ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 3ης Οκτωβρίου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C-168/17
SH
κατά
TG,
παρισταμένης της:
UF
[αίτηση του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ουγγαρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Περιοριστικά μέτρα λόγω της καταστάσεως στη Λιβύη – Κανονισμός 204/2011 – Άρθρο 5, παράγραφος 2 – Απαγόρευση διαθέσεως κεφαλαίων στα πρόσωπα που απαριθμούνται στο παράρτημα III του κανονισμού – Άρθρο 12 – Ρήτρα περί μη ικανοποιήσεως απαιτήσεων – Άρθρο 9 – Πληρωμές κατά παρέκκλιση της προβλεπόμενης στο άρθρο 5, παράγραφος 2, απαγορεύσεως – Διαδοχικές συμβάσεις με σκοπό τη σύσταση εγγυήσεως υπέρ οντότητας καταχωρισθείσας στον κατάλογο του παραρτήματος III του κανονισμού»
1.
Με την προδικαστική παραπομπή που αποτελεί αντικείμενο των παρουσών προτάσεων, το Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο, Ουγγαρία) υποβάλλει στο Δικαστήριο σειρά ερωτημάτων τα οποία αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, του άρθρου 9 και του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΕ) 204/2011 του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 2011, σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λιβύη ( 2 ), καθώς και του άρθρου 17 του κανονισμού 2016/44 ( 3 ). Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ δύο τραπεζών, της SH και της TG, οι οποίες είναι αμφότερες εγκαταστημένες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχετικά με την πληρωμή, από την πρώτη στη δεύτερη, προμηθειών και άλλων εξόδων εγγυήσεως, στο πλαίσιο δύο συμβάσεων αντεγγυήσεως των υποχρεώσεων εγγυήσεως που ανέλαβε λιβυκή τράπεζα έναντι λιβυκής οντότητας σε σχέση με σύμβαση έργου συναφθείσα μεταξύ της εν λόγω οντότητας και ουγγρικής επιχειρήσεως.
I. Το νομικό πλαίσιο
2.
Στις 28 Φεβρουαρίου 2011, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 2011/137/ΚΕΠΠΑ ( 4 ). Σύμφωνα με την απόφαση 1970 (2011) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών [στο εξής: απόφαση 1970 (2011) του ΣΑΗΕ] ( 5 ) και τις μεταγενέστερες σχετικές αποφάσεις, η απόφαση αυτή προέβλεπε απαγόρευση πωλήσεως όπλων, απαγόρευση σε σχέση με εξοπλισμό εσωτερικής καταστολής, καθώς και περιορισμούς όσον αφορά την είσοδο και δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που ενέχονται σε σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά προσώπων στη Λιβύη, περιλαμβανομένης της συμμετοχής σε επιθέσεις εναντίον του άμαχου πληθυσμού και μη στρατιωτικών εγκαταστάσεων κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου ( 6 ).
3.
Στις 2 Μαρτίου 2011, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 204/2011, με σκοπό τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για τη θέση σε εφαρμογή του οικονομικού αποκλεισμού.
4.
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, «[δ]εσμεύονται όλα τα κεφάλαια και οικονομικοί πόροι που ανήκουν στην κυριότητα ή κατοχή ή τελούν υπό τον έλεγχο των φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή οργανισμών που απαριθμούνται στο [π]αράρτημα II και III» ( 7 ). Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, «[α]παγορεύεται η διάθεση, άμεσα ή έμμεσα, κεφαλαίων ή οικονομικών πόρων στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή οργανισμούς που απαριθμούνται στο [π]αράρτημα ΙΙ και III» ( 8 ). Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, «[α]παγορεύεται η εσκεμμένη και εκ προθέσεως συμμετοχή σε δραστηριότητες που έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα, άμεσα ή έμμεσα, την καταστρατήγηση των μέτρων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2».
5.
Το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 204/2011 ορίζει τα εξής: «Το άρθρο 5, παράγραφος 2, δεν εφαρμόζεται στην πίστωση των λογαριασμών που έχουν δεσμευθεί με: α) τόκους ή άλλα κέρδη σε σχέση με αυτούς του λογαριασμούς· ή β) πληρωμές που οφείλονται βάσει συμβάσεων, συμφωνιών ή υποχρεώσεων που είχαν συναφθεί ή εγερθεί πριν από την ημερομηνία κατά την οποία το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η οντότητα ή ο οργανισμός που αναφέρεται στο άρθρο 5 καθορίστηκε από την επιτροπή κυρώσεων, το Συμβούλιο Ασφαλείας ή το Συμβούλιο, εφόσον οι εν λόγω τόκοι, τα λοιπά κέρδη και οι πληρωμές τελούν υπό δέσμευση σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1» ( 9 ).
6.
Το άρθρο 12 του κανονισμού 204/2011, στην αρχική του εκδοχή, είχε ως εξής: «Δεν αναγνωρίζονται αξιώσεις, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος αποζημίωσης ή άλλης σχετικής αξίωσης, λ.χ. δυνάμει δικαιώματος συμψηφισμού απαιτήσεων ή εγγυήσεως, σε σχέση με σύμβαση ή άλλη συναλλαγή η εκπλήρωση της οποίας επηρεάστηκε, άμεσα ή έμμεσα, εν όλω ή εν μέρει, από τα μέτρα που αποφασίστηκαν σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 1970 (2011) ΣΑΗΕ, περιλαμβανομένων μέτρων της Ένωσης ή οποιουδήποτε κράτους μέλους τα οποία είναι σύμφωνα με την εφαρμογή των σχετικών αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας, προβλέπονται από τις αποφάσεις αυτές ή σχετίζονται με αυτές ή με τα μέτρα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, της κυβέρνησης της Λιβύης, ή οποιουδήποτε προσώπου ή οντότητας που ενεργεί τις αξιώσεις αυτές μέσω της κυβέρνησης αυτής ή εξ ονόματός της». Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε διαδοχικά δύο φορές ( 10 ), τη δεύτερη φορά με τον κανονισμό 45/2014 ( 11 ). Το άρθρο 12, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 204/2011, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 45/2014, έχει ως εξής:
«1. Δεν ικανοποιούνται απαιτήσεις σχετικά με οποιαδήποτε σύμβαση ή συναλλαγή της οποίας η εκτέλεση έχει επηρεασθεί, άμεσα ή έμμεσα, εν όλω ή εν μέρει, από τα μέτρα που επιβάλλει ο παρών κανονισμός, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων για αποζημίωση ή άλλων παρόμοιων απαιτήσεων, όπως απαίτηση συμψηφισμού ή απαίτηση βάσει εγγυήσεως, ιδίως απαίτηση για παράταση ισχύος ή πληρωμή ομολόγου, εγγύησης ή αποζημίωσης, και ειδικότερα χρηματοπιστωτικής εγγύησης ή αποζημίωσης, υπό οποιαδήποτε μορφή, εφόσον προβάλλονται από: α) κατονομαζόμενα πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που απαριθμούνται στα παραρτήματα II και ΙΙΙ· β) οποιοδήποτε άλλο λιβυκό πρόσωπο, οντότητα ή φορέα, συμπεριλαμβανομένης της λιβυκής κυβέρνησης· γ) οποιοδήποτε πρόσωπο, οντότητα ή φορέα που ενεργεί μέσω ή εξ ονόματος ενός από τα πρόσωπα, τις οντότητες ή τους φορείς των στοιχείων α) ή β).
2. Σε οποιαδήποτε διαδικασία για την εκτέλεση απαίτησης, το βάρος της απόδειξης ότι η ικανοποίηση της απαίτησης δεν απαγορεύεται από την παράγραφο 1 φέρει το πρόσωπο που επιδιώκει την ικανοποίηση της εν λόγω απαίτησης».
7.
Ο κανονισμός 204/2011 αντικαταστάθηκε, από τις 20 Ιανουαρίου 2016, από τον κανονισμό 2016/44. Η διατύπωση του άρθρου 12 του κανονισμού 204/2011 περιελήφθη, χωρίς τροποποιήσεις, στο άρθρο 17 του κανονισμού 2016/44.
II. Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
8.
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, όπως προκύπτουν από την απόφαση περί παραπομπής και από τη δικογραφία, μπορούν να συνοψισθούν ως εξής.
9.
Στις 7 Ιουλίου 2009, το Libyan Housing and Infrastructure Board (Λιβυκό Συμβούλιο Στεγάσεως και Υποδομών) (στο εξής: HIB), λιβυκή οντότητα, ως κύριος του έργου, και η UF (παρεμβαίνουσα υπέρ της ενάγουσας στην κύρια δίκη), εταιρία ουγγρικού δικαίου, ως ανάδοχος, συνήψαν σύμβαση με αντικείμενο την κατασκευή δημόσιων υποδομών στη Zawya, περιοχή της Λιβύης.
10.
Σε σχέση με την εν λόγω σύμβαση, το HIB ζήτησε τη σύσταση, εκ μέρους της UF, δύο τραπεζικών εγγυήσεων, μίας εγγυήσεως επιστροφής της προκαταβολής που εισέπραξε η UF από το HIB (στο εξής: εγγύηση επιστροφής της προκαταβολής) και μίας εγγυήσεως καλής εκτελέσεως (στο εξής: εγγύηση καλής εκτελέσεως). Το HIB ζήτησε να εκδοθούν οι εν λόγω εγγυήσεις υπέρ αυτού από τη λιβυκή τράπεζα Sahara Bank. Η τράπεζα αυτή ζήτησε αντεγγύηση και την έκδοση εγγυητικής επιστολής εκ μέρους της TG (εναγομένης στην υπόθεση της κύριας δίκης), η οποία ζήτησε, με τη σειρά της την αντεγγύηση της SH (ενάγουσας στην υπόθεση της κύριας δίκης).
11.
Στις 16 Οκτωβρίου 2009, η SH και η UF συνήψαν σύμβαση με την οποία η SH ανέλαβε να εκδώσει αντεγγύηση υπέρ της TG (στο εξής: αντεγγύηση της SH περί επιστροφής της προκαταβολής), με σκοπό να εγγυηθεί την αντεγγύηση την οποία όφειλε να εκδώσει η TG υπέρ της Sahara Bank (στο εξής: αντεγγύηση της TG περί επιστροφής της προκαταβολής) έναντι της εγγυήσεως επιστροφής της προκαταβολής που παρέσχε η λιβυκή τράπεζα στο HIB. Σε εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως εκδόθηκε, στις 20 Νοεμβρίου 2009, υπέρ της TG, η αντεγγύηση της SH περί επιστροφής της προκαταβολής ύψους 69499610 δηναρίων Λιβύης (LYD), με λήξη στις 14 Σεπτεμβρίου 2013. Εν συνεχεία, εκδόθηκε, στις 24 Νοεμβρίου 2009, υπέρ της Sahara Bank, η αντεγγύηση της TG περί επιστροφής της προκαταβολής, με λήξη στις 30 Αυγούστου 2013.
12.
Επίσης στις 16 Οκτωβρίου 2009, η SH και η UF συνήψαν σύμβαση με την οποία η SH ανέλαβε να εκδώσει αντεγγύηση υπέρ της TG (στο εξής: αντεγγύηση της SH περί καλής εκτελέσεως), με σκοπό να εγγυηθεί την ανέκκλητη εγγυητική επιστολή stand-by την οποία όφειλε να εκδώσει η TG υπέρ της Sahara Bank (στο εξής: αντεγγύηση της TG περί καλής εκτελέσεως της προκαταβολής) έναντι της εγγυήσεως επιστροφής της προκαταβολής που παρέσχε η λιβυκή τράπεζα στο HIB. Σε εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως εκδόθηκε, στις 16 Δεκεμβρίου 2009, υπέρ της TG, η αντεγγύηση της SH περί καλής εκτελέσεως ύψους 6567000 ευρώ, με λήξη στις 15 Ιουλίου 2014. Εν συνεχεία, εκδόθηκε, στις 17 Δεκεμβρίου 2009, υπέρ της Sahara Bank, η αντεγγύηση της TG περί καλής εκτελέσεως, με λήξη στις 30 Ιουνίου 2014.
13.
Βάσει των συμβάσεων που συνήφθησαν μεταξύ της SH και της TG σε σχέση με την έκδοση της αντεγγυήσεως της TG περί επιστροφής της προκαταβολής και της αντεγγυήσεως της TG περί καλής εκτελέσεως, η SH ανέλαβε να επιστρέψει στην TG τα ποσά που η TG κατέβαλε στη Sahara Bank καθώς και να καταβάλλει στην TG, σε τριμηνιαία βάση, ετήσια προμήθεια ύψους 1,30 %.
14.
Η SH εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις πληρωμής που υπείχε έναντι της TG έως τον Μάρτιο του 2011.
15.
Στις 2 Μαρτίου 2011 εκδόθηκε ο κανονισμός 204/2011. Το HIB και η Sahara Bank περιλαμβάνονταν στον κατάλογο του παραρτήματος III του εν λόγω κανονισμού, στον οποίο και εξακολούθησαν να περιλαμβάνονται οι δύο αυτές οντότητες έως τις 29 Ιανουαρίου 2014 ( 12 ) και έως τις 2 Σεπτεμβρίου 2011 ( 13 ), αντίστοιχα.
16.
Στις 20 Δεκεμβρίου 2012, η SH και η TG υπέγραψαν μνημόνιο συνεννοήσεως με σκοπό τη ρύθμιση των σχέσεών τους ώστε να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες της εκδόσεως του κανονισμού 204/2011. Αυθημερόν συνήψαν τριμερή σύμβαση μεσεγγυήσεως με θεματοφύλακα (στο εξής: σύμβαση μεσεγγυήσεως). Βάσει του άρθρου V της εν λόγω συμβάσεως, τα υπό μεσεγγύηση ποσά ( 14 ) επρόκειτο να καταβληθούν στην TG σε περίπτωση διαγραφής του HIB από τον κατάλογο πριν από την ημερομηνία λήξεως των αντεγγυήσεων επιστροφής της προκαταβολής και καλής εκτελέσεως της SH και της εγγυητικής επιστολής (στις 14 Σεπτεμβρίου 2013 και στις 15 Ιουλίου 2014, αντίστοιχα). Σε διαφορετική περίπτωση, τα επίμαχα ποσά θα επιστρέφονταν στην SH. Επομένως, η SH συνέχισε να καταβάλλει τακτικά στον λογαριασμό μεσεγγυήσεως τα οφειλόμενα ποσά σε σχέση με τις αντεγγυήσεις της TG περί επιστροφής της προκαταβολής και καλής εκτελέσεως.
17.
Κατόπιν αιτήματος του HIB, η Sahara Bank ζήτησε επανειλημμένως την κατάπτωση της αντεγγυήσεως της TG περί επιστροφής της προκαταβολής. Η TG αρνήθηκε προβάλλοντας ως αιτιολογία τον παράνομο χαρακτήρα του αιτήματος. Με τελεσίδικη διάταξη, εκδοθείσα στις 22 Απριλίου 2013, το Fővárosi Ítélőtábla (εφετείο Βουδαπέστης – Περιφέρειας Πρωτευούσης, Ουγγαρία) απαγόρευσε στην TG να πραγματοποιήσει την πληρωμή στη Sahara Bank, ενόσω το ΗΙΒ εξακολουθούσε να περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 204/2011.
18.
Στις 10 Ιανουαρίου 2013, η TG ζήτησε την κατάπτωση της αντεγγυήσεως της SH περί επιστροφής της προκαταβολής. Η SH δεν δέχθηκε το αίτημα, καθόσον τα περιοριστικά μέτρα ήταν ακόμη σε ισχύ.
19.
Στις 14 Σεπτεμβρίου 2013 έληξε η αντεγγύηση της SH περί επιστροφής της προκαταβολής. Στις 17 Ιουλίου 2014 έληξε επίσης η αντεγγύηση της SH περί καλής εκτελέσεως, χωρίς να υποβληθεί κανένα αίτημα καταπτώσεως. Συνεπεία τούτων, η SH ζήτησε από την TG να συμφωνήσει να αποδεσμεύσει τα υπό μεσεγγύηση ποσά, προβαίνοντας στην αναγκαία δήλωση βουλήσεως προς τον θεματοφύλακα. Εντούτοις, η TG αρνήθηκε να προβεί στη δήλωση αυτή.
20.
Ως εκ τούτου, η SH άσκησε αγωγή με αίτημα να υποχρεωθεί η TG να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της εκ της συμβάσεως μεσεγγυήσεως. Με την ανταγωγή της ( 15 ), η TG ζήτησε να καταδικαστεί η SH στην πληρωμή των σχετικών με την έκδοση των επίμαχων αντεγγυήσεων εξόδων, περιλαμβανομένης της επιστροφής των ήδη καταβληθέντων στη Sahara Bank ποσών ( 16 ).
21.
Το πρωτοδικείο δέχθηκε την αγωγή της SH και επέτρεψε την αποδέσμευση των υπέρ αυτής τελούντων υπό μεσεγγύηση ποσών. Ως προς τούτο, η εκδοθείσα απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Όσον αφορά την ανταγωγή, το πρωτοδικείο την απέρριψε κατά το μέρος που αφορούσε τα ποσά που κατέβαλε η TG στη Sahara Bank και τη δέχθηκε κατά το μέρος που αφορούσε τις οφειλόμενες από την SH στην TG προμήθειες εγγυήσεως. Κατά το πρωτοδικείο, οι εν λόγω προμήθειες συνιστούν το αντίτιμο για την εκ μέρους του ουγγρικού δικαίου νομικού προσώπου παροχή και δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο εφαρμογής του κανονισμού 204/2011. Επομένως, η SH υποχρεώθηκε να καταβάλει στην TG ποσό 1352713,04 ευρώ, περιλαμβανομένων τόκων υπερημερίας. Η SH, η UF και η TG άσκησαν έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως.
22.
Στην κατ’ έφεση δίκη, η πρωτόδικη απόφαση μεταρρυθμίστηκε εν μέρει και η ανταγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της. Το εφετείο έκρινε, αφενός, ότι οι απαιτήσεις που προβλήθηκαν με αυτήν ήταν αβάσιμες, λαμβανομένης υπόψη της συμβάσεως μεσεγγυήσεως με την οποία τροποποιήθηκαν οι συμφωνίες που είχαν αρχικώς συναφθεί μεταξύ της SH και της TG, και, αφετέρου, εκτίμησε ότι, δυνάμει των περιοριστικών μέτρων που ίσχυαν έναντι του HIB, η TG δεν μπορούσε να παράσχει καμία εγγύηση και, επομένως, δεν δικαιούνταν την κάλυψη των σχετικών εξόδων. Η TG κατέθεσε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του εφετείου ενώπιον του Kúria (Ανωτάτου Δικαστηρίου), αιτούντος δικαστηρίου.
23.
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, προκειμένου να εξακριβωθεί αν –στις διαδοχικές συμβάσεις που συνήφθησαν με σκοπό τη σύσταση των τραπεζικών εγγυήσεων υπέρ του HIB– η TG δικαιούνταν την πληρωμή των εξόδων των αντεγγυήσεων που εκδόθηκαν κατ’ εντολή της SH, απαιτείται η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και, ιδίως, των άρθρων 5 και 12 του κανονισμού 204/2011, ενδεχομένως δε του άρθρου του 9, καθώς και των άρθρων 5, 9 και 17 του κανονισμού 2016/44.
24.
Στην απόφαση περί παραπομπής επισημαίνεται ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης προσέφυγαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Υπηρεσία Μέσων Εξωτερικής Πολιτικής, στο εξής: FPI) ζητώντας νομική εκτίμηση της καταστάσεως. Στις 18 Νοεμβρίου 2013, η FPI εξέδωσε νομική γνωμοδότηση, κατά την οποία η προσήκουσα διαδικασία είναι να μη διατεθούν άμεσα ή έμμεσα κεφάλαια στο HIB ούτε να χρησιμοποιηθούν κεφάλαια προς όφελος αυτού, δεδομένου ότι η εν λόγω οντότητα περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 204/2011. Στις 10 Μαρτίου 2014, η FPI εξέδωσε δεύτερη γνωμοδότηση, κατόπιν αιτήματος της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Γαλλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία διέκρινε το «αίτημα καταπτώσεως της εγγυήσεως» από την «πληρωμή σε εκτέλεση αυτής». Κατά την FPI, όταν δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 12 του κανονισμού 204/2011, το «αίτημα καταπτώσεως της εγγυήσεως» υπέρ φορέα εγγεγραμμένου στον κατάλογο μπορεί να γίνει δεκτό, αλλά η «πληρωμή σε εκτέλεση αυτής» δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εάν ο εν λόγω φορέας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των προβλεπόμενων στο άρθρο 5 του κανονισμού 204/2011 μέτρων, εκτός αν η εν λόγω πληρωμή μπορεί να πραγματοποιηθεί κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού.
25.
Στο πλαίσιο αυτό, με διάταξη της 23ης Μαρτίου 2017, το Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο) ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 204/2011 ή, ενδεχομένως, του κανονισμού 2016/44 οι ακόλουθες υποχρεώσεις καταβολής των εξόδων εγγυήσεως, οι οποίες απορρέουν από συμβάσεις αντεγγυήσεως συναφθείσες, στο πλαίσιο διαδοχικών συμβάσεων, για τη σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως προς όφελος του [HIB]:
1.1.
όταν, δυνάμει συμβάσεως αντεγγυήσεως, τράπεζα εγκαταστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποχρεούται να καταβάλει τα έξοδα σε λιβυκή τράπεζα, η οποία περιλαμβάνεται στον κατάλογο των υποκείμενων σε απαγορεύσεις προσώπων και φορέων του παραρτήματος III του κανονισμού 204/2011;
1.2.
όταν, δυνάμει συμβάσεως αντεγγυήσεως, τράπεζα εγκαταστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποχρεούται να καταβάλει τα έξοδα σε λιβυκή τράπεζα, η οποία δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των υποκείμενων σε απαγορεύσεις προσώπων και φορέων του παραρτήματος III του κανονισμού 204/2011, αλλά η τραπεζική εγγύηση έχει συσταθεί προς όφελος του HIB, το οποίο περιλαμβάνεται στον εν λόγω κατάλογο;
1.3.
όταν, κατά το χρονικό διάστημα μετά την τροποποίηση του κανονισμού 204/2011 με τον κανονισμό 45/2014, ο κανονισμός 204/2011 απαγορεύει τις άμεσες ή έμμεσες πληρωμές σε οποιαδήποτε λιβυκή οντότητα;
1.4.
όταν η υποχρέωση καταβολής των εξόδων εγγυήσεως απορρέει από σύμβαση αντεγγυήσεως συναφθείσα, στο πλαίσιο της σχέσεως μεταξύ δύο τραπεζών εγκαταστημένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο διαδοχικών συμβάσεων, για τη σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως προς όφελος του HIB;
1.5.
όταν η εκκαθάριση των εξόδων εγγυήσεως λαμβάνει χώρα μετά τη λήξη του χρόνου ισχύος της εγγυήσεως, στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας, μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 2016/44;
2.
Στην περίπτωση που η προμνησθείσα στα σημεία 1.1 και 1.2 υποχρέωση καταβολής των εξόδων εγγυήσεως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστούν κεφάλαια που χρησιμοποιούνται άμεσα ή έμμεσα προς όφελος των νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που απαριθμούνται στο παράρτημα III του κανονισμού 204/2011 τα έξοδα εγγυήσεως που καταβάλλονται σε λιβυκή τράπεζα –η οποία περιλήφθηκε επίσης για κάποιο χρονικό διάστημα στον κατάλογο των υποκείμενων σε απαγορεύσεις προσώπων και φορέων του παραρτήματος III– για τη σύσταση εγγυήσεως επιστροφής της προκαταβολής και εγγυήσεως καλής εκτελέσεως προς όφελος του HIB;
3.
Έχει το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 204/2011, κατά το χρονικό διάστημα μετά την τροποποίηση του εν λόγω κανονισμού με τον κανονισμό 45/2014 (σημείο 1.3), την έννοια ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστούν άμεσα ή έμμεσα απαιτήσεις βάσει εγγυήσεως τα έξοδα και οι δαπάνες που αξιώνει λιβυκή τράπεζα και που καταβάλλονται, δυνάμει συμβάσεως αντεγγυήσεως, από τράπεζα εγκαταστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση;
4.
Πρέπει να θεωρηθεί πρόσωπο ή οντότητα κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 204/2011, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 45/2014 –πρόσωπο ή οντότητα που ενεργεί μέσω ή εξ ονόματος ή προς όφελος ενός εκ των προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που μνημονεύονται στα στοιχεία αʹ και βʹ του εν λόγω άρθρου 12, παράγραφος 1– τράπεζα εγκαταστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία, δυνάμει συμβάσεως αντεγγυήσεως συναφθείσας, στο πλαίσιο διαδοχικών συμβάσεων, για τη σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως προς όφελος του HIB, υποχρεούται να καταβάλει τα έξοδα εγγυήσεως σε λιβυκή οντότητα (σημείο 1.4); Πρέπει να θεωρηθεί ότι τα έξοδα εγγυήσεως που αξιώνει η εν λόγω τράπεζα από άλλη τράπεζα εγκαταστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστούν άμεσα ή έμμεσα απαιτήσεις βάσει εγγυήσεως;
5.
Αφορά η κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 204/2011 εξαίρεση οποιαδήποτε πληρωμή;
6.
Στο μέτρο που η εκκαθάριση των εξόδων εγγυήσεως πραγματοποιείται μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 2016/44 του Συμβουλίου, ο οποίος κατάργησε τον κανονισμό 204/2011 αλλά περιέχει, κατ’ ουσίαν, πανομοιότυπες διατάξεις (σημείο 1.5), εφαρμόζεται ο κανονισμός 2016/44 για την επίλυση της ανακύψασας διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και έχει το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ως άνω κανονισμού την έννοια ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστούν άμεσα ή έμμεσα απαιτήσεις βάσει εγγυήσεως τα έξοδα και οι δαπάνες που αξιώνει λιβυκή τράπεζα και που καταβάλλονται, δυνάμει συμβάσεως αντεγγυήσεως, από τράπεζα εγκαταστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Πρέπει να θεωρηθεί ως πρόσωπο ή οντότητα κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού –πρόσωπο ή οντότητα που ενεργεί μέσω ή εξ ονόματος ή προς όφελος ενός εκ των προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που μνημονεύονται στα στοιχεία αʹ και βʹ του ως άνω άρθρου 17, παράγραφος 1– τράπεζα εγκαταστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία, δυνάμει συμβάσεως αντεγγυήσεως συναφθείσας, στο πλαίσιο διαδοχικών συμβάσεων, για τη σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως προς όφελος του HIB, υποχρεούται να καταβάλει τα έξοδα εγγυήσεως σε λιβυκή οντότητα; Πρέπει να θεωρηθεί ότι τα έξοδα εγγυήσεως που αξιώνει η εν λόγω τράπεζα από άλλη τράπεζα εγκαταστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστούν άμεσα ή έμμεσα απαιτήσεις βάσει εγγυήσεως;»
26.
Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η UF, η SH, η TG, η Ιταλική, η Γερμανική και η Ουγγρική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή, οι οποίες, εξαιρουμένης της Ιταλικής Κυβερνήσεως, παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 23 Απριλίου 2018 και ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους.
III. Ανάλυση
Α. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
27.
Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο) δεν έχει εύλογες αμφιβολίες περί του ότι η κατάπτωση των αντεγγυήσεων υπέρ του HIB –η οποία δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ και η οποία δεν είναι πλέον εφικτή, καθόσον οι αντεγγυήσεις έχουν πλέον λήξει– απαγορευόταν βάσει του κανονισμού 204/2011, τουλάχιστον στο διάστημα κατά το οποίο το HIB περιλαμβανόταν στον κατάλογο. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν καλείται να εξετάσει το ζήτημα αυτό.
28.
Αντιθέτως, το Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο) ζητεί να διευκρινιστεί ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπιστούν, για τον σκοπό της εφαρμογής των μέτρων εμπορικού αποκλεισμού που έλαβε η Ένωση κατά της Λιβύης:
–
οι πληρωμές που οφείλει τράπεζα εγκαταστημένη εντός της Ένωσης σε λιβυκή τράπεζα καταχωρισθείσα στον κατάλογο του παραρτήματος III του κανονισμού 204/2011, για την κάλυψη, εκ των υστέρων, των εξόδων συστάσεως εγγυήσεως υπέρ οντότητας επίσης καταχωρισθείσας στον εν λόγω κατάλογο·
–
οι πληρωμές που οφείλει τράπεζα εγκαταστημένη στην Ένωση σε λιβυκή τράπεζα μη καταχωρισθείσα στους καταλόγους των παραρτημάτων ΙΙ και III του κανονισμού 204/2011, για την κάλυψη, εκ των υστέρων, των εξόδων συστάσεως εγγυήσεως υπέρ οντότητας καταχωρισθείσας στους εν λόγω καταλόγους·
–
οι πληρωμές που οφείλει τράπεζα εγκαταστημένη στην Ένωση σε άλλη τράπεζα εγκαταστημένη στην Ένωση για την κάλυψη, εκ των υστέρων, των εξόδων συστάσεως αντεγγυήσεως υπέρ λιβυκής τράπεζας μη καταχωρισθείσας στους καταλόγους των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ του κανονισμού 204/2011 για την έκδοση εγγυήσεως υπέρ οντότητας η οποία καταχωρίσθηκε στους εν λόγω καταλόγους μετά την εν λόγω έκδοση.
29.
Απόκειται στο Δικαστήριο να καθορίσει, για καθεμία από τις κατηγορίες αυτές πληρωμών, αν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των απαγορεύσεων που προβλέπονται στον κανονισμό 204/2011 ή στον κανονισμό 2016/44.
30.
Αντιθέτως, θα απόκειται στο εθνικό δικαστήριο [το Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο) ή το δικαστήριο της ουσίας] να καθορίσει αν, βάσει των συμβάσεων αντεγγυήσεως που συνήψαν η SH και η TG, της συμβάσεως μεσεγγυήσεως και του εφαρμοστέου στις εν λόγω συμβάσεις δικαίου, η TG δικαιούνταν να λάβει από την SH την πληρωμή των εξόδων των αντεγγυήσεων που εκδόθηκαν κατ’ εντολήν της SH (ή κάποιας μορφής αποκατάσταση της ζημίας ή αποζημίωση λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού) για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το HIB περιλαμβανόταν στον κατάλογο του παραρτήματος III του κανονισμού 204/2011, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι διεγράφη από τον εν λόγω κατάλογο, όσον αφορά την αντεγγύηση της TG περί επιστροφής της προκαταβολής, μόνο μετά τη λήξη της ισχύος των ως άνω αντεγγυήσεων και ανεξαρτήτως της λήψεως των περιοριστικών μέτρων που μετέβαλαν την έκθεση της TG στον κίνδυνο καταπτώσεως της αντεγγυήσεως.
Β. Πρώτο προδικαστικό ερώτημα, σημείο 1.1, και δεύτερο προδικαστικό ερώτημα: πληρωμές που οφείλει τράπεζα εγκαταστημένη στην Ένωση σε λιβυκή τράπεζα καταχωρισθείσα στον κατάλογο του παραρτήματος III του κανονισμού 204/2011, για την κάλυψη, εκ των υστέρων, των εξόδων συστάσεως εγγυήσεως υπέρ οντότητας επίσης καταχωρισθείσας στον εν λόγω κατάλογο
31.
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, σημείο 1.1, το οποίο πρέπει να εξετασθεί από κοινού με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, κατά το μέρος που παραπέμπει στο εν λόγω σημείο 1.1, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν, σε περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, τα έξοδα ( 17 ) τα οποία όφειλε να καταβάλει η TG στη Sahara Bank για τη σύσταση των εγγυήσεων επιστροφής της προκαταβολής και καλής εκτελέσεως υπέρ του HIB, στο διάστημα κατά το οποίο η Sahara Bank περιλαμβανόταν στον κατάλογο, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 204/2011 ή του κανονισμού 2016/44 και απαγορεύονταν βάσει των σχετικών διατάξεων των εν λόγω κανονισμών.
32.
Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι, όσον αφορά τις πληρωμές που έπρεπε να πραγματοποιηθούν ενόσω ίσχυε ο κανονισμός 204/2011 και, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν οι εν λόγω πληρωμές ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των μέτρων οικονομικού αποκλεισμού που έλαβε η Ένωση κατά της Λιβύης κατά τον χρόνο που αυτές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες, για τους σκοπούς της απαντήσεως που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου εφαρμοστέος είναι μόνον ο κανονισμός 204/2011.
33.
Τούτου λεχθέντος, οι επίμαχες πληρωμές ενδέχεται να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού όταν συντρέχει οποιαδήποτε εκ των προβλεπόμενων στο άρθρο 5, παράγραφος 2, αυτού περιπτώσεων, ήτοι όταν συνιστούν άμεση ή έμμεση «διάθεση» κεφαλαίων ή οικονομικών πόρων σε νομικά πρόσωπα, οντότητες ή οργανισμούς που απαριθμούνται στα παραρτήματα II και III του εν λόγω κανονισμού ή χρήση προς όφελος των εν λόγω προσώπων.
34.
Πάντως, δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι πληρωμές χρηματικών ποσών τις οποίες οφείλει να πραγματοποιήσει τράπεζα εγκαταστημένη στην Ένωση προς οντότητα καταχωρισθείσα στα εν λόγω παραρτήματα, προς κάλυψη των εξόδων συστάσεως εγγυήσεως, συνιστούν, όταν εκτελούνται, «άμεση διάθεση κεφαλαίων» κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 204/2011 και εμπίπτουν, επομένως, στο πεδίο εφαρμογής του. Η περίσταση ότι οι εν λόγω πληρωμές εντάσσονται στο πλαίσιο συναλλαγής συνεπαγόμενης οικονομική ισορροπία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και συνιστούν πράξεις εκτελέσεως συμβάσεως συναφθείσας πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 204/2011 δεν παρέχει αφ’ εαυτής τη δυνατότητα, όπως έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο, εξαιρέσεως αυτών από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού και των απαγορεύσεων που αυτός θεσπίζει ( 18 ).
35.
Μπορεί απλώς να τεθεί το ερώτημα αν οι εν λόγω πληρωμές μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μέσω καταβολής σε δεσμευμένο λογαριασμό της Sahara Bank, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 204/2011, βάσει του οποίου το άρθρο 5, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού δεν έχει εφαρμογή επί πληρωμών οφειλομένων στο πλαίσιο συμβάσεων που συνήφθησαν πριν από την ημερομηνία καταχωρίσεως του δικαιούχου στους καταλόγους των παραρτημάτων II και III του ως άνω κανονισμού, εφόσον είναι και αυτές δεσμευμένες. Σχετικά με τη σημασία του ζητήματος αυτού για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, παραπέμπω στην απάντηση που προτείνω να δοθεί στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο αφορά την ερμηνεία του άρθρου 9 του κανονισμού 204/2011.
Γ. Πρώτο προδικαστικό ερώτημα, σημείο 1.2, και δεύτερο προδικαστικό ερώτημα: πληρωμές που οφείλει τράπεζα εγκαταστημένη στην Ένωση σε λιβυκή τράπεζα μη καταχωρισθείσα στους καταλόγους των παραρτημάτων ΙΙ και III του κανονισμού 204/2011, για την κάλυψη, εκ των υστέρων, των εξόδων συστάσεως εγγυήσεως υπέρ οντότητας καταχωρισθείσας στους εν λόγω καταλόγους
36.
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, σημείο 1.2, το οποίο πρέπει να εξετασθεί από κοινού με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα κατά το μέρος που αυτό παραπέμπει στο εν λόγω σημείο 1.2, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν, σε περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, τα έξοδα τα οποία όφειλε να καταβάλει η TG στη Sahara Bank για τη σύσταση των εγγυήσεων επιστροφής της προκαταβολής και καλής εκτελέσεως υπέρ του HIB, στο διάστημα μετά τη διαγραφή της Sahara Bank από τον κατάλογο του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 204/2011 εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού ή του κανονισμού 2016/44 και απαγορεύονται. Για τους λόγους που εκτίθενται στο σημείο 32 των παρουσών προτάσεων, για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα αυτό επιρροή ασκεί μόνον ο κανονισμός 204/2011.
37.
Οι καταβολές χρηματικών ποσών τις οποίες οφείλει να πραγματοποιήσει τράπεζα εγκαταστημένη στην Ένωση προς νομικό πρόσωπο λιβυκού δικαίου το οποίο δεν περιλαμβάνεται στους καταλόγους των παραρτημάτων II και III του κανονισμού 204/2011, εν αντιθέσει προς την προβλεπόμενη στο σημείο 1.1 του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος περίπτωση, δεν συνιστούν, όταν εκτελούνται, «άμεση διάθεση κεφαλαίων» κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 204/2011.
38.
Όσον αφορά την «έμμεση διάθεση» ( 19 ) κεφαλαίων κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, αυτή μπορεί να συντρέχει όταν τα χρηματικά ποσά που αποτελούν αντικείμενο των εν λόγω πληρωμών καταβλήθηκαν σε φυσικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό εγγεγραμμένο στους εν λόγω καταλόγους, ήτοι στην περίπτωση που υφίσταται, μεταξύ των εν λόγω προσώπων και του νομικού προσώπου λιβυκού δικαίου αποδέκτη της πληρωμής, νομικός ή οικονομικός δεσμός (για παράδειγμα, δεσμός ιδιοκτησίας ή ελέγχου) ( 20 ) τέτοιος που να παρέχει τη δυνατότητα στο πρόσωπο αυτό να αποκτήσει εξουσία διαθέσεως των επίμαχων ποσών.
39.
Εντούτοις, τείνω να αποκλείσω το ενδεχόμενο οι περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης να εμπίπτουν σε κάποια από τις περιπτώσεις αυτές. Συγκεκριμένα, αφενός, τα ποσά που αποτελούν αντικείμενο των επίμαχων στην υπόθεση της κύριας δίκης πληρωμών, καθόσον προορίζονται να καλύψουν τα έξοδα που πραγματοποιεί τράπεζα για τη σύσταση εγγυήσεως και αποτελούν το αντίτιμο για τις παρασχεθείσες από την εν λόγω τράπεζα υπηρεσίες, προορίζονται, καταρχήν, να παραμείνουν στα ταμεία αυτής. Επιπλέον, καίτοι απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποκλείσει οριστικώς το ενδεχόμενο αυτό, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει ότι τα ποσά που κατέβαλε η TG στη Sahara Bank προς κάλυψη των εξόδων συστάσεως των εγγυήσεων επιστροφής της προκαταβολής και καλής εκτελέσεως υπέρ του HIB κατέστησαν διαθέσιμα στο HIB με οποιονδήποτε τρόπο.
40.
Αφετέρου, δεν προκύπτει από την προδικαστική παραπομπή ότι υφίσταται, μεταξύ της Sahara Bank και του HIB, δεσμός όπως ο εκτιθέμενος στο σημείο 38 των παρουσών προτάσεων. Εντούτοις, και στην περίπτωση αυτή, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει αν συμβαίνει όντως κάτι τέτοιο.
41.
Αποκλειομένης της άμεσης ή έμμεσης διαθέσεως κεφαλαίων, πρέπει να εξεταστεί αν οι επίμαχες πληρωμές συνιστούν χρήση κεφαλαίων προς όφελος προσώπου που περιλαμβάνεται στους καταλόγους των παραρτημάτων II και III του κανονισμού 204/2011 κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, στο μέτρο που προορίζονται να καλύψουν, εκ των υστέρων, τα έξοδα συστάσεως εγγυήσεως υπέρ οντότητας η οποία, ενόσω ισχύει η σύμβαση εγγυήσεως, περιλαμβάνεται στους εν λόγω καταλόγους.
42.
Κατά την άποψή μου, αυτό θα συμβεί στην περίπτωση που θα προκύψει –βάσει των συναφθεισών, προ της ενάρξεως ισχύος των μέτρων εμπορικού αποκλεισμού, συμβάσεων μεταξύ της εγκαταστημένης στην Ένωση τράπεζας ως εντολέως και της λιβυκής τράπεζας που εξέδωσε την εγγύηση, καθώς και βάσει ενδεχόμενων τροποποιήσεων των εν λόγω συμφωνιών οι οποίες επήλθαν μετά τη θέση σε ισχύ των μέτρων οικονομικού αποκλεισμού– ότι οι εν λόγω πληρωμές επηρεάζουν, άμεσα ή έμμεσα, τη δυνατότητα του δικαιούχου να εξασφαλίσει την κατάπτωση της εγγυήσεως από τη λιβυκή τράπεζα ( 21 ), ήτοι συνιστούν ανάληψη, από την εγκαταστημένη στην Ένωση τράπεζα, εξόδων τα οποία βαρύνουν, βάσει της συμβάσεως, τον δικαιούχο ( 22 ).
43.
Επομένως, για παράδειγμα, στην περίπτωση που το δικαίωμα υποβολής αιτήματος καταπτώσεως της εγγυήσεως εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την καταβολή των συμφωνηθέντων, ως ανταλλάγματος, ποσών για την έκδοσή τους, ήτοι στην περίπτωση που οι δύο τράπεζες συμφώνησαν, ενόσω ισχύουν τα μέτρα εμπορικού αποκλεισμού, την παράταση της εγγυήσεως, οι πληρωμές τις οποίες οφείλει να πραγματοποιήσει η εγκαταστημένη εντός της Ένωσης τράπεζα στη λιβυκή τράπεζα προς κάλυψη των εξόδων που σχετίζονται με την έκδοση της εγγυήσεως ή την παράτασή της θα εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 204/2011. Συγκεκριμένα, τα ποσά που αποτελούν αντικείμενο τέτοιων πληρωμών θα προορίζονται να διασφαλίζουν το δικαίωμα καταχωρισθέντος στους καταλόγους των παραρτημάτων II και III του εν λόγω κανονισμού προσώπου να ζητήσει την κατάπτωση της εγγυήσεως, ήτοι θα διατηρούν, υπέρ του εν λόγω προσώπου, το κύρος της εγγυήσεως πέραν της αρχικώς συμφωνηθείσας διάρκειας και, επομένως, τα ποσά αυτά θα χρησιμοποιηθούν προς όφελός του ( 23 ).
44.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, όταν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες στα σημεία 38 και 42 των παρουσών προτάσεων περιπτώσεις, οι πληρωμές τις οποίες οφείλει να πραγματοποιήσει τράπεζα εγκαταστημένη στην Ένωση προς λιβυκή τράπεζα η οποία δεν περιλαμβάνεται στους καταλόγους των παραρτημάτων II και III του κανονισμού 204/2011 προς κάλυψη, εκ των υστέρων, των εξόδων εκδόσεως εγγυήσεως υπέρ προσώπου το οποίο, ενόσω ίσχυε η σύμβαση εγγυήσεως, περιλαμβανόταν στους εν λόγω καταλόγους, δεν εμπίπτουν σε καμία από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 204/2011 περιπτώσεις και, εφόσον δεν εντάσσονται στο πλαίσιο δραστηριοτήτων που αποσκοπούν στην καταστρατήγηση των προβλεπόμενων στην εν λόγω διάταξη απαγορεύσεων, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 3 ( 24 ), δεν απαγορεύονται κατ’ εφαρμογήν αυτού.
45.
Ειδικότερα, φρονώ ότι το γεγονός και μόνο ότι οι διαδοχικές και αλληλένδετες συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ των διάφορων εμπλεκόμενων προσώπων πριν από τη θέση σε ισχύ του οικονομικού αποκλεισμού, καθώς και η συναλλαγή στο σύνολό της, είχαν ως τελικό σκοπό να παράσχουν τη δυνατότητα σε πρόσωπο καταχωρισθέν στον κατάλογο του παραρτήματος III του κανονισμού 204/2011 να αποκτήσει πρόσβαση σε τραπεζική εγγύηση δεν αρκεί αφ’ εαυτού για να θεωρηθεί απαγορευμένη, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, κάθε πληρωμή που πραγματοποιείται στο πλαίσιο τέτοιας συναλλαγής.
46.
Εν πάση περιπτώσει, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διενεργήσει, βάσει των συμφωνιών που συνήφθησαν μεταξύ της TG και της Sahara Bank και λαμβανομένου υπόψη του είδους των εγγυήσεων που η Sahara Bank παρέσχε στο HIB, τους αναγκαίους ελέγχους για να αποκλειστεί οριστικά η εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού 204/2011 στις επίμαχες πληρωμές.
Δ. Πρώτο προδικαστικό ερώτημα, σημείο 1.4: πληρωμές που οφείλει τράπεζα εγκαταστημένη εντός της Ένωσης σε άλλη τράπεζα εγκαταστημένη στην Ένωση για την κάλυψη, εκ των υστέρων, των εξόδων συστάσεως αντεγγυήσεως υπέρ λιβυκής τράπεζας μη καταχωρισθείσας στους καταλόγους των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ του κανονισμού 204/2011 για την έκδοση εγγυήσεως υπέρ οντότητας η οποία καταχωρίσθηκε στους εν λόγω καταλόγους μετά την εν λόγω έκδοση
47.
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, σημείο 1.4, το Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο) ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν, σε περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι πληρωμές που έχουν ως αντικείμενο τα έξοδα ( 25 ) τα οποία η SH ανέλαβε να καταβάλει στην TG για τη σύσταση των αντεγγυήσεων υπέρ της Sahara Bank –ώστε η Sahara Bank να μπορέσει να εκδώσει τις εγγυήσεις επιστροφής της προκαταβολής και καλής εκτελέσεως υπέρ του HIB– εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 204/2011 ή του κανονισμού 2016/44 και απαγορεύονται βάσει των σχετικών διατάξεων των εν λόγω κανονισμών. Και στην περίπτωση αυτή, μόνο ο κανονισμός 204/2011, ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο που οι ως άνω πληρωμές κατέστησαν συμβατικώς ληξιπρόθεσμες, λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της απαντήσεως που πρέπει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα.
48.
Λαμβανομένου υπόψη του λειτουργικού δεσμού ο οποίος, παρά τον αυτοτελή χαρακτήρα τους, υφίσταται μεταξύ των αντεγγυήσεων που παρέσχε η TG στη Sahara Bank, κατ’ εντολή της SH, και των εγγυήσεων που παρέσχε η Sahara Bank στο HIB, οι σκέψεις που εκτίθενται στα σημεία 38 έως 46 των παρουσών προτάσεων έχουν εφαρμογή, τηρουμένων των αναλογιών, και για τις επίμαχες στο μέρος αυτό της προδικαστικής παραπομπής πληρωμές, ανεξάρτητα από την περίσταση ότι οι εν λόγω πληρωμές πραγματοποιούνται μεταξύ τραπεζών οι οποίες είναι αμφότερες εγκαταστημένες στην Ένωση. Επομένως, εν προκειμένω, περιορίζομαι να παραπέμψω στις εν λόγω σκέψεις.
Ε. Πρώτο προδικαστικό ερώτημα, σημείο 1.3, τρίτο, τέταρτο και έκτο προδικαστικό ερώτημα: συνέπειες του άρθρου 12 του κανονισμού 204/2011 και του άρθρου 17 του κανονισμού 2016/44
49.
Ο κανονισμός 204/2011 περιείχε εξ αρχής ( 26 ), στο άρθρο 12, ρήτρα απαγορεύσεως των αξιώσεων («no claims clause») ή ρήτρα περί μη ικανοποιήσεως απαιτήσεων, της οποίας το πεδίο εφαρμογής τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 45/2014, προκειμένου να προσαρμοστεί στις κατευθυντήριες γραμμές του Συμβουλίου όσον αφορά τα περιοριστικά μέτρα ( 27 ) και η οποία περιέχεται πλέον στο άρθρο 17 του κανονισμού 2016/44.
50.
Σκοπός της ρήτρας αυτής, η οποία περιέχεται στις περισσότερες νομικές πράξεις της Ένωσης περί περιοριστικών μέτρων ( 28 ), είναι να αποτραπεί η δυνατότητα των προσώπων που πλήττονται από τα περιοριστικά μέτρα, της Λιβυκής Κυβερνήσεως ή των φορέων της και, εν γένει, λιβυκών προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών, να εξασφαλίσουν αποζημιώσεις για τις αρνητικές συνέπειες του οικονομικού αποκλεισμού, καθώς και να προστατευθούν οι οικονομικοί φορείς κατά των αξιώσεων που μπορούν να προβάλουν έναντι αυτών Λίβυοι αντισυμβαλλόμενοι βάσει συμβάσεων των οποίων την εκτέλεση επηρέασαν τα εν λόγω μέτρα ή σε σχέση με αυτά ( 29 ).
51.
Δεδομένου του διαφορετικού σκοπού της, η ρήτρα περί μη ικανοποιήσεως απαιτήσεων του άρθρου 12 του κανονισμού 204/2011 δεν καλύπτει τις προβλεπόμενες στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού απαγορεύσεις, αλλά έχει δικό της διακριτό πεδίο εφαρμογής. Επομένως, εξαιρουμένης της περιπτώσεως απαιτήσεων τις οποίες προβάλλουν πρόσωπα εγγεγραμμένα στους καταλόγους των παραρτημάτων II και III του κανονισμού 204/2011, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 12, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού, η ικανοποίηση των απαιτήσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου δεν συνιστά, καταρχήν, περίπτωση διαθέσεως ή χρήσεως κεφαλαίων ή οικονομικών πόρων η οποία απαγορεύεται από το προμνησθέν άρθρο 5, παράγραφος 2. Διαφορετική ερμηνεία θα στερούσε από το εν λόγω άρθρο κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα.
52.
Κατά τρόπο συνεπή προς τη λειτουργία της, η ρήτρα αυτή μπορεί επίσης να παράγει αποτελέσματα όχι μόνο ενόσω ισχύουν τα περιοριστικά μέτρα, αλλά και μετά την άρση αυτών. Εάν παραμείνει σε ισχύ, η αποτελεσματικότητα της ρήτρας αυτής διατηρείται και μετά την άρση των μέτρων οικονομικού αποκλεισμού ( 30 ), καθιστώντας απαράδεκτες τις αγωγές με αίτημα την αποζημίωση για τις προσωρινές ή μόνιμες αθετήσεις συμβάσεων, οι οποίες οφείλονται στην έναρξη ισχύος τέτοιων μέτρων.
53.
Επομένως, σκοπός της ρήτρας περί μη ικανοποιήσεως απαιτήσεων είναι να αποσαφηνίσει τις συνέπειες των μέτρων οικονομικού αποκλεισμού στις συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από τη λήψη των εν λόγω μέτρων, αναγνωρίζοντας, εντός των ορίων του πεδίου εφαρμογής της, υπέρ του οφειλέτη του οποίου η παροχή κατέστη εν όλω ή εν μέρει, προσωρινά ή οριστικά, αδύνατη, το αποτέλεσμα απαλλαγής το οποίο συνδέεται, στο αστικό δίκαιο, με τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας που εξαρτώνται από την επέλευση ενός «factum principis». Καίτοι ο προσωρινός χαρακτήρας του οικονομικού αποκλεισμού επιφέρει, καταρχήν, μόνο την αναστολή και όχι την κατάργηση των συμβάσεων που συνήφθησαν πριν από την έναρξη ισχύος του –με την επιφύλαξη ότι οι παροχές οι οποίες δεν έληξαν εν τω μεταξύ και των οποίων η εκπλήρωση δεν κατέστη οριστικά αδύνατη πρέπει να μπορούν να εκπληρωθούν μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων–, η ύπαρξη ρήτρας περί μη ικανοποιήσεως απαιτήσεων καθιστά απαράδεκτες, ακόμη και κατόπιν της λήξεως του ανασταλτικού αποτελέσματος του οικονομικού αποκλεισμού, τις αγωγές αποζημιώσεως που αφορούν συμβάσεις ή συναλλαγές την εκτέλεση των οποίων επηρέασαν τα εν λόγω μέτρα, καθιστώντας, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, εν τοις πράγμασι, ανίσχυρες τις σχέσεις που εξακολουθούν να υφίστανται ( 31 ).
54.
Οι εγγυήσεις και οι αντεγγυήσεις που συστήνονται σε σχέση με σύμβαση, για παράδειγμα σύμβαση έργου ή προμήθειας, την εκτέλεση της οποίας επηρέασαν τα περιοριστικά μέτρα που λήφθηκαν με τον κανονισμό 204/2011 προβλέπονται ρητώς στο άρθρο 12 του εν λόγω κανονισμού, και πλέον στο άρθρο 17 του κανονισμού 2016/44, ως πηγές «απαιτήσεων» των οποίων η ικανοποίηση δεν επιτρέπεται κατά την εν λόγω διάταξη. Επομένως, ανεξάρτητα από τον αυτοτελή χαρακτήρα τους σε σχέση με την οικεία βασική σύμβαση, το αίτημα καταπτώσεως των εν λόγω εγγυήσεων (ή αντεγγυήσεων) που υποβάλλεται εκ μέρους των προσώπων που απαριθμούνται στο άρθρο 12, στοιχεία αʹ έως γʹ, του κανονισμού 204/2011, και πλέον του άρθρου 17 του κανονισμού 2016/44, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ( 32 ), δυνάμει των εν λόγω άρθρων, εάν προκύπτει ότι τα μέτρα που λήφθηκαν από τον εν λόγω κανονισμό επηρέασαν την εκτέλεση της βασικής συμβάσεως.
55.
Ανεξάρτητα από τον δεσμό τους με τη βασική σύμβαση, οι εγγυήσεις και οι αντεγγυήσεις είναι επίσης, αφ’ εαυτών, συμβάσεις τις οποίες μπορούν να επηρεάσουν, κατά την έννοια του άρθρου 12 του κανονισμού 204/2011, τα περιοριστικά μέτρα που ελήφθησαν με τον κανονισμό αυτό.
56.
Συγκεκριμένα, η έναρξη ισχύος του οικονομικού αποκλεισμού αναστέλλει, κατά τη διάρκειά του, τη δυνατότητα των δικαιούχων που πλήττονται από τέτοια μέτρα (ή όσων, εν πάση περιπτώσει, περιλαμβάνονται στις κατηγορίες που απαριθμούνται στο άρθρο 12 του κανονισμού 204/2011) να ζητήσουν την κατάπτωση της εγγυήσεως ή της αντεγγυήσεως και, επομένως, εμποδίζει τον εγγυητή (ή τον αντεγγυητή) να εκπληρώσει την οφειλόμενη παροχή. Επιπλέον, η παράταση των εγγυήσεων και των αντεγγυήσεων απαγορεύεται ρητώς από το προμνησθέν άρθρο 12 και, εάν επιτραπεί, θα συνιστά, όπως προεκτέθηκε, παράβαση της προβλεπόμενης στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 204/2011 απαγορεύσεως. Επομένως, ευρισκόμενος σε αδυναμία εκπληρώσεως της παροχής για λόγους ανωτέρας βίας, ο εγγυητής (ή ο αντεγγυητής) απαλλάσσεται από την ευθύνη για την αθέτηση της δικής του υποχρεώσεως και τούτο καθ’ όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο παραμένουν σε ισχύ τα περιοριστικά μέτρα και η ρήτρα μη ικανοποιήσεως των αξιώσεων ( 33 ). Εάν η εγγύηση ή η αντεγγύηση λήξει πριν από τη λήξη του εμπορικού αποκλεισμού, ο εγγυητής ή ο αντεγγυητής απαλλάσσεται οριστικά από τις υποχρεώσεις του. Εντούτοις, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η λήψη μέτρων οικονομικού αποκλεισμού έχει μόνο ως αποτέλεσμα την αναστολή των συμβάσεων που τελούν υπό εκτέλεση, η διατήρηση σε ισχύ των αυτοτελών εγγυήσεων που συστάθηκαν για ορισμένη διάρκεια πέραν της λήξεως της αρχικώς προβλεφθείσας διάρκειας πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να αποκλειστεί ( 34 ).
57.
Καίτοι δεν προβλέπονται ρητώς από το άρθρο 12 του κανονισμού 204/2011, οι προμήθειες και τα λοιπά έξοδα που σχετίζονται με την έκδοση τραπεζικής εγγυήσεως ή αντεγγυήσεως μπορούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού στην περίπτωση που η εκτέλεση της σχετικής συμβάσεως εγγυήσεως ή αντεγγυήσεως εμποδίζεται από τα μέτρα που έχουν θεσπιστεί από τον εν λόγω κανονισμό και το αίτημα πληρωμής των εν λόγω προμηθειών και εξόδων, εκ μέρους προσώπων που εμπίπτουν στις κατηγορίες που απαριθμούνται στην εν λόγω διάταξη, μπορεί, επομένως, να συνιστά απαίτηση προβαλλόμενη «σε σχέση με σύμβαση ή άλλη συναλλαγή η εκπλήρωση της οποίας επηρεάστηκε» από τα εν λόγω μέτρα ( 35 ).
58.
Απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, συγκεκριμένα, αν και με ποιους όρους η προβλεπόμενη στους κανονισμούς 204/2011 και 2016/44 ρήτρα περί μη ικανοποιήσεως απαιτήσεων εφαρμόζεται στα αιτήματα που πρόβαλε η TG έναντι της SH. Κατά την άποψή μου, η εκτίμηση αυτή πρέπει να βασιστεί στα ακόλουθα κριτήρια.
59.
Πρώτον, προκειμένου να καθοριστεί η εκδοχή της ρήτρας η οποία εφαρμόζεται από χρονική άποψη στις επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης πληρωμές, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των ποσών που κατέβαλε η TG στη Sahara Bank, τα οποία η TG ζητεί να επιστραφούν στην SH, και των ποσών που οφείλει η SH στην TG, κατ’ ουσίαν, ως προμήθειες για την έκδοση των αντεγγυήσεων επιστροφής της προκαταβολής και καλής εκτελέσεως. Στο πλαίσιο της πρώτης κατηγορίας, πρέπει να γίνει περαιτέρω διάκριση μεταξύ των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν κατά το διάστημα από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 204/2011 έως τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 45/2014 (22 Ιανουαρίου 2014) και εκείνων που πραγματοποιήθηκαν από την ημερομηνία αυτή έως την ημερομηνία λήξεως των εγγυήσεων που παρέσχε η Sahara Bank. Στις πρώτες εφαρμόζεται η αρχική εκδοχή του άρθρου 12 του κανονισμού 204/2011, ενώ στις δεύτερες η τροποποιημένη από τον κανονισμό 45/2014 εκδοχή. Αντιθέτως, εκτιμώ ότι σε καμία από τις πληρωμές αυτές δεν τυγχάνει εφαρμογής ο κανονισμός 2016/44. Συγκεκριμένα, προκειμένου να καθοριστεί αν οι εν λόγω πληρωμές απαγορεύονταν ή δεν απαγορεύονται, κατ’ εφαρμογήν της ρήτρας απαγορεύσεως των αξιώσεων, κρίσιμο είναι το δίκαιο που ήταν εφαρμοστέο κατά τον χρόνο πραγματοποιήσεως των πληρωμών και όχι κατά τον χρόνο που ζητήθηκε δικαστικώς η επιστροφή των οικείων ποσών. Όσον αφορά, αντιθέτως, τις οφειλόμενες και μη καταβληθείσες από την SH στην TG προμήθειες, κρίσιμος είναι ο χρόνος στον οποίο ζητείται η εκκαθάρισή τους και, επομένως, εφαρμόζεται ο κανονισμός 2016/44, του οποίου το άρθρο 17 έχει, εξάλλου, την ίδια διατύπωση με το άρθρο 12 του κανονισμού 204/2011.
60.
Δεύτερον, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η Sahara Bank εμπίπτει στην κατηγορία των προσώπων που μνημονεύονται στο άρθρο 12, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 204/2011, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 45/2004, και ότι, επομένως, οι πληρωμές που πραγματοποίησε προς αυτήν η TG από τη θέση σε ισχύ της τροποποιήσεως αυτής μπορούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως που θεσπίζει το άρθρο αυτό, εάν πληρούνται οι λοιπές προβλεπόμενες σε αυτό προϋποθέσεις. Αντιθέτως, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της, δεν ισχύει το ίδιο όσον αφορά την προγενέστερη της τροποποιήσεως εκδοχή του εν λόγω άρθρου. Συναφώς, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διενεργήσει τους αναγκαίους ελέγχους με σκοπό να εξακριβώσει αν, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Sahara Bank, υπό την ιδιότητα του δανειστή της υποχρεώσεως πληρωμής των εξόδων που σχετίζονται με την έκδοση της εγγυήσεως υπέρ του HIB βάσει της συναφθείσας με την TG συμβάσεως, μπορεί να θεωρηθεί «πρόσωπο ή οντότητα που ενεργεί τις αξιώσεις αυτές μέσω της κυβέρνησης [της Λιβύης] ή εξ ονόματός της». Σε αντίθετη περίπτωση, οι πληρωμές που πραγματοποίησε η TG προς τη Sahara Bank στο διάστημα προ της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 45/2004 δεν μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθούν πραγματοποιηθείσες κατά παράβαση της απαγορεύσεως του άρθρου 12 του κανονισμού 204/2011. Τουναντίον, εκτιμώ ότι πρέπει να αποκλειστεί εξ αρχής το ενδεχόμενο να θεωρηθεί ότι, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, η TG εμπίπτει στον ορισμό του εν λόγω άρθρου στην αρχική του εκδοχή ή περιλαμβάνεται στην κατηγορία των προβλεπόμενων στην παράγραφο 1, στοιχείο γʹ, του εν λόγω άρθρου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 45/2014, ή του άρθρου 17 του κανονισμού 2016/44, προσώπων. Συγκεκριμένα, αφενός, όπως ορθώς επισήμανε η Γερμανική Κυβέρνηση, απλώς και μόνον το ότι τράπεζα εγκαταστημένη στην Ένωση συνδέεται με λιβυκή τράπεζα με σύμβαση εγγυήσεως δεν καθιστά εφικτό, αφ’ εαυτού, να θεωρηθεί ότι η εγκαταστημένη στην Ένωση τράπεζα ενεργεί εξ ονόματος της λιβυκής τράπεζας όταν ζητεί από τρίτη τράπεζα εγκαταστημένη στην Ένωση, με την οποία συνδέεται με σύμβαση αντεγγυήσεως, την επιστροφή των εξόδων της εγγυήσεως τα οποία κατέβαλε στη λιβυκή τράπεζα. Αφετέρου, μετά την απόρριψη, όπως προτείνεται στο σημείο 44 των παρουσών προτάσεων, του επιχειρήματος κατά το οποίο κάθε απαίτηση προβαλλόμενη στο πλαίσιο των διαδοχικών επίμαχων στην υπόθεση της κύριας δίκης συμβάσεων εγγυήσεως και αντεγγυήσεως πρέπει να θεωρείται ότι βαρύνεται με την περίσταση ότι συμβάλλει στον τελικό σκοπό της παροχής εγγυήσεως υπέρ προσώπου εγγεγραμμένου στους καταλόγους των παραρτημάτων II και III του κανονισμού 204/2011, το αίτημα της TG, περί πληρωμής των προμηθειών που σχετίζονται με τη σύμβαση αντεγγυήσεως που συνήψε με την SH, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί αίτημα οικονομικού φορέα της Ένωσης, προβαλλόμενο αποκλειστικά για το δικό του συμφέρον, με σκοπό να λάβει το αντίτιμο των υπηρεσιών που παρέσχε σε άλλον οικονομικό φορέα της Ένωσης.
61.
Τέλος, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να εξακριβώσει τον τρόπο με τον οποίο τα περιοριστικά μέτρα, τα οποία θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 204/2011, επηρέασαν τις επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης συμβάσεις εγγυήσεως και αντεγγυήσεως, προκειμένου να εκτιμήσει αν τα αιτήματα που προβάλλει η TG στην υπόθεση της κύριας δίκης, τα οποία ενδέχεται να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω ρήτρας βάσει των διευκρινίσεων που παρέχονται στο προηγούμενο σημείο, εμπίπτουν στην απαγόρευση που προβλέπεται σε αυτήν. Συναφώς, επισημαίνεται μόνο ότι ενδέχεται αναμφίβολα, στο πλαίσιο τέτοιας διαπιστώσεως, το εθνικό δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα που θέσπισε ο κανονισμός 204/2011 δεν μπορούσαν να επηρεάσουν την κατάπτωση της εγγυήσεως που παρέσχε η Sahara Bank υπέρ του HIB, της οποίας η έκδοση συνιστά προϋπόθεση των πληρωμών που πραγματοποίησε η TG προς τη λιβυκή τράπεζα –και, λόγω του δεσμού που υφίσταται με τις συμβάσεις αντεγγυήσεως που συνήφθησαν μεταξύ της TG και της SH, των οφειλόμενων από την SH στην TG επιστροφών. Εντούτοις, τούτο δεν παρέχει τη δυνατότητα στο εθνικό δικαστήριο να εξαιρέσει αυτομάτως τα προβαλλόμενα από την TG αιτήματα από το πεδίο εφαρμογής της ρήτρας απαγορεύσεως των αξιώσεων, δεδομένου ότι τα περιοριστικά μέτρα που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 204/2011 επηρέασαν αναμφίβολα τις διαδοχικές αλληλεξαρτώμενες συμβάσεις στις οποίες καταλέγεται η συναφθείσα μεταξύ της TG και της Sahara Bank σύμβαση και, επομένως, τη «λειτουργία» της εγγυήσεως στο σύνολό της. Συναφώς, επισημαίνεται ότι το προμνησθέν άρθρο 12 παραπέμπει ρητώς όχι μόνο στις «συμβάσεις» τις οποίες επηρέασαν τα ληφθέντα με τον κανονισμό 204/2011 μέτρα, αλλά και σε κάθε «συναλλαγή» η οποία επηρεάζεται από τα εν λόγω μέτρα.
ΣΤ. Πέμπτο προδικαστικό ερώτημα: ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 9 του κανονισμού 204/2011
62.
Με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν οι πληρωμές στην υπόθεση της κύριας δίκης εμπίπτουν, εν όλω ή εν μέρει, στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως από το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 204/2011, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού.
63.
Συναφώς, επισημαίνεται, καταρχάς, ότι, βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, η εν λόγω εξαίρεση –η οποία, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, δεν επιτρέπει εν πάση περιπτώσει την έγκριση πληρωμών οι οποίες πρέπει να γίνει δεκτό ότι πραγματοποιούνται κατά παράβαση της ρήτρας περί μη ικανοποιήσεως απαιτήσεων– αφορά καταβολές οι οποίες προορίζονται να πραγματοποιηθούν σε λογαριασμούς που αποτελούν αντικείμενο των προβλεπόμενων στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 204/2011 μέτρων δεσμεύσεων, ήτοι σε λογαριασμούς που ανήκουν σε πρόσωπα, οντότητες και οργανισμούς καταχωρισθέντες στους καταλόγους των παραρτημάτων II και III του εν λόγω κανονισμού. Επομένως, όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, μόνο καταβολές υπέρ του HIB ή της Sahara Bank, οι οποίες εκτελούνται ή πρόκειται να εκτελεστούν στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι οντότητες αυτές περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος III του κανονισμού 204/2011, θα μπορούσαν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Πάντως, αφενός, η κύρια δίκη δεν αφορά πληρωμές υπέρ του HIB και, αφετέρου, οι διάδικοι δεν φαίνεται να αμφισβητούν ότι η TG δεν προέβη σε καμία πληρωμή προς τη Sahara Bank στο διάστημα κατά το οποίο η Sahara Bank ήταν εγγεγραμμένη στον ως άνω κατάλογο ( 36 ). Επομένως, οι αξιώσεις που προβάλλει η TG στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν αφορούν ποσά αποτελούντα αντικείμενο πληρωμών οι οποίες θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 του κανονισμού 204/2011.
IV. Πρόταση
64.
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο, Ουγγαρία) ως εξής:
«1)
Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 204/2011 του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 2011, σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λιβύη, έχει την έννοια ότι:
–
συνιστά απαγορευμένη διάθεση κεφαλαίων η πληρωμή, από τράπεζα εγκαταστημένη εντός της Ένωσης σε λιβυκή τράπεζα καταχωρισθείσα στον κατάλογο του παραρτήματος III του εν λόγω κανονισμού, των εξόδων συστάσεως εγγυήσεως υπέρ οντότητας επίσης καταχωρισθείσας στον εν λόγω κατάλογο·
–
δεν συνιστά απαγορευμένη διάθεση ή χρήση κεφαλαίων η πληρωμή, από τράπεζα εγκαταστημένη εντός της Ένωσης σε λιβυκή τράπεζα μη καταχωρισθείσα στους καταλόγους των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ του κανονισμού 204/2011, των εξόδων συστάσεως εγγυήσεως υπέρ οντότητας εγγεγραμμένης σε έναν εκ των καταλόγων αυτών, εφόσον:
–
τα χρηματικά ποσά που αποτελούν αντικείμενο των πληρωμών αυτών δεν καταβάλλονται σε φυσικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό καταχωρισθέντα στους εν λόγω καταλόγους·
–
δεν υφίσταται, μεταξύ ενός εκ των προσώπων αυτών και του νομικού προσώπου λιβυκού δικαίου αποδέκτη της πληρωμής, νομικός ή οικονομικός δεσμός τέτοιος που να παρέχει τη δυνατότητα στο πρόσωπο αυτό να αποκτήσει εξουσία διαθέσεως των επίμαχων ποσών·
–
οι ως άνω πληρωμές δεν επηρεάζουν, άμεσα ή έμμεσα, τη δυνατότητα της δικαιούχου λιβυκής οντότητας να εξασφαλίσει την κατάπτωση της εγγυήσεως από τη λιβυκή τράπεζα και δεν συνιστούν ανάληψη, από την εγκαταστημένη στην Ένωση τράπεζα, εξόδων τα οποία, βάσει της συμβάσεως, βαρύνουν την εν λόγω οντότητα·
–
υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, δεν συνιστά απαγορευμένη διάθεση ή χρήση κεφαλαίων η πληρωμή, από τράπεζα εγκαταστημένη εντός της Ένωσης σε άλλη τράπεζα εγκαταστημένη στην Ένωση, των εξόδων συστάσεως αντεγγυήσεως υπέρ λιβυκής τράπεζας μη καταχωρισθείσας στους καταλόγους των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ του κανονισμού 204/2011 για την έκδοση εγγυήσεως υπέρ οντότητας η οποία καταχωρίσθηκε στους εν λόγω καταλόγους μετά την εν λόγω έκδοση.
2)
Το άρθρο 12 του κανονισμού 204/2011, στην εκδοχή προ της τροποποιήσεως που επέφερε ο κανονισμός 45/2014 και σε εκείνη που προέκυψε κατόπιν της τροποποιήσεως αυτής, έχει την έννοια ότι το αίτημα πληρωμής των εξόδων που σχετίζονται με την έκδοση εγγυήσεως ή αντεγγυήσεως δεν εξαιρείται από την προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό απαγόρευση ικανοποιήσεως των απαιτήσεων, εάν προβάλλεται από πρόσωπο μνημονευόμενο στο εν λόγω άρθρο και εάν τα μέτρα που θεσπίστηκαν βάσει του κανονισμού 204/2011 επηρέασαν άμεσα ή έμμεσα, εν όλω ή εν μέρει, την εκτέλεση της συμβάσεως εγγυήσεως ή αντεγγυήσεως ή τη συναλλαγή στο πλαίσιο της οποίας συνήφθη η εν λόγω σύμβαση.
3)
Το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 204/2011, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 45/2014, έχει την έννοια ότι τράπεζα εγκαταστημένη στην Ένωση η οποία οφείλει, δυνάμει συμβάσεως αντεγγυήσεως που εντάσσεται στο πλαίσιο διαδοχικών αλληλένδετων συμβάσεων με σκοπό τη σύσταση εγγυήσεως υπέρ λιβυκής οντότητας, να καταβάλει σε λιβυκή τράπεζα τα έξοδα εκδόσεως της εγγυήσεως δεν εμπίπτει στην κατηγορία των μνημονευόμενων στο στοιχείο γʹ της εν λόγω διατάξεως προσώπων, εφόσον δεν υπάρχουν στοιχεία που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτή ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό της λιβυκής τράπεζας.
4)
Το άρθρο 9 του κανονισμού 204/2011 έχει την έννοια ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής σε πληρωμές όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι οποίες πραγματοποιούνται ή πρόκειται να πραγματοποιηθούν υπέρ προσώπων που δεν πλήττονται από τα περιοριστικά μέτρα που θέσπισε ο εν λόγω κανονισμός.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 2 ) ΕΕ 2011, L 58, σ. 1.
( 3 ) Κανονισμός (ΕΕ) 2016/44 του Συμβουλίου, της 18ης Ιανουαρίου 2016, σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λιβύη και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) 204/2011 (ΕΕ 2016, L 12, σ. 1).
( 4 ) Απόφαση 2011/137/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λιβύη (ΕΕ 2011, L 58, σ. 53). Η απόφαση αυτή καταργήθηκε με την ενοποιημένη απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/1333, η οποία εκδόθηκε από το Συμβούλιο την 31η Ιουλίου 2015 (ΕΕ 2015, L 206, σ. 34).
( 5 ) Εκδόθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 2011.
( 6 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 204/2011.
( 7 ) Στο άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 204/2011 διευκρινίζονται τα εξής: «1. Το παράρτημα ΙΙ περιλαμβάνει τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τις οντότητες και τους οργανισμούς που καθορίζονται από το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ή από την επιτροπή κυρώσεων σύμφωνα με την παράγραφο 22 της απόφασης 1970 (2011) του ΣΑΗΕ. 2. Το παράρτημα ΙΙΙ περιλαμβάνει φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες και οργανισμούς που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ και τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της απόφασης 2011/137/ΚΕΠΠΑ έχουν καθοριστεί από το Συμβούλιο ως πρόσωπα και οντότητες που ενέχονται ή συνήργησαν στη διαταγή, τον έλεγχο ή την κατ’ άλλους τρόπους καθοδήγηση της τέλεσης σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά προσώπων στη Λιβύη, περιλαμβανομένης της περίπτωσης να ενέχονται ή να έχουν συνεργήσει στο σχεδιασμό, την καθοδήγηση, τη διοίκηση ή τη διεξαγωγή επιθέσεων, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, περιλαμβανομένων αεροπορικών βομβαρδισμών, εναντίον του άμαχου πληθυσμού και μη στρατιωτικών εγκαταστάσεων, καθώς και φυσικά πρόσωπα ή οντότητες που ενήργησαν για λογαριασμό ή κατ’ εντολή αυτών, ή οντότητες που ανήκουν ή ελέγχονται από αυτά».
( 8 ) Βάσει του άρθρου 1, στοιχείο αʹ, σημεία iv, v και vi, του κανονισμού 204/2011, νοούνται ως «κεφάλαια», κατά τον εν λόγω κανονισμό, «iv) οι τόκοι, τα μερίσματα ή άλλα έσοδα ή υπεραξίες που προέρχονται ή δημιουργούνται από περιουσιακά στοιχεία, v) οι πιστώσεις, τα δικαιώματα συμψηφισμών απαιτήσεων, οι εγγυήσεις, οι εγγυητικές επιστολές ή άλλες χρηματοοικονομικές δεσμεύσεις, vi) οι πιστωτικές επιστολές, οι φορτωτικές, τα πωλητήρια συμβόλαια».
( 9 ) Ο κανονισμός (ΕΕ) 488/2013 του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 204/2011 του Συμβουλίου σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λιβύη (ΕΕ 2013, L 141, σ. 1), εισήγαγε άλλα δύο στοιχεία στο άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 204/2011, σε σχέση με το αρχικό κείμενό του, σχετικά με είδη πληρωμών τα οποία δεν σχετίζονται με τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης.
( 10 ) Η πρώτη τροποποίηση επήλθε με τον κανονισμό (ΕΕ) 296/2011 του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 2011, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 204/2011 σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λιβύη (ΕΕ 2011, L 80, σ. 2). Το νέο κείμενο περιελάμβανε δύο εδάφια. Το πρώτο εδάφιο επαναλάμβανε το αρχικό γράμμα του άρθρου 12 με την προσθήκη μόνο της παραπομπής στην απόφαση 1973 (2011) του ΣΑΗΕ. Αντιθέτως, το δεύτερο εδάφιο είχε ως εξής: «Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή οργανισμοί δεν υπέχουν ευθύνη προκειμένου περί καλόπιστων ενεργειών τους στα πλαίσια της υλοποίησης των εκ του παρόντος κανονισμού υποχρεώσεων».
( 11 ) Κανονισμός (ΕΕ) 45/2014 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2014, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 204/2011 σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λιβύη (ΕΕ 2014, L 16, σ. 1).
( 12 ) Βλ. άρθρα 1 και 2 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 74/2014 του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2014, για την εφαρμογή του άρθρου 16 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 204/2011 σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λιβύη.
( 13 ) Βλ. άρθρα 1 και 2 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 872/2011 του Συμβουλίου, της 1ης Σεπτεμβρίου 2011, για την εφαρμογή του άρθρου 16 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 204/2011 σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Λιβύη.
( 14 ) Επρόκειτο για ποσό ύψους 1668927,72 ευρώ, στο οποίο προστέθηκαν τα ποσά που κατέθετε η SH κάθε έξι μήνες κατά τη διάρκεια της συμβάσεως μεσεγγυήσεως και οι σχετικοί τόκοι.
( 15 ) Η ανταγωγή στηρίχθηκε, κυρίως, στην εκτέλεση της συμβάσεως· επικουρικώς, σε αξίωση αποζημιώσεως και, όλως επικουρικώς, στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
( 16 ) Χάριν ευκολίας, θα χρησιμοποιώ τον όρο «έξοδα» της αντεγγυήσεως για το σύνολο των προμηθειών και των εξόδων που η SH ανέλαβε να καταβάλει στην TG σε σχέση με την έκδοση των αντεγγυήσεων επιστροφής της προκαταβολής και καλής εκτελέσεως, όπως επισημαίνεται στο σημείο 13 των παρουσών προτάσεων.
( 17 ) Και στην περίπτωση αυτή πρόκειται για το σύνολο των εξόδων (προμήθειες και άλλα έξοδα) τα οποία η TG όφειλε να καταβάλει στη Sahara Bank υπό την ιδιότητα της εντολέως τράπεζας.
( 18 ) Βλ., όσον αφορά τον κανονισμό (ΕΚ) 881/2002 του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2002, για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 467/2001 του Συμβουλίου για την απαγόρευση της εξαγωγής ορισμένων αγαθών και υπηρεσιών στο Αφγανιστάν, την ενίσχυση της απαγόρευσης πτήσεων και την παράταση της δέσμευσης κεφαλαίων και άλλων οικονομικών πόρων όσον αφορά τους Ταλιμπάν του Αφγανιστάν (ΕΕ 2002, L 139, σ. 9), απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2007, Möllendorf κ.λπ. (C‑117/06, EU:C:2007:596, σκέψεις 49 και 62).
( 19 ) Υπενθυμίζεται ότι, στην απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, E και F (C‑550/09, EU:C:2010:382, σκέψεις 67 και 68), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ο όρος «διατίθενται», του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001 του Συμβουλίου, της 27ης Δεκεμβρίου 2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (ΕΕ 2001, L 344, σ. 70) –του οποίου το γράμμα είναι κατ’ ουσίαν πανομοιότυπο με εκείνο του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 402/2011–, «έχει ευρύ σημασιολογικό περιεχόμενο, που περιλαμβάνει κάθε πράξη της οποίας η τέλεση είναι αναγκαία για να καταστήσει δυνατή σε πρόσωπο, ομάδα ή οντότητα που περιέχεται στον κατάλογο του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 την ουσιαστική κτήση της πλήρους εξουσίας διαθέσεως των οικείων κεφαλαίων, άλλων χρηματικών περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πόρων» και ότι τέτοια έννοια «είναι ανεξάρτητη από την ύπαρξη, ή όχι, σχέσεων μεταξύ του δράστη και του αποδέκτη της επίμαχης διαθέσεως», βλ., επίσης, απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2007, Möllendorf και Möllendorf-Niehuus (C‑117/06, EU:C:2007:596, σκέψη 51).
( 20 ) Βλ. έγγραφο 15598/17 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 2017, Κατευθυντήριες γραμμές για τις κυρώσεις – επικαιροποίηση, σημεία 55α έως 55ε.
( 21 ) Επισημαίνεται, εντούτοις, ότι η διεθνής πρακτική όσον αφορά τις καταβλητέες σε πρώτη ζήτηση εγγυήσεις αναγνωρίζει την αυτοτέλεια της εγγυήσεως ως προς την τακτική πληρωμή των εξόδων, βλ. Règles uniformes de la Chambre de commerce internationale (ICC) relatives aux garanties sur demande, αναθεώρηση 2010, άρθρο 32, στοιχείο c.
( 22 ) Για παράδειγμα, στην περίπτωση που προβλέπει το άρθρο 32, στοιχείο b, των ομοιόμορφων κανόνων του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου που παρατίθενται στην προηγούμενη υποσημείωση.
( 23 ) Το γεγονός ότι τα ποσά των εγγυήσεων δεν τίθενται στη διάθεση του εν λόγω προσώπου εάν δεν ζητήσει και εξασφαλίσει την κατάπτωση της εγγυήσεως δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι αυτό αποκομίζει, εν πάση περιπτώσει, οικονομικό όφελος από την ύπαρξη και μόνο της εγγυήσεως (η κατάπτωση της οποίας μπορεί, εξάλλου, καταρχήν, να επιτευχθεί χωρίς εμπόδια λόγω των προβλεπόμενων στον κανονισμό 204/2011 μέτρων, καθόσον εκδόθηκε από λιβυκή τράπεζα)· βλ., κατ’ αναλογίαν –καίτοι στο διαφορετικό πλαίσιο της απαγορεύσεως της έμμεσης διαθέσεως οικονομικού πόρου, κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) 423/2007 του Συμβουλίου, της 19ης Απριλίου 2007, σχετικά με ορισμένα περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (ΕΕ 2007, L 103, σ. 1)–, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Afrasiabi κ.λπ. (C‑72/11, EU:C:2011:874, σκέψεις 45 έως 47), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι απλώς η δυνατότητα να χρησιμοποιείται το επίμαχο περιουσιακό στοιχείο, καίτοι δεν είναι αμέσως λειτουργικό, για την απόκτηση κεφαλαίων, αγαθών ή υπηρεσιών δυναμένων να συμβάλουν στις δραστηριότητες στην καταπολέμηση των οποίων σκοπούν τα περιοριστικά μέτρα που εξέδωσε η Ένωση μπορεί να εμπίπτει στις απαγορεύσεις που θεσπίζονται με τα εν λόγω μέτρα. Εν αντιθέσει προς τη Γερμανική Κυβέρνηση, φρονώ, εξάλλου, ότι δεν ασκεί επιρροή το ότι το πλεονέκτημα που συνίσταται στο δικαίωμα υποβολής αιτήματος καταπτώσεως της εγγυήσεως δεν επηρεάζει την περιουσία της εντολέως τράπεζας η οποία καταβάλλει τα έξοδα της εγγυήσεως, αλλά μάλλον εκείνη της εγγυήτριας τράπεζας. Συγκεκριμένα, υπό τις περιστάσεις που εκτίθενται στο σημείο 42 των παρουσών προτάσεων, θα υφίσταται άμεσος δεσμός μεταξύ του εν λόγω πλεονεκτήματος και της πληρωμής των ως άνω εξόδων, βλ., a contrario, απόφαση της 29ης Απριλίου 2010, M κ.λπ. (C‑340/08, EU:C:2010:232, σκέψεις 41 επ.).
( 24 ) Τέτοιες δραστηριότητες διακρίνονται από τις πράξεις που παραβιάζουν τυπικώς τις προβλεπόμενες στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 204/2011 απαγορεύσεις και περιλαμβάνουν δραστηριότητες για τις οποίες προκύπτει, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, ότι, καίτοι τύποις δεν στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση της παραβάσεως του άρθρου 5, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, εντούτοις, αυτές καθ’ εαυτές ή λόγω της ενδεχομένης σχέσεώς τους με άλλες δραστηριότητες, έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα, άμεσο ή έμμεσο, την καταστρατήγηση της απαγορεύσεως του εν λόγω άρθρου· βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Afrasiabi κ.λπ. (C‑72/11, EU:C:2011:874, σκέψεις 45 έως 47 και 60), σχετικά με το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 423/2007.
( 25 ) Υπενθυμίζεται ότι τα έξοδα αυτά είναι, αφενός, τα οφειλόμενα στην TG για την έκδοση των αντεγγυήσεων και, αφετέρου, τα ποσά που κατέβαλε η TG στη Sahara Bank για την έκδοση των εγγυήσεων επιστροφής της προκαταβολής και καλής εκτελέσεως υπέρ του HIB, τα οποία, όπως προεκτέθηκε, η SH υποχρεούται βάσει της συμβάσεως να επιστρέψει στην TG.
( 26 ) Η ρήτρα αυτή δεν περιλαμβανόταν στην κοινή πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης που επικρατεί στη Λιβύη (COM 2011/0108 τελικό) και εισήχθη από το Συμβούλιο στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως του κανονισμού.
( 27 ) Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή και αξιολόγηση των περιοριστικών μέτρων (κυρώσεων) στα πλαίσια της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας της ΕΕ, έγγραφο αριθ. 11205/12, της 15ης Ιουνίου 2012, βλ. αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 45/2014.
( 28 ) Ρήτρα περί μη ικανοποιήσεως απαιτήσεων προβλέφθηκε για πρώτη φορά στο άρθρο 2 του κανονισμού 3541/92, στο πλαίσιο του οικονομικού αποκλεισμού που επιβλήθηκε κατά του Ιράκ κατόπιν της εισβολής στο Κουβέιτ, βλ. άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3541/92 του Συμβουλίου, της 7ης Δεκεμβρίου 1992, για την απαγόρευση της ικανοποίησης των αιτήσεων του Ιράκ όσον αφορά συναλλαγές που επηρεάζονται από το ψήφισμα 661 (1990) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και από τα συναφή ψηφίσματα (ΕΕ 1992, L 361, σ. 1). Βλ., τελευταίως, έγγραφο 15598/17.
( 29 ) Ο σκοπός του συγκεκριμένου είδους ρητρών προκύπτει σαφώς από το προοίμιο του κανονισμού 3541/92 (τέταρτη και πέμπτη αιτιολογική σκέψη), στο οποίο, αφού επισημαίνεται ότι, συνεπεία του οικονομικού αποκλεισμού (εμπάργκο) κατά του Ιράκ, οι οικονομικοί φορείς της Κοινότητας και των τρίτων χωρών είναι εκτεθειμένοι στον κίνδυνο απαιτήσεων εκ μέρους της ιρακινής πλευράς (ιρακινός νόμος του 1990 προέβλεπε ότι οι Ιρακινοί συμβαλλόμενοι δεν ευθύνονται για τις ζημίες που απορρέουν από τη μη εκτέλεση των συμβατικών τους υποχρεώσεων λόγω του οικονομικού αποκλεισμού και, αντιστρόφως, ότι οι αλλοδαποί συμβαλλόμενοι ευθύνονται για τις ζημίες που προκαλούνται εκ του λόγου αυτού στους Ιρακινούς αντισυμβαλλομένους τους), το Συμβούλιο εκτίμησε ότι «είναι αναγκαίο να προστατευτούν σε μόνιμη βάση οι οικονομικοί φορείς έναντι των απαιτήσεων αυτών και να αποτραπεί η είσπραξη αποζημίωσης εκ μέρους του Ιράκ για τις αρνητικές συνέπειες του οικονομικού αποκλεισμού».
( 30 ) Για παράδειγμα, η κατάργηση του ευρύτατου εμπορικού αποκλεισμού του Ιράκ βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1210/2003 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 2003, σχετικά με ορισμένους ειδικούς περιορισμούς στις οικονομικές και χρηματοδοτικές σχέσεις με το Ιράκ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2465/96 (ΕΕ 2003, L 169, σ. 6) και η αντικατάστασή του με ειδικά περιοριστικά μέτρα δεν επηρέασε τον κανονισμό 3541/92 σχετικά με την απαγόρευση ικανοποιήσεως των αξιώσεων Ιρακινών προσώπων, η οποία παραμένει ακόμη σε ισχύ (βλ. αιτιολογική σκέψη 16 του κανονισμού 1210/2003). Επιπλέον, η ρήτρα περί μη ικανοποιήσεως απαιτήσεων διατηρήθηκε σε ισχύ παρά την αναστολή του οικονομικού αποκλεισμού της Λιβύης, την οποία αποφάσισε το Συμβούλιο Ασφαλείας στις 5 Απριλίου 1999 με την απόφαση 1192, και μετά τη λήξη του οικονομικού αποκλεισμού, βλ. κοινή θέση 2004/698/ΚΕΠΠΑ της 14ης Οκτωβρίου 2004.
( 31 ) Υπ’ αυτή την έννοια αποφάνθηκαν, κατ’ ουσίαν, σε σχέση με τη «no claims clause» που θέσπισε ο κανονισμός 3541/92, τα δικαστήρια ορισμένων κρατών μελών· βλ., όσον αφορά τις αυτοτελείς εγγυήσεις, αποφάσεις του Tribunale di Padova (πρωτοδικείου της Padova, Ιταλία), της 1ης Οκτωβρίου 1993, εκδοθείσα σε υπόθεση σε μεγάλο βαθμό παρεμφερή εκείνης που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, του Cour d’appel de Paris (εφετείου Παρισίων, Γαλλία), της 23ης Ιουνίου 1995, και της House of Lords, της 5ης Ιουνίου 2001, Shanning International Ltd. V. Lloyds TSB Bank plc., Lloyds TSB Banc plc. Rasheed Bank (2001) UKHL 31. Επ’ αυτού, βλ. Marchand, A., L’embargo en droit du commerce international, Βρυξέλλες, 2012, σ. 406 επ.
( 32 ) Οι όροι που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 12 του κανονισμού 204/2011 (ως είχε προ της μεταρρυθμίσεως που επέφερε ο κανονισμός 45/2014 και ως είχε κατόπιν αυτής) και στο άρθρο 17 του κανονισμού 2016/44 οδηγούν στη διαπίστωση ότι πρόκειται για πραγματική και σαφή απαγόρευση (βλ., εκτός της ιταλικής αποδόσεως, ειδικότερα, τη γαλλική απόδοση «il n’est fait (aucun) droit à aucune demande», την αγγλική απόδοση «no claims […] shall be granted», ή «satisfied» στην τροποποιημένη με τον κανονισμό 45/2014 διατύπωση και στο άρθρο 17 του κανονισμού 2016/44, και τη γερμανική απόδοση «werden keine Forderungen […] zugelassen», στην αρχική διατύπωση του άρθρου 12 του κανονισμού 204/2011, «[a]nsprüche […] werden nicht erfüllt», στην τροποποιημένη με τον κανονισμό 45/2014 διατύπωση, και «[f]orderungen […] werden nicht erfullt» στη διατύπωση του άρθρου 17 του κανονισμού 2016/44.
( 33 ) Βλ., όσον αφορά το καθεστώς ευθύνης σε περίπτωση εγγυήσεων και αντεγγυήσεων καταβλητέων σε πρώτη ζήτηση, άρθρο 26 των ομοιόμορφων κανόνων του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, οι οποίοι παρατίθενται στην υποσημείωση 21 των παρουσών προτάσεων.
( 34 ) Τούτο όχι μόνο επειδή θα παράγει αποτελέσματα ανάλογα εκείνων συμβατικής παρατάσεως της εγγυήσεως, αλλά και επειδή η αναστολή αυτοτελούς εγγυήσεως με συγκεκριμένη λήξη για αόριστο και μη δυνάμενο να προσδιοριστεί χρονικό διάστημα δεν συνάδει προς τον ανέκκλητο χαρακτήρα της δεσμεύσεως που αναλαμβάνει ο εγγυητής κατά τη διάρκεια ισχύος της εγγυήσεως.
( 35 ) Εκτιμώ ότι, εν αντιθέσει προς τα όσα υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, το γεγονός ότι δεν πρόκειται για «παροχή υποκαταστάσεως» δεν θέτει εν αμφιβόλω το συμπέρασμα αυτό, καθόσον κανένα στοιχείο στο γράμμα του άρθρου 12 του κανονισμού 204/2011, ή στο γράμμα του άρθρου 17 του κανονισμού 2016/44, δεν υποδεικνύει ότι μπορεί να εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής τους το αίτημα εκτελέσεως των παροχών της συμβάσεως την οποία επηρεάζουν τα περιοριστικά μέτρα. Το γράμμα των εν λόγω άρθρων περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως τα δικαιώματα αποζημιώσεως, συμψηφισμού απαιτήσεων ή εγγυήσεως, αλλά δεν περιορίζει στα δικαιώματα αυτά την απαγόρευση ικανοποιήσεως των απαιτήσεων. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η ανταγωγή της TG έχει, επικουρικώς, ως αίτημα την αποκατάσταση ζημιών ή την αποζημίωση λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού.
( 36 ) Όπως και η Γερμανική Κυβέρνηση, δεν αποκλείω το ενδεχόμενο να μπορούσαν να εγκριθούν οι εν λόγω πληρωμές κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 204/2011, καίτοι μόνο υπό την προϋπόθεση ότι δεν συνιστούν, με τη σειρά τους, άμεση ή έμμεση διάθεση ή χρήση κεφαλαίων προς όφελος του HIB (βλ., συναφώς, σημεία 38 έως 40, καθώς και 42 και 43 των παρουσών προτάσεων).