Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
GIOVANNI PITRUZZELLA
της 5ης Σεπτεμβρίου 2019(1)
Υπόθεση C‑156/17
Köln-Aktienfonds Deka
κατά
Staatssecretaris van Financiën,
παρεμβαίνουσες:
Nederlandse Orde van Belastingadviseurs,
Loyens en Loeff NV
[αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden
(Ανώτατου Δικαστηρίου των Κάτω Χωρών)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων – Περιορισμοί – Φόρος επί των μερισμάτων που διανέμονται σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) – Απόρριψη των αιτήσεων αλλοδαπού ΟΣΕΚΑ για την επιστροφή του παρακρατηθέντος φόρου μερισμάτων τα οποία έλαβε από εταιρίες εγκατεστημένες στην ημεδαπή – Απαιτήσεις σχετικά με τη μετοχική σύνθεση του ΟΣΕΚΑ – Απόδειξη ότι ικανοποιούνται οι απαιτήσεις – Έμμεση δυσμενής διάκριση – Προϋποθέσεις που εν τοις πράγμασι προσιδιάζουν στην εθνική αγορά – Υποχρέωση αναδιανομής των μερισμάτων – Φορολογική εξουσία των κρατών μελών – Αδυναμία ή υπερβολική δυσχέρεια να τηρηθεί η υποχρέωση – Νομοθεσία του κράτους μέλους εγκαταστάσεως του αλλοδαπού ΟΣΕΚΑ»
1. Με την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών) ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της συμβατότητας διαφόρων πτυχών της ολλανδικής νομοθεσίας περί φορολογήσεως των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων φορολογικού χαρακτήρα (στο εξής: ΟΣΕΦΧ) με την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων που προβλέπεται από το άρθρο 63 ΣΛΕΕ (2).
2. Τα προδικαστικά ερωτήματα που αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Köln-Aktienfonds Deka (στο εξής: KA Deka), οργανισμού συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (στο εξής: ΟΣΕΚΑ) εγκατεστημένου στη Γερμανία, και των φορολογικών αρχών των Κάτω Χωρών σχετικά με την απόρριψη εκ μέρους των τελευταίων των αιτήσεων που υπέβαλε ο KA Deka για την επιστροφή, κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας που αφορά τους ΟΣΕΦΧ, φόρου μερισμάτων παρακρατηθέντος εις βάρος του επί μερισμάτων τα οποία διανεμήθηκαν σε αυτόν για μετοχές ολλανδικών εταιριών μεταξύ του 2002 και του 2008.
3. Κατόπιν της ανακλήσεως του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος από το αιτούν δικαστήριο λόγω της αποφάσεως της 21ης Ιουνίου 2018, Fidelity Funds κ.λπ. (C‑480/16, EU:C:2018:480, στο εξής: απόφαση Fidelity Funds), η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά πλέον μόνο τη συμβατότητα της επίμαχης νομοθεσίας με το άρθρο 63 ΣΛΕΕ σε σχέση με δύο προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει προκειμένου να μπορέσει να εφαρμοστεί η ρύθμιση που προβλέπεται για τους ΟΣΕΦΧ, από την οποία εξαρτάται η αναγνώριση του δικαιώματος επιστροφής του παρακρατηθέντος φόρου μερισμάτων: αφενός, ορισμένες απαιτήσεις σχετικά με τη μετοχική σύνθεση του ΟΣΕΚΑ που επιθυμεί να επωφεληθεί από το καθεστώς αυτό και, αφετέρου, την υποχρέωση αναδιανομής των ληφθέντων κερδών.
4. Η υπό κρίση υπόθεση εγείρει σημαντικά και λεπτά ζητήματα συντονισμού μεταξύ, αφενός, της φορολογικής εξουσίας των κρατών μελών που εκδηλώνεται, μεταξύ άλλων, με την ελευθερία θεσπίσεως των απαιτήσεων που θεωρούνται αναγκαίες για να χορηγείται φορολογικό ευεργέτημα και, αφετέρου, της ανάγκης διασφαλίσεως του σεβασμού των θεμελιωδών ελευθεριών που προβλέπει η Συνθήκη ΛΕΕ και, ειδικότερα, της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων.
I. Το νομικό πλαίσιο
5. Το νομικό και φορολογικό καθεστώς των ΟΣΕΦΧ στην ολλανδική νομοθεσία περιλαμβάνεται κυρίως στο άρθρο 28 του Wet op de vennootschapsbelasting 1969 (νόμου του 1969 για τον φόρο εταιριών, στο εξής: Wet Vpb), άρθρο το οποίο υπέστη σημαντικές τροποποιήσεις το 2007, και στο άρθρο 10, παράγραφος 2, του Wet op de dividendbelasting (νόμου για τον φόρο μερισμάτων).
6. Ο σκοπός του καθεστώτος αυτού είναι οι μέτοχοι ή οι έχοντες συμμετοχή σε ΟΣΕΦΧ να βρίσκονται, όσον αφορά τη φορολογία στις Κάτω Χώρες, στην ίδια θέση με τα φυσικά πρόσωπα που προβαίνουν απ’ ευθείας σε επενδύσεις. Το εν λόγω καθεστώς σκοπεί να εξισορροπήσει κατά το δυνατόν τη φορολογική επιβάρυνση των εσόδων που προέρχονται από τις επενδύσεις που πραγματοποιούν οι ΟΣΕΦΧ με τη φορολογική επιβάρυνση των εσόδων που προέρχονται από τις άμεσες επενδύσεις που πραγματοποιούν οι ιδιώτες επενδυτές.
7. Για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός, από την απόφαση περί παραπομπής την οποία εξέδωσε το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών) προκύπτει ότι στο ολλανδικό δίκαιο, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο για τη διαφορά της κύριας δίκης, το νομικό και φορολογικό καθεστώς των ΟΣΕΦΧ είχε ως ακολούθως.
8. Πρώτον, κατά το άρθρο 28, παράγραφος 2, του Wet Vpb, όπως ίσχυε κατά την περίοδο από το 2002 έως το 2006, ως ΟΣΕΦΧ μπορούσαν να χαρακτηριστούν οι ανώνυμες εταιρίες, οι εταιρίες περιορισμένης ευθύνης και τα αμοιβαία κεφάλαια επενδύσεων που ήταν εγκατεστημένα στις Κάτω Χώρες και των οποίων ο σκοπός και η εν τοις πράγμασι δραστηριότητα συνίσταντο σε επενδύσεις κεφαλαίων και τα οποία πληρούσαν τις προβλεπόμενες στην ίδια παράγραφο προϋποθέσεις (3).
9. Δεύτερον, οι ΟΣΕΦΧ υπέκειντο –και εξακολουθούν να υπόκεινται– σε φόρο εταιριών με μηδενικό φορολογικό συντελεστή, πράγμα που ισοδυναμεί με απαλλαγή από τον εν λόγω φόρο.
10. Τρίτον, όταν ΟΣΕΦΧ είχε συμμετοχές σε εταιρίες εγκατεστημένες στις Κάτω Χώρες και λάμβανε μερίσματα από τις εταιρίες αυτές, μπορούσε να ζητήσει επιστροφή του ολλανδικού φόρου μερισμάτων ο οποίος είχε παρακρατηθεί εις βάρος του στην πηγή από τις εταιρίες που είχαν διανείμει τα μερίσματα. Όταν, αντιθέτως, ΟΣΕΦΧ λάμβανε μερίσματα από εταιρίες εγκατεστημένες σε άλλες χώρες οι οποίες υπέκειντο σε φόρο στις χώρες αυτές, ο ΟΣΕΦΧ είχε δικαίωμα αντισταθμίσεως. Οι ρυθμίσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν.
11. Τέταρτον, οι ΟΣΕΦΧ υποχρεούνταν –και εξακολουθούν να υποχρεούνται– να διανέμουν στους μετόχους τους ή στους έχοντες συμμετοχή σε αυτούς όλα τα ληφθέντα κέρδη (μερίσματα και λοιπά είδη κερδών) που μπορούν να διανεμηθούν, και μάλιστα εντός οκτώ μηνών από το κλείσιμο της σχετικής χρήσεως (στο εξής: υποχρέωση αναδιανομής) (4).
12. Πέμπτον, όταν διένειμαν στους μετόχους τους ή στους έχοντες συμμετοχή σε αυτούς τα μερίσματα, οι ΟΣΕΦΧ υποχρεούνταν –και εξακολουθούν να υποχρεούνται– σε παρακράτηση του ολλανδικού φόρου μερισμάτων. Η εν λόγω παρακράτηση φόρου αντικαθιστά τον φόρο μερισμάτων ο οποίος παρακρατήθηκε εις βάρος των ΟΣΕΦΧ και εν συνεχεία επιστράφηκε στους ΟΣΕΦΧ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η επένδυση μέσω ενός ΟΣΕΦΧ δεν είναι ευνοϊκότερη από φορολογικής απόψεως από μια άμεση επένδυση.
13. Έκτον, για να διασφαλισθεί ότι το καθεστώς των ΟΣΕΦΧ χρησιμοποιείται μόνον από τις κατηγορίες επενδυτών για τις οποίες προοριζόταν, η σχετική νομοθεσία προέβλεπε ορισμένες απαιτήσεις σχετικά με τους μετόχους ή τους έχοντες συμμετοχή, τις οποίες έπρεπε να ικανοποιούν οι οργανισμοί για να μπορούν να χαρακτηριστούν ως ΟΣΕΦΧ (στο εξής: απαιτήσεις περί των μετόχων) (5).
14. Κατά την περίοδο μεταξύ του 2002 και του 2006, οι προϋποθέσεις που απαιτούνταν σχετικά με τη μετοχική σύνθεση ρυθμίζονταν από το άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχεία c, d, e, f, e, g, του Wet Vpb. Η νομοθεσία διέκρινε μεταξύ των οργανισμών των οποίων οι μετοχές ή συμμετοχές ήταν επισήμως εισηγμένες στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ και των οργανισμών των οποίων αυτές δεν ήταν εισηγμένες.
15. Ειδικότερα, οργανισμοί των οποίων οι μετοχές ή συμμετοχές ήταν επισήμως εισηγμένες στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ δεν μπορούσαν, κατ’ ουσίαν, να χαρακτηρισθούν ως ΟΣΕΦΧ αν το 45 % ή μεγαλύτερο ποσοστό των μετοχών ή συμμετοχών κατείχε φορέας υποκείμενος σε φόρο επί των κερδών (και όχι ΟΣΕΦΧ του οποίου οι μετοχές ή συμμετοχές ήταν εισηγμένες στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ) ή κατείχε φορέας του οποίου το κέρδος υπέκειτο σε φόρο επί των κερδών τον οποίο επωμίζονταν οι μέτοχοι ή οι έχοντες συμμετοχή. Περαιτέρω, οργανισμός δεν μπορούσε να επωφεληθεί από το προβλεπόμενο για τους ΟΣΕΦΧ καθεστώς αν φυσικό πρόσωπο είχε από μόνο του το 25 % ή μεγαλύτερο ποσοστό των μεριδίων του οργανισμού.
16. Οργανισμοί των οποίων οι μετοχές ή συμμετοχές δεν ήταν εισηγμένες στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ μπορούσαν να επωφεληθούν από το καθεστώς των ΟΣΕΦΧ υπό την προϋπόθεση ότι, κατ’ ουσίαν, τουλάχιστον το 75 % των μετοχών ή συμμετοχών τους κατεχόταν από φυσικά πρόσωπα, φορείς μη υποκείμενους σε φόρο επί των κερδών, όπως συνταξιοδοτικά ταμεία και κοινωφελείς οργανισμοί ή λοιποί ΟΣΕΦΧ. Δεν υπήρχε δυνατότητα να επωφεληθούν από το καθεστώς των ΟΣΕΦΧ αν ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα κατείχαν σημαντικό μερίδιο –ήτοι τουλάχιστον το 5 % των μετοχών ή συμμετοχών– του οργανισμού. Αν οργανισμός επενδύσεων είχε λάβει άδεια κατά την έννοια του Wet toezicht beleggingsinstellingen (νόμου περί εποπτείας των οργανισμών επενδύσεων), η απαγόρευση κατοχής σημαντικού μεριδίου υποχωρούσε έναντι μιας ρυθμίσεως κατά την οποία φυσικά πρόσωπα δεν μπορούσαν να κατέχουν το 25 % ή μεγαλύτερο ποσοστό των μεριδίων του οργανισμού.
17. Προκειμένου να μπορούν να επωφεληθούν του καθεστώτος των ΟΣΕΦΧ, οι οργανισμοί των οποίων οι μετοχές ή συμμετοχές ήταν επισήμως εισηγμένες στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ έπρεπε να ικανοποιούν λιγότερο περιοριστικές απαιτήσεις σε σχέση με εκείνους των οποίων οι μετοχές ή συμμετοχές δεν ήταν εισηγμένες.
18. Μετά τις νομοθετικές τροποποιήσεις του 2007, καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ των οργανισμών των οποίων οι μετοχές ή συμμετοχές είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ και των υπολοίπων. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι αυτό που είναι, πλέον, καθοριστικό είναι ότι οι μετοχές ή συμμετοχές είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων όπως προβλέπεται από τον Wet op het financieel toezicht (νόμο περί χρηματοοικονομικής εποπτείας) (6) ή ότι ο οργανισμός ή ο διαχειριστής του κατέχει άδεια ή απαλλάσσεται από αυτήν βάσει του ίδιου νόμου (7).
II. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
19. Ο Köln-Aktienfonds Deka (στο εξής: KA Deka) είναι ένας συσταθείς σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο και εγκατεστημένος στη Γερμανία οργανισμός επενδύσεων, του οποίου οι δραστηριότητες συνίστανται στην επένδυση της περιουσίας του οργανισμού. Ο KA Deka είναι ΟΣΕΚΑ κατά την έννοια των οδηγιών 85/611 (8) και 2009/65 (9). Ο KA Deka εκδίδει μετοχές οι οποίες είναι εισηγμένες σε γερμανικό χρηματιστήριο. Η διαπραγμάτευση των μετοχών αυτών πραγματοποιείται μέσω του λεγόμενου «global stream system». Κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο KA Deka ως αμοιβαίο κεφάλαιο (Sondervermögen) απαλλασσόταν στη Γερμανία από τον γερμανικό φόρο επί των κερδών.
20. Ο KA Deka επένδυσε σε εταιρίες εγκατεστημένες στις Κάτω Χώρες, εκ των οποίων επενδύσεων, κατά την περίοδο μεταξύ των λογιστικών χρήσεων 2002/2003 και 2007/2008, έλαβε μερίσματα. Επί των μερισμάτων αυτών παρακρατήθηκε στην πηγή ολλανδικός φόρος μερισμάτων ανερχόμενος σε 15 % (10).
21. Δεδομένου ότι στις Κάτω Χώρες δεν υπέκειτο στην υποχρέωση παρακρατήσεως του ολλανδικού φόρου μερισμάτων η οποία εκτέθηκε στο σημείο 12 των παρουσών προτάσεων, ο KA Deka δεν προέβη στη σχετική παρακράτηση επί των κερδών που διένειμε.
22. Ο KA Deka ζήτησε από τις φορολογικές αρχές των Κάτω Χωρών την επιστροφή του ολλανδικού φόρου μερισμάτων που παρακρατήθηκε στην πηγή, για τις ανωτέρω λογιστικές χρήσεις, συνολικού ποσού σχεδόν 690 000 ευρώ.
23. Οι φορολογικές αρχές των Κάτω Χωρών απέρριψαν τις αιτήσεις επιστροφής που υπέβαλε ο KA Deka, ο οποίος εν συνεχεία προσέφυγε ενώπιον του Rechtbank Zeeland-West-Brabant (πρωτοδικείου του Zeeland-West-Brabant, Κάτω Χώρες). Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ο KA Deka υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι δύναται να θεμελιώσει δικαίωμα επιστροφής στο άρθρο 63 ΣΛΕΕ και ότι η κατάστασή του είναι συγκρίσιμη με την κατάσταση εγκατεστημένου στις Κάτω Χώρες οργανισμού επενδύσεων ο οποίος έχει το καθεστώς του ΟΣΕΦΧ.
24. Έχοντας αμφιβολίες ως προς τα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τη σύγκριση μεταξύ του KA Deka και εγκατεστημένου στις Κάτω Χώρες οργανισμού επενδύσεων ο οποίος έχει το καθεστώς του ΟΣΕΦΧ, καθώς και λόγω του σημαντικού αριθμού εκκρεμών υποθέσεων με το ίδιο αντικείμενο, το Rechtbank Zeeland-West-Brabant (πρωτοδικείο Zeeland-West-Brabant) αποφάσισε να υποβάλει ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα στο Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών), το αιτούν δικαστήριο.
25. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι απαιτήσεις περί των μετόχων έχουν σκοπό να διασφαλισθεί ότι η χρήση του καθεστώτος των ΟΣΕΦΧ περιορίζεται στους επενδυτές για τους οποίους προορίζεται και ότι οι απαιτήσεις αυτές έχουν αδιακρίτως εφαρμογή σε ημεδαπούς και αλλοδαπούς φορείς ανεξαρτήτως του κράτους μέλους συστάσεως ή εγκαταστάσεως του φορέα. Επίσης ένας εγκατεστημένος στις Κάτω Χώρες οργανισμός επενδύσεων πρέπει να ικανοποιεί τις απαιτήσεις περί των μετόχων προκειμένου να αναγνωρισθεί ως ΟΣΕΦΧ. Το επιχείρημα του KA Deka ότι του είναι αδύνατον να αποδείξει ότι ικανοποιεί τις απαιτήσεις αυτές, δεδομένου ότι το χρησιμοποιούμενο από αυτόν «global stream system» για τη διαπραγμάτευση μετοχών έχει ως αποτέλεσμα να μη γνωρίζει τους μετόχους του, δεν ασκεί επιρροή. Πράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αδυναμία αποδείξεως ότι ικανοποιούνται οι απαιτήσεις περί των μετόχων πρέπει να λειτουργεί εις βάρος του ενδιαφερομένου.
26. Περαιτέρω, όσον αφορά την υποχρέωση αναδιανομής, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν, προκειμένου να χαρακτηρισθεί ως ΟΣΕΦΧ, αλλοδαπός οργανισμός επενδύσεων μπορεί να υποχρεωθεί να προβεί σε πραγματική αναδιανομή των λαμβανομένων μερισμάτων από εταιρίες εγκατεστημένες στις Κάτω Χώρες ή αν αρκεί το ότι τα εν λόγω μερίσματα περιλαμβάνονται, κατά πλάσμα δικαίου, στον φόρο που το κράτος μέλος εγκαταστάσεως του οργανισμού, επιβάλλει στους μετόχους του ή στους έχοντες συμμετοχή σε αυτόν.
27. Έχοντας εύλογες αμφιβολίες ως προς τις απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών) υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Αντιτίθεται το άρθρο 63 ΣΛΕΕ στο ότι σε εγκατεστημένο εκτός των Κάτω Χωρών οργανισμό επενδύσεων δεν χορηγείται, για τον λόγο ότι αυτός δεν υποχρεούται σε παρακράτηση ολλανδικού φόρου μερισμάτων, επιστροφή ολλανδικού φόρου μερισμάτων παρακρατηθέντος επί μερισμάτων τα οποία ο οργανισμός αυτός έλαβε από φορείς εγκατεστημένους στις Κάτω Χώρες, ενώ τέτοια επιστροφή χορηγείται σε εγκατεστημένο στις Κάτω Χώρες οργανισμό συλλογικών επενδύσεων φορολογικού χαρακτήρα ο οποίος σε ετήσια βάση διανέμει στους μετόχους του ή στους έχοντες συμμετοχή σε αυτόν τα κέρδη από τις επενδύσεις του μετά την παρακράτηση του ολλανδικού φόρου μερισμάτων;
2. Αντιτίθεται το άρθρο 63 ΣΛΕΕ στο ότι σε εγκατεστημένο εκτός των Κάτω Χωρών οργανισμό επενδύσεων δεν χορηγείται, για τον λόγο ότι αυτός δεν αποδεικνύει επαρκώς ότι οι μέτοχοί του ή οι έχοντες συμμετοχή σε αυτόν πληρούν τις οριζόμενες στην ολλανδική νομοθεσία προϋποθέσεις, επιστροφή ολλανδικού φόρου μερισμάτων παρακρατηθέντος επί μερισμάτων τα οποία ο οργανισμός αυτός έλαβε από φορείς εγκατεστημένους στις Κάτω Χώρες;
3. Αντιτίθεται το άρθρο 63 ΣΛΕΕ στο ότι σε εγκατεστημένο εκτός των Κάτω Χωρών οργανισμό επενδύσεων δεν χορηγείται, για τον λόγο ότι αυτός δεν διανέμει πλήρως στους μετόχους του ή στους έχοντες συμμετοχή σε αυτόν, σε ετήσια βάση και το αργότερο τον όγδοο μήνα μετά το κλείσιμο της χρήσεως, το εισόδημά του από επενδύσεις, επιστροφή ολλανδικού φόρου μερισμάτων παρακρατηθέντος επί μερισμάτων τα οποία ο οργανισμός επενδύσεων έλαβε από φορείς εγκατεστημένους στις Κάτω Χώρες, ακόμη και αν στη χώρα εγκαταστάσεώς του βάσει των εκεί ισχυουσών νομοθετικών διατάξεων το εισόδημά του από επενδύσεις που δεν διανεμήθηκε (α) θεωρείται ότι έχει διανεμηθεί ή (β) περιλαμβάνεται στον φόρο που η χώρα αυτή επιβάλλει στους μετόχους ή στους έχοντες συμμετοχή ως εάν το κέρδος αυτό είχε διανεμηθεί, ενώ τέτοια επιστροφή χορηγείται σε εγκατεστημένο στις Κάτω Χώρες φορολογικού χαρακτήρα οργανισμό συλλογικών επενδύσεων ο οποίος σε ετήσια βάση διανέμει πλήρως στους μετόχους του ή στους έχοντες συμμετοχή σε αυτόν τα κέρδη από τις επενδύσεις του μετά από παρακράτηση του ολλανδικού φόρου μερισμάτων;»
III. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
28. Η απόφαση περί παραπομπής παρελήφθη από τη Γραμματεία στις 27 Μαρτίου 2017. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο KA Deka, η Nederlandse Orde van Belastingadviseurs (Ολλανδική Ένωση Φοροτεχνικών Συμβούλων), η εταιρία Loyens en Loeff NV, η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
29. Μετά την έκδοση της αποφάσεως Fidelity Funds, η Γραμματεία του Δικαστηρίου, με επιστολή της 22ας Ιουνίου 2018, ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο, να γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο αν εμμένει στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
30. Με επιστολή της 3ης Δεκεμβρίου 2018, το εν λόγω δικαστήριο γνωστοποίησε στο Δικαστήριο την πρόθεσή του να ανακαλέσει το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, αλλά να διατηρήσει το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα.
31. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 22ας Μαΐου 2019, παρέστησαν ο KA Deka, η Νederlandse Orde van Belastingadviseurs, η εταιρία Loyens en Loeff NV, η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.
IV. Νομική ανάλυση
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
32. Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατόπιν της ανακλήσεως του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος από το αιτούν δικαστήριο μετά την έκδοση της αποφάσεως Fidelity Funds, στο Δικαστήριο εκκρεμούν στην υπό κρίση υπόθεση μόνον το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο.
33. Η απόφαση Fidelity Funds αφορούσε, κατ’ ουσίαν, μια δανική φορολογική ρύθμιση σχετικά με τη φορολόγηση των μερισμάτων που εταιρίες εδρεύουσες στη Δανία διανέμουν σε ΟΣΕΚΑ, η οποία είχε διάφορες πτυχές όμοιες με την επίμαχη στην κύρια δίκη ολλανδική νομοθεσία, με την οποία είχε, κατ’ ουσίαν, τον ίδιο σκοπό (11).
34. Στην απόφαση εκείνη το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 63 ΣΛΕΕ αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους δυνάμει της οποίας τα μερίσματα που εταιρία που εδρεύει σε αυτό το κράτος μέλος διανέμει σε εδρεύοντα στην αλλοδαπή ΟΣΕΚΑ υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου στην πηγή, ενώ τα μερίσματα που διανέμονται σε ΟΣΕΚΑ που εδρεύει στο ίδιο κράτος μέλος απαλλάσσονται από την παρακράτηση φόρου, υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω οργανισμός προβαίνει σε ελάχιστη διανομή προς τους έχοντες συμμετοχή σε αυτόν ή καθορίζει λογιστικώς μια ελάχιστη διανομή και παρακρατεί φόρο επί της ελάχιστης αυτής διανομής, πραγματικής ή πλασματικής, από τους έχοντες συμμετοχή σε αυτόν.
35. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε, αφενός, ότι τέτοιου είδους εθνική ρύθμιση συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, ο οποίος, κατ’ αρχήν, απαγορεύεται από το άρθρο 63 ΣΛΕΕ (12), και, αφετέρου, ότι ο περιορισμός αυτός δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενική διαφορά μεταξύ ΟΣΕΚΑ εδρευόντων στην ημεδαπή και ΟΣΕΚΑ εδρευόντων στην αλλοδαπή, ούτε από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και, ειδικότερα, ούτε από την ανάγκη διασφαλίσεως της ισόρροπης κατανομής της φορολογικής εξουσίας μεταξύ των κρατών μελών ούτε από την ανάγκη διαφυλάξεως της συνοχής του φορολογικού συστήματος (13).
36. Με την από 3 Δεκεμβρίου 2018 επιστολή του, το αιτούν δικαστήριο γνωστοποίησε στο Δικαστήριο ότι εκτιμά ότι η απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, σχετικά με τη συμβατότητα του άρθρου 63 ΣΛΕΕ με νομοθεσία, όπως αυτή των Κάτω Χωρών, βάσει της οποίας σε εγκατεστημένο εκτός των Κάτω Χωρών ΟΣΕΚΑ δεν χορηγείται επιστροφή ολλανδικού φόρου μερισμάτων παρακρατηθέντος επί μερισμάτων τα οποία ο οργανισμός αυτός έλαβε από εταιρίες εγκατεστημένες στις Κάτω Χώρες, ενώ μια τέτοια επιστροφή χορηγείται σε εγκατεστημένο στις Κάτω Χώρες ΟΣΕΚΑ, συνάγεται από την απόφαση Fidelity Funds.
37. Αντιθέτως, με την ίδια επιστολή, το αιτούν δικαστήριο γνωστοποίησε ότι το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, όσον αφορά τη συμβατότητα με το άρθρο 63 ΣΛΕΕ της αρνήσεως επιστροφής του παρακρατηθέντος στην πηγή φόρου σε αλλοδαπό ΟΣΕΚΑ κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων που προβλέπουν αντιστοίχως, αφενός, τις απαιτήσεις περί των μετόχων, όπως αυτές εκτέθηκαν στα σημεία 15 και 16 των παρουσών προτάσεων, και, αφετέρου, την υποχρέωση αναδιανομής για την οποία έγινε λόγος στο σημείο 11 των παρουσών προτάσεων, δεν απαντήθηκαν πλήρως με την εν λόγω απόφαση.
38. Ως εκ τούτου, η υπό κρίση υπόθεση περιορίζεται στα δύο αυτά προδικαστικά ερωτήματα. Ωστόσο, για να μπορέσω να απαντήσω στα εν λόγω ερωτήματα, είναι σκόπιμο, κατά τη γνώμη μου, να αναλύσω προκαταρκτικώς τις νομολογιακές αρχές που ανέπτυξε το Δικαστήριο όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, με ιδιαίτερη έμφαση σε υποθέσεις φορολογήσεως των μερισμάτων.
2. Νομολογιακές αρχές σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, με ιδιαίτερη έμφαση στη φορολόγηση των μερισμάτων
39. Όσον αφορά, πρώτον, την ανάλυση που σκοπεί να καθορισθεί αν εθνική νομοθεσία συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, πρέπει, κατ’ αρχάς, να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη οφείλουν να ασκούν την αρμοδιότητά τους στον τομέα της άμεσης φορολογίας τηρώντας το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, τις θεμελιώδεις ελευθερίες που εγγυάται η Συνθήκη ΛΕΕ (14).
40. Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, στα μέτρα που απαγορεύονται από το άρθρο 63, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ως περιορισμοί των κινήσεων κεφαλαίων, συγκαταλέγονται εκείνα που μπορούν να αποτρέψουν τους κατοίκους αλλοδαπής από την πραγματοποίηση επενδύσεων σε κράτος μέλος ή να αποτρέψουν τους κατοίκους του εν λόγω κράτους μέλους από την πραγματοποίηση επενδύσεων σε άλλα κράτη (15).
41. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι διαφορετική μεταχείριση η οποία βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια δύναται να συνεπάγεται εκ των πραγμάτων δυσμενείς διακρίσεις σε διασυνοριακές καταστάσεις και να εισαγάγει έμμεσες διακρίσεις αντίθετες προς τις διατάξεις περί των θεμελιωδών ελευθεριών που διασφαλίζει η Συνθήκη ΛΕΕ (16).
42. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει, όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ότι επίσης εθνική νομοθεσία η οποία έχει αδιακρίτως εφαρμογή σε όλες τις υπηρεσίες, ανεξαρτήτως του τόπου εγκαταστάσεως του παρόχου των υπηρεσιών, δύναται να συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών όταν επιφυλάσσει ένα πλεονέκτημα μόνο για τους χρήστες υπηρεσιών οι οποίες πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις που εν τοις πράγμασι προσιδιάζουν στην εθνική αγορά και στερεί από το πλεονέκτημα αυτό τους χρήστες άλλων, κατ’ ουσίαν όμοιων, υπηρεσιών, οι οποίες όμως δεν πληρούν τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις που προβλέπονται στη νομοθεσία αυτή. Πράγματι, μια τέτοια νομοθεσία επηρεάζει την κατάσταση αυτή καθ’ εαυτήν των χρηστών υπηρεσιών και, επομένως, δύναται να τους αποτρέψει από τη χρήση των υπηρεσιών ορισμένων παρόχων, καθόσον οι υπηρεσίες που αυτοί προσφέρουν δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπει η εν λόγω νομοθεσία, και κατά συνέπεια εξαρτά από προϋποθέσεις την πρόσβαση στην αγορά(17).
43. Η νομολογία αυτή έχει εφαρμογή στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων (18).
44. Επομένως, εθνική νομοθεσία η οποία έχει αδιακρίτως εφαρμογή σε όλους τους φορείς, ανεξαρτήτως του τόπου εγκαταστάσεως, δύναται να συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, όταν επιφυλάσσει πλεονεκτική φορολογική μεταχείριση μόνο για τους φορείς που πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις οι οποίες εν τοις πράγμασι προσιδιάζουν στην εθνική αγορά και στερεί από αυτή την ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση άλλους φορείς, κατ’ ουσίαν όμοιους, οι οποίοι όμως δεν πληρούν τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις που προβλέπονται στη νομοθεσία αυτή.
45. Πράγματι, μια τέτοια νομοθεσία μπορεί να αποτρέψει τους αλλοδαπούς φορείς, οι οποίοι δεν πληρούν τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις που προβλέπονται στη νομοθεσία αυτή –οι οποίες προσιδιάζουν στην εθνική αγορά– από την πραγματοποίηση επενδύσεων στο εν λόγω κράτος μέλος και να αποτρέψει τους επενδυτές κατοίκους αυτού του κράτους μέλους από την πραγματοποίηση επενδύσεων σε φορείς που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη.
46. Δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι, όσον αφορά την άμεση φορολογία, η εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ που αφορούν τις θεμελιώδεις ελευθερίες πρέπει να συντονίζεται με τη φορολογική εξουσία των κρατών μελών βάσει της φορολογικής τους αρμοδιότητας.
47. Συναφώς το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι κάθε κράτος μέλος είναι αρμόδιο να οργανώνει, τηρώντας το δίκαιο της Ένωσης, το σύστημά του φορολογήσεως των διανεμομένων κερδών και, ειδικότερα, να καθορίζει τη φορολογική βάση και τον φορολογικό συντελεστή βάσει των οποίων θα φορολογηθούν, εφόσον υπάγονται στη φορολογική αρμοδιότητα του εν λόγω κράτους, η διανέμουσα εταιρία και/ή ο δικαιούχος μέτοχος (19), υπό την προϋπόθεση όμως ότι το επίμαχο σύστημα δεν συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις που απαγορεύονται από τη Συνθήκη ΛΕΕ (20).
48. Περαιτέρω, ελλείψει ενωσιακών μέτρων ενοποιήσεως ή εναρμονίσεως, τα κράτη μέλη διατηρούν την αρμοδιότητα να ορίζουν, συμβατικώς ή μονομερώς, τα κριτήρια κατανομής της φορολογικής τους αρμοδιότητας (21).
49. Το Δικαστήριο έχει συναγάγει εντεύθεν ότι οι αρμοδιότητες αυτές συνεπάγονται, αφενός, ότι ένα κράτος μέλος δεν είναι υποχρεωμένο να προσαρμόζει το φορολογικό του σύστημα στα διάφορα φορολογικά συστήματα των άλλων κρατών μελών (22) και, αφετέρου, ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να είναι υποχρεωμένο να λαμβάνει υπόψη, κατά την εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας του, τις ενδεχομένως δυσμενείς συνέπειες που εξαρτώνται από τις ιδιαιτερότητες της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους. Πράγματι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης στον τομέα της άμεσης φορολογίας, οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ που αφορούν τις θεμελιώδεις ελευθερίες δεν μπορούν να νοηθούν υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να διαμορφώνουν τις φορολογικές διατάξεις τους σε συνάρτηση με τις φορολογικές διατάξεις των άλλων κρατών μελών, ώστε να διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση ότι ο επιβαλλόμενος φόρος θα εξαλείφει οποιαδήποτε διαφορά οφειλόμενη στις εθνικές φορολογικές ρυθμίσεις (23).
50. Τρίτον, ακριβώς εντός αυτού του πλαισίου πρέπει να προσεγγισθεί το ζήτημα, που συζητήθηκε ευρέως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αν, προκειμένου να διαπιστωθεί περιορισμός των θεμελιωδών ελευθεριών τις οποίες διασφαλίζει η Συνθήκη ΛΕΕ, όταν πρόκειται για αντικειμενικέ απαιτήσεις που έχουν αδιακρίτως εφαρμογή σε κατοίκους ημεδαπής και σε κατοίκους αλλοδαπής, αλλά οι οποίες εν τοις πράγμασι, συνιστούν έμμεσο περιορισμό, είναι απαραίτητο για τους φορείς που είναι εγκατεστημένοι στην αλλοδαπή να είναι αδύνατον να τηρήσουν τις εν λόγω απαιτήσεις ή, αν αντιθέτως, αρκεί να είναι απλώς δυσχερέστερη η τήρησή τους.
51. Επί του ζητήματος αυτού διατυπώθηκαν δύο αντικρουόμενες απόψεις. Αφενός, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι το ζήτημα δεν έχει ακόμη επιλυθεί από τη νομολογία και ότι δεν μπορεί να διαπιστωθεί περιορισμός των θεμελιωδών ελευθεριών σε φορολογικά θέματα, όταν για τους αλλοδαπούς φορείς είναι απλώς δυσχερέστερο να τηρήσουν τις προϋποθέσεις που ορίζει η εθνική νομοθεσία, αλλά μόνον όταν τούτο είναι αδύνατον. Αντίθετη προσέγγιση θα υπονόμευε εν τοις πράγμασι τη φορολογική αυτονομία των κρατών μελών που αναγνωρίζεται από τις Συνθήκες. Αφετέρου, η Επιτροπή υποστήριξε την αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία η ύπαρξη καταστάσεως απόλυτης αδυναμίας για τους αλλοδαπούς φορείς δεν είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί περιορισμός των θεμελιωδών ελευθεριών. Προς τούτο, αρκεί, απεναντίας, να είναι δυσχερέστερο για τους φορείς αυτούς να τηρήσουν τις προϋποθέσεις που ορίζει η επίμαχη εθνική νομοθεσία.
52. Συναφώς, η ανάλυση της σχετικής νομολογίας δείχνει ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως διαπιστώσει την ύπαρξη περιορισμού των θεμελιωδών ελευθεριών τις οποίες κατοχυρώνει η Συνθήκη ΛΕΕ, χωρίς να είναι απαραίτητο να διαμορφώνεται για τους αλλοδαπούς φορείς κατάσταση απόλυτης αδυναμίας να τηρήσουν τις προβλεπόμενες από την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία προϋποθέσεις, και δη σε φορολογικά θέματα.
53. Συναφώς, για παράδειγμα, στην απόφαση της 8ης Ιουνίου 2017, Van der Weegen και Pot (C‑580/15, EU:C:2017:429), το Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη περιορισμού της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, μολονότι δεν ήταν, de facto ή de jure, αδύνατον για τα αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα να τηρήσουν τις προϋποθέσεις που προέβλεπε η βελγική νομοθεσία, προκειμένου να τους χορηγηθεί η επίμαχη φορολογική απαλλαγή (24).
54. Ομοίως, στην απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2014, van Caster (C‑326/12, EU:C:2014:2269), το Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων σε υπόθεση όπου δεν ήταν αδύνατον για επενδυτικά κεφάλαια αλλοδαπής να τηρήσουν τις υποχρεώσεις που επέβαλλε η εθνική φορολογική νομοθεσία (25).
55. Από τη νομολογία αυτή προκύπτει επίσης ότι το Δικαστήριο δεν εκτιμά ότι μια απλώς και μόνον μεγαλύτερη δυσχέρεια για τους αλλοδαπούς φορείς να τηρήσουν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία και έχουν αδιακρίτως εφαρμογή, αρκεί για να επιφέρει περιορισμό των θεμελιωδών ελευθεριών που διασφαλίζουν οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ. Προκειμένου να στοιχεί με την έννοια του περιορισμού (26), το επίπεδο δυσκολίας πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να αποτρέπει την άσκηση των ελευθεριών αυτών.
56. Όσον αφορά την τυχούσα επικλήσεως από τη Γερμανική Κυβέρνηση φορολογική αυτονομία των κρατών μελών, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής, την οποία ανέφερε η εν λόγω κυβέρνηση, ότι, όσον αφορά την αξιολόγηση ενός φόρου στο πλαίσιο των ελευθεριών της εσωτερικής αγοράς, πρέπει να υιοθετείται μια πιο ευέλικτη προσέγγιση, καθόσον η επιβολή οποιουδήποτε φόρου μπορεί, κατ’ αρχήν, να εμποδίσει την οικονομική δραστηριότητα ή να την αποθαρρύνει και, κατά συνέπεια, η απλώς και μόνον υπαγωγή σε φόρο θα μπορούσε ενδεχομένως να συνεπάγεται περιορισμό (27).
57. Εντούτοις, μόνον στις περιπτώσεις όπου ο φόρος δεν εισάγει ούτε εμφανή ούτε συγκεκαλυμμένη δυσμενή διάκριση και επιβάλλεται κατά τον ίδιο τρόπο σε όλους τους πολίτες της Ένωσης ή σε όλους τους επιχειρηματίες που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση, δεν θα διαμορφώνεται, κατ’ αρχήν, μια τέτοια κατάσταση κατά το δίκαιο της Ένωσης. Όταν, όμως, η εφαρμογή των κριτηρίων που προβλέπονται από την εθνική φορολογική νομοθεσία οδηγεί σε λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση τους αλλοδαπούς φορείς σε σχέση με τους ημεδαπούς, η φορολογική αυτονομία των κρατών μελών περιορίζεται από τις ρυθμίσεις της Συνθήκης ΛΕΕ που αφορούν τις θεμελιώδεις ελευθερίες (28).
58. Συναφώς, προσθέτω ότι η ανάγκη σεβασμού των θεμελιωδών ελευθεριών τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη ΛΕΕ, η οποία περιορίζει την άσκηση της φορολογικής αυτονομίας των κρατών μελών, συνεπάγεται ότι, όταν τα κράτη καθορίζουν, στο πλαίσιο της εν λόγω αυτονομίας, τις προϋποθέσεις για τη δυνατότητα υπαγωγής σε ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς, δεν μπορούν να προβλέπουν απαιτήσεις τέτοιες ώστε να καθίσταται αδύνατον ή υπερβολικά δυσχερές σε αλλοδαπούς φορείς να τις τηρήσουν.
59. Τούτο, κατά τη γνώμη μου, σημαίνει ότι κατά την εφαρμογή απαιτήσεως προβλεπόμενης από την εθνική νομοθεσία για τη δυνατότητα υπαγωγής σε ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς, όταν αποδεικνύεται ότι είναι αδύνατον ή υπερβολικά δυσχερές για αλλοδαπό φορέα να τηρήσει την απαίτηση αυτή, το εν λόγω κράτος μέλος δεν θα μπορεί να επιφυλάσσει διαφορετική μεταχείριση επειδή δεν τηρήθηκε η εν λόγω απαίτηση όταν, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους εγκαταστάσεως του ενδιαφερομένου, μπορεί να θεωρηθεί ότι η απαίτηση αυτή έχει, κατ’ ουσίαν, τηρηθεί.
60. Ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές, ο ενδιαφερόμενος εγκατεστημένος στην αλλοδαπή θα πρέπει να αποδεικνύει ενώπιον των φορολογικών αρχών του οικείου κράτους μέλους τόσο την αδυναμία του ή την υπερβολική δυσχέρειά του να τηρήσει στο ακέραιο την απαίτηση της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας όσο και την ουσιαστική τήρηση της απαιτήσεως αυτής κατ’ εφαρμογήν της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους κατοικίας ή εγκαταστάσεώς του.
61. Τέταρτον και τέλος, όσον αφορά, την πιθανή ύπαρξη δικαιολογητικών λόγων, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 65, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ, το άρθρο 63 ΣΛΕΕ δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να εφαρμόζουν τις σχετικές διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας τους στις οποίες γίνεται διάκριση μεταξύ των φορολογουμένων που δεν βρίσκονται στην ίδια κατάσταση όσον αφορά τον τόπο κατοικίας τους ή τον τόπο επενδύσεως του κεφαλαίου τους.
62. Συναφώς, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η διάταξη αυτή, στο μέτρο που συνιστά παρέκκλιση από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Επομένως, η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κάθε φορολογική ρύθμιση που διακρίνει μεταξύ των φορολογουμένων αναλόγως του τόπου κατοικίας τους ή του κράτους μέλους εντός του οποίου επενδύουν τα κεφάλαιά τους είναι άνευ ετέρου συμβατή με τη Συνθήκη ΛΕΕ. Συγκεκριμένα, η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 65, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ περιορίζεται από το άρθρο 65, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το οποίο ορίζει ότι οι εθνικές διατάξεις στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού «δεν μπορούν να αποτελούν ούτε μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών, όπως ορίζεται στο άρθρο 63 [ΣΛΕΕ]» (29).
63. Επομένως, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της διαφορετικής μεταχειρίσεως που επιτρέπεται βάσει του άρθρου 65, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ και των απαγορευόμενων από το άρθρο 65, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δυσμενών διακρίσεων. Όπως όμως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου εθνική φορολογική νομοθεσία να μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με τις διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, η διαφορετική μεταχείριση πρέπει να αφορά καταστάσεις που δεν είναι αντικειμενικώς συγκρίσιμες ή να δικαιολογείται από επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος (30).
64. Συναφώς, στους επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος που έχουν αναγνωρισθεί από το Δικαστήριο, στη νομολογία του, περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η ανάγκη διασφαλίσεως της ισόρροπης κατανομής της φορολογικής εξουσίας μεταξύ των κρατών μελών (31), η ανάγκη διαφυλάξεως της συνοχής του φορολογικού συστήματος (32), η ανάγκη διασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων (33), καθώς και οι επαγγελματικοί κανόνες που αποσκοπούν στην προστασία των αποδεκτών μιας υπηρεσίας, η καλή φήμη του χρηματοπιστωτικού τομέα και η προστασία των καταναλωτών (34).
65. Ακριβώς υπό το πρίσμα των νομολογιακών αυτών αρχών πρέπει να δοθεί απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
3. Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
66. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί αν το άρθρο 63 ΣΛΕΕ αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία ορίζει ότι σε αλλοδαπό ΟΣΕΚΑ, για τον λόγο ότι αυτός δεν αποδεικνύει ότι πληροί ορισμένες οριζόμενες στη νομοθεσία προϋποθέσεις σχετικά με τη σύνθεση του μετοχικού του κεφαλαίου, δεν χορηγείται επιστροφή φόρου μερισμάτων παρακρατηθέντος επί μερισμάτων τα οποία ο οργανισμός αυτός έλαβε από φορείς εγκατεστημένους σε αυτό το κράτος μέλος.
67. Όπως προκύπτει από την περιγραφή της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής νομοθεσίας από το αιτούν δικαστήριο, προκειμένου να επιτύχει την επιστροφή του παρακρατηθέντος φόρου, ως φόρου μερισμάτων, σε περίπτωση λήψεως μερισμάτων από συμμετοχές σε εταιρίες εγκατεστημένες στις Κάτω Χώρες, ένας ΟΣΕΚΑ που επιθυμεί να επωφεληθεί από το καθεστώς των ΟΣΕΦΧ έπρεπε να αποδείξει ότι πληροί τις απαιτήσεις περί των μετόχων οι οποίες εκτέθηκαν στα σημεία 14 έως 16 των παρουσών προτάσεων, που προβλέπονταν από τη νομοθεσία η οποία ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο για τη διαφορά της κύριας δίκης.
68. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός με τις εν λόγω απαιτήσεις περί των μετόχων ήταν να διασφαλισθεί ότι το καθεστώς των ΟΣΕΦΧ χρησιμοποιείται μόνον από τις κατηγορίες επενδυτών για τις οποίες προοριζόταν. Ως εκ τούτου, επρόκειτο κατ’ ουσίαν για διατάξεις κατά των καταστρατηγήσεων.
69. Όπως είναι διατυπωμένο, το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά τη συμβατότητα με το άρθρο 63 ΣΛΕΕ της απαιτήσεως αποδείξεως ότι τηρούνται οι απαιτήσεις περί των μετόχων και όχι τη συμβατότητα αυτών καθ’ εαυτών των εν λόγω απαιτήσεων με τη διάταξη αυτή.
70. Συναφώς, επισημαίνεται το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η αρχή της φορολογικής αυτονομίας των κρατών μελών, για την οποία γίνεται λόγος στα σημεία 47 έως 49 των παρουσών προτάσεων, συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη καθορίζουν ποια είναι, κατά το δικό τους εθνικό σύστημα, τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται για την υπαγωγή σε συγκεκριμένο φορολογικό ευεργέτημα (35).
71. Επομένως οι φορολογικές αρχές κράτους μέλους έχουν δικαίωμα να απαιτούν από τον φορολογούμενο τις αποδείξεις που κρίνουν αναγκαίες για να αξιολογήσουν αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παροχή φορολογικού ευεργετήματος το οποίο προβλέπει η επίμαχη νομοθεσία και, κατά συνέπεια, αν πρέπει να χορηγηθεί ή όχι το εν λόγω ευεργέτημα (36).
72. Εντούτοις, η εν λόγω φορολογική αυτονομία των κρατών μελών πρέπει να ασκείται τηρουμένων των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικά, εκείνων που επιβάλλουν οι διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων (37), πράγμα το οποίο σημαίνει ότι στους δυνητικούς αλλοδαπούς δικαιούχους δεν μπορούν να επιβάλλονται υπερβολικά διοικητικά βάρη, ώστε αυτοί να βρίσκονται σε πραγματική αδυναμία να επωφεληθούν από το επίμαχο φορολογικό καθεστώς (38).
73. Συναφώς, η υποχρέωση αποδείξεως πρέπει να αξιολογείται με επικριτικό πνεύμα όταν ο λόγος για τον οποίο ο επενδυτής αδυνατεί να ανταποκριθεί έγκειται στο γεγονός ότι ζητούνται αποδείξεις με βάση ημεδαπά πρότυπα, τα οποία είναι ακατάλληλα για καταστάσεις με στοιχείο αλλοδαπότητας, χωρίς να είναι απολύτως αναγκαία (39).
74. Στην υπό κρίση υπόθεση, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ο KA Deka δεν είναι σε θέση να αποδείξει ότι τηρεί τις απαιτήσεις περί των μετόχων, όπως αυτές προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία, λόγω του συστήματος διαπραγματεύσεως που ο ίδιος έχει επιλέξει, ήτοι το «global stream system», το οποίο δεν του παρέχει τη δυνατότητα να γνωρίζει τους μετόχους του.
75. Επομένως, φαίνεται ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, το πρόβλημα εντάσσεται στη σφαίρα του πραγματικού. Πάντως, ακόμη και αν η προσκόμιση της ανωτέρω αποδείξεως αποβεί τελικά αδύνατη, για τον λόγο ότι ο συγκεκριμένος ΟΣΕΚΑ ενδεχομένως δεν είναι σε θέση να συλλέξει εν τοις πράγμασι τις πληροφορίες αυτές, θεωρώ ότι αυτό πρέπει να αναχθεί στη σφαίρα ευθύνης του ΟΣΕΚΑ (40).
76. Ως εκ τούτου, ελλείψει πληροφοριών από τον ενδιαφερόμενο, η εν λόγω φορολογική αρχή δύναται, κατά τη γνώμη μου, να μη χορηγήσει φορολογικό ευεργέτημα που ζητήθηκε. Πράγματι, κατ’ αναλογίαν με αυτό που έχει κριθεί από το Δικαστήριο, η έλλειψη πληροφορήσεως του ενδιαφερομένου δεν αποτελεί, κατ’ αρχήν, πρόβλημα που θα έπρεπε να απασχολήσει το οικείο κράτος μέλος (41). Με άλλα λόγια, όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, ο ενδιαφερόμενος είναι εκείνος που πρέπει να υποστεί τις συνέπειες της αδυναμίας του να αποδείξει ότι τηρεί τις απαιτήσεις της σχετικής φορολογικής νομοθεσίας.
77. Τούτου λεχθέντος, θα προβώ, πάρα ταύτα, σε τρεις επισημάνσεις που θεωρώ ότι ασκούν επιρροή.
78. Πρώτον, ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίχθηκε ότι η παροχή στις φορολογικές αρχές των αναγκαίων πληροφοριών σχετικά με την τήρηση των απαιτήσεων περί των μετόχων είναι νομικώς αδύνατη λόγω της νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
79. Συναφώς, επισημαίνω, πρωτίστως, ότι η κατάρτιση καταλόγου περιλαμβάνοντος πληροφορίες σχετικά με τους μετόχους του ΟΣΕΚΑ και τους έχοντες συμμετοχή σε αυτόν (όπως ονόματα φυσικών προσώπων τα οποία έχουν μετοχές του ΟΣΕΚΑ ή συμμετοχή σε αυτόν) και η γνωστοποίησή τους στις φορολογικές αρχές των Κάτω Χωρών συνιστούν «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 95/46 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (42), ρυθμίσεως που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο για τη διαφορά της κύριας δίκης.
80. Συναφώς, επισημαίνεται επίσης ότι το άρθρο 7, στοιχείο εʹ, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι θεμιτή αν «είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση έργου δημοσίου συμφέροντος ή εμπίπτοντος στην άσκηση δημοσίας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο της επεξεργασίας ή στον τρίτο στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα».
81. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η είσπραξη του φόρου, για την οποία καταρτίζονται κατάλογοι με τους μετόχους ή τους έχοντες συμμετοχή στον οικείο ΟΣΕΚΑ γνωστοποιoύμενοι στις φορολογικές αρχές, πρέπει να θεωρηθεί έργο δημοσίου συμφέροντος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής (43), οπότε μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στον εξαντλητικό και περιοριστικό κατάλογο των περιπτώσεων κατά τις οποίες η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να θεωρηθεί θεμιτή κατά το άρθρο 7 της οδηγίας 95/46 (44).
82. Δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι ενώπιον του Δικαστηρίου προβλήθηκε ότι, στην πράξη, οι ολλανδικές φορολογικές αρχές ζητούν πληροφορίες με σκοπό τον έλεγχο της τηρήσεως των απαιτήσεων περί των μετόχων μόνον από τους αλλοδαπούς ΟΣΕΚΑ και όχι από τους ημεδαπούς ΟΣΕΚΑ. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει την περίσταση αυτή, αλλά είναι προφανές ότι, αν αυτό πράγματι συμβαίνει, αυτή η γενεσιουργός δυσμενών διακρίσεων μεταχείριση των αλλοδαπών ΟΣΕΚΑ θα δημιουργεί σαφή προβλήματα συμβατότητας με το δίκαιο της Ένωσης.
83. Τρίτον, πρέπει να εξακριβωθεί αν οι ισχύουσες κατά τον κρίσιμο χρόνο για τη διαφορά της κύριας δίκης διατάξεις που προέβλεπαν τις απαιτήσεις περί των μετόχων, προκειμένου να είναι δυνατή η υπαγωγή στο καθεστώς των ΟΣΕΦΧ, συνεπάγονται, αυτές καθ’ εαυτές, περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, κατά το άρθρο 63 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με την ανάλυση που εκτέθηκε στο σημείο 40 των παρουσών προτάσεων.
84. Συναφώς, επισημαίνω, κατ’ αρχάς, ότι από την περιγραφή την οποία έδωσε το αιτούν δικαστήριο φαίνεται ότι, με την επιφύλαξη όσων εκτέθηκαν στο σημείο 82 των παρουσών προτάσεων, οι εν λόγω διατάξεις είχαν αδιακρίτως εφαρμογή τόσο στους ημεδαπούς ΟΣΕΚΑ όσο και στους αλλοδαπούς ΟΣΕΚΑ, οι οποίοι έπρεπε να τηρούν τις απαιτήσεις αυτές προκειμένου να επωφεληθούν του καθεστώτος των ΟΣΕΦΧ.
85. Εντούτοις, κατ’ εφαρμογήν των νομολογιακών αρχών που εκτέθηκαν στα σημεία 42 έως 45 των παρουσών προτάσεων, πρέπει να εξακριβωθεί αν οι διατάξεις σχετικά με τις απαιτήσεις περί των μετόχων, μολονότι έχουν αδιακρίτως εφαρμογή, προβλέπουν ιδιαίτερες προϋποθέσεις που προσιδιάζουν στην εθνική αγορά, με αποτέλεσμα να αποτρέπουν αλλοδαπούς ΟΣΕΚΑ, που δεν είναι σε θέση να τηρήσουν τις εν λόγω απαιτήσεις, από την πραγματοποίηση επενδύσεων στις Κάτω Χώρες και τους επενδυτές κατοίκους Κάτω Χωρών από την πραγματοποίηση επενδύσεων σε αλλοδαπούς ΟΣΕΚΑ.
86. Συναφώς, επισημαίνω ότι, πριν από τις νομοθετικές τροποποιήσεις του 2007, οι επίμαχες διατάξεις διέκριναν μεταξύ των οργανισμών των οποίων οι μετοχές ή συμμετοχές ήταν εισηγμένες στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ και των οργανισμών των οποίων δεν ήταν εισηγμένες. Οι πρώτοι υπέκειντο στις απαιτήσεις περί των μετόχων, οι οποίες εκτέθηκαν στο σημείο 15 των παρουσών προτάσεων και οι οποίες ήταν λιγότερο αυστηρές σε σχέση με τις απαιτήσεις που εκτέθηκαν στο σημείο 16 των παρουσών προτάσεων, τις οποίες όμως έπρεπε να τηρούν οι οργανισμοί της δεύτερης κατηγορίας, προκειμένου να επωφεληθούν του καθεστώτος των ΟΣΕΦΧ.
87. Η εν λόγω διαφορετική μεταχείριση βάσει του κριτηρίου της εισαγωγής μετοχών στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ γεννά ερωτηματικά. Πράγματι, δεν είναι σαφής ο λόγος για τον οποίο έπρεπε να χρησιμοποιηθεί το κριτήριο αυτό προκειμένου οι ΟΣΕΚΑ να υπάγονται σε λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις, ώστε να επωφεληθούν του καθεστώτος των ΟΣΕΦΧ. Η εφαρμογή ενός τέτοιου κριτηρίου θα μπορούσε πράγματι να οδηγήσει στη δυνατότητα να επωφεληθούν του ευεργετήματος του καθεστώτος των ΟΣΕΦΧ κατά προνομιακό τρόπο, αν όχι κατ’ αποκλειστικότητα, ημεδαποί φορείς, οι οποίοι είναι οι μόνοι σε θέση να τηρήσουν τις ως άνω απαιτήσεις, στερώντας τους κατ’ ουσίαν όμοιους αλλοδαπούς φορείς από τη δυνατότητα να επωφεληθούν από την ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση. Αν συμβαίνει αυτό, οι επίμαχες διατάξεις θα συνεπάγονται περιορισμό υπό την έννοια όσων εκτέθηκαν στα σημεία 44 και 45 των παρουσών προτάσεων.
88. Εξάλλου, θεωρώ ότι στη δικογραφία του Δικαστηρίου δεν περιέχονται επαρκείς πληροφορίες, ώστε να μπορέσει να συναχθεί συμπέρασμα επ’ αυτού. Επομένως, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν οι επίμαχες διατάξεις συνεπάγονται περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων. Ειδικότερα, θα είναι σκόπιμο, μεταξύ άλλων, να εξακριβωθεί αν, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, στη μεγάλη πλειονότητά τους οι ΟΣΕΚΑ των οποίων οι μετοχές ήταν εισηγμένες στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ ήταν πράγματι εγκατεστημένοι στις Κάτω Χώρες, οπότε η πρόβλεψη ευνοϊκότερων για αυτούς τους οργανισμούς προϋποθέσεων υπαγωγής στο καθεστώς των ΟΣΕΦΧ θα σημαίνει, εν τοις πράγμασι, την πρόβλεψη απαιτήσεως γενεσιουργού διακρίσεων εις βάρος των αλλοδαπών ΟΣΕΚΑ. Θα μπορεί να είναι επίσης σκόπιμο να εξακριβωθεί αν οι απαιτήσεις περί της εισαγωγής στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήταν τέτοιες ώστε εν τοις πράγμασι ήταν δυσχερέστερο για τους μη εγκατεστημένους στις Κάτω Χώρες ΟΣΕΚΑ να τηρήσουν τις εν λόγω απαιτήσεις και να εισαγάγουν τις μετοχές τους στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ.
89. Τέλος, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξακριβώσει αν η in concreto εφαρμογή των απαιτήσεων περί των μετόχων επέφερε υπορρήτως αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση μεταξύ των ημεδαπών και των αλλοδαπών οργανισμών.
90. Συναφώς, πρέπει επίσης να επισημανθεί, αφενός, ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν προέβαλε κάποιον επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την πρόβλεψη του κριτηρίου εισαγωγής στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ προκειμένου να υπαχθούν οι ΟΣΕΚΑ σε λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις, ώστε να επωφεληθούν του καθεστώτος των ΟΣΕΦΧ, και, αφετέρου, ότι, μετά τις νομοθετικές τροποποιήσεις του 2007, η χρήση του κριτηρίου της εισαγωγής στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με ένα εμφανώς πιο ουδέτερο κριτήριο (45).
91. Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 63 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία ορίζει ότι σε αλλοδαπό ΟΣΕΚΑ, για τον λόγο ότι αυτός δεν αποδεικνύει ότι τηρεί ορισμένες προβλεπόμενες στη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους απαιτήσεις σχετικά με τη σύνθεση του μετοχικού του κεφαλαίου, δεν χορηγείται επιστροφή φόρου μερισμάτων παρακρατηθέντος επί μερισμάτων τα οποία ο οργανισμός αυτός έλαβε από φορείς εγκατεστημένους στο εν λόγω κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι, πρώτον, οι φορολογικές αρχές ζητούν την τήρηση των απαιτήσεων περί των μετόχων κατά τον ίδιο τρόπο από τους ημεδαπούς ΟΣΕΚΑ και από τους αλλοδαπούς ΟΣΕΚΑ και, δεύτερον, ότι η διαφορετική μεταχείριση βάσει του κριτηρίου εισαγωγής σε χρηματιστήριο του οικείου κράτους μέλους, εν προκειμένω στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ, δεν συνεπάγεται, εν τοις πράγμασι, προνομιακή μεταχείριση για τους οργανισμούς που είναι εγκατεστημένοι στο εν λόγω κράτος μέλος, ζήτημα το οποίο στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει.
4. Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
92. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί αν το άρθρο 63 ΣΛΕΕ αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία ορίζει ότι σε αλλοδαπό ΟΣΕΚΑ, για τον λόγο ότι αυτός δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση αναδιανομής, στους μετόχους του ή στους έχοντες συμμετοχή σε αυτόν, των κερδών που έλαβε από φορείς εγκατεστημένους σε αυτό το κράτος μέλος εντός οκτώ μηνών από το κλείσιμο της χρήσεως, δεν χορηγείται επιστροφή φόρου μερισμάτων παρακρατηθέντος επί μερισμάτων τα οποία ο οργανισμός αυτός έλαβε από φορείς εγκατεστημένους στο εν λόγω κράτος μέλος. Τούτο δε ακόμη και αν σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους εγκαταστάσεως του αλλοδαπού ΟΣΕΚΑ, βάσει των εκεί ισχυουσών νομοθετικών διατάξεων, τα εν λόγω κέρδη θεωρείται ότι έχουν διανεμηθεί ή περιλαμβάνονται στον φόρο που το κράτος μέλος εγκαταστάσεως του ΟΣΕΚΑ επιβάλλει στους εν λόγω μετόχους ή έχοντες συμμετοχή ως εάν το κέρδος αυτό είχε διανεμηθεί. Αντιθέτως, η ως άνω επιστροφή χορηγείται σε ημεδαπό ΟΣΕΚΑ ο οποίος εκπλήρωσε την εν λόγω υποχρέωση, μετά από παρακράτηση του φόρου μερισμάτων που επιβάλλει το εν λόγω κράτος μέλος.
93. Το παρόν ερώτημα εγείρει σειρά λεπτών ζητημάτων σχετικών με τον καθορισμό των ορίων με τα οποία η φορολογική εξουσία των κρατών μελών και η σχετική ευχέρειά τους να καθορίζουν τους όρους των εθνικών φορολογικών καθεστώτων, οι οποίες εκτέθηκαν στα σημεία 47 έως 49 των παρουσών προτάσεων, έρχονται αντιμέτωπες λόγω της ανάγκης διασφαλίσεως της ασκήσεως των θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη ΛΕΕ και, εν προκειμένω, της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων. *
94. Η πρόβλεψη της υποχρεώσεως αναδιανομής των κερδών στην οποία αναφέρεται το τρίτο προδικαστικό ερώτημα συνδέεται με τον επιδιωκόμενο σκοπό του καθεστώτος των ΟΣΕΦΧ. Όπως επισημάνθηκε στο σημείο 6 των παρουσών προτάσεων, το καθεστώς αυτό έχει σκοπό να εξομοιώσει όσους επενδύουν μέσω ενός ΟΣΕΦΧ με τους επιχειρηματίες που προβαίνουν απ’ ευθείας σε επενδύσεις, αποφεύγοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο τον κίνδυνο διπλής φορολογίας που θα εμφανιζόταν αν τα διανεμηθέντα μερίσματα φορολογούνταν στο επίπεδο του οικείου ΟΣΕΚΑ και στο επίπεδο των εχόντων συμμετοχή σε αυτόν. Το καθεστώς των ΟΣΕΦΧ βασίζεται σε δύο μηχανισμούς: αφενός, στην απαλλαγή από τον φόρο επί των μερισμάτων των ΟΣΕΦΧ, η οποία πραγματοποιείται με την επιστροφή του παρακρατηθέντος φόρου επί των μερισμάτων που διανέμουν οι ολλανδικές εταιρίες και, αφετέρου, στην υποχρέωση αναδιανομής των κερδών.
95. Όπως εξήγησε η Ολλανδική Κυβέρνηση με τις γραπτές της παρατηρήσεις, η υποχρέωση αναδιανομής συνδέεται στενά με την εκτεθείσα στο σημείο 12 των παρουσών προτάσεων υποχρέωση των ΟΣΕΦΧ να εφαρμόζουν κατά την αναδιανομή των κερδών, με παρακράτηση στην πηγή, τον ολλανδικό φόρο μερισμάτων στους μετόχους τους ή στους έχοντες συμμετοχή σε αυτούς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η είσπραξη του φόρου μερισμάτων μετατοπίζεται από το επίπεδο του ΟΣΕΦΧ στο επίπεδο των μετόχων ή των εχόντων συμμετοχή στους οργανισμούς αυτούς.
96. Η υποχρέωση αναδιανομής έχει αδιακρίτως εφαρμογή τόσο στους ολλανδικούς ΟΣΕΚΑ όσο και στους αλλοδαπούς ΟΣΕΚΑ και αποτελεί υποχρέωση πραγματικής αναδιανομής των κερδών.
97. Οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου ανέκυψαν όσον αφορά τη μη χορήγηση στον KA Deka της επιστροφής του παρακρατηθέντος στην πηγή φόρου επί των μερισμάτων που διανεμήθηκαν από εδρεύουσες στις Κάτω Χώρες εταιρίες, λόγω του ότι δεν εκπλήρωσε την ως άνω υποχρέωση πραγματικής αναδιανομής. Οι αμφιβολίες αυτές συνδέονται με τη νομοθεσία της Γερμανίας, του κράτους μέλους εγκαταστάσεως του KA Deka. Πράγματι, η φορολογική νομοθεσία που ίσχυε στη Γερμανία κατά τον κρίσιμο χρόνο για τη διαφορά της κύριας δίκης όριζε ότι στα φυσικά πρόσωπα με συμμετοχές σε ΟΣΕΚΑ διανεμόταν ένα ελάχιστο (θεωρητικό) ποσό μερισμάτων και προέβλεπε, σε περίπτωση μη συγκεντρώσεως αυτού του ελάχιστου ποσού, τον συνυπολογισμό πλασματικών πρόσθετων ποσών (46).
98. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, προβλήθηκαν δύο αντικρουόμενες απόψεις όσον αφορά το ζήτημα αν, υπό το πρίσμα μιας τέτοιας νομοθεσίας στο κράτος μέλος εγκαταστάσεως του αλλοδαπού ΟΣΕΚΑ, η προαναφερθείσα άρνηση επιστροφής του παρακρατηθέντος φόρου, λόγω της μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως πραγματικής αναδιανομής, συνιστά περιορισμό απαγορευόμενο από το άρθρο 63 ΣΛΕΕ.
99. Αφενός, ο KA Deka, υποστηριζόμενος από την Nederlandse Orde van Belastingadviseurs και την εταιρίαLoyens en Loeff, ισχυρίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι αλλοδαποί ΟΣΕΚΑ πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποδείξουν ότι πληρούν στο κράτος μέλος εγκαταστάσεώς τους προϋποθέσεις ισοδύναμες με τις προβλεπόμενες στις Κάτω Χώρες (47). Δεδομένου ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, το αδιανέμητο κέρδος φορολογούνταν στο επίπεδο του έχοντος συμμετοχή ως εάν το κέρδος αυτό είχε διανεμηθεί, στην υπό κρίση υπόθεση υφίσταται προϋπόθεση ισοδύναμη με την υποχρέωση αναδιανομής που προβλέπεται από την ολλανδική νομοθεσία. Αντιθέτως, η απαίτηση να είναι πανομοιότυπες, για την υπαγωγή σε ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς, οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην επίμαχη εθνική νομοθεσία με εκείνες που προβλέπονται στη νομοθεσία του κράτους μέλους εγκαταστάσεως του αλλοδαπού ΟΣΕΚΑ δύναται να θέσει σε κίνδυνο την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, δεδομένου ότι, ανήκοντας σε άλλη έννομη τάξη, ένας αλλοδαπός οργανισμός ουδέποτε θα μπορεί στην πράξη να τηρήσει τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία των Κάτω Χωρών.
100. Η Επιτροπή συντάσσεται κατ’ ουσίαν με την άποψη αυτή και εκτιμά ότι πρέπει να θεωρηθεί αντίθετη προς το άρθρο 63 ΣΛΕΕ η άρνηση να ληφθούν υπόψη, προκειμένου να επιστραφεί ο παρακρατηθείς φόρος επί των μερισμάτων, οι υποχρεώσεις αναδιανομής που προβλέπονται στο κράτος μέλος εγκαταστάσεως του αλλοδαπού ΟΣΕΚΑ, οι οποίες είναι συγκρίσιμες, έστω και αν δεν είναι πανομοιότυπες, με εκείνες που προβλέπονται από την επίμαχη εθνική νομοθεσία.
101. Αντιθέτως, η Γερμανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ, που αφορούν τις θεμελιώδεις ελευθερίες, δεν μπορούν να υποχρεώσουν ένα κράτος μέλος, όπως εν προκειμένω τις Κάτω Χώρες, να λάβει υπόψη τη φορολογική νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, όπως, στην υπό κρίση υπόθεση, τη γερμανική. Προς στήριξη του ισχυρισμού της, η κυβέρνηση αυτή παραπέμπει στη νομολογία που υπομνήσθηκε στο σημείο 49 των παρουσών προτάσεων, κατά την οποία ένα κράτος μέλος δεν είναι υποχρεωμένο να προσαρμόζει το φορολογικό του σύστημα στα διάφορα φορολογικά συστήματα των άλλων κρατών μελών ούτε να λαμβάνει υπόψη, κατά την εφαρμογή της δικής του φορολογικής νομοθεσίας, τις ενδεχομένως δυσμενείς συνέπειες που εξαρτώνται από τις ιδιαιτερότητες της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.
102. Όσον αφορά την Ολλανδική Κυβέρνηση, με τις γραπτές παρατηρήσεις της προέβαλε μια άποψη, κατ’ ουσίαν, αντίστοιχη με αυτήν της Γερμανικής Κυβερνήσεως. Εντούτοις, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η εν λόγω κυβέρνηση φαίνεται να διαφοροποίησε την άποψή της, υποστηρίζοντας ότι μπορούν να ληφθούν υπόψη μέτρα άλλου κράτους μέλους που οδηγούν σε αποτέλεσμα συγκρίσιμο σε σχέση με την ολλανδική νομοθεσία, παραδείγματος χάριν στην περίπτωση που θεωρούνταν, κατά πλάσμα δικαίου, ότι ο αλλοδαπός ΟΣΕΚΑ στο κράτος μέλος έδρας του είχε διανείμει ποσό μερισμάτων αντίστοιχο εκείνου που θα έπρεπε να διανείμει ημεδαπός ΟΣΕΚΑ προκειμένου να επωφεληθεί από το καθεστώς των ΟΣΕΦΧ.
103. Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να αναλυθεί εντός αυτού ακριβώς του πλαισίου.
1. Επί της υπάρξεως περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων
104. Πρέπει πρωτίστως να εξακριβωθεί αν, σε μια υπόθεση όπως αυτή που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η άρνηση της εθνικής φορολογικής αρχής να επιστρέψει τον παρακρατηθέντα φόρο σε αλλοδαπό ΟΣΕΚΑ ο οποίος δεν έχει εκπληρώσει την προβλεπόμενη από την εθνική νομοθεσία υποχρέωση πραγματικής αναδιανομής των κερδών, αλλά στο κράτος μέλος εγκαταστάσεώς του τα εν λόγω κέρδη θεωρείται ότι έχουν διανεμηθεί ή περιλαμβάνονται στον φόρο που το εν λόγω κράτος μέλος επιβάλλει στους μετόχους ή στους έχοντες συμμετοχή στον ΟΣΕΚΑ, συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων απαγορευόμενο από το άρθρο 63 ΣΛΕΕ.
105. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων κάθε μέτρο που δυσχεραίνει τη διασυνοριακή κίνηση κεφαλαίων ή την καθιστά λιγότερο ελκυστική και το οποίο, ως εκ τούτου, είναι ικανό να αποθαρρύνει τους επενδυτές (48).
106. Στην υπό κρίση υπόθεση, μολονότι η υποχρέωση πραγματικής αναδιανομής επιβάλλεται αδιακρίτως στους ημεδαπούς και στους αλλοδαπούς ΟΣΕΚΑ, κατά την άποψή μου είναι ικανή να παραγάγει περιοριστικά αποτελέσματα έναντι ορισμένων κατηγοριών αλλοδαπών ΟΣΕΚΑ.
107. Η in concreto εφαρμογή στην πράξη μιας τέτοιας υποχρεώσεως έχει, πράγματι, ως συνέπεια την υποβολή σε διαφορετική φορολογική μεταχείριση, αφενός, ενός ημεδαπού ΟΣΕΚΑ (49), ο οποίος έχει εκπληρώσει την υποχρέωση πραγματικής αναδιανομής, και, αφετέρου, ενός αλλοδαπού ΟΣΕΚΑ, ο οποίος ρητώς δεν έχει εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή, καθόσον γι’ αυτόν είναι αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερής η εν λόγω εκπλήρωση (50), αλλά του οποίου τα κέρδη θεωρείται ότι διανεμήθηκαν, κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εγκαταστάσεώς του, και, ότι, επομένως, φορολογήθηκαν εκεί. Πράγματι, ο πρώτος ΟΣΕΚΑ θα λάβει επιστροφή του παρακρατηθέντος φόρου επί των μερισμάτων που διένειμαν οι εδρεύουσες στις Κάτω Χώρες εταιρίες, ενώ ο δεύτερος δεν θα λάβει την επιστροφή αυτή.
108. Μια τέτοια διαφορετική φορολογική μεταχείριση μπορεί να αποτρέψει αλλοδαπό ΟΣΕΚΑ για τον οποίο είναι αδύνατον ή υπερβολικά δυσχερές να τηρήσει την υποχρέωση πραγματικής αναδιανομής, αλλά του οποίου τα κέρδη θεωρείται ότι διανεμήθηκαν, κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εγκαταστάσεώς του, και ότι, επομένως, φορολογήθηκαν εκεί, από την πραγματοποίηση επενδύσεων σε εταιρίες εδρεύουσες στις Κάτω Χώρες. Πράγματι, οι ΟΣΕΚΑ που ανήκουν στην κατηγορία αυτή, σε αντίθεση με τους ημεδαπούς ΟΣΕΚΑ, δεν θα μπορέσουν ποτέ να επωφεληθούν από την επιστροφή του παρακρατηθέντος φόρου επί των μερισμάτων που διανέμουν οι εδρεύουσες στις Κάτω Χώρες εταιρίες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση μπορεί να αποτρέψει κατοίκους Κάτω Χωρών από την πραγματοποίηση επενδύσεων σε τέτοιους οργανισμούς(51), καθιστώντας αυτές τις επενδύσεις λιγότερο ελκυστικές σε σχέση με απόκτηση μετοχών ή μεριδίων σε ΟΣΕΚΑ που εδρεύουν στο οικείο κράτος μέλος.
109. Σε συνοχή με όσα εκτέθηκαν στο σημείο 60 των παρουσών προτάσεων, σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει ο αλλοδαπός ΟΣΕΚΑ να αποδείξει ενώπιον των φορολογικών αρχών του συγκεκριμένου κράτους μέλους, πρώτον, την αδυναμία του ή την υπερβολική δυσχέρειά του να τηρήσει στο ακέραιο την απαίτηση της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας, ήτοι, στην υπό κρίση υπόθεση, την υποχρέωση πραγματικής αναδιανομής των κερδών, και, δεύτερον, την ουσιαστική τήρηση της απαιτήσεως αυτής κατ’ εφαρμογήν της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους εγκαταστάσεώς του, ήτοι, στην υπό κρίση υπόθεση, ότι, κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εγκαταστάσεώς του, τα κέρδη θεωρείται ότι διανεμήθηκαν, και, επομένως, φορολογήθηκαν εκεί.
110. Ακριβώς από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων τον οποίο, κατ’ αρχήν, απαγορεύει το άρθρο 63 ΣΛΕΕ.
2. Επί της συγκρισιμότητας των επίμαχων στην κύρια δίκη καταστάσεων
111. Ωστόσο, το βασικό ζήτημα στην υπό κρίση υπόθεση είναι να εξακριβωθεί αν είναι αντικειμενικώς συγκρίσιμες οι δύο καταστάσεις που εκτέθηκαν στο σημείο 107 των παρουσών προτάσεων, ήτοι αυτή ενός ημεδαπού ΟΣΕΚΑ, ο οποίος έχει εκπληρώσει την υποχρέωση πραγματικής αναδιανομής, και ενός αλλοδαπού ΟΣΕΚΑ, για τον οποίο είναι αδύνατον ή υπερβολικά δυσχερές να τηρήσει την εν λόγω υποχρέωση και στο κράτος μέλος εγκαταστάσεώς του τα κέρδη θεωρείται ότι διανεμήθηκαν, και, επομένως, φορολογήθηκαν εκεί. Πράγματι, αν αυτό δεν συμβαίνει, κατ’ εφαρμογήν των αρχών που υπομνήσθηκαν στα σημεία 61 έως 63 των παρουσών προτάσεων, η άρνηση επιστροφής του παρακρατηθέντος φόρου στη δεύτερη κατηγορία ΟΣΕΚΑ θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη λόγω μιας αντικειμενικώς διαφορετικής καταστάσεως όσον αφορά τις δύο εν λόγω κατηγορίες ΟΣΕΚΑ (52).
112. Ασφαλώς, μια απλή απάντηση στο ερώτημα αυτό θα ήταν να συναχθεί ότι υπάρχει αντικειμενικώς διαφορετική κατάσταση: οι OΣΕΚΑ που έχουν εκπληρώσει την υποχρέωση πραγματικής αναδιανομής, υποχρέωση που προβλέπεται από τη νομοθεσία των Κάτω Χωρών κατ’ εφαρμογήν της φορολογικής τους αυτονομίας που αναγνωρίζεται από το δίκαιο της Ένωσης, βρίσκονται σε αντικειμενικώς διαφορετική κατάσταση σε σχέση με τους OΣΕΚΑ που δεν έχουν τηρήσει την εν λόγω υποχρέωση, πράγμα που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διαφορετική φορολογική μεταχείριση.
113. Εντούτοις, φρονώ ότι, υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων που εκτέθηκαν στα σημεία 58 έως 60 των παρουσών προτάσεων, το ερώτημα χρήζει περαιτέρω αναλύσεως.
114. Συναφώς, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, αφενός, ότι η δυνατότητα συγκρίσεως ή μη μιας διασυνοριακής καταστάσεως με μια εσωτερική κατάσταση πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένων υπόψη του σκοπού που επιδιώκεται από τις επίμαχες εθνικές διατάξεις, καθώς και του αντικειμένου και του περιεχομένου των διατάξεων αυτών (53).
115. Κατά συνέπεια, ακριβώς υπό το πρίσμα του σκοπού του καθεστώτος των ΟΣΕΦΧ με τον οποίο, όπως εκτέθηκε, συνδέεται η πρόβλεψη της υποχρεώσεως πραγματικής αναδιανομής (54), πρέπει να αναλυθεί η συγκρισιμότητα των δύο επίμαχων καταστάσεων που εκτέθηκαν στο σημείο 111 των παρουσών προτάσεων.
116. Κύριος σκοπός του εν λόγω καθεστώτος είναι να αποφύγει, για τις κατηγορίες επενδυτών για τις οποίες προορίζεται το καθεστώς αυτό, τη διπλή φορολογία των μερισμάτων που διανέμουν οι εδρεύουσες στις Κάτω Χώρες εταιρίες, μετατοπίζοντας τη φορολογία από το επίπεδο του ΟΣΕΚΑ στο επίπεδο των μέτοχων του ή των εχόντων συμμετοχή σε αυτόν.
117. Συναφώς, φρονώ, πρώτον, ότι, όσον αφορά τη λήψη από τους ΟΣΕΚΑ μερισμάτων ολλανδικών εταιριών, οι δύο εν λόγω καταστάσεις είναι αντικειμενικώς συγκρίσιμες με γνώμονα τον επιδιωκόμενο από τις επίμαχες εθνικές διατάξεις σκοπό.
118. Πράγματι, όταν λαμβάνουν τα μερίσματα αυτά, τόσο ο ημεδαπός ΟΣΕΚΑ όσο και ο αλλοδαπός ΟΣΕΚΑ υπόκεινται, αρχικώς, βάσει της ολλανδικής νομοθεσίας, σε φόρο με παρακράτηση φόρου στην πηγή επί των μερισμάτων (παρακρατηθείς φόρος, ο οποίος στη συνέχεια ενδέχεται να επιστραφεί).
119. Συναφώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι, από τη στιγμή που κράτος μέλος, μονομερώς ή βάσει συμβάσεως, υποβάλλει σε φόρο εισοδήματος, περιλαμβανομένων των μερισμάτων, όχι μόνο τις ημεδαπές εταιρίες αλλά και τις αλλοδαπές εταιρίες, για τα εισοδήματα που εισπράττουν από ημεδαπή εταιρία, η κατάσταση των εν λόγω αλλοδαπών εταιριών είναι παρεμφερής με την κατάσταση των ημεδαπών εταιριών (55).
120. Συγκεκριμένα, μόνον η άσκηση από το ίδιο κράτος της φορολογικής του αρμοδιότητας είναι εκείνη που δημιουργεί, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε υπαγωγής σε φόρο σε άλλο κράτος μέλος, κίνδυνο αλλεπάλληλης φορολογίας ή οικονομικής διπλής φορολογίας. Στην περίπτωση αυτή, προκειμένου οι αλλοδαπές δικαιούχοι εταιρίες να μην βρεθούν αντιμέτωπες με περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, τον οποίο, κατ’ αρχήν, απαγορεύει το άρθρο 63 ΣΛΕΕ, το κράτος στο οποίο εδρεύει η διανέμουσα εταιρία οφείλει να μεριμνά ώστε, στο πλαίσιο του προβλεπόμενου από το εθνικό του δίκαιο μηχανισμού για την αποτροπή ή τον περιορισμό της αλλεπάλληλης φορολογίας ή της οικονομικής διπλής φορολογίας, οι αλλοδαπές εταιρίες να τυγχάνουν της ίδιας μεταχειρίσεως με τις ημεδαπές εταιρίες(56).
121. Δεδομένου ότι οι Κάτω Χώρες επέλεξαν να ασκήσουν τη φορολογική τους αρμοδιότητα επί των εισοδημάτων, ειδικότερα επί μερισμάτων, των εδρευόντων στην αλλοδαπή ΟΣΕΚΑ, οι τελευταίοι βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση με εκείνη των ΟΣΕΚΑ που εδρεύουν στις Κάτω Χώρες όσον αφορά τον κίνδυνο οικονομικής διπλής φορολογίας των μερισμάτων που διανέμουν οι εδρεύουσες στις Κάτω Χώρες εταιρίες (57).
122. Δεύτερον, πρέπει να αναλυθεί η συγκρισιμότητα των επίμαχων δύο καταστάσεων όσον αφορά τη μετατόπιση της φορολογίας των διανεμομένων από τις ολλανδικές εταιρίες μερισμάτων από το επίπεδο των ΟΣΕΚΑ σε εκείνο των μετόχων τους ή των εχόντων συμμετοχή σε αυτούς.
123. Εντούτοις, επίσης από αυτή τη σκοπιά, οι δύο επίμαχες καταστάσεις είναι, κατά τη γνώμη μου, αντικειμενικώς συγκρίσιμες, όσον αφορά τον σκοπό της αποφυγής της διπλής φορολογίας των μερισμάτων εταιριών που εδρεύουν στις Κάτω Χώρες.
124. Πράγματι, ένας ημεδαπός ΟΣΕΚΑ ο οποίος, κατ’ εφαρμογήν της υποχρεώσεως πραγματικής αναδιανομής, διανέμει όλα τα κέρδη του –που προέρχονται από μερίσματα που λαμβάνει από εδρεύουσες στις Κάτω Χώρες εταιρίες– βρίσκεται σε κατάσταση συγκρίσιμη με αλλοδαπό ΟΣΕΚΑ ο οποίος δεν μπόρεσε να εκπληρώσει αυτή την υποχρέωση λόγω καταστάσεως αδυναμίας ή υπερβολικής δυσχέρειας, αλλά του οποίου τα κέρδη –που προέρχονται από μερίσματα που λαμβάνει από εδρεύουσες στις Κάτω Χώρες εταιρίες– θεωρείται στο κράτος μέλος εγκαταστάσεώς του ότι έχουν διανεμηθεί στους μετόχους του ή στους έχοντες συμμετοχή σε αυτόν, εντός χρονικού διαστήματος ευλόγως συγκρίσιμου με το προβλεπόμενο από την επίμαχη εθνική νομοθεσία, και φορολογούνται εκεί στο επίπεδο των τελευταίων προσώπων.
125. Πράγματι, και στις δύο περιπτώσεις τα κέρδη του ΟΣΕΚΑ που προέρχονται από τα μερίσματα που λαμβάνει από εδρεύουσες στις Κάτω Χώρες εταιρίες θα υπόκεινται σε φόρο στο επίπεδο του μετόχου ή του έχοντος συμμετοχή στον ΟΣΕΚΑ, και τούτο λόγω της φορολογικής επιλογής που έχουν πραγματοποιήσει οι Κάτω Χώρες. Συνεπώς, από τη σκοπιά αυτή, οι δύο αυτές καταστάσεις είναι αντικειμενικώς συγκρίσιμες.
126. Η διατήρηση του φόρου μόνον εις βάρος του αλλοδαπού ΟΣΕΚΑ για τα μερίσματα που λαμβάνει από ολλανδικές εταιρίες, μέσω της αρνήσεως επιστροφής του παρακρατηθέντος φόρου επί των εν λόγω μερισμάτων, όταν, μολονότι αυτός ο ΟΣΕΚΑ δεν έχει προβεί σε πραγματική διανομή των κερδών εξ αυτών των μερισμάτων λόγω αδυναμίας ή υπερβολικής δυσχέρειας να εκπληρώσει την υποχρέωση πραγματικής αναδιανομής, εντούτοις τα κέρδη αυτά θεωρείται στο κράτος μέλος εγκαταστάσεώς του ότι έχουν διανεμηθεί και έχουν φορολογηθεί στο επίπεδο των μετόχων ή των εχόντων συμμετοχή, συνιστά διαφορετική μεταχείριση συγκρίσιμων καταστάσεων, αντίθετη προς τον επιδιωκόμενο από την επίμαχη νομοθεσία σκοπό αποφυγής της διπλής φορολογίας.
127. Το συμπέρασμα ως προς τη συγκρισιμότητα των δύο επίμαχων καταστάσεων δεν κλονίζεται από το γεγονός ότι ο αλλοδαπός ΟΣΕΚΑ δεν υπόκειται στην υποχρέωση παρακρατήσεως στην πηγή του ολλανδικού φόρου επί των κερδών που καταβάλλει στους μετόχους του ή στους έχοντες συμμετοχή σε αυτόν, παρακράτηση που πραγματοποιείται μετά την τήρηση της υποχρεώσεως πραγματικής αναδιανομής των κερδών εκ των μερισμάτων που λαμβάνονται από ολλανδικές εταιρίες. Πράγματι, το γεγονός αυτό δεν συνιστά αντικειμενικώς διαφορετική κατάσταση που μπορεί να δικαιολογήσει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των δύο επίμαχων καταστάσεων, όσον αφορά την επιστροφή του παρακρατηθέντος στην πηγή φόρου επί των μερισμάτων που έλαβε ο ΟΣΕΚΑ από ολλανδικές εταιρίες.
128. Πράγματι, κατά τη νομολογία, όταν ο σκοπός της επίμαχης φορολογικής ρυθμίσεως είναι να μετατοπισθεί το επίπεδο φορολογήσεως από τον επενδυτικό φορέα προς τον μέτοχο του εν λόγω φορέα, καθοριστικές πρέπει να θεωρούνται, κατ’ αρχήν, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της εξουσίας επιβολής φόρου επί των εισοδημάτων των μετόχων και όχι η φορολογική τεχνική που χρησιμοποιήθηκε (58).
129. Η έλλειψη δυνατότητας υπαγωγής των αλλοδαπών εχόντων συμμετοχή (59) σε φόρο επί των κερδών που διανέμονται από εδρεύοντες στην αλλοδαπή ΟΣΕΚΑ, τα οποία προέρχονται από μερίσματα που διανέμονται από ολλανδικές εταιρίες, δεν είναι παρά η λογική συνέπεια της μετατοπίσεως του επιπέδου φορολογήσεως από τον επενδυτικό φορέα προς τον μέτοχο, μετατοπίσεως η οποία αποτελεί την επιλογή που πραγματοποίησαν οι Κάτω Χώρες στο πλαίσιο της φορολογικής τους αυτονομίας (60).
130. Κατά συνέπεια, η εν λόγω έλλειψη δυνατότητας, η οποία απορρέει από την αυτόνομη επιλογή του κράτους μέλους, δεν οφείλεται σε αντικειμενικώς διαφορετική κατάσταση και, επομένως, δεν μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις που μνημονεύθηκαν στο σημείο 111 των παρουσών προτάσεων, να δικαιολογήσει τη διαφορετική φορολογική μεταχείριση όσον αφορά την επιστροφή του παρακρατηθέντος στην πηγή φόρου επί των μερισμάτων στο επίπεδο των επενδυτικών φορέων μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών ΟΣΕΚΑ, για τον λόγο ότι οι τελευταίοι δεν υπόκεινται στην υποχρέωση παρακρατήσεως φόρου επί των μερισμάτων που διανέμονται από ολλανδικές εταιρίες στους μετόχους τους ή στους έχοντες συμμετοχή σε αυτές και ότι, ως εκ τούτου, τα εν λόγω μερίσματα, όσον αφορά τους μετόχους ή τους έχοντες συμμετοχή κατοίκους της αλλοδαπής, εκφεύγουν του φόρου στις Κάτω Χώρες.
131. Τέλος, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο ήδη έχει ρητώς κρίνει, στη σκέψη 84 της αποφάσεως Fidelity Funds, ότι οι φορολογικές αρχές του οικείου κράτους μέλους (στην υπό κρίση υπόθεση, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών), αντί της παρακρατήσεως στην πηγή φόρου επί των κερδών που διανέμονται στους έχοντες συμμετοχή, όπως αυτός που εκτέθηκε στο σημείο 12 των παρουσών προτάσεων, μπορούν να λάβουν υπόψη τον φόρο που ο αλλοδαπός ΟΣΕΚΑ κατέβαλε στις φορολογικές αρχές του κράτους μέλους εγκαταστάσεώς του, σύμφωνα με τη δική του φορολογική νομοθεσία, για να επιτρέψουν στον εν λόγω ΟΣΕΚΑ να τύχει της απαλλαγής (η οποία, στην υπό κρίση υπόθεση, αντιστοιχεί στη σχετική επιστροφή) από την υποχρέωση να παρακρατεί στην πηγή φόρο επί των μερισμάτων.
132. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι οι δύο καταστάσεις που εκτέθηκαν στα σημεία 107 και 111 των παρουσών προτάσεων είναι αντικειμενικώς συγκρίσιμες.
3. Επί του δικαιολογημένου χαρακτήρα του περιορισμού
133. Οι Κάτω Χώρες δεν προέβαλαν κάποιον επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επίμαχη νομοθεσία. Συναφώς, φρονώ, περαιτέρω, ότι οι εκτιμήσεις του Δικαστηρίου στην απόφαση Fidelity Funds –η οποία, όπως επισημάνθηκε, αφορούσε ρύθμιση αρκετά παρεμφερή με την επίμαχη στην κύρια δίκη– όσον αφορά τους δικαιολογητικούς λόγους σχετικά με την ανάγκη να διασφαλισθεί η διατήρηση της ισόρροπης κατανομής της φορολογικής εξουσίας μεταξύ των κρατών μελών (61) και την ανάγκη διαφυλάξεως της συνοχής του φορολογικού συστήματος (62) μπορούν να εφαρμοστούν, κατ’ ουσίαν, στην υπό κρίση υπόθεση.
134. Πράγματι, όσον αφορά, πρώτον, την ισόρροπη κατανομή της φορολογικής εξουσίας μεταξύ των κρατών μελών, από τη νομολογία προκύπτει ότι, από τη στιγμή που κράτος μέλος επέλεξε να μη υποβάλλει σε φόρο τους ημεδαπούς ΟΣΕΚΑ που λαμβάνουν μερίσματα ημεδαπής προελεύσεως –όπως στην κατάσταση στην κύρια δίκη μέσω της επιστροφής του παρακρατηθέντος στην πηγή φόρου επί των μερισμάτων που διανέμουν ολλανδικές εταιρίες–, το κράτος αυτό δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ανάγκη διασφαλίσεως της ισόρροπης κατανομής της φορολογικής εξουσίας μεταξύ των κρατών μελών για να δικαιολογήσει την υποβολή σε φόρο των αλλοδαπών ΟΣΕΚΑ που αποκτούν τέτοια εισοδήματα (63), ήτοι, στην υπό κρίση υπόθεση, των μερισμάτων που διανέμονται από εταιρίες εδρεύουσες στις Κάτω Χώρες.
135. Περαιτέρω, το να γίνει δεκτό ότι κράτος μέλος παρακρατεί στην πηγή φόρο επί των μερισμάτων που διανέμονται στους εδρεύοντες στην αλλοδαπή ΟΣΕΚΑ, χωρίς να τον επιστρέφει σε αυτούς, λόγω της αδυναμίας παρακρατήσεως του φόρου επί του συνόλου των διανομών που πραγματοποιούνται από τους οργανισμούς αυτούς, δεν αποτρέπει συμπεριφορές που μπορούν να υπονομεύσουν το δικαίωμα αυτού του κράτους μέλους να ασκήσει τη φορολογική του αρμοδιότητα σχετικά με τις δραστηριότητες που ασκούνται στο έδαφός του, αλλά, αντιθέτως, αντισταθμίζει την έλλειψη φορολογικής εξουσίας που είναι το αποτέλεσμα της ισόρροπης κατανομής της φορολογικής εξουσίας μεταξύ των κρατών μελών (64).
136. Όσον αφορά, δεύτερον, την ανάγκη διαφυλάξεως της συνοχής του φορολογικού συστήματος, από την προαναφερθείσα σκέψη 84 της αποφάσεως Fidelity Funds προκύπτει ότι η εσωτερική συνοχή του επίμαχου στην κύρια δίκη φορολογικού καθεστώτος θα μπορούσε να διατηρηθεί με ένα μέτρο λιγότερο περιοριστικό σε σχέση με τη μη επιστροφή του παρακρατηθέντος στην πηγή φόρου.
137. Αυτό θα συνέβαινε αν ΟΣΕΚΑ που εδρεύουν σε κράτος μέλος άλλο από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, για τους οποίους είναι αδύνατον ή υπερβολικά δυσχερές να εκπληρώσουν την υποχρέωση πραγματικής αναδιανομής, αλλά στο κράτος μέλος εγκαταστάσεώς τους τα κέρδη τους θεωρείται ότι διανέμονται και φορολογούνται στο επίπεδο των μετόχων τους ή των εχόντων συμμετοχή σε αυτούς, θα μπορούσαν να τύχουν της επιστροφής του παρακρατηθέντος φόρου στην πηγή, υπό την προϋπόθεση ότι οι ολλανδικές φορολογικές αρχές διασφαλίζουν, με την πλήρη συνεργασία των οργανισμών αυτών, ότι οι τελευταίοι παρακρατούν ή καταβάλλουν, στο κράτος μέλος εγκαταστάσεώς τους, φόρο ισοδύναμο με τον ολλανδικό φόρο μερισμάτων τον οποίο οι ημεδαποί οργανισμοί επενδύσεων πρέπει να καταβάλουν, κατ’ εφαρμογήν της υποχρεώσεως που εκτέθηκε στο σημείο 12 των παρουσών προτάσεων, ως παρακράτηση, επί των κερδών που διανέμονται στους μετόχους τους ή στους έχοντες συμμετοχή σε αυτούς. Πράγματι, το να επιτραπεί στους εν λόγω ΟΣΕΚΑ να τύχουν της επιστροφής αυτής, υπό τις εν λόγω περιστάσεις, θα συνιστούσε μέτρο λιγότερο περιοριστικό σε σχέση με το ισχύον καθεστώς.
138. Κατά συνέπεια, ο περιορισμός που απορρέει από την εφαρμογή της επίμαχης στην κύρια δίκη νομοθεσίας δεν δύναται να δικαιολογηθεί ούτε από την ανάγκη διασφαλίσεως της ισόρροπης κατανομής της φορολογικής εξουσίας μεταξύ των κρατών μελών ούτε από την ανάγκη διαφυλάξεως της συνοχής του φορολογικού συστήματος.
139. Υπό το πρίσμα όλων των προεκτεθέντων, φρονώ ότι στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 63 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία ορίζει ότι σε αλλοδαπό ΟΣΕΚΑ δεν χορηγείται επιστροφή φόρου μερισμάτων παρακρατηθέντος επί μερισμάτων τα οποία έλαβε από φορείς εγκατεστημένους σε αυτό το κράτος μέλος, για τον λόγο ότι αυτός ο ΟΣΕΚΑ δεν εκπλήρωσε την προβλεπόμενη από τη φορολογική νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους υποχρέωση να διανείμει στους μετόχους του ή στους έχοντες συμμετοχή σε αυτόν, το αργότερο τον όγδοο μήνα μετά το κλείσιμο της χρήσεως, τα κέρδη που διανεμήθηκαν από φορείς εγκατεστημένους στο εν λόγω κράτος μέλος, ακόμη και αν αποδεικνύεται ότι για τον εν λόγω αλλοδαπό ΟΣΕΚΑ είναι αδύνατον ή υπερβολικά δυσχερές να εκπληρώσει την εν λόγω υποχρέωση και ακόμη και αν, κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους εγκαταστάσεως του αλλοδαπού ΟΣΕΚΑ, τα κέρδη αυτά θεωρείται ότι έχουν διανεμηθεί ή περιλαμβάνονται στον φόρο που το κράτος μέλος εγκαταστάσεως του ΟΣΕΚΑ επιβάλλει στους εν λόγω μετόχους ή έχοντες συμμετοχή ως εάν το κέρδος αυτό είχε διανεμηθεί, ενώ η ως άνω επιστροφή χορηγείται σε ημεδαπό ΟΣΕΚΑ ο οποίος εκπληρώνει την εν λόγω υποχρέωση, μετά από παρακράτηση του φόρου μερισμάτων που επιβάλλει το εν λόγω κράτος μέλος.
V. Πρόταση
140. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα του Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατου Δικαστηρίου των Κάτω Χωρών) ως εξής:
1) Το άρθρο 63 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία ορίζει ότι σε αλλοδαπό ΟΣΕΚΑ, για τον λόγο ότι αυτός δεν αποδεικνύει ότι τηρεί ορισμένες προβλεπόμενες στη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους απαιτήσεις σχετικά με τη σύνθεση του μετοχικού του κεφαλαίου, δεν χορηγείται επιστροφή φόρου μερισμάτων παρακρατηθέντος επί μερισμάτων τα οποία ο οργανισμός αυτός έλαβε από φορείς εγκατεστημένους στο εν λόγω κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι, πρώτον, οι φορολογικές αρχές ζητούν την τήρηση των απαιτήσεων περί των μετόχων κατά τον ίδιο τρόπο από τους ημεδαπούς ΟΣΕΚΑ και από τους αλλοδαπούς ΟΣΕΚΑ και, δεύτερον, ότι η διαφορετική μεταχείριση βάσει του κριτηρίου εισαγωγής σε χρηματιστήριο του οικείου κράτους μέλους, εν προκειμένω στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ, δεν συνεπάγεται, εν τοις πράγμασι, προνομιακή μεταχείριση για τους οργανισμούς που είναι εγκατεστημένοι στο εν λόγω κράτος μέλος, ζήτημα το οποίο στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει.
2) Το άρθρο 63 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία ορίζει ότι σε αλλοδαπό ΟΣΕΚΑ δεν χορηγείται επιστροφή φόρου μερισμάτων παρακρατηθέντος επί μερισμάτων τα οποία έλαβε από φορείς εγκατεστημένους σε αυτό το κράτος μέλος, για τον λόγο ότι αυτός ο ΟΣΕΚΑ δεν εκπλήρωσε την προβλεπόμενη από τη φορολογική νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους υποχρέωση να διανείμει στους μετόχους του ή στους έχοντες συμμετοχή σε αυτόν, το αργότερο τον όγδοο μήνα μετά το κλείσιμο της χρήσεως, τα κέρδη που διανεμήθηκαν από φορείς εγκατεστημένους στο εν λόγω κράτος μέλος, ακόμη και αν αποδεικνύεται ότι για τον εν λόγω αλλοδαπό ΟΣΕΚΑ είναι αδύνατον ή υπερβολικά δυσχερές να εκπληρώσει την εν λόγω υποχρέωση και ακόμη και αν, κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους εγκαταστάσεως του αλλοδαπού ΟΣΕΚΑ, τα κέρδη αυτά θεωρείται ότι έχουν διανεμηθεί ή περιλαμβάνονται στον φόρο που το κράτος μέλος εγκαταστάσεως του ΟΣΕΚΑ επιβάλλει στους εν λόγω μετόχους ή έχοντες συμμετοχή ως εάν το κέρδος αυτό είχε διανεμηθεί, ενώ η ως άνω επιστροφή χορηγείται σε ημεδαπό ΟΣΕΚΑ ο οποίος εκπληρώνει την εν λόγω υποχρέωση, μετά από παρακράτηση του φόρου μερισμάτων που επιβάλλει το εν λόγω κράτος μέλος.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με τη συμβατότητα ορισμένων πτυχών του καθεστώτος αυτού, όπως ίσχυε τότε, στην απόφαση της 20ής Μαΐου 2008, Orange European Smallcap Fund (C‑194/06, EU:C:2008:289).
3 Με τις νομοθετικές τροποποιήσεις που έγιναν το 2007, αφενός, καταργήθηκε η προϋπόθεση που αφορούσε τον τόπο εγκαταστάσεως και, αφετέρου, αντί του εξαντλητικού καταλόγου των νομικών μορφών που φορείς έπρεπε να έχουν για να μπορούν να χαρακτηριστούν ως ΟΣΕΦΧ, εισήχθη διάταξη κατά την οποία οι φορείς που έχουν συσταθεί βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να ζητήσουν να υπαχθούν στο καθεστώς του ΟΣΕΦΧ υπό την προϋπόθεση ότι οι φορείς αυτοί «βρίσκονται στην ίδια κατάσταση» και «είναι συγκρίσιμοι όσον αφορά τη φύση τους και την οργάνωσή τους» με ανώνυμες εταιρίες, εταιρίες περιορισμένης ευθύνης ή αμοιβαία κεφάλαια ολλανδικού δικαίου.
4 Άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο b, του Wet Vbp.
5 Άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο c, του Wet Vbp.
6 Ειδικά από το άρθρο 1:1 του νόμου αυτού.
7 Ειδικότερα, αντιστοίχως, κατά το άρθρο 2:65 ή το άρθρο 2:66, παράγραφος 3, του ίδιου νόμου περί χρηματοοικονομικής εποπτείας.
8 Οδηγία 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ 1985, L 375, σ. 3).
9 Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ 2009, L 302, σ. 32).
10 Σύμφωνα με το άρθρο 13 της φορολογικής συμβάσεως που συνήφθη στις 16 Ιουνίου 1959 μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και των Κάτω Χωρών, όπως τροποποιήθηκε με το τρίτο πρόσθετο πρωτόκολλο της 4ης Ιουνίου 2004.
11 Βλ. σκέψη 52 της αποφάσεως Fidelity Funds και σημείο 6 των παρουσών προτάσεων.
12 Βλ. σκέψεις 40 έως 45 της αποφάσεως Fidelity Funds.
13 Βλ., αφενός, σκέψεις 49 έως 63 της αποφάσεως Fidelity Funds και, αφετέρου, σκέψεις 66 έως 76 και 77 έως 86 της ίδιας αποφάσεως.
14 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, TTL (C‑553/16, EU:C:2018:604, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
15 Βλ. απόφαση Fidelity Funds (σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
16 Πρβλ. μεταξύ άλλων, όσον αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως, απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2014, Hervis Sport- és Divatkereskedelmi (C‑385/12, EU:C:2014:47, σκέψεις 37 έως 41).
17 Βλ. απόφαση της 8ης Ιουνίου 2017, Van der Weegen και Pot (C‑580/15, EU:C:2017:429, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
18 Πρβλ. απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑212/09, EU:C:2011:717, σκέψη 65), η οποία αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων και στην οποία παραπέμπει το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα στην προηγούμενη υποσημείωση σκέψη 29 της αποφάσεως Van der Weegen, προκειμένου να θεμελιώσει τη νομολογιακή αρχή που διατυπώθηκε εκεί.
19 Βλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2006, Test Claimants in the FII Group Litigation (C‑446/04, EU:C:2006:774, σκέψη 50).
20 Αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 2012, Test Claimants in the FII Group Litigation (C‑35/11, EU:C:2012:707, σκέψη 40), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, Kronos International (C‑47/12, EU:C:2014:2200, σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
21 Πρβλ. αποφάσεις της 20ής Μαΐου 2008, Orange European Smallcap Fund (C‑194/06, EU:C:2008:289, σκέψη 48), και της 30ής Ιουνίου 2016, Riskin και Timmermans (C‑176/15, EU:C:2016:488, σκέψη 29).
22 Πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουνίου 2015, X (C‑686/13, EU:C:2015:375, σκέψεις 33 και 34 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
23 Πρβλ. απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2008, Krankenheim Ruhesitz am Wannsee-Seniorenheimstatt (C‑157/07, EU:C:2008:588, σκέψεις 49 και 50 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
24 Βλ., ειδικότερα, σκέψεις 31 έως 35 της αποφάσεως.
25 Το συμπέρασμα από την ανάλυση της εν λόγω νομολογίας δεν είναι αντίθετο, κατά την άποψή μου, προς την απόφαση της 14ης Απριλίου 2016, Sparkasse Allgäu (C‑522/14, EU:C:2016:253), στην οποία παρέπεμψε η Γερμανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 49 ΣΛΕΕ δεν αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους με την οποία επιβάλλεται στα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την έδρα τους σε αυτό το κράτος μέλος η υποχρέωση να δηλώνουν στις εθνικές αρχές τα περιουσιακά στοιχεία που είναι κατατεθειμένα στα μη έχοντα αυτοτέλεια υποκαταστήματά τους σε άλλο κράτος μέλος, ή που βρίσκονται υπό τη διαχείριση αυτών των υποκαταστημάτων, σε περίπτωση θανάτου του ιδιοκτήτη των περιουσιακών αυτών στοιχείων ο οποίος είχε την κατοικία του στο πρώτο κράτος μέλος, όταν στο άλλο κράτος μέλος δεν προβλέπεται παρόμοια υποχρέωση δηλώσεως και τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν εκεί υποχρέωση τηρήσεως του τραπεζικού απορρήτου, το οποίο προστατεύεται διά της επιβολής ποινικών κυρώσεων. Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο αναγνώρισε, κατ’ ουσίαν, την ελευθερία των κρατών μελών να εκτείνουν στα εγκατεστημένα σε άλλο κράτος μέλος και μη έχοντα αυτοτέλεια υποκαταστήματα των εθνικών πιστωτικών ιδρυμάτων υποχρέωση έχουσα ως σκοπό τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων (βλ., ειδικότερα, σκέψη 29 της αποφάσεως).
26 Όσον αφορά την έννοια του περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, βλ. σημείο 40 των παρουσών προτάσεων.
27 Η Γερμανική Κυβέρνηση, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, παρέπεμψε ρητώς στις παρατηρήσεις που υπέβαλε η Επιτροπή στην εκκρεμή υπόθεση C‑565/18, Société Générale.
28 Βλ. σημεία 39 και 47, in fine, των παρουσών προτάσεων και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.
29 Βλ. απόφαση Fidelity Funds (σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
30 Βλ. απόφαση Fidelity Funds (σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
31 Βλ., μεταξύ πολλών, απόφαση της 10ης Απριλίου 2014, Emerging Markets Series of DFA Investment Trust Company (C‑190/12, EU:C:2014:249, σκέψη 99 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
32 Απόφαση της 10ης Μαΐου 2012, Santander Asset Management SGIIC κ.λπ. (C‑338/11 έως C‑347/11, EU:C:2012:286, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
33 Βλ., μεταξύ πολλών, απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2014, van Caster (C‑326/12, EU:C:2014:2269, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
34 Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2019, Milivojević (C‑630/17, EU:C:2019:123, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
35 Πρβλ. απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, Meilicke κ.λπ. (C‑262/09, EU:C:2011:438, σκέψη 37).
36 Βλ. αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Haribo (C‑436/08 και C‑437/08, EU:C:2011:61, σκέψη 95 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 30ής Ιουνίου 2011, Meilicke κ.λπ. (C‑262/09, EU:C:2011:438, σκέψη 45).
37 Βλ., με ιδιαίτερη έμφαση στην απόδειξη της τηρήσεως των προϋποθέσεων που προβλέπει φορολογική ρύθμιση, απόφαση της 30ής Ιουνίου 2011, Meilicke κ.λπ. (C‑262/09, EU:C:2011:438, σκέψη 45).
38 Πρβλ. αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Haribo (C‑436/08 και C‑437/08, EU:C:2011:61, σκέψεις 96 και 97), και της 30ής Ιουνίου 2011, Meilicke κ.λπ . (C‑262/09, EU:C:2011:438, σκέψη 46).
39 Πρβλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Haribo (C‑436/08 και C‑437/08, EU:C:2010:668, σημείο 54).
40 Πρβλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Haribo (C‑436/08 και C‑437/08, EU:C:2010:668, σημείο 58).
41 Πρβλ. αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Haribo (C‑436/08 και C‑437/08, EU:C:2011:61, σκέψη 98), και της 30ής Ιουνίου 2011, Meilicke κ.λπ. (C‑262/09, EU:C:2011:438, σκέψη 48).
42 ΕΕ 1995, L 281, σ. 31. Πρβλ. απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2017, Puškár (C‑73/16, EU:C:2017:725, σκέψη 103).
43 Απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2017, Puškár (C‑73/16, EU:C:2017:725, σκέψη 108).
44 Όπ.π. (σκέψη 105 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
45 Βλ. σημείο 18 των παρουσών προτάσεων. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν διαθέτει ακριβείς πληροφορίες σχετικά με αυτό το νέο κριτήριο.
46 Ειδικότερα, από την περιγραφή που περιέχεται στην απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι στο γερμανικό φορολογικό σύστημα, κατά την κρίσιμη περίοδο, για τον καθορισμό της φορολογικής βάσεως θεωρούνταν ότι στους ιδιώτες που είχαν συμμετοχές σε οργανισμό επενδύσεων διανεμόταν ένα ελάχιστο (θεωρητικό) ποσό μερισμάτων. Σε περίπτωση που τα πράγματι διανεμηθέντα μερίσματα δεν επέτρεπαν τη συγκέντρωση αυτού του ελάχιστου ποσού, η φορολογική βάση αυξανόταν λαμβανομένων υπόψη πλασματικών πρόσθετων ποσών (των λεγόμενων «ausschuttungsgleiche Erträge»). Στη φορολογική βάση που καθοριζόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι ιδιώτες που είχαν συμμετοχές σε ΟΣΕΚΑ τύγχαναν απαλλαγής ίσης με το ήμισυ αυτής της φορολογικής βάσεως. Έως το 2004, η ισχύουσα τότε γερμανική νομοθεσία επέτρεπε σε ιδιώτη που είχε συμμετοχή σε ΟΣΕΚΑ να συμψηφίζει στο ακέραιο, με τον γερμανικό φόρο που επιβαλλόταν στο ήμισυ της ως άνω φορολογικής βάσεως, τον παρακρατηθέντα στις Κάτω Χώρες φόρο επί των μερισμάτων εις βάρος του οργανισμού επενδύσεων. Κατόπιν νομοθετικής τροποποιήσεως, αυτή η δυνατότητα συμψηφισμού περιορίσθηκε από το 2004 έως το 2008 στο ήμισυ του παρακρατηθέντος στην πηγή ολλανδικού φόρου και, επιπλέον, ο συμψηφισμός αυτός δεν ήταν πλέον δυνατός αν ο ΟΣΕΚΑ είχε αποφασίσει να εκπίπτει από το μέρισμα ο παρακρατηθείς στην πηγή αλλοδαπός φόρος.
47 Ο KA Deka παραπέμπει στην απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2011, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑493/09, EU:C:2011:635, σκέψη 46).
48 Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Manninen (C‑319/02, EU:C:2004:164, σημείο 28) με παραπομπή στην απόφαση της 16ης Μαρτίου 1999, Trummer και Mayer (C‑222/97, EU:C:1999:143, σκέψη 26). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Amurta (C‑379/05, EU:C:2007:323, σημείο 28).
49 Δεδομένου ότι η απαίτηση έχει αδιακρίτως εφαρμογή, θεωρητικώς επίσης ένας αλλοδαπός ΟΣΕΚΑ θα μπορούσε να τηρήσει την υποχρέωση πραγματικής αναδιανομής. Εντούτοις, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατέστη σαφές ότι, στην πράξη, σχεδόν κανένας αλλοδαπός ΟΣΕΚΑ δεν κατάφερε να υπαχθεί στο καθεστώς των ΟΣΕΦΧ.
50 Τούτο θα μπορούσε να συμβεί, επί παραδείγματι, λόγω συγκρούσεων ή ασυμβατότητας με τη νομοθεσία του κράτους μέλους εγκαταστάσεως του ΟΣΕΚΑ. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δόθηκαν διάφορα παραδείγματα τέτοιων καταστάσεων.
51 Πρβλ. απόφαση Fidelity Funds (σκέψεις 42 έως 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
52 Πρβλ. απόφαση Fidelity Funds (σκέψη 49).
53 Βλ. απόφαση Fidelity Funds (σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
54 Βλ. σημεία 94 και 95 των παρουσών προτάσεων.
55 Πρβλ. απόφαση Fidelity Funds (σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
56 Όπ.π. (σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
57 Πρβλ. απόφαση Fidelity Funds (σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
58 Βλ. απόφαση Fidelity Funds (σκέψη 60).
59 Όσον αφορά τους κατοίκους Κάτω Χωρών που έχουν συμμετοχή σε αλλοδαπό ΟΣΕΚΑ, οι Κάτω Χώρες θα μπορούν, σε κάθε περίπτωση, να ασκήσουν τη φορολογική τους εξουσία παρά τη μη επιβολή στον αλλοδαπό ΟΣΕΚΑ της υποχρεώσεως να παρακρατεί στην πηγή φόρο επί των κερδών που διανέμει.
60 Πρβλ. απόφαση Fidelity Funds (σκέψη 62).
61 Βλ. σκέψεις 66 έως 76 της αποφάσεως Fidelity Funds.
62 Βλ. σκέψεις 77 έως 86 της αποφάσεως Fidelity Funds.
63 Βλ. σκέψη 71 της αποφάσεως Fidelity Funds και απόφαση της 10ης Μαΐου 2012, Santander Asset Management SGIIC κ.λπ. (C‑338/11 έως C‑347/11, EU:C:2012:286, σκέψη 48 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
64 Απόφαση Fidelity Funds (σκέψη 75).