ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 30ής Μαΐου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C-120/17
Administratīvā rajona tiesa
κατά
Ministru kabinets
[αίτηση του Latvijas Republikas Satversmes tiesa
(Συνταγματικού Δικαστηρίου, Λεττονία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Κανονισμός (ΕΚ) 1257/1999 για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) – Γεωργία – Στήριξη της αγροτικής αναπτύξεως – Ενίσχυση για πρόωρη συνταξιοδότηση – Δυνατότητα για κράτος μέλος να θεσπίσει διάταξη η οποία προβλέπει το δικαίωμα κληρονομικής μεταβιβάσεως της ενισχύσεως – Έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Μεταγενέστερη αλλαγή της θέσεως της Επιτροπής – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη»
1.
Το Latvijas Republikas Satversmes tiesa (Συνταγματικό Δικαστήριο, Λεττονία), στην παρούσα υπόθεση, ζητεί από το Δικαστήριο να παράσχει διευκρινίσεις ως προς το περιεχόμενο των άρθρων 10 έως 12 του κανονισμού (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών ( 2 ), ιδίως δε ως προς το ζήτημα αν οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν στα κράτη μέλη να θεσπίσουν, στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού αυτού, μέτρο το οποίο προβλέπει την κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση.
2.
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί των ορίων της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο καλείται να αποσαφηνίσει την αξία που πρέπει να αποδοθεί στην απόφαση με την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εγκρίνει σχέδιο αγροτικής αναπτύξεως, σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 2, του κανονισμού 1257/1999, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως σχετικά με τη γένεση τέτοιας εμπιστοσύνης, καθώς και την αξία που πρέπει να αποδοθεί στα μεταγενέστερα συμπεράσματα της επιτροπής αγροτικής αναπτύξεως ( 3 ) εντός του ίδιου θεσμικού οργάνου στο πλαίσιο της εκτιμήσεως σχετικά με την απάλειψή της.
I. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
3.
Η εφαρμογή της πολιτικής αγροτικής αναπτύξεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης στηρίζεται στην αρχή της από κοινού διαχειρίσεως από την Ένωση και τα κράτη μέλη, δυνάμει της οποίας το δίκαιο της Ένωσης καθιερώνει ένα γενικό νομικό πλαίσιο που συμπληρώνεται από τα εθνικά δίκαια. Στο πλαίσιο αυτό, ο κανονισμός 1257/1999 θέτει του γενικούς κανόνες για τη στήριξη υπέρ της χρηματοδοτούμενης από το ΕΓΤΠΕ αγροτικής αναπτύξεως.
4.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 23 του κανονισμού 1257/1999, «[…] θα πρέπει να ενθαρρυνθεί η πρόωρη συνταξιοδότηση των γεωργών με στόχο τη βελτίωση της βιωσιμότητας των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, λαμβάνοντας υπόψη την πείρα που αποκτήθηκε κατά την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 2079/92 ( 4 )».
5.
Ο τίτλος II («Μέτρα αγροτικής ανάπτυξης»), κεφάλαιο IV («Πρόωρη συνταξιοδότηση»), του κανονισμού 1257/1999 περιέχει τα άρθρα 10 έως 12. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«Η στήριξη της πρόωρης συνταξιοδότησης των γεωργών πρέπει να συμβάλλει στην επίτευξη των ακόλουθων στόχων:
–
– στην παροχή εισοδήματος στους ηλικιωμένους γεωργούς οι οποίοι αποφασίζουν να παύσουν τη γεωργική τους δραστηριότητα,
–
– στην ενθάρρυνση της αντικατάστασης των ηλικιωμένων αυτών γεωργών από άλλους, οι οποίοι θα μπορέσουν να βελτιώσουν, εφόσον απαιτείται, την οικονομική βιωσιμότητα των γεωργικών εκμεταλλεύσεων που εναπομένουν,
–
– στην αναδιάθεση των γεωργικών εκτάσεων για μη γεωργικές χρήσεις, όταν δεν είναι δυνατή η χρήση τους για γεωργικούς σκοπούς υπό ικανοποιητικούς όρους οικονομικής βιωσιμότητας».
6.
Το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 5, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«1. Ο αποχωρών γεωργός πρέπει:
–
– να παύσει οριστικά να ασκεί οποιαδήποτε γεωργική δραστηριότητα για εμπορικούς σκοπούς· μπορεί ωστόσο να εξακολουθήσει να ασκεί γεωργική δραστηριότητα για μη εμπορικούς σκοπούς και να διατηρήσει τη χρήση των κτισμάτων,
–
– να είναι τουλάχιστον 55 ετών, χωρίς να έχει φθάσει τη συνήθη ηλικία συνταξιοδότησης κατά τη στιγμή της αποχώρησής του και
–
– να έχει ασκήσει τη γεωργική δραστηριότητα τα δέκα τελευταία χρόνια πριν από την αποχώρησή του.
[…]
5. Οι προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται καθόλη τη διάρκεια της περιόδου, κατά την οποία ο αποχωρών γεωργός λαμβάνει ενίσχυση για πρόωρη συνταξιοδότηση.»
7.
Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού:
«Η διάρκεια χορήγησης της ενίσχυσης για πρόωρη συνταξιοδότηση δεν μπορεί να υπερβαίνει τη δεκαπενταετία για τον αποχωρούντα γεωργό και τη δεκαετία για το γεωργικό εργάτη. Δεν μπορεί να χορηγείται πέραν του εβδομηκοστού πέμπτου έτους του αποχωρούντος γεωργού ούτε της συνήθους ηλικίας συνταξιοδότησης του γεωργικού εργάτη.
Εάν, στην περίπτωση αποχωρούντος γεωργού, καταβάλλεται από το κράτος μέλος κανονική σύνταξη, η ενίσχυση για πρόωρη συνταξιοδότηση χορηγείται ως συμπληρωματική σύνταξη, λαμβάνοντας υπόψη το ποσό της εθνικής σύνταξης.»
8.
Τα άρθρα 35 έως 50 του κανονισμού 1257/1999 αποτελούν μέρος του τίτλου III, ο οποίος τιτλοφορείται «Γενικές αρχές, διοικητικές και δημοσιονομικές διατάξεις». Κατά το άρθρο 39 του κανονισμού:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν τη συμβατότητα και τη συνοχή των μέτρων στήριξης της αγροτικής ανάπτυξης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.
2. Τα σχέδια αγροτικής ανάπτυξης που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη περιλαμβάνουν εκτίμηση της συμβατότητας και της συνοχής των προβλεπόμενων μέτρων στήριξης και μνεία των μέτρων που λαμβάνονται για να εξασφαλισθεί η συμβατότητα και η συνοχή.
3. Εάν χρειάζεται, τα μέτρα στήριξης αναθεωρούνται μεταγενέστερα, για να εξασφαλισθεί η συμβατότητα και η συνοχή τους.»
9.
Το άρθρο 44, παράγραφος 2, προβλέπει τα εξής:
«Η Επιτροπή προβαίνει σε εκτίμηση των προτεινόμενων σχεδίων για να προσδιορίσει εάν είναι συνεπή προς τον παρόντα κανονισμό. Βάσει των σχεδίων, εγκρίνει τα έγγραφα προγραμματισμού αγροτικής ανάπτυξης, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 50 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 ( 5 ), εντός έξι μηνών από την υποβολή των σχεδίων».
Β. Το λεττονικό δίκαιο
10.
Το Ministru kabineta 2004. gada 30. novembra noteikumi Nr. 1002 «Kārtība, kādā ieviešams programmdokuments “Latvijas Lauku attīstības plāns Lauku attīstības programmas īstenošanai 2004.-2006.gadam”» [διάταγμα 1002 του Υπουργικού Συμβουλίου σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του εγγράφου προγραμματισμού «Σχέδιο αγροτικής αναπτύξεως της Λεττονίας για την εκτέλεση του προγράμματος αναπτύξεως της υπαίθρου για τα έτη 2004 έως 2006 (στο εξής: σχέδιο αγροτικής αναπτύξεως)», της 30ής Νοεμβρίου 2004 (στο εξής: διάταγμα 1002)] ενέκρινε το εν λόγω έγγραφο προγραμματισμού. Το διάταγμα 1002 τέθηκε σε ισχύ στις 7 Δεκεμβρίου 2004.
11.
Το σημείο 9.3 του σχεδίου αγροτικής αναπτύξεως προβλέπει για τους ηλικιωμένους ιδιοκτήτες γεωργικών εκμεταλλεύσεων τη δυνατότητα να εκχωρούν, να πωλούν ή να δωρίζουν τη γεωργική τους εκμετάλλευση ή τμήμα αυτής σε τρίτο, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα ενίσχυση για την πρόωρη συνταξιοδότησή τους (στο εξής: ενίσχυση για πρόωρη συνταξιοδότηση), της οποίας οι προϋποθέσεις υπαγωγής αντιστοιχούν, σε μεγάλο βαθμό, στις προϋποθέσεις του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 1257/1999.
12.
Το στοιχείο a της ενότητας η οποία τιτλοφορείται «Πρόωρη συνταξιοδότηση» του σημείου 12.3.2 του σχεδίου αγροτικής αναπτύξεως προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι, σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου της ενισχύσεως εντός της περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας ισχύει διοικητική σύμβαση σχετικά με τη λήψη συντάξεως κατόπιν πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, η μηνιαία σύνταξη κατόπιν πρόωρης συνταξιοδοτήσεως για το εναπομένον χρονικό διάστημα εξακολουθεί να καταβάλλεται στα πρόσωπα που διαθέτουν κληρονομικά δικαιώματα κατοχυρωμένα σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
13.
Βάσει του σχεδίου αυτού αγροτικής αναπτύξεως, η Lauku atbalsta dienests (υπηρεσία στηρίξεως της αγροτικής οικονομίας, Λεττονία) συνήψε την εν λόγω διοικητική σύμβαση με τους γεωργούς που επιθυμούσαν να επωφεληθούν της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση.
14.
Το σημείο 1 του Ministru kabineta 2015. gada 14. aprīla noteikumi Nr. 187 «Grozījmus Ministru kabineta 2004. Gada 30. Novembra noteikumos Nr. 1002 Kārtība, kādā ieviešams programmdokuments “Latvijas Lauku attīstības plāns Lauku attīstības programmas īstenošanai 2004.-2006.gadam”» [διατάγματος 187 του Υπουργικού Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2015, περί τροποποιήσεως του διατάγματος αριθ. 1002 (στο εξής: διάταγμα 187)] κατήργησε από το στοιχείο a τη δυνατότητα κληρονομικής μεταβιβάσεως της ενισχύσεως αυτής. Κατά το σημείο του 2, το διάταγμα 187 τέθηκε σε ισχύ στις 30 Απριλίου 2015.
II. Τα πραγματικά περιστατικά, η κύρια δίκη, τα προδικαστικά ερωτήματα και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
15.
Με απόφαση της 30ής Ιουλίου 2004, η Επιτροπή ενέκρινε το έγγραφο προγραμματισμού «Σχέδιο αγροτικής αναπτύξεως της Λεττονίας για την εκτέλεση του προγράμματος αναπτύξεως της υπαίθρου για τα έτη 2004 έως 2006», το οποίο προέβλεπε την κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση.
16.
Ενώπιον του administratīvā rajona tiesa (διοικητικού πρωτοδικείου, Λεττονία), υποβλήθηκε από ιδιώτες αίτηση για αναγνώριση της εγκυρότητας της διοικητικής συμβάσεως σχετικά με τη λήψη συντάξεως κατόπιν πρόωρης συνταξιοδοτήσεως εντός πλαισίου στο οποίο η υπηρεσία στηρίξεως της αγροτικής οικονομίας, στηριζόμενη στο διάταγμα 187, έπαυσε να τηρεί τις σχετικές δεσμεύσεις της έναντι των προσώπων αυτών.
17.
Κρίνοντας ότι το σημείο 1 του διατάγματος 187 αντέβαινε στο άρθρο 105 του Latvijas Republikas Satversme (Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Λεττονίας), με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, το administratīvā rajona tiesa (διοικητικό πρωτοδικείο) προσέφυγε στο Latvijas Republikas Satversmes tiesa (Συνταγματικό Δικαστήριο).
18.
Συναφώς, το administratīvā rajona tiesa (διοικητικό πρωτοδικείο) υποστηρίζει ότι η σύναψη διοικητικής συμβάσεως σχετικά με τη λήψη συντάξεως κατόπιν πρόωρης συνταξιοδοτήσεως δημιούργησε στον αποχωρούντα γεωργό και στους κληρονόμους του τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι οι τελευταίοι έχουν δικαίωμα να κληρονομήσουν την ενίσχυση, εάν εξακολουθούν να τηρούνται οι αναληφθείσες δυνάμει της συμβάσεως δεσμεύσεις.
19.
Αντιθέτως, το Ministru kabinets (Υπουργικό Συμβούλιο) φρονεί ότι το διάταγμα 187, το οποίο το ίδιο έχει εκδώσει, είναι σύμφωνο με το άρθρο 105 του Συντάγματος της Δημοκρατίας της Λεττονίας. Συναφώς, σημειώνει ότι η επιτροπή αγροτικής αναπτύξεως της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίασή της που πραγματοποιήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2011, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η χρηματοδότηση του ΕΓΤΠΕ δεν είχε εφαρμογή στην κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση. Επομένως, η ενίσχυση αυτή δεν ανταποκρίνεται στον τιθέμενο από τον κανονισμό 1257/1999 στόχο και οδηγεί σε σπατάλη των χρηματικών πόρων της Ένωσης και εκείνων της Δημοκρατίας της Λεττονίας.
20.
Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν ο κανονισμός 1257/1999 απαγορεύει τη συμπερίληψη στο λεττονικό δίκαιο διατάξεως σχετικής με την κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση. Υπογραμμίζει ότι, εάν ισχύει η εν λόγω απαγόρευση, το δικαίωμα των κληρονόμων του αποχωρούντος γεωργού να λάβουν την ενίσχυση δυνάμει του διατάγματος αριθ. 1002 δεν μπορεί να θεωρηθεί αντικείμενο του δικαιώματος στην ιδιοκτησία και, ως εκ τούτου, το διάταγμα 187 δεν συνεπάγεται περιορισμό του εν λόγω δικαιώματος.
21.
Επειδή το διάταγμα 1002 συνιστά εφαρμογή κανονισμού, η απάντηση εξαρτάται, κατά το αιτούν δικαστήριο, από το ζήτημα αν ο κανονισμός αυτός παρέσχε περιθώριο εκτιμήσεως στα κράτη μέλη. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι κατά τα άρθρα 10 έως 12 του κανονισμού 1257/1999 προϋποθέσεις χορηγήσεως της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση συνεπάγονται τον προσωπικό χαρακτήρα του σχετικού δικαιώματος, ήτοι ότι μόνο ο ίδιος ο παραχωρήσας την εκμετάλλευσή του σε τρίτο δικαιούται να λάβει τέτοια ενίσχυση. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη δεν δύνανται να συμπληρώσουν τις εν λόγω προϋποθέσεις προβλέποντας ότι το δικαίωμα λήψεως της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του αποχωρούντος γεωργού, δεδομένου ότι αυτοί δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στη διοικητική σύμβαση που αφορά τη λήψη της επίμαχης συντάξεως κατόπιν πρόωρης συνταξιοδοτήσεως.
22.
Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, στον τομέα της γεωργίας, η Συνθήκη προβλέπει συντρέχουσα αρμοδιότητα μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών. Τονίζει το γεγονός ότι το άρθρο 41, παράγραφος 1, του κανονισμού 1257/1999 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να υποβάλλουν στην Επιτροπή σχέδια αγροτικής αναπτύξεως και η τελευταία τα εξετάζει προκειμένου να διαπιστώσει αν είναι σύμφωνα με τον κανονισμό αυτόν. Το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, εάν ένα σχέδιο εγκριθεί, πρέπει να θεωρηθεί οριστικό και, ως εκ τούτου, το οικείο κράτος μέλος έχει δικαίωμα να το υλοποιήσει. Εν προκειμένω, η Επιτροπή πράγματι ενέκρινε, στις 30 Ιουλίου 2004, έγγραφο προγραμματισμού για την αγροτική ανάπτυξη της Λεττονίας για την περίοδο προγραμματισμού 2004-2006, το οποίο περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, τη διάταξη σχετικά με την κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση.
23.
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, επίσης, ότι η απευθυνόμενη στο Υπουργικό Συμβούλιο επιστολή της Επιτροπής της 11ης Μαΐου 2015 εγείρει αμφιβολίες σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 10 έως 12 του κανονισμού 1257/1999, επιστολή κατά την επιστολή πρέπει να καταστεί σαφές για όλα τα κράτη μέλη ότι τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται στο πλαίσιο της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση δεν μεταβιβάζονται στους κληρονόμους του αποχωρούντος γεωργού και ότι δεν είναι πλέον δυνατή η επίκληση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης από την 19η Οκτωβρίου 2011, ημερομηνία η οποία πρέπει να θεωρηθεί ως η καταληκτική ημερομηνία για την υπογραφή νέας συμβάσεως ενισχύσεως, εμπεριέχουσας σύννομη ρήτρα περί κληρονομικής μεταβιβάσεως. Επιπροσθέτως, διερωτάται αν η υπόθεση που έχει αχθεί ενώπιόν του αποτελεί περίπτωση κατά την οποία η μη σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης πρακτική κράτους μέλους ήταν δυνατό να παραγάγει έννομες συνέπειες, δεδομένου ότι, κατά την εκ μέρους των γεωργών υπογραφή της διοικητικής συμβάσεως σχετικά με τη λήψη συντάξεως κατόπιν πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, οι ενδιαφερόμενοι γεωργοί δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ενδεχόμενο σφάλμα του κράτους μέλους και της Επιτροπής ως προς τη δυνατότητα κληρονομικής μεταβιβάσεως της υπό κρίση ενισχύσεως.
24.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Λαμβανομένων υπόψη των συντρεχουσών αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών στον τομέα της γεωργίας, έχουν οι διατάξεις του κανονισμού 1257/1999, υπό το πρίσμα ενός εκ των σκοπών του –ήτοι της συμμετοχής των γεωργών στο μέτρο της πρόωρης συνταξιοδοτήσεώς τους–, την έννοια ότι απαγορεύουν σε κράτος μέλος, στο πλαίσιο των μέτρων εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού, να θεσπίσει κανονιστική ρύθμιση η οποία να επιτρέπει την κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως που λαμβάνουν οι γεωργοί για τη στήριξη της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως τους;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, ήτοι σε περίπτωση που οι διατάξεις του κανονισμού 1257/1999 απαγορεύουν πράγματι την κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των γεωργών, είναι δυνατή η γέννηση δικαιώματος κληρονομικής μεταβιβάσεως της ενισχύσεως που χορηγείται στο πλαίσιο εφαρμογής του εν λόγω μέτρου, στην περίπτωση που κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους έχει κριθεί από την Επιτροπή, βάσει της δέουσας διαδικασίας, σύμφωνη προς τις διατάξεις του κανονισμού 1257/1999, οι δε γεωργοί έκαναν χρήση του μέτρου της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των γεωργών με βάση την εθνική πρακτική;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, ήτοι σε περίπτωση που κριθεί δυνατή η θεμελίωση σχετικού δικαιώματος, δύνανται τα συμπεράσματα που συνήχθησαν στη συνεδρίαση της επιτροπής αγροτικής αναπτύξεως της Επιτροπής, της 19ης Οκτωβρίου 2011, σύμφωνα με τα οποία η ενίσχυση λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως δεν μπορεί να μεταβιβασθεί στους κληρονόμους του αποχωρούντος γεωργού, να αποτελέσουν τη νομική βάση για την εσπευσμένη απόσβεση του ως άνω γεγενημένου υποκειμενικού δικαιώματος;»
25.
Επί των ερωτημάτων αυτών υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις η Λεττονική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή. Τα ίδια ενδιαφερόμενα μέρη υπέβαλαν επίσης προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 17 Ιανουαρίου 2018 ( 6 ).
III. Νομική ανάλυση
Α. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
26.
Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 10 έως 12 του κανονισμού 1257/1999 αποκλείουν την εκ μέρους των κρατών μελών θέσπιση, στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων αυτών, μέτρου το οποίο επιτρέπει την κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση.
27.
Θεωρώ, εκ προοιμίου, αναγκαίο να υπομνησθούν οι προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η θέσπιση μέτρων εφαρμογής κανονισμού από τα κράτη μέλη.
28.
Κατά το Δικαστήριο, τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν τα εν λόγω μέτρα εφόσον δεν παρακωλύουν την άμεση εφαρμογή του σχετικού κανονισμού, δεν αποκρύπτουν την κοινοτική του φύση και προσδιορίζουν την άσκηση του περιθωρίου εκτιμήσεως που τους παρέχει χωρίς να υπερβαίνουν τα όρια των διατάξεών του ( 7 ).
29.
Πρέπει, επομένως, να γίνει αναφορά στις εφαρμοστέες διατάξεις του κανονισμού 1257/1999, ερμηνευόμενες με γνώμονα τους σκοπούς του, προκειμένου να προσδιοριστεί, καταρχάς, αν αυτές απαγορεύουν, επιβάλλουν ή παρέχουν τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα τα οποία προβλέπουν την κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση και, στην τελευταία περίπτωση, αν το μέτρο εφαρμογής το οποίο θεσπίστηκε από τη Δημοκρατία της Λεττονίας βαίνει πέραν των ορίων της διακριτικής ευχέρειας που αναγνωρίζεται σε κάθε κράτος μέλος ( 8 ).
30.
Επισημαίνω ότι οι διατάξεις του κανονισμού 1257/1999 δεν ρυθμίζουν το ζήτημα της κληρονομικής μεταβιβάσεως. Ειδικότερα, οι εν λόγω διατάξεις ούτε επιτρέπουν ούτε απαγορεύουν ρητώς τη δυνατότητα μεταβιβάσεως της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση στους κληρονόμους των αποχωρούντων γεωργών.
31.
Εντούτοις, φρονώ ότι είναι λιγότερο προφανές το ζήτημα αν οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι επιτρέπουν στα κράτη μέλη να θεσπίσουν τέτοιο μέτρο εφαρμογής.
32.
Συναφώς, θεωρώ αναγκαία την παρατήρηση ότι το καθεστώς της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση, όπως καθορίζεται από τον επίμαχο κανονισμό, δεν αντιτίθεται, εκ πρώτης όψεως, σε ερμηνεία κατά την οποία εθνική διάταξη προβλέπουσα την κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως μπορεί να παραμένει εντός του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού.
33.
Πράγματι, διάφορα στοιχεία μπορούν να στηρίξουν το συμπέρασμα αυτό ( 9 ).
34.
Καταρχάς, το προαναφερθέν συμπέρασμα μπορεί να είναι προϊόν της υιοθετήσεως τελολογικής ερμηνευτικής προσεγγίσεως. Εστιάζοντας στον σκοπό του μηχανισμού της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση, αυτός αποτελεί, όπως υπενθυμίζει η ίδια η Επιτροπή, «οικονομική παρότρυνση» προς τους γεωργούς, η οποία αποβλέπει, σε τελευταία ανάλυση, στη βελτίωση της βιωσιμότητας των γεωργικών εκμεταλλεύσεων ( 10 ). Ωστόσο, υπό τις συνθήκες αυτές, το μέτρο της ενισχύσεως μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο, και, ως εκ τούτου, να επιτρέψει την επίτευξη του στόχου της βελτιώσεως της βιωσιμότητας, μόνο εάν αποτελεί μέτρο επαρκώς ελκυστικό για τους γεωργούς οι οποίοι πληρούν τις οριζόμενες στα άρθρα 11 και 12 του κανονισμού 1257/1999 απαιτήσεις.
35.
Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ως προς το γεγονός ότι εθνική νομοθεσία η οποία παρέχει στους γεωργούς τη δυνατότητα να μεταβιβάσουν την ενίσχυση στους κληρονόμους τους συμβάλλει στην επίτευξη του εν λόγω στόχου. Θα μπορούσαμε ακόμη και να υποθέσουμε ότι η δυνατότητα αυτή θα επηρέαζε αξιοσημείωτα, ενδεχομένως δε καθοριστικά, εντός των κρατών μελών με ορισμένο οικονομικό και κοινωνικό ιστό, την επιλογή των εν λόγω γεωργών να παύσουν τη γεωργική τους δραστηριότητα πριν φθάσουν στην ηλικία συνταξιοδοτήσεως προκειμένου να επωφεληθούν της επίμαχης ενισχύσεως. Επομένως, η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση θα μπορούσε να οδηγήσει τα κράτη μέλη στο συμπέρασμα ότι εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει την εν λόγω δυνατότητα δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του κανονισμού 1257/1999.
36.
Το άρθρο 12 του κανονισμού 1257/1999 θα μπορούσε, επίσης, να οδηγήσει τα κράτη μέλη σε τέτοιο συμπέρασμα. Καταρχάς, η πρώτη του παράγραφος επιβάλλει όρια στο ποσό της κοινοτικής ενισχύσεως, μέσω παραπομπής στα ανώτατα όρια που καθορίζονται στο παράρτημα ( 11 ). Συναφώς, φρονώ ότι η απουσία ρητής απαγορεύσεως μεταβιβάσεως της ενισχύσεως στους κληρονόμους, σε συνδυασμό με την ύπαρξη των ανώτατων ορίων, θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα ανώτατα αυτά όρια συνιστούν το μόνο αναγκαίο εργαλείο προκειμένου να εξασφαλισθεί η προστασία του γενικού συμφέροντος προς αποδοτική χρήση των πόρων της Ένωσης, ενώ, συγχρόνως, ο νομοθέτης της Ένωσης αφήνει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να προβλέψουν ή όχι την κληρονομική μεταβίβαση της εν λόγω ενισχύσεως ( 12 ).
37.
Το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1257/1999, το οποίο επιβάλλει όρια ως προς τη διάρκεια της ενισχύσεως, θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί ικανό να στηρίξει το συμπέρασμα περί της συμβατότητας της κληρονομικής μεταβιβάσεως της ενισχύσεως με τον κανονισμό 1257/1999. Πράγματι, μολονότι το ένα από τα δύο όρια τα οποία επιβάλλει ο εν λόγω κανονισμός στηρίζεται στην ηλικία του αποχωρούντος γεωργού («Δεν μπορεί να χορηγείται πέραν του εβδομηκοστού πέμπτου έτους του αποχωρούντος γεωργού […]») και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να εφαρμοστεί στους κληρονόμους του, εντούτοις το άλλο δεν παραπέμπει σε κανένα εγγενές χαρακτηριστικό του ίδιου του αποχωρούντος γεωργού («Η διάρκεια χορήγησης της ενίσχυσης […] δεν μπορεί να υπερβαίνει τη δεκαπενταετία για τον αποχωρούντα γεωργό»). Ενώ, λοιπόν, το πρώτο όριο εφαρμόζεται μόνο στους αποχωρούντες γεωργούς, το δεύτερο θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τα κράτη μέλη ως έχον εφαρμογή στους κληρονόμους του ( 13 ).
38.
Τελευταίο, αλλά εξίσου σημαντικό, στοιχείο, το οποίο συνηγορεί ουσιωδώς υπέρ του συμπεράσματος ότι η λεττονική εθνική ρύθμιση δεν έρχεται σε αντίθεση με τον επίμαχο κανονισμό, είναι το γεγονός ότι το σχέδιο αγροτικής αναπτύξεως που περιλαμβάνει τη διάταξη περί κληρονομικής μεταβιβάσεως της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση, ήτοι το διάταγμα 1002, αποτέλεσε αντικείμενο αποφάσεως εγκρίσεως της Επιτροπής βάσει του άρθρου 44, παράγραφος 2, του κανονισμού 1257/1999, αποφάσεως η οποία αφορά, όπως τούτο έχει κριθεί ( 14 ), το περιεχόμενο του εν λόγω σχεδίου.
39.
Παρά το σύνολο των εκτιμήσεων που έχουν αναπτυχθεί έως το σημείο αυτό, η ερμηνεία κατά την οποία οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν στα κράτη μέλη, κατά την εφαρμογή του κανονισμού 1257/1999, να προβλέπουν την κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση, έστω και εάν στηρίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία, δεν είναι πειστική.
40.
Συναφώς, σημειώνω ότι, με τις παρατηρήσεις τους, τόσο η Λεττονική Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή εκτιμούν ότι στο ερώτημα αυτό αρμόζει αρνητική απάντηση.
41.
Συμφωνώ με το νομικό συλλογισμό ο οποίος οδήγησε την Επιτροπή στο εν λόγω συμπέρασμα. Τον υπενθυμίζω, λοιπόν, εν συνεχεία.
42.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι από την ανάγνωση του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1257/1999, καθώς και από την αιτιολογική του σκέψη 23, συνάγεται ότι ο σκοπός του μηχανισμού της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση στη γεωργία συνίσταται στην παροχή εισοδήματος στους ηλικιωμένους γεωργούς οι οποίοι αποφασίζουν να παύσουν τη γεωργική τους δραστηριότητα και στην ενθάρρυνση της αντικαταστάσεως των γεωργών αυτών από άλλους, οι οποίοι θα μπορέσουν να βελτιώσουν, ενδεχομένως, την οικονομική βιωσιμότητα των γεωργικών εκμεταλλεύσεων που εναπομένουν. Με άλλα λόγια, η ενίσχυση για την πρόωρη συνταξιοδότηση συνιστά, όπως υπενθυμίζει η Επιτροπή, οικονομική παρότρυνση με σκοπό να ενθαρρύνει τους ηλικιωμένους γεωργούς να παύσουν οριστικώς τις γεωργικές δραστηριότητές τους νωρίτερα απ’ ό,τι θα το έπρατταν υπό συνήθεις περιστάσεις και, συνεπώς, να διευκολύνει τον διαρθρωτικό μετασχηματισμό του γεωργικού τομέα προκειμένου να διασφαλισθεί καλύτερα η βιωσιμότητα των γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Προς τον σκοπό αυτό, οι διατάξεις του κανονισμού που αφορούν την ενίσχυση για πρόωρη συνταξιοδότηση έχουν ως σκοπό να προσδιορίσουν, να προσελκύσουν και να ωφελήσουν, με την ενίσχυση, αποκλειστικά τους πραγματικούς γεωργούς, οι οποίοι ασκούν τη γεωργία ως επάγγελμα και είναι ήδη ηλικιωμένοι. Κατά συνέπεια, οι προβλεπόμενες από τις εν λόγω διατάξεις προϋποθέσεις λήψεως της ενισχύσεως έχουν, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, προσωπικό χαρακτήρα και είναι, επομένως, άρρηκτα συνδεδεμένες με τον ηλικιωμένο γεωργό, γνώμη την οποία συμμερίζεται η Δημοκρατία της Λεττονίας.
43.
Συναφώς, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 1257/1999 προβλέπει ότι, προκειμένου να δικαιούται την ενίσχυση, ο αποχωρών γεωργός πρέπει να είναι τουλάχιστον 55 ετών, να έχει ασκήσει την εμπορική γεωργική δραστηριότητα τα δέκα τελευταία χρόνια πριν από την παραχώρηση της εκμεταλλεύσεως και, κατόπιν αυτής, να παύσει να ασκεί την εν λόγω δραστηριότητα. Επιπλέον, το άρθρο 11, παράγραφος 5, του ίδιου κανονισμού διευκρινίζει ότι η εφαρμογή των προϋποθέσεων αυτών συσχετίζεται με την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ο «αποχωρών γεωργός», και όχι ο κληρονόμος του, επωφελείται της ενισχύσεως. Ομοίως, ο προσωπικός χαρακτήρας των επιβαλλόμενων στον αποχωρούντα γεωργό υποχρεώσεων προκύπτει από το άρθρο 12, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, καθόσον η διάταξη αυτή ορίζει ότι το δικαίωμα στην ενίσχυση και η υποχρέωση καταβολής της εν λόγω ενισχύσεως παύουν όταν ο αποχωρών γεωργός φθάσει την ηλικία των 75 ετών και ότι το ποσό της ενισχύσεως μειώνεται σε συνάρτηση με την κανονική σύνταξη που του καταβάλλεται από το κράτος.
44.
Βάσει των προαναφερθέντων, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι ο προσωπικός χαρακτήρας της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση, όπως προκύπτει από τα άρθρα 11 και 12 του κανονισμού 1257/1999, δεν επιτρέπει τη θέσπιση εθνικής νομοθεσίας, όπως το διάταγμα 1002, προβλέπουσας την κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως.
45.
Θεωρώ πειστική την ερμηνεία αυτή, η οποία στηρίζεται στον αυστηρά προσωπικό χαρακτήρα των προβλεπόμενων από τις διατάξεις του κανονισμού 1257/1999 προϋποθέσεων.
46.
Επομένως, μολονότι οι διατάξεις του κανονισμού 1257/1999 σχετικά με την ενίσχυση για πρόωρη συνταξιοδότηση δεν είναι, κατά την άποψή μου, απολύτως σαφείς όσον αφορά την ευχέρεια των κρατών μελών να προβλέπουν, κατά την εφαρμογή των διατάξεών του, την κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως, εκτιμώ, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που προβλήθηκαν από την Επιτροπή και από τη Δημοκρατία της Λεττονίας, ότι η μεταβίβαση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις εν λόγω διατάξεις του προαναφερθέντος κανονισμού.
Β. Επί του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
47.
Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν, σε περίπτωση κατά την οποία στο πρώτο ερώτημα δοθεί η απάντηση ότι η δυνατότητα κληρονομικής μεταβιβάσεως της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση δεν είναι σύμφωνη με τον κανονισμό 1257/1999, πραγματική κατάσταση κατά την οποία εθνική ρύθμιση επιτρέπουσα την εν λόγω μεταβίβαση έχει κριθεί από την Επιτροπή, βάσει της δέουσας διαδικασίας, σύμφωνη με τον κανονισμό 1257/1999 –και βάσει της οποίας ορισμένοι γεωργοί συμμετείχαν σε μέτρο πρόωρης συνταξιοδοτήσεως– ήταν ικανή να δημιουργήσει προς όφελος των κληρονόμων των γεωργών δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το συμπέρασμα που διαλαμβάνεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως της επιτροπής αγροτικής αναπτύξεως της Επιτροπής της 19ης Οκτωβρίου 2011, κατά το οποίο η ενίσχυση για πρόωρη συνταξιοδότηση δεν δύναται να μεταβιβάζεται κληρονομικά, μπορεί να θεωρηθεί ότι απαλείφει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των κληρονόμων των γεωργών που συμμετείχαν σε μέτρο πρόωρης συνταξιοδοτήσεως ( 15 ).
48.
Καθόσον τα ερωτήματα αυτά απαιτούν ερμηνεία της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, κρίνω σκόπιμη τη διατύπωση ορισμένων προκαταρκτικών παρατηρήσεων οι οποίες σκοπούν στην οριοθέτηση του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής της εν λόγω αρχής.
49.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης συγκαταλέγεται μεταξύ των θεμελιωδών αρχών της Ένωσης ( 16 ) και, ως εκ τούτου, τόσο τα θεσμικά όργανα της Ένωσης όσο και τα κράτη μέλη οφείλουν να την τηρούν κατά την εφαρμογή των ρυθμίσεων της Ένωσης ( 17 ).
50.
Δεδομένου ότι σκοπεί στη διατήρηση των υφιστάμενων νομικών καταστάσεων, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης συγκρούεται αναγκαία με άλλες θεμελιώδεις αρχές του δικαίου της Ένωσης, ιδίως με την αρχή της νομιμότητας. Το περιεχόμενό της καθορίζεται, κατά συνέπεια, από την εξισορρόπηση των ιδιωτικών συμφερόντων προς διατήρηση των υφιστάμενων νομικών καταστάσεων, αφενός, και του δημόσιου συμφέροντος το οποίο υλοποιείται από την αρχή της νομιμότητας, αφετέρου ( 18 ).
51.
Με άλλα λόγια, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως ως προς τη συμμόρφωση με την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί, μέσω ειδικής αναλύσεως των πραγματικών περιστατικών της κάθε υποθέσεως, αν οι προσδοκίες των ενδιαφερόμενων ιδιωτών πρέπει να υπερισχύσουν της αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.
52.
Η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης είναι, συνεπώς, αντιτάξιμη μόνον εάν ο ιδιώτης μπορεί να αποδείξει ότι βρίσκεται σε ιδιαίτερη κατάσταση, η οποία πρέπει σε κράτος δικαίου να χαρακτηριστεί ως άξια προστασίας.
53.
Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να τεθεί το ζήτημα αν η κατάσταση των κληρονόμων των γεωργών ( 19 ) που έχουν συνάψει με την υπηρεσία στηρίξεως της αγροτικής οικονομίας διοικητική σύμβαση σχετική με τη λήψη συντάξεως πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, σύμβαση η οποία περιλαμβάνει ρήτρα περί κληρονομικής μεταβιβάσεως της εν λόγω ενισχύσεως, βάσει σχεδίου αγροτικής αναπτύξεως εγκριθέντος από την Επιτροπή και τεθέντος σε εφαρμογή με το διάταγμα 1002, αποτελεί κατάσταση άξια προστασίας, καθόσον η υπηρεσία στηρίξεως της αγροτικής οικονομίας έπαυσε να καταβάλλει τα οφειλόμενα δυνάμει των εν λόγω συμβάσεων ποσά συνεπεία της καταργήσεως της δυνατότητας κληρονομικής μεταβιβάσεως της ενισχύσεως με το διάταγμα 187.
54.
Κρίνω, εκ προοιμίου, ουσιώδη τη διευκρίνιση ότι το αιτούν δικαστήριο δεν ζητεί να μάθει αν μπορεί να γίνει επίκληση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έναντι των αποτελεσμάτων της νομοθετικής μεταβολής για τις μελλοντικές καταβολές των ποσών στους κληρονόμους των γεωργών που υπέγραψαν διοικητικές συμβάσεις, αλλά για τις καταβολές των ποσών οι οποίες πραγματοποιήθηκαν πριν από τη θέση σε ισχύ της εν λόγω μεταβολής. Συνεπώς, η κλασσική νομολογία, η οποία υπενθυμίζεται από τη Δημοκρατία της Λεττονίας με τις γραπτές παρατηρήσεις της και κατά την οποία οι επιχειρηματίες δεν μπορούν δικαιολογημένα να τρέφουν προσδοκίες για τη διατήρηση μιας υφισταμένης καταστάσεως, η οποία μπορεί να μεταβληθεί στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης ( 20 ) (ή των εθνικών αρχών που εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης) δεν εφαρμόζεται, κατά τη γνώμη μου, εν προκειμένω. Για τον ίδιο λόγο, το γεγονός ότι η επιλογή της καταργήσεως των διατάξεων περί της κληρονομικής μεταβιβάσεως της ενισχύσεως εμπίπτει στο περιθώριο εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη από το άρθρο 39 του κανονισμού 1257/1999, γεγονός το οποίο έχει επίσης επικαλεστεί η Δημοκρατία της Λεττονίας, δεν είναι κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση.
55.
Τούτων λεχθέντων, θα εξετάσω τώρα τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως υπό το φως της συναφούς νομολογίας, με στόχο να προσδιοριστεί αν η κατάσταση στην προκειμένη περίπτωση είναι ικανή να δικαιολογήσει την υπερίσχυση της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έναντι της αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.
56.
Σύμφωνα με τη νομολογία, η ύπαρξη καταστάσεως άξιας προστασίας προϋποθέτει ότι συντρέχουν σωρευτικώς τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, πρέπει να υφίσταται αντικειμενική συμπεριφορά των διοικητικών αρχών. Δεύτερον, ο ιδιώτης πρέπει να είναι καλόπιστος. Τρίτον, η συμπεριφορά της διοίκησης πρέπει να είναι σύμφωνη με τους εφαρμοστέους κανόνες ( 21 ).
57.
Προκειμένου να διασφαλισθεί η συνοχή του συλλογισμού, είναι σκόπιμο να ξεκινήσω από την ανάλυση της τρίτης προϋποθέσεως. Συγκεκριμένα, εάν η εν λόγω προϋπόθεση γίνει αντιληπτή υπό την έννοια ότι εθνική πρακτική μη συνάδουσα προς το δίκαιο της Ένωσης όπως η πρακτική στην προκειμένη περίπτωση, ήτοι η σύναψη από την υπηρεσία στηρίξεως της αγροτικής οικονομίας διοικητικών συμβάσεων οι οποίες περιλαμβάνουν ρήτρα περί κληρονομικής μεταβιβάσεως, δεν μπορεί να αποτελεί την πηγή δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, επιβάλλεται η διαπίστωση, λόγω της μη συνδρομής της προαναφερθείσας τρίτης προϋποθέσεως, ότι στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία η ανάλυση των λοιπών προϋποθέσεων.
58.
Εξάλλου, το νομολογιακό ρεύμα περί σφαλμάτων ή πταισμάτων υπηρεσίας ή εθνικής αρχής κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια αυτή. Με τη νομολογία αυτή, το Δικαστήριο απέρριψε επανειλημμένως τους στηριζόμενους στην παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης λόγους, κρίνοντας ότι «επίκληση της αρχής [αυτής] δεν χωρεί έναντι ρητής διατάξεως του δικαίου της Ένωσης και ότι η αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης συμπεριφορά εθνικής αρχής επιφορτισμένης με την εφαρμογή του δικαίου αυτού δεν μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εκ μέρους του επιχειρηματία ότι θα τύχει μεταχειρίσεως αντίθετης προς το δίκαιο της Ένωσης» ( 22 ).
59.
Στην επικείμενη απόφαση, το Δικαστήριο πρέπει, κατά την άποψή μου, να τοποθετηθεί επί της ερμηνείας της νομολογίας αυτής.
60.
Προσωπικά, εκτιμώ ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να συναγάγει από τη νομολογία αυτή ότι εμπιστοσύνη άξια προστασίας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να απορρέει από εθνική πρακτική μη συνάδουσα προς το δίκαιο της Ένωσης. Πράγματι, φρονώ ότι η ιδέα στην οποία στηρίζεται η εν λόγω νομολογία είναι μάλλον εκείνη κατά την οποία το νομικό αυτό ζήτημα πρέπει πάντοτε να επιλύεται λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης στις οποίες βασίζεται η παράνομη πρακτική των εθνικών αρχών. Ειδικότερα, η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί να στηρίζεται σε εθνική πρακτική η οποία αντιβαίνει σε «σαφή» διάταξη του δικαίου της Ένωσης ( 23 ).
61.
Προς υπόμνηση, οι επίμαχες στην προκειμένη περίπτωση διατάξεις είναι εκείνες του κανονισμού 1257/1999, ιδίως δε τα άρθρα 10 έως 12 του κανονισμού αυτού. Όπως εξέθεσα κατά την ανάλυση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, οι διατάξεις αυτές επιδέχονται, καταρχήν, αποκλίνουσες ερμηνείες και δεν είναι, κατά συνέπεια, σαφείς ως προς το ότι οι κληρονόμοι των γεωργών, οι οποίοι συνήψαν με την υπηρεσία στηρίξεως της αγροτικής οικονομίας διοικητικές συμβάσεις περιλαμβάνουσες ρήτρα περί κληρονομικής μεταβιβάσεως, δεν έπρεπε να στηριχθούν στη νομιμότητα της ρήτρας αυτής.
62.
Φρονώ ότι η ανάγνωση αυτή της νομολογίας ενισχύεται, επίσης, από την απόδοση στη γερμανική γλώσσα («klare Bestimmung») και, ακόμη περισσότερο, από την απόδοση στην αγγλική γλώσσα («unambiguous provision») του κειμένου των εξεταζόμενων αποφάσεων.
63.
Δεν παραβλέπω ότι, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δικαιολογημένη εμπιστοσύνη δεν μπόρεσε, εν προκειμένω, να γεννηθεί στο επίπεδο του δικαίου της Ένωσης, βάσει ενός obiter dictum του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην απόφαση Πολωνία κατά Επιτροπής (T-257/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:111) κατά το οποίο «[…] η αποδοχή από την Επιτροπή [του σχεδίου αγροτικής αναπτύξεως] δεν προσδίδει στο εν λόγω έγγραφο προγραμματισμού μεγαλύτερη νομική αξία σε σχέση με εκείνη του κανονισμού 1257/1999 […]» ( 24 ). Εντούτοις, φρονώ ότι η ιδέα στην οποία στηρίχθηκε η διαπίστωση αυτή του Γενικού Δικαστηρίου έγκειτο στο ότι ο επίμαχος κανόνας, ήτοι το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού («[Ο αποχωρών γεωργός πρέπει] να παύσει οριστικά να ασκεί οποιαδήποτε γεωργική δραστηριότητα για εμπορικούς σκοπούς […]»), δεν άφηνε περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία όσον αφορά την υποχρέωση των κρατών μελών να εξακριβώσουν αν οι γεωργοί είχαν ασκήσει τη γεωργική δραστηριότητα για εμπορικούς σκοπούς κατά την περίοδο που προηγήθηκε της παύσεως της εν λόγω δραστηριότητας και έπρεπε, κατά συνέπεια, να χαρακτηριστεί ως «σαφής διάταξη», περίσταση η οποία, όπως εξήγησα, δεν συντρέχει στην υπό κρίση υπόθεση.
64.
Εν πάση περιπτώσει, έστω και εάν η απόφαση της Επιτροπής δεν μπορεί, από μόνη της, να δημιουργήσει στην προκειμένη περίπτωση δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στους κληρονόμους, πρέπει, κατά την άποψή μου, να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση της «σαφήνειας» των επίμαχων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης. Πράγματι, στην περίπτωση κατά την οποία οι προεκτεθείσες εκτιμήσεις δεν θεωρηθούν επαρκείς για να αποδείξουν ότι το άρθρο 10, το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερη και τρίτη περίπτωση, και το άρθρο 12 του κανονισμού 1257/1999 δεν αποτελούν «σαφείς διατάξεις», υπενθυμίζω ότι το διάταγμα 1002, ήτοι η νομική βάση της ρήτρας περί κληρονομικής μεταβιβάσεως η οποία περιλαμβάνεται στις διοικητικές συμβάσεις μεταξύ της υπηρεσίας στηρίξεως της αγροτικής οικονομίας και των γεωργών, θεσπίστηκε κατόπιν της εγκρίσεως από την Επιτροπή του σχεδίου αγροτικής αναπτύξεως 2004-2006 της Δημοκρατίας της Λεττονίας, το οποίο εμπεριείχε τη ρήτρα περί κληρονομικής μεταβιβάσεως στο στοιχείο a της ενότητας «Πρόωρη συνταξιοδότηση» του υποκεφαλαίου 12.3.2. Εάν ακόμη και η ερμηνεία της Επιτροπής ( 25 ) όσον αφορά τα άρθρα 10 έως 12 του κανονισμού 1257/1999 αποδέχεται τη δυνατότητα κληρονομικής μεταβιβάσεως της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση, μολονότι η εν λόγω δυνατότητα έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα αυτά, δεν κατανοώ πώς θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως «σαφείς διατάξεις» κατά την έννοια της νομολογίας.
65.
Συνεπώς, η πρακτική της εθνικής διοικήσεως η οποία συνίσταται στη σύναψη διοικητικών συμβάσεων που περιλαμβάνουν ρήτρα περί κληρονομικής μεταβιβάσεως της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση είναι ικανή να αποτελέσει την πηγή δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, μολονότι έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 10 έως 12 του κανονισμού 1257/1999, λόγω του γεγονότος ότι οι διατάξεις αυτές δεν είναι σαφείς κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου.
66.
Υπό τις συνθήκες αυτές, προκειμένου να καθοριστεί αν έχει πράγματι δημιουργηθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στους κληρονόμους των γεωργών οι οποίοι έχουν υπογράψει τις διοικητικές συμβάσεις, πρέπει να εξεταστεί αν πληρούνται, επίσης, οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο σημείο 56 των παρουσών προτάσεων, ήτοι αν η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη έγκειται σε συμπεριφορά των διοικητικών αρχών και αν ο ωφελούμενος από την εν λόγω δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ήταν καλόπιστος.
67.
Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του ιδιώτη πρέπει να προκληθεί από συμπεριφορά των διοικητικών αρχών. Ειδικότερα, είναι αναγκαίο η συμπεριφορά, λόγω των αντικειμενικών της χαρακτηριστικών, να είναι ικανή να δημιουργήσει εύλογη προσδοκία στον ιδιώτη.
68.
Συναφώς, διερωτώμαι αν η συμπεριφορά που δημιούργησε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των κληρονόμων στην υπόθεση της κύριας δίκης είναι η συμπεριφορά της Επιτροπής (η απόφαση της εγκρίσεως του σχεδίου αγροτικής αναπτύξεως της Δημοκρατίας της Λεττονίας) ή η συμπεριφορά της λεττονικής εθνικής διοικήσεως (η σύναψη με τους γεωργούς διοικητικών συμβάσεων σχετικά με τη λήψη συντάξεως κατόπιν πρόωρης συνταξιοδοτήσεως) ( 26 ). Η επιβαλλόμενη απάντηση συνίσταται, κατά την άποψή μου, στο ότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των κληρονόμων στο δικαίωμά τους να λάβουν το σχετικό με τη στήριξη της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως χρηματικό ποσό απορρέει από τις αναληφθείσες από την εθνική διοίκηση δεσμεύσεις έναντι των γεωργών στο πλαίσιο των διοικητικών συμβάσεων. Είναι προφανές, κατ’ εμέ, ότι η συμπεριφορά της λεττονικής εθνικής διοικήσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι πληροί της επιβαλλόμενες από τη νομολογία απαιτήσεις.
69.
Πράγματι, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι οι αναληφθείσες δεσμεύσεις στο πλαίσιο των διοικητικών συμβάσεων προέρχονται από αρμόδια και διαθέτουσα την εξουσία αποφάσεως αρχή. Ως δημόσιος οργανισμός στον οποίο το λεττονικό κράτος έχει απονείμει την αρμοδιότητα διαχειρίσεως του εθνικού καθεστώτος ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση, σε εκτέλεση των υποχρεώσεων οι οποίες επιβάλλονται στο εν λόγω κράτος δυνάμει του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1260/99, η υπηρεσία στηρίξεως της αγροτικής οικονομίας έχει τη εξουσία να δεσμεύει την εθνική διοίκηση όσον αφορά την παροχή της εν λόγω ενισχύσεως ( 27 ).
70.
Κατά τον ίδιο τρόπο, είναι ξεκάθαρο ότι η υλική συμπεριφορά του οργανισμού αυτού, ήτοι η σύναψη διοικητικών συμβάσεων με τους γεωργούς, οι οποίες περιλαμβάνουν ρήτρα περί κληρονομικής μεταβιβάσεως, ήταν ικανή να προκαλέσει βασίμως στους κληρονόμους τους την εντύπωση ότι οι αναληφθείσες από την υπηρεσία στηρίξεως της αγροτικής οικονομίας δεσμεύσεις θα τηρούνταν, δηλαδή ότι οι καταβολές των χρηματικών ποσών της ενισχύσεως θα πραγματοποιούνταν κατά τακτά διαστήματα.
71.
Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη της καλής πίστεως μπορεί να διαπιστωθεί μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η επελθούσα μεταβολή στη νομική κατάσταση του ιδιώτη δεν ήταν προβλέψιμη ( 28 ) λαμβανόμενου υπόψη του προτύπου του «συνετού και επιμελούς επιχειρηματία» ( 29 ). Η έννοια της προβλεψιμότητας δεν είναι, εντούτοις, αμιγώς αντικειμενική· η εν λόγω έννοια εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την κατά περίπτωση εκτίμηση, λαμβανομένης υπόψη της ατομικής υποκειμενικής θέσεως του ιδιώτη ( 30 ).
72.
Υπό περιστάσεις όπως εκείνες στην προκειμένη περίπτωση, όπου η νομική κατάσταση του ιδιώτη διεπόταν από εθνική διάταξη η οποία αντικαταστάθηκε από νέα διάταξη λόγω της ασυμβατότητάς της με το δίκαιο της Ένωσης, η προβλεψιμότητα της μεταβολής αυτής αντανακλά, κατά τη γνώμη μου, τον βαθμό στον οποίο γίνεται αντιληπτός ο παράνομος χαρακτήρας της επίμαχης διατάξεως. Είναι, πράγματι, αυτονόητο ότι ένας ιδιώτης δεν μπορεί να στηριχθεί στη νομιμότητα εθνικής διατάξεως η οποία έρχεται προδήλως σε αντίθεση με το δίκαιο της Ένωσης.
73.
Πρέπει, επομένως, να εξακριβωθεί αν το μη σύμφωνο της εθνικής πρακτικής με τον κανονισμό 1257/1999, το οποίο συνίσταται στη συμπερίληψη, στις διοικητικές συμβάσεις, ρήτρας περί κληρονομικής μεταβιβάσεως της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση, έγινε αντιληπτή από τους κληρονόμους των γεωργών που υπέγραψαν τις εν λόγω συμβάσεις, γεγονός το οποίο θα απέκλειε εκ προοιμίου την ύπαρξη της καλής πίστεως των κληρονόμων αυτών.
74.
Κατά την άποψή μου, είναι πιθανό, δεδομένων των πληροφοριών οι οποίες προκύπτουν από τη δικογραφία της υποθέσεως της κύριας δίκης, ότι ο εν λόγω παράνομος χαρακτήρας δεν έγινε αντιληπτός.
75.
Βεβαίως, το πρότυπο του συνετού και επιμελούς επιχειρηματία θα μπορούσε να επιβάλει στους εν λόγω κληρονόμους αυστηρές υποχρεώσεις όσον αφορά την επιμέλεια, σύμφωνα με την αρχή nemo censitur ignorare legem, υποχρεώσεις οι οποίες θα μπορούσαν να φτάσουν μέχρι το σημείο να απαιτούν από τους κληρονόμους αυτούς να γνωρίζουν ότι συντρέχει περίπτωση μη συμφωνίας της ρήτρας περί κληρονομικής μεταβιβάσεως με τον κανονισμό 1257/1999. Εντούτοις, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ένα από τα βασικά στοιχεία του πλαισίου των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υποθέσεως, ήτοι ότι η κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση, όπως η εν λόγω μεταβίβαση συμπεριελήφθη στο σχέδιο αγροτικής αναπτύξεως, αποτέλεσε αντικείμενο ρητής αποφάσεως εγκρίσεως της Επιτροπής. Δεδομένης της εν λόγω αποφάσεως εγκρίσεως, φρονώ ότι ακόμη και ένας άκρως ενημερωμένος επιχειρηματίας θα στηριζόταν στη συμβατότητα της ρήτρας περί κληρονομικής μεταβιβάσεως με το δίκαιο της Ένωσης ( 31 ).
76.
Συναφώς, η περίσταση, η οποία υπογραμμίστηκε από τη Δημοκρατία της Λεττονίας με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, Huber (C-336/00, EU:C:2002:509, σκέψη 40), η έγκριση ενός σχεδίου αγροτικής αναπτύξεως από την Επιτροπή δεν του προσδίδει τη φύση πράξεως του δικαίου της Ένωσης δεν δύναται, κατά την άποψή μου, να επηρεάσει τη βαρύτητα που πρέπει να αναγνωρισθεί, εν προκειμένω, στην απόφαση εγκρίσεως της Επιτροπής.
77.
Πράγματι, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι, με την έκδοση της αποφάσεως εγκρίσεως του σχεδίου αγροτικής αναπτύξεως το οποίο προτάθηκε από το οικείο κράτος μέλος, η Επιτροπή αποφάνθηκε επίσης επί της νομιμότητας της ρήτρας περί κληρονομικής μεταβιβάσεως, όπως υπενθύμισα με το σημείο 39 των παρουσών προτάσεων.
78.
Η ύπαρξη της καλής πίστεως στους κληρονόμους καθίσταται, κατά τη γνώμη μου, ακόμη περισσότερο προφανής καθόσον η Επιτροπή δεν υιοθέτησε αντίθετη θέση παρά μόνο κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής αγροτικής αναπτύξεως της 19ης Οκτωβρίου 2011, ήτοι επτά περίπου έτη μετά την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως εγκρίσεως ( 32 ).
79.
Κατά συνέπεια, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι κληρονόμοι αυτοί δεν είχαν το δικαίωμα να εναποθέσουν την καλή τους πίστη στη διατήρηση της νομικής τους καταστάσεως, δηλαδή στο γεγονός ότι η υπηρεσία στηρίξεως της αγροτικής οικονομίας θα τηρούσε τις υποχρεώσεις πληρωμής τις οποίες υπείχε δυνάμει των εν λόγω διοικητικών συμβάσεων.
80.
Εν κατακλείδι, οι τρεις προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για τη δημιουργία δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στους κληρονόμους όσον αφορά τον νόμιμο χαρακτήρα της κληρονομικής μεταβιβάσεως της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση συντρέχουν, κατά την άποψή μου, στην προκειμένη περίπτωση.
81.
Συνεπεία των προαναφερθέντων, οι εν λόγω κληρονόμοι έχουν, καταρχήν, το δικαίωμα λήψεως όλων των χρηματικών ποσών τα οποία σχετίζονται με τις χορηγούμενες ενισχύσεις βάσει των διοικητικών συμβάσεων που συνήφθησαν μεταξύ της ημερομηνίας της θέσεως σε ισχύ του διατάγματος αριθ. 1002 (7 Δεκεμβρίου 2004) και της ημερομηνίας της θέσεως σε ισχύ του διατάγματος 187 (30 Απριλίου 2015). Εξαλείφοντας την πηγή της κληρονομικής μεταβιβάσεως της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση, το τελευταίο αυτό διάταγμα καταργεί επίσης την αιτία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των κληρονόμων.
82.
Στο πλαίσιο αυτό, με το τρίτο προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να καθορίσει αν η εν λόγω δικαιολογημένη εμπιστοσύνη δεν πρέπει να θεωρηθεί μάλλον ως απαλειφθείσα σε ημερομηνία προγενέστερη εκείνης της εκδόσεως του διατάγματος αριθ. 187, ήτοι στην ημερομηνία της υιοθετήσεως των συμπερασμάτων της επιτροπής αγροτικής αναπτύξεως της Επιτροπής κατά την 52η συνεδρίασή της. Κατά τα συμπεράσματα αυτά, η κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση δεν ήταν σύμφωνη με τον κανονισμό (ΕΚ) 1698/2005 του Συμβουλίου, της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) ( 33 ), ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 1257/1999 και διέπει τα μέτρα της αγροτικής αναπτύξεως για την περίοδο 2007-2013.
83.
Στο ερώτημα αυτό πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να δοθεί αρνητική απάντηση.
84.
Τούτο δεν εξαρτάται από το γεγονός ότι τα εν λόγω συμπεράσματα δεν αφορούν τον κανονισμό 1257/1999, αλλά τον κανονισμό 1698/2005. Το περιεχόμενο του άρθρου 23 του κανονισμού 1698/2005 είναι, προφανώς, ως προς όλα τα σημεία του αντίστοιχο του περιεχομένου των άρθρων 10 έως 12 του κανονισμού 1257/1999.
85.
Η απάντηση αυτή δικαιολογείται μάλλον, κατά τη γνώμη μου, από το γεγονός ότι οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν παύουν να πληρούνται ως αποτέλεσμα της υιοθετήσεως των εν λόγω συμπερασμάτων.
86.
Μολονότι θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι τα συμπεράσματα αυτά συνεπάγονται τον αποκλεισμό της συνδρομής της δεύτερης προϋποθέσεως, ήτοι της προϋποθέσεως σχετικά με την καλή πίστη των κληρονόμων, εκτιμώ, εντούτοις, ότι μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν εσφαλμένη.
87.
Προκειμένου, επομένως, να την αντικρούσω, θα εξετάσω συντόμως την εν λόγω ερμηνεία.
88.
Προς υπόμνηση, στα σημεία 75 έως 77 των παρουσών προτάσεων, διευκρίνισα ότι η απόφαση της Επιτροπής περί εγκρίσεως του σχεδίου αγροτικής αναπτύξεως που παρουσιάστηκε από τη Δημοκρατία της Λεττονίας για την περίοδο 2004-2006, το οποίο περιελάμβανε διάταξη επιτρέπουσα την κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση, αποτελεί καθοριστικό στοιχείο προκειμένου να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι κληρονόμοι των γεωργών που υπέγραψαν τις διοικητικές συμβάσεις σχετικά με τη λήψη συντάξεως κατόπιν πρόωρης συνταξιοδοτήσεως δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν τον παράνομο χαρακτήρα της ρήτρας περί κληρονομικής μεταβιβάσεως και ότι ήταν, κατά συνέπεια, καλόπιστοι. Πράγματι, η απόφαση αυτή είναι ικανή να περιορίσει τις αυξημένες απαιτήσεις για την ύπαρξη της καλής πίστεως οι οποίες απορρέουν από την εφαρμογή του πρότυπου του συνετού και επιμελούς επιχειρηματία.
89.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, θα μπορούσαμε να εκτιμήσουμε ότι τα συμπεράσματα της επιτροπής αγροτικής αναπτύξεως της Επιτροπής, κατά τα οποία η κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση δεν είναι σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης, είναι ικανά να απαλείψουν τα αποτελέσματα ως προς την καλή πίστη τα οποία παρήχθησαν από την απόφαση εγκρίσεως του ίδιου θεσμικού οργάνου. Στην περίπτωση αυτή, η συμπεριφορά των κληρονόμων θα έπρεπε να αξιολογηθεί με γνώμονα την αμιγώς αντικειμενική εκδοχή του πρότυπου του συνετού και επιμελούς επιχειρηματία και θα θεωρείτο, κατά συνέπεια, ότι ο παράνομος χαρακτήρας της ρήτρας περί κληρονομικής μεταβιβάσεως έγινε αντιληπτός από τους κληρονόμους.
90.
Δεν συμμερίζομαι τον πυρήνα του συλλογισμού αυτού.
91.
Κατά την άποψή μου, τα συμπεράσματα της επιτροπής αγροτικής αναπτύξεως δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της υπάρξεως της καλής πίστεως των κληρονόμων στην προκειμένη περίπτωση.
92.
Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι οι εν λόγω ιδιώτες δεν γνώριζαν το περιεχόμενο των πρακτικών της συνεδριάσεως της επιτροπής αγροτικής αναπτύξεως. Πράγματι, από τις διαθέσιμες στη δικογραφία πληροφορίες προκύπτει ότι το περιεχόμενο των εν λόγω πρακτικών δεν είχε κοινοποιηθεί στους κληρονόμους. Επιπλέον, το καθήκον επιμέλειας των τελευταίων δεν σημαίνει ότι όφειλαν να ενημερωθούν για το περιεχόμενο αυτό. Θεωρώ προφανές ότι δεν μπορούν να επιβληθούν στους κληρονόμους οι ίδιες απαιτήσεις όσον αφορά την υποχρέωσή τους να ενημερωθούν με εκείνες οι οποίες επιβάλλονται στις μεγάλες επιχειρήσεις στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού ( 34 ).
93.
Επειδή τα συμπεράσματα της επιτροπής αγροτικής αναπτύξεως δεν ήταν ούτε γνωστά ούτε προσβάσιμα στους κληρονόμους, είναι αυτονόητο ότι τα συμπεράσματα αυτά δεν είναι ικανά να αποκλείσουν την ύπαρξη της καλής πίστεως των κληρονόμων.
94.
Συνεπώς, τα συμπεράσματα αυτά δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως βάση για την απάλειψη της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των κληρονόμων όσον αφορά το δικαίωμά τους να λάβουν την ενίσχυση για πρόωρη συνταξιοδότηση βάσει της ρήτρας περί κληρονομικής μεταβιβάσεως που περιλαμβάνεται στις διοικητικές συμβάσεις και αφορά την περίοδο 2004-2006. Η εν λόγω δικαιολογημένη εμπιστοσύνη πρέπει, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί κατοχυρωμένη μέχρι την ημερομηνία της θέσεως σε ισχύ του διατάγματος 187, ήτοι την 30ή Απριλίου 2015.
IV. Πρόταση
95.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Latvijas Republikas Satversmes tiesa (Συνταγματικό Δικαστήριο, Λεττονία) ως εξής:
1)
Τα άρθρα 10 έως 12 του κανονισμού (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών, δεν επιτρέπουν στα κράτη μέλη να θεσπίσουν, στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων αυτών, μέτρο το οποίο επιτρέπει την κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση.
2)
Πραγματική κατάσταση κατά την οποία εθνική ρύθμιση επιτρέπουσα την κληρονομική μεταβίβαση της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση έχει κριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, βάσει της δέουσας διαδικασίας, σύμφωνη με τον κανονισμό 1257/1999 –δυνάμει της οποίας ορισμένοι γεωργοί συμμετείχαν σε μέτρο πρόωρης συνταξιοδοτήσεως– ήταν ικανή να οδηγήσει, βάσει του δικαίου της Ένωσης, στη γένεση δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προς όφελος των κληρονόμων των γεωργών αυτών.
3)
Τα συμπεράσματα της συνεδριάσεως της επιτροπής αγροτικής αναπτύξεως της Επιτροπής της 19ης Οκτωβρίου 2011 δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως βάση εσπευσμένης απαλείψεως της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης λόγω του γεγονότος ότι, αφ’ ης στιγμής δεν ήταν ούτε γνωστά ούτε προσβάσιμα στους κληρονόμους, δεν είναι ικανά να αποκλείσουν την ύπαρξη της καλής πίστεως των τελευταίων.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 1999, L 160, σ. 80.
( 3 ) Η επιτροπή αυτή θεσπίστηκε με το άρθρο 84 του κανονισμού (ΕΕ) 1305/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1698/2005 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 487).
( 4 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικού καθεστώτος παροχής ενισχύσεων στην πρόωρη συνταξιοδότηση των γεωργών (ΕΕ 1992, L 215, σ. 91).
( 5 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά Ταμεία (ΕΕ 1999, L 161, σ. 1).
( 6 ) Συναφώς, θεωρώ ότι είναι απαραίτητο να τονιστεί μια ιδιαίτερη πτυχή της διαδικασίας ενώπιον του Satversmes tiesa (Συνταγματικού Δικαστηρίου). Συγκεκριμένα, από την ανάγνωση του Satversmes tiesas likums (νόμου περί του Συνταγματικού Δικαστηρίου) προκύπτει ότι οι διάδικοι στην υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του administratīvā rajona tiesa (διοικητικού πρωτοδικείου), εξαιρουμένης της δημόσιας αρχής η οποία εξέδωσε την επίδικη πράξη, έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν παρατηρήσεις στη διαδικασία της συνταγματικής νομιμότητας μόνον εφόσον το Satversmes tiesa (Συνταγματικό Δικαστήριο) εκτιμά ότι οι εν λόγω παρατηρήσεις μπορούν να συμβάλουν σε εξαντλητική και αντικειμενική κρίση της υποθέσεως (άρθρο 22, παράγραφος 3, του νόμου περί του Συνταγματικού Δικαστηρίου). Καθόσον δεν αποτελούν «αναγκαίους διαδίκους» στη διαδικασία αυτή, δεν τους επιτρέπεται να υποβάλουν παρατηρήσεις στο πλαίσιο των διαδικασιών εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου (άρθρο 96 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου). Για τον λόγο αυτό, δεν έχουν υποβληθεί στην προκειμένη περίπτωση παρατηρήσεις των διαδίκων της κύριας δίκης.
( 7 ) Απόφαση της 15ης Μαΐου 2014, Szatmári Malom (C-135/13, EU:C:2014:327, σκέψη 55).
( 8 ) Βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2012, Ketelä (C-592/11, EU:C:2012:673, σκέψη 37).
( 9 ) Το επιχείρημα που ανέπτυξε η Δημοκρατία της Λεττονίας με τις γραπτές παρατηρήσεις της, κατά το οποίο το συμπέρασμα αυτό δεν ευσταθεί, αφ’ ης στιγμής το άρθρο 37, παράγραφος 4, του κανονισμού 1257/1999 επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν μόνο «πρόσθετους ή περισσότερο περιοριστικούς όρους» σχετικά με τη χορήγηση της ενισχύσεως της Ένωσης στο πλαίσιο της αγροτικής αναπτύξεως και δεν επιτρέπει, κατά συνέπεια, τη θέσπιση ευνοϊκότερων όρων υπέρ των γεωργών που δικαιούνται την επίμαχη ενίσχυση, δεν μου φαίνεται λυσιτελές στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κληρονομική μεταβίβαση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «όρος» για τη χορήγηση της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση.
( 10 ) Το Δικαστήριο ανέφερε με σαφήνεια ότι ο στόχος της χορηγήσεως εισοδήματος στους γεωργούς δεν συνιστά αυτοτελή στόχο, αλλά σκοπεί στην εξυπηρέτηση του μακροοικονομικού στόχου της βελτιώσεως της βιωσιμότητας των γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 11ης Απριλίου 2013, Soukupová (C‑401/11, EU:C:2013:223, σκέψεις 24 έως 25), και της 25ης Φεβρουαρίου 2015, Πολωνία κατά Επιτροπής (T‑257/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:111, σκέψεις 47 έως 49). Βλ., επίσης, σημείο 32 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Ν. Jääskinen στην υπόθεση Soukupová (C-401/11, EU:C:2012:658), το οποίο έχει ως εξής: «Η ενίσχυση για πρόωρη συνταξιοδότηση δεν αποσκοπεί στην παροχή συμπληρώματος της συντάξεως γήρατος για κοινωνικούς λόγους ούτε αποβλέπει ευθέως στη χορήγηση πρόσθετου εισοδήματος για τους ηλικιωμένους γεωργούς. Οι συνέπειες αυτές είναι εγγενείς συνέπειες του κανονισμού 1257/1999, ως μέσα για την επίτευξη του πρωταρχικού σκοπού του συστήματος της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση, ο οποίος συνίσταται στο να παρασχεθεί οικονομικό κίνητρο στους μεγάλους σε ηλικία γεωργούς για να παύσουν τις δραστηριότητές τους ενωρίς, και υπό συνθήκες στις οποίες κανονικά δεν θα έπαυαν τις εν λόγω δραστηριότητες» (η υπογράμμιση δική μου).
( 11 ) Από την ανάγνωση του παραρτήματος, το οποίο τιτλοφορείται «Πίνακας ποσών», προκύπτει ότι το ανώτατο όριο ανά αποχωρούντα γεωργό και ανά έτος ανέρχεται σε 15000 ευρώ και το συνολικό ανώτατο όριο ανά αποχωρούντα γεωργό ανέρχεται σε 150000 ευρώ. Επιπλέον, το ετήσιο ανώτατο όριο μπορεί να αυξηθεί έως το διπλάσιο, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως του συνολικού ανώτατου ορίου, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής διαρθρώσεως των εκμεταλλεύσεων στην εδαφική περιοχή και του στόχου ταχύτερης προσαρμογής των γεωργικών διαρθρώσεων.
( 12 ) Υπό την οπτική αυτή, τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να επιτρέπουν στους αποχωρούντες γεωργούς να μεταβιβάζουν την ενίσχυση στους κληρονόμους τους, καθώς και να προσαρμόζουν το ποσό της παρεχόμενης σε κάθε αποχωρούντα γεωργό ενισχύσεως εντός του πλαισίου των ανώτατων ορίων. Στην περίπτωση κατά την οποία η εθνική νομοθεσία παρέχει τη δυνατότητα κληρονομικής μεταβιβάσεως, το ποσό της ενισχύσεως πρέπει αναπόφευκτα να είναι κατώτερο του ποσού που θα μπορούσε να χορηγηθεί εάν δεν υφίστατο η δυνατότητα αυτή.
( 13 ) Κατά τον ίδιο τρόπο, το άρθρο 12, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1257/1999 («[α]ν, στην περίπτωση αποχωρούντος γεωργού, καταβάλλεται από το κράτος μέλος κανονική σύνταξη, η ενίσχυση για πρόωρη συνταξιοδότηση χορηγείται ως συμπληρωματική σύνταξη, λαμβάνοντας υπόψη το ποσό της εθνικής σύνταξης […]») δεν θα μπορούσε παρά να θεωρηθεί ως μη εφαρμόσιμο στους κληρονόμους.
( 14 ) Η υπογράμμιση δική μου. Βλ., ειδικότερα, απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, Huber (C‑336/00, EU:C:2002:509, σκέψη 39). Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο διευκρίνισε, με την απάντησή του στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, ότι η απόφαση της Επιτροπής με την οποία εγκρίθηκε εθνικό πρόγραμμα ενισχύσεων στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 2078/1992 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, σχετικά με μεθόδους γεωργικής παραγωγής που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις προστασίας του περιβάλλοντος καθώς και με τη διατήρηση του φυσικού χώρου (ΕΕ 1992, L 215, σ. 85) κάλυπτε το περιεχόμενο των εν λόγω προγραμμάτων, λόγω του γεγονότος ότι η απόφαση αυτή μπορούσε να ληφθεί μόνο αφότου η Επιτροπή είχε διαπιστώσει ότι ήταν σύμφωνα με τον κανονισμό και είχε προσδιορίσει τον χαρακτήρα των ενεργειών «που είναι δυνατόν να συγχρηματοδοτηθούν» και το συνολικό ποσό των αναγκαίων για τη χρηματοδότησή τους δαπανών. Δεδομένου ότι το άρθρο 44, παράγραφος 2, του κανονισμού 1257/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 48 του κανονισμού (ΕΚ) 817/2004 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1257/1999 (ΕΕ 2004, L 153, σ. 30), προβλέπει εξέταση η οποία διαθέτει τα ίδια χαρακτηριστικά, φρονώ ότι το συμπέρασμα αυτό εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση.
( 15 ) Πράγματι, τα δύο ερωτήματα τα οποία έθεσε το αιτούν δικαστήριο αναφέρονται μάλλον σε ένα «υποκειμενικό δικαίωμα» κληρονομικής μεταβιβάσεως της ενισχύσεως για πρόωρη συνταξιοδότηση. Εντούτοις, όπως προκύπτει ξεκάθαρα από τις παρατηρήσεις του αιτούντος δικαστηρίου, η αναγνώριση της υπάρξεως του δικαιώματος αυτού υπέρ των κληρονόμων αποτελεί συνέπεια καταφατικής απαντήσεως ως προς τη δυνατότητά τους να στηριχθούν στην εν λόγω δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
( 16 ) Βλ. απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Agrargenossenschaft Neuzelle (C-545/11, EU:C:2013:169, σκέψη 23).
( 17 ) Βλ. αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2002, Marks & Spencer (C-62/00, EU:C:2002:435, σκέψη 44), και της 12ης Μαΐου 2011, Enel Maritsa Iztok 3 (C-107/10, EU:C:2011:298, σκέψη 29).
( 18 ) Βλ., ειδικότερα, απόφαση της 24ης Απριλίου 1996, Industrias Pesqueras Campos κ.λπ. κατά Επιτροπής (T-551/93 και T-231/94 έως T-234/94, EU:T:1996:54, σκέψη 76).
( 19 ) Όσον αφορά τον προσδιορισμό των υποκειμένων που επωφελούνται της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, θα περιοριστώ στη διατύπωση του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, το οποίο αναφέρεται στους κληρονόμους των γεωργών, και όχι στους ίδιους τους γεωργούς. Εξάλλου, η διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου αναφέρει σαφώς ότι η υπόθεση που έχει αχθεί ενώπιον του administratīvā rajona tiesa (διοικητικού πρωτοδικείου), το οποίο, με τη σειρά του, παρέπεμψε την υπόθεση στο Latvijas Republikas Satversmes tiesa (Συνταγματικό Δικαστήριο), οφείλεται στην μη υλοποίηση εκ μέρους της υπηρεσίας στηρίξεως της αγροτικής οικονομίας των δεσμεύσεών της έναντι των προσφευγόντων, οι οποίες αναλήφθησαν δυνάμει των διοικητικών συμβάσεων σχετικά με τη λήψη συντάξεως πρόωρης συνταξιοδοτήσεως. Φρονώ ότι μπορεί εκ τούτου να συναχθεί χωρίς δυσκολία ότι ο λόγος της μη υλοποιήσεως των υποχρεώσεων ήταν η κατάργηση της δυνατότητας κληρονομικής μεταβιβάσεως της ενισχύσεως, γεγονός το οποίο συνεπάγεται ότι οι προσφεύγοντες στη διαδικασία ενώπιον του administratīvā rajona tiesa (διοικητικού πρωτοδικείου) είναι οι κληρονόμοι.
( 20 ) Βλ. αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Ισπανία κατά Συμβουλίου (C-310/04, EU:C:2006:521, σκέψη 81), και της 1ης Ιουνίου 2016, Ουγγαρία κατά Επιτροπής (T-662/14, EU:T:2016:328, σκέψη 55).
( 21 ) Η διατύπωση των προϋποθέσεων αυτών φαίνεται να διαφέρει κατά τι ανάλογα με τον επίμαχο τομέα. Στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, βλ. απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2014, Alcoa Trasformazioni κατά Επιτροπής (T-177/10, EU:T:2014:897). Στον τελωνειακό τομέα, βλ. απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2011, Afasia Knits Deutschland (C-409/10, EU:C:2011:843, σκέψη 47).
( 22 ) Απόφαση της 7ης Απριλίου 2011, Sony Supply Chain Solutions (Europe) (C-153/10, EU:C:2011:224, σκέψη 47). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 20ής Ιουνίου 2013, Agroferm (C‑568/11, EU:C:2013:407, σκέψη 52), της 16ης Μαρτίου 2006, Emsland-Stärke (C-94/05, EU:C:2006:185, σκέψη 27), της 1ης Απριλίου 1993, Lageder κ.λπ. (C-31/91 έως C-44/91, EU:C:1993:132, σκέψη 35), και της 26ης Απριλίου 1988, Krücken (316/86, EU:C:1988:201, σκέψη 23).
( 23 ) Συμμερίζομαι, επομένως, την ερμηνεία της γενικής εισαγγελέα C. Stix-Hackl με τις προτάσεις της στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Elmeka (C‑181/04 έως C‑183/04, EU:C:2005:730, σημεία 43 έως 45). Στην ίδια κατεύθυνση, βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Agroferm (C‑568/11, EU:C:2013:35, σημείο 59).
( 24 ) Βλ. απόφαση Πολωνία κατά Επιτροπής (T‑257/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:111, σκέψεις 53 έως 55).
( 25 ) Η ερμηνεία της Επιτροπής μπορεί να ληφθεί ιδιαιτέρως υπόψη, καθόσον η διατύπωση των άρθρων 10 έως 12 του κανονισμού 1257/1999, στην τελική εκδοχή του τελευταίου, είναι πανομοιότυπη με τη διατύπωση των ίδιων ρυθμίσεων τις οποίες η Επιτροπή είχε εισαγάγει στην πρόταση κανονισμού που είχε καταθέσει. Βλ. πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) (ΕΕ 1998, C 170, σ. 67).
( 26 ) Συναφώς, παρατηρώ ότι η νομολογία είναι αισθητά πιο ελαστική όταν η πηγή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης είναι πράξη της εθνικής διοικήσεως η οποία εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης. Πράγματι, στις υποθέσεις στις οποίες το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί αν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη μπορεί να απορρέει από συμπεριφορά θεσμικού οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτεί η συμπεριφορά του εν λόγω οργάνου να δημιουργεί «βάσιμες προσδοκίες» στον ιδιώτη, διευκρινίζοντας ότι αποτελούν διαβεβαιώσεις ικανές να δημιουργήσουν τέτοιες προσδοκίες, όποια και αν είναι η μορφή υπό την οποία γνωστοποιούνται, «οι ακριβείς, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες πληροφορίες που προέρχονται από έγκριτες και αξιόπιστες πηγές». Βλ. απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Agrargenossenschaft Neuzelle (C-545/11, EU:C:2013:169, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Αντιθέτως, στις υποθέσεις όπως η υπόθεση στην προκειμένη περίπτωση, στις οποίες η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη προβάλλεται εναντίον πράξεως εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης που εκδίδεται από εθνική διοίκηση, το Δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση ότι η πράξη αυτή πρέπει να δημιουργεί «δικαιολογημένη εμπιστοσύνη» στο πνεύμα του ιδιώτη. Βλ. απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2006, Elmeka (C-181/04 έως C-183/04, EU:C:2006:563, σκέψη 32).
( 27 ) Ως προς το εν λόγω θέμα, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του atbalsta dienesta likums (νόμου περί της υπηρεσίας στηρίξεως της αγροτικής οικονομίας) προβλέπει: «[Η υπηρεσία στηρίξεως της αγροτικής οικονομίας] διαχειρίζεται την ενίσχυση του κράτους και της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αγροτική οικονομία, τη γεωργία, τη δασοκομία και την αλιεία [λαμβάνει και εξετάζει τις αιτήσεις (σχέδια) προς χορήγηση ενισχύσεως, λαμβάνει την απόφαση σχετικά με τη χορήγηση ή την άρνηση χορηγήσεως χρηματοδοτήσεως, αποφασίζει για την καταβολή ή την άρνηση καταβολής της ενισχύσεως, τηρεί κατάλογο των ενισχύσεων και ελέγχει τη χρησιμοποίησή τους]».
( 28 ) Βλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna (C-221/09, EU:C:2011:153, σκέψη 73 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, Simon, D., «La confiance légitime en droit communautaire: vers un principe général de limitation de la volonté de l’auteur de l’acte?», Le rôle de la volonté dans les actes juridiques, études à la mémoire du professeur Alfred Rieg, Bruxelles, Bruylant, 2000, σ. 740.
( 29 ) Βλ., στον τομέα της γεωργίας, απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Ισπανία κατά Συμβουλίου (C-310/04, EU:C:2006:521, σκέψη 83). Σε άλλους τομείς, βλ., ιδίως, αποφάσεις της 10 Σεπτεμβρίου 2009, Plantanol (C-201/08, EU:C:2009:539), και της 7ης Ιουνίου 2005, VEMW κ.λπ. (C-17/03, EU:C:2005:362, σκέψη 74).
( 30 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 2ας Ιουλίου 2015, Demmer (C-684/13, EU:C:2015:439, σκέψη 92).
( 31 ) Η εν λόγω απόφαση εγκρίσεως, η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 2, του κανονισμού, αφορά πράγματι το περιεχόμενο του σχεδίου αγροτικής αναπτύξεως. Βλ., συναφώς, σημείο 38 των παρουσών προτάσεων.
( 32 ) Ως προς τη συνεκτίμηση της ελλείψεως ταχείας διορθώσεως της διοικήσεως για τους σκοπούς της εκτιμήσεως της καλής πίστεως, βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα C. Stix-Hackl στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Elmeka (C-181/04 έως C-183/04, EU:C:2005:730, σημείο 54).
( 33 ) ΕΕ 2005, L 277, σ. 1.
( 34 ) Βλ. απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, Huber (C-336/00, EU:C:2002:509, σκέψη 58), καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα S. Alber στην ίδια υπόθεση (C-336/00, EU:C:2002:175, σημεία 117 έως 121).