ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 19ης Απριλίου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C‑137/17
Van Gennip BVBA,
Antonius Johannes Maria ten Velde,
Original BVBA,
Antonius Cornelius Ignatius Maria van der Schoot
[αίτηση του rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen
(πρωτοδικείου Αμβέρσας, Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2006/123/ΕΚ – Οδηγία 2007/23/ΕΚ – Οδηγία 2013/29/ΕΕ – Διάθεση στην αγορά και ελεύθερη κυκλοφορία ειδών πυροτεχνίας – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Περιοριστικά εθνικά μέτρα – Δημόσια τάξη – Ποινικές κυρώσεις – Σύστημα αδειών»
1.
Η υπό κρίση υπόθεση, η οποία ανέκυψε από τις ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν κατά λιανοπωλητών ειδών πυροτεχνίας, παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να αποφανθεί ως προς το πεδίο εφαρμογής των σχετικών με τα είδη πυροτεχνίας οδηγιών, τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης εθνικής νομοθεσίας περιορίζουσας την πώληση ειδών πυροτεχνίας των οποίων το περιεχόμενο σε πυροτεχνικά υλικά ( 2 ) υπερβαίνει το 1 κιλό καθώς και τη συμβατότητα με την οδηγία 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά ( 3 ), ενός συστήματος διττής άδειας για την αποθήκευση ειδών πυροτεχνίας.
I. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η οδηγία περί υπηρεσιών
2.
Το άρθρο 1, παράγραφος 5, της οδηγίας περί υπηρεσιών ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τους κανόνες ποινικού δικαίου των κρατών μελών. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να περιορίζουν την ελευθερία παροχής υπηρεσιών εφαρμόζοντας διατάξεις ποινικού δικαίου οι οποίες ρυθμίζουν ειδικά ή επηρεάζουν την πρόσβαση σε δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών ή την άσκησή τους, κατά παρέκκλιση των κανόνων της παρούσας οδηγίας.»
3.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις υπηρεσίες παρόχων εγκατεστημένων σε κράτος μέλος.»
4.
Στο κεφάλαιο III της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ελευθερία εγκατάστασης των παρόχων υπηρεσιών», το άρθρο 9, το οποίο επιγράφεται «Συστήματα χορήγησης άδειας», ορίζει, στην παράγραφό του 1, τα εξής:
«Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εξαρτούν την πρόσβαση σε δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών και την άσκησή τους από σύστημα χορήγησης άδειας, παρά μόνον εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
το σύστημα χορήγησης άδειας δεν εισάγει διακρίσεις εις βάρος του παρόχου της υπηρεσίας·
β)
η ανάγκη ύπαρξης συστήματος χορήγησης άδειας δικαιολογείται από επιτακτικό λόγο δημόσιου συμφέροντος·
γ)
ο επιδιωκόμενος στόχος δεν μπορεί να επιτευχθεί με λιγότερο περιοριστικό μέτρο, ιδίως επειδή οι εκ των υστέρων έλεγχοι θα λάμβαναν χώρα με πολύ μεγάλη καθυστέρηση για να είναι πραγματικά αποτελεσματικοί.»
5.
Το άρθρο 10 της οδηγίας περί υπηρεσιών ορίζει τα εξής:
«1. Τα συστήματα χορήγησης άδειας βασίζονται σε κριτήρια τα οποία δεν επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να ασκούν την εξουσία τους αυθαίρετα.
2. Τα κριτήρια της παραγράφου 1:
α)
δεν εισάγουν διακρίσεις·
β)
δικαιολογούνται από επιτακτικό λόγο δημόσιου συμφέροντος·
γ)
είναι αναλογικά προς τον προαναφερόμενο στόχο δημόσιου συμφέροντος·
δ)
είναι σαφή και δεν επιδέχονται αμφισβήτηση·
ε)
είναι αντικειμενικά·
στ)
έχουν δημοσιοποιηθεί εκ των προτέρων·
ζ)
είναι διαφανή και προσβάσιμα.
[…]
7. Το παρόν άρθρο δεν θίγει την κατανομή των τοπικών ή περιφερειακών αρμοδιοτήτων των αρχών των κρατών μελών που εκδίδουν τις άδειες αυτές.»
2. Η οδηγία 2007/23/ΕΚ
6.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 2007/23/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 2007, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά ειδών πυροτεχνίας ( 4 ):
«Η οδηγία 96/82/ΕΚ του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζόμενων με επικίνδυνες ουσίες [ ( 5 )], ορίζει απαιτήσεις ασφαλείας για τις εγκαταστάσεις όπου υπάρχουν, μεταξύ άλλων επικίνδυνων πυροτεχνικών ουσιών, εκρηκτικές ουσίες.»
7.
Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες που αποσκοπούν στην ελεύθερη κυκλοφορία των ειδών πυροτεχνίας στην εσωτερική αγορά εξασφαλίζοντας, συγχρόνως, υψηλό επίπεδο της προστασίας της ανθρώπινης υγείας και της δημόσιας ασφαλείας και της προστασίας και της ασφαλείας των καταναλωτών και λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά ζητήματα που συνδέονται με την προστασία του περιβάλλοντος.
2. Η παρούσα οδηγία καθιερώνει τις βασικές απαιτήσεις ασφαλείας τις οποίες πρέπει να τηρούν τα είδη πυροτεχνίας ενόψει της διάθεσής τους στην αγορά.
[…]»
8.
Το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας:
1)
“Είδος πυροτεχνίας” σημαίνει κάθε είδος που περιέχει εκρηκτικές ουσίες ή εκρηκτικό μείγμα ουσιών που έχουν σχεδιασθεί για να παράγουν θερμότητα, φως, ήχο, αέριο ή καπνό ή συνδυασμό αυτών των αποτελεσμάτων μέσα από εξώθερμη, αυτοσυντηρούμενη χημική αντίδραση.
[…]
3)
“Πυροτέχνημα” σημαίνει είδος πυροτεχνίας που προορίζεται για ψυχαγωγία.
[…]
8)
“Διανομέας” σημαίνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην εφοδιαστική αλυσίδα το οποίο καθιστά ένα είδος πυροτεχνίας διαθέσιμο στην αγορά στο πλαίσιο της επιχείρησής του.
[…]»
9.
Το άρθρο 6 της οδηγίας 2007/23 ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν, περιορίζουν ή παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά ειδών πυροτεχνίας τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.
2. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν αποκλείουν, επίσης, τη λήψη μέτρων από κράτος μέλος τα οποία δικαιολογούνται για λόγους δημόσιας τάξης, ασφαλείας, ή προστασίας του περιβάλλοντος, και τα οποία αποσκοπούν στην απαγόρευση ή στον περιορισμό της κατοχής, της χρήσης ή/και της πώλησης στο ευρύ κοινό των πυροτεχνημάτων των κατηγοριών 2 και 3, των ειδών πυροτεχνίας για το θέατρο και άλλων ειδών πυροτεχνίας.
[…]»
10.
Κατά το άρθρο 20, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται στις παραβάσεις των διατάξεων του εθνικού δικαίου που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και εξασφαλίζουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.»
3. Η οδηγία 2013/29/ΕΕ
11.
Το άρθρο 45 της οδηγίας 2013/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα στην αγορά ειδών πυροτεχνίας ( 6 ), ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε οικονομικούς φορείς οι οποίοι παραβιάζουν διατάξεις του εθνικού δικαίου που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να εξασφαλίζεται η επιβολή τους. Οι κανόνες αυτοί δύνανται να περιλαμβάνουν ποινικές κυρώσεις για σοβαρές παραβάσεις.
Οι προβλεπόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.»
Β. Το βελγικό δίκαιο
12.
Κατά το άρθρο 5 του wet betreffende ontplofbare en voor de deflagratie vatbare stoffen en mengsels en de daarmede geladen tuigen (νόμου περί εκρηκτικών και εύφλεκτων υλικών και μειγμάτων καθώς και των φορτωμένων με αυτά οχημάτων) ( 7 ), της 28ης Μαΐου 1956:
«Οι παραβάσεις των διατάξεων που εκδίδονται βάσει του άρθρου 1 τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε ημερών έως δύο ετών και πρόστιμο εκατό έως χιλίων βελγικών φράγκων, ή με μία μόνο από τις δύο αυτές ποινές.»
13.
Το άρθρο 200 του koninklijk besluit houdende algemeen reglement betreffende het fabriceren, opslaan, onder zich houden, verkopen, vervoeren en gebruiken van springstoffen (βασιλικού διατάγματος περί κατασκευής, αποθηκεύσεως, κατοχής, πωλήσεως, μεταφοράς και χρήσεως εκρηκτικών) ( 8 ), της 23ης Σεπτεμβρίου 1958, ορίζει τα εξής:
«Δεν επιτρέπεται η διατήρηση εκρηκτικών σε ποσότητες που υπερβαίνουν εκείνες τις οποίες κάθε ένας δύναται να κατέχει δυνάμει του άρθρου 265, ει μη μόνο σε αποθήκες ή αποθηκευτικούς χώρους για τους οποίους έχει χορηγηθεί σχετική άδεια.»
14.
Κατά το άρθρο 257 του εν λόγω διατάγματος:
«Η πώληση εκρηκτικών σε ποσότητες που υπερβαίνουν εκείνες τις οποίες κάθε ένας δύναται να κατέχει και οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 265 επιτρέπεται μόνον αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
1°
ο αγοραστής διαθέτει άδεια μεταφοράς, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 72·
2°
ο αγοραστής διαθέτει άδεια αποθηκεύσεως ή προσωρινής κατοχής των εν λόγω προϊόντων·
3°
ο αγοραστής αποδεικνύει ότι ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα στον τομέα των εκρηκτικών ως κατασκευαστής, έμπορος ή χρήστης εκρηκτικών.
Η προβλεπόμενη στο σημείο 2 προϋπόθεση εφαρμόζεται μόνον αν τα αγορασθέντα εμπορεύματα προορίζονται για αποθήκευση ή προσωρινή κατοχή στη βελγική επικράτεια.
Ο πωλητής ελέγχει και αρχειοθετεί όλα τα έγγραφα που του παραδίδουν οι αγοραστές προς απόδειξη της εκπληρώσεως των προβλεπόμενων στο πρώτο εδάφιο υποχρεώσεων. Τα εν λόγω έγγραφα τηρούνται, για διάστημα τουλάχιστον τριών ετών, στη διάθεση των υπαλλήλων της Algemene Directie Kwaliteit en Veiligheid van de Federale Overheidsdienst Economie, K.M.O., Middenstand en Energie [(Γενικής Διευθύνσεως Ποιότητας και Ασφάλειας του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομίας, Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων, Μεσαίων Τάξεων και Ενέργειας)] και των αστυνομικών και δικαστικών αρχών στους χώρους στους οποίους πραγματοποιούνται οι πωλήσεις.»
15.
Το άρθρο 260 του ARS προβλέπει τα εξής:
«Οι λιανοπωλητές οφείλουν να διαθέτουν πάντοτε άδεια αποθηκεύσεως· δεν μπορούν να κατέχουν ή να πωλούν ούτε σε ελάχιστη ποσότητα εκρηκτικά διαφορετικά από τα μνημονευόμενα στο άρθρο 261.
Οι αποθήκες τους πρέπει να διευθετούνται και να τηρούνται κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 251.»
16.
Κατά το άρθρο 261 του εν λόγω διατάγματος:
«Η φύση και οι ποσότητες των εκρηκτικών τα οποία μπορούν να διατηρούν οι λιανοπωλητές καθορίζονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την απόφαση χορηγήσεως άδειας, ανάλογα με τον βαθμό ασφάλειας κάθε αποθήκης.
Τα εν λόγω προϊόντα δεν διατηρούνται πέραν των ακόλουθων ποσοτήτων:
[…]
2°
εορταστικά πυροτεχνήματα και βεγγαλικά με συνολικό περιεχόμενο 50 κιλών [ΠΥ]·
[…]».
17.
Το άρθρο 265 του εν λόγω διατάγματος ορίζει:
«Ουδεμία άδεια απαιτείται για την κατοχή:
[…]
7°
ποσότητας εορταστικών πυροτεχνημάτων και βεγγαλικών με συνολικό περιεχόμενο [1] κιλού [ΠΥ].»
18.
Το άρθρο 300, πρώτο εδάφιο, του ARS προβλέπει τα εξής:
«Οι παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος διατάγματος, εξαιρουμένου του άρθρου 295, των αποφάσεων που εκδίδονται σε εκτέλεση των διατάξεων αυτών καθώς και των διατάξεων των αποφάσεων χορηγήσεως άδειας τιμωρούνται με τις ποινές που προβλέπονται στον νόμο της 28ης Μαΐου 1956.»
II. Το ιστορικό της υποθέσεως της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
19.
Στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι κατηγορούμενοι είναι οι εταιρίες Van Gennip BVBA και Original BVBA καθώς και ο Antonius ten Velde και ο Antonius van der Schoot.
20.
Η Original, επιχείρηση της οποίας η έδρα βρίσκεται στο Olen (Βέλγιο), όχι μακριά από τις Κάτω Χώρες, ασκεί δραστηριότητες εισαγωγής, χονδρεμπορίου και διανομής εορταστικών πυροτεχνημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, διαθέτει, ειδικότερα, στο Baarle-Hertog (Βέλγιο), κοινότητα ευρισκόμενη εν μέρει στην επαρχία της Βόρειας Βραβάντης (Κάτω Χώρες) και περικλειόμενη από την κοινότητα Baarle-Nassau (Κάτω Χώρες), δύο σημεία πωλήσεως τα οποία εκμεταλλεύεται η Van Gennip, με έδρα στο Baerle-Hertog. O Α. ten Velde και ο Α. van der Schoot, Ολλανδοί υπήκοοι, είναι οι υπεύθυνοι των εν λόγω σημείων πωλήσεως, ήτοι του Zena-Tabak-O-Tiek και του Zena-De Bunker, αντιστοίχως.
21.
Κατ’ ουσίαν, οι τέσσερις κατηγορούμενοι στην υπόθεση της κύριας δίκης διώκονται, ως λιανοπωλητές ειδών πυροτεχνίας, για την αποθήκευση εορταστικών πυροτεχνημάτων των οποίων το βάρος σε ΠΥ υπερέβαινε το μέγιστο βάρος που αναγραφόταν στις άδειες που τους είχαν χορηγήσει οι βελγικές αρχές, για την αποθήκευση εορταστικών πυροτεχνημάτων σε μη επιτρεπόμενους χώρους αποθηκεύσεως και για την πώληση ποσότητας εορταστικών πυροτεχνημάτων των οποίων το βάρος υπερέβαινε το 1 κιλό σε ΠΥ σε ιδιώτη μη διαθέτοντα κατάλληλη άδεια.
22.
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ο Α. ten Velde και ο Α. van der Schoot υποστήριξαν ότι η προβλεπόμενη από τη βελγική νομοθεσία ποινικοποίηση των παραβάσεων αντιβαίνει στο άρθρο 45 της οδηγίας 2013/29, κατά το οποίο οι ποινικές κυρώσεις προορίζονται για σοβαρές παραβάσεις, και ότι ουδεμία από τις πράξεις που τους προσάπτονται συνιστά παράβαση τέτοιας φύσεως.
23.
Κατά την απόφαση περί παραπομπής, οι κατηγορούμενοι και η openbaar ministerie (εισαγγελική αρχή, Βέλγιο) διαφωνούν για το αν η υποχρέωση κατοχής ταυτόχρονα ομοσπονδιακής άδειας εκρηκτικών και περιφερειακής περιβαλλοντικής άδειας συνάδει με τις οδηγίες 2007/23 και 2013/29, καθώς και με την οδηγία περί υπηρεσιών. Ειδικότερα, ορισμένοι κατηγορούμενοι υποστηρίζουν ότι, δεδομένου ότι η βελγική νομοθεσία προσκρούει στο δίκαιο της Ένωσης, ορισμένες από τις πράξεις που τους προσάπτονται δεν μπορούν να θεωρηθούν άδικες.
24.
Η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης μπορεί να έχει συνέπειες ως προς το αξιόποινο ή μη των πράξεων για τις οποίες κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι.
25.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen (πρωτοδικείο Αμβέρσας, Βέλγιο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Δύνανται οι ακόλουθες παραβιάσεις της βελγικής νομοθεσίας περί ειδών πυροτεχνίας να χαρακτηριστούν ως “σοβαρές παραβάσεις” κατά την έννοια του άρθρου 45 της οδηγίας 2013/29:
α)
πώληση ειδών πυροτεχνίας 2,666 κιλών [ΠΥ] συνολικά, δηλαδή παράβαση των άρθρων 265, σημείο 7, και 257 του [ARS], το οποίο απαγορεύει την πώληση ειδών πυροτεχνίας σε ποσότητα που υπερβαίνει το 1 κιλό ΠΥ, αν ο καταναλωτής δεν διαθέτει ατομική διοικητική άδεια για την κατοχή μεγαλύτερης ποσότητας ειδών πυροτεχνίας·
β)
υπέρβαση του καθορισμένου ορίου αποθηκεύσεως και μη χρήση των χώρων αποθηκεύσεως που προβλέπονται σε ομοσπονδιακή άδεια πυροτεχνημάτων, ενώ ήδη υπήρχε περιφερειακή περιβαλλοντική άδεια για την αποθήκευση των όντως μεγαλύτερων ποσοτήτων στους σχετικούς χώρους·
γ)
πολύ προσωρινή αποθήκευση πολύ μικρών ποσοτήτων ειδών πυροτεχνίας σε διάφορους χώρους μη οριζόμενους από την άδεια για την αποθήκευση, εντός της περιμέτρου καταστήματος λιανικού εμπορίου ειδών πυροτεχνίας, το οποίο διαθέτει τόσο ομοσπονδιακή άδεια πυροτεχνημάτων όσο και περιφερειακή περιβαλλοντική άδεια;
2)
Αντιτίθεται η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των ειδών πυροτεχνίας, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/23 (νυν άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/29), εν ανάγκη σε συνδυασμό με το άρθρο 10 της οδηγίας [περί υπηρεσιών], σε εθνική ρύθμιση η οποία συνδέει τους χώρους αποθηκεύσεως των σύμφωνων με την οδηγία [2007/23] ειδών πυροτεχνίας, που αποτελούν αντικείμενο λιανικού εμπορίου, με τη διττή προϋπόθεση κατοχής, αφενός, άδειας χορηγηθείσας κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας περί κατασκευής, αποθηκεύσεως, κατοχής, πωλήσεως, μεταφοράς και χρήσεως εκρηκτικών υλών και, αφετέρου, άδειας χορηγηθείσας κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας περί περιβαλλοντικών αδειών για εγκαταστάσεις προκαλούσες οχλήσεις, ενώ αμφότερα τα συστήματα για τη χορήγηση άδειας έχουν στην ουσία τον ίδιο στόχο (την πρόληψη κινδύνων για την ασφάλεια), και ένα από τα δύο αυτά συστήματα για τη χορήγηση άδειας (εν προκειμένω, αυτό που αφορά τα εκρηκτικά) θέτει ένα (πολύ) χαμηλό ανώτατο όριο για την αποθήκευση εορταστικών πυροτεχνημάτων (συνολικά 50 κιλά ΠΥ, δηλαδή ενεργών υλικών);
3)
Αντιτίθεται η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας ειδών πυροτεχνίας, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/29 […] και στο άρθρο 6, παράγραφος [1], της οδηγίας 2007/23 […] (εν ανάγκη σε συνδυασμό με τα άρθρα 34, 35 και 36 ΣΛΕΕ) και σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικότητας, σε εθνική ρύθμιση η οποία απαγορεύει την κατοχή ή χρήση και την πώληση σε καταναλωτές εορταστικών πυροτεχνημάτων (πυροτεχνημάτων των κατηγοριών 2 και 3 κατά την έννοια της οδηγίας 2007/23) τα οποία περιέχουν πάνω από 1 κιλό ΠΥ;»
III. Ανάλυση
Α. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
26.
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν οι παραβάσεις για τις οποίες διώκονται οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης συνιστούν σοβαρές παραβάσεις κατά την έννοια του άρθρου 45 της οδηγίας 2013/29.
27.
Συναφώς, όπως διάφοροι μετέχοντες στη διαδικασία επισήμαναν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι πράξεις για τις οποίες διώκονται οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης έλαβαν χώρα από τις 22 Νοεμβρίου 2010 έως τις 27 Ιανουαρίου 2013 και, ως εκ τούτου, είναι προγενέστερες της εκδόσεως και της ενάρξεως ισχύος της οδηγίας 2013/29 ( 9 ).
28.
Επιπλέον, εν αντιθέσει προς το άρθρο 45 της οδηγίας 2013/29, το άρθρο 20 της οδηγίας 2007/23 δεν ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για τις σοβαρές παραβάσεις, αλλά περιορίζεται να ορίσει ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων του εθνικού δικαίου που θεσπίζονται σύμφωνα με την οδηγία αυτή και ότι οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.
29.
Υπό τις συνθήκες αυτές, εκτιμώ ότι παρέλκει η ερμηνεία της έννοιας «σοβαρές παραβάσεις» η οποία περιέχεται μόνο στην οδηγία 2013/29, δεδομένου ότι η οδηγία αυτή δεν έχει εφαρμογή ratione temporis στην υπόθεση της κύριας δίκης.
30.
Εξάλλου, ακόμη και αν ήθελε υποστηριχθεί ότι το άρθρο 45 της οδηγίας 2013/29 αποτελεί lex melior η οποία πρέπει να εφαρμοστεί αναδρομικώς επειδή, εν αντιθέσει προς το άρθρο 20 της οδηγίας 2007/23, επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν ποινικές κυρώσεις μόνο για τις σοβαρές παραβάσεις, εκτιμώ ότι το επιχείρημα αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό.
31.
Προκαταρκτικώς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι από κάθε μία από τις διατάξεις αυτές απορρέει ότι όχι μόνο τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προβλέπουν κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που θεσπίστηκαν βάσει των οδηγιών 2007/23 και 2013/29, αλλά επίσης ότι οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ( 10 ).
32.
Η υποχρέωση αυτή των κρατών μελών απορρέει από τις ιδιαιτερότητες που σχετίζονται με την εφαρμογή και την εκτέλεση του δικαίου της Ένωσης. Συγκεκριμένα, η εφαρμογή και η εκτέλεση επαφίενται σε μεγάλο βαθμό στα κράτη μέλη ( 11 ) και, προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα της νομοθεσίας περί των ειδών πυροτεχνίας, αυτή πρέπει να συνοδεύεται από καθεστώς κυρώσεων, το οποίο στα κράτη μέλη εναπόκειται να καθορίσουν ( 12 ).
33.
Επομένως, διατάξεις όπως αυτές του άρθρου 20 της οδηγίας 2007/23 ή του άρθρου 45 της οδηγίας 2013/29 είναι συνήθεις ( 13 ) στο δίκαιο της Ένωσης, καθόσον απλά αντικατοπτρίζουν τη sui generis φύση της εφαρμογής και της εκτελέσεως του δικαίου της Ένωσης ( 14 ).
34.
Πάντως, η προτεινόμενη από τους κατηγορουμένους της κύριας δίκης ερμηνεία των διατάξεων αυτών τείνει να τους προσδώσει περιεχόμενο το οποίο δεν προσιδιάζει σε αυτές.
35.
Συγκεκριμένα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν καθορίζουν ούτε τον αξιόποινο χαρακτήρα ούτε τις εφαρμοστέες κυρώσεις ( 15 ), αλλά περιορίζονται να αναφέρουν ότι τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να προβλέπουν τέτοιες κυρώσεις.
36.
Συναφώς, επισημαίνεται ότι οι οδηγίες 2007/23 και 2013/29 βασίζονται στο άρθρο 95 ΕΚ (νυν άρθρο 114 ΣΛΕΕ) και στο άρθρο 114 ΣΛΕΕ, αντιστοίχως, και όχι στο άρθρο 83 ΣΛΕΕ. Επομένως, εν αντιθέσει προς τα νομοθετήματα που βασίζονται στην τελευταία αυτή διάταξη, οι οδηγίες 2007/23 και 2013/29 θεσπίζουν κανόνες που στοχεύουν στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ειδών πυροτεχνίας στην εσωτερική αγορά και όχι κανόνες που στοχεύουν στη θέσπιση ελάχιστων κανόνων σε θέματα ποινικών κυρώσεων για ορισμένες πράξεις ή συμπεριφορές ( 16 ).
37.
Εξάλλου, δεδομένου ότι το άρθρο 20 της οδηγίας 2007/23 δεν διευκρινίζει τη φύση των κυρώσεων που μπορούν να προβλέπουν τα κράτη μέλη, το γράμμα της εν λόγω διατάξεως επιτρέπει αναμφίβολα στα κράτη μέλη να καθορίζουν τη φύση των κυρώσεων και, ως εκ τούτου, να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεως των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται βάσει της οδηγίας 2007/23 ( 17 ).
38.
Τέλος, κατά την άποψή μου, η ερμηνεία αυτή δεν τίθεται εν αμφιβόλω από την αλλαγή της διατυπώσεως στην οποία ο νομοθέτης προέβη κατά την κατάρτιση του άρθρου 45 της οδηγίας 2013/29, καθόσον αυτή δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια τον περιορισμό του περιθωρίου εκτιμήσεως των κρατών μελών όσον αφορά τη φύση των κυρώσεων που προβλέπουν βάσει του άρθρου 20 της οδηγίας 2007/23 ( 18 ).
39.
Αντιθέτως, υπενθυμίζεται ότι το γεγονός ότι ένα εθνικό δικαστήριο διατύπωσε, από τυπικής απόψεως, προδικαστικό ερώτημα αναφερόμενο σε ορισμένες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να παράσχει στο εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που μπορούν να είναι χρήσιμα για την εκδίκαση της επίδικης υποθέσεως, ανεξαρτήτως του αν το τελευταίο αναφέρθηκε σε αυτά κατά τη διατύπωση των ερωτημάτων του. Συναφώς, στο Δικαστήριο εναπόκειται να εξαγάγει, από το σύνολο των στοιχείων που παρέσχε το εθνικό δικαστήριο και ιδίως από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, εκείνα τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που χρήζουν ερμηνείας, υπό το πρίσμα του αντικειμένου της διαφοράς ( 19 ).
40.
Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι, δεδομένου ότι οι πράξεις για τις οποίες διώκονται οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης ανάγονται στην περίοδο από τις 22 Νοεμβρίου 2010 έως τις 27 Ιανουαρίου 2013, εφαρμοστέα ratione temporis είναι η οδηγία 2007/23. Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι, για να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να αναδιατυπωθεί προκειμένου να διαπιστωθεί αν το άρθρο 20 της οδηγίας αυτής επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις.
41.
Πάντως, όπως επισημαίνεται στο σημείο 37 των παρουσών προτάσεων, η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αναμφίβολα καταφατική. Πάντως, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει ότι οι κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.
42.
Δεύτερον, από το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο δεν αποκλείει να εμπίπτει στην οδηγία περί υπηρεσιών το βελγικό σύστημα διττής άδειας για την αποθήκευση ειδών πυροτεχνίας με σκοπό την πώληση. Επιπλέον, δύο από τις μνημονευόμενες στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα παραβάσεις είναι παραβάσεις των αδειών που χορηγήθηκαν βάσει του εν λόγω συστήματος διττής άδειας. Ως εκ τούτου, πρέπει να εξακριβωθεί αν τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεως της εθνικής νομοθεσίας που ρυθμίζει την πρόσβαση στις δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών ή την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών.
43.
Πάντως, δεδομένου ότι το άρθρο 1, παράγραφος 5, της οδηγίας περί υπηρεσιών ορίζει ότι η οδηγία αυτή δεν θίγει τους κανόνες ποινικού δικαίου των κρατών μελών, εφόσον δεν συνιστούν παρέκκλιση από τους κανόνες της εν λόγω οδηγίας, η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική.
44.
Λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων αυτών, εκτιμώ ότι στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθοριστεί αν οι επίμαχες παραβάσεις είναι σοβαρές παραβάσεις, το άρθρο 20 της οδηγίας 2007/23 και το άρθρο 1, παράγραφος 5, της οδηγίας περί υπηρεσιών έχουν την έννοια ότι τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ποινικές κυρώσεις εφόσον, σε σχέση με την οδηγία 2007/23, οι κυρώσεις αυτές είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές και, σε σχέση με την οδηγία περί υπηρεσιών, οι εθνικές διατάξεις δεν συνιστούν παρέκκλιση από τους κανόνες της εν λόγω οδηγίας, πράγμα που στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει.
Β. Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
45.
Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν αντιβαίνει στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των ειδών πυροτεχνίας, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2007/23, εν ανάγκη σε συνδυασμό με το άρθρο 10 της οδηγίας περί υπηρεσιών, εθνική ρύθμιση η οποία εξαρτά την αποθήκευση των σύμφωνων με την οδηγία 2007/23 ειδών πυροτεχνίας, που αποτελούν αντικείμενο λιανικού εμπορίου, από την κατοχή διττής άδειας η οποία προϋποθέτει, αφενός, άδεια χορηγηθείσα κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας περί κατασκευής, αποθηκεύσεως, κατοχής, πωλήσεως, μεταφοράς καθώς και χρήσεως εκρηκτικών υλών και, αφετέρου, άδεια χορηγηθείσα κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας περί περιβαλλοντικών αδειών για εγκαταστάσεις προκαλούσες οχλήσεις, ενώ αμφότερα τα συστήματα για τη χορήγηση άδειας επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, ήτοι την πρόληψη κινδύνων για την ασφάλεια, και ένα εκ των δύο αυτών συστημάτων για τη χορήγηση άδειας θέτει χαμηλό ανώτατο όριο για την αποθήκευση εορταστικών πυροτεχνημάτων.
46.
Συναφώς, μολονότι το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει την οδηγία 2007/23 καθώς και την οδηγία περί υπηρεσιών, εκτιμώ ότι η επίμαχη εθνική νομοθεσία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της πρώτης.
47.
Συγκεκριμένα, η οδηγία 2007/23 ρυθμίζει τη μεταχείριση των ειδών πυροτεχνίας προ της διαθέσεώς τους στην αγορά καθώς και τη διάθεσή τους στην αγορά. Αντιθέτως, ρυθμίζει την αποθήκευση μόνο στο μέτρο που έχει άμεσες συνέπειες για τα χαρακτηριστικά και για την ασφάλεια των ειδών αυτών. Συγκεκριμένα, από την αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 2007/23 ( 20 ) και από το άρθρο της 14, παράγραφοι 1 και 2, προκύπτει ότι η αποθήκευση εμπίπτει στο εν λόγω νομοθέτημα μόνο στο μέτρο που οι συνθήκες αποθηκεύσεως δεν θίγουν τη συμφωνία του είδους πυροτεχνίας με τις βασικές απαιτήσεις ασφάλειας που προβλέπονται στην εν λόγω οδηγία.
48.
Πάντως, η εθνική νομοθεσία αφορά την αποθήκευση των σύμφωνων με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2007/23 ειδών πυροτεχνίας που προορίζονται να πωληθούν στο λιανικό εμπόριο.
49.
Επιπλέον, μολονότι αληθεύει ότι το σύστημα διττής άδειας το οποίο μνημονεύεται στο σημείο 23 των παρουσών προτάσεων αφορά τυπικά την αποθήκευση των ειδών πυροτεχνίας και όχι την πρόσβαση στη δραστηριότητα λιανικού εμπορίου των ειδών αυτών, ή την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας, η οποία συνιστά «υπηρεσία» για τους σκοπούς εφαρμογής της οδηγίας περί υπηρεσιών ( 21 ), η αποθήκευση των ειδών πυροτεχνίας που προορίζονται να πωληθούν συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση της εν λόγω δραστηριότητας λιανικού εμπορίου.
50.
Συγκεκριμένα, αφενός, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι οι επίμαχες διατάξεις του ARS αφορούν τους «λιανοπωλητές» και, επομένως, την αποθήκευση με σκοπό την πώληση. Αφετέρου, η εξάρτηση της ποσότητας ειδών πυροτεχνίας, που μπορεί να αποθηκευθεί στο πλαίσιο δραστηριότητας λιανικού εμπορίου, από τη χορήγηση άδειας έχει αναμφίβολα συνέπειες τόσο για την πρόσβαση στην εν λόγω δραστηριότητα όσο και για την άσκησή της. Επομένως, η έλλειψη άδειας αποθηκεύσεως ή η χορήγηση άδειας για πολύ μικρή ποσότητα μπορούν εκ των πραγμάτων να περιορίσουν την πρόσβαση στη δραστηριότητα αυτή ή την άσκησή της.
51.
Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να απαντηθεί με γνώμονα την οδηγία περί υπηρεσιών, και ιδίως το άρθρο της 10 ( 22 ).
52.
Επισημαίνεται επίσης ότι το περιεχόμενο του ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου είναι, in fine, περιορισμένο δεδομένου ότι αφορά τη συμβατότητα του βελγικού συστήματος διττής άδειας με το δίκαιο της Ένωσης και όχι τη συμβατότητα του περιφερειακού και του ομοσπονδιακού συστήματος με το δίκαιο της Ένωσης.
53.
Συναφώς, η επιχειρηματολογία των κατηγορουμένων της κύριας δίκης, κατά την οποία τα δύο συστήματα χορηγήσεως άδειας επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, στηρίζεται σε εσφαλμένη προκείμενη.
54.
Συγκεκριμένα, από τις επεξηγήσεις που η Βελγική Κυβέρνηση παρέσχε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι, όσον αφορά τους κατηγορουμένους της κύριας δίκης, η αποθήκευση ειδών πυροτεχνίας με σκοπό την πώληση των ειδών αυτών απαιτεί τη λήψη δύο αδειών. Αφενός, στις τοπικές αρχές, οι οποίες είναι αρμόδιες για την προστασία του περιβάλλοντος, εναπόκειται να χορηγήσουν περιβαλλοντική άδεια βάσει της οποίας επιτρέπεται η αποθήκευση ορισμένης ποσότητας ειδών πυροτεχνίας τα οποία περιέχουν ορισμένη ποσότητα ΠΥ. Αφετέρου, δεδομένου ότι είναι υπεύθυνες για την ασφάλεια και την υγεία του πληθυσμού, οι ομοσπονδιακές αρχές χορηγούν άδεια αποθηκεύσεως ορισμένης ποσότητας ειδών πυροτεχνίας τα οποία περιέχουν ορισμένη ποσότητα ΠΥ.
55.
Κατά συνέπεια, εν αντιθέσει προς τα όσα υποστήριξαν οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης, τα εν λόγω συστήματα χορηγήσεως άδειας επιδιώκουν κατ’ ανάγκη διαφορετικούς σκοπούς και η εξασφάλιση κάθε μιας εκ των αδειών εξαρτάται από διαφορετικά κριτήρια. Συναφώς, μολονότι δεν αμφισβητείται ότι οι επιτρεπόμενες βάσει των αδειών αυτών ποσότητες μπορεί να διαφέρουν, τα συστήματα αυτά δεν είναι αντιφατικά, δεδομένου ότι η τήρηση της άδειας που καθορίζει την κατώτερη ποσότητα συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την τήρηση της άλλης άδειας.
56.
Όσον αφορά τη συμβατότητα του επίμαχου συστήματος διττής άδειας με το άρθρο 10 της οδηγίας περί υπηρεσιών, η παράγραφος 1 της διατάξεως αυτής απαιτεί να «βασίζονται [τα συστήματα χορηγήσεως άδειας] σε κριτήρια τα οποία δεν επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να ασκούν την εξουσία τους αυθαίρετα», ενώ η παράγραφος 2 ορίζει τα κριτήρια αυτά.
57.
Εκτιμώ ότι το βελγικό σύστημα τηρεί τα κριτήρια αυτά.
58.
Συγκεκριμένα, πρώτον, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριακών στοιχείων που διαθέτει το Δικαστήριο, τα κριτήρια στα οποία στηρίζεται το βελγικό σύστημα δικαιολογούνται, κατά την άποψή μου, από επιτακτικό λόγο δημόσιου συμφέροντος, ήτοι την προστασία της δημόσιας ασφάλειας και του περιβάλλοντος και, δεδομένης της δημοσιεύσεως των ομοσπονδιακών και περιφερειακών νομοθετικών ρυθμίσεων, έχουν δημοσιοποιηθεί εκ των προτέρων και είναι διαφανή και προσβάσιμα.
59.
Δεύτερον, κατά την άποψή μου, τα κριτήρια αυτά είναι σαφή και δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Συναφώς, όπως ήδη επισημάνθηκε, τα δύο συστήματα χορηγήσεως άδειας δεν επικαλύπτονται μεταξύ τους και τείνουν στην προστασία διαφορετικών δημόσιων συμφερόντων και, επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η παρέμβαση των ομοσπονδιακών και των περιφερειακών αρχών κλονίζει την εκτίμηση αυτή. Επιπλέον, η υποχρέωση για τους ενδιαφερομένους να κατέχουν ταυτόχρονα ομοσπονδιακή άδεια και περιφερειακή άδεια δεν μπορεί να συνιστά αφ’ εαυτής λόγο ασυμβατότητας με την οδηγία περί υπηρεσιών, δεδομένου ότι ο νομοθέτης της Ένωσης σαφώς όρισε στο άρθρο 10, παράγραφος 7, της εν λόγω οδηγίας ότι το άρθρο αυτό «δεν θίγει την κατανομή των τοπικών ή περιφερειακών αρμοδιοτήτων των αρχών των κρατών μελών που εκδίδουν τις άδειες αυτές».
60.
Τρίτον, τα στοιχεία που διαθέτει το Δικαστήριο δεν παρέχουν τη δυνατότητα να αξιολογηθεί αν τα κριτήρια εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, είναι αναλογικά και αντικειμενικά και, ως εκ τούτου, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει κάτι τέτοιο.
61.
Λαμβανομένων υπόψη των σκέψεων αυτών, εκτιμώ ότι το βελγικό σύστημα διττής άδειας για την αποθήκευση ειδών πυροτεχνίας δεν είναι ασύμβατο με το άρθρο 10 της οδηγίας περί υπηρεσιών, με την επιφύλαξη ότι τα κριτήρια στα οποία βασίζεται η άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως των αρμόδιων αρχών δεν εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, είναι αναλογικά και αντικειμενικά, πράγμα που στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει.
Γ. Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
62.
Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν αντιβαίνει στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των ειδών πυροτεχνίας που απορρέει από τις οδηγίες 2007/23 και 2013/29, ενδεχομένως σε συνδυασμό με τα άρθρα 34, 35 και 36 ΣΛΕΕ, καθώς και με την αρχή της αναλογικότητας, εθνική ρύθμιση απαγορεύουσα την κατοχή ή τη χρήση από τους καταναλωτές και την πώληση σε αυτούς εορταστικών πυροτεχνημάτων με περιεχόμενο σε ΠΥ που υπερβαίνει το 1 κιλό.
63.
Κατά πρώτον, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίχθηκε ότι η βελγική νομοθεσία αποτελεί τεχνικό κανόνα κατά την έννοια της οδηγίας 98/34/ΕΚ ( 23 ) και ότι, ελλείψει κοινοποιήσεως στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η εν λόγω νομοθεσία δεν μπορούσε να εφαρμοστεί ( 24 ).
64.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Βελγική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι, δεδομένου ότι η εθνική νομοθεσία αποτελεί μέτρο αναγκαίο προκειμένου τα κράτη μέλη να «εξασφαλίσουν την προστασία του κοινού, και ιδιαίτερα των εργαζομένων, κατά τη χρήση προϊόντων», κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1 της οδηγίας 98/34, η οδηγία αυτή δεν έχει εφαρμογή.
65.
Το επιχείρημα αυτό δεν με πείθει.
66.
Συγκεκριμένα, μολονότι είναι σαφές, όπως θα καταδειχθεί, ότι η βελγική νομοθεσία αποσκοπεί στην προστασία της δημόσιας ασφάλειας και της ασφάλειας των προσώπων, δεν αφορά τη χρήση των προϊόντων αλλά την πώλησή τους.
67.
Η Βελγική Κυβέρνηση υποστήριξε επίσης ότι, στο μέτρο που η προγενέστερη νομοθεσία εξαρτούσε την πώληση ειδών πυροτεχνίας από την κατοχή άδειας εκ μέρους του αγοραστή όταν το επίμαχο προϊόν περιείχε 500 γραμμάρια ΠΥ, η επίμαχη εν προκειμένω νομοθεσία συνιστά άμβλυνση προγενέστερου μέτρου της οποίας η κοινοποίηση δεν ήταν υποχρεωτική.
68.
Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τροποποιήσεις οι οποίες επήλθαν σε σχέδιο τεχνικού κανόνα ήδη γνωστοποιηθέν στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 98/34, οι οποίες συνίστανται, σε σχέση με το γνωστοποιηθέν σχέδιο, απλώς και μόνο στη θέσπιση ελαστικότερων προϋποθέσεων χρήσεως του οικείου προϊόντος και οι οποίες επομένως μειώνουν τον ενδεχόμενο αντίκτυπο του τεχνικού κανόνα στο εμπόριο, δεν αποτελούν σημαντική τροποποίηση του σχεδίου και, επομένως, δεν ισχύει για τις τροποποιήσεις αυτές η υποχρέωση προηγούμενης γνωστοποιήσεως ( 25 ).
69.
Πάντως, εν προκειμένω, τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο δεν παρέχουν τη δυνατότητα να διαπιστωθεί μετά βεβαιότητας αν η προγενέστερη πιο περιοριστική νομοθεσία είχε κοινοποιηθεί στην Επιτροπή βάσει της οδηγίας 98/34.
70.
Υπό τις συνθήκες αυτές, εκτιμώ ότι στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να διαπιστώσει αν συνέβη κάτι τέτοιο και αν, επομένως, η Βελγική Κυβέρνηση μπορούσε να μην κοινοποιήσει τη νέα νομοθεσία.
71.
Εν πάση περιπτώσει, κατά την άποψή μου, η βελγική νομοθεσία δεν συνιστά τεχνικό κανόνα, κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 11, της οδηγίας 98/34.
72.
Κατά το Δικαστήριο, η έννοια του «τεχνικού κανόνα» καλύπτει τέσσερις κατηγορίες μέτρων, ήτοι, πρώτον, την «τεχνική προδιαγραφή», κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 3, της οδηγίας 98/34, δεύτερον, την «άλλη απαίτηση», όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1, σημείο 4, της οδηγίας αυτής, τρίτον, τον κατά το άρθρο 1, σημείο 5, της εν λόγω οδηγίας «κανόνα σχετικά με τις υπηρεσίες» και, τέταρτον, τις «νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν την κατασκευή, εισαγωγή, εμπορία ή χρήση ενός προϊόντος και την παροχή ή χρήση μιας υπηρεσίας ή την εγκατάσταση για την παροχή των υπηρεσιών αυτών», κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 11, της ως άνω οδηγίας ( 26 ).
73.
Συναφώς, πρώτον, εκτιμώ ότι η επίμαχη ρύθμιση δεν εμπίπτει στην κατηγορία των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες, δεδομένου ότι δεν αφορά υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 2, της ως άνω οδηγίας.
74.
Δεύτερον, η έννοια της «τεχνικής προδιαγραφής» αφορά την προδιαγραφή που περιέχεται σε έγγραφο στο οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, όπως η ονομασία πωλήσεως, η συσκευασία, το ετικετάρισμα, καθώς και οι διαδικασίες αξιολογήσεως της πιστότητας. Κατά το Δικαστήριο, η έννοια αυτή προϋποθέτει ότι το εθνικό μέτρο αναφέρεται κατ’ ανάγκην σε αυτό καθ’ εαυτό το προϊόν ή σε αυτή καθ’ εαυτήν τη συσκευασία του και, επομένως, καθορίζει ένα από τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά του προϊόντος ( 27 ). Πάντως, η βελγική νομοθεσία δεν αναφέρεται σε αυτό καθ’ εαυτό το προϊόν ή σε αυτή καθ’ εαυτήν τη συσκευασία του και, επομένως, όπως υποστήριξε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η νομοθεσία αυτή δεν καθορίζει ένα από τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά του προϊόντος.
75.
Τρίτον, το Δικαστήριο έχει ήδη διευκρινίσει ότι, για να μπορούν να χαρακτηριστούν ως «άλλη απαίτηση», τα επίμαχα εθνικά μέτρα πρέπει να αποτελούν όρους δυνάμενους να επηρεάσουν σημαντικά τη σύνθεση, τη φύση ή την εμπορία του οικείου προϊόντος ( 28 ).
76.
Η επίμαχη νομοθεσία, η οποία εξαρτά από την κατοχή άδειας την πώληση ειδών πυροτεχνίας με περιεχόμενο σε ΠΥ που υπερβαίνει το 1 κιλό, δεν συνιστά απαίτηση επιβαλλόμενη στο ίδιο το προϊόν, αλλά απαίτηση επιβαλλόμενη στους οικονομικούς φορείς και, επομένως, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «άλλη απαίτηση» κατά την έννοια της οδηγίας 98/34 ( 29 ).
77.
Τέταρτον, όσον αφορά την προβλεπόμενη στο άρθρο 1, σημείο 11, της οδηγίας 98/34 κατηγορία, ήτοι την απαγόρευση κατασκευής, εισαγωγής, εμπορίας ή χρήσεως προϊόντος, από τη νομολογία προκύπτει ότι αυτή η κατηγορία τεχνικών κανόνων προϋποθέτει ότι το περιεχόμενο των επίμαχων εθνικών διατάξεων σαφώς βαίνει πέραν του περιορισμού ορισμένων πιθανών χρήσεων του επίμαχου προϊόντος και ότι οι επίμαχες εθνικές διατάξεις δεν περιορίζονται απλώς και μόνο στον περιορισμό της χρήσεως του εν λόγω προϊόντος. Συγκεκριμένα, η κατηγορία αυτή αφορά, ειδικότερα, εθνικά μέτρα που δεν αφήνουν περιθώριο για καμία άλλη χρήση πλην των ευλόγως αναμενόμενων για το οικείο προϊόν αμιγώς περιθωριακών χρήσεων ( 30 ).
78.
Πάντως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επίμαχη εθνική νομοθεσία δεν απαγορεύει την πώληση ειδών πυροτεχνίας με περιεχόμενο σε ΠΥ που υπερβαίνει το 1 κιλό, αλλά την εξαρτά από την κατοχή άδειας εκ μέρους του αγοραστή. Ως εκ τούτου, τέτοια προϊόντα μπορούν να πωλούνται σε καταναλωτές που διαθέτουν τέτοια άδεια καθώς και σε επαγγελματίες και, συνεπώς, εκτιμώ ότι η εν λόγω ρύθμιση αφήνει περιθώριο για διάθεση στο εμπόριο η οποία δεν είναι αμιγώς περιθωριακή.
79.
Κατά δεύτερον, για να δοθεί απάντηση στους προβληματισμούς του αιτούντος δικαστηρίου, πρέπει να καθοριστεί αν αντιβαίνει στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των ειδών πυροτεχνίας που απορρέει από τις οδηγίες 2007/23 και 2013/29, ενδεχομένως σε συνδυασμό με τα άρθρα 34, 35 και 36 ΣΛΕΕ, καθώς και με την αρχή της αναλογικότητας, εθνική ρύθμιση απαγορεύουσα την κατοχή ή τη χρήση από τους καταναλωτές και την πώληση σε αυτούς εορταστικών πυροτεχνημάτων με περιεχόμενο σε ΠΥ που υπερβαίνει το 1 κιλό.
80.
Συναφώς, πρώτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο Α. van der Schoot διώκεται ειδικότερα επειδή πώλησε εορταστικά πυροτεχνήματα και βεγγαλικά σε ιδιώτη τα οποία υπερβαίνουν σε περιεχόμενο το 1 κιλό πυροτεχνικών υλικών χωρίς να διαθέτει την αναγκαία σχετική άδεια, ότι, δεδομένου ότι η παράβαση για την οποία διώκεται ο εν λόγω κατηγορούμενος τελέστηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2012, η οδηγία 2007/23 έχει εφαρμογή ratione temporis και ότι, κατά την απόφαση περί παραπομπής, τα επίμαχα εορταστικά πυροτεχνήματα είναι πυροτεχνήματα των κατηγοριών 2 και 3 κατά την οδηγία 2007/23 τα οποία διατέθηκαν στην αγορά.
81.
Δεύτερον, δεδομένου ότι η οδηγία 2007/23 εναρμόνισε με διεξοδικό τρόπο τις προϋποθέσεις, τόσο ουσιαστικές όσο και διαδικαστικές, τις οποίες πρέπει να πληρούν τα είδη πυροτεχνίας για τους σκοπούς της διαθέσεως στην αγορά, και δεδομένου ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας δεν διασφαλίζει μόνο την πρώτη διάθεση στην αγορά αλλά και την ελεύθερη κυκλοφορία των ειδών πυροτεχνίας ( 31 ), το σχετικό βελγικό μέτρο πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας και όχι υπό το πρίσμα του πρωτογενούς δικαίου ( 32 ).
82.
Τρίτον, αναμφίβολα, εκ φύσεως, η επίμαχη νομοθεσία περιορίζει, κατά την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας 2007/23, την κατοχή, τη χρήση και/ή την πώληση, σε ιδιώτες, πυροτεχνημάτων με περιεχόμενο σε ΠΥ που υπερβαίνει το 1 κιλό. Εντούτοις, εκτιμώ ότι η εν λόγω νομοθεσία αποσκοπεί, όπως υποστήριξε η Βελγική Κυβέρνηση, στην προστασία των θεμελιωδών συμφερόντων που μνημονεύονται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, και ιδίως της δημόσιας τάξεως και ασφάλειας ( 33 ).
83.
Όσον αφορά την ικανότητα της νομοθεσίας να προστατεύσει τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, εκτιμώ ότι το επίμαχο μέτρο είναι ικανό να διασφαλίσει την επίτευξη των σκοπών αυτών ( 34 ).
84.
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει των άρθρων 4 ΣΕΕ και 72 ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να ευθύνονται για την τήρηση της δημόσιας τάξεως στο έδαφός τους. Επομένως, παραμένουν ελεύθερα να καθορίζουν τα κατάλληλα μέτρα για την τήρησή της ( 35 ) ή για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας ( 36 ), σύμφωνα με τις εθνικές τους ανάγκες και ανάλογα με τις συγκεκριμένες χρονικές και τοπικές περιστάσεις.
85.
Εντούτοις, η επίκληση μιας εξαιρέσεως δημόσιας τάξεως ή δημόσιας ασφάλειας συνιστά παρέκκλιση από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά και το περιεχόμενο της οποίας δεν μπορεί να καθορίζεται μονομερώς από τα κράτη μέλη ( 37 ). Ως εκ τούτου, το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη πρέπει να ασκείται εντός των ορίων που θέτει το δίκαιο της Ένωσης ( 38 ).
86.
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι η επίκληση της δημόσιας τάξεως και ασφάλειας ως δικαιολογητικού λόγου υποθέτει την ύπαρξη πραγματικής και αρκούντως σοβαρής απειλής, θίγουσας θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας ( 39 ).
87.
Εν προκειμένω, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η εξάρτηση από την κατοχή άδειας της πωλήσεως στους ιδιώτες ειδών πυροτεχνίας με περιεχόμενο σε ΠΥ το οποίο υπερβαίνει το 1 κιλό είναι ικανή να αποτρέψει προσβολές της δημόσιας τάξεως και ασφάλειας.
88.
Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι «είναι εγγενώς επικίνδυνα» ( 40 ), τα είδη πυροτεχνίας μπορούν, λαμβανομένης υπόψη της συνθέσεώς τους, και ιδίως τα είδη με περιεχόμενο σε ΠΥ που υπερβαίνει το 1 κιλό, να θίξουν την ασφάλεια των προσώπων. Επιπλέον, λόγω της φύσεώς τους και ανάλογα με τις περιστάσεις της χρήσεώς τους, τα είδη αυτά μπορούν να διαταράξουν τη δημόσια τάξη.
89.
Επιπλέον, δεδομένου ότι η προστασία της δημόσιας τάξεως και ασφάλειας συνδέεται εκ βάθρων, όπως προκύπτει από το σημείο 84 των παρουσών προτάσεων, με τις χρονικές και τοπικές περιστάσεις, δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι ο εγγενώς επικίνδυνος χαρακτήρας των ειδών πυροτεχνίας με περιεχόμενο σε ΠΥ που υπερβαίνει το 1 κιλό επιτείνεται στις παρούσες συνθήκες λόγω της τρομοκρατικής απειλής.
90.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, εκτιμώ ότι είναι θεμιτό τα κράτη μέλη να εξαρτούν από την κατοχή άδειας την αγορά από ιδιώτες ειδών των οποίων το περιεχόμενο σε ΠΥ υπερβαίνει ορισμένο ανώτατο όριο, επειδή, αφενός, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο η χρήση των ειδών αυτών, μόνων ή με άλλα προϊόντα, να εκτραπεί προς μη εορταστικούς σκοπούς και, αφετέρου, η απλή χρήση ειδών πυροτεχνίας με υψηλή περιεκτικότητα σε ΠΥ μπορεί, υπό τις παρούσες συνθήκες, να προκαλέσει κινήσεις πλήθους και πανικό.
91.
Πάντως, η εθνική νομοθεσία είναι αναμφίβολα ικανή να προστατεύσει τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, καθόσον επιτρέπει τον έλεγχο και, ενδεχομένως, τον περιορισμό της ποσότητας ΠΥ που κατέχει ένα πρόσωπο.
92.
Όσον αφορά την αναγκαιότητα της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας, λαμβανομένων υπόψη των κενών στην απόφαση περί παραπομπής και του γεγονότος ότι στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να διαπιστώσει αν, και ενδεχομένως σε ποιον βαθμό, η εθνική νομοθεσία είναι αναλογική με τον επιδιωκόμενο σκοπό δημόσιου συμφέροντος ( 41 ), μολονότι το Δικαστήριο δύναται να του παράσχει στοιχεία βασισμένα στη δικογραφία ( 42 ), θα περιοριστώ να εκθέσω στο αιτούν δικαστήριο ένα πλαίσιο αναλύσεως βάσει του οποίου θα πρέπει να εκτιμήσει αν η νομοθεσία υπερβαίνει το αναγκαίο όριο για τους σκοπούς προστασίας της δημόσιας τάξεως και ασφάλειας.
93.
Πρώτον, η διατύπωση του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2007/23 είναι τέτοια ώστε παρέχει στα κράτη μέλη σημαντικό περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τα μέτρα που προβλέπονται στη διάταξη αυτή.
94.
Συγκεκριμένα, το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι ευρύτατο, δεδομένου ότι οι στόχοι που ενδεχομένως επιδιώκουν τα κράτη μέλη ποικίλλουν. Τα μέτρα μπορούν να είναι όχι μόνο μέτρα απαγορεύσεως, αλλά και μέτρα περιορισμού και μπορούν να αφορούν τόσο την κατοχή όσο και τη χρήση και την πώληση ορισμένων ειδών πυροτεχνίας.
95.
Κατά την άποψή μου, η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η αιτιολογική σκέψη 10 της οδηγίας 2007/23 δημιούργησε σχέση αιτίας και αποτελέσματος μεταξύ, αφενός, του γεγονότος ότι η χρήση των ειδών πυροτεχνίας, ιδίως των πυροτεχνημάτων, υπόκειται σε εμφανώς διαφορετικές πολιτιστικές συνήθειες και παραδόσεις στα αντίστοιχα κράτη μέλη και, αφετέρου, της αναγκαιότητας να επιτραπεί στα κράτη μέλη να λαμβάνουν εθνικά μέτρα για τον περιορισμό της χρήσεως ή της πωλήσεως ορισμένων κατηγοριών πυροτεχνημάτων στο ευρύ κοινό για λόγους δημόσιας τάξεως και ασφάλειας.
96.
Δεύτερον, δεδομένου ότι δεν θεσπίζει καμία απόλυτη απαγόρευση πωλήσεως, αλλά εξαρτά την πώληση αυτή από την προηγούμενη χορήγηση άδειας στον καταναλωτή, η επίμαχη εθνική νομοθεσία αποσκοπεί στον περιορισμό της πωλήσεως ορισμένων προϊόντων στον καταναλωτή. Επιπλέον, το περιοριστικό αυτό μέτρο δεν εφαρμόζεται σε όλα τα είδη πυροτεχνίας, αλλά μόνο στα προϊόντα που περιέχουν συγκεκριμένη ποσότητα της επικίνδυνης χημικής ενώσεως που είναι ένα ΠΥ.
97.
Τρίτον, εκτιμώ ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, λιγότερο περιοριστικά μέτρα, όπως η καταχώριση κατόπιν αγοράς προϊόντων που περιέχουν ΠΥ ορισμένου βάρους, δεν είναι εξίσου αποτελεσματικά για την προστασία των επίμαχων θεμελιωδών συμφερόντων. Συγκεκριμένα, μολονότι μια τέτοια διατύπωση καθιστά εφικτό τον καθορισμό της ποσότητας ΠΥ που αγόρασε ο καταναλωτής, δεν επιτρέπει τον περιορισμό της ποσότητας αυτής ούτε, επομένως, την αποτελεσματική καταπολέμηση προσβολών των θεμελιωδών συμφερόντων που επικαλέστηκε η Βελγική Κυβέρνηση.
98.
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των παρατηρήσεων αυτών, εκτιμώ, αφενός, ότι η βελγική νομοθεσία δεν αποτελεί τεχνικό κανόνα κατά την έννοια της οδηγίας 98/34 και, αφετέρου, ότι η νομοθεσία αυτή περιορίζει, κατά την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας 2007/23, την ελεύθερη κυκλοφορία των εορταστικών πυροτεχνημάτων, αλλά θεσπίστηκε για λόγους δημόσιας τάξεως και ασφάλειας και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο όριο για τους σκοπούς προστασίας των συμφερόντων αυτών, πράγμα που στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει.
IV. Πρόταση
99.
Λαμβανομένων υπόψη των σκέψεων που προεκτέθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen (πρωτοδικείου Αμβέρσας, Βέλγιο) ως εξής:
1)
Το άρθρο 20 της οδηγίας 2007/23/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 2007, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά ειδών πυροτεχνίας, και το άρθρο 1, παράγραφος 5, της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά, έχουν την έννοια ότι τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ποινικές κυρώσεις, εφόσον οι κυρώσεις αυτές είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές και οι εθνικές διατάξεις δεν συνιστούν παρέκκλιση από τους κανόνες της δεύτερης ως άνω οδηγίας, πράγμα που στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει.
2)
Το επίμαχο στην κύρια δίκη σύστημα διττής άδειας για την αποθήκευση ειδών πυροτεχνίας δεν είναι ασύμβατο με το άρθρο 10 της οδηγίας 2006/123, με την επιφύλαξη ότι τα κριτήρια στα οποία βασίζεται η άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως των αρμόδιων αρχών δεν εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, είναι αναλογικά και αντικειμενικά, πράγμα που στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει.
3)
Η νομοθεσία που εξαρτά την πώληση ειδών πυροτεχνίας με περιεχόμενο σε πυροτεχνικά υλικά που υπερβαίνει το 1 κιλό από την κατοχή άδειας από τον αγοραστή δεν αποτελεί τεχνικό κανόνα κατά την έννοια της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουλίου 1998. Η εν λόγω νομοθεσία περιορίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εορταστικών πυροτεχνημάτων κατά την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας 2007/23, αλλά αποσκοπεί στην προστασία της δημόσιας τάξεως και ασφάλειας και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο όριο για τους σκοπούς προστασίας των συμφερόντων αυτών, πράγμα που στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Στο εξής: ΠΥ.
( 3 ) ΕΕ 2006, L 376, σ. 36, στο εξής: οδηγία περί υπηρεσιών.
( 4 ) ΕΕ 2007, L 154, σ. 1.
( 5 ) ΕΕ 1997, L 10, σ. 13.
( 6 ) ΕΕ 2013, L 178, σ. 27.
( 7 ) Belgisch Staatsblad, 9 Ιουνίου 1956, σ. 3990.
( 8 ) Belgisch Staatsblad, 22 Δεκεμβρίου 1958, σ. 9075 (στο εξής: ARS).
( 9 ) Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία 2013/29 εκδόθηκε στις 12 Ιουνίου 2013, ότι, βάσει του άρθρου της 49, τέθηκε σε ισχύ την επομένη της δημοσιεύσεώς της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι, βάσει του άρθρου της 48, η οδηγία 2007/23 καταργήθηκε με ισχύ από την 1η Ιουλίου 2015.
( 10 ) Σχετικά με τον αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα των κυρώσεων που τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίζουν βάσει του δικαίου της Ένωσης, βλ. Hagueneau-Moizard, C., «Sanction nationale du droit communautaire: “Sanctions effectives, proportionnées et dissuasives”», L’exécution du droit de l’Union, entre mécanismes communautaires et droits nationaux, Bruylant, Βρυξέλλες, 2009, σ. 205 έως 223.
( 11 ) Βλ., συναφώς, δήλωση υπ’ αριθ. 43, προσαρτημένη στην τελική πράξη της Συνθήκης του Άμστερνταμ, κατά την οποία «η εφαρμογή του […] δικαίου [της Ένωσης], σε επίπεδο διοίκησης, είναι καταρχήν έργο των κρατών μελών και επιτελείται σύμφωνα με τους συνταγματικούς κανόνες εκάστου» (ΕΕ 1997, C 340, σ. 140). Όπως επισημαίνει ο Jean-Paul Jacqué, «[η] εφαρμογή του […] δικαίου [της Ένωσης] από τα κράτη μέλη έχει κεφαλαιώδη σημασία. Συγκεκριμένα, η [Ένωση] δεν διαθέτει τις αναγκαίες αρμοδιότητες για την άμεση εφαρμογή του […] δικαίου [της Ένωσης] εντός των κρατών μελών» (Jacqué, J.-P., Droit institutionnel de l’Union européenne, 5η έκδοση, Dalloz, Παρίσι, 2009, σ. 601).
( 12 ) Κατά την Catherine Hagueneau-Moizard, «[ο]ι πραγματικές συνέπειες του […] δικαίου [της Ένωσης] εξαρτώνται από την εφαρμογή του από τα κράτη» (Hagueneau-Moizard, C., «Sanction nationale du droit communautaire: “Sanctions effectives, proportionnées et dissuasives”», L’exécution du droit de l’Union, entre mécanismes communautaires et droits nationaux, Bruylant, Βρυξέλλες, 2009, σ. 205 έως 223, ιδίως σ. 207). Εξάλλου, αυτή η υποχρέωση των κρατών μελών ενισχύεται από την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, δεδομένου ότι η αρχή αυτή επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίζει την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης [βλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, Επιτροπή κατά Ελλάδας (68/88, EU:C:1989:339, σκέψεις 23 και 24)].
( 13 ) Βλ., για παράδειγμα, άρθρο 15 της οδηγίας 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής (ΕΕ 2000, L 180, σ. 22).
( 14 ) Για τον λόγο αυτόν, η Catherine Hagueneau-Moizard χαρακτηρίζει τυποποιημένη διάταξη («disposition standard») τη διάταξη οδηγίας η οποία προβλέπει ότι οι κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές (Hagueneau-Moizard, C., «Sanction nationale du droit communautaire: “Sanctions effectives, proportionnées et dissuasives”», L’exécution du droit de l’Union, entre mécanismes communautaires et droits nationaux, Bruylant, Βρυξέλλες, 2009, σ. 205 έως 223, ιδίως σ. 210).
( 15 ) Ο όρος «κύρωση» νοείται εν προκειμένω υπό ευρύτατη έννοια, καθόσον περιλαμβάνει κυρώσεις κάθε είδους.
( 16 ) Βλ., ιδίως, οδηγία 2014/57/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί ποινικών κυρώσεων για την κατάχρηση αγοράς (ΕΕ 2014, L 173, σ. 179), της οποίας το άρθρο 1, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής: «Με την παρούσα οδηγία θεσπίζονται ελάχιστοι κανόνες σε θέματα ποινικών κυρώσεων για πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες, για παράνομη δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών και για τη χειραγώγηση της αγοράς, για να διασφαλισθεί η ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών στην Ένωση και να ενισχυθεί η προστασία και η εμπιστοσύνη των επενδυτών στις εν λόγω αγορές».
( 17 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2008, Feryn (C‑54/07, EU:C:2008:397, σκέψη 37).
( 18 ) Συναφώς, αξίζει να σημειωθεί ότι η ρητή αναγνώριση της δυνατότητας των κρατών μελών να θεσπίζουν ποινικές κυρώσεις για περίπτωση σοβαρής παραβάσεως προβλέφθηκε αρχικά στο άρθρο 41 του κανονισμού (ΕΚ) 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 339/93 του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 218, σ. 30), και ότι, έκτοτε, πολλές οδηγίες περί «νέας προσεγγίσεως στο θέμα της τεχνικής εναρμονίσεως και τυποποιήσεως» περιέχουν διατάξεις των οποίων το γράμμα είναι ανάλογο αυτού του άρθρου 45 της οδηγίας 2013/29, ήτοι, ιδίως, το άρθρο 42 της οδηγίας 2014/31/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα στην αγορά οργάνων ζύγισης μη αυτόματης λειτουργίας (ΕΕ 2014, L 96, σ. 107), το άρθρο 46 της οδηγίας 2014/53/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, σχετικά με την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα ραδιοεξοπλισμού στην αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 1999/5/ΕΚ (ΕΕ 2014, L 153, σ. 62), ή το άρθρο 47 της οδηγίας 2014/68/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα του εξοπλισμού υπό πίεση στην αγορά (ΕΕ 2014, L 189, σ. 164).
( 19 ) Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Essent Energie Productie (C‑91/13, EU:C:2014:312, σημείο 35).
( 20 ) Η αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας 2013/29 είναι ακόμη πιο σαφής στο μέτρο που επισημαίνει ότι «[η] ασφάλεια κατά την αποθήκευση διέπεται από την οδηγία 96/82 […], η οποία ορίζει απαιτήσεις ασφαλείας για τις εγκαταστάσεις όπου υπάρχουν, μεταξύ άλλων επικίνδυνων πυροτεχνικών ουσιών, εκρηκτικές ουσίες».
( 21 ) Απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2018, X και Visser (C‑360/15 και C‑31/16, EU:C:2018:44, σκέψεις 84 έως 97).
( 22 ) Συναφώς, η επίμαχη εθνική νομοθεσία, η οποία εξαρτά την αποθήκευση από τη χορήγηση άδειας, εμπίπτει στη διάταξη αυτή και δεν συνιστά απαίτηση προβλεπόμενη στην αιτιολογική σκέψη 9 της οδηγίας περί υπηρεσιών [βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2018, X και Visser (C‑360/15 και C‑31/16, EU:C:2018:44, σκέψεις 113 έως 123)]. Εξάλλου, έστω και αν ήθελε υποστηριχθεί ότι όλα τα στοιχεία της υποθέσεως της κύριας δίκης περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνου κράτους μέλους, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μια τέτοια περίσταση δεν θα έθετε εν αμφιβόλω τη δυνατότητα εφαρμογής του κεφαλαίου III της οδηγίας περί υπηρεσιών [βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2018, X και Visser (C‑360/15 και C‑31/16, EU:C:2018:44, σκέψη 110)].
( 23 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών (ΕΕ 1998, L 204, σ. 37), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουλίου 1998 (ΕΕ 1998, L 217, σ. 18) (στο εξής: οδηγία 98/34).
( 24 ) Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2007, Schwibbert (C‑20/05, EU:C:2007:652, σκέψεις 38 έως 42). Βλ., επίσης, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2014, Ivansson κ.λπ. (C‑307/13, EU:C:2014:2058, σκέψη 48).
( 25 ) Απόφαση της 15ης Απριλίου 2010, Sandström (C‑433/05, EU:C:2010:184, σκέψη 47).
( 26 ) Απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2017, Município de Palmela (C‑144/16, EU:C:2017:76, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 27 ) Απόφαση της 10ης Ιουλίου 2014, Ivansson κ.λπ. (C‑307/13, EU:C:2014:2058, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 28 ) Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2016, James Elliott Construction (C‑613/14, EU:C:2016:821, σκέψη 69 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 29 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 21ης Απριλίου 2005, Lindberg (C‑267/03, EU:C:2005:246, σκέψη 87), καθώς και της 13ης Οκτωβρίου 2016, M. και S. (C‑303/15, EU:C:2016:771, σκέψεις 29 και 30).
( 30 ) Αποφάσεις της 21ης Απριλίου 2005, Lindberg (C‑267/03, EU:C:2005:246, σκέψεις 76 και 77), καθώς και της 19ης Ιουλίου 2012, Fortuna κ.λπ. (C‑213/11, C‑214/11 και C‑217/11, EU:C:2012:495, σκέψεις 31 και 32).
( 31 ) Κατά την άποψή μου, αυτό συνάγεται από την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2016, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑220/15, EU:C:2016:815, σκέψεις 35 έως 47), και, ιδίως, από την ερμηνεία που δόθηκε στο περιεχόμενο του άρθρου 2, σημείο 2, και του άρθρου 6 της οδηγίας 2007/23. Τονίζεται επίσης ότι, για τον σκοπό αυτόν, το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι «τα κράτη μέλη […] είναι αρμόδια να ρυθμίζουν όλα τα μεταγενέστερα στάδια της διανομής των ειδών [πυροτεχνίας], μέχρι τη λιανική πώληση προς τον τελικό καταναλωτή».
( 32 ) Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, Vilniaus energija (C‑423/13, EU:C:2014:2186, σκέψη 39).
( 33 ) ΣτΜ: η παρούσα υποσημείωση δεν αφορά το ελληνικό κείμενο.
( 34 ) Φρονώ ότι πρέπει να διαπιστωθεί ότι το εθνικό μέτρο είναι ικανό να διασφαλίσει την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και ότι δεν υπερβαίνει το αναγκαίο όριο για την επίτευξή του, και τούτο έστω και αν η απαίτηση αναλογικότητας δεν προβλέπεται stricto sensu στο άρθρο 6 της οδηγίας 2007/23. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι, ως γενική αρχή του δικαίου, η αρχή της αναλογικότητας εφαρμόζεται στο σύνολο του δικαίου της Ένωσης και ότι τα μέτρα των κρατών μελών που περιορίζουν τις προστατευόμενες από τη Συνθήκη ελευθερίες κυκλοφορίας υπόκεινται σε έλεγχο αναλογικότητας, εκτιμώ ότι τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2007/23 πρέπει, ως εξαιρέσεις, να υποβάλλονται σε τέτοιον έλεγχο.
( 35 ) Βλ., συναφώς, προτάσεις μου στην υπόθεση Josemans (C‑137/09, EU:C:2010:433, σημείο 116 καθώς και υποσημείωση 61).
( 36 ) Εκτιμώ ότι οι σκέψεις που διατύπωσε ο γενικός εισαγγελέας H. Mayras στις προτάσεις του στην υπόθεση van Duyn (41/74, μη δημοσιευθείσες, EU:C:1974:123, σ. 1358), κατά τις οποίες «μόνο τα κράτη έχουν, υπό την επιφύλαξη ακριβώς ορισμένων […] διατάξεων [της Ένωσης] […], την εξουσία να λαμβάνουν τα μέτρα που επιβάλλονται για την προστασία της δημοσίας ασφαλείας στο έδαφός τους και να εκτιμούν με ποιους τρόπους θα μπορούσε να διακυβευτεί αυτή η ασφάλεια», με αποτέλεσμα η δημόσια ασφάλεια να «παραμένει, τουλάχιστον επί του παρόντος, εθνική, τούτο δε είναι σύμφωνο με την πραγματικότητα, στο μέτρο που οι επιταγές της δημοσίας ασφαλείας ποικίλλουν στον χώρο και τον χρόνο, από ένα κράτος μέλος σε άλλο», είναι απολύτως επίκαιρες.
( 37 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑503/03, EU:C:2006:74, σκέψη 45).
( 38 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1974, van Duyn (41/74, EU:C:1974:133, σκέψη 18).
( 39 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1998, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑114/97, EU:C:1998:519, σκέψη 46).
( 40 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Bobek στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑220/15, EU:C:2016:534, σημείο 50).
( 41 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2003, Schönheit και Becker (C‑4/02 και C‑5/02, EU:C:2003:583, σκέψη 82).
( 42 ) Βλ. απόφαση της 13ης Απριλίου 2010, Bressol κ.λπ. (C‑73/08, EU:C:2010:181, σκέψη 65 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).