ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 31ης Μαΐου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C-245/17
Pedro Viejobueno Ibáñez,
Emilia de la Vara González
κατά
Consejería de Educación de Castilla-La Mancha
[αίτηση του Tribunal Superior de Justicia de Castilla-La Mancha
(ανωτέρου δικαστηρίου της Castilla-La Mancha, Ισπανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Εργασία ορισμένου χρόνου – Συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP – Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων – Έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι και μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι υπό την έννοια του ισπανικού δικαίου – Εκπαιδευτικοί απασχολούμενοι ως έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι – Πρόωρος τερματισμός της σχέσεως εργασίας κατά το τέλος της διδακτικής περιόδου – Διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου – Αντικειμενικός λόγος ο οποίος δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση»
I. Εισαγωγή
1.
Υπό τις συνθήκες δημοσιονομικής πιέσεως που εξακολουθούν να επικρατούν σε πολλά κράτη μέλη, η δημόσια διοίκηση είναι και αυτή αναγκασμένη να μειώσει τις δαπάνες της. Προς αντιμετώπιση της εν λόγω προκλήσεως τα κράτη μέλη προβαίνουν σε λιγότερες προσλήψεις μονίμων εκπαιδευτικών ή δημοσίων υπαλλήλων, ενώ προσλαμβάνουν ολοένα και περισσότερο προσωπικό ορισμένου χρόνου. Ορισμένα κράτη μέλη ήδη απασχολούν μέρος των εκπαιδευτικών μόνο κατά τη διάρκεια της διδακτικής περιόδου και όχι καθ’ όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους ( 2 ).
2.
Ο ισπανικός νόμος περί δημοσίων υπαλλήλων επιτρέπει την πρόσληψη εκτάκτων ( 3 ) αντί μονίμων δημοσίων υπαλλήλων για την κάλυψη επιτακτικών και επειγουσών αναγκών. Στο πλαίσιο αυτό, διορίζονταν στα ισπανικά σχολεία εκπαιδευτικοί με καθεστώς έκτακτου δημοσίου υπαλλήλου καθ’ όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους.
3.
Βάσει αυτού του καθεστώτος προσλήφθηκαν στην Αυτόνομη Κοινότητα Castillia-La Mancha και οι εκκαλούντες στην κύρια δίκη, P. Viejobueno Ibáñez και E. de la Vara González, ως εκπαιδευτικοί για το σχολικό έτος 2011/2012. Ωστόσο, κατά την περάτωση της διδακτικής περιόδου και την έναρξη των θερινών διακοπών, η σχολική αρχή έπαυσε τους δύο εκπαιδευτικούς με την αιτιολογία ότι δεν συνέτρεχαν πλέον επιτακτικές και επείγουσες ανάγκες.
4.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο καλείται εν προκειμένω να αποφανθεί εάν η αρμόδια σχολική αρχή υποβάλλει σε άνιση μεταχείριση τους έκτακτους δημοσίους υπαλλήλους ορισμένου χρόνου σε σχέση με τους μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους παύοντάς τους πρόωρα κατά τη λήξη της διδακτικής περιόδου. Συναφώς ανακύπτει επίσης το ερώτημα εάν συνιστά δυσμενή διάκριση εις βάρος των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων το γεγονός ότι, όταν αυτοί παύονται κατά την έναρξη των θερινών διακοπών, δεν μπορούν να λάβουν την άδειά τους υπό τη μορφή πραγματικών ημερών αναπαύσεως, αλλά μόνον αναλογικά μειωμένη χρηματική αποζημίωση.
5.
Η κατηγορία των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων στο πλαίσιο του ισπανικού δικαίου αποτέλεσε επανειλημμένως αντικείμενο αποφάσεων του Δικαστηρίου ( 4 ). Η παρούσα διαδικασία παρέχει εκ νέου τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να διευκρινίσει περαιτέρω τις συνέπειες της απαγορεύσεως των διακρίσεων εις βάρος εργαζομένων ορισμένου χρόνου επί της συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων στο δημόσιο.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
6.
Εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο είναι, εν προκειμένω, η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP ( 5 ) (στο εξής: οδηγία 1999/70). Κατά το άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας, αυτή αποσκοπεί στην υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου (στο εξής, επίσης: συμφωνία-πλαίσιο), η οποία συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 μεταξύ τριών γενικών διεπαγγελματικών οργανώσεων (CES, UNICE και CEEP) και προσαρτάται στην οδηγία ως παράρτημα.
7.
Σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, μεταξύ άλλων, να «βελτιώσ[ει] την ποιότητα της εργασίας ορισμένου χρόνου, εξασφαλίζοντας την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης […]» ( 6 ). Συναφώς, η συμφωνία-πλαίσιο στηρίζεται στην παραδοχή ότι «οι συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι, η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζόμενων» ( 7 ). Παράλληλα η συμφωνία-πλαίσιο αναγνωρίζει ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου «αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της απασχόλησης σε ορισμένους τομείς, επαγγέλματα και δραστηριότητες που μπορεί να εξυπηρετεί και τους εργοδότες και τους εργαζομένους» ( 8 ).
8.
Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου, η ρήτρα 2, σημείο 1, αυτής προβλέπει τα ακόλουθα:
«Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος.»
9.
Η ρήτρα 3 της συμφωνίας-πλαισίου περιλαμβάνει τους ακόλουθους «ορισμούς»:
«1.
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως “εργαζόμενος ορισμένου χρόνου” νοείται ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, η ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος.
2.
Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως “αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου” νοείται ο εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων. […]»
10.
Το σημείο 1 της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου, η οποία επιγράφεται «Αρχή της μη διάκρισης», προβλέπει τα εξής:
«Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους».
11.
Υπενθυμίζεται επίσης ότι το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας ( 9 ), υπό τον τίτλο «Ετήσια άδεια», προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας.
2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.»
Β. Η εθνική νομοθεσία
12.
Ο ισπανικός νόμος 7/2007 ( 10 ) (στο εξής: EBEP) ρυθμίζει το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων της κεντρικής διοίκησης της Ισπανίας και των Αυτόνομων Κοινοτήτων της χώρας.
13.
Κατά το άρθρο 8 του EBEP υπάρχουν τέσσερις κατηγορίες εργαζομένων στο δημόσιο: οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι, οι συμβασιούχοι ορισμένου ή αορίστου χρόνου, και το βοηθητικό προσωπικό.
14.
Το άρθρο 10 του EBEP προβλέπει τα εξής:
«1. Έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι είναι τα φυσικά πρόσωπα τα οποία διορίζονται με αυτή την ιδιότητα, για λόγους επιτακτικών και επειγουσών αναγκών που αιτιολογούνται ρητώς, για να ασκήσουν καθήκοντα μονίμου υπαλλήλου, σε μια από τις παρακάτω περιπτώσεις:
a)
για την κάλυψη κενών θέσεων που ενδέχεται να μην καλυφθούν από μονίμους υπαλλήλους·
b)
για την προσωρινή αντικατάσταση μονίμων υπαλλήλων·
c)
για την υλοποίηση δράσεων μη μόνιμου χαρακτήρα·
d)
σε περίπτωση υπερβολικού φόρτου εργασίας, για μέγιστη διάρκεια έξι μηνών εντός συνολικής περιόδου δώδεκα μηνών.
[…]
3. Πέραν των λόγων που προβλέπονται στο άρθρο 63, η υπαλληλική σχέση των εκτάκτων υπαλλήλων λήγει και εάν εκλείψει ο λόγος διορισμού τους.
[…]
5. Το γενικό καθεστώς των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων ισχύει για τους έκτακτους υπαλλήλους στο μέτρο που συνάδει προς τη φύση του καθεστώτος τους.»
15.
Το άρθρο 63 του EBEP ορίζει τους λόγους απώλειας της ιδιότητας του δημοσίου υπαλλήλου.
16.
Ο νόμος 4/2011 περί των δημοσίων υπαλλήλων της Αυτόνομης Κοινότητας Castilla-La Mancha ( 11 ) επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν τον ορισμό του «εκτάκτου υπαλλήλου» που δίδεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του EBEP, με τη ρητή επισήμανση ότι αυτός ασκεί «προσωρινώς» καθήκοντα μονίμου υπαλλήλου.
17.
Το άρθρο 9, σημείο 1, στοιχείο b, του νόμου 4/2011 προβλέπει τα εξής:
«1.
Η σχέση εργασίας των εκτάκτων υπαλλήλων λήγει για τους κάτωθι λόγους:
[…]
b)
Άρση των λόγων επιτακτικών και επειγουσών αναγκών για τους οποίους έγινε ο διορισμός·
[…]».
18.
Βάσει της συναφθείσας στις 10 Μαρτίου 1994 συμφωνίας μεταξύ της Γενικής Διευθύνσεως Προσωπικού του ισπανικού Υπουργείου Παιδείας και της συνδικαλιστικής οργανώσεως ANPE ( 12 ), η οποία εφαρμόζεται και στην Αυτόνομη Κοινότητα Castilla-La Mancha, οι έκτακτοι υπάλληλοι οι οποίοι έως τις 30 Ιουνίου του οικείου έτους έχουν εργασθεί ως εκπαιδευτικοί επί τουλάχιστον πεντέμισι μήνες εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους έως την έναρξη του επόμενου σχολικού έτους και, συνεπώς, αμείβονται κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών.
19.
Κατά τη δέκατη τρίτη πρόσθετη διάταξη του νόμου 5/2012 περί γενικού προϋπολογισμού της Αυτόνομης Κοινότητας της Castilla-La Mancha ( 13 ), οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου λαμβάνουν σε περίπτωση τερματισμού της σχέσεως εργασίας τους αποζημίωση που αντιστοιχεί σε 22 μη ληφθείσες ημέρες αδείας, εάν κατά τον χρόνο της παύσεως είχαν εργαστεί ήδη επί 12 μήνες. Σε περίπτωση προσλήψεως κατά την έναρξη του σχολικού έτους τον Σεπτέμβριο και τερματισμού της σχέσεως εργασίας με το τέλος της διδακτικής περιόδου τον Ιούνιο, καταβάλλεται αποζημίωση αναλογούσα στις ημέρες αδείας.
20.
Κατά το άρθρο 50, παράγραφος 1, του EBEP, το δικαίωμα ετήσιας αδείας των τακτικών δημοσίων υπαλλήλων ανέρχεται σε 22 εργάσιμες ημέρες.
III. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
21.
Ο P. Viejobueno Ibáñez και η Ε. de la Vara González, εκκαλούντες στην κύρια δίκη, εργάσθηκαν ως έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι σε σχολεία της Αυτόνομης Κοινότητας Castilla-La Mancha.
22.
Με απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2011 της αρμόδιας Γενικής Διευθύνσεως Ανθρωπίνων Πόρων και Εκπαιδευτικού Προγραμματισμού (Dirección General de Recursos Humanos y Programación Educativa) του Υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού της Αυτόνομης Κοινότητας Castillia-La Mancha, ο εκκαλών τοποθετήθηκε σε κενή θέση εκπαιδευτικού δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως στην επαρχία Τολέδο και η εκκαλούσα σε κενή θέση εκπαιδευτικού επαγγελματικής καταρτίσεως στην επαρχία Cuenca για το σχολικό έτος 2011/2012. Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, το σχολικό έτος 2011/2012 διήρκεσε από 15 Σεπτεμβρίου 2011 έως 14 Σεπτεμβρίου 2012.
23.
Στις 29 Ιουνίου 2012, τελευταία ημέρα διδασκαλίας πριν την έναρξη των θερινών διακοπών, οι συντονιστές εκπαιδεύσεως των επαρχιών Τολέδο και Cuenca εξέδωσαν αποφάσεις περί παύσεως των εκκαλούντων με ισχύ αυθημερόν.
24.
Οι εκκαλούντες, αφού πρώτα άσκησαν ιεραρχική προσφυγή κατά των εν λόγω αποφάσεων, προσέφυγαν δικαστικώς ζητώντας, μεταξύ άλλων, να κηρυχθούν άκυρες οι αποφάσεις και να αναγνωρισθεί το δικαίωμά τους παραμονής στις θέσεις στις οποίες είχαν τοποθετηθεί έως τις 14 Σεπτεμβρίου 2012.
25.
Η προσφυγή απορρίφθηκε σε πρώτο βαθμό. Σύμφωνα με το σκεπτικό του Juzgado de lo Contencioso-administrativo no 2 de Toledo ( 14 ), με τη λήξη της διδακτικής περιόδου, οι λόγοι επιτακτικών και επειγουσών αναγκών οι οποίοι δικαιολογούσαν τον διορισμό των εκπαιδευτικών ως εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, του EBEP, και του άρθρου 9 του νόμου 4/2011, εξέλιπαν. Κατά τη νομολογία των ισπανικών δικαστηρίων, οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι δεν έχουν δικαίωμα παραμονής στη θέση τους έως ορισμένη ημερομηνία, λόγω αυτής καθαυτήν της φύσεως της απασχολήσεώς τους. Τούτο μάλιστα ακόμη και αν ο διορισμός τους προβλέπει ορισμένη ημερομηνία παύσεως. Πάντως, στην περίπτωση των προσφευγόντων, το έγγραφο διορισμού δεν ανέφερε ορισμένη ημερομηνία, αλλά την περίοδο του σχολικού έτους 2011/2012.
26.
Οι εκκαλούντες άσκησαν κατά της ως άνω αποφάσεως έφεση ενώπιον του Tribunal Superior de Justicia de Castilla-La Mancha (ανωτέρου δικαστηρίου της Castilla-La Mancha, Ισπανία). Προβάλλουν, μεταξύ άλλων, ότι η παύση τους κατά το τέλος της διδακτικής περιόδου αποφασίσθηκε κατά παράβαση της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, καθόσον δεν υφίσταται αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί τη διακριτική μεταχείρισή τους σε σχέση με τους εκπαιδευτικούς οι οποίοι είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι. Κατά την άποψή τους, διακριτική μεταχείριση συνιστά και το γεγονός ότι λόγω της παύσεώς τους δεν έλαβαν την ετήσια άδειά τους, αντί της οποίας τους καταβλήθηκε χρηματική αποζημίωση. Κατά την οδηγία 2003/88, η χρηματική αποζημίωση για ημέρες αδείας επιτρέπεται μόνον κατ’ εξαίρεση.
27.
Υπό αυτές τις περιστάσεις, το Tribunal Superior de Justicia de Castilla-La Mancha (ανώτερο δικαστήριο της Castilla-La Mancha) ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και με διάταξη της 19ης Απριλίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Μαΐου 2017, υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1)
Δύναται η λήξη της διδακτικής περιόδου του σχολικού έτους να θεωρηθεί ως αντικειμενικός λόγος ο οποίος δικαιολογεί διαφορετική μεταχείριση των εκπαιδευτικών οι οποίοι είναι αναπληρωτές δημόσιοι υπάλληλοι σε σχέση με τους εκπαιδευτικούς οι οποίοι είναι τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι;
2)
Συνάδει με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων εις βάρος των εν λόγω εκπαιδευτικών οι οποίοι είναι αναπληρωτές δημόσιοι υπάλληλοι το γεγονός ότι, όταν αυτοί απολύονται κατά τη λήξη της διδακτικής περιόδου, δεν μπορούν να λάβουν την άδειά τους υπό τη μορφή πραγματικών ημερών αναπαύσεως, αλλά η εν λόγω ανάπαυση αντικαθίσταται από την καταβολή της αντίστοιχης αποζημιώσεως;
3)
Συνάδει με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων εις βάρος των εν λόγω δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι εμπίπτουν στην έννοια των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, αφηρημένος κανόνας όπως ο προβλεπόμενος στη δέκατη τρίτη πρόσθετη διάταξη του νόμου 5/2012, ο οποίος, για λόγους εξοικονομήσεως πόρων και επιτεύξεως στόχων σχετικά με το ύψος του ελλείμματος, μεταξύ άλλων μέτρων, ανέστειλε την εφαρμογή συμφωνίας συναφθείσας μεταξύ του Υπουργείου Παιδείας και Επιστημών και της συνδικαλιστικής οργανώσεως ANPE, όσον αφορά την [αποζημίωση] αδείας του Ιουλίου και του Αυγούστου για τις αναπληρώσεις διάρκειας άνω των πεντέμισι μηνών καθώς και για τις καλύψεις κενών θέσεων, και προβλέπει την καταβολή, στους μη πανεπιστημιακούς εκπαιδευτικούς οι οποίοι είναι αναπληρωτές δημόσιοι υπάλληλοι, χρηματικής αποζημιώσεως που αντιστοιχεί σε 22 εργάσιμες ημέρες εάν ο διορισμός ως αναπληρωτή εκπαιδευτικού αφορούσε ολόκληρο το σχολικό έτος, άλλως στις ημέρες που αναλογούν στη διάρκεια της απασχολήσεώς τους;
28.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η Consejería de Educación de Castilla-La Mancha (Υπουργείο Παιδείας της Castilla-La Mancha), η Ισπανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι εν λόγω μετέχοντες στη διαδικασία και o P. Viejobueno Ibáñez εκπροσωπήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 11ης Απριλίου 2018.
IV. Σκεπτικό
29.
Και τα τρία προδικαστικά ερωτήματα αφορούν το νομικό ζήτημα της επιδράσεως της αρχής της μη διακρίσεως εις βάρος εργαζομένων ορισμένου χρόνου στους εκπαιδευτικούς οι οποίοι είναι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ισπανία, και οι οποίοι, καίτοι διορίζονται για ολόκληρο το σχολικό έτος, παύονται κατά το τέλος της διδακτικής περιόδου, δηλαδή στα τέλη του Ιουνίου.
30.
Το πρώτο ερώτημα αφορά τη δικαιολόγηση αυτής καθαυτήν της πρόωρης παύσεως κατά το τέλος της διδακτικής περιόδου, ενώ το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα αφορούν τις επιπτώσεις στο δικαίωμα αδείας των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων. Ως εκ τούτου, θα εξετάσω το πρώτο ερώτημα χωριστά από τα άλλα δύο ερωτήματα.
Α. Επί της νομιμότητας του τερματισμού της συμβάσεως εργασίας κατά τη λήξη της διδακτικής περιόδου (πρώτο προδικαστικό ερώτημα)
31.
Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί εάν συνάδει με τη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου η εφαρμοζόμενη στην Ισπανία πρακτική της πρόωρης παύσεως των εκπαιδευτικών εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων κατά τη λήξη της διδακτικής περιόδου, καίτοι αυτοί έχουν προσληφθεί για λόγους επιτακτικών και επειγουσών αναγκών για τη διάρκεια ενός ολόκληρου σχολικού έτους. Το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει ιδίως ως προς το κατά πόσον η λήξη της διδακτικής περιόδου μπορεί να συνιστά αντικειμενικό λόγο ο οποίος δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση των εκπαιδευτικών οι οποίοι είναι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι σε σχέση με τους εκπαιδευτικούς οι οποίοι είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι.
1. Επί του παραδεκτού του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
32.
Το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο, καθόσον, κατ’ ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί στο πλαίσιο του εν λόγω ερωτήματος εάν η λήξη της διδακτικής περιόδου δύναται να θεωρηθεί ως άρση του λόγου διορισμού ενός έκτακτου δημοσίου υπαλλήλου υπό την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 3, του EBEP. Ως εκ τούτου, το Βασίλειο της Ισπανίας θεωρεί ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί ερμηνεία του εθνικού δικαίου, η οποία δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
33.
Προς στήριξη του ισχυρισμού της, η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι, καταρχήν, το ενωσιακό δίκαιο δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τη δυνατότητα λύσεως συμβάσεων ορισμένου χρόνου ακόμη και πριν την προβλεπόμενη λήξη τους. Επίσης δεν αμφισβητείται ότι η άρση των λόγων επιτακτικών και επειγουσών αναγκών, οι οποίοι δικαιολογούν τον διορισμό, μπορεί να δικαιολογεί τον πρόωρο τερματισμό της συμβάσεως. Η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί, λοιπόν, ότι αποκλειστικός σκοπός του ερωτήματος είναι να διευκρινιστεί το κατά πόσον η λήξη της διδακτικής περιόδου δύναται να θεωρηθεί ως άρση των επιτακτικών και επειγουσών αναγκών κατά το εθνικό δίκαιο.
34.
Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Είναι βεβαίως γεγονός ότι, κατά πάγια νομολογία, δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας διατάξεων του εθνικού δικαίου ( 15 ). Ωστόσο, το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου δεν αφορά ρητώς την ερμηνεία της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας‑πλαισίου. Καίτοι το ενωσιακό δίκαιο δεν αποκλείει αυτή καθαυτή την πρόωρη λύση συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εντούτοις η διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε σχέση με τους εργαζόμενους αορίστου χρόνου θα πρέπει να δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους ( 16 ). Το εθνικό δίκαιο πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της εν λόγω αρχής. Επ’ αυτού, το Δικαστήριο δύναται και οφείλει να παράσχει λυσιτελείς υποδείξεις στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ( 17 ).
35.
Κατά συνέπεια, το πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό.
2. Επί της ουσίας
36.
Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι η συμφωνία-πλαίσιο εφαρμόζεται και στις συμβάσεις και σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί με τη δημόσια διοίκηση και άλλους φορείς του δημόσιου τομέα. ( 18 ) Κατά συνέπεια, εργαζόμενοι υπό την έννοια της ρήτρας 3, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου είναι και οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι του ισπανικού δικαίου.
37.
Η απασχόληση των εκκαλούντων στην υπόθεση της κύριας δίκης ήταν ορισμένου χρόνου. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση διευκρινίστηκε ότι τα έγγραφα διορισμού τους δεν ανέφεραν ορισμένη ημερομηνία λήξεως. Ωστόσο, προκύπτει ότι όλοι οι μετέχοντες θεωρούσαν ότι η απασχόληση των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων θα έληγε το αργότερο στις 14 Σεπτεμβρίου 2012. Στη διάταξη περί παραπομπής η συγκεκριμένη ημερομηνία χαρακτηρίζεται επίσης ως λήξη του σχολικού έτους 2011/2012 ( 19 ).
α) Εφαρμογή της αρχής της μη διακρίσεως
38.
Σύμφωνα με τη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνον επειδή απασχολούνται με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Η εν λόγω διάταξη είναι απαλλαγμένη αιρέσεων και αρκούντως ακριβής, ώστε να δύνανται οι ιδιώτες να την επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ( 20 ).
39.
Ωστόσο, η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί ότι στην υπό κρίση περίπτωση πρόκειται για διαφορετική μεταχείριση όσον αφορά τις «συνθήκες απασχολήσεως». Κατά την άποψή της, η διαφορετική μεταχείριση έγκειται στο γεγονός ότι οι συμβάσεις των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων είναι ορισμένου χρόνου, ενώ οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εργαζόμενοι αορίστου χρόνου. Η προβλεπόμενη λήξη μιας συμβάσεως ορισμένου χρόνου δεν μπορεί όμως να χρήζει δικαιολογήσεως αυτή καθαυτή, καθόσον η συμφωνία-πλαίσιο δεν απαγορεύει αυτή καθαυτή την προσφυγή σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Κατά συνέπεια, αποκλείεται εξαρχής η εφαρμογή της αρχής της μη διακρίσεως.
40.
Προς επίρρωση του εν λόγω επιχειρήματος, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Consejería επισήμαναν, ιδίως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι, εν πάση περιπτώσει, η διάρκεια της απασχολήσεως είχε οριστεί μέχρι τη λήξη της διδακτικής περιόδου, ήτοι έως τα τέλη Ιουνίου 2012, αφενός, καθόσον πρέπει να θεωρηθεί ότι η περιεχόμενη στο έγγραφο διορισμού αναφορά στο «σχολικό έτος 2011/2012» είχε εξαρχής την έννοια του περιορισμένου χρονικού διαστήματος έως τη λήξη της διδακτικής περιόδου, ή, άλλως, καθόσον η απασχόληση είχε στην πραγματικότητα ορισμένη διάρκεια έως την άρση των λόγων επιτακτικών και επειγουσών αναγκών, η οποία επήλθε κατά τη λήξη της διδακτικής περιόδου, και πάντως έως την έναρξη του νέου σχολικού έτους.
41.
Κρίσιμο είναι, ως εκ τούτου, το κατά πόσον η απασχόληση των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων στην υπόθεση της κύριας δίκης υπέκειτο σε χρονικό περιορισμό έως τη λήξη της διδακτικής περιόδου.
42.
Η έννοια του «ορισμένου χρόνου» στη ρήτρα 3, παράγραφος 1, της συμφωνίας-πλαισίου πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης ( 21 ). Σύμφωνα με το γράμμα της διατάξεως, είναι κρίσιμης σημασίας το κατά πόσον η λήξη της σχέσεως εργασίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως η παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας ή η πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος.
43.
Λαμβανομένων υπόψη των δυσχερειών που παρουσιάζει στην υπό κρίση υπόθεση ο προσδιορισμός του χρόνου άρσεως των «επιτακτικών και επειγουσών αναγκών», καθίσταται εξαρχής αμφίβολο εάν, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης μορφής χρονικού περιορισμού, η λήξη καθορίζεται από οιονδήποτε αντικειμενικό όρο και την επέλευση συγκεκριμένου γεγονότος. Πράγματι, ο εκπρόσωπος της Consejería επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι δεν είναι δυνατός ο εκ των προτέρων καθορισμός του γεγονότος το οποίο οδηγεί στη λήξη της απασχολήσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αντιθέτως η άρση του λόγου διορισμού μπορεί να επέλθει υπό διάφορες περιστάσεις.
44.
Σε κάθε περίπτωση, χαρακτηριστικό της σχέσεως απασχολήσεως ορισμένου χρόνου είναι ότι αυτή λήγει πάντοτε αυτομάτως με την επέλευση του καθορισθέντος γεγονότος ( 22 ). Εξαιτίας, ωστόσο, των ποικίλων περιστάσεων που ενδέχεται να προκαλέσουν την άρση των επιτακτικών και επειγουσών αναγκών, απαιτείται η λήψη ατομικής αποφάσεως περί τερματισμού της σχέσεως εργασίας, την οποία λαμβάνει η σχολική αρχή. Κατά συνέπεια, η άρση των «επιτακτικών και επειγουσών αναγκών» αποτελεί απλώς ειδικό λόγο καταγγελίας, και όχι καθοριστικό για τον τερματισμό της συμβάσεως γεγονός υπό την έννοια της ρήτρας 3, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου.
45.
Όσον αφορά ενδεχόμενο χρονικό περιορισμό έως τη λήξη της διδακτικής περιόδου απλώς και μόνο βάσει της αναφοράς στο «σχολικό έτος 2011/2012», απόκειται αποκλειστικά στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει εάν πράγματι υπονοείτο η διδακτική περίοδος και μόνο. Εάν ήθελε προκύψει ότι, βάσει της ανωτέρω αναφοράς, η απασχόληση έληγε εξαρχής στις 30 Ιουνίου 2012, διαμορφώνονται συνθήκες παρόμοιες με εκείνες στις υποθέσεις Grupo Norte Facility και Montero Mateos. Κατά την εκτίμηση που εξέφρασα στις προτάσεις μου σε αμφότερες τις ως άνω υποθέσεις, η προβλεπόμενη λήξη σχέσεως εργασίας ορισμένου χρόνου αυτή καθαυτήν δεν συνιστά διάκριση υπό την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου ( 23 ).
46.
Ωστόσο, στη διάταξη περί παραπομπής, η οποία αποτελεί τη μοναδική βάση για την απόφαση του Δικαστηρίου ( 24 ), ως διάρκεια του σχολικού έτους 2011/2012 αναφέρεται το χρονικό διάστημα από 15 Σεπτεμβρίου 2011 έως 14 Σεπτεμβρίου 2012. Εξάλλου, όπως επιβεβαίωσαν όλοι οι μετέχοντες κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι ανέκαθεν απασχολούνταν, βάσει της μέχρι τούδε πρακτικής, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα.
47.
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι εν προκειμένων πρόκειται για πρόωρη και όχι για ούτως ή άλλως προβλεπόμενη λύση της σχέσεως απασχολήσεως ορισμένου χρόνου ( 25 ). Η πρόωρη λύση δεν απαγορεύεται καταρχήν βάσει της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου· ωστόσο, πρέπει να μη συνεπάγεται διακρίσεις ( 26 ).
48.
Για τον λόγο αυτόν, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει στο παρελθόν ότι ερμηνεία κατά την οποία η χρησιμοποιούμενη στη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου έννοια των «συνθηκών απασχολήσεως» δεν περιλαμβάνει τους όρους καταγγελίας ή/και παύσεως θα συνεπαγόταν περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της παρεχόμενης στους εργαζόμενους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου προστασίας κατά των διακρίσεων, κατά παράβαση του σκοπού της εν λόγω διατάξεως ( 27 ). Το Δικαστήριο έκανε, μεταξύ άλλων, δεκτό ότι η προθεσμία καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου εμπίπτει στην έννοια των συνθηκών απασχολήσεως. συνθήκες απασχολήσεως ( 28 ). Κατά συνέπεια, το ίδιο πρέπει να ισχύει και ως προς τους λόγους καταγγελίας ή/και παύσεως στην υπό κρίση υπόθεση.
49.
Βάσει των ανωτέρω συλλογισμών, είναι εν προκειμένω δυνατή η εφαρμογή της αρχής της μη διακρίσεως.
β) Συγκρισιμότητα εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων και μονίμων δημοσίων υπαλλήλων
50.
Κατά συνέπεια, μένει να εξεταστεί ως κεντρικό ζήτημα, εάν οι εκπαιδευτικοί οι οποίοι είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι δύναται να θεωρηθούν «αντίστοιχοι εργαζόμενοι αορίστου χρόνου» υπό την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου. Πράγματι, όπως προκύπτει και από το γράμμα της διατάξεως, το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει τη διάκριση σε βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου μόνον σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου, ενώ ουδόλως επιτάσσει την ίση μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων ορισμένου χρόνου και εργαζομένων αορίστου χρόνου οι οποίοι δεν βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση. Επομένως, η παύση κατά τη λήξη της διδακτικής περιόδου ενδέχεται να ενέχει διάκριση εις βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου μόνον εφόσον πρόκειται για συγκρίσιμες καταστάσεις.
51.
Αντιθέτως, όπως επισημάνθηκε και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η τυχόν άνιση μεταχείριση διαφορετικών κατηγοριών εργαζομένων ορισμένου χρόνου είναι άνευ σημασίας ( 29 ). Επομένως, αντικείμενο εξετάσεως δεν πρέπει να είναι το ζήτημα εάν, λόγω μεταβολής της πρακτικής το έτος 2012, οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι τυγχάνουν πλέον διαφορετικής μεταχειρίσεως σε σχέση με εκείνους που εργάστηκαν ως εκπαιδευτικοί προ του σχολικού έτους 2011/2012 και οι οποίοι κατά κανόνα παρέμεναν στη θέση τους έως τη λήξη του σχολικού έτους τον Σεπτέμβριο.
52.
Ωστόσο, οι εκκαλούντες στη υπόθεση της κύριας δίκης προβάλλουν αυτήν ακριβώς τη διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με τους μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους, των οποίων η σχέση εργασίας επί του παρόντος δεν λήγει κατά τη λήξη της διδακτικής περιόδου ούτε αναστέλλεται για την περίοδο των θερινών διακοπών, ενώ αντιθέτως η σχέση εργασίας των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων τερματίζεται κατά την έναρξη των θερινών διακοπών. Καθοριστικής σημασίας είναι συνεπώς το κατά πόσον η κατάσταση των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων είναι συγκρίσιμη με αυτή των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων.
53.
Η εξέταση της συγκρισιμότητας των εργαζομένων με σχέση ορισμένου χρόνου εκπαιδευτικών και των εργαζομένων αορίστου χρόνου, η οποία εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο ( 30 ) βασίζεται στον περιλαμβανόμενο στη ρήτρα 3, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου ορισμό της έννοιας «αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου». Σύμφωνα με τη νομολογία πρέπει, κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω ορισμού, να εξετασθεί το κατά πόσον οι εργαζόμενοι εκτελούν την ίδια ή παρόμοια εργασία βάσει μιας σειράς παραμέτρων, όπως η φύση της εργασίας, η κατάρτιση και οι όροι εργασίας ( 31 ).
54.
Με βάση τα παρατιθέμενα στη διάταξη περί παραπομπής στοιχεία, στην υπό κρίση υπόθεση συντρέχουν σοβαροί λόγοι για να θεωρηθεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της συγκεκριμένης εργασίας που εκτελούν, και ιδίως της φύσεως της εργασίας, της καταρτίσεως και των όρων εργασίας, οι απασχολούμενοι με σχέση ορισμένου χρόνου εκπαιδευτικοί βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με τους εκπαιδευτικούς οι οποίοι είναι μόνιμοι υπάλληλοι. Κατά την εθνική νομοθεσία, οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι τοποθετούνται σε θέσεις οι οποίες προσωρινώς δεν δύνανται να καλυφθούν από μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους. Συνεπώς, καθίσταται προφανές ότι οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι εκτελούν ίδιας φύσεως εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, καθόσον έκαστος εξ αυτών αναπληρώνει μόνιμο δημόσιο υπάλληλο. Επίσης απαιτείται να έχουν την ίδια κατάρτιση για την άσκηση του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού και να επιτύχουν στην προβλεπόμενη διαδικασία επιλογής.
55.
Ωστόσο, οι ανωτέρω γενικές παρατηρήσεις δεν δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι έκτακτοι και μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι βρίσκονται συνολικώς σε συγκρίσιμη κατάσταση από κάθε άποψη. Αποφασιστικής σημασίας είναι επίσης το γεγονός ότι οι δύο κατηγορίες εργαζομένων βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση ειδικώς όσον αφορά την επίμαχη ρύθμιση –ήτοι, εν προκειμένω, την πρόωρη λύση της σχέσεως εργασίας κατά την έναρξη των θερινών διακοπών ( 32 ).
56.
Ειδικότερα, οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι δεν βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση με τους μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους από την άποψη του τερματισμού της σχέσεως εργασίας πριν από τις θερινές διακοπές, καθόσον η πρόωρη λύση είναι δυνατή μόνον υπό το ισχύον για αυτούς ιδιαίτερο καθεστώς, ενώ οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εξ ορισμού εργαζόμενοι αορίστου χρόνου. Όπως αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, το ίδιο στηρίχθηκε στο παρελθόν στο γεγονός αυτό προκειμένου να θεμελιώσει τη νομιμότητα του τερματισμού της σχέσεως εργασίας εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων κατά τη λήξη της διδακτικής περιόδου.
57.
Ωστόσο, η ύπαρξη διακρίσεως δεν μπορεί να αποκλειστεί με απλή παραπομπή σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει αυτήν ακριβώς την επίμαχη άνιση μεταχείριση ( 33 ). Εξάλλου, εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση η συγκρισιμότητα των δύο κατηγοριών αποκλειόταν με την επίκληση του χαρακτήρα της εργασίας των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων ως αορίστου χρόνου, τη στιγμή που αμφισβητείται η νομιμότητα της πρόωρης λύσεως της σχέσεως εργασίας εκπαιδευτικών που εργάζονται με σχέση ορισμένου χρόνου, θα οδηγούμασταν σε φαύλο κύκλο. Αν κάτι τέτοιο γινόταν δεκτό, η συγκρισιμότητα των απασχολούμενων ορισμένου χρόνου και των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων όσον αφορά τον τερματισμό της σχέσεως εργασίας θα αποκλειόταν σε κάθε περίπτωση και ουδέποτε θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαίσιο. Τούτο όμως θα ήταν αντίθετο προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζει την απαγόρευση των διακρίσεων βάσει της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου ρητώς και επί των όρων τερματισμού της σχέσεως εργασίας ( 34 ).
58.
Η (θεμιτή) διαφορά μεταξύ εργαζομένων ορισμένου χρόνου και εργαζομένων αορίστου χρόνου εκδηλώνεται μόνο μέσα από τα συμφυή με την ορισμένη διάρκεια μειονεκτήματα, τα οποία συνεπώς δεν αποτελούν διάκριση. Πράγματι, δεν μπορεί να υπάρξει σύγκριση μεταξύ των εργαζόμενων ορισμένου χρόνου και των εργαζόμενων αορίστου χρόνου με γνώμονα τα εν λόγω μειονεκτήματα. Ωστόσο, τα συμφυή με την ορισμένη διάρκεια μειονεκτήματα πρέπει να διαχωρίζονται από τα πρόσθετα μειονεκτήματα. Ο πρόωρος τερματισμός της σχέσεως εργασίας κατά τη λήξη της διδακτικής περιόδου πλήττει στην προκείμενη περίπτωση μόνο τους έκτακτους δημοσίους υπαλλήλους, οι οποίοι απασχολούνται για ορισμένο χρόνο. Η δυνατότητα πρόωρου τερματισμού της σχέσεως εργασίας ουδόλως αποτελεί στοιχείο συμφυές με την ορισμένη διάρκεια, αλλά πρόσθετο μειονέκτημα που βαρύνει τους έκτακτους δημοσίους υπαλλήλους έναντι των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων στο πλαίσιο του ισπανικού δικαίου.
59.
Τούτο διότι, τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα που αντιστοιχεί στην προβλεπόμενη διάρκειά της, η προσωρινή απασχόληση αυτή καθαυτήν δεν ενέχει μεγαλύτερη αβεβαιότητα ως προς τη συνέχισή της. Επομένως, δεν αποκλείεται εξ αυτού του λόγου η συγκρισιμότητά της με την κατάσταση των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων. Όπως μου δόθηκε η ευκαιρία να αναλύσω ( 35 ), η συνέχιση της σχέσεως εργασίας ενός εργαζομένου ορισμένου χρόνου καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας του δεν είναι καθόλου λιγότερο άξια προστασίας από τη συνέχιση της σχέσεως εργασίας του εργαζομένου αορίστου χρόνου. Βεβαίως, στην υπό κρίση περίπτωση το εθνικό δίκαιο προβλέπει τη δυνατότητα τερματισμού της σχέσεως εργασίας του έκτακτου δημοσίου υπαλλήλου εάν εκλείψουν οι λόγοι επιτακτικών και επειγουσών αναγκών. Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη ότι η ετήσια διδακτική περίοδος λήγει κατά την έναρξη των θερινών διακοπών, οι ενδιαφερόμενοι δεν όφειλαν να αναμένουν ότι τούτο θα εκλαμβανόταν από τη διοίκηση ως άρση των προαναφερθέντων λόγων επιτακτικών και επειγουσών αναγκών. Την πτυχή αυτή επισήμανε ιδιαιτέρως και η Επιτροπή στο πλαίσιο της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Διαφορετικά, η διάρκεια της σχέσεως εργασίας θα μπορούσε να είχε εξαρχής οριστεί ως λήγουσα κατά τη λήξη της διδακτικής περιόδου.
60.
Συνεπώς, όσον αφορά τη διατήρηση της σχέσεως εργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους 2011/2012, έκτακτοι και μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση υπό την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαίσιο. Ούτε οι μεν ούτε οι δε όφειλαν να αναμένουν ότι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων –ιδίως λαμβανομένης υπόψη της μέχρι τούδε πρακτικής–, θα παύονταν πριν από το τέλος του σχολικού έτους. Όπως ορθώς επισημαίνει και η Επιτροπή, τη συγκρισιμότητα της καταστάσεως των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων με αυτή των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων δέχεται προφανώς και το αιτούν δικαστήριο, στο οποίο εντέλει εναπόκειται η σχετική διαπίστωση.
61.
Ως εκ τούτου, ο τερματισμός της σχέσεως εργασίας των εκκαλούντων κατά τη λήξη της διδακτικής περιόδου 2011/2012 συνιστά άνιση μεταχείριση κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, η οποία χρήζει δικαιολογήσεως.
γ) Η δικαιολόγηση της άνισης μεταχειρίσεως
62.
Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει, τέλος, να εξεταστεί εάν η εν λόγω άνιση μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
63.
Με τη μνεία περί αντικειμενικών λόγων, η οποία περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, στη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, οι Ευρωπαίοι κοινωνικοί εταίροι –και εν τέλει επίσης ο νομοθέτης της Ένωσης– διατυπώνουν τη θεμελιώδη αρχή ότι οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται από τους εργοδότες για να στερήσουν από τους οικείους εργαζομένους τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται σε αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου ( 36 ).
64.
Για να το θέσω απλά, η σχετική με τη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας‑πλαισίου ( 37 ) νομολογία κάνει δεκτό ότι τόσο τα καθήκοντα των εργαζομένων όσο και οι θεμιτοί σκοποί κοινωνικής πολιτικής του εκάστοτε κράτους μέλους συνιστούν αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούν τη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και των αντίστοιχων εργαζομένων αορίστου χρόνου. Εξάλλου, ακόμη και στην περίπτωση που συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, η διαφορετική μεταχείριση μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον εφόσον στηρίζεται σε σαφώς καθορισμένα και συγκεκριμένα στοιχεία και εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.
65.
Βάσει των ανωτέρω κριτηρίων, η λήξη της διδακτικής περιόδου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικειμενικό λόγο ο οποίος δικαιολογεί τη δυσμενή μεταχείριση των εκκαλούντων στην υπόθεση της κύριας δίκης.
66.
Πρώτον, η άνιση μεταχείριση των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων σε σχέση με τους εκπαιδευτικούς οι οποίοι είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι δεν δικαιολογείται από τη φύση της σχέσεως εργασίας των πρώτων. Τούτο διότι, κατά πάγια νομολογία, ο προσωρινός χαρακτήρας της απασχολήσεως δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την άνιση μεταχείριση ( 38 ).
67.
Η Ισπανική Κυβέρνηση και η Consejería επισημαίνουν ότι, για λόγους που σχετίζονται με το καθεστώς απασχολήσεώς τους, οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι θα έπρεπε να αναμένουν τον πρόωρο τερματισμό της σχέσεως εργασίας τους, καθόσον αυτή προβλέπεται στην περίπτωση της άρσεως του λόγου διορισμού. Ωστόσο δεν ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας προβλέψιμο ότι η λήξη της διδακτικής περιόδου θα εκλαμβανόταν ως άρση του λόγου διορισμού. Πράγματι, χαρακτηριστικό της πορείας του σχολικού έτους είναι η εναλλαγή διδακτικών περιόδων με περιόδους κατά τις οποίες δεν πραγματοποιείται διδασκαλία: ασφαλώς, η λήξη της διδακτικής περιόδου τον Ιούνιο, και μάλιστα η ακριβής ημερομηνία της, ήταν γνωστή εκ των προτέρων. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση και την Consejería, είναι προφανώς αντιφατικό να χαρακτηρίζεται ως άρση του λόγου διορισμού αυτή η κανονική και απολύτως προβλέψιμη εξέλιξη χωρίς τη μεσολάβηση άλλων περιστάσεων. Στην περίπτωση αυτή, η διάρκεια της απασχολήσεως θα έπρεπε να καθοριστεί εξαρχής ως λήγουσα κατά την έναρξη των θερινών διακοπών, καθόσον δεν θα υφίστατο εξαρχής εύλογος λόγος διορισμού για την περίοδο κατά την οποία δεν πραγματοποιείται διδασκαλία.
68.
Τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά σε περίπτωση επελεύσεως απρόβλεπτου γεγονότος, όπως είναι η έναρξη λειτουργίας ιδιωτικού σχολείου στην περιοχή την οποία καλύπτει το οικείο εκπαιδευτικό ίδρυμα με συνέπεια να μειωθούν οι ανάγκες για εκπαιδευτικό προσωπικό λόγω της μειώσεως του αριθμού των μαθητών, ή η απρόσμενη ανάρρωση συναδέλφου που είχε λάβει αναρρωτική άδεια μακράς διαρκείας.
69.
Δεύτερον, η μείωση ή η έκλειψη των αναγκών διδασκαλίας κατά τη λήξη της διδακτικής περιόδου αφορά εξίσου τους μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους και τους έκτακτους δημοσίους υπαλλήλους. Τούτο διότι, υπό το πρίσμα της διδασκαλίας, τα καθήκοντα που ανατίθενται σε έκτακτους δημοσίους υπαλλήλους είναι αντίστοιχα εκείνων που ανατίθενται σε μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους ( 39 ). Κατά το αιτούν δικαστήριο, οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι δεν υπέχουν καμία υποχρέωση παρουσίας ή άλλου είδους συγκεκριμένη υποχρέωση να βρίσκονται στη διάθεση της σχολικής αρχής κατά τη διάρκεια των διακοπών.
70.
Οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουν κατά κανόνα να προετοιμαστούν για το επόμενο σχολικό έτος. Αντίστοιχη υποχρέωση υπέχουν οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι μόνον εάν ανανεωθεί ο διορισμός τους για το επόμενο σχολικό έτος. Αμφότερες όμως οι κατηγορίες εκπαιδευτικών οφείλουν να εκμεταλλευτούν τους θερινούς μήνες για την κατάρτισή τους. Επίσης, οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ακριβώς όπως και οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι κατά τη διεξαγωγή των εξετάσεων για μετεξεταστέους. Όπως επιβεβαιώθηκε συναφώς στο πλαίσιο της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, οι εξετάσεις των μαθητών ουδόλως αποτελούν αποκλειστικό καθήκον των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων αλλά δύνανται να διεξάγονται και από έκτακτους δημοσίους υπαλλήλους, ιδίως κατά τη διάρκεια των βραχυπρόθεσμων περιόδων του σχολικού έτους κατά τις οποίες δεν πραγματοποιείται διδασκαλία. Κατά συνέπεια, η άνιση μεταχείριση δεν δικαιολογείται από το είδος των καθηκόντων που ανατίθενται στους ευρισκόμενους σε μειονεκτική θέση εργαζόμενους.
71.
Τρίτον, ο τερματισμός της σχέσεως εργασίας των εκπαιδευτικών που εργάζονται με σχέση ορισμένου χρόνου κατά τη λήξη της διδακτικής περιόδου δεν δύναται να δικαιολογηθεί με το επιχείρημα ότι η διατήρηση των θέσεών τους κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών θα επιβάρυνε υπερβολικά τα δημόσια οικονομικά.
72.
Από τη διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι, έως το σχολικό έτος 2011/2012, οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι που διορίζονταν για ένα ολόκληρο σχολικό έτος εξακολουθούσαν να απασχολούνται και κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών. Προς εξοικονόμηση δημοσιονομικών πόρων, η εν λόγω πρακτική άλλαξε στις αρχές του έτους 2012 με την έκδοση του νόμου 5/2012 περί προϋπολογισμού, ο οποίος προβλέπει τον τερματισμό της σχέσεως εργασίας των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων κατά τη λήξη της διδακτικής περιόδου και την καταβολή αναλογικής αποζημιώσεως για τις μη ληφθείσες ημέρες αδείας. Κατά την κρίση του αιτούντος δικαστηρίου, η εν λόγω εξοικονόμηση δημοσιονομικών πόρων αποτελεί τον πραγματικό σκοπό της μεταβληθείσας πρακτικής. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, οι δημοσιονομικοί λόγοι δεν δύνανται να αποτελέσουν αφ’ εαυτών λόγους δικαιολογήσεως διακρίσεων ( 40 ).
73.
Επιπλέον, δεν είναι σαφές για ποιο λόγο στον σκοπό της εξοικονομήσεως πρέπει να συμβάλουν ειδικώς οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι διά του πρόωρου τερματισμού της απασχολήσεώς τους. Καίτοι η χρήση των οικονομικών πόρων εναπόκειται στην ευχέρεια των κρατών μελών, η σχετική απόφαση δεν πρέπει να εισάγει διακρίσεις ( 41 ).
74.
Τέταρτον, ακόμη και εάν ο σκοπός της εξοικονομήσεως για δημοσιονομικούς λόγους ήθελε θεωρηθεί υπό ορισμένες συνθήκες θεμιτός, και πάλι η επιδίωξη του σκοπού αυτού θα ήταν δυσανάλογη στην υπό κρίση υπόθεση.
75.
Τούτο διότι, κατά τη νομολογία, κατά τον έλεγχο της αναλογικότητας, ειδικά στο πεδίο εφαρμογής της προβλεπόμενης από τη συμφωνία-πλαίσιο απαγορεύσεως των διακρίσεων, η άνιση μεταχείριση πρέπει να δικαιολογείται βάσει αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων ( 42 ).
76.
Αντιθέτως, η ισπανική πρακτική είναι αδιαφανής από δύο απόψεις: αφενός, ο τερματισμός της εργασιακής σχέσεως των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων κατά την έναρξη των θερινών διακοπών είναι αντίθετος προς τη συλλογική σύμβαση του 1994, της οποίας το κύρος θα έπρεπε να μπορούν να εμπιστευτούν οι εργαζόμενοι. Η εν λόγω συλλογική σύμβαση προβλέπει ότι οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι διατηρούνται στις θέσεις τους κατά τους θερινούς μήνες, εφόσον στις 30 Ιουνίου του οικείου έτους έχουν εργαστεί ως εκπαιδευτικοί επί τουλάχιστον πεντέμισι μήνες. Αντιθέτως, ο νόμος 5/2012 αποσκοπεί στην καταστρατήγηση της συλλογικής συμβάσεως, προβλέποντας ότι οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι, αντί να συνεχίσουν να λαμβάνουν τον μισθό τους κατά τις περιόδους στις οποίες δεν πραγματοποιείται διδασκαλία, λαμβάνουν μόνον αναλογική αποζημίωση που αντιστοιχεί σε 22 ημέρες αδείας κατ’ ανώτατο όριο.
77.
Αφετέρου, όπως σημειώνει το αιτούν δικαστήριο, η πρακτική του τερματισμού της σχέσεως εργασίας στο τέλος της διδακτικής περιόδου δεν εφαρμόζεται κατά τρόπο ενιαίο. Στο τέλος της διδακτικής περιόδου δεν παύονται όλοι οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι. Συνεπώς, αντί να στηριχθεί σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, η σχολική αρχή δύναται να αποφασίσει αυθαιρέτως και κατά περίπτωση εάν ένας υπάλληλος ορισμένου χρόνου θα τερματισθεί η σχέση εργασίας του.
78.
Για όλους αυτούς τους λόγους δεν δικαιολογείται η διαφορετική μεταχείριση εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων, όπως των εκκαλούντων στην υπόθεση της κύριας δίκης, σε σχέση με εκπαιδευτικούς οι οποίοι είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι όσον αφορά τη διατήρηση, κατά την περίοδο των θερινών διακοπών, της σχέσεως εργασίας που υφίσταται για τη διάρκεια ορισμένου σχολικού έτους.
79.
Κατά συνέπεια η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα είναι ότι η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπεται εθνική πρακτική όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, βάσει της οποίας τερματίζεται στο τέλος της διδακτικής περιόδου η σχέση εργασίας εκπαιδευτικού που διορίστηκε ως έκτακτος δημόσιος υπάλληλος, υπό την έννοια του ισπανικού δικαίου, για τη διάρκεια ενός ολόκληρου σχολικού έτους, ενώ η σχέση εργασίας των αντίστοιχων εργαζομένων αορίστου χρόνου συνεχίζεται και δεν αναστέλλεται και μετά τη λήξη της διδακτικής περιόδου.
Β. Επί της καταβολής αποζημιώσεως αντί αδείας (δεύτερο και τρίτο προδικαστικό ερώτημα)
80.
Η απάντηση στο δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα παρέλκει, καθόσον, κατά την άποψή μου, το πρώτο ερώτημα πρέπει να απαντηθεί αρνητικά.
81.
Επικουρικώς και μόνο σημειώνω τα ακόλουθα σε σχέση με το δεύτερο ερώτημα: το γεγονός ότι οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι, λόγω του τερματισμού της σχέσεως εργασίας τους πριν από τις θερινές διακοπές, δεν δύνανται να λάβουν την προβλεπόμενη για το εν λόγω διάστημα άδεια, αποτελεί απλώς αναγκαία συνέπεια του –κατά την άποψή μου– παράνομου τερματισμού της σχέσεως εργασίας τους. Τούτο όμως δεν συνιστά αυτοτελώς διακριτική μεταχείριση. Και μονίμου δημοσίου υπαλλήλου εάν τερματιζόταν η σχέση εργασίας στο τέλος της διδακτικής περιόδου, για παράδειγμα λόγω απώλειας της ιδιότητας του δημοσίου υπαλλήλου κατά το άρθρο 63 ΕΒΕΠ, ούτε αυτός δεν θα μπορούσε να λάβει άδεια κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών, αλλά θα λάμβανε την προβλεπόμενη από το άρθρο 50, παράγραφος 1, του EBEP αποζημίωση. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται από αυτήν την άποψη δυσμενής μεταχείριση των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων.
82.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/88, σε περίπτωση τερματισμού της σχέσεως εργασίας το δικαίωμα αδείας αντικαθίσταται από αποζημίωση.
83.
Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί εάν η αρχή της μη διακρίσεως, η οποία κατοχυρώνεται στη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, απαγορεύει εθνική διάταξη με την οποία αναιρείται προηγουμένως συναφθείσα συλλογική σύμβαση, κατά την οποία οι εκπαιδευτικοί που απασχολούνται με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους έως τη λήξη του σχολικού έτους τον Σεπτέμβριο και συνεπώς λαμβάνουν πλήρεις αποδοχές κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, εφόσον στις 30 Ιουνίου του οικείου έτους έχουν εργαστεί ως εκπαιδευτικοί επί τουλάχιστον πεντέμισι μήνες.
84.
Αληθεύει, βεβαίως, ότι ο νόμος 5/2012 προβλέπει αντ’ αυτού ότι οι εκπαιδευτικοί των οποίων η σχέση εργασίας τερματίζεται στο τέλος της διδακτικής περιόδου λαμβάνουν pro rata temporis αποζημίωση για το συνεπεία του τερματισμού της σχέσεως εργασίας «απολεσθέν» δικαίωμα αδείας. Ωστόσο το δικαίωμα αδείας υπολογίζεται, κατ’ αντιστοιχία προς τη διάταξη του άρθρου 50, παράγραφος 1, του EBEP που ισχύει για τους μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους, σε 22 ημέρες συνολικά μόνο ( 43 ). Προφανώς οι εκκαλούντες θεωρούν ότι η διακριτική μεταχείριση έγκειται στο γεγονός ότι οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι λαμβάνουν κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο σημαντικά περισσότερες, ήτοι σχεδόν διπλάσιες, ημέρες αναπαύσεως μετ’ αποδοχών. Εν κατακλείδι, οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι φέρονται να χάνουν ένα μεγάλο μέρος της άδειας μετ’ αποδοχών που δικαιούνται για τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.
85.
Ωστόσο, και αυτό το ερώτημα αφορά απλώς μια αναγκαία συνέπεια του τερματισμού της σχέσεως εργασίας των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων κατά τη λήξη της διδακτικής περιόδου. Εάν ο τερματισμός της σχέσεως εργασίας των οικείων εργαζομένων είναι παράνομος από απόψεως ενωσιακού δικαίου, παρέλκει το ερώτημα εάν αντί της συνεχίσεως της καταβολής των αποδοχών τους έως τον Σεπτέμβριο δύναται να τους καταβληθεί αποζημίωση για 22 μη ληφθείσες ημέρες αδείας.
86.
Εάν το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι ο τερματισμός της σχέσεως εργασίας των οικείων εκπαιδευτικών κατά τη λήξη της διδακτικής περιόδου δεν συνιστά διακριτική μεταχείριση, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 50, παράγραφος 1, του EBEP, και οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι θα δικαιούνταν αποζημίωση μόνο για 22 ημέρες αδείας σε περίπτωση παύσεώς τους κατά τη λήξη της διδακτικής περιόδου. Κατά συνέπεια ούτε ως προς αυτό υφίσταται δυσμενής μεταχείριση των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων. Το γεγονός ότι η κατάσταση είναι ενδεχομένως ευνοϊκότερη εάν ο εκπαιδευτικός εξακολουθεί να πληρώνεται κανονικά κατά τους θερινούς μήνες συναρτάται με τις ιδιαιτερότητες της υπηρεσίας σε σχολεία, η οποία χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή περιόδων διδασκαλίας και περιόδων κατά τις οποίες δεν πραγματοποιείται διδασκαλία. Ωστόσο, οι περίοδοι του σχολικού έτους κατά τις οποίες δεν πραγματοποιείται διδασκαλία δεν θα μπορούσαν να εξομοιωθούν πλήρως με ημέρες αδείας ( 44 ).
V. Πρόταση
87.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Tribunal Superior de Justicia de Castilla-La Mancha (ανώτερο δικαστήριο της Castilla-La Mancha, Ισπανία) ως εξής:
Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπεται εθνική πρακτική όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, βάσει της οποίας τερματίζεται στο τέλος της διδακτικής περιόδου η σχέση εργασίας εκπαιδευτικού που διορίστηκε ως έκτακτος δημόσιος υπάλληλος, υπό την έννοια του ισπανικού δικαίου, για τη διάρκεια ενός ολόκληρου σχολικού έτους, ενώ η σχέση εργασίας των αντίστοιχων εργαζομένων αορίστου χρόνου συνεχίζεται και μετά τη λήξη της διδακτικής περιόδου και δεν αναστέλλεται.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Έτσι, για παράδειγμα, ορισμένα ομόσπονδα κράτη της Γερμανίας, το Βέλγιο και το Ηνωμένο Βασίλειο.
( 3 ) Στην ισπανική: funcionarios interinos.
( 4 ) Αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres (C-444/09 και C‑456/09, EU:C:2010:819), της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana (C-177/10, EU:C:2011:557), της 9ης Ιουλίου 2015, Regojo Dans (C-177/14, EU:C:2015:450), και της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Vega González (C-158/16, EU:C:2017:1014), καθώς και διατάξεις της 9ης Φεβρουαρίου 2012, Lorenzo Martínez (C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67), και της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Álvarez Santirso (C-631/15, EU:C:2016:725).
( 5 ) ΕΕ 1999, L 175, σ. 43.
( 6 ) Αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 1999/70.
( 7 ) Δεύτερη παράγραφος του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου, βλ. επίσης σημείο 6 των γενικών παρατηρήσεων.
( 8 ) Σημείο 8 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας-πλαισίου· βλ., επίσης, δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της.
( 9 ) ΕΕ 2003, L 299, σ. 9.
( 10 ) Ley 7/2007 del Estatuto básico del empleado público, EBEP (νόμος περί του βασικού καθεστώτος των εργαζομένων στο δημόσιο), BOE αριθ. 89, της 13ης Απριλίου 2007.
( 11 ) Ley 4/2011, de 10 de marzo, del Empleo Público de Castilla-La Mancha, BOE αριθ. 104 της 2ας Μαΐου 2011.
( 12 ) Βλ. απόφαση της Γενικής Διευθύνσεως Προσωπικού του Υπουργείου Παιδείας και Επιστημών της 15ης Μαρτίου 1994, BOMEC της 28ης Μαρτίου 1994.
( 13 ) Ley 5/2012, de 12 de julio, de Presupuestos Generales de la Junta de Comunidades de Castilla-La Mancha para 2012, BOE αριθ. 273 της 13ης Νοεμβρίου 2012.
( 14 ) Διοικητικό πρωτοδικείο αριθ. 2 Τολέδο.
( 15 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 2010, Attanasio Group (C-384/08, EU:C:2010:133, σκέψη 16), και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C-22/13, C-61/13, C‑63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 81).
( 16 ) Το Δικαστήριο έκρινε, για παράδειγμα, στην υπόθεση Nierodzik, ότι διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου δεν συνιστά αυτή καθαυτή η πρόωρη καταγγελία της συμβάσεως ορισμένου χρόνου, αλλά ο αδικαιολόγητος περιορισμός της προθεσμίας καταγγελίας σε σχέση με την ισχύουσα για τους εργαζομένους αορίστου χρόνου, βλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 2014, Nierodzik (C-38/13, EU:C:2014:152, σκέψη 35).
( 17 ) Η μέριμνα του Δικαστηρίου να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμα στοιχεία σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης συνάδει με την πάγια νομολογία, βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 2008, Centro Europa 7 (C-380/05, EU:C:2008:59, σκέψεις 49 έως 51), της 11ης Μαρτίου 2010, Attanasio Group (C-384/08, EU:C:2010:133, σκέψεις 17 και 19), της 13ης Ιουλίου 2017, Kleinsteuber (C-354/16, EU:C:2017:539, σκέψη 61), και της 26ης Ιουλίου 2017, Europa Way και Persidera (C-560/15, EU:C:2017:593, σκέψεις 35 και 36).
( 18 ) Αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Aδενέλερ κ.λπ. (C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψεις 54 έως 57), της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso (C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 25), της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro και Iglesias Torres (C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819), σκέψεις 38 έως 40), και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 67).
( 19 ) Η συμφωνία-πλαίσιο δεν θα εφαρμοζόταν εάν το αιτούν δικαστήριο ήθελε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απασχόληση των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων μπορούσε να καταγγελθεί οποτεδήποτε και δεν έληγε αυτομάτως το αργότερο στις 14 Σεπτεμβρίου 2012. Τούτο διότι η απλή δυνατότητα λύσεως της συμβάσεως ανά πάσα στιγμή δεν προσδίδει στη σύμβαση προσωρινό χαρακτήρα κατά την έννοια της ρήτρας 3, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου.
( 20 ) Αποφάσεις της 15ης Απριλίου 2008, Impact (C-268/06, EU:C:2008:223, σκέψη 68), και της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Carratù (C-361/12, EU:C:2013:830, σκέψη 28).
( 21 ) Βλ., συναφώς, προτάσεις μου στην υπόθεση Vernaza Ayovi (C-96/17, EU:C:2018:43, σημείο 43).
( 22 ) Βλ., σχετικά, προτάσεις μου στην υπόθεση Vernaza Ayovi (C-96/17, EU:C:2018:43, σημεία 43 έως 45).
( 23 ) Βλ. προτάσεις μου στις υποθέσεις Grupo Norte Facility (C-574/16, EU:C:2017:1022, σημείο 58) και Montero Mateos (C-677/16, EU:C:2017:1021, σημείο 53).
( 24 ) Βλ. αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2010, van Delft κ.λπ. (C-345/09, EU:C:2010:610, σκέψη 114), και της 6ης Οκτωβρίου 2015, Târșia (C-69/14, EU:C:2015:662, σκέψη 13), και της 5ης Δεκεμβρίου 2017, M.A.S. και M.B. (C-42/17, EU:C:2017:936, σκέψη 24).
( 25 ) Σε σχέση με την εν λόγω διάκριση, βλ., επίσης, προτάσεις μου στις υποθέσεις Grupo Norte Facility (C-574/16, EU:C:2017:1022, σημείο 59) και Montero Mateos (C-677/16, EU:C:2017:1021, σημείο 54).
( 26 ) Βλ., συναφώς, σημείο Error! Reference source not found. και υποσημείωση Error! Bookmark not defined. των παρουσών προτάσεων.
( 27 ) Αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2014, Nierodzik (C-38/13, EU:C:2014:152, σκέψεις 27 και 29), και της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, de Diego Porras (C-596/14, EU:C:2016:683, σκέψη 30).
( 28 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 2014, Nierodzik (C-38/13, EU:C:2014:152, σκέψη 29).
( 29 ) Διάταξη της 11ης Νοεμβρίου 2010, Vino (C 20/10, EU:C:2010:677, σκέψη 57). Βλ., σχετικά, και προτάσεις μου στις υποθέσεις Grupo Norte Facility (C-574/16, EU:C:2017:1022, σημείο 45) και Montero Mateos (C-677/16, EU:C:2017:1021, σημείο 40).
( 30 ) Αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 2012, Valenza (C-302/11 έως C-305/11, EU:C:2012:646, σκέψη 43), της 13ης Μαρτίου 2014, Nierodzik (C-38/13, EU:C:2014:152, σκέψη 32), και της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, de Diego Porras (C-596/14, EU:C:2016:683, σκέψη 42).
( 31 ) Αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana (C-177/10, EU:C:2011:557, σκέψη 66), της 13ης Μαρτίου 2014, Nierodzik (C-38/13, EU:C:2014:152, σκέψη 31), καθώς και διατάξεις της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Álvarez Santirso (C-631/15, EU:C:2016:725, σκέψη 44), και της 9ης Φεβρουαρίου 2017, Rodrigo Sanz (C-443/16, EU:C:2017:109, σκέψη 38). Υπό το αυτό πνεύμα, η απόφαση της 31ης Μαΐου 1995, Royal Copenhagen (C-400/93, EU:C:1995:155, σκέψη 33).
( 32 ) Στο πνεύμα αυτό και η διάταξη της 9ης Φεβρουαρίου 2012, Lorenzo Martínez (C-556/11, EU:C:2012:67), σκέψη 44). Βλ., συναφώς, προτάσεις μου στις υποθέσεις Montero Mateos (C‑677/16, EU:C:2017:1021, σημείο 44), Grupo Norte Facility (C-574/16, EU:C:2017:1022, σημείο 49) και Vernaza Ayovi (C-96/17, EU:C:2018:43, σημείο 71), όπως επίσης γενικώς επί της αρχής της ισότητας, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ. (C-127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 25).
( 33 ) Αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 57), της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro και Iglesias Torres (C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819), σκέψη 54), και της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, de Diego Porras (C-596/14, EU:C:2016:683, σκέψη 46).
( 34 ) Βλ., συναφώς, σημείο 48, καθώς και υποσημείωση 27των παρουσών προτάσεων.
( 35 ) Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Vernaza Ayovi (C-96/17, EU:C:2018:43, σημείο 73).
( 36 ) Αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 37), της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Carratù (C-361/12, EU:C:2013:830, σκέψη 41), και της 13ης Μαρτίου 2014, Nierodzik (C-38/13, EU:C:2014:152, σκέψη 23).
( 37 ) Αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso (C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψεις 53 και 58), της 22ας Απριλίου 2010, Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols (C-486/08, EU:C:2010:215, σημείο 42), της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro και Iglesias Torres (C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 55), της 18ης Οκτωβρίου 2012, Valenza (C-302/11 έως C-305/11, EU:C:2012:646, σκέψη 51), και της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, de Diego Porras (C-596/14, EU:C:2016:683, σκέψη 45).
( 38 ) Αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso (C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 57), της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro και Iglesias Torres (C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 56), και της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana (C-177/10, EU:C:2011:557, σκέψη 74).
( 39 ) Βλ., συναφώς, σημείο 54 των παρουσών προτάσεων.
( 40 ) Αποφάσεις της 24ης Φεβρουαρίου 1994, Roks κ.λπ. (C-343/92, EU:C:1994:71, σκέψη 35 και, συμπληρωματικά, σκέψεις 36 και 37), της 20ής Μαρτίου 2003, Kutz-Bauer (C-187/00, EU:C:2003:168, σκέψη 59 και, συμπληρωματικά, σκέψεις 60 και 61), και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 110).
( 41 ) Στο πνεύμα αυτό, το Δικαστήριο δέχτηκε στην απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses (C-64/16, EU:C:2018:117, σκέψη 48), ότι η μείωση των αποδοχών των δικαστών δεν αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης καθόσον αποτελούσε μέρος ενός γενικευμένου προγράμματος λιτότητας στο δημόσιο.
( 42 ) Αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso (C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 58), της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro και Iglesias Torres (C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 55), και της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana (C-177/10, EU:C:2011:557, σκέψη 77).
( 43 ) Αποζημίωση εντούτοις για το σύνολο των 22 ημερών λαμβάνουν μόνον οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι που εργάστηκαν ήδη 12 μήνες. Οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι που διορίστηκαν στις αρχές του σχολικού έτους λαμβάνουν αποζημίωση ανάλογα με τον προηγουμένως διανυθέντα χρόνο εργασίας.
( 44 ) Βλ., συναφώς, σημείο 70 των παρουσών προτάσεων.