ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
HENRIK SAUGMANDSGAARD ØE
της 27ης Σεπτεμβρίου 2018 ( 1 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑183/17 P και C‑184/17 P
International Management Group
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως – Συνεργασία για την ανάπτυξη – Εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης με έμμεση διαχείριση – Καθήκον εκτελέσεως του προϋπολογισμού που έχει ανατεθεί σε μία οντότητα – Αντικατάσταση της επιλεγείσας οντότητας από άλλη – Προσφυγή ακυρώσεως – Παραδεκτό – Πράξεις δεκτικές προσφυγής – Αμφιβολίες σχετικά με την ιδιότητα της αρχικά επιλεγείσας οντότητας ως διεθνούς οργανισμού – Άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας πριν την έκδοση των βλαπτικών πράξεων – Εμπιστευτικότητα των ερευνών της OLAF»
I. Εισαγωγή
1.
Αντικείμενο των συνεκδικαζόμενων υποθέσεων C‑183/17 P και C‑184/17 P είναι οι αιτήσεις αναιρέσεως που κατέθεσε αντιστοίχως η International Management Group (στο εξής: IMG) κατά των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 2ας Φεβρουαρίου 2017, International Management Group κατά Επιτροπής (T‑29/15) ( 2 ), και IMG κατά Επιτροπής (T‑381/15) ( 3 ).
2.
Οι δύο αυτές υποθέσεις εντάσσονται στο ίδιο πραγματικό πλαίσιο, ήτοι την τροποποίηση ενός προγράμματος δράσεως για τη Μιανμάρ/Βιρμανία με την οποία αφαιρέθηκε από την IMG η εκτέλεση του εν λόγω προγράμματος με τον τρόπο της έμμεσης διαχειρίσεως, λόγω αμφιβολιών σχετικά με την ιδιότητα αυτής ως διεθνούς οργανισμού οι οποίες προέκυψαν μετά από έρευνα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF).
3.
Με την απόφασή του στην υπόθεση T‑29/15, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της IMG για ακύρωση της εκτελεστικής αποφάσεως C(2014) 9787 τελικό η οποία εκδόθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 2014, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( 4 ). Με την απόφασή του στην υπόθεση T‑381/15, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την άλλη της προσφυγή, με την οποία ζητούσε, αφενός, την ακύρωση του εγγράφου της 8ης Μαΐου 2015, με το οποίο η Επιτροπή ενημέρωσε την IMG για την απόφασή της να μην της παράσχει τη δυνατότητα συνάψεως νέων συμβάσεων με τη μέθοδο της έμμεσης διαχειρίσεως που εφαρμόζεται στους διεθνείς οργανισμούς ( 5 ) και, αφετέρου, την αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω των ληφθέντων μέτρων.
4.
Επίσης, οι παρούσες υποθέσεις αφορούν τις αιτήσεις ανταναιρέσεως που άσκησε η Επιτροπή προκειμένου να πετύχει, ιδίως, την ακύρωση των προαναφερθεισών αποφάσεων στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο κήρυξε, εσφαλμένως κατά το θεσμικό αυτό όργανο, παραδεκτές τις προσφυγές που άσκησε σε πρώτο βαθμό η IMG.
5.
Κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου, οι παρούσες προτάσεις θα περιοριστούν στην ανάλυση των κύριων νέων νομικών ζητημάτων που τίθενται εν προκειμένω, ήτοι των ζητημάτων που εγείρουν ειδικότερα οι αιτήσεις ανταναιρέσεως, οι δεύτεροι λόγοι αναιρέσεως που προβλήθηκαν στο πλαίσιο των παρουσών υποθέσεων, καθώς και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως στην υπόθεση C‑183/17 P και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως στην υπόθεση C‑184/17 P.
6.
Συναφώς, πριν την ανάλυση της ουσίας της υποθέσεως, θα πρέπει να εξεταστεί εάν πράξεις όπως αυτές των οποίων ζητείται η ακύρωση συνιστούν πράξεις δεκτικές προσφυγής. Εν συνεχεία, προκειμένου να εκτιμηθεί το βάσιμο των παραπεμφθεισών αποφάσεων, θα πρέπει να εξεταστούν οι ενδεχόμενες συνέπειες στην υπό κρίση υπόθεση του όρου «διεθνής οργανισμός» υπό την έννοια των διατάξεων της δημοσιονομικής νομοθεσίας της Ένωσης οι οποίες είναι κρίσιμες εν προκειμένω ( 6 ). Τέλος, πρέπει να τεθεί το ερώτημα ως προς το περιεχόμενο του δικαιώματος ενός προσώπου να αμυνθεί πριν ληφθεί κάποιο μέτρο εις βάρος του, και ειδικότερα, ως προς τον τρόπο με τον οποίο το εν λόγω δικαίωμα πρέπει να συνδέεται με την τήρηση της εμπιστευτικότητας που περιβάλλει τις έρευνες της OLAF.
7.
Αναφέρω εκ προοιμίου ότι κατά τη γνώμη μου, για τους λόγους που θα εκθέσω κατωτέρω, το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει όχι μόνον τις ενστάσεις απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή αλλά και τις δύο ομάδες λόγων που επικαλείται η IMG οι οποίοι θα αναλυθούν στις παρούσες προτάσεις.
II. Το ιστορικό των διαφορών
8.
Το ιστορικό των διαφορών έχει εκτεθεί λεπτομερώς στις αναιρεσιβαλλόμενες αντιστοίχως αποφάσεις στις υπό κρίση δύο υποθέσεις, στις οποίες γίνεται συναφώς παραπομπή ( 7 ). Τα ουσιώδη και απαραίτητα για την κατανόηση των παρουσών προτάσεων στοιχεία μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως.
9.
Στις 7 Νοεμβρίου 2013, η Επιτροπή εξέδωσε την εκτελεστική απόφαση C(2013) 7682 σχετικά με το πρόγραμμα ετήσιας δράσεως του 2013, για τη Μιανμάρ/Βιρμανία που επρόκειτο να χρηματοδοτηθεί από τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 8 ). Η απόφαση αυτή προέβλεπε μεταξύ άλλων, στο παράρτημά της 2 ( 9 ), την ανάθεση των καθηκόντων εκτελέσεως του προϋπολογισμού στην IMG, την οποία η εν λόγω απόφαση παρουσίαζε ως διεθνή οργανισμό ( 10 ).
10.
Στις 17 Φεβρουαρίου 2014, η OLAF ενημέρωσε την Επιτροπή ότι είχε κινήσει διαδικασία έρευνας σχετικά με το νομικό καθεστώς της IMG.
11.
Στις 26 Φεβρουαρίου 2014, η Επιτροπή έλαβε συντηρητικά μέτρα βάσει των σχετικών με τις έρευνες της OLAF ( 11 ) διατάξεων, αιτιολογώντας τα εν λόγω μέτρα βάσει της υπάρξεως αμφιβολιών ως προς την ιδιότητα της IMG ως διεθνούς οργανισμού, αμφιβολίες οι οποίες γεννήθηκαν μετά από αμφισβητήσεις που εξέφρασαν διάφορα κράτη μέλη της Ένωσης. Με έγγραφο της 25ης Απριλίου 2014, η Επιτροπή ενημέρωσε την IMG για τη λήψη των εν λόγω μέτρων και τους λόγους της.
12.
Στις 15 Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή έλαβε την έκθεση που συνέταξε η OLAF μετά την ολοκλήρωση της έρευνάς της ( 12 ), στην οποία η εν λόγω υπηρεσία θεωρούσε, κατ ουσίαν, ότι η IMG δεν συνιστούσε «διεθνή οργανισμό» υπό την έννοια του κανονισμού 1605/2002.
13.
Στις 16 Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή έλαβε απόφαση με την οποία όρισε μια άλλη οντότητα αντί της IMG ως αρμόδια να εφαρμόσει, με τη μέθοδο της έμμεσης διαχειρίσεως, το πρόγραμμα αναπτύξεως του εμπορίου που προβλεπόταν από την αρχική απόφαση όπως τροποποιήθηκε ( 13 ). Κατά της εν λόγω αποφάσεως ασκήθηκε η εξετασθείσα στην υπόθεση C‑183/17 P προσφυγή.
14.
Στις 16 Ιανουαρίου 2015, η νομική υπηρεσία της Επιτροπής συνέταξε σημείωμα με το οποίο προέβη σε νομική ανάλυση της τελικής εκθέσεως της OLAF.
15.
Με έγγραφο της 8ης Μαΐου 2015, η Επιτροπή ενημέρωσε την IMG για τη συνέχεια που επρόκειτο να δώσει στις διάφορες συστάσεις που περιέχονταν στην τελική έκθεση της OLAF, και ιδίως για το ότι οι υπηρεσίες της δεν θα προέβαιναν στη σύναψη νέων συμβάσεων με αυτή βάσει της ειδικής διαδικασίας που προβλέπεται από τον κανονισμό 966/2012 για τους διεθνείς οργανισμούς, έως ότου υπάρξει απόλυτη βεβαιότητα ως προς το νομικό καθεστώς της ενδιαφερομένης. Κατά του εγγράφου αυτού ασκήθηκε η εξετασθείσα στην υπόθεση C‑184/17 P προσφυγή.
III. Οι διαδικασίες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και οι προσβαλλόμενες αποφάσεις
Α. Η διαδικασία και η απόφαση στην υπόθεση T‑29/15
16.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Ιανουαρίου 2015, η IMG άσκησε προσφυγή, η οποία καταχωρίσθηκε υπό τον αριθμό T‑29/15, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της αποφάσεως της 16ης Δεκεμβρίου 2014, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.
17.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 24 Μαρτίου 2015, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου. Με διάταξη της 30ής Ιουνίου 2015, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε τη συνεκδίκαση της εν λόγω ενστάσεως με την ουσία της υποθέσεως και επιφυλάχτηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
18.
Στις 13 Ιανουαρίου 2016, η IMG κατέθεσε αίτημα ζητώντας από το Γενικό Δικαστήριο να διατάξει την Επιτροπή να προσκομίσει την τελική έκθεση της OLAF και τη σχετική με την εν λόγω έκθεση γνωμοδότηση της νομικής της υπηρεσίας ( 14 ).
19.
Στις 2 Φεβρουαρίου 2017, το Γενικό Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση στην υπόθεση T‑29/15. Καταρχάς έκρινε ότι καμία από τις δύο ενστάσεις απαραδέκτου της Επιτροπής δεν ήταν βάσιμη, λόγω του ότι η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014 παρήγαγε δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα έναντι της IMG και δεν συνιστούσε αμιγώς επιβεβαιωτική πράξη των συντηρητικών μέτρων της 26ης Φεβρουαρίου 2014, και επομένως η εν λόγω απόφαση συνιστούσε πράξη δεκτική προσφυγής, ως εκ τούτου δε η προσφυγή της IMG ήταν παραδεκτή ( 15 ).
20.
Εν συνεχεία, κρίνοντας επί της ουσίας, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι κανένας από τους επτά λόγους που επικαλέστηκε η IMG ( 16 ) δεν ήταν βάσιμος και ότι η προσφυγή ακυρώσεώς της έπρεπε κατά συνέπεια να απορριφθεί ( 17 ). Επίσης, απέρριψε το αίτημα της IMG για προσκόμιση εγγράφων και εν συνεχεία την καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα ( 18 ).
Β. Η διαδικασία και η απόφαση στην υπόθεση T‑381/15
21.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 14 Ιουλίου 2015, η IMG άσκησε προσφυγή, η οποία καταχωρίσθηκε υπό τον αριθμό T‑381/15, με την οποία ζητούσε την ακύρωση του εγγράφου της 8ης Μαΐου 2015, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, καθώς και την αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη από τη λήψη των προβλεφθέντων από το εν λόγω έγγραφο μέτρων, βάσει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ.
22.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 25 Σεπτεμβρίου 2015, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου. Με διάταξή του της 29ης Ιανουαρίου 2016, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε τη συνεκδίκαση της ενστάσεως με την ουσία της υποθέσεως και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
23.
Κατά τη διάρκεια του εγγράφου και προφορικού σταδίου της διαδικασίας, η Επιτροπή ζήτησε να αφαιρεθούν από τη δικογραφία δύο από τα προσκομισθέντα από την IMG έγγραφα, ήτοι η τελική έκθεση της OLAF και η γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής που ανέλυε την εν λόγω έκθεση ( 19 ).
24.
Στις 2 Φεβρουαρίου 2017, το Γενικό Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση στην υπόθεση T‑381/15. Καταρχάς αποφάνθηκε επί των δύο ενστάσεων απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, υπό την έννοια ότι η προσφυγή ακυρώσεως ήταν παραδεκτή στο μέτρο που έβαλε κατά του μέτρου που προβλεπόταν στο προσβληθέν έγγραφο με το οποίο η Επιτροπή αποφάσισε ότι η IMG δεν δικαιούνταν πλέον να εκτελέσει προγράμματα με τη μέθοδο της έμμεσης διαχειρίσεως ως «διεθνής οργανισμός» για όσο χρονικό διάστημα υπήρχαν αμφιβολίες ως προς το νομικό της καθεστώς και ότι, κατά τα λοιπά, η προσφυγή είτε ήταν απαράδεκτη είτε είχε εκλείψει το έννομο συμφέρον ( 20 ).
25.
Εν συνεχεία, κρίνοντας επί της ουσίας, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι κανένας από τους οκτώ λόγους που επικαλέστηκε η IMG ( 21 ) δεν ήταν βάσιμος και ότι η προσφυγή ακυρώσεώς της έπρεπε κατά συνέπεια να απορριφθεί ( 22 ). Επίσης, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αποζημιώσεως της IMG, και εν συνεχεία την καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα ( 23 ).
26.
Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα της Επιτροπής για αφαίρεση από τη δικογραφία της γνωμοδοτήσεως της νομικής της επιτροπής, αλλά απέρριψε το αίτημά της για απόσυρση της τελικής εκθέσεως της OLAF ( 24 ).
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
27.
Με δικόγραφα που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Απριλίου 2017, η IMG άσκησε δύο αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίσθηκαν υπό τους αριθμούς C‑183/17 P και C‑184/17 P, με τις οποίες ζητεί από το Δικαστήριο αντιστοίχως:
–
να ακυρώσει την απόφαση στην υπόθεση T‑29/15 και να αποφανθεί τελεσίδικα επί της διαφοράς, προβαίνοντας στην ακύρωση της αποφάσεως της 16ης Δεκεμβρίου 2014, καθώς και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα·
–
να ακυρώσει την απόφαση στην υπόθεση T‑381/15 και να αποφανθεί τελεσίδικα επί της διαφοράς, αφενός, προβαίνοντας στην ακύρωση του εγγράφου της 8ης Μαΐου 2015 και, αφετέρου, καταδικάζοντας την Επιτροπή να αποκαταστήσει τη ζημία που φέρεται να προκλήθηκε λόγω της λήψεως των προβλεφθέντων στο εν λόγω έγγραφο μέτρων, καθώς και να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
28.
Στα υπομνήματά της αντικρούσεως και ανταπαντήσεως στις υποθέσεις C‑183/17 P και C‑184/17 P, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να απορρίψει τις δύο αναιρέσεις και να καταδικάσει την IMG στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
29.
Επίσης, η Επιτροπή, άσκησε αιτήσεις ανταναιρέσεως στις δύο αυτές υποθέσεις, με τις οποίες ζητεί από το Δικαστήριο, πρώτον, να ακυρώσει τις αποφάσεις που εκδόθηκαν αντιστοίχως στις υποθέσεις T‑29/15 και T‑381/15, καθόσον αυτές απέρριψαν τις προβληθείσες σε πρώτο βαθμό ενστάσεις απαραδέκτου, δεύτερον, να αποφανθεί τελεσίδικα επί αυτής της πτυχής της διαφοράς κηρύσσοντας απαράδεκτες τις προσφυγές ακυρώσεως της IMG και, τρίτον, να καταδικάσει την IMG στα δικαστικά έξοδα. Επιπλέον, στην υπόθεση C‑184/17 P, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο την αφαίρεση της τελικής εκθέσεως της OLAF από τη δικογραφία και την κατάργηση κάθε αναφοράς στην εν λόγω έκθεση, καθώς και στο περιεχόμενο αυτής ( 25 ).
30.
Με απόφαση της 20ής Μαρτίου 2018, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑183/17 P και C‑184/17 P προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
31.
Η IMG και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 13ης Ιουνίου 2018.
V. Ανάλυση
32.
Προς στήριξη των αιτήσεων αναιρέσεώς της για ακύρωση αντιστοίχως της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15 και της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15, η IMG επικαλείται τέσσερις λόγους στην υπόθεση C‑183/17 P ( 26 ) και πέντε λόγους στην υπόθεση C‑184/17 P ( 27 ), οι οποίοι εν μέρει συμπίπτουν. Επιπλέον, στην υπόθεση C‑183/17 P, βάλλει κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου με την οποία αυτό απέρριψε το αίτημά της για προσκόμιση της τελικής εκθέσεως της OLAF. Στην υπόθεση C‑184/17 P, αμφισβητεί την απόρριψη του αιτήματός της για αποζημίωση, καθώς και την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να κηρύξει απαράδεκτο το σχετικό της αίτημα και να μην κατατεθεί στη δικογραφία η γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής σχετικά με την εν λόγω έκθεση.
33.
Από την πλευρά της η Επιτροπή, στις αιτήσεις ανταναιρέσεως που άσκησε στις δυο αυτές υποθέσεις, προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε ότι οι πράξεις κατά των οποίων στρέφονται οι προσφυγές ακυρώσεως της IMG συνιστούσαν πράξεις δεκτικές προσφυγής. Επιπροσθέτως στην υπόθεση C‑184/17 P, του προσάπτει, κατά δεύτερο λόγο, το ότι δεν αφαίρεσε την τελική έκθεση της OLAF από τη δικογραφία.
34.
Ως προς το τελευταίο ζήτημα, επισημαίνω ότι τα αιτήματα των δύο διαδίκων σχετικά με την εν λόγω έκθεση φαίνονται να είναι πλέον άνευ αντικειμένου, καθόσον από τις προφορικές δηλώσεις της Επιτροπής προκύπτει ότι, λίγες μέρες πριν την ενώπιον του Δικαστηρίου επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αυτή κοινοποίησε αυτοβούλως την εν λόγω έκθεση και τα παραρτήματά της στην IMG, γεγονός που η τελευταία επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
35.
Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι μόνον οι ενστάσεις απαραδέκτου που προβλήθηκαν στις αιτήσεις ανταναιρέσεως, καθώς και μερικές πτυχές των δευτέρων αναιρετικών λόγων των αναιρέσεων που υποβλήθηκαν στις δύο υποθέσεις, καθώς επίσης και του τετάρτου αναιρετικού λόγου στην υπόθεση C‑183/17 P και του τρίτου αναιρετικού λόγου στην υπόθεση C‑184/17 P, θα εξεταστούν στο πλαίσιο των παρουσών στοχευμένων ως προς τα ζητήματα που εξετάζουν προτάσεων, οι οποίες αναφέρονται στα κύρια νομικά ζητήματα που εκτίθενται κατωτέρω ( 28 ).
Α. Επί του δεκτικού προσβολής χαρακτήρα των βαλλομένων με τις προσφυγές της IMG πράξεων (αιτήσεις ανταναιρέσεως στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑183/17 P και C‑184/17 P)
36.
Οι αιτήσεις ανταναιρέσεως που άσκησε η Επιτροπή εγείρουν ζητήματα δικονομικής φύσεως, όσον αφορά ειδικότερα το παραδεκτό των ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγών της IMG, η εξέταση των οποίων πρέπει να προηγηθεί και να ακολουθήσει εν συνεχεία η ανάλυση των ζητημάτων ουσίας που θέτουν οι αιτήσεις αναιρέσεως της IMG.
37.
Με τις αιτήσεις της ανταναιρέσεως στις υποθέσεις C‑183/17 P και C‑184/17 P ( 29 ), η Επιτροπή ζητεί την ακύρωση των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, επειδή το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, αντιστοίχως, ότι η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014 και το έγγραφο της 8ης Μαΐου 2015 συνιστούσαν πράξεις δεκτικές προσφυγής υπό την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ και ότι, κατά συνέπεια, οι προσφυγές ακυρώσεως της IMG κατά των πράξεων αυτών ήταν παραδεκτές.
38.
Σε απάντηση, η IMG υποστηρίζει ότι η απόρριψη των ενστάσεων απαραδέκτου την οποία αποφάσισε το Γενικό Δικαστήριο είναι βάσιμη. Την τελευταία αυτή άποψη συμμερίζομαι και εγώ για τους ακόλουθους λόγους.
1. Επί των δεσμευτικών έννομων αποτελεσμάτων των βαλλόμενων πράξεων
39.
Προς στήριξη των ισχυρισμών της, καταρχάς η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο το ότι έκρινε ότι η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014 και το έγγραφο της 8ης Μαΐου 2015 παρήγαγαν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα που θίγουν τα συμφέροντα της IMG, ενώ αυτό δεν ισχύει κατά το εν λόγω θεσμικό όργανο.
40.
Υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου, είναι δεκτικές προσφυγής ακυρώσεως, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, όλες οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων τρίτων, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική τους θέση. Προκειμένου να καθοριστεί εάν μια πράξη παράγει τέτοια αποτελέσματα πρέπει να εξεταστεί, ιδίως, ο σκοπός της, το περιεχόμενό της και η ουσία της καθώς και το πραγματικό και νομικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτή έλαβε χώρα, ενώ διευκρινίζεται ότι ο τύπος τον οποίο έχει περιβληθεί η εν λόγω πράξη είναι, καταρχήν, συναφώς αδιάφορος ( 30 ).
41.
Στην υπόθεση C‑183/17 P, που αφορά την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι μια οντότητα, στην οποία το εν λόγω θεσμικό όργανο ανέθεσε καθήκον εκτελέσεως του προϋπολογισμού, όπως η IMG, δεν δύναται να προσβάλλει παραδεκτά μια πράξη, της φύσεως της εν λόγω αποφάσεως, που αναθέτει το εν λόγω καθήκον για το μέλλον σε μια άλλη οντότητα, εν προκειμένω την GIZ ( 31 ).
42.
Κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας ότι η τροποποίηση που επήλθε με την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014 είχε ως έννομο αποτέλεσμα να στερήσει από την IMG τη δυνατότητα συνάψεως συμβάσεως αναθέσεως που της είχε δοθεί με την αρχική εκτελεστική απόφαση. Πρώτον, υποστηρίζει ότι από το γράμμα του άρθρου 84 του κανονισμού 966/2012 ( 32 ) προκύπτει ότι μια απόφαση χρηματοδοτήσεως που εκδίδεται με αυτή τη νομική βάση, όπως η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014, είναι από τη φύση της μια αμιγώς εσωτερική πράξη, που προηγείται της ενδεχόμενης αναλήψεως, τόσο δημοσιονομικής όσο και νομικής, μιας δαπάνης ( 33 ) και η οποία κατά συνέπεια δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα έναντι των τρίτων. Δεύτερον, διατείνεται ότι η απλή μνεία του ονόματος της IMG στην αρχική εκτελεστική απόφαση δεν δίδει σε αυτήν το δικαίωμα για σύναψη συμβάσεως αναθέσεως ( 34 ), ούτως ώστε η τροποποίηση της εν λόγω πράξεως, η οποία προέκυψε από την αντικατάσταση της GIZ ως οντότητας ορισθείσας για τη σύναψη μιας τέτοιας συμβάσεως, δεν μπορούσε να έχει παρά μόνον πραγματικές, και όχι έννομες συνέπειες ως προς τη θέση της IMG. Τρίτον, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένως στην υπό κρίση υπόθεση νομολογία που αφορά αποκλειστικά τις δημόσιες συμβάσεις, ενώ το καθεστώς της έμμεσης διαχειρίσεως που προβλέπεται από τη δημοσιονομική νομοθεσία της Ένωσης είναι πολύ ιδιαίτερο.
43.
Ωστόσο, θεωρώ ότι οι διάφορες αιτιάσεις που διατυπώνει η Επιτροπή είναι εν μέρει αβάσιμες και εν μέρει απαράδεκτες. Πράγματι, αφενός, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε –ορθώς κατ’ εμέ– ότι η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014 δεν μπορεί να θεωρηθεί πράξη εσωτερικής φύσεως ( 35 ), καθόσον αντικείμενο της εν λόγω αποφάσεως ήταν ακριβώς η αφαίρεση από την IMG της δυνατότητας συνάψεως συμβάσεως αναθέσεως με την Επιτροπή βάσει των διατάξεων του κανονισμού 966/2012 ( 36 ), και θεωρώ πως η επικαλούμενη από την Επιτροπή νομολογία δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα ( 37 ). Αφετέρου, ακόμη και εάν δεν αμφισβητείται ότι η IMG δεν είχε ποτέ κεκτημένο δικαίωμα για την υλοποίηση της εν λόγω δυνατότητας, εντούτοις η προσβληθείσα απόφαση είχε ως έννομο αποτέλεσμα να αφαιρεθεί από την ενδιαφερομένη το πλεονέκτημα μιας τέτοιας δυνατότητας, κατά τρόπο βέβαιο και οριστικό, δεδομένου ότι o ορισμός της GIZ αντί της IMG είχε ως αποτέλεσμα να απολέσει η τελευταία την ιδιότητά της ως εντεταλμένη οντότητα, για την ενδεχόμενη εκτέλεση του προϋπολογισμού για το επίμαχο πρόγραμμα ( 38 ). Τέλος, όσον αφορά το τελευταίο επιχείρημα που αναφέρεται ανωτέρω, το οποίο αντλείται από υποτιθέμενη εσφαλμένη εφαρμογή μιας νομολογίας η οποία αφορά ειδικά τις δημόσιες συμβάσεις, αρκεί, κατά την άποψή μου, η διαπίστωση ότι είναι πρόδηλο ότι δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς από την Επιτροπή ( 39 ) ώστε να μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ( 40 ).
44.
Εξάλλου, στην υπόθεση C‑184/17 P, που αφορά το έγγραφο της 8ης Μαΐου 2015, η Επιτροπή υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι μια εξουσιοδοτημένη οντότητα, όπως η IMG, δεν μπορεί να προσβάλλει παραδεκτώς μια πράξη, όπως το εν λόγω έγγραφο με το οποίο το όργανο αυτό της γνωστοποίησε ότι δεν θα της ανέθετε πλέον καθήκοντα εκτελέσεως του προϋπολογισμού, έως ότου υπάρξει απόλυτη βεβαιότητα ως προς το νομικό της καθεστώς ( 41 ).
45.
Κατά την Επιτροπή, το προσβληθέν έγγραφο παρήγαγε αμιγώς πραγματικά και όχι έννομα αποτελέσματα, καθώς και μόνον δυνητικά και όχι απτά αποτελέσματα, έναντι της IMG. Αναφέρει ότι, στο έγγραφο αυτό, περιορίστηκε να γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να μη συνάπτει πλέον συμβάσεις με την IMG με τη μέθοδο της έμμεσης διαχειρίσεως που εφαρμόζεται στους διεθνείς οργανισμούς, η οποία προβλέπεται από τον κανονισμό 966/2012 ( 42 ), όσο θα υπήρχαν αμφιβολίες σχετικά με το νομικό καθεστώς της ενδιαφερομένης. Προσθέτει ότι η IMG δεν είχε δικαίωμα προς σύναψη συμβάσεως το οποίο εξαρτιόταν από τη βούληση της Επιτροπής, πολύ λιγότερο δε δικαίωμα προς σύναψη συμβάσεως σύμφωνα με τις επίμαχες μεθόδους, οι οποίες εφαρμόζονται μόνον σε ορισμένους οργανισμούς.
46.
Εντούτοις, όπως και στην ανάλυση που προηγήθηκε όσον αφορά την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014, έτσι και εδώ διαπιστώνω ότι το έγγραφο της 8ης Μαΐου 2015 παρήγαγε δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, και όχι μόνον πραγματικά ή δυνητικά, ως προς τη θέση της IMG, καθόσον η Επιτροπή εξέφρασε με αυτό τη βούλησή της να μη συνάπτει νέες συμβάσεις αναθέσεως με την ενδιαφερομένη ( 43 ), πράξη με χαρακτήρα αποφάσεως η οποία έθεσε αμέσως και απευθείας τέλος σε κάθε δυνατότητα να ανατίθενται στην IMG, με την ιδιότητα του διεθνούς οργανισμού, καθήκοντα εκτελέσεως του προϋπολογισμού, και τούτο μέχρι νεοτέρας εντολής.
47.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, στις δύο αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, κρίνοντας ότι η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014 και το έγγραφο της 8ης Μαΐου 2015 αντιστοίχως παρήγαγαν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να θίξουν ουσιωδώς τα συμφέροντα της IMG, και ότι, κατά συνέπεια, οι δύο πράξεις κατά των οποίων βάλλουν οι ασκηθείσες από αυτήν προσφυγές ήταν σαφώς δεκτικές προσφυγής πράξεις για τον λόγο αυτό βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.
2. Επί του μη επιβεβαιωτικού χαρακτήρα των βαλλόμενων πράξεων
48.
Δεύτερον, στην απόφαση C‑183/17 P μόνον, η Επιτροπή προσάπτει επιπλέον στο Γενικό Δικαστήριο ότι απέρριψε την άλλη ένσταση απαραδέκτου που είχε προβάλει ενώπιόν του. Συναφώς, του προσάπτει ότι έκρινε ότι η προσβληθείσα απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014 δεν συνιστούσε αμιγώς επιβεβαιωτική πράξη του εγγράφου της 25ης Απριλίου 2014, με το οποίο το εν λόγω θεσμικό όργανο ενημέρωσε την IMG για τη λήψη των συντηρητικών μέτρων της 26ης Φεβρουαρίου 2014. Από την πλευρά της, η IMG θεωρεί ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω ένσταση. Αυτή είναι και η δική μου άποψη.
49.
Κατά πρώτον, κατά την Επιτροπή, εσφαλμένως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι εμφανίστηκε «νέο στοιχείο» στο μέτρο που η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014 απέκλειε «κατά τρόπο οριστικό» τη δυνατότητα της IMG να συνάψει μια ενδεχόμενη σύμβαση αναθέσεως, ενώ το έγγραφο της 25ης Απριλίου 2014 την είχε αποκλείσει κατά τρόπο «παροδικό» ή «προσωρινό» ( 44 ).
50.
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, αφενός, είναι απαράδεκτη προσφυγή ακυρώσεως κατά πράξεως αμιγώς επιβεβαιωτικής άλλης αποφάσεως η οποία έχει καταστεί απρόσβλητη ( 45 ) και, αφετέρου, αυτό συμβαίνει όταν η προσβληθείσα πράξη δεν περιλαμβάνει κανένα νέο πραγματικό ή νομικό στοιχείο σε σχέση με την προηγούμενη πράξη ( 46 ). Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, η επίμαχη πράξη δεν αποσκοπεί στο να παραγάγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα αυτοτελή σε σχέση με τα αποτελέσματα της αποφάσεως την οποία επιβεβαιώνει ( 47 ).
51.
Εν προκειμένω, θα μπορούσε, εκ πρώτης όψεως, να αντιταχθεί στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως η Επιτροπή αφήνει να εννοηθεί, ότι η προσβληθείσα απόφαση ελήφθη υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις υπό τις οποίες είχαν ληφθεί τα προγενέστερα αυτής συντηρητικά μέτρα, ήτοι λόγω των αμφιβολιών που υπήρχαν ως προς το καθεστώς της IMG ως διεθνούς οργανισμού, και έτσι η επίμαχη απόφαση δεν περιείχε νέο στοιχείο ( 48 ). Ωστόσο, είναι κατ’ εμέ αναμφισβήτητο ότι μια σειρά περιστατικών, που συνιστούν νέα δεδομένα, έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των οικείων πράξεων, και ειδικότερα η παραλαβή, εκ μέρους της Επιτροπής, της τελικής εκθέσεως της OLAF, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2014 ( 49 ).
52.
Κυρίως, θεωρώ ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα εν λόγω συντηρητικά μέτρα ήταν σαφώς διακριτά σε σχέση με την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014, και τούτο, κατ’ εμέ, τόσο λόγω της νομικής τους φύσεως όσο και λόγω των συνεπειών τους. Όπως το υπογράμμισε το εν λόγω δικαστήριο, τα πρώτα είχαν ως συνέπεια να ανασταλεί μόνον προσωρινά ( 50 ) η δυνατότητα της IMG να συνάψει ενδεχομένως μια σύμβαση αναθέσεως με την Επιτροπή, ενώ η προσβληθείσα απόφαση είχε ως συνέπεια να αποκλειστεί κατά τρόπο μόνιμο, από την εν λόγω δυνατότητα, αντικαθιστώντας το όνομα της IMG με το όνομα της GIZ ( 51 ). Ειδικότερα, η προσβληθείσα απόφαση δεν περιορίζεται απλώς στο να επιβεβαιώσει την ουσία μιας προγενέστερης πράξεως, αλλά παρουσιάζει νέα στοιχεία, υπό την έννοια της ανωτέρω υπομνησθείσας νομολογίας, καθόσον ο σκοπός της και το πεδίο εφαρμογής της διαφέρουν από τα αντίστοιχα των συντηρητικών μέτρων ( 52 ), για τα οποία η ενδιαφερομένη είχε ενημερωθεί με το έγγραφο της 25ης Απριλίου 2014.
53.
Κατά δεύτερον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ακόμη και αν το εν λόγω έγγραφο και η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014 εκδόθηκαν μετά από διακριτές διοικητικές διαδικασίες και θεμελιώνονται σε διαφορετικές νομικές βάσεις, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ( 53 ), μια τέτοια διαπίστωση στερείται σημασίας, καθόσον η δεύτερη από τις εν λόγω πράξεις είναι σαφώς άμεση και αυτοδίκαιη συνέπεια της πρώτης.
54.
Δε συμμερίζομαι την άποψη αυτή, καθόσον θεωρώ ότι, σύμφωνα με τα κριτήρια εκτιμήσεως που επανειλημμένως λαμβάνει υπόψη τόσο το Δικαστήριο όσο και το Γενικό Δικαστήριο ( 54 ), η προσβληθείσα απόφαση εντάσσεται σε διαφορετικό κανονιστικό πλαίσιο και παρήγαγε αυτοτελή έννομα αποτελέσματα σε σχέση με τα μέτρα που είχαν ληφθεί προηγουμένως, για τα οποία συνεπώς δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι απλώς επιβεβαιώθηκαν από την εν λόγω απόφαση.
55.
Πράγματι, η αναιρεσιβαλλόμενη στην υπόθεση C‑183/17 P απόφαση τόνισε, ορθώς κατ’ εμέ, ότι η Επιτροπή είχε λάβει τα επίμαχα συντηρητικά μέτρα στο πλαίσιο της έρευνας της OLAF σχετικά με το καθεστώς της IMG ως διεθνούς οργανισμού και βάσει των διατάξεων του κανονισμού 883/2013 σχετικά με την εκτέλεση μιας τέτοιας έρευνας ( 55 ), ενώ η προσβληθείσα απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος ετήσιας δράσεως του 2013 για τη Μιανμάρ/Βιρμανία που επρόκειτο να χρηματοδοτηθεί από τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και βάσει των διατάξεων του κανονισμού 966/2012 σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον εν λόγω προϋπολογισμό. Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η επίμαχη απόφαση παρουσίαζε σαφώς μια νέα πτυχή ( 56 ) καθόσον μόνον μια προσφυγή ακυρώσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως παρείχε στην IMG τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τη νομιμότητα όχι των μέτρων σχετικά με την έρευνα της OLAF, υπό το πρίσμα των διατάξεων του κανονισμού 883/2013, αλλά των μέτρων σχετικά με την ενδεχόμενη χορήγηση κεφαλαίων στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος δράσεως, υπό το πρίσμα των διατάξεων του κανονισμού 966/2012 ( 57 ).
56.
Συνεπώς, θεωρώ, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014 ουδόλως συνιστούσε την άμεση και αναγκαία προέκταση των συντηρητικών μέτρων που γνωστοποιήθηκαν στην IMG με το έγγραφο της 25ης Απριλίου 2014 ( 58 ).
57.
Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω στοιχείων, φρονώ ότι οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις στις υποθέσεις C‑183/17 P και C‑184/17 P δεν ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις ενστάσεις απαραδέκτου που προέβαλε στον πρώτο βαθμό η Επιτροπή. Εφόσον οι δύο πράξεις οι οποίες προσβλήθηκαν ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου ( 59 ) ήταν σαφώς πράξεις δεκτικές προσφυγής, οι προσφυγές ακυρώσεως που άσκησε η IMG κατά των εν λόγω πράξεων έπρεπε να κηρυχθούν παραδεκτές, όπως ορθώς έκρινε, κατ’ εμέ, το Γενικό Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι οι αιτήσεις ανταναιρέσεως που άσκησε η Επιτροπή στις παρούσες υποθέσεις δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν.
Β. Επί του βασίμου των αποφάσεων που εκδόθηκαν ως προς το καθεστώς της IMG σε σχέση με τη δημοσιονομική νομοθεσία της Ένωσης (δεύτεροι λόγοι των αναιρέσεων στις υποθέσεις C‑183/17 P και C‑184/17 P)
58.
Με τους δεύτερους λόγους των αναιρέσεών της οι οποίοι υποβλήθηκαν αντιστοίχως στις υποθέσεις C‑183/17 P και C‑184/17 P, και οι οποίοι αντλούνται από παράβαση της δημοσιονομικής νομοθεσίας της Ένωσης, από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και από παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας, η IMG υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένως ότι η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014 και το έγγραφο της 8ης Μαΐου 2015 της Επιτροπής αιτιολογούνταν δεόντως με βάση τις αμφιβολίες που υπήρχαν ως προς το καθεστώς της ενδιαφερομένης ως διεθνούς οργανισμού.
59.
Σε αντίκρουση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι δεύτεροι αυτοί λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι ή, άλλως, προδήλως αβάσιμοι. Από την πλευρά μου, θεωρώ ότι οι λόγοι αυτοί είναι παραδεκτοί αλλά αβάσιμοι, λαμβανομένων υπόψη των σκέψεων που θα εκτεθούν κατωτέρω, και οι οποίες αφορούν καταρχάς το επιχείρημα της IMG που θεωρώ ως το πιο σημαντικό ( 60 ), και εν συνεχεία τα επιχειρήματα που είναι κατ’ εμέ δευτερεύοντα.
1. Επί του κυρίου σκέλους των δεύτερων λόγων των αναιρέσεων στις υποθέσεις C‑183/17 P και C‑184/17 P
60.
Κατά τους δεύτερους αυτούς λόγους αναιρέσεως, η IMG προσάπτει κυρίως στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν προέβη στον κατάλληλο έλεγχο των πλημμελειών που αυτή καταλογίζει στην Επιτροπή στις δύο υποθέσεις που εισήχθησαν ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου. Η IMG υποστηρίζει, πρώτον, ότι η αιτιολογία των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων είναι εσφαλμένη, καθόσον η ενδιαφερομένη δεν μπόρεσε να έχει πρόσβαση, πριν την έκδοση των δύο προσβληθεισών πράξεων, στις δηλώσεις των κρατών που συνέλεξε η OLAF ( 61 ). Εν συνεχεία, υποστηρίζει ότι η αιτιολογία των αποφάσεων αυτή είναι ελλιπής, στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο δεν εξηγεί γιατί, υπό το πρίσμα των οικείων διατάξεων της δημοσιονομικής νομοθεσίας της Ένωσης ( 62 ), αρκεί το ότι πέντε κράτη αμφισβήτησαν το καθεστώς της IMG ως «διεθνούς οργανισμού» προκειμένου να δικαιολογηθεί ότι η ιδιότητα αυτή δεν της αναγνωρίστηκε στις δύο προσβληθείσες πράξεις ( 63 ).
61.
Σε αντίκρουση, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες στο στάδιο της αναιρέσεως, επειδή, αφενός, θέτουν πραγματικά και όχι νομικά ζητήματα, και αφετέρου, εκκινούν από ισχυρισμούς οι οποίοι δεν προβλήθηκαν στον πρώτο βαθμό και συνεπώς είναι νέοι. Προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, στην περίπτωση που οι αιτιάσεις αυτές κριθούν παραδεκτές, είναι προδήλως αβάσιμες, επειδή οι προσφυγές που εισήχθησαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν αφορούσαν το εάν η IMG ήταν ή όχι διεθνής οργανισμός υπό την έννοια της δημοσιονομικής νομοθεσίας της Ένωσης ( 64 ), αλλά αποσκοπούσαν στο να καθοριστεί εάν, λαμβανομένων υπόψη των αμφιβολιών που υπήρχαν ως προς το νομικό καθεστώς της ενδιαφερομένης, οι προσβληθείσες πράξεις εντάσσονταν ή όχι στα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που διέθετε η Επιτροπή για να εκτελέσει τον προϋπολογισμό της Ένωσης.
62.
Από την πλευρά μου, θεωρώ, πρώτον, ότι οι αιτιάσεις που αναπτύσσονται στο οικείο σκέλος των δευτέρων λόγων αναιρέσεως είναι σαφώς παραδεκτές, καθόσον, όπως υποστήριξε η IMG στην απάντησή της, η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο αυτό δεν είναι ούτε πραγματικής ούτε νέας φύσεως. Πράγματι, αφενός, η εν λόγω επιχειρηματολογία βασίζεται στην υποτιθέμενη παράβαση κανόνα δικαίου, καθόσον θέτει υπό αμφισβήτηση το βάσιμο, υπό το πρίσμα της δημοσιονομικής νομοθεσίας της Ένωσης, του σκεπτικού που έγινε δεκτό στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις προκειμένου να απορριφθούν οι προσφυγές της IMG. Αφετέρου, η επιχειρηματολογία αυτή επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν μία από τις θέσεις που υποστήριξε η IMG στον πρώτο βαθμό, ήτοι τη θέση κατά την οποία η Επιτροπή δεν τήρησε την εν λόγω νομοθεσία όταν εξέδωσε τις προσβληθείσες πράξεις ( 65 ).
63.
Δεύτερον, επί της ουσίας, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία η θέση που υποστηρίζει η IMG είναι εσφαλμένη, δεδομένου ότι ούτε η Επιτροπή ούτε κατά συνέπεια το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκαν ως προς το εάν η IMG είχε, ή όχι, την ιδιότητα του «διεθνούς οργανισμού», απουσία νομικού χαρακτηρισμού η οποία αποτελεί κατά την άποψή μου κρίσιμης σημασίας στοιχείο. Το εν λόγω δικαστήριο εξέτασε στην πραγματικότητα το εάν, λαμβανομένων υπόψη των αμφιβολιών που υπήρχαν ως προς το θέμα αυτό, η Επιτροπή μπορούσε να αποφασίσει με απόλυτη νομιμότητα, ήτοι χωρίς να υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ή σε πλάνη περί το δίκαιο, να μην αναθέτει πλέον καθήκοντα εκτελέσεως του προϋπολογισμού στην IMG με την εν λόγω ιδιότητα για όσο διάστημα δεν έχουν εξαλειφθεί οι εν λόγω αμφιβολίες ( 66 ). Έτσι, στα αποσπάσματα των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων κατά των οποίων βάλλει εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο εστιάζει την ανάλυσή του στο εάν, με το να θεωρήσει ότι υπήρχαν αμφιβολίες σχετικά με το καθεστώς της IMG ως διεθνούς οργανισμού και με το να αντλήσει τις συνέπειες που προκύπτουν από τις προσβληθείσες πράξεις, η Επιτροπή υπερέβη, ή όχι, τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας και παραβίασε τους όρους που προβλέπονται από τις εφαρμοστέες διατάξεις της δημοσιονομικής νομοθεσίας της Ένωσης ( 67 ). Το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε αρνητικά ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, αιτιολογώντας, με επάρκεια δικαίου, κατά τη γνώμη μου, τη θέση αυτή.
64.
Λαμβανομένου υπόψη του κατά τον τρόπο αυτό ορισθέντος αντικειμένου των διαδικασιών στον πρώτο βαθμό, φρονώ ότι δεν είναι απαραίτητο, και μάλιστα θεωρώ ότι στερείται σημασίας, το να εξεταστούν οι αιτιάσεις της IMG με τις οποίες προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη ότι πληρούσε τις δύο απαιτούμενες προϋποθέσεις για να αποτελεί «διεθνή οργανισμό» κατά την έννοια της εν λόγω νομοθεσίας ( 68 ), παρά τις επίμαχες δηλώσεις ορισμένων, φερόμενων ως μελών ή πρώην μελών της οντότητας αυτής, κρατών, καθόσον μόνο πέντε κράτη σε σύνολο δεκαέξι κρατών ( 69 ) εξέφρασαν αμφιβολίες σχετικά με το ζήτημα αυτό ( 70 ). Θεωρώ ότι τέτοιοι παράγοντες δεν είναι ικανοί, σε κάθε περίπτωση, να αποδείξουν ότι η Επιτροπή έσφαλε από νομικής απόψεως εκφράζοντας αμφιβολίες για το καθεστώς της IMG ως διεθνούς οργανισμού και αντλώντας τις προαναφερθείσες συνέπειες. Επίσης, θεωρώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έκανε εσφαλμένη χρήση της ελεγκτικής του εξουσίας καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι, με βάση τις αποδείξεις που υπήρχαν στο φάκελό της ( 71 ), ήταν θεμιτό και νόμιμο να αποφασίσει η Επιτροπή να μην αναθέτει πλέον καθήκοντα εκτελέσεως του προϋπολογισμού της Ένωσης στην IMG, ως προληπτικό, κατά κάποιο τρόπο, μέτρο όσο το ζήτημα το νομικού καθεστώτος της ενδιαφερομένης δεν είχε διευκρινιστεί.
65.
Τρίτον, όσον αφορά τα εισαγωγικά επιχειρήματα της IMG κατά τα οποία οι αμφιβολίες της Επιτροπής βασίζονται σε στοιχεία αντλούμενα από την έρευνα της OLAF, ενώ δεν δόθηκε στην ενδιαφερομένη η δυνατότητα να τα αμφισβητήσει εγκαίρως ( 72 ), θα περιοριστώ να διαπιστώσω ότι τα εν λόγω επιχειρήματα δεν αφορούν την παράβαση της δημοσιονομικής νομοθεσίας της Ένωσης, στην οποία επικεντρώνεται το παρόν σκέλος των δεύτερων λόγων αναιρέσεως, αλλά την τήρηση των δικαιωμάτων άμυνας, που θα εξεταστεί στο πλαίσιο των άλλων λόγων που προβλήθηκαν στις παρούσες υποθέσεις ( 73 ), δεδομένου ότι η προβληματική αυτή συνιστά το κύριο αντικείμενο των τελευταίων αυτών.
66.
Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, θεωρώ αβάσιμες τις αιτιάσεις που προέβαλε η IMG με το ανωτέρω εξετασθέν σκέλος των δεύτερων λόγων αναιρέσεως στις υποθέσεις C‑183/17 P και C‑184/17 P.
2. Επί των πρόσθετων σκελών των δευτέρων λόγων των αιτήσεων αναιρέσεως στις υποθέσεις C‑183/17 P και C‑184/17 P
67.
Πρώτον, στην αρχή των δεύτερων λόγων των αναιρέσεών της στην υπόθεση C‑183/17 P και στην υπόθεση C‑184/17 P, η IMG υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το σκεπτικό που έκανε δεκτό το Γενικό Δικαστήριο στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις βασίζεται στην παραδοχή λόγων που ενέχουν πλημμέλεια, καθόσον το εν λόγω δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και παραμόρφωσε τα στοιχεία της δικογραφίας ( 74 ). Υποστηρίζει ότι το εν λόγω δικαστήριο προσέδωσε μια μη ορθή αιτιολογία στις προσβαλλόμενες αντιστοίχως πράξεις στις εν λόγω υποθέσεις, ήτοι στην απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014 και στο έγγραφο της 8ης Μαΐου 2015.
68.
Επισημαίνω ότι πρόκειται, όπως αναφέρει η ίδια η IMG και όπως παρατηρεί η Επιτροπή, για επιχείρημα το οποίο επαναλαμβάνει τις αιτιάσεις που έχουν ήδη διατυπωθεί στο πλαίσιο των πρώτων λόγων των αιτήσεων αναιρέσεως που έχουν ασκηθεί στις δύο αυτές υποθέσεις, οι οποίοι δεν αποτελούν αντικείμενο των παρουσών προτάσεων. Θα αναφέρω απλώς ότι θεωρώ ότι, στα αποσπάσματα που παραθέτει η IMG ( 75 ), πρόθεση του Γενικού Δικαστηρίου δεν ήταν να εκθέσει την αιτιολογία που περιείχαν οι ίδιες οι προσβληθείσες πράξεις, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι εν λόγω πράξεις, ειδικότερα για να στοιχειοθετήσει το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε γνωστοποιήσει στην IMG, πριν την έκδοση των εν λόγω πράξεων, ότι είχε αμφιβολίες ως προς το νομικό της καθεστώς ( 76 ). Η υποτιθέμενη πλημμέλεια των λόγων των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων κατά των οποίων βάλλει η IMG είναι επομένως αβάσιμη, καθόσον οφείλεται σε μια εσφαλμένη, κατ’ εμέ, ανάγνωση των αποφάσεων αυτών.
69.
Δεύτερον, κατά τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς της στην υπόθεση C‑184/17 P, η IMG επικαλείται παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας ( 77 ), προσάπτοντας στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε ότι η ενδιαφερομένη δεν είχε προσκομίσει στοιχεία που να επιτρέπουν την αντίκρουση των αμφιβολιών που είχε εκφράσει η Επιτροπή, καίτοι η IMG είχε προσκομίσει ενώπιον του εν λόγω οργάνου και εν συνεχεία ενώπιον του δικαστηρίου αυτού σειρά εγγράφων για να αποδείξει ότι οι εν λόγω αμφιβολίες ήταν αβάσιμες. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι από τα οκτώ έγγραφα στα οποία εστιάζει συνάγεται «ότι τα πέντε οικεία κράτη [ ( 78 )] υπέγραψαν την ιδρυτική πράξη της IMG· ότι η Νορβηγία υπέγραψε το καταστατικό της IMG· ότι η Νορβηγία, το Βέλγιο και η Πορτογαλία συμμετείχαν στις συνεδριάσεις του οργάνου διοικήσεως της IMG. Επιπλέον, δύο φορές ο Πρόεδρος της συνεδριάσεως της 25ης Νοεμβρίου 1994 διαπίστωσε ότι τα πέντε αυτά κράτη μέλη υπέγραψαν τη συστατική πράξη της IMG και, εξάλλου, κανένα από τα κράτη αυτά δεν γνωστοποίησε στην IMG ότι αποσυρόταν από αυτή» ( 79 ). Η Επιτροπή απορρίπτει την αιτίαση αυτή αμφισβητώντας όχι μόνον την προσέγγιση της αναιρεσείουσας, αλλά και την ανάλυση των συγκεκριμένων στοιχείων στην οποία προβαίνει η τελευταία ( 80 ).
70.
Από πάγια νομολογία συνάγεται ότι, στο πλαίσιο αναιρέσεως, η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά την αποδεικτική ισχύ των στοιχείων της δικογραφίας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, υπό την επιφύλαξη των περιπτώσεων είτε παράβασης των κανόνων σχετικά με το βάρος και τη διεξαγωγή αποδείξεων είτε παραμορφώσεως των εν λόγω στοιχείων. Επιπλέον, ο προσφεύγων δεν μπορεί, με το πρόσχημα της επικλήσεως της παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, να αποσκοπεί στην πραγματικότητα να επιτύχει νέα εκτίμηση αυτών, και ιδίως της αξίας που πρέπει να τους προσδοθεί, πράγμα που δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου ( 81 ).
71.
Εν προκειμένω, θεωρώ ότι στις σκέψεις 102 και 106 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15, κατά των οποίων η αναιρεσείουσα βάλλει ειδικά, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, μετά από εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η IMG, ότι η IMG δεν απέδειξε με επάρκεια δικαίου ότι τα εν λόγω κράτη συνέχιζαν πράγματι να θεωρούν ότι ήσαν μέλη της, παρά τις δηλώσεις που είχαν κάνει ενώπιον της OLAF. Θεωρώ ότι από την εξέταση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο προκειμένου να εκτιμήσει την αποδεικτική τους ισχύ δεν προκύπτει καμία παραμόρφωση του περιεχομένου τους, και, ειδικότερα, προκύπτει ότι η IMG δεν ανέδειξε καμία ανακρίβεια των πραγματικών περιστατικών, κατά την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ερμηνεία των αποδεικτικών στοιχείων.
72.
Τρίτον, πάντα στην υπόθεση C‑184/17 P, η IMG υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως, και επικαλείται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιείχε, αφενός, αντιφατική αιτιολογία όσον αφορά τη μη άσκηση επιρροής των προ της εκθέσεως της OLAF θέσεων της Επιτροπής και, αφετέρου, αμφισβητήσιμη αιτιολογία στο μέτρο που αφορούσε τη θέση εν αμφιβόλω της financial backing (οικονομικής εγγυήσεως) της IMG μετά τις αμφισβητήσεις που εξέφρασαν ορισμένα κράτη ( 82 ).
73.
Υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο δεν υποχρεούται να αιτιολογεί κάθε επιλογή του όταν κάνει δεκτό, προς στήριξη αποφάσεώς του, ένα αποδεικτικό στοιχείο αντί άλλου. Εντούτοις, από την αιτιολογία της αποφάσεώς του πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου, ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους της ληφθείσας αποφάσεως, το δε Δικαστήριο να ασκεί τον δικαστικό του έλεγχο ( 83 ).
74.
Εν προκειμένω, όσον αφορά την πρώτη προαναφερθείσα αιτίαση, η οποία βάλλει κατά της σκέψεως 105 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15 απομονώνοντάς την από το πλαίσιό της, επισημαίνω ότι, υπό το φως των σκέψεων που προηγούνται του επίμαχου αποσπάσματος ( 84 ), φαίνεται κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι το Γενικό Δικαστήριο θέλησε να απορρίψει το επιχείρημα της IMG που αντλείται από το ότι στο παρελθόν η Επιτροπή την είχε αντιμετωπίσει ως διεθνή οργανισμό, επισημαίνοντας ότι οι θέσεις αυτές είναι προγενέστερες των αμφιβολιών που προέκυψαν από την έρευνα της OLAF, αμφιβολίες που έκαναν το εν λόγω θεσμικό όργανο να αλλάξει θέση και οι οποίες αποτελούν το στοιχείο-κλειδί των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο. Το ότι το εν λόγω δικαστήριο υποτίθεται ότι δεν έλαβε υπόψη τα στοιχεία που γνωστοποίησε η IMG κατά τη διάρκεια της έρευνας της OLAF, σύμφωνα με τη μομφή που διατυπώνει η ενδιαφερομένη, δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να θεωρηθεί ότι συνιστά αντίφαση ούτε να θέσει υπό αμφισβήτηση τον επαρκή χαρακτήρα της αιτιολογίας που περιέχεται στην εν λόγω σκέψη ( 85 ). Κατά συνέπεια, η παρούσα αιτίαση δεν μπορεί παρά να απορριφθεί.
75.
Όσον αφορά τη δεύτερη προαναφερθείσα αιτίαση, που βάλλει κατά των σκέψεων 102 και 108 της ίδιας αποφάσεως, παρατηρώ ότι η IMG προσάπτει κατ’ ουσίαν στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε ότι οι δηλώσεις των κρατών που αμφισβήτησαν το γεγονός ότι είναι μέλη της εν λόγω οντότητας όφειλαν να εμποδίσουν τον χαρακτηρισμό της εν λόγω οντότητας ως διεθνούς οργανισμού επειδή τούτο θα της στερούσε την οικονομική τους στήριξη, ενώ, κατά την IMG, η τελευταία αυτή παράμετρος δεν είναι απαιτούμενη προϋπόθεση, σε σχέση με τη δημοσιονομική νομοθεσία του 2012, για να πληρούται ένας τέτοιος χαρακτηρισμός ( 86 ). Εντούτοις, κατ’ εμέ, από την εξέταση των δύο, κατά τον τρόπο αυτό, βαλλόμενων σκέψεων συνάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο ουδέποτε διατύπωσε τέτοιους λόγους ( 87 ) και ότι το σκεπτικό που περιέχεται είναι αυτό καθεαυτό σαφές και ικανό να αιτιολογήσει το συμπέρασμα που σκοπεί να στηρίξει, και κατά συνέπεια η εν λόγω αιτίαση είναι προδήλως αβάσιμη.
76.
Από τα ανωτέρω συνάγεται, κατ’ εμέ, ότι οι βαλλόμενες από τις δύο αυτές αιτιάσεις σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν ενέχουν παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
77.
Συμπερασματικά, είμαι της γνώμη ότι οι δεύτεροι λόγοι των αναιρέσεων της IMG στις υποθέσεις C‑183/17 P και C‑184/17 P πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Γ. Επί του περιεχομένου των δικαιωμάτων άμυνας που επικαλείται η IMG (τέταρτος λόγος αναιρέσεως στην υπόθεση C‑183/17 P και τρίτος λόγος αναιρέσεως στην υπόθεση C‑184/17 P)
78.
Θεωρώ ότι τα αντλούμενα από μια ενδεχόμενη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας επιχειρήματα που εκθέτει η IMG με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο στην αναίρεσή της στην υπόθεση C‑183/17 P και τον τρίτο αναιρετικό λόγο στην αναίρεσή της στην υπόθεση C‑184/17 P, αντιστοίχως, πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο μιας συμπληρωματικής αλλά χωριστής αναλύσεως, καθόσον η διατύπωση των εν λόγω λόγων παρουσιάζει ορισμένα κοινά σημεία αλλά και ορισμένες διαφορές.
1. Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως στην υπόθεση C‑183/17 P
79.
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεώς της στην υπόθεση C‑183/17 P, η IMG προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ( 88 ), σε παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως ( 89 ). Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής, η οποία απορρίπτει την επιχειρηματολογία αυτή στο υπόμνημά της αντικρούσεως ( 90 ), και θεωρώ ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, και μάλιστα προδήλως αβάσιμος, για τους ακόλουθους λόγους.
80.
Πρώτον, αναφερόμενη σε απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου που αφορά το δικαίωμα ακροάσεως κάθε προσώπου πριν εκδοθεί εις βάρος του βλαπτική απόφαση ( 91 ), η IMG υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, δεν ενημερώθηκε για τους ακριβείς λόγους για τους οποίους η Επιτροπή είχε αμφιβολίες για την ιδιότητά της ως διεθνούς οργανισμού και ότι δεν της δόθηκε η δυνατότητα να διατυπώσει την άποψή της ως προς το θέμα αυτό, πριν το εν λόγω όργανο εκδώσει την προσβληθείσα απόφαση, ήτοι την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014.
81.
Υπενθυμίζω ότι το δικαίωμα ακροάσεως θεσπίζεται με το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα σε χρηστή διοίκηση. Κατά το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει ιδίως το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση πριν να ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του. Κατά πάγια νομολογία, αυτό συνεπάγεται ότι στον αποδέκτη βλαπτικής αποφάσεως πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα να διατυπώσει, λυσιτελώς και ουσιαστικώς, την άποψή του σχετικά με τα στοιχεία επί των οποίων η διοίκηση σκοπεύει να στηρίξει την επικείμενη απόφασή της, ούτως ώστε οι γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις του να μπορέσουν ενδεχομένως να ασκήσουν επίδραση στο περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως ή ακόμη να θέσουν υπό αμφισβήτηση την έκδοση αυτής ( 92 ).
82.
Εν προκειμένω, θεωρώ ότι το Γενικό Δικαστήριο μετά από εμπεριστατωμένη ανάλυση των πραγματικών περιστατικών και χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο έκρινε ότι η Επιτροπή είχε ενημερώσει επαρκώς την IMG ως προς την προέλευση των αμφιβολιών που είχε σχετικά με το νομικό καθεστώς της τελευταίας και της είχε δώσει εγκύρως τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει τα επιχειρήματά της σε προηγούμενο στάδιο, στο πλαίσιο διαφόρων επιστολών που αντηλλάγησαν σχετικά με το θέμα αυτό πριν την έκδοση της προσβληθείσας αποφάσεως, και ότι κατά συνέπεια το δικαίωμα ακροάσεως της IMG σαφώς και έχει τηρηθεί ( 93 ).
83.
Δεύτερον, η IMG προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν πέτυχε ορθή ισορροπία μεταξύ της διατηρήσεως της εμπιστευτικότητας των ερευνών της OLAF και της εγγυήσεως του θεμελιώδους δικαιώματος ακροάσεως της ενδιαφερομένης. Κατά την IMG, εσφαλμένα το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η τήρηση της εν λόγω εμπιστευτικότητας μπορούσε να δικαιολογήσει το ότι η Επιτροπή δεν έθεσε στη διάθεση της IMG την τελική έκθεση της OLAF, στην οποία το εν λόγω θεσμικό όργανο είχε πρόσβαση μόλις πριν την έκδοση της αποφάσεως της 16ης Δεκεμβρίου 2014 ( 94 ). Η IMG βάλλει, ειδικότερα, κατά της σκέψεως 142 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15, όπου γίνεται αναφορά σε «νέα στοιχεία» τα οποία επικαλέστηκε η Επιτροπή.
84.
Συναφώς, επισημαίνω ότι, σε συνδυασμό με το δικαίωμα ακροάσεως του οποίου υπόμνηση έγινε ανωτέρω ( 95 ), το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε προσώπου να έχει πρόσβαση στον φάκελό του, τηρουμένων των νομίμων συμφερόντων της εμπιστευτικότητας και του επαγγελματικού και επιχειρηματικού απορρήτου. Πλην όμως, ο κανονισμός 883/2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την OLAF, προβλέπει στο άρθρο 10, παράγραφοι 1 έως 3, ότι οι πληροφορίες που διαβιβάζονται ή λαμβάνονται στο πλαίσιο τέτοιων ερευνών απολαύουν προστασίας και ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης υποχρεούνται να εξασφαλίσουν την τήρηση του εμπιστευτικού χαρακτήρα των εν λόγω πληροφοριών. Επίσης, ενώ το άρθρο 11, παράγραφοι 3 έως 5, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τη διαβίβαση της συνταχθείσας από την OLAF εκθέσεως έρευνας στις αρμόδιες εθνικές αρχές ή στα ενδιαφερόμενα θεσμικά όργανα, καμία διάταξη της εν λόγω νομικής πράξεως δεν προβλέπει διαβίβαση στο πρόσωπο το οποίο αφορά η έρευνα ( 96 ). Όπως έχει επανειλημμένως κρίνει, ορθώς κατ’ εμέ, το Γενικό Δικαστήριο, σε υποθέσεις που αφορούν προβληματική ανάλογη με αυτή που εξετάζεται στην παρούσα υπόθεση, από το εφαρμοστέο στην OLAF νομοθετικό πλαίσιο συνάγεται ότι μόνον όταν οι αρχές που είναι αποδέκτες της έρευνας της εν λόγω υπηρεσίας σκοπεύουν να εκδώσουν πράξεις βλαπτικές για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο βασιζόμενες σε μια τέτοια έκθεση οφείλουν, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες που εφαρμόζονται επ’ αυτών, να επιτρέψουν στο οικείο πρόσωπο την πρόσβαση στην εν λόγω έκθεση προκειμένου να του είναι δυνατό να ασκήσει τα δικαιώματά του άμυνας ( 97 ).
85.
Στην παρούσα υπόθεση C‑183/17 P, θεωρώ ότι, στο μέτρο που η Επιτροπή σκόπευε να βασίσει την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014 –η οποία είναι βλαπτική για την IMG ( 98 )– απευθείας στην τελική έκθεση της OLAF ( 99 ), θα έπρεπε, αναμφισβήτητα, να είχε αφήσει την ενδιαφερομένη να έχει πρόσβαση στο περιεχόμενο της εν λόγω εκθέσεως και να της δώσει τη δυνατότητα να παρουσιάσει τα επιχειρήματα της άμυνάς της ( 100 ), κυρίως εάν αποδεικνυόταν ότι το εν λόγω έγγραφο περιείχε νέα στοιχεία δυνάμενα να ληφθούν υπόψη εις βάρος της από την Επιτροπή.
86.
Ωστόσο, παρατηρώ καταρχάς ότι, από την ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, φαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε επανειλημμένως στην ισορροπία που έπρεπε να επιτευχθεί μεταξύ της ενδεχόμενης κοινοποιήσεως από την Επιτροπή «νέων στοιχείων» που περιέχονταν στον φάκελό της και της ανάγκης διατηρήσεως της εμπιστευτικότητας της έρευνας της OLAF, και τούτο όχι σε σχέση με την τελική έκθεση της OLAF, όπως η IMG αφήνει να εννοηθεί στην αίτηση αναιρέσεώς της, αλλά σε σχέση με το έγγραφο της 25ης Απριλίου 2014 ( 101 ). Όμως, επισημαίνω ότι το εν λόγω έγγραφο εστάλη στην IMG από την Επιτροπή σε χρόνο κατά τον οποίο βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη η έρευνα της OLAF και η προστασία της εμπιστευτικότητας αυτής ήταν επομένως ιδιαιτέρως απαραίτητη. Επιπροσθέτως, από τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο συνάγεται, αφενός, ότι στο έγγραφο της 25ης Απριλίου 2014 αναφέρεται ότι τα «νέα στοιχεία» που προέκυψαν από την εν λόγω έρευνα απλώς επιβεβαίωσαν τις αμφιβολίες που είχε ήδη εκφράσει η Επιτροπή ως προς το καθεστώς της IMG ( 102 ) και, αφετέρου, ότι η IMG δεν αμφισβήτησε, ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου, ότι η Επιτροπή υποχρεούνταν, δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 883/2013, να διατηρήσει την εν λόγω εμπιστευτικότητα καθώς και, κατά συνέπεια, να μη γνωστοποιήσει τις λεπτομέρειες των νέων αυτών στοιχείων ( 103 ).
87.
Επιπροσθέτως, εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, ορθώς κατ’ εμέ, ότι παρά τον υποτιθέμενο περιορισμένο χαρακτήρα της πληροφορήσεως που η Επιτροπή έδωσε στην IMG, εντούτοις η τελευταία έλαβε σαφώς γνώση των λόγων για τους οποίους εκδόθηκε η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014, ιδίως χάρις στο έγγραφο της 25ης Απριλίου 2014 ( 104 ), και τούτο με ικανοποιητική ακρίβεια ούτως ώστε η ενδιαφερομένη να ήταν σε θέση να αμυνθεί πριν την απόφαση αυτή εάν σκόπευε να το πράξει ( 105 ). Πράγματι, όπως έχουν ήδη τονίσει άλλοι γενικοί εισαγγελείς ( 106 ), η πρόσβαση στις πληροφορίες που κατέχει ένα θεσμικό όργανο της Ένωσης δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά αποβλέπει στο να παράσχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να αμυνθεί, ούτως ώστε να μην πρέπει να απαγγελθεί η ακυρότητα μιας πράξεως όταν διαπιστώνεται ότι μια υποτιθέμενη πλημμέλεια δεν είχε επιρροή στην άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας. Προσθέτω ότι η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη συναφώς το Γενικό Δικαστήριο δεν δύναται να τεθεί υπό αμφισβήτηση στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον καμία παραμόρφωση δεν αποδείχθηκε και δεν έγινε καν επίκληση παραμορφώσεως στο επίπεδο αυτό ( 107 ).
88.
Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και ιδίως η σκέψη 142 αυτής, κατά της οποίας βάλλει ειδικώς η IMG ως προς το ζήτημα αυτό, περιέχει αιτιολογία η οποία δεν ενέχει πλάνη περί το δίκαιο καθόσον αναφέρεται στην ισορροπία που απαιτείται μεταξύ της εμπιστευτικότητας της διεξαχθείσας από την OLAF έρευνας και της δυνατότητας που δίνεται στην ενδιαφερομένη να ασκήσει τα δικαιώματά της άμυνας.
89.
Τρίτον, η IMG βάλλει ειδικά κατά του σκεπτικού του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 143 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15, και τούτο από τρεις οπτικές γωνίες. Πρώτον, επικαλείται παράβαση της υποχρεώσεως της χρηστής διοικήσεως όσον αφορά τον υποτιθέμενο άμεσο σύνδεσμο μεταξύ των μέτρων που έλαβε προηγουμένως η Επιτροπή και της προσβληθείσας αποφάσεως. Δεύτερον, επαναλαμβάνει το επιχείρημά της ότι η Επιτροπή δεν τήρησε το δικαίωμα ακροάσεώς της πριν την απόφαση αυτή όσον αφορά τις επικαλούμενες αμφιβολίες. Τρίτον, η IMG υποστηρίζει ότι όφειλε να αποδείξει, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, όχι ότι η έκβαση της διαδικασίας θα ήταν διαφορετική, αλλά απλώς ότι θα μπορούσε να ήταν διαφορετική εάν είχε τη δυνατότητα να διατυπώσει την άποψή της.
90.
Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, δε συμμερίζομαι την ανάλυση της IMG κατά την οποία εσφαλμένως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014 ήταν η «άμεση συνέπεια» πράξεων που προηγήθηκαν αυτής ( 108 ), ενώ, κατά την αναιρεσείουσα, οι εν λόγω πράξεις και εν συνεχεία η εν λόγω απόφαση έλαβαν χώρα με πολλούς μήνες διαφορά, ενώ η Επιτροπή παρέλαβε εν τω μεταξύ την τελική έκθεση της OLAF και δεν μπορούσε να έχει παγιώσει τη θέση της ήδη από το στάδιο των συντηρητικών μέτρων που είχε λάβει νωρίτερα. Πράγματι, θεωρώ ότι στη σκέψη 143 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε στην πραγματικότητα να κρίνει, ορθώς κατ’ εμέ, ότι η προσβληθείσα απόφαση αποτελούσε άμεση συνέχεια της υπάρξεως αμφιβολιών σχετικά με το νομικό καθεστώς της IMG, αμφιβολίες οι οποίες είχαν ήδη γνωστοποιηθεί σε αυτήν ( 109 ), και ότι συνεπώς η ενδιαφερομένη είχε ενημερωθεί ότι, ελλείψει προσκομίσεως εκ μέρους της στοιχείων που να μπορούν να άρουν τις εν λόγω αμφιβολίες, δεν θα μπορούσε να της ανατεθεί η εκτέλεση του προϋπολογισμού για το προβλεπόμενο στην αρχική εκτελεστική απόφαση πρόγραμμα.
91.
Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, σχετικά με το δικαίωμα της IMG να μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα άμυνάς της, αρκεί η διαπίστωση ότι η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω ( 110 ).
92.
Όσον αφορά την τρίτη αιτίαση, κατά την οποία το Γενικό Δικαστήριο υποτίθεται ότι απαίτησε από την IMG να αποδείξει ότι η επικαλούμενη προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως άσκησε πράγματι επιρροή στην έκβαση της επίμαχης διαδικασίας, ενώ η νομολογία ( 111 ) επιβάλλει απλώς την προσκόμιση της αποδείξεως μιας δυνητικής επιρροής, θεωρώ ότι το εν λόγω δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Κατά πάγια νομολογία στην οποία αναφέρεται το Γενικό Δικαστήριο, εναπόκειται στον δικαστή να διακριβώσει, όταν εκτιμά ότι υφίσταται διαδικαστική πλημμέλεια, εάν, σε συνάρτηση με τις πραγματικές και νομικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, η επίμαχη διαδικασία θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα, εάν είχε διασφαλιστεί καλύτερα η άμυνα της προσφεύγουσας ελλείψει της εν λόγω πλημμέλειας ( 112 ). Κατά συνέπεια, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ( 113 ), στο πλαίσιο της κυρίαρχης κρίσεώς του των πραγματικών περιστατικών, ότι δεν αποδείχθηκε, από την εξέταση τόσο των επιχειρημάτων που προέβαλε η IMG όσο και των στοιχείων της δικογραφίας, ότι η έκβαση της διαδικασίας θα μπορούσε να είναι διαφορετική εάν η Επιτροπή είχε ενημερώσει την ενδιαφερομένη ειδικά για την πρόθεσή της να εκδώσει την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014.
93.
Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, φρονώ ότι ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλεται στην υπόθεση C‑183/17 P πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
2. Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως στην υπόθεση C‑184/17 P
94.
Στην υπόθεση C‑184/17 P, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η IMG ( 114 ) συμπίπτει εν μέρει με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως στην υπόθεση C‑183/17 P που αναφέρεται ανωτέρω, καθόσον αφορά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας με βάση επιχειρήματα ανάλογα με αυτά που εκτίθενται προς στήριξη του τελευταίου αυτού λόγου, αλλά και από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και από παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων που δεν προβάλλονται στην υπόθεση C‑183/17 P ( 115 ). Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ( 116 ) και θεωρώ ότι ο τρίτος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι επίσης αβάσιμος για τους ακόλουθους λόγους.
95.
Πρώτον, η IMG προσάπτει κατ’ ουσίαν στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν άντλησε τις συνέπειες από την ίδια του τη διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να εκδώσει την απόφαση που προέκυψε από το έγγραφο της 8ης Μαΐου 2015 παρά μόνον αφότου θα είχε παράσχει στην ενδιαφερομένη τη δυνατότητα να λάβει γνώση της τελικής εκθέσεως της OLAF.
96.
Λαμβανομένης υπόψη της προαναφερθείσας νομολογίας σχετικά με τη δυνατότητα προσβάσεως σε εμπιστευτικά έγγραφα συνταχθέντα από την OLAF ( 117 ), θεωρώ ότι, χωρίς αντιφατική αιτιολογία και με εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών η οποία δεν ενέχει παραμόρφωση ( 118 ), το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε μεν ότι η τελική έκθεση της OLAF έπρεπε να είχε προηγουμένως γνωστοποιηθεί στην IMG από την Επιτροπή ( 119 ), αλλά ότι, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, η διαπιστωθείσα πλημμέλεια δεν είχε ωστόσο καθοριστική επιρροή στα δικαιώματα άμυνας της ενδιαφερομένης, καθόσον η τελευταία είχε, επανειλημμένως και πριν το προσβληθέν έγγραφο, τη δυνατότητα να παρουσιάσει τις παρατηρήσεις της ως προς τις αμφιβολίες που εκφράστηκαν σχετικά με το νομικό της καθεστώς ( 120 ).
97.
Δεύτερον, η IMG ισχυρίζεται ότι έπρεπε να είχε τη δυνατότητα να εκθέσει τα επιχειρήματά της τόσο αναφορικά με τα στοιχεία στα οποία η Επιτροπή σκόπευε να βασίσει την απόφασή της όσο και αναφορικά με το σχέδιο της αποφάσεως αυτό καθεαυτό ( 121 ).
98.
Εντούτοις, σε αντίθεση με όσα με επιμονή υποστηρίζει η IMG στην παρούσα υπόθεση C‑184/17 P, θεωρώ ότι από την οικεία νομολογία προκύπτει ότι το δικαίωμα ακροάσεως πριν την έκδοση βλαπτικής αποφάσεως συνεπάγεται ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να διατυπώσει την άποψή του ως προς τα στοιχεία στα οποία η διοίκηση σκοπεύει να στηρίξει την επικείμενη απόφασή της, και όχι και ως προς το περιεχόμενο της επικείμενης αποφάσεως ώστε να πρέπει να του έχει γνωστοποιηθεί προηγουμένως και το σχέδιο της αποφάσεως ( 122 ).
99.
Τρίτον, η IMG υποστηρίζει ότι εναπόκειται στην Επιτροπή και όχι στην ίδια να αποδείξει ότι η έκβαση θα μπορούσε να ήταν διαφορετική εάν η έκδοση της προσβληθείσας αποφάσεως δεν έπασχε από την επίμαχη πλημμέλεια ( 123 ).
100.
Ωστόσο, κατά την άποψή μου, από τη νομολογία, της οποίας υπόμνηση γίνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και επίκλησή της ανωτέρω ( 124 ), προκύπτει ότι ο δικαστής οφείλει να ελέγξει, όταν εκτιμά ότι υφίσταται διαδικαστική πλημμέλεια, εάν η οικεία διαδικασία θα μπορούσε να καταλήξει σε άλλο αποτέλεσμα ελλείψει της εν λόγω πλημμέλειας, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως καθώς και του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων που κατατέθηκαν στη δικογραφία, και ειδικότερα από τα στοιχεία που προσκόμισε ο διάδικος που επικαλείται την εν λόγω πλημμέλεια ( 125 ). Όμως, θεωρώ ότι το απόσπασμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατά του οποίου βάλλει ειδικά η IMG, συναφώς, περιέχει εμπεριστατωμένη ανάλυση των επιχειρημάτων που προέβαλε αυτή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου καθώς και των στοιχείων που περιέχονται στη δικογραφία ( 126 ), ανάλυση από την οποία το εν λόγω δικαστήριο μπόρεσε να συναγάγει, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο και χωρίς να παραμορφώσει τα αποδεικτικά στοιχεία, ότι δεν αποδείχθηκε ότι, ελλείψει της επίμαχης πλημμέλειας ( 127 ), η Επιτροπή θα μπορούσε να είχε λάβει απόφαση διαφορετική από αυτή που προέκυψε βάσει του προσβληθέντος εγγράφου ( 128 ).
101.
Συνεπώς, θεωρώ ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως της IMG στην υπόθεση C‑184/17 P πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VI. Πρόταση
102.
Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
–
να απορρίψει τις αιτήσεις ανταναιρέσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑183/17 P και C‑184/17 P ως αβάσιμες, και
–
υπό την επιφύλαξη τόσο της βασιμότητας των άλλων λόγων των αναιρέσεων της International Management Group όσο και της επιδικάσεως δικαστικών εξόδων, να απορρίψει τον δεύτερο και τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως στην υπόθεση C‑183/17 P καθώς και τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως στην υπόθεση C‑184/17 P ως αβάσιμους.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Μη δημοσιευθείσα απόφαση, EU:T:2017:56 (στο εξής: απόφαση στην υπόθεση T‑29/15 ή αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
( 3 ) Μη δημοσιευθείσα απόφαση, EU:T:2017:57 (στο εξής: απόφαση στην υπόθεση T‑381/15 ή αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, από κοινού με την απόφαση στην υπόθεση T‑29/15, αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις).
( 4 ) Απόφαση για την τροποποίηση της εκτελεστικής αποφάσεως C(2013) 7682 τελικό της Επιτροπής σχετικά με το πρόγραμμα δράσεως του έτους 2013 για τη Μιανμάρ/Βιρμανία που πρόκειται να χρηματοδοτηθεί από τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014 ή προσβληθείσα απόφαση).
( 5 ) Στο εξής: έγγραφο της 8ης Μαΐου 2015 ή προσβληθέν έγγραφο.
( 6 ) Διευκρινίζεται ότι οι παρούσες προσφυγές αφορούν τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 248, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1081/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010 (ΕΕ 2010, L 311, σ. 9) (στο εξής: κανονισμός 1605/2002)· τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού [αριθ. 1605/2002] (ΕΕ 2002, L 357, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007 της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 2007, (ΕΕ 2007, L 111, σ. 13) (στο εξής: κανονισμός 2342/2002 και από κοινού με τον κανονισμό αριθ. 1605/2002, δημοσιονομική νομοθεσία του 2002)· τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού [αριθ. 1605/2002] (ΕΕ 2012, L 298, σ. 1), καθώς και τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1268/2012 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού [αριθ. 966/2012] (ΕΕ 2012, L 362, σ. 1) (ο κανονισμός 966/2012 από κοινού με τον κανονισμό 1268/2012, στο εξής: δημοσιονομική νομοθεσία του 2012).
( 7 ) Βλ. σκέψεις 1 έως 15 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15 και σκέψεις 1 έως 17 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15.
( 8 ) Στο εξής: αρχική εκτελεστική απόφαση.
( 9 ) Το παράρτημα αυτό περιγράφει τη δεύτερη δράση που περιέχει το πρόγραμμα ετήσιας δράσεως που εγκρίθηκε από την εν λόγω απόφαση, αναφέροντας ότι η εν λόγω δράση συνίσταται σε ένα πρόγραμμα αναπτύξεως του εμπορίου, το οποίο χρηματοδοτήθηκε εξ ολοκλήρου από την Ένωση, και το οποίο θα υλοποιούνταν με τη μέθοδο της από κοινού διαχειρίσεως με διεθνή οργανισμό.
( 10 ) Βλ. σημείο 8.3.1 και υποσημείωση 2 του εν λόγω παραρτήματος.
( 11 ) Μέτρα που ελήφθησαν κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 248, σ. 1).
( 12 ) Στο εξής: τελική έκθεση της OLAF, η οποία συνοψίζεται στη σκέψη 7 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15.
( 13 ) Κατά το μόνο άρθρο της αποφάσεως της 16ης Δεκεμβρίου 2014, το παράρτημα αυτής αντικαθιστά το παράρτημα 2 της αρχικής εκτελεστικής αποφάσεως [βλ. ειδικά το σημείο 4.3.1 του νέου παραρτήματος, στο οποίο αναφέρεται η οντότητα που αντικαθιστά την IMG, ήτοι η Deutsche Gesellschaft für Internationale Zusammenarbeit (GIZ) GmbH, στο εξής: GIZ].
( 14 ) Η ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία εκτίθεται λεπτομερώς στις σκέψεις 16 έως 25 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15.
( 15 ) Βλ. σκέψεις 28 έως 78 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15.
( 16 ) Λόγοι που εκτίθενται στη σκέψη 26 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15.
( 17 ) Βλ. σκέψεις 79 έως 169 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15.
( 18 ) Βλ. σκέψεις 170 έως 175 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15.
( 19 ) Η ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία εκτίθεται λεπτομερώς στις σκέψεις 18 έως 25 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15.
( 20 ) Βλ. σκέψεις 29 έως 75 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15.
( 21 ) Λόγοι που εκτίθενται στη σκέψη 76 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15.
( 22 ) Βλ. σκέψεις 76 έως 160 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15.
( 23 ) Βλ. σκέψεις 161 έως 173 και 185 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15.
( 24 ) Βλ. σκέψεις 174 έως 184 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15.
( 25 ) Το τελευταίο αυτό αίτημα φαίνεται, κατ’ εμέ, ότι κατέστη άνευ αντικειμένου, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που προσκόμισαν οι διάδικοι κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση (βλ. σημείο 34 των παρουσών προτάσεων).
( 26 ) Λόγους τους οποίους η IMG συνοψίζει ως εξής: «(1) Παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως – Παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως δικαστικής αποφάσεως – Παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας· (2) Παράβαση του κανονισμού [1605/2002] και του κανονισμού [966/2012] – Παράβαση του κανονισμού [2342/2002] και του κανονισμού [1268/2012] – Παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως της δικαστικής αποφάσεως – Παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας· (3) Παραβίαση της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως – Παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως – Παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως της δικαστικής αποφάσεως – Παράβαση του κανονισμού [966/2012] (άρθρο 61, παράγραφος 1, και άρθρο 60, παράγραφος 2)· (4) Παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως – Προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως».
( 27 ) Λόγους τους οποίους η IMG συνοψίζει ως εξής: «(1) Παράβαση του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, των διατάξεων για τη ρύθμιση πρακτικών ζητημάτων σχετικών με την εκτέλεση του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας – Παράβαση του καθήκοντος αιτιολογήσεως το οποίο υπείχε η αναιρεσίβλητη – Παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως την οποία υπείχε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο – Παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας· (2) Παράβαση του κανονισμού [966/2012] και του κανονισμού [1268/2012] – Παράβλεψη της πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως – Παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως την οποία υπείχε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο – Παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας· (3) Προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας – Παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως την οποία υπείχε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο – Παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας· (4) Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας – Παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως την οποία υπείχε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο – Παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας· (5) Παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου – Παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως την οποία υπείχε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο – Παράβαση του άρθρου 61 του κανονισμού [966/2012]».
( 28 ) Βλ. επίσης σημεία 5 και 6 των παρουσών προτάσεων.
( 29 ) Επισημαίνω ότι δεν αμφισβητείται ότι οι εν λόγω αιτήσεις ανταναιρέσεως τηρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 178 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, και ειδικότερα την παράγραφο 2 αυτού.
( 30 ) Βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2017, Επιτροπή κατά Total και Elf Aquitaine (C‑351/15 P, EU:C:2017:27, σκέψεις 35 έως 36)· διάταξη της 11ης Οκτωβρίου 2017, Guardian Glass España, Central Vidriera κατά Επιτροπής (T‑170/16, EU:T:2017:722, σκέψεις 85 επ.), καθώς και απόφαση της 8ης Μαΐου 2018, Esso Raffinage κατά ECHA (T‑283/15, EU:T:2018:263, σκέψεις 49 έως 51).
( 31 ) Η Επιτροπή στο σημείο αυτό βάλλει ρητώς κατά των σκέψεων 46, 50 έως 52, 57 και 59 έως 63 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15.
( 32 ) Κατά τις παραγράφους 1 έως 3 του εν λόγω άρθρου 84, που επιγράφεται «Απόφαση χρηματοδότησης»:
«1. Κάθε δαπάνη αποτελεί αντικείμενο ανάληψης […].
2. [Τ]ης αναλήψεως δαπάνης προηγείται απόφαση χρηματοδότησης που εκδίδεται από το όργανο […]
3. Η απόφαση χρηματοδότησης της παραγράφου 2 προσδιορίζει τον επιδιωκόμενο στόχο, τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, τη μέθοδο εφαρμογής και το συνολικό ποσό της χρηματοδότησης. Περιλαμβάνεται επίσης περιγραφή των ενεργειών που θα χρηματοδοτηθούν και αναφέρεται το ποσό που διατίθεται για κάθε ενέργεια, με ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα εφαρμογής.
Σε περίπτωση έμμεσης διαχείρισης, [η απόφαση] προσδιορίζει επίσης την εντεταλμένη οντότητα […] σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 1 [στοιχείο] γ), τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν για την επιλογή της οντότητας […] και τα καθήκοντα που [της] έχουν ανατεθεί».
( 33 ) Κατά την Επιτροπή, η νομική ανάληψη μιας δαπάνης αντιστοιχεί σε «συμβάσεις, συμφωνίες, αναθέσεις, κ.λπ.» και ο διατάκτης διαθέτει διακριτική ευχέρεια ως προς το θέμα αυτό.
( 34 ) Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το άρθρο 3 της αρχικής εκτελεστικής αποφάσεως, το οποίο δεν τροποποιήθηκε με την προσβληθείσα απόφαση, αναφέρει ότι τα καθήκοντα εκτελέσεως του προϋπολογισμού στο πλαίσιο της από κοινού διαχειρίσεως ««δύνανται να ανατεθούν», και όχι «θα ανατεθούν» στην οντότητα που αναφέρεται στα παραρτήματα.
( 35 ) Ήτοι, κατά πάγια νομολογία, πράξη που παράγει αποτελέσματα μόνον εντός της διοικήσεως και δεν γεννά δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τους τρίτους (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 6ης Απριλίου 2000, Ισπανία κατά Επιτροπής,C‑443/97, EU:C:2000:190, σκέψη 28, καθώς και της 22ας Απριλίου 2015, Planet κατά Επιτροπής, T‑320/09, EU:T:2015:223, σκέψη 63).
( 36 ) Όπως αναφέρεται στη σκέψη 50 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15, «το γεγονός ότι δεν είναι βέβαιο ότι ο διατάκτης θα συνάψει σύμβαση αναθέσεως με την [GIZ] δεν ασκεί επίδραση στη διαπίστωση ότι η εν λόγω συμφωνία δεν θα μπορούσε, σε κάθε περίπτωση, να συναφθεί παρά μόνον με την [GIZ], και όχι με την [IMG]», η οποία δεν δύναται πλέον να επιλεγεί για τον σκοπό αυτό μετά την προσβληθείσα απόφαση.
( 37 ) Συναφώς, η Επιτροπή στηρίζεται κυρίως στην απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (190/84, EU:C:1988:94, σκέψεις 7 και 8), ενώ η εν λόγω απόφαση είναι προγενέστερη του κανονισμού 966/2012 και δεν αφορά απόφαση της αυτής φύσεως με την εδώ προσβληθείσα απόφαση.
( 38 ) Υπενθυμίζεται ότι με την αρχική εκτελεστική απόφαση η IMG είχε οριστεί ως εντεταλμένη οντότητα για καθήκον εκτελέσεως του προϋπολογισμού «υπό την επιφύλαξη της συνάψεως της οικείας συμβάσεως [αναθέσεως]» (βλ. σκέψη 4 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15). Ορθώς η ενδιαφερομένη υπογραμμίζει ότι, καίτοι η εν λόγω απόφαση δεν της παρείχε δικαίωμα στη σύναψη μιας τέτοιας συμβάσεως, εντούτοις είχε ως έννομο αποτέλεσμα ότι, στην περίπτωση που η Επιτροπή θα επιθυμούσε σε μεταγενέστερο χρόνο να συνάψει μια τέτοια σύμβαση, θα μπορούσε να το κάνει μόνο με την IMG, αποτέλεσμα στο οποίο έθεσε τέλος η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014.
( 39 ) Σημειώνω απλώς ότι στις διάφορες σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατά των οποίων βάλλει ρητώς η Επιτροπή στο πρώτο μέρος της ανταναιρέσεώς της στην υπόθεση C‑183/17 P (ήτοι στις σκέψεις 46, 50 έως 52, 57 και 59 έως 63 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15), το Γενικό Δικαστήριο παρέθεσε μία μόνον δικαστική απόφαση (διάταξη ασφαλιστικών μέτρων της 8ης Ιανουαρίου 2014, Stichting Sona και Nao κατά Επιτροπής, T‑505/13 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:1), την οποία είχε επικαλεστεί η ίδια η Επιτροπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η οποία κατ’ εμέ δεν σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση, για τους λόγους που ορθώς υιοθέτησε το εν λόγω δικαστήριο (βλ. σκέψεις 61 έως 63 της εν λόγω αποφάσεως). Όσον αφορά τα αποσπάσματα των αποφάσεων που παρατίθενται στη (μη επικριθείσα) σκέψη 56 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15, αντανακλούν μια πάγια και γενικής εφαρμογής νομολογία (η οποία αναφέρεται στο σημείο 40 των παρουσών προτάσεων), η οποία προφανώς υπερβαίνει τον τομέα των δημοσίων συμβάσεων.
( 40 ) Έχει επανειλημμένως κριθεί, επί ποινή απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως ή του οικείου αναιρετικού λόγου, ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά συγκεκριμένο τρόπο το αίτημα αυτό, ούτως ώστε να μπορεί να αποτελεί αντικείμενο νομικής εκτιμήσεως που παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκήσει την αποστολή που του έχει ανατεθεί και να πραγματοποιεί τον έλεγχο νομιμότητας [μεταξύ άλλων, απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2018, Panalpina World Transport (Holding) κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑271/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:59, σκέψη 17].
( 41 ) Στο σημείο αυτό η Επιτροπή βάλλει ρητώς κατά των σκέψεων 44 έως 48 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15.
( 42 ) Ειδικότερα, δυνάμει του άρθρου 58, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο προβλέπει ότι «[η] Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό […] έμμεσα (“έμμεση διαχείριση”) […] αναθέτοντας καθήκοντα εκτέλεσης του προϋπολογισμού […] σε διεθνείς οργανισμούς και τις οργανώσεις τους».
( 43 ) Όσον αφορά το ακριβές περιεχόμενο του προσβληθέντος εγγράφου, βλ. σκέψεις 10 έως 16 και 44 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15, και ειδικότερα τις δύο τελευταίες σκέψεις, όσον αφορά την πτυχή η οποία αμφισβητείται με την αίτηση ανταναιρέσεως της Επιτροπής στην παρούσα υπόθεση C‑184/17 P.
( 44 ) Συναφώς, η Επιτροπή βάλλει ρητώς κατά των σκέψεων 70 έως 73 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15.
( 45 ) Προσφυγή κατά επιβεβαιωτικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη μόνον εάν η επιβεβαιούμενη απόφαση έχει καταστεί απρόσβλητη λόγω μη εμπρόθεσμης ασκήσεως προσφυγής (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 31ης Μαΐου 2017, ΔΕΗ κατά Επιτροπής, C‑228/16 P, EU:C:2017:409, σκέψη 35).
( 46 ) Βλ. μεταξύ άλλων, πέραν της νομολογίας του Γενικού Δικαστηρίου που παρατίθεται στη σκέψη 69 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15, αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 2015, Westfälische Drahtindustrie κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑393/10, EU:T:2015:515, σκέψη 107), και της 13ης Οκτωβρίου 2015, Intrasoft International κατά Επιτροπής (T‑403/12, EU:T:2015:774, σκέψεις 48 έως 52)· όσον αφορά τη νομολογία του Δικαστηρίου, αποφάσεις της 19ης Ιανουαρίου 2017, Επιτροπή κατά Total και Elf Aquitaine (C‑351/15 P, EU:C:2017:27, σκέψεις 37 έως 49), καθώς και της 31ης Μαΐου 2017, ΔΕΗ κατά Επιτροπής (C‑228/16 P, EU:C:2017:409, σκέψεις 33 και 34).
( 47 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Ιανουαρίου 2017, Επιτροπή κατά Total και Elf Aquitaine (C‑351/15 P, EU:C:2017:27, σκέψεις 37 έως 49), καθώς και της 8ης Μαΐου 2018, Esso Raffinage κατά ECHA (T‑283/15, EU:T:2018:263, σκέψεις 50 και 81 έως 83).
( 48 ) Η Επιτροπή προσθέτει ότι η προσβληθείσα απόφαση δεν είναι αποτέλεσμα μιας «επανεξετάσεως», αναφερόμενη στην απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2001, Inpesca κατά Επιτροπής (T‑186/98, EU:T:2001:42, σκέψη 49). Ωστόσο, θεωρώ ότι, στην επικαλούμενη νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρεται στην ενδεχομένη άρνηση επανεκτιμήσεως που προβάλλει η διοίκηση, πλαίσιο που δεν αντιστοιχεί στο επίμαχο της παρούσας υποθέσεως C‑183/17 P. Ομοίως, όταν στη σκέψη 69 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15 το Γενικό Δικαστήριο αναφέρεται σε «επανεξέταση», αναφερόμενο στην απόφαση της 22ας Μαΐου 2012, Sviluppo Globale κατά Επιτροπής (T‑6/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:245, σκέψη 22), το εν λόγω απόσπασμα πρέπει κατ’ εμέ να ερμηνευθεί υπό το φως των σκέψεων 21, 24, 31 και 37 της τελευταίας αυτής αποφάσεως, όπου ετίθετο θέμα μιας τέτοιας επανεξετάσεως. Υπ’ αυτήν την έννοια, βλ. αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου 2017, Global Steel Wire κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑454/16 P έως C‑456/16 P και C‑458/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:818, σκέψεις 30 έως 35), και της 2ας Ιουνίου 2016, Moreda-Riviere Trefilerías κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑426/10 έως T‑429/10 και T‑438/12 έως T‑441/12, EU:T:2016:335, σκέψεις 545 έως 549).
( 49 ) Βλ. περιστατικά που αναφέρονται στις σκέψεις 7 έως 13 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15.
( 50 ) Όσον αφορά τον προσωρινό και αναστρέψιμο χαρακτήρα των συντηρητικών μέτρων, βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2017, Mabrouk κατά Συμβουλίου (T‑175/15, EU:T:2017:694, σκέψη 147).
( 51 ) Η IMG υπογραμμίζει, ορθώς κατ’ εμέ, ότι η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014 δεν έχει γενικό και προσωρινό χαρακτήρα, αλλά την αποκλείει κατά τρόπο ειδικό και οριστικό από τη μία εκ των δύο δράσεων που προβλέπονται από το πρόγραμμα δράσεως για τη Μιανμάρ/Βιρμανία για το έτος 2013.
( 52 ) Βλ. υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 3ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών και ING Groep (C‑224/12 P, EU:C:2014:213, σκέψεις 69 έως 72), όπου υπογραμμίζεται ιδίως ότι «μια αρχική εξέταση […] η οποία επέβαλλε τη λήψη επειγόντων μέτρων, δεν μπορεί να υπόκειται στα ίδια κριτήρια με αυτά που υπαγορεύουν μια τελική απόφαση».
( 53 ) Συναφώς, η Επιτροπή βάλλει κατά των σκέψεων 74 έως 76 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15.
( 54 ) Όσον αφορά τη συνεκτίμηση του ειδικού κανονιστικού πλαισίου και των αυτοτελών εννόμων αποτελεσμάτων της προσβληθείσας πράξεως κατά την εξέταση του παραδεκτού προσφυγής ακυρώσεως, βλ., πέραν της νομολογίας που παρατίθεται στην υποσημείωση 47 των παρουσών προτάσεων, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 2014, Ουγγαρία κατά Επιτροπής (C‑31/13 P, EU:C:2014:70, σκέψεις 57 επ.), και της 8ης Δεκεμβρίου 2011, Deutsche Post κατά Επιτροπής (T‑421/07, EU:T:2011:720, σκέψεις 49 επ.).
( 55 ) Βλ. επίσης υποσημείωση 11 των παρουσών προτάσεων.
( 56 ) Υπό την έννοια της παρατιθέμενης νομολογίας σε συνδυασμό με τα σημεία 50 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 57 ) Βλ., ειδικά, σκέψη 76 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15.
( 58 ) Ως εκ περισσού, επισημαίνω ότι φαίνεται αντιφατικό να υποστηρίζει κανείς, όπως κάνει η Επιτροπή, ότι η προσβληθείσα απόφαση ήταν η αυτοδίκαιη συνέπεια του εγγράφου της 25ης Απριλίου 2014, ενώ το έγγραφο αυτό ανέφερε ρητώς ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο διέθετε, σύμφωνα με την αρχική εκτελεστική απόφαση, διακριτική ευχέρεια προκειμένου να συνάψει σύμβαση [αναθέσεως] με την IMG (βλ. το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου που αναφέρεται στις σκέψεις 8 και 85 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15).
( 59 ) Ήτοι η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014 και το έγγραφο της 8ης Μαΐου 2015.
( 60 ) Επισημαίνεται ότι η Επιτροπή επικέντρωσε την άμυνά της στο εν λόγω σκέλος, τόσο στο υπόμνημα αντικρούσεως όσο και στο υπόμνημα ανταπαντήσεως και την αγόρευσή της.
( 61 ) Για τον λόγο αυτό, η IMG βάλλει ειδικότερα κατά της σκέψεως 105 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15 καθώς και κατά των σκέψεων 102, 105 και 106 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15.
( 62 ) Βλ. νομικές πράξεις που αναφέρονται στην υποσημείωση 6 των παρουσών προτάσεων, με την επισήμανση ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως στην υπόθεση C‑183/17 P αναφέρεται συγχρόνως στη δημοσιονομική νομοθεσία του 2002 και στη δημοσιονομική νομοθεσία του 2012, ενώ ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως στην υπόθεση C‑184/17 P αναφέρεται μόνον στην τελευταία. Όσον αφορά τις εφαρμοστέες ratione temporis διατάξεις, βλ. σκέψη 27 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15.
( 63 ) Ως προς το τελευταίο, η IMG βάλλει, ειδικότερα, κατά των σκέψεων 104 έως 106, 109 και 110 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15 (που περιέχονται στο τμήμα το σχετικό με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο που προέβαλε στην εν λόγω υπόθεση) καθώς και κατά των σκέψεων 102, 103 και 108 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15 (που περιέχονται στο τμήμα σχετικά με τον τρίτο λόγο που προέβαλε στην εν λόγω υπόθεση). Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η IMG υποστήριξε, ιδίως, ότι το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε ως προς το ότι το γεγονός ότι ένα κράτος δεν αναγνωρίζει έναν διεθνή οργανισμό ή δηλώνει ότι δεν είναι πλέον μέλος αυτού δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τη νομική του ύπαρξη.
( 64 ) Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι το αίτημα της IMG με το οποίο ζητεί να διαπιστωθεί ότι είναι διεθνής οργανισμός δεν μπορεί να εξεταστεί στις παρούσες διαδικασίες, καθόσον το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν έλαβε μια οριστική θέση αλλά απλώς εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αυτό και τα δικαστήρια της Ένωσης δεν είναι σε θέση να βεβαιώσουν την εν λόγω ιδιότητα.
( 65 ) Βλ., μεταξύ άλλων, σκέψεις 26, 79 και 95 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15 καθώς και σκέψη 76 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15.
( 66 ) Βλ. ειδικά, σκέψεις 103 έως 110 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15 καθώς και σκέψεις 98 (κυρίως) έως 108 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15, από τις οποίες προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, δέχτηκε ότι, στις αντιστοίχως προσβληθείσες πράξεις, η Επιτροπή δεν συμπέρανε ότι η IMG δεν αποτελούσε διεθνή οργανισμό, αλλά αποφάσισε να μην της αναθέτει πλέον την εκτέλεση του προϋπολογισμού με τον τρόπο της έμμεσης διαχειρίσεως όσο οι αμφιβολίες για το καθεστώς της δεν έχουν εξαλειφθεί και, αφετέρου, έκρινε ότι η εν λόγω απόφαση δεν ήταν ούτε προδήλως απρόσφορη, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες, ούτε αντίθετη στη δημοσιονομική νομοθεσία της Ένωσης.
( 67 ) Ειδικότερα, σε σχέση με το άρθρο 53δ, παράγραφος 1, του κανονισμού 1605/2002 και του άρθρου 60, παράγραφος 2, του κανονισμού 966/2012 (σκέψεις 95 έως 110 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15) καθώς και σε σχέση με το άρθρο 60, παράγραφος 2, του κανονισμού 966/2012 και του άρθρου 43, παράγραφος 1, του κανονισμού 1268/2012 (σκέψεις 96 έως 108 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15).
( 68 ) Ήτοι να είναι διεθνής οργανισμός δημοσίου δικαίου και να έχει ιδρυθεί με διακυβερνητική συμφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1268/2012, παράγραφος η οποία ορίζει ποιοι είναι «διεθνείς οργανισμοί» στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 58, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii), του κανονισμού 966/2012.
( 69 ) Με τα δικόγραφά της στις υποθέσεις C‑183/17 P και C‑184/17 P, η IMG αναφέρει ότι ιδρύθηκε και συστάθηκε «το 1994 βάσει διακυβερνητικής συμφωνίας που υπογράφηκε από 16 κράτη (την Αυστρία, το Βέλγιο, τον Καναδά, τη Δανία, τη Φινλανδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελλάδα, την Ιταλία, τις Κάτω Χώρες, τη Νορβηγία, την Πορτογαλία, την Ομοσπονδία της Ρωσίας, την Ισπανία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο) και την Υπηρεσία Ανθρωπιστικής Βοήθειας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ECHO)».
( 70 ) Δεδομένου ότι τα κράτη τα οποία υποτίθεται ότι είναι ιδρυτικά μέλη ή είναι σήμερα μέλη της IMG, αφενός, αμφισβήτησαν την ιδιότητα αυτή, και αφετέρου, εξέφρασαν αμφιβολίες ως προς την εξουσία εκπροσωπήσεως των προσώπων που τα εκπροσώπησαν κατά τη σύστασή της (βλ., ιδίως, σκέψεις 8, 85 και 105 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15 καθώς και σκέψεις 4, 85 και 98 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15). Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι από την τελική έκθεση της OLAF προκύπτει ότι στην πραγματικότητα όλα τα κράτη που ερωτήθηκαν, και όχι μόνον πέντε, φάνηκαν σκεπτικά.
( 71 ) Ειδικότερα, από την εξέταση του εγγράφου της 25ης Απριλίου 2014, όπου η Επιτροπή, εξέθεσε, αφενός, ότι «πολλά κράτη (Ισπανία, Πορτογαλία, Νορβηγία, Ιταλία και Βέλγιο), για τα οποία η IMG δήλωσε ότι ήταν μέλη ή ιδρυτικά μέλη αυτής, δεν θεωρούν ότι είναι ούτε ιδρυτικά ούτε καν μέλη» αυτής, αφετέρου, ότι «η Γενική Γραμματεία του ΟΗΕ δήλωσε ότι η IMG δεν ήταν εξειδικευμένος οργανισμός» και, τέλος, ότι «υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την εξουσιοδότηση των προσώπων που εκπροσώπησαν τη χώρα τους κατά τον χρόνο της συστατικής πράξεως της IMG». Κατά την άποψή μου, τα στοιχεία της απαντήσεως που προσκόμισε η ενδιαφερομένη στην Επιτροπή δεν ήταν ικανά να άρουν επαρκώς αυτές τις θεμελιώδεις αμφισβητήσεις.
( 72 ) Η IMG προσθέτει ότι η ίδια η Επιτροπή δεν είχε πρόσβαση στην τελική έκθεση της OLAF πριν τη 15η Δεκεμβρίου 2014, αλλά δεν αντλεί από το γεγονός αυτό σαφείς κατ’ εμέ αιτιάσεις κατά των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων.
( 73 ) Ήτοι τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως στην υπόθεση C‑183/17 P και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως στην υπόθεση C‑184/17 P, οι οποίοι αναλύονται στα σημεία 78 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 74 ) Ως προς το ζήτημα αυτό, η IMG βάλλει ρητώς κατά των σκέψεων 103, 105, 106, 109 και 110 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15, καθώς και κατά των σκέψεων 98 και 99 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15.
( 75 ) Ήτοι ένα απόσπασμα της σκέψεως 89 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15 και ένα απόσπασμα της σκέψεως 98 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15.
( 76 ) Πράγματι, από τη διατύπωση των αποσπασμάτων που παραθέτει η IMG προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραπέμπει ρητώς σε προηγούμενες σκέψεις των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων (ήτοι στις σκέψεις 85 έως 88 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15 και στη σκέψη 85 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15), στις οποίες το εν λόγω δικαστήριο εκθέτει το περιεχόμενο των επιστολών που έλαβε η ενδιαφερομένη πριν την έκδοση των προσβληθεισών πράξεων, και ιδίως το περιεχόμενο του εγγράφου της 25ης Απριλίου 2014, στο οποίο η Επιτροπή της αναφέρει τους λόγους των αμφιβολιών της.
( 77 ) Η αναιρεσείουσα βάλλει στο σημείο αυτό ειδικά κατά των σκέψεων 102 και 106 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15.
( 78 ) Ήτοι «η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Νορβηγία, η Ιταλία και το Βέλγιο» κατά τις σκέψεις 85 και 98 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15.
( 79 ) Η IMG υποστηρίζει επίσης ότι «δεν προσκόμισε ασφαλώς βεβαίωση των πέντε αυτών κρατών, αλλά τίποτε δεν επέβαλε αυτόν τον μοναδικό αποδεικτικό τύπο». Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως παραδέχεται αμέσως μετά η IMG, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε σε μια τέτοια βεβαίωση απλώς και μόνον χάριν παραδείγματος.
( 80 ) Στο απόσπασμα του υπομνήματος αντικρούσεως σχετικά με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως στην υπόθεση C‑184/17 P, αλλά στο οποίο παραπέμπει όσον αφορά τον παρόντα δεύτερο αναιρετικό λόγο, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η IMG «παραβλέπει […] ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εκτίμηση του συνόλου των στοιχείων» και «επιδίδεται σε μεμονωμένη ανάλυση κάθε εγγράφου χωριστά, αλλοιώνοντας το σκεπτικό της αποφάσεως». Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, υποστηρίζει ότι «τα αναφερόμενα στο σημείο 51 [της προσφυγής] έγγραφα δεν αποδεικνύουν την ιδιότητα του διεθνούς οργανισμού ούτε μπορούν να άρουν τις εν λόγω αμφιβολίες».
( 81 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 9ης Ιουνίου 2011, Comitato Venezia vuole vivere κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑71/09 P, C‑73/09 P και C‑76/09 P, EU:C:2011:368, σκέψεις 152, 153 και 159)· διάταξη της 30ής Ιουνίου 2016, Slovenská pošta κατά Επιτροπής (C‑293/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:511, σκέψεις 29 και 39)· αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 2017, Επιτροπή κατά Keramag Keramische Werke κ.λπ. (C‑613/13 P, EU:C:2017:49, σκέψεις 26 έως 27 και 37 έως 39), και της 16ης Νοεμβρίου 2017, Ludwig-Bölkow-Systemtechnik κατά Επιτροπής (C‑250/16 P, EU:C:2017:871, σκέψεις 38 και 39).
( 82 ) Συναφώς, η IMG βάλλει, αντιστοίχως, κατά της σκέψεως 105 καθώς και κατά των σκέψεων 102 και 108 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15.
( 83 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2017, Σλοβακία κατά Επιτροπής (C‑593/15 P και C‑594/15 P, EU:C:2017:800, σκέψεις 73 και 74)· της 7ης Μαρτίου 2018, SNCF Mobilités κατά Επιτροπής (C‑127/16 P, EU:C:2018:165, σκέψη 34), καθώς και της 7ης Ιουνίου 2018, Equipolymers κ.λπ. κατά Συμβουλίου (C‑363/17 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:402, σκέψεις 44 έως 46).
( 84 ) Σκέψεις 103 και 104 της εν λόγω αποφάσεως οι οποίες είναι διατυπωμένες αντιστοίχως ως εξής: «[υ]πό τις περιστάσεις αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ούτε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως διαπιστώνοντας ότι υπήρχαν αμφιβολίες ως προς το καθεστώς της προσφεύγουσας ως διεθνούς οργανισμού, λαμβανομένων υπόψη των δηλώσεων των κρατών αυτών» και «[τ]α επιχειρήματα που προέβαλε συναφώς η προσφεύγουσα δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα αυτό».
( 85 ) Ομοίως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση στην υπόθεση T‑381/15 δεν ενέχει έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά την αλλαγή θέσεως του εν λόγω θεσμικού οργάνου έναντι της IMG.
( 86 ) Σε αντίκρουση αυτών, η Επιτροπή παρατηρεί ότι μπορούσε θεμιτώς να τεθεί υπό αμφισβήτηση η οικονομική στήριξη των οικείων κρατών λαμβανομένων υπόψη των αμφιβολιών που υπήρχαν ως προς το νομικό καθεστώς της IMG.
( 87 ) Στις εν λόγω σκέψεις 102 και 108 αναφέρεται αντιστοίχως, κυρίως, ότι «η [IMG] δεν προσκόμισε ούτε στην Επιτροπή ούτε στο Γενικό Δικαστήριο αποδείξεις, όπως για παράδειγμα βεβαιώσεις των οικείων κρατών, που να επιβεβαιώνουν ότι τα κράτη αυτά συνέχιζαν να θεωρούν ότι ήταν μέλη της, παρά τις δηλώσεις που συνέλεξε η OLAF. Το γεγονός ότι υπάρχει τεκμήριο κατά το οποίο τα κράτη μέλη διεθνούς οργανισμού οφείλουν να του παρέχουν την οικονομική τους στήριξη δεν ασκεί επιρροή ως προς το θέμα αυτό» και ότι «στο μέτρο που [η IMG] υποστηρίζει ότι πληροί τις δύο προϋποθέσεις που απαιτούνται για να συνιστά διεθνή οργανισμό […] και ότι η Επιτροπή δέχτηκε μια εσφαλμένη ερμηνεία του όρου του διεθνούς οργανισμού […], εντούτοις επιβάλλεται η διαπίστωση, σε κάθε περίπτωση, ότι τα εν λόγω επιχειρήματα δεν αναιρούν τη διαπίστωση ότι θεμιτώς η Επιτροπή είχε αμφιβολίες για το καθεστώς [της IMG] ως διεθνούς οργανισμού, λαμβανομένου υπόψη του ότι κράτη που υποτίθεται ότι ήταν ιδρυτικά της μέλη ή απλώς μέλη αυτής αρνήθηκαν το γεγονός αυτό» (βλ. επίσης υποσημείωση 71 των παρουσών προτάσεων).
( 88 ) Στο πλαίσιο του εν λόγω τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η IMG βάλλει ρητώς κατά των σκέψεων 134 έως 143 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15.
( 89 ) Χάριν εξαντλητικής αναλύσεως, αναφέρω ότι, με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, η IMG δημιουργεί έναν ρητό σύνδεσμο μεταξύ του λόγου αυτού και ορισμένων επιχειρημάτων που προβάλλει με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως στην ίδια υπόθεση, ο οποίος ωστόσο δεν αποτελεί αυτός καθεαυτόν αντικείμενο των παρουσών προτάσεων.
( 90 ) Διευκρινίζεται ότι ο εν λόγω τέταρτος λόγος αναιρέσεως δεν αναφέρεται στην απάντηση της IMG, και επομένως ούτε στην ανταπάντηση της Επιτροπής που αφορούν την υπόθεση C‑183/17 P, και ότι αποτέλεσε αντικείμενο συνοπτικών παρατηρήσεων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
( 91 ) Η IMG επικαλείται την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2016, ECDC κατά CJ (T‑395/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:598), και διατείνεται ότι θα έπρεπε να μπορούσε να είχε εκθέσει την άποψή της, αφενός, ως προς τα στοιχεία στα οποία η Επιτροπή σκόπευε να βασίσει την απόφασή της, και, αφετέρου, ως προς αυτό καθεαυτό το σχέδιο της αποφάσεως που το εν λόγω όργανο ετοιμαζόταν να λάβει, κάτι που δεν έγινε.
( 92 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψεις 31, 36 έως 38)· της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Prequ’ Italia (C‑276/16, EU:C:2017:1010, σκέψεις 45 και 46)· της 5ης Οκτωβρίου 2016, ECDC κατά CJ (T‑395/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:598, σκέψεις 54, 55, 57, 60, 62 και 73)· της 15ης Δεκεμβρίου 2016, Ισπανία κατά Επιτροπής (T‑466/14, EU:T:2016:742, σκέψεις 40 και 41), και της 8ης Φεβρουαρίου 2018, Institute for Direct Democracy in Europe κατά Κοινοβουλίου (T‑118/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:76, σκέψεις 36 και 37).
( 93 ) Βλ., ειδικότερα, σκέψεις 135 έως 138, 141 και 142 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15, πέραν των σκέψεων 85 έως 89 της αποφάσεως αυτής, που αφορούν τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, όπου περιέχεται λεπτομερέστερη έκθεση του περιεχομένου των εν λόγω επιστολών.
( 94 ) Υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή έλαβε την εν λόγω έκθεση στις 15 Δεκεμβρίου 2014, ήτοι την προηγουμένη της εκδόσεως της προσβληθείσας αποφάσεως.
( 95 ) Βλ. σημείο 81 των παρουσών προτάσεων.
( 96 ) Ωστόσο, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 24, ο κανονισμός 883/2013 προστατεύει τα δικαιώματα του υπό έρευνα προσώπου, δίνοντάς του τη δυνατότητα να προβεί σε σχολιασμό των γεγονότων που τον αφορούν κατά τη διάρκεια των ερευνών. Έτσι, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 2, έκτο εδάφιο, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει δικαίωμα να λάβει τα πρακτικά της εξετάσεώς του από την OLAF, προκειμένου είτε να τα εγκρίνει είτε να προσθέσει τις παρατηρήσεις του.
( 97 ) Υπ’ αυτήν την έννοια, όσον αφορά τη γνωστοποίηση των εγγράφων της OLAF στο πλαίσιο της διοικητικής δραστηριότητας θεσμικού οργάνου της Ένωσης, βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 26ης Μαΐου 2016, International Management Group κατά Επιτροπής (T‑110/15, EU:T:2016:322, σκέψεις 22, 24 και 32 έως 37)· της 18ης Μαΐου 2017, Panzeri κατά Κοινοβουλίου (T‑166/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:347, σκέψη 98), και της 19ης Ιουνίου 2018, Le Pen κατά Κοινοβουλίου (T‑86/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:357, σκέψεις 81 έως 84).
( 98 ) Ως προς το ότι η επίμαχη απόφαση είναι βλαπτική για την IMG, βλ. τις σχετικές με τον δεκτικό προσβολής χαρακτήρα της εν λόγω πράξεως αναλύσεις που αναφέρονται στις σκέψεις 41 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 99 ) Διευκρινίζεται ότι, κατ’ εμέ, στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αποδειχτεί κάτι τέτοιο.
( 100 ) Βλ. κατ’ αναλογίαν, νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου που παρατίθεται στην υποσημείωση 97 των παρουσών προτάσεων.
( 101 ) Βλ., ειδικότερα, σκέψη 142 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15 (σκέψη σχετικά με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου που προβλήθηκε στο Γενικό Δικαστήριο, το οποίο αποτελεί αντικείμενο του τέταρτου λόγου αναιρέσεως που προβάλλεται στην παρούσα υπόθεση C‑183/17 P, και αναλύεται εδώ), αλλά και σκέψεις 85 και 92 της αποφάσεως αυτής (σχετικά με τον έκτο λόγο που προβλήθηκε στο Γενικό Δικαστήριο).
( 102 ) Βλ. ιστορικό που περιέχεται στις σκέψεις 6 έως 8 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15.
( 103 ) Βλ. σκέψεις 92 in fine και 138 in fine της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15.
( 104 ) Βλ. σκέψεις 85 έως 89 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15 (βλ., επίσης, υποσημείωση 71 των παρουσών προτάσεων).
( 105 ) Βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 18ης Μαΐου 2017, Panzeri κατά Κοινοβουλίου (T‑166/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:347, σκέψεις 99 και 100), καθώς και της 19ης Ιουνίου 2018, Le Pen κατά Κοινοβουλίου (T‑86/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:357, σκέψεις 85 και 86).
( 106 ) Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα V. Trstenjak στην υπόθεση C.A.S. κατά Επιτροπής (C‑204/07 P, EU:C:2008:175, σημεία 100 επ.), καθώς και τις προηγούμενες προτάσεις των οποίων γίνεται μνεία.
( 107 ) Από πάγια νομολογία συνάγεται ότι η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως παραμορφώσεως, νομικό ζήτημα υποκείμενο, αυτό καθεαυτό, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου, ενώ διευκρινίζεται ότι η παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Νοεμβρίου 2017, Ludwig‑Bölkow‑Systemtechnik κατά Επιτροπής (C‑250/16 P, EU:C:2017:871, σκέψη 39), και της 28ης Ιουνίου 2018, Andres (Heitkamp BauHolding υπό πτώχευση) κατά Επιτροπής (C‑203/16 P, EU:C:2018:505, σκέψη 77).
( 108 ) Ήτοι, κατά την IMG, τα συντηρητικά μέτρα της 26ης Φεβρουαρίου 2014 και το έγγραφο της 25ης Απριλίου 2014, με το οποίο η Επιτροπή ενημέρωσε την ενδιαφερομένη για τη λήψη των εν λόγω μέτρων.
( 109 ) Υπενθυμίζω ότι, όπως συνάγεται από τις σκέψεις 8 και 135 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15, ήδη πριν το έγγραφο της 25ης Απριλίου 2014, η Επιτροπή είχε ανταλλάξει πολλές επιστολές με την IMG σχετικά με την ιδιότητά της ως διεθνούς οργανισμού, από τη 16η Δεκεμβρίου 2013 έως την 4η Απριλίου 2014.
( 110 ) Βλ. σημεία 80 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 111 ) Η IMG επικαλείται τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου που αναφέρεται στη σκέψη 139 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15, όπου γίνεται αναφορά στην απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2015, Secolux κατά Επιτροπής (T‑90/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:772, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 112 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2016, SKW Stahl-Metallurgie και SKW Stahl-Metallurgie Holding κατά Επιτροπής (C‑154/14 P, EU:C:2016:445, σκέψεις 69 έως 75)· της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Prequ’ Italia (C‑276/16, EU:C:2017:1010, σκέψη 62)· της 14ης Ιουνίου 2018, Makhlouf κατά Συμβουλίου (C‑458/17 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:441, σκέψεις 42 έως 46)· της 13ης Δεκεμβρίου 2013, Ουγγαρία κατά Επιτροπής (T‑240/10, EU:T:2013:645, σκέψεις 84 και 85), και της 19ης Ιουνίου 2018, Le Pen κατά Κοινοβουλίου (T‑86/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:357, σκέψεις 87 έως 91).
( 113 ) Με την ακόλουθη διατύπωση: «ακόμη και αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή όφειλε να την ενημερώσει για την έκδοση της προσβληθείσας αποφάσεως, εντούτοις η [IMG] δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα από το οποίο να μπορεί να συναχθεί, και δεν προκύπτει ούτε από την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δικογραφία, ότι, εάν η Επιτροπή την είχε ενημερώσει για την πρόθεσή της να εκδώσει την προσβληθείσα απόφαση, η έκβαση της διαδικασίας θα ήταν διαφορετική» (σκέψη 143 in fine της αποφάσεως στην υπόθεση T‑29/15· βλ. επίσης σκέψη 139 in fine της εν λόγω αποφάσεως). Οι τελευταίες λέξεις που χρησιμοποιούνται είναι βέβαια κάπως διφορούμενες, δεδομένου ότι στην προαναφερθείσα νομολογία χρησιμοποιείται συνήθως η έκφραση «θα μπορούσε να ήταν». Ωστόσο, τα στοιχεία αιτιολογήσεως που περιβάλλουν αυτή την ατυχή διατύπωση αποδεικνύουν ότι το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε σαφώς τον κρίσιμο έλεγχο και συνεπώς δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
( 114 ) Με τον τρίτο αυτόν λόγο αναιρέσεως, η IMG βάλλει ρητώς κατά των σκέψεων 117 έως 122 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15.
( 115 ) Η IMG προβάλλει αιτιάσεις ως προς το ζήτημα αυτό τόσο με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως όσο και με το υπόμνημά της απαντήσεως.
( 116 ) Διευκρινίζεται ωστόσο ότι απορρίπτω τα επιχειρήματα που προβάλλει κατά του λόγου αυτού η Επιτροπή, καταρχάς στο υπόμνημα αντικρούσεως, κατά τα οποία δεν μπορούσε να υπάρξει προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας καθόσον το έγγραφο της 8ης Μαΐου 2015 δεν συνιστούσε βλαπτική για την IMG πράξη (όσον αφορά το τελευταίο, βλ. σημεία 43 επ. των παρουσών προτάσεων).
( 117 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, όσον αφορά την προσβληθείσα στην υπόθεση C‑183/17 P απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2014, σημεία 83 επ. των παρουσών προτάσεων, πέραν της εκεί παρατιθέμενης νομολογίας.
( 118 ) Σύμφωνα με τη νομολογία που αναφέρεται στην υποσημείωση 107 των παρουσών προτάσεων.
( 119 ) Κατά την άποψή μου, η μη επιτραπείσα στην IMG πρόσβαση στην εν λόγω έκθεση που κατέστη δυνατή λόγω διαρροής (βλ. σκέψεις 174 και 177 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15), περίσταση την οποία επικαλείται η Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεως, δεν μπορεί να θεραπεύσει αυτή τη διαδικαστική πλημμέλεια, δεδομένου ότι, σε κάθε περίπτωση, η ενδιαφερομένη δεν μπόρεσε να έχει πρόσβαση σε αυτήν παρά μόνον με τη μεσολάβηση του προσβληθέντος εγγράφου, ήτοι στις 12 Δεκεμβρίου 2015 σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
( 120 ) Βλ. ανάλυση που περιέχεται στις σκέψεις 117 επ. της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15. Όσον αφορά, ειδικότερα, τα επιχειρήματα της αναιρέσεως ότι η IMG «δεν μπορούσε να γνωρίζει τις επιφυλάξεις που διατύπωσαν τα κράτη μέλη» και ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα στοιχεία της δικογραφίας κρίνοντας (στη σκέψη 122) ότι τίποτε δεν εμπόδιζε την ενδιαφερομένη να «ερωτήσει απευθείας [τα εν λόγω κράτη] και να τους ζητήσει να της χορηγήσουν βεβαίωση στην οποία θα δήλωναν ότι ήταν μέλη της», υπενθυμίζω ότι προκύπτει ωστόσο από τα στοιχεία που κατατέθηκαν στη δικογραφία και εξετάστηκαν από το Γενικό Δικαστήριο ότι η Επιτροπή της είχε δώσει μια σειρά πληροφοριών ως προς το θέμα αυτό, ιδίως στο έγγραφό της της 25ης Απριλίου 2014 (βλ. σημείο 85), και συνεπώς η επικαλούμενη παραμόρφωση κατά την άποψή μου δεν επιβεβαιώνεται.
( 121 ) Συναφώς, η IMG στηρίζεται στην ίδια νομολογία με αυτή την οποία επικαλέστηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως C‑183/17 P (βλ. υποσημείωση 91 των παρουσών προτάσεων).
( 122 ) Βλ., μεταξύ άλλων, νομολογία που παρατίθεται στην υποσημείωση 92 των παρουσών προτάσεων. Θεωρώ ότι η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 5ης Οκτωβρίου 2016, ECDC κατά CJ (T‑395/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:598), την οποία επικαλείται η IMG, δεν μπορεί να οδηγήσει (και ειδικότερα, οι σκέψεις 55 επ. αυτής, κατ’ εμέ) σε προσέγγιση διαφορετική από αυτήν της επικρατούσας νομολογίας.
( 123 ) Υπ’ αυτήν την έννοια, η IMG επικαλείται την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 5ης Οκτωβρίου 2016, ECDC κατά CJ (T‑395/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:598, σκέψη 72), καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 8ης Οκτωβρίου 2015, DD κατά FRA (F‑106/13 και F‑25/14, EU:F:2015:118, σκέψεις 65 και 93).
( 124 ) Πέραν της αποφάσεως της 8ης Οκτωβρίου 2015, Secolux κατά Επιτροπής (T‑90/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:772, σκέψη 34), η οποία αναφέρεται στη σκέψη 114 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15, βλ. νομολογία που παρατίθεται στην υποσημείωση 112 των παρουσών προτάσεων.
( 125 ) Ως προς το τελευταίο ζήτημα, βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 4ης Φεβρουαρίου 2016, C & J Clark International και Puma (C‑659/13 και C‑34/14, EU:C:2016:74, σκέψη 140)· της 16ης Ιουνίου 2016, SKW Stahl-Metallurgie και SKW Stahl-Metallurgie Holding κατά Επιτροπής (C‑154/14 P, EU:C:2016:445, σκέψη 69), καθώς και της 19ης Ιουνίου 2018, Le Pen κατά Κοινοβουλίου (T‑86/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:357, σκέψεις 88 επ.).
( 126 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, ως προς την έκταση και την ορθότητα της αναλύσεως στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο σχετικά με την πιθανή επιρροή μιας διαδικαστικής πλημμέλειας, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα V. Trstenjak στην υπόθεση C.A.S. κατά Επιτροπής (C‑204/07 P, EU:C:2008:175, σημεία 107 έως 109).
( 127 ) Δηλαδή εάν η IMG είχε λάβει γνώση της τελικής εκθέσεως της OLAF πριν το προσβληθέν έγγραφο.
( 128 ) Βλ., σκέψεις 119 έως 123 της αποφάσεως στην υπόθεση T‑381/15, όπου το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι η IMG εκφράζει τη δυσαρέσκειά της επειδή δεν της δόθηκε η δυνατότητα να άρει τις αμφιβολίες σχετικά με την οικονομική της ευρωστία, ενώ η Επιτροπή δεν βάσισε το έγγραφο της 8ης Μαΐου 2015 σε τέτοιους λόγους· ότι η IMG δεν έλαβε βεβαίως την τελική έκθεση της OLAF, αλλά ότι η Επιτροπή διαφοροποιήθηκε σε σχέση με την έκθεση στο προσβληθέν έγγραφο, κρίνοντας ότι υπήρχαν αμφιβολίες και όχι βεβαιότητα όσον αφορά το νομικό καθεστώς της ενδιαφερομένης· και ότι, ανεξαρτήτως του αντικειμένου των ερωτήσεων που έθεσαν στα κράτη μέλη η OLAF και η Επιτροπή, η IMG είχε τη δυνατότητα να ασκήσει λυσιτελώς την άμυνά της ερωτώντας απευθείας τα κράτη των οποίων οι δηλώσεις προκάλεσαν αμφιβολίες ως προς την ιδιότητά της ως διεθνούς οργανισμού.