πληροφορίες. Στην πράξη, ωστόσο, μια τέτοια συμφωνία φαίνεται μάλλον απίθανη. Αντιθέτως, όπως αντιλαμβάνομαι τους ισχυρισμούς της Γερμανίας, ο εν λόγω έλεγχος μπορεί να συνάγεται εμμέσως από νομικής απόψεως από τη σχέση μεταξύ των δύο οντοτήτων. Ο εργοδότης, στο πλαίσιο αυτό, θα είχε την εξουσία να υποχρεώσει την ελέγχουσα επιχείρηση να παράσχει τις εν λόγω πληροφορίες. Συναφώς, επισημαίνω ότι ακόμη και στο πλαίσιο μιας δομής ελέγχου που βασίζεται στο εταιρικό δίκαιο μια τέτοια σχέση δεν θα υφίσταται. Ο «έλεγχος» θα κατευθύνεται ιεραρχικά προς τα κάτω, δίνοντας στην εταιρία χαρτοφυλακίου την εξουσία να δίνει στις θυγατρικές της οδηγίες σχετικά με τον τρόπο που διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους. Το αντίθετο, ωστόσο, δεν ισχύει: η θυγατρική μπορεί να ζητήσει αλλά δεν μπορεί να εξαναγκάσει. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορώ να συναγάγω χρήσιμα συμπεράσματα από την επιχειρηματολογία της Γερμανικής Κυβερνήσεως.
54.
Πρέπει, ωστόσο, να υπάρχει ένα είδος συνδέσμου που να λειτουργεί ως κίνητρο για την ελέγχουσα επιχείρηση προκειμένου να παράσχει τις πληροφορίες που καθιστούν δυνατή τη δέουσα διαβούλευση. Το προφανές είδος κινήτρου μπορεί να είναι οι οικονομικές επιπτώσεις που ενδέχεται να προκαλέσει η τυχόν παράλειψη παροχής πληροφοριών στη συμμετοχή που έχει η ελέγχουσα επιχείρηση στον εργοδότη. Τέτοιες επιπτώσεις μπορεί να προκύψουν, για παράδειγμα, διότι οι κανόνες σε εθνικό επίπεδο προβλέπουν ότι τυχόν ομαδικές απολύσεις χωρίς τη δέουσα διαβούλευση είναι άκυρες ή διότι ο εργοδότης θα υπόκειται σε χρηματικές κυρώσεις για την παράλειψη αυτή. Σε τέτοια περίπτωση, η προκύπτουσα οικονομική ζημία θα έχει αντίκτυπο στην ελέγχουσα επιχείρηση λόγω της συμμετοχής της στον εργοδότη.
55.
Κατά την άποψή μου, τούτο σημαίνει ότι οι δύο οντότητες πρέπει να μοιράζονται τα ίδια εμπορικά συμφέροντα είτε υπό τη μορφή εταιρικής δομής (de jure) είτε υπό τη μορφή συμβατικού ή εν τοις πράγμασι δεσμού (de facto) που συνίσταται σε κοινό περιουσιακό συμφέρον. Το εν λόγω συμφέρον δεν χρειάζεται να λάβει τη μορφή νομικής κυριότητας. Μπορεί να είναι άμεσο ή έμμεσο χωρίς να είναι απαραίτητο να είναι αποκλειστικό. Ακόμη και η μερική κυριότητα επί συμμετοχής αρκεί. Το κατά πόσον η εν λόγω συμμετοχή είναι επαρκής ώστε να ισοδυναμεί με έλεγχο κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 98/59 σε μια συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα που θα κριθεί από το εθνικό δικαστήριο που είναι αρμόδιο να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία και να συναγάγει τα σχετικά συμπεράσματα.
56.
Πριν ολοκληρώσω την ανάλυσή μου σχετικά με το πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου θα ήθελα να αναφερθώ εν συντομία σε ένα επιχείρημα που προέβαλε η ASPB. Σύμφωνα με αυτό, οποιαδήποτε σχέση εκτός από εκείνη που βασίζεται στην έννοια της ελέγχουσας συμμετοχής κατά το εταιρικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους αντιβαίνει στο άρθρο 16 του Χάρτη. Φρονώ ότι το επιχείρημα είναι παντελώς αβάσιμο. Το άρθρο 16 αποτυπώνει, αφενός, τη νομολογία του Δικαστηρίου περί ελευθερίας ασκήσεως οικονομικής ή εμπορικής δραστηριότητας, αφετέρου, το άρθρο 119, παράγραφοι 1 και 3, ΣΛΕΕ το οποίο αναγνωρίζει τον ελεύθερο ανταγωνισμό ( 26 ). Υπόκειται σε κάθε περίπτωση στους περιορισμούς του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, το οποίο επιτρέπει περιορισμούς στην άσκηση δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται σε αυτόν υπό τις προϋποθέσεις που θέτει, ιδίως υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί πρέπει να προβλέπονται από τον νόμο. Από κανένα στοιχείο της παρούσας υποθέσεως δεν προκύπτει ότι η ερμηνεία της οδηγίας 98/59 που προτείνω θα προσέβαλε τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που προβλέπονται στο άρθρο 16 και δεν θα εξετάσω περαιτέρω το ζήτημα.
57.
Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, εκτιμώ ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 98/59 έχει την έννοια ότι ως ελέγχουσα επιχείρηση κατά τη διάταξη αυτή πρέπει να νοείται η επιχείρηση (αν υπάρχει) η οποία λαμβάνει απόφαση στρατηγικού ή εμπορικού χαρακτήρα που υποχρεώνει τον εργοδότη να εξετάσει το ενδεχόμενο ομαδικών απολύσεων ή να σχεδιάσει τέτοιες ομαδικές απολύσεις. Μια τέτοια επιχείρηση δεν χρειάζεται να είναι κατ’ ανάγκη επιχείρηση που ελέγχει νομικά (de jure) τον εργοδότη αλλά μπορεί επίσης να είναι και επιχείρηση που τον ελέγχει εν τοις πράγμασι (de facto). Στις επιχειρήσεις αυτού του είδους δεν περιλαμβάνεται, ωστόσο, μια επιχείρηση που δεν συνδέεται με τον εργοδότη, όπως ένας προμηθευτής ή ένας πελάτης των οποίων η συμπεριφορά μπορεί να έχει αντίκτυπο στην επιχείρηση του εργοδότη. Αντιθέτως, ο εργοδότης και η επιχείρηση που τον ελέγχει εν τοις πράγμασι (de facto) πρέπει να μοιράζονται τα ίδια εμπορικά συμφέροντα υπό τη μορφή συμβατικού ή εν τοις πράγμασι δεσμού που συνίσταται σε κοινό περιουσιακό συμφέρον. Το εν λόγω συμφέρον δεν χρειάζεται να λάβει τη μορφή νομικής κυριότητας. Μπορεί να είναι άμεσο ή έμμεσο χωρίς να είναι απαραίτητο να είναι αποκλειστικό. Ακόμη η μερική κυριότητα επί συμμετοχής αρκεί. Το κατά πόσον η εν λόγω συμμετοχή είναι επαρκής ώστε να ισοδυναμεί με έλεγχο κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα που θα κριθεί από το εθνικό δικαστήριο που είναι αρμόδιο να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία και να συναγάγει τα σχετικά συμπεράσματα.
Επί του δεύτερου ερωτήματος: η έννοια της «αποφάσεως για ομαδικές απολύσεις»
58.
Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις σχετικά με το περιεχόμενο της φράσεως «απόφαση για ομαδικές απολύσεις» του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 98/59. Εξ όσων αντιλαμβάνομαι, το εν λόγω στοιχείο ασκεί ουσιώδη επιρροή εν προκειμένω, δεδομένου ότι αφορά τον χρόνο κατά τον οποίο η ελέγχουσα επιχείρηση πρέπει να γνωστοποιήσει πληροφορίες στον εργοδότη κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
59.
Η οδηγία, κάνοντας λόγο στο άρθρο 2, παράγραφος 4, περί αποφάσεως για ομαδικές απολύσεις, θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως να δημιουργήσει την εντύπωση ότι οι απαιτήσεις της εν λόγω διατάξεως ισχύουν μόνον αφότου ληφθεί η απόφαση. Εντούτοις, κατόπιν προσεκτικότερης εξετάσεως, καθίσταται σαφές ότι η ερμηνεία αυτή δεν είναι ορθή. Όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, το άρθρο 2, παράγραφος 4, αναφέρεται στις υποχρεώσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 του εν λόγω άρθρου. Η πρώτη από αυτές ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης «προτίθεται να προβεί σε ομαδικές απολύσεις», που είναι το χρονικό σημείο στο οποίο υποχρεούται να αρχίσει διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων. Σύμφωνα με την παράγραφο 3, ο εργοδότης οφείλει «εγκαίρως κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων» να παρέχει πληροφορίες που θα επιτρέψουν στους εκπροσώπους των εργαζομένων να διατυπώσουν εποικοδομητικές προτάσεις. Αυτή η προσέγγιση επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η διαδικασία διαβουλεύσεως πρέπει να ολοκληρώνεται πριν ληφθεί η απόφαση περί της καταγγελίας των συμβάσεων των εργαζομένων ( 27 ).
60.
Όσον αφορά το χρονικό σημείο στο οποίο πρέπει να αρχίσουν οι διαβουλεύσεις, η ίδια νομολογία καθιστά σαφές ότι δεν εξαρτάται από το αν ο εργοδότης είναι ήδη σε θέση να παρέχει στους εκπροσώπους των εργαζομένων όλες τις πληροφορίες που επιβάλλει το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας, δεδομένου ότι οι πληροφορίες αυτές μπορούν να γνωστοποιούνται κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων και όχι οπωσδήποτε κατά τον χρόνο της ενάρξεώς τους. Πλην όμως, το να υποχρεώνεται ο εργοδότης να αρχίσει διαπραγματεύσεις όταν υπάρχει απλώς μια θεωρητική πιθανότητα να πραγματοποιηθούν ομαδικές απολύσεις ενέχει τον κίνδυνο επιβολής μιας αφόρητης και ενδεχομένως μη ρεαλιστικής επιβαρύνσεως στον εργοδότη. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε, ως εκ τούτου, ότι η υποχρέωση διαβουλεύσεως υπάρχει μόνον αφότου ληφθεί απόφαση στρατηγικού χαρακτήρα ή επέλθει αλλαγή δραστηριοτήτων η οποία υποχρεώνει τον εργοδότη να εξετάσει το ενδεχόμενο ομαδικών απολύσεων ή να σχεδιάσει τέτοιες ομαδικές απολύσεις ( 28 ).
61.
Η απόφαση για το πότε θα αρχίσει τις διαβουλεύσεις κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/59 εναπόκειται στον εργοδότη. Ο εργοδότης οφείλει να λάβει την απόφαση αυτή σύμφωνα με τις προαναφερθείσες αρχές. Όταν υπόκειται στον έλεγχο άλλης επιχειρήσεως κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, οφείλει να λάβει υπόψη τυχόν πληροφορίες και οδηγίες που του παρέχει η ελέγχουσα επιχείρηση οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν την πρόθεση πραγματοποιήσεως ή μη ομαδικών απολύσεων. Ομοίως, και μολονότι δεν υπόκειται στη νομική υποχρέωση διαβουλεύσεως, η ελέγχουσα επιχείρηση πρέπει να παράσχει τις απαραίτητες πληροφορίες στον εργοδότη το αργότερο κατά τον χρόνο που ο τελευταίος υποχρεούται να ανταποκριθεί στις σχετικές υποχρεώσεις του. Εάν δεν υπάρχει τέτοια γνωστοποίηση, η οδηγία καθίσταται άνευ αντικειμένου. Αν η ελέγχουσα επιχείρηση επιβάλει στον εργοδότη όρους που καθιστούν κατ’ ουσίαν οικονομικά αναπόφευκτη την εκ μέρους του πραγματοποίηση ομαδικών απολύσεων, τότε κατά την άποψή μου η έναρξη της διαδικασίας διαβουλεύσεως καθίσταται σε κάθε περίπτωση υποχρεωτική για τον εργοδότη.
62.
Ως εκ τούτου, φρονώ ότι στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο εργοδότης υποχρεούται να αρχίσει τη διαδικασία διαβουλεύσεως βάσει της οδηγίας 98/59 όταν λάβει γνώση της λήψεως αποφάσεως στρατηγικού χαρακτήρα ή αλλαγής δραστηριοτήτων που τον υποχρεώνει να εξετάσει το ενδεχόμενο ομαδικών απολύσεων ή να σχεδιάσει τέτοιες ομαδικές απολύσεις. Αν υπάρχει «επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας, η επιβολή από την εν λόγω επιχείρηση στον εργοδότη όρων που καθιστούν κατ’ ουσίαν οικονομικά αναπόφευκτη την εκ μέρους του πραγματοποίηση ομαδικών απολύσεων καθιστά υποχρεωτική για τον εργοδότη την έναρξη της διαδικασίας διαβουλεύσεως εφόσον δεν το έχει ήδη πράξει.
Επί του τρίτου ερωτήματος: η έκταση της υποχρεώσεως γνωστοποιήσεως
63.
Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, διευκρινίσεις σχετικά με την έκταση της υποχρεώσεως ενημερώσεως βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/59.
64.
Για άλλη μια φορά είναι σημαντικό να υπομνησθεί το πλαίσιο εντός του οποίου ανακύπτουν οι υποχρεώσεις αυτές. Πρώτον (δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1), ο εργοδότης που προτίθεται να προβεί σε ομαδικές απολύσεις οφείλει να πραγματοποιεί διαβουλεύσεις «με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας». Δεύτερον (όπως ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2), οι εν λόγω διαβουλεύσεις πρέπει να αφορούν τουλάχιστον τις δυνατότητες αποφυγής ή μειώσεως των απολύσεων καθώς και τις δυνατότητες αμβλύνσεως των συνεπειών (εάν και στον βαθμό που πρέπει να γίνουν απολύσεις). Τρίτον, το άρθρο 2, παράγραφος 3, επιβάλλει να παρέχονται οι πληροφορίες τις οποίες προβλέπει «για να μπορέσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να διατυπώσουν εποικοδομητικές προτάσεις». Σε περιπτώσεις στις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 4, η απόφαση για τις ομαδικές απολύσεις λαμβάνεται από επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη, οι πληροφορίες πρέπει να διαβιβάζονται στον εργοδότη, εγκαίρως, ώστε να μπορέσει αυτός να τηρήσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία.
65.
Το εύρος των υποχρεώσεων που επιβάλλονται είναι, συνεπώς, μεγάλο. Είναι σαφές ότι για να επιτευχθεί η εκπλήρωσή τους απαιτείται αυξημένη καλή πίστη από τον εργοδότη. Υποχρεούται ο εργοδότης, όπως ερωτά το αιτούν δικαστήριο, να αποκαλύπτει τους οικονομικούς ή άλλους λόγους για τους οποίους η ελέγχουσα επιχείρηση έχει λάβει τις αποφάσεις της συνεπεία των οποίων ο εργοδότης προτίθεται να προβεί σε ομαδικές απολύσεις;
66.
Είναι πιθανόν ότι σε πολλές, αν όχι στις περισσότερες, περιπτώσεις η απάντηση είναι «ναι». Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων ενδέχεται να αδυνατούν εκ των πραγμάτων να διατυπώσουν εποικοδομητικές προτάσεις στις διαβουλεύσεις αν δεν γνωρίζουν τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η απόφαση στρατηγικού χαρακτήρα ή αλλαγή δραστηριοτήτων που μνημονεύονται στο σημείο 60 ανωτέρω.
67.
Θα περιόριζα, ωστόσο, τη γενική αυτή παραδοχή ως προς ένα σημείο. Η υποχρέωση παροχής πληροφοριών υφίσταται προκειμένου να παρασχεθεί στους εκπροσώπους των εργαζομένων η δυνατότητα να διατυπώσουν εποικοδομητικές προτάσεις. Δεν υφίσταται υποχρέωση γνωστοποιήσεως στοιχείων που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό αυτόν. Δεδομένου ότι ο εν λόγω χαρακτηρισμός θα ποικίλλει από τη μια περίπτωση στην άλλη, δεν νομίζω ότι είναι δυνατό να τεθούν γενικές κατευθύνσεις ως προς το ζήτημα αυτό. Εναπόκειται στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει σε κάθε περίπτωση τα αποδεικτικά στοιχεία και να συναγάγει τα σχετικά συμπεράσματα προκειμένου να αποφασίσει για την εφαρμογή των σχετικών αρχών στην ενώπιόν του διαδικασία.
68.
Ως εκ τούτου, φρονώ ότι στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/59 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υποχρεώνει τον εργοδότη, σε περίπτωση κατά την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 4, η απόφαση για τις ομαδικές απολύσεις λαμβάνεται από επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη, να αποκαλύπτει τους οικονομικούς ή άλλους λόγους για τους οποίους η ελέγχουσα επιχείρηση έχει λάβει τις αποφάσεις της συνεπεία των οποίων ο εργοδότης προτίθεται να προβεί σε ομαδικές απολύσεις. Ωστόσο, δεν υφίσταται υποχρέωση κοινοποιήσεως στις περιπτώσεις που τα εν λόγω στοιχεία δεν εξυπηρετούν τον σκοπό της παροχής στους εκπροσώπους των εργαζομένων της δυνατότητας να διατυπώσουν εποικοδομητικές προτάσεις. Εναπόκειται στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά προκειμένου να αποφασίσει για την εφαρμογή των σχετικών αρχών σε κάθε συγκεκριμένη διαδικασία.
Επί του τετάρτου και του πέμπτου ερωτήματος: το βάρος αποδείξεως
69.
Με το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα, τα οποία προσήκει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, διευκρινίσεις σχετικά με το βάρος αποδείξεως όσον αφορά αξιώσεις που βασίζονται στο άρθρο 2 της οδηγίας 98/59.
70.
Η διατύπωση του άρθρου 6 της οδηγίας είναι σαφής. Απαιτεί από τα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων ή/και οι εργαζόμενοι να έχουν τη δυνατότητα προσφυγής σε διοικητικές ή/και δικαστικές διαδικασίες προκειμένου να εξασφαλίζεται η τήρηση των υποχρεώσεων που προβλέπονται από την οδηγία. Σε αντίθεση με άλλα νομοθετικά κείμενα της Ένωσης, η οδηγία 98/59 δεν περιέχει διάταξη για την κατανομή του βάρους αποδείξεως ( 29 ). Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ελλείψει σχετικής ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης, στην εσωτερική έννομη τάξη του κάθε κράτους μέλους εναπόκειται η θέσπιση των λεπτομερών διαδικαστικών κανόνων για την άσκηση των μέσων παροχής έννομης προστασίας που αποσκοπούν στην προάσπιση των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τούτο περιλαμβάνει και τους κανόνες αποδείξεως, συμπεριλαμβανομένων (κατά περίπτωση) των κανόνων που διέπουν την κατανομή του βάρους αποδείξεως ( 30 ). Πάντως, τα κράτη μέλη έχουν την ευθύνη της διασφαλίσεως της αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων αυτών σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Ο κανόνας αυτός αποτελεί τον πυρήνα των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας καθώς και της απαιτήσεως βάσει του δικαίου της Ένωσης για αποτελεσματική δικαστική προστασία των εν λόγω δικαιωμάτων ( 31 ). Οι αρχές αυτές κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της οδηγίας 98/59. Οι εργαζόμενοι και οι εκπρόσωποί τους πρέπει να είναι σε θέση να ασκούν τα δικαιώματα που τους παρέχει η οδηγία όπως ακριβώς θα ήταν σε θέση να ασκούν ισοδύναμα δικαιώματα βάσει της εθνικής νομοθεσίας και οι σχετικοί διαδικαστικοί κανόνες δεν πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο που να καθιστά πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την έννομη τάξη της Ένωσης ( 32 ).
71.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, το Δικαστήριο μπορεί να παράσχει μόνο γενικές κατευθύνσεις. Εναπόκειται στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία και να συναγάγει τα σχετικά συμπεράσματα προκειμένου να διασφαλίσει την τήρηση των αρχών που εκτίθενται στο σημείο 70 ανωτέρω. Σε περίπτωση που οι ισχύοντες κανόνες του εθνικού δικαίου δεν συνάδουν με αυτές τις αρχές, δεν πρέπει να εφαρμόζονται ( 33 ). Αυτό συμβαίνει όταν, μεταξύ άλλων, οι εν λόγω κανόνες ορίζουν ότι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων που επιδιώκουν να προσβάλουν ομαδική απόλυση οφείλουν να αποδείξουν περιστατικά ως προς τα οποία δεν μπορεί να αναμένεται, στην πράξη, να έχουν πρόσβαση στις αναγκαίες πληροφορίες.
72.
Όσον αφορά το πέμπτο ερώτημα, δεν έχω να προσθέσω κάτι.
73.
Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι στο τέταρτο και στο πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6 της οδηγίας 98/59 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι εργαζόμενοι και οι εκπρόσωποί τους πρέπει να είναι σε θέση να ασκούν τα δικαιώματα που τους παρέχει η οδηγία όπως ακριβώς θα ήταν σε θέση να ασκούν ισοδύναμα δικαιώματα βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Οι σχετικοί διαδικαστικοί κανόνες δεν πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο που να καθιστά πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση αυτών των δικαιωμάτων. Εναπόκειται στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία και να συναγάγει τα σχετικά συμπεράσματα προκειμένου να διασφαλίσει ότι τηρούνται οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας καθώς και η απορρέουσα από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαίτηση για αποτελεσματική δικαστική προστασία των εν λόγω δικαιωμάτων. Σε περίπτωση που οι ισχύοντες κανόνες του εθνικού δικαίου δεν συνάδουν με αυτές τις αρχές, δεν πρέπει να εφαρμόζονται. Αυτό συμβαίνει όταν, μεταξύ άλλων, οι εν λόγω κανόνες ορίζουν ότι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων που επιδιώκουν να προσβάλουν ομαδική απόλυση οφείλουν να αποδείξουν περιστατικά ως προς τα οποία δεν μπορεί να αναμένεται, στην πράξη, να έχουν πρόσβαση στις αναγκαίες πληροφορίες.
Πρόταση
74.
Για όλους τους ανωτέρω λόγους, φρονώ ότι η απάντηση που πρέπει να δοθεί στα προδικαστικά ερωτήματα του Landesarbeitsgericht Berlin (δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εργατικών διαφορών Βερολίνου, Γερμανία) είναι η εξής:
1)
Το άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 98/59/ΕΚ για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις έχει την έννοια ότι ως ελέγχουσα επιχείρηση κατά τη διάταξη αυτή πρέπει να νοείται η επιχείρηση (αν υπάρχει) η οποία λαμβάνει απόφαση στρατηγικού ή εμπορικού χαρακτήρα που υποχρεώνει τον εργοδότη να εξετάσει το ενδεχόμενο ομαδικών απολύσεων ή να σχεδιάσει τέτοιες ομαδικές απολύσεις. Μια τέτοια επιχείρηση δεν χρειάζεται να είναι κατ’ ανάγκη επιχείρηση που ελέγχει νομικά (de jure) τον εργοδότη αλλά μπορεί επίσης να είναι και επιχείρηση που τον ελέγχει εν τοις πράγμασι (de facto). Στις επιχειρήσεις αυτού του είδους δεν περιλαμβάνεται, ωστόσο, μια επιχείρηση που δεν συνδέεται με τον εργοδότη, όπως ένας προμηθευτής ή ένας πελάτης των οποίων η συμπεριφορά μπορεί να έχει αντίκτυπο στην επιχείρηση του εργοδότη. Αντιθέτως, ο εργοδότης και η επιχείρηση που τον ελέγχει εν τοις πράγμασι (de facto) πρέπει να μοιράζονται τα ίδια εμπορικά συμφέροντα υπό τη μορφή συμβατικού ή εν τοις πράγμασι δεσμού που συνίσταται σε κοινό περιουσιακό συμφέρον. Το εν λόγω συμφέρον δεν χρειάζεται να λάβει τη μορφή νομικής κυριότητας. Μπορεί να είναι άμεσο ή έμμεσο χωρίς να είναι απαραίτητο να είναι αποκλειστικό. Ακόμη και η μερική κυριότητα επί συμμετοχής αρκεί. Το κατά πόσον η εν λόγω συμμετοχή είναι επαρκής ώστε να ισοδυναμεί με έλεγχο κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα που θα κριθεί από το εθνικό δικαστήριο που είναι αρμόδιο να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία και να συναγάγει τα σχετικά συμπεράσματα.
2)
O εργοδότης υποχρεούται να αρχίσει τη διαδικασία διαβουλεύσεως βάσει της οδηγίας 98/59 όταν λάβει γνώση της λήψεως αποφάσεως στρατηγικού χαρακτήρα ή αλλαγής δραστηριοτήτων που τον υποχρεώνει να εξετάσει το ενδεχόμενο ομαδικών απολύσεων ή να σχεδιάσει τέτοιες ομαδικές απολύσεις. Αν υπάρχει «επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας, η επιβολή από την εν λόγω επιχείρηση στον εργοδότη όρων που καθιστούν κατ’ ουσίαν οικονομικά αναπόφευκτη την εκ μέρους του πραγματοποίηση ομαδικών απολύσεων καθιστά υποχρεωτική για τον εργοδότη την έναρξη της διαδικασίας διαβουλεύσεως εφόσον δεν το έχει ήδη πράξει.
3
Το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/59 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υποχρεώνει τον εργοδότη σε περίπτωση κατά την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 4, η απόφαση για τις ομαδικές απολύσεις λαμβάνεται από επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη να αποκαλύπτει τους οικονομικούς ή άλλους λόγους για τους οποίους η ελέγχουσα επιχείρηση έχει λάβει τις αποφάσεις της συνεπεία των οποίων ο εργοδότης προτίθεται να προβεί σε ομαδικές απολύσεις. Ωστόσο, δεν υφίσταται υποχρέωση κοινοποιήσεως στις περιπτώσεις που τα εν λόγω στοιχεία δεν εξυπηρετούν τον σκοπό της παροχής στους εκπροσώπους των εργαζομένων της δυνατότητας να διατυπώσουν εποικοδομητικές προτάσεις. Εναπόκειται στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά προκειμένου να αποφασίσει για την εφαρμογή των σχετικών αρχών σε κάθε συγκεκριμένη διαδικασία.
4)
Το άρθρο 6 της οδηγίας 98/59 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι εργαζόμενοι και οι εκπρόσωποί τους πρέπει να είναι σε θέση να ασκούν τα δικαιώματα που τους παρέχει η οδηγία όπως ακριβώς θα ήταν σε θέση να ασκούν ισοδύναμα δικαιώματα βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Οι σχετικοί διαδικαστικοί κανόνες δεν πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο που να καθιστά πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση αυτών των δικαιωμάτων. Εναπόκειται στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία και να συναγάγει τα σχετικά συμπεράσματα προκειμένου να διασφαλίσει ότι τηρούνται οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας καθώς και η απορρέουσα από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαίτηση για αποτελεσματική δικαστική προστασία των εν λόγω δικαιωμάτων. Σε περίπτωση που οι ισχύοντες κανόνες του εθνικού δικαίου δεν συνάδουν με αυτές τις αρχές, δεν πρέπει να εφαρμόζονται. Αυτό συμβαίνει όταν, μεταξύ άλλων, οι εν λόγω κανόνες ορίζουν ότι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων που επιδιώκουν να προσβάλουν ομαδική απόλυση οφείλουν να αποδείξουν περιστατικά ως προς τα οποία δεν μπορεί να αναμένεται, στην πράξη, να έχουν πρόσβαση στις αναγκαίες πληροφορίες.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998 (ΕΕ 1998, L 225, σ. 16).
( 3 ) ΕΕ 2010, C 83, σ. 389 (στο εξής: Χάρτης).
( 4 ) Το ιστορικό που εκτίθεται στο παρόν τμήμα των προτάσεών μου προέρχεται από την απόφαση περί παραπομπής, όπως συμπληρώθηκε από την απάντηση του αιτούντος δικαστηρίου στην αίτηση παροχής διευκρινίσεων που του απηύθυνε το Δικαστήριο. Βλ., επίσης, σημεία 22 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 5 ) Σε περισσότερες από μία περιπτώσεις αποδείχθηκε δύσκολο να γίνει διάκριση μεταξύ των στοιχείων που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο ως πραγματικά περιστατικά και των στοιχείων που αποτελούν απλώς επιχειρήματα που προβάλλουν οι εκκαλούσες. Προσπάθησα να είμαι προσεκτική ως προς τα ζητήματα αυτά. Όπου δεν είναι σαφές σε ποια κατηγορία εμπίπτει ένα στοιχείο, το κατέγραψα ως ισχυρισμό.
( 6 ) Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο όμιλος περιλαμβάνει πολλές επιχειρήσεις που συνδέονται μεταξύ τους νομικώς ή εν τοις πράγμασι (de facto), αλλά δεν κατέστη δυνατό να αποσαφηνιστεί πλήρως το καθεστώς τους στην κύρια δίκη.
( 7 ) Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2017, López Pastuzano (C‑636/16, EU:C:2017:949, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 8 ) Βλ. σημείο 11 ανωτέρω.
( 9 ) Προτάσεις στην υπόθεση Online Games κ.λπ (C‑685/15, EU:C:2017:201, σημείο 25).
( 10 ) Βλ. υποσημείωση 7 ανωτέρω.
( 11 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 6ης Ιουλίου 2017, Air Berlin (C‑290/16, EU:C:2017:523, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 12 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 44).
( 13 ) Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Akavan Erityisalojen Keskusliitto AEK κ.λπ. (C‑44/08, EU:C:2009:533, σκέψη 61).
( 14 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1992, η οποία τροποποιεί την οδηγία 75/129 (ΕΕ 1992, L 245, σ. 3).
( 15 ) Σε έκθεση του Οκτωβρίου του 2016 την οποία συνέταξε η Informal Company Law Expert Group (άτυπη ομάδα εμπειρογνωμόνων για το εταιρικό δίκαιο), η οποία συστάθηκε από την Επιτροπή τον Μάιο του 2014 για να την επικουρεί με συμβουλές εμπειρογνωμόνων σε θέματα εταιρικού δικαίου, η ομάδα διαπίστωσε ότι «τα κράτη μέλη έχουν διαφορετικές ή ακόμη και συγκρουόμενες προσεγγίσεις όσον αφορά την αναγνώριση των συμφερόντων του ομίλου» (τμήμα 1, σ. 5). Βλ. %20icleg_recommendations_interest_group_final_en.pdf.
( 16 ) Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Akavan Erityisalojen Keskusliitto AEK κ.λπ. (C‑44/08, EU:C:2009:533, σκέψη 44).
( 17 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Kozłowski (C‑66/08, EU:C:2008:437, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 18 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2005, Junk (C‑188/03, EU:C:2005:59, σκέψη 29).
( 19 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Akavan Erityisalojen Keskusliitto AEK κ.λπ. (C‑44/08, EU:C:2009:533, σκέψεις 59 και 42).
( 20 ) Άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, αντιστοίχως, της οδηγίας 98/59.
( 21 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Akavan Erityisalojen Keskusliitto AEK κ.λπ. (C‑44/08, EU:C:2009:533, σκέψη 69). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 98/59, δεν είναι απαραίτητο να είναι συσταθείσα ή εγκατεστημένη εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ως εκ τούτου, ενδεχομένως να μην υπάγεται στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων των κρατών μελών. Βλ. εν προκειμένω, κατ’ αντιδιαστολήν, τους κανόνες που ορίζονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 2009/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους (ΕΕ 2009, L 122, σ. 28), οι οποίοι προβλέπουν ειδικές διατάξεις για αυτή την περίπτωση· βλ. επίσης, στο πλαίσιο της νομοθεσίας που προηγήθηκε αυτής της οδηγίας, απόφαση της 15ης Ιουλίου 2004, ADS Anker (C‑349/01, EU:C:2004:440, σκέψεις 55 επ.).
( 22 ) Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/38 ορίζει τα εξής: «Η δυνατότητα άσκησης δεσπόζουσας επιρροής τεκμαίρεται, υπό την επιφύλαξη αποδείξεως του εναντίου, όταν μια επιχείρηση έναντι άλλης επιχείρησης αμέσως ή εμμέσως: α) κατέχει την πλειοψηφία του καλυφθέντος κεφαλαίου της επιχείρησης ή β) διαθέτει την πλειοψηφία των ψήφων που συνδέονται με τα μερίδια τα οποία εκδίδει η επιχείρηση ή γ) μπορεί να διορίζει περισσότερα από τα μισά μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ή του διευθυντικού ή του εποπτικού οργάνου της επιχείρησης».
( 23 ) Βλ., συναφώς, άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2009/38. Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 17 της οδηγίας, κατά την οποία «είναι αναγκαίο να ορισθεί η ελέγχουσα επιχείρηση, όσον αφορά μόνον την παρούσα οδηγία χωρίς αυτό να προδικάζει τους ορισμούς του ομίλου ή του ελέγχου που περιλαμβάνονται σε άλλα κείμενα».
( 24 ) Βλ. σημεία 39 και 41 ανωτέρω.
( 25 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Akavan Erityisalojen Keskusliitto AEK κ.λπ. (C‑44/08, EU:C:2009:533, σκέψη 48).
( 26 ) Βλ., συναφώς, και τις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΕΕ 2007, C 303, σ. 17).
( 27 ) Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Akavan Erityisalojen Keskusliitto AEK κ.λπ. (C‑44/08, EU:C:2009:533, σκέψη 70).
( 28 ) Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Akavan Erityisalojen Keskusliitto AEK κ.λπ. (C‑44/08, EU:C:2009:533, σκέψεις 55, 52 και 49, αντιστοίχως).
( 29 ) Βλ., για παράδειγμα, άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ 2000, L 303, σ. 16).
( 30 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 24ης Απριλίου 2008, Arcor (C‑55/06, EU:C:2008:244, σκέψη 189).
( 31 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, Mono Car Styling (C‑12/08, EU:C:2009:466, σκέψεις 48 και 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 32 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Test Claimants in the Franked Investment Income Group Litigation (C‑362/12, EU:C:2013:834, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 33 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Nike European Operations Netherlands (C‑310/14, EU:C:2015:690, σκέψη 28).
Full & Egal Universal Law Academy