ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 27ης Ιουνίου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C‑257/17
C
και
A
κατά
Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie
[αίτηση του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Αποκλεισμός από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/86 – Διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που καθίστανται ευθέως και ανεπιφύλακτα εφαρμοστέες βάσει του εθνικού δικαίου – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Δικαίωμα οικογενειακής επανενώσεως – Άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4 – Άρνηση χορηγήσεως αυτόνομης άδειας διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας κατόπιν πενταετούς διαμονής στο κράτος μέλος – Εθνική νομοθεσία προβλέπουσα υποχρέωση επιτυχούς συμμετοχής σε εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως – Διαδικαστική προϋπόθεση – Ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως αυτόνομης άδειας διαμονής ως ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της αυτόνομης άδειας διαμονής»
I. Εισαγωγή
1.
Στην υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, που υποβλήθηκε από το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας, Κάτω Χώρες), το Δικαστήριο καλείται, αφενός, να αποφανθεί επί της αρμοδιότητάς του να ερμηνεύσει την οδηγία 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης ( 2 ), σε μια περίπτωση κατά την οποία οι επίμαχες στην κύρια δίκη καταστάσεις αποκλείονται ρητώς από το πεδίο εφαρμογής της πράξεως αυτής. Η εθνική νομοθεσία, με την οποία μεταφέρθηκε η οδηγία αυτή στην εσωτερική έννομη τάξη, επέκτεινε μονομερώς το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας προκειμένου να καλύψει τέτοιες καταστάσεις.
2.
Αφετέρου, το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει στο ερώτημα αν το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει σε κράτος μέλος να απαιτεί, όταν οι υπήκοοι τρίτης χώρας οι οποίοι έχουν δικαίωμα διαμονής στο πλαίσιο οικογενειακής επανενώσεως επιθυμούν να αποκτήσουν αυτόνομη άδεια διαμονής, ανεξάρτητη από την άδεια του συντηρούντος, να επιτύχουν προηγουμένως σε νέα εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως και, περαιτέρω, στο ερώτημα από ποια ημερομηνία η αυτόνομη αυτή άδεια αναπτύσσει τα αποτελέσματά της.
3.
Μολονότι το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να αποφανθεί ως προς το μέτρο ενσωματώσεως του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/86 και να εκτιμήσει αν η εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως που απαιτείται στις Κάτω Χώρες αποτελεί επιτρεπόμενο «μέτρο ενσωμάτωσης» το οποίο μπορεί να επιβληθεί από το κράτος μέλος, δυνάμει της διατάξεως αυτής, σε υπήκοο τρίτης χώρας που επιθυμεί να επωφεληθεί από την οικογενειακή επανένωση ουδέποτε υποβλήθηκε στο Δικαστήριο το ερώτημα αν επιτρέπεται να απαιτηθεί, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής, από τον αιτούντα αυτόνομη άδεια διαμονής να υποβληθεί σε δεύτερη εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως προκειμένου να του χορηγηθεί άδεια διαμονής ανεξάρτητη από αυτήν του συντηρούντος.
II. Νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
4.
Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας 2003/86, «[τ]α μέτρα που αφορούν την οικογενειακή επανένωση θα πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με την υποχρέωση προστασίας της οικογένειας και σεβασμού της οικογενειακής ζωής που αναφέρεται σε πολλές πράξεις διεθνούς δικαίου. Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από το άρθρο 8 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και από το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
5.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 2003/86, «[η] οικογενειακή επανένωση αποτελεί απαραίτητο μέσο προκειμένου να καταστεί δυνατός ο οικογενειακός βίος. Συμβάλλει στη δημιουργία κοινωνικοπολιτιστικής σταθερότητας που διευκολύνει την ενσωμάτωση των υπηκόων τρίτων χωρών στα κράτη μέλη, γεγονός που επιτρέπει εξάλλου την προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής που αποτελεί θεμελιώδη στόχο της Κοινότητας, όπως αναφέρεται στη Συνθήκη».
6.
Στην αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας 2003/86 αναφέρεται ότι «[γ]ια την προστασία της οικογένειας και τη δημιουργία ή διατήρηση οικογενειακού βίου, θα πρέπει να καθορισθούν τα υλικά κριτήρια για την άσκηση του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης βάσει κοινών κριτηρίων».
7.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2003/86, «[η] ενσωμάτωση των μελών της οικογένειας θα πρέπει να προωθείται. Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να τους χορηγείται καθεστώς ανεξάρτητο από εκείνο του συντηρούντος, σε περίπτωση διάλυσης του γάμου και σχέσης συμβίωσης, και πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση υπό τους ιδίους όρους με τον αιτούντα την επανένωση, κάτω από παρόμοιες συνθήκες».
8.
Το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/86 έχει ως εξής:
«Ο σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να καθορίσει τους όρους υπό τους οποίους μπορούν να ασκούν το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης οι υπήκοοι τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στην επικράτεια των κρατών μελών.»
9.
Το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2003/86 ορίζει ότι για τους σκοπούς της οδηγίας αυτής, νοούνται ως:
«δ)
“οικογενειακή επανένωση”: η είσοδος και η διαμονή σε κράτος μέλος των μελών της οικογένειας υπηκόου τρίτης χώρας που διαμένει νόμιμα στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, προκειμένου να διατηρηθεί η οικογενειακή ενότητα, ασχέτως εάν οι οικογενειακοί δεσμοί δημιουργήθηκαν πριν ή μετά την είσοδο του διαμένοντος».
10.
Το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/86 ορίζει ότι «[η] παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης».
11.
Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86 προβλέπει ότι «[τ]α κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από τους υπηκόους των τρίτων χωρών να συμμορφωθούν με μέτρα ενσωμάτωσης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο».
12.
Κατά το άρθρο 15, παράγραφοι 1, 3 και 4, της οδηγίας 2003/86:
«1. Το αργότερο έπειτα από πέντε έτη διαμονής και εφόσον στο μέλος της οικογένειας δεν έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής για άλλους λόγους εκτός της οικογενειακής επανένωσης, ο/η σύζυγος ή ο εκτός γάμου σύντροφος και το τέκνο που έχει ενηλικιωθεί έχουν δικαίωμα να απαιτούν, κατόπιν αίτησης, εφόσον απαιτείται, αυτόνομη άδεια διαμονής, ανεξάρτητη από την άδεια του συντηρούντος.
[…]
3. Σε περίπτωση χηρείας, διαζυγίου, χωρισμού ή θανάτου εξ αίματος ανιόντων ή κατιόντων πρώτου βαθμού, μπορεί να χορηγείται αυτόνομη άδεια διαμονής, κατόπιν αίτησης, εφόσον απαιτείται, στα πρόσωπα που έχουν εισέλθει στο κράτος μέλος δυνάμει οικογενειακής επανένωσης. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις οι οποίες εξασφαλίζουν τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής σε περίπτωση ιδιαιτέρως δυσχερών περιστάσεων.
4. Οι όροι της χορήγησης και της διάρκειας της αυτόνομης άδειας διαμονής θεσπίζονται από το εθνικό δίκαιο».
Β. Το ολλανδικό δίκαιο
13.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, η άδεια διαμονής ορισμένου χρόνου υπό τον όρο της υπάρξεως των λεγόμενων «μόνιμων ανθρωπιστικών λόγων» επαναλαμβάνει, κατ’ ουσίαν, το περιεχόμενο του άρθρου 15 της οδηγίας 2003/86 σχετικά με τις προϋποθέσεις χορηγήσεως αυτόνομης άδειας.
14.
Το άρθρο 26, παράγραφος 1, του Vreemdelingenwet 2000 (νόμου περί αλλοδαπών, στο εξής: Vw 2000), της 23ης Νοεμβρίου 2000, ορίζει ότι «[η] άδεια διαμονής, που συνεπάγεται αυτοδικαίως νόμιμη διαμονή, χορηγείται από την ημερομηνία κατά την οποία ο αλλοδαπός απέδειξε ότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις, και το νωρίτερο από την ημερομηνία παραλαβής της αιτήσεως».
15.
Το άρθρο 3.51, παράγραφος 1, εισαγωγική περίοδος και στοιχείο a, καθώς και παράγραφος 5, του Vreemdelingenbesluit 2000 (διατάγματος περί εφαρμογής του νόμου 2000 περί αλλοδαπών, στο εξής: Vb 2000) ορίζει ότι [η] άδεια διαμονής ορισμένου χρόνου κατά την έννοια του άρθρου 14 του Vw 2000 μπορεί να χορηγηθεί υπό τον όρο της υπάρξεως μόνιμων ανθρωπιστικών λόγων στον αλλοδαπό ο οποίος:
a)
κατοικεί τα τελευταία πέντε έτη στις Κάτω Χώρες ως κάτοχος άδειας διαμονής υπό τον περιορισμό που αναφέρεται στο σημείο 1 […]:
1.
[δ]ιαμονή ως μέλος της οικογένειας προσώπου που έχει δικαίωμα μόνιμης διαμονής·
[…]
5. Το άρθρο 3.80a [του Vb 2000] εφαρμόζεται στους αλλοδαπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχείο a, 1° […]».
16.
Το άρθρο 3.80a, παράγραφοι 1, 2 και 4, του Vb 2000 ορίζει τα εξής:
«1. Αίτηση τροποποιήσεως άδειας διαμονής […] σε άδεια διαμονής υπό τον όρο της υπάρξεως μόνιμων ανθρωπιστικών λόγων απορρίπτεται, εφόσον η αίτηση υποβλήθηκε από αλλοδαπό κατά την έννοια του άρθρου 3.51, παράγραφος 1, εισαγωγική περίοδος και στοιχείο a, 1), ο οποίος δεν μετέσχε επιτυχώς στην εξέταση του άρθρου 7, παράγραφος 2, στοιχείο a, του Wet inburgering [νόμου περί κοινωνικής ενσωματώσεως (στο εξής: Wi)] ή δεν έχει λάβει πτυχίο, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο c, του ίδιου νόμου.
2. Η πρώτη παράγραφος δεν εφαρμόζεται, αν ο αλλοδαπός:
[…]
e.
έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση κοινωνικής ενσωματώσεως βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο a ή στοιχείο b, του Wi, […].
[…]
4. Ο Υπουργός μπορεί να μην εφαρμόσει την παράγραφο 1 αν εκτιμά ότι η εφαρμογή της διατάξεως αυτής οδηγεί σε πρόδηλες καταστάσεις κατάφωρης αδικίας».
17.
Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο a ή στοιχείο b, του Wi:
«1. [ο] Υπουργός απαλλάσσει το πρόσωπο που έχει υποχρέωση κοινωνικής ενσωματώσεως όταν:
a.
το πρόσωπο αυτό έχει αποδείξει ότι, λόγω ψυχικής ή σωματικής αναπηρίας, ή νοητικής υστερήσεως, δεν είναι, σε μόνιμη βάση, σε θέση να μετάσχει επιτυχώς στην εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως·
b.
ο Υπουργός καταλήγει στο συμπέρασμα, βάσει αποδεδειγμένων προσπαθειών του υπόχρεου σε κοινωνική ενσωμάτωση ότι ο τελευταίος δεν μπορεί ευλόγως να εκπληρώσει την υποχρέωση κοινωνικής ενσωματώσεως […]».
III. Οι διαφορές των κύριων δικών, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
Α. Τα πραγματικά περιστατικά των κύριων δικών
18.
Η C, προσφεύγουσα στην πρώτη των κυρίων δικών (στο εξής: προσφεύγουσα C ή C), είναι υπήκοος τρίτης χώρας (Κίνα). Από τις 5 Νοεμβρίου 2008 είναι κάτοχος άδειας διαμονής με σκοπό τη συμβίωση με τον σύζυγο, η οποία λήγει στις 5 Νοεμβρίου 2014. Στις 2 Φεβρουαρίου 2015, το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης, Κάτω Χώρες) εξέδωσε απόφαση διαζυγίου μεταξύ της C και του συζύγου της, ολλανδικής ιθαγένειας.
19.
Η C υπέβαλε αίτηση βάσει του άρθρου 3.51, παράγραφος 1, εισαγωγική περίοδος και στοιχείο a, του Vb 2000 ενώπιον του Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie [Υφυπουργού Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, Κάτω Χώρες (στο εξής: Υφυπουργός)], επιδιώκοντας να τροποποιήσει την άδεια διαμονής της με σκοπό τη συμβίωση με το σύζυγο σε αυτόνομη άδεια διαμονής. Με μια πρώτη απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 2015, ο Υφυπουργός απέρριψε την αίτηση αυτόνομης άδειας διαμονής. Ανακάλεσε επίσης την άδεια διαμονής με σκοπό τη συμβίωση με το σύζυγο με αναδρομικό αποτέλεσμα από τις 10 Φεβρουαρίου 2014, διότι από την ημερομηνία αυτή η C δεν ήταν πλέον εγγεγραμμένη στην ίδια διεύθυνση με τον σύζυγό της στο Basisregistratie Personen (στο εξής: μητρώο BRP) ( 3 ). Κατά τον Υφυπουργό, η άδεια διαμονής με σκοπό τη συμβίωση με τον σύζυγο απώλεσε το νόμιμο έρεισμά της. Με μια δεύτερη απόφαση της 24ης Ιουλίου 2015, ο Υφυπουργός έκανε δεκτή την αίτηση της C για αυτόνομη άδεια διαμονής καθόσον η C είχε αποδείξει ότι είχε απαλλαχθεί από την προϋπόθεση της εξετάσεως περί κοινωνικής ενσωματώσεως βάσει του άρθρου 3.80a του Vb 2000. Ο Υφυπουργός τής χορήγησε αναδρομικώς αυτόνομη άδεια διαμονής από την ημερομηνία από την οποία η C πληροί την προϋπόθεση σχετικά με την υποχρέωση κοινωνικής ενσωματώσεως, δηλαδή από την 16η Φεβρουαρίου 2015. Συνεπώς, η νόμιμη διαμονή της C διεκόπη κατά την περίοδο που μεσολαβεί μεταξύ της 10ης Φεβρουαρίου 2014 (ημερομηνίας κατά την οποία έληξε η κοινή διαμονή με τον σύζυγό της σύμφωνα με το μητρώο BRP) και της 16ης Φεβρουαρίου 2015 (ημερομηνίας από την οποία χορηγήθηκε η αυτόνομη άδεια διαμονής). Συνεπώς, το συμφέρον της C στην υπόθεση της κύριας δίκης αφορά την εκ του νόμου διακοπή της περιόδου νόμιμης διαμονής της.
20.
Η προσφεύγουσα C άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως περί ανακλήσεως της άδειας διαμονής της με σκοπό τη συμβίωση με τον σύζυγο, η οποία ίσχυε αναδρομικώς από τις 10 Φεβρουαρίου 2014, ενώπιον του rechtbank Den Haage zittingsplaats Rotterdam (πρωτοδικείου Χάγης, τόπος συνεδριάσεως το Ρότερνταμ, Κάτω Χώρες, στο εξής: πρωτοβάθμιο δικαστήριο), το οποίο, με απόφαση της 5ης Ιανουαρίου 2016, απέρριψε την προσφυγή ως αβάσιμη.
21.
Ο A, προσφεύγων στη δεύτερη των κυρίων δικών (στο εξής: προσφεύγων A ή A), είναι επίσης υπήκοος τρίτης χώρας (Κονγκό). Ήταν κάτοχος άδειας διαμονής με σκοπό τη συμβίωση με τη σύζυγο, από τις 20 Δεκεμβρίου 1997 μέχρι τις 15 Οκτωβρίου 2016. Στις 28 Ιουλίου 2015, η λύση του γάμου μεταξύ του Α και της ολλανδικής ιθαγενείας συζύγου του καταχωρίσθηκε στο μητρώο BRP.
22.
Ο προσφεύγων A υπέβαλε αίτηση βάσει του άρθρου 3.51, παράγραφος 1, εισαγωγική περίοδος και στοιχείο a, του Vb 2000, επιδιώκοντας να τροποποιήσει την άδεια διαμονής του με σκοπό τη συμβίωση με τη σύζυγο σε αυτόνομη άδεια διαμονής. Με αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου και της 21ης Σεπτεμβρίου 2015, ο Υφυπουργός επικύρωσε την απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεως αυτόνομης άδειας διαμονής, για τον λόγο ότι ο A δεν απέδειξε ότι είχε επιτύχει στη δεύτερη εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως ή ότι είχε απαλλαγεί ή εξαιρεθεί από την εξέταση αυτή δυνάμει του άρθρου 3.80a του Vb 2000. Στις 8 Φεβρουαρίου 2016, ο Υφυπουργός κοινοποίησε εγγράφως στον προσφεύγοντα Α την πρόθεσή του να ανακαλέσει, αναδρομικώς, την άδεια διαμονής με σκοπό τη συμβίωση με τη σύζυγο από τις 3 Σεπτεμβρίου 2014, για τον λόγο ότι, από την ημερομηνία αυτή, ο A και η σύζυγός του δεν ήταν πλέον εγγεγραμμένοι ως κάτοικοι στην ίδια διεύθυνση στο μητρώο BRP. Κατά τον Υφυπουργό, η άδεια διαμονής με σκοπό τη συμβίωση με τη σύζυγο απώλεσε επομένως το νόμιμο έρεισμά της.
23.
Ο προσφεύγων A άσκησε προσφυγή ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το οποίο, με απόφαση της 25ης Μαΐου 2016, απέρριψε την προσφυγή.
Β. Οι ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαδικασίες και τα προδικαστικά ερωτήματα
24.
Οι προσφεύγοντες C και A προσέβαλαν αμφότεροι τις πρωτόδικες αποφάσεις ενώπιον του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας). Πρώτον, κατά τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων C και A, η δυνατότητα να εξαρτηθεί η απόκτηση αυτόνομης άδειας διαμονής από όρους που θεσπίζει το εθνικό δίκαιο, ήτοι από το αν πληρούται, κατά το άρθρο 3.80a, παράγραφος 1, του Vb 2000, η προϋπόθεση δεύτερης εξετάσεως περί κοινωνικής ενσωματώσεως, πριν από τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής, δεν προκύπτει από το άρθρο 15 της οδηγίας 2003/86, η παράγραφος 4 του οποίου αφορά μόνο τους διαδικαστικούς όρους και όχι τους ουσιαστικούς όρους. Δεύτερον, οι C και A προβάλλουν την αιτίαση ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένως στηρίχθηκε στην απόφαση της 9ης Ιουλίου 2015, K και A (C‑153/14, στο εξής: απόφαση K και A, EU:C:2015:453), προκειμένου να δικαιολογήσει τη συμφωνία της προϋποθέσεως της δεύτερης εξετάσεως περί κοινωνικής ενσωματώσεως με την οδηγία 2003/86. Ειδικότερα, κατά τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων C και A, η απόφαση K και A αφορά την υποχρέωση κοινωνικής ενσωματώσεως υπηκόου τρίτης χώρας στο πλαίσιο του δικαιώματος οικογενειακής επανενώσεως κατά την είσοδο στις Κάτω Χώρες. Η απόφαση K και A διαφοροποιείται, κατά τους ισχυρισμούς τους, από τις υποθέσεις των κύριων δικών. Κατά τη C, η αυτόνομη άδεια διαμονής έπρεπε να της είχε χορηγηθεί, χωρίς να απαιτείται να πληροί την προϋπόθεση επιτυχίας στη δεύτερη εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, ημερομηνία κατά την οποία συμπλήρωνε πενταετή νόμιμη διαμονή στις Κάτω Χώρες. Ο προσφεύγων A ισχυρίζεται ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/86 έχει, ακριβώς, ως σκοπό να περιορίσει σε πέντε έτη την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας τα μέλη της οικογένειας εξαρτώνται από τον συντηρούντα. Τρίτον, η προσφεύγουσα C υποστηρίζει ότι η άδεια διαμονής με σκοπό τη συμβίωση με το σύζυγο έπρεπε να ανακληθεί από την ημερομηνία εκδόσεως του διαζυγίου, στις 2 Φεβρουαρίου 2015, και όχι, όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από τις 10 Φεβρουαρίου 2014, ημερομηνία από την οποία η C και ο σύζυγός της δεν ήταν πλέον εγγεγραμμένοι ως κάτοικοι στην ίδια διεύθυνση στο μητρώο BRP. Εξάλλου, η C υποστηρίζει ότι η ανάκληση της άδειας διαμονής με σκοπό τη συμβίωση με το σύζυγο με αναδρομική ισχύ έχει ως συνέπεια ότι αυτή δεν διέμενε νομίμως στις Κάτω Χώρες κατά τη διάρκεια ενδιάμεσης περιόδου.
25.
Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου δεν είναι προφανής, διότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/86 εξαιρεί τα «μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης»· εν προκειμένω, οι σύζυγοι των C και Α είναι Ολλανδοί υπήκοοι. Θα ήταν προς το συμφέρον της Ένωσης στις διατάξεις που έχουν ληφθεί από το δίκαιο της Ένωσης να δίδεται ομοιόμορφη ερμηνεία ( 4 ). Εντούτοις, κατά το αιτούν δικαστήριο, από την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2012, Nolan (C‑583/10, EU:C:2012:638, στο εξής: απόφαση Nolan) συνάγεται ότι δεν υπάρχει συμφέρον της Ένωσης για ομοιόμορφη ερμηνεία πράξεως που αφορά κατάσταση η οποία ρητώς αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της πράξεως αυτής. Στον βαθμό που η απόφαση του τμήματος μείζονος συνθέσεως της 15ης Νοεμβρίου 2016, Ullens de Schooten (C‑268/15, EU:C:2016:874), δεν παραπέμπει πλέον στην εν λόγω απόφαση, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες κατά πόσον η απόφαση Nolan εξακολουθεί να εφαρμόζεται και θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο να θεωρήσει εαυτό αναρμόδιο να δώσει απάντηση στην υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
26.
Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι δεν γνωρίζει ποιοι είναι οι «όροι της χορήγησης […] της αυτόνομης άδειας διαμονής», κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/86 που θεσπίζονται από το εθνικό δίκαιο. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν οι όροι αυτοί μπορεί να αφορούν προϋποθέσεις ενσωματώσεως και, ως εκ τούτου, ουσιαστικές προϋποθέσεις. Διευκρινίζει επίσης ότι το Δικαστήριο έχει εν μέρει αποφανθεί επί του ζητήματος με δύο αποφάσεις, την απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015, P και S (C‑579/13, στο εξής: απόφαση P και S, EU:C:2015:369), και την απόφαση Κ και Α, χωρίς, ωστόσο, να προκύπτει από τις αποφάσεις αυτές πλήρης απάντηση δυνάμενη να εφαρμοστεί στις διαφορές των κύριων δικών.
27.
Τρίτον, και όσον αφορά τη διακοπή της νόμιμης διαμονής της C, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί το χρονικό σημείο από το οποίο η αυτόνομη άδεια διαμονής αναπτύσσει τα αποτελέσματά της. Όταν η αίτηση χορηγήσεως αυτόνομης άδειας διαμονής υποβάλλεται μετά από νόμιμη διαμονή η οποία διήρκεσε πέντε έτη και αποσκοπούσε στην οικογενειακή επανένωση, το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι το γράμμα του άρθρου 15 της οδηγίας 2003/86 δεν διευκρινίζει με σαφήνεια το χρονικό σημείο από το οποίο πρέπει να χορηγηθεί αυτόνομη άδεια διαμονής.
28.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Είναι το Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας [2003/86] και της αποφάσεως [Nolan], αρμόδιο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Ολλανδού δικαστή σχετικά με την ερμηνεία διατάξεων της οδηγίας αυτής σε υπόθεση η οποία αφορά το δικαίωμα διαμονής μελών της οικογένειας συντηρούντων οι οποίοι έχουν την ολλανδική ιθαγένεια, αν στο ολλανδικό δίκαιο ορίζεται ότι η οδηγία αυτή εφαρμόζεται ευθέως και ανεπιφύλακτα σε αυτά τα μέλη της οικογένειας;
2)
Πρέπει το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας [2003/86] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών, βάσει της οποίας αίτηση για τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής σε αλλοδαπό, ο οποίος στο πλαίσιο οικογενειακής επανενώσεως διαμένει νόμιμα στο έδαφος κράτους μέλους για διάστημα που υπερβαίνει τα πέντε έτη, δύναται να απορριφθεί για τον λόγο ότι ο αλλοδαπός δεν έχει τηρήσει τους προβλεπόμενους στο εθνικό δίκαιο όρους ενσωματώσεως;
3)
Πρέπει το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας [2003/86] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών, βάσει της οποίας η ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της αυτόνομης άδειας διαμονής δεν μπορεί να είναι προγενέστερη της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως;»
29.
Στην υπό κρίση υπόθεση υποβλήθηκαν γραπτές παρατηρήσεις από τους προσφεύγοντες C και Α, την Ολλανδική και την Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
30.
Κατά την κοινή επ’ ακροατηρίου συζήτηση με τη συναφή υπόθεση C‑380/17, K και B, η οποία έλαβε χώρα ενώπιον του Δικαστηρίου στις 19 Μαρτίου 2018, οι προσφεύγοντες C και A, στη συνέχεια οι προσφεύγουσες K και B, η Ολλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους.
IV. Ανάλυση
Α. Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
31.
Οι προσφεύγοντες C και A έλαβαν άδεια διαμονής με σκοπό τη συμβίωση με τον/τη σύζυγο στο πλαίσιο οικογενειακής επανενώσεως για τον λόγο ότι κατοικούσαν με τους συζύγους τους, Ολλανδούς υπηκόους, που δεν είχαν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας.
32.
Το σαφές γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/86 διευκρινίζει ότι η τελευταία αυτή διάταξη «δεν εφαρμόζεται στα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης» ( 5 ). Συνεπώς, οι σύζυγοι των προσφευγόντων, Ολλανδοί πολίτες που δεν έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας, δεν καλύπτονται ratione materiae από την οδηγία 2003/86.
33.
Ωστόσο, ο Ολλανδός νομοθέτης αποφάσισε μονομερώς να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της οδηγίας 2003/86 στους Ολλανδούς συντηρούντες που δεν έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας ( 6 ) αλλά επιθυμούν να απολαύουν του δικαιώματος οικογενειακής επανενώσεως ( 7 ). Οι καταστάσεις στις υποθέσεις των κύριων δικών αποτελούν καθαρά εσωτερικές καταστάσεις, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους των υπό κρίση υποθέσεων. Με άλλα λόγια, πρόκειται για επέκταση του πεδίου εφαρμογής ratione materiae του ολλανδικού καθεστώτος, ήτοι του Vb 2000, προς όφελος των Ολλανδών πολιτών που δεν έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, πρέπει να εξεταστεί αν δικαιολογείται η ερμηνεία από το Δικαστήριο των διατάξεων τις οποίες αφορούν τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα, και επομένως υφίσταται αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, όπως δέχονται το αιτούν δικαστήριο, η Ολλανδική Κυβέρνηση και οι προσφεύγοντες στην υπόθεση της κύριας δίκης, αλλά αμφισβητούν η Επιτροπή και η Αυστριακή Κυβέρνηση.
34.
Κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις επί της ερμηνείας των Συνθηκών καθώς και των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Από το άρθρο αυτό συνάγεται ότι απόκειται αποκλειστικώς στα εθνικά δικαστήρια να εκτιμούν, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής αποφάσεως προκειμένου να εκδώσουν τη δική τους απόφαση όσο και το πρόσφορο των ερωτημάτων που υποβάλλουν στο Δικαστήριο ( 8 ). Συνεπώς, εφόσον τα υποβαλλόμενα από τα εθνικά δικαστήρια ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να απαντήσει ( 9 ).
35.
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έκρινε επανειλημμένως ότι είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως που αφορούσαν διατάξεις του δικαίου της Ένωσης σε περιπτώσεις στις οποίες τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Βεβαίως, η Ένωση έχει συμφέρον να μεριμνά για την ομοιόμορφη ερμηνεία μιας διατάξεως ορισμένης πράξεώς της καθώς και των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που μεταφέρουν την εν λόγω διάταξη στην εσωτερική έννομη τάξη και την καθιστούν εφαρμοστέα ακόμα και σε περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω πράξεως.
36.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η ερμηνεία, από μέρους του, διατάξεων του δικαίου της Ένωσης σε καταστάσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαιολογείται όταν το εθνικό δίκαιο προβλέπει την εφαρμογή τους ευθέως και ανεπιφύλακτα στις καταστάσεις αυτές για να εξασφαλισθεί ομοιόμορφη μεταχείριση τόσο των εν λόγω καταστάσεων όσο και εκείνων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης ( 10 ). Το Δικαστήριο καλείται, επομένως, να ελέγξει αν υφίστανται αρκούντως σαφείς ενδείξεις ώστε να μπορέσει να διαπιστώσει ότι το εθνικό δίκαιο προβλέπει τέτοια ευθεία και ανεπιφύλακτη παραπομπή στο δίκαιο της Ένωσης. Κατά κύριο λόγο, μόνο βάσει των διευκρινίσεων τις οποίες παρέχει το εθνικό δικαστήριο στην απόφασή του περί παραπομπής δύναται το Δικαστήριο να κρίνει αν είναι αρμόδιο να απαντήσει στα υποβληθέντα ενώπιόν του ερωτήματα ( 11 ).
37.
Βεβαίως, σύμφωνα με την απόφαση Nolan, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ή να υποτεθεί ότι υφίσταται συμφέρον της Ένωσης για την ομοιόμορφη ερμηνεία των διατάξεων πράξεως που εξέδωσε ο νομοθέτης της Ένωσης σε τομέα εξαιρούμενο από το πεδίο εφαρμογής της πράξεως αυτής ( 12 ). Πράγματι, κατά τη συλλογιστική αυτή, «εάν ο νομοθέτης της Ένωσης εκθέτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι η πράξη που εξέδωσε δεν εφαρμόζεται σε ορισμένο τομέα, παραιτείται, […], από τον σκοπό της ομοιόμορφης ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων δικαίου στον εν λόγω εξαιρούμενο τομέα» ( 13 ).
38.
Εντούτοις, η απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2017, Solar Electric Martinique (C‑303/16, στο εξής: απόφαση Solar Electric Martinique, EU:C:2017:773), η οποία αφορούσε επίσης περίπτωση ρητού αποκλεισμού από το πεδίο εφαρμογής οδηγίας της Ένωσης ( 14 ), διευκρίνισε, κατά την άποψή μου, ορισμένες σκέψεις της αποφάσεως Nolan. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο διευκρίνισε στη σκέψη 29 της αποφάσεως Solar Electric Martinique, ότι «[ε]ίναι, βεβαίως, πιθανόν η Ένωση να έχει συμφέρον να ερμηνεύονται κατά τρόπο ενιαίο [οι έννοιες της επίμαχης οδηγίας] προκειμένου να αποφεύγονται στο μέλλον αποκλίσεις ως προς την ερμηνεία» ( 15 ). Επομένως, καίτοι από την απόφαση Nolan συναγόταν ότι ένα τέτοιο συμφέρον έπαυε να υφίσταται σε περίπτωση ρητού αποκλεισμού από τον νομοθέτη της Ένωσης, η απόφαση Solar Electric Martinique δεν επιβεβαίωσε την ανάγνωση αυτή. Πάντα σε σχέση με περίπτωση ρητού αποκλεισμού από το πεδίο εφαρμογής οδηγίας, η απόφαση της 27ης Ιουνίου 2018, SGI και Valeriane (C‑459/17 και C‑460/17) απορρίπτει, όπως φαίνεται οριστικά, την προσέγγιση που έγινε προηγουμένως δεκτή με την απόφαση Nolan, δεχόμενη ότι, παρά τον ρητό αυτό αποκλεισμό, υφίσταται οπωσδήποτε συμφέρον της Ένωσης ( 16 ) για ομοιόμορφη ερμηνεία των διατάξεων ή των εννοιών που προέρχονται από το δίκαιο της Ένωσης, ανεξάρτητα από τις συνθήκες υπό τις οποίες εφαρμόζονται, προς αποφυγή ερμηνευτικών αποκλίσεων στο μέλλον, εφόσον το εθνικό δίκαιο παραπέμπει ευθέως και ανεπιφύλακτα στη διάταξη της οδηγίας της οποίας ζητείται η ερμηνεία από το Δικαστήριο ( 17 ).
39.
Τούτο συμβαίνει, επίσης, και εν προκειμένω.
40.
Συγκεκριμένα, οι διευκρινίσεις που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο είναι αρκούντως σαφείς και δεικνύουν ότι το εθνικό δίκαιο, συμμορφούμενο προς το δίκαιο της Ένωσης, παραπέμπει ευθέως και ανεπιφύλακτα στο τελευταίο. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι ολλανδικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις εγκαθιδρύουν κοινό νομικό καθεστώς για τις οικογενειακές επανενώσεις υπηκόων τρίτων χωρών και τις οικογενειακές επανενώσεις Ολλανδών πολιτών οι οποίοι δεν έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας και δεν διαφοροποιούν τα δύο καθεστώτα αυτά. Από την αιτιολογική έκθεση του Vb 2000 προκύπτει ότι η προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 3.51 του Vb 2000 ( 18 ), μετά την οποία ο Υφυπουργός μπορεί να χορηγήσει αυτόνομη άδεια διαμονής ( 19 ) έγινε αυστηρότερη και επεκτάθηκε από τρία σε πέντε έτη διαμονής, εφαρμόζεται δε επίσης και στις οικογενειακές επανενώσεις Ολλανδών πολιτών που δεν έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας. Η προϋπόθεση της δεύτερης εξετάσεως περί κοινωνικής ενσωματώσεως η οποία προβλέπεται στο άρθρο 3.80a, παράγραφος 1, του Vb 2000, όπως και η επιμήκυνση της προθεσμίας, εφαρμόζονται αδιακρίτως τόσο στις οικογενειακές επανενώσεις υπηκόων τρίτων χωρών όσο και στις οικογενειακές επανενώσεις Ολλανδών πολιτών που δεν έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας.
41.
Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι, αν το Δικαστήριο δεν ήταν, εν προκειμένω, αρμόδιο να ερμηνεύσει το άρθρο 15 της οδηγίας 2003/86, το αιτούν δικαστήριο θα ήταν υποχρεωμένο να το ερμηνεύσει το ίδιο προκειμένου να επιλύσει τη διαφορά επί της ουσίας. Στην πράξη, η ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης από τον εθνικό δικαστή θα μπορούσε να επηρεάσει το περιεχόμενο του δικαίου αυτού και να οδηγήσει σε προσέγγιση ουσιωδώς διαφορετική από αυτήν που θα μπορούσε να υιοθετήσει το Δικαστήριο. Επιπλέον, θα μπορούσε να αποθαρρύνει τα εθνικά δικαστήρια του εν λόγω κράτους μέλους να εγείρουν στο μέλλον ένα τέτοιο ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, οι έννοιες την ερμηνεία των οποίων ζητά το αιτούν δικαστήριο εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και μπορούν να εφαρμόζονται σε περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
42.
Συνεπώς, εκτιμώ ότι υφίσταται συμφέρον της Ένωσης για ομοιόμορφη ερμηνεία, αφενός, προκειμένου να αποφευχθεί απόκλιση στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, και, αφετέρου, λόγω της ανάγκης να μην αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο καταστάσεις που ένα κράτος μέλος επέλεξε να ευθυγραμμίσει με τις λύσεις που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης.
43.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι είναι αρμόδιο να απαντήσει στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα.
Β. Επί της ερμηνείας του άρθρου 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2003/86 και επί της συμφωνίας με το δίκαιο της Ένωσης της προϋποθέσεως σχετικά με τη δεύτερη εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως
44.
Υπενθυμίζω ότι οι προσφεύγοντες C και A είναι κάτοχοι άδειας διαμονής με σκοπό τη συμβίωση με το/τη σύζυγο στο πλαίσιο της οικογενειακής επανενώσεως. Υπέβαλαν αίτηση για χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής βάσει του άρθρου 3.51, παράγραφος 1, εισαγωγική περίοδος και στοιχείο a, του Vb 2000. Η αίτηση απορρίφθηκε για τον λόγο ότι οι προσφεύγοντες C και A απέτυχαν στην εξέταση του άρθρου 7, παράγραφος 2, στοιχείο a, του Wi, ή δεν απέδειξαν ότι επέτυχαν στην εν λόγω εξέταση ή ότι είχαν απαλλαγεί από αυτή ( 20 ). Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν χορηγήθηκε στους προσφεύγοντες C και A αυτόνομη άδεια διαμονής λόγω αποτυχίας.
45.
Επομένως, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορά τη συμφωνία προς το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2003/86 της απορρίψεως αιτήσεως για τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής μέλους της οικογένειας που διαμένει στην εθνική επικράτεια για διάστημα άνω των πέντε ετών στο πλαίσιο οικογενειακής επανενώσεως, λόγω μη τηρήσεως των όρων ενσωματώσεως που απαιτούνται από το εθνικό δίκαιο. Ειδικότερα, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της έννοιας της φράσεως «οι όροι της χορήγησης […] της αυτόνομης άδειας διαμονής» που περιέχεται στο άρθρο 15, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/86 και να καθορίσει αν μεταξύ των όρων αυτών περιλαμβάνεται η υποχρέωση του ενδιαφερομένου να μετάσχει σε δεύτερη εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως.
46.
Προτού εξεταστεί η ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/86, πρέπει να επισημανθεί ότι στις Κάτω Χώρες η διαδικασία ενσωματώσεως φαίνεται ότι πραγματοποιείται σε δύο στάδια.
47.
Το πρώτο στάδιο ρυθμίζεται από το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86 που ορίζει ότι τα κράτη μέλη «μπορούν να απαιτήσουν από τους υπηκόους των τρίτων χωρών να συμμορφωθούν με μέτρα ενσωμάτωσης […]». Το Δικαστήριο έκρινε ( 21 ) ότι τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από τους υπηκόους τρίτων χωρών να μετάσχουν επιτυχώς σε εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως. Η εξέταση αυτή περιλαμβάνει την εκτίμηση βασικής γνώσεως τόσο της γλώσσας όσο και της κοινωνίας του οικείου κράτους μέλους και συνεπάγεται την καταβολή διαφόρων εξόδων. Η ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς την εφαρμογή της οδηγίας 2003/86/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής) ( 22 ) ορίζει τα μέτρα ενσωματώσεως του άρθρου 7, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας ως μέτρα που συνίστανται στην εξακρίβωση της «βουλήσεως ενσωματώσεως των υπηκόων τρίτων χωρών» η οποία, για το σκοπό αυτό, μπορεί να λάβει τη μορφή εξετάσεως σχετικά με βασικές γνώσεις που κρίνονται απαραίτητες. Το μέτρο ενσωματώσεως, το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν, «δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε υποχρέωση αποτελέσματος» γεγονός που θα ισοδυναμούσε με τη θέσπιση μέτρου που περιορίζει τη δυνατότητα οικογενειακής επανενώσεως. Αντιθέτως, πρέπει «να συμβάλλει στην επιτυχία της οικογενειακής επανενώσεως». Πράγματι, βασικές γνώσεις της γλώσσας, της ιστορίας και των θεσμών της κοινωνίας υποδοχής είναι απαραίτητες για την ενσωμάτωση και ενθαρρύνονται από την Επιτροπή ( 23 ). Υπό το πρίσμα αυτό, η εξέταση μπορεί να πραγματοποιηθεί πριν από την είσοδο στο έδαφος της Ένωσης εντός των πρεσβειών και των προξενείων ή στο κράτος μέλος υποδοχής.
48.
Το ολλανδικό δίκαιο προβλέπει δεύτερο στάδιο ενσωματώσεως το οποίο ερείδεται στις διατάξεις του άρθρου 15, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/86. Το νέο αυτό στάδιο ενσωματώσεως απαιτεί την επιτυχή συμμετοχή σε νέα εξέταση όταν το μέλος της οικογένειας επιθυμεί να αποκτήσει αυτόνομο καθεστώς και να μην εξαρτάται πλέον από την άδεια διαμονής του συντηρούντος. Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, η χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής εδραιώνει το νομικό καθεστώς του υπηκόου τρίτης χώρας που διαμένει νομίμως επί πενταετία στο έδαφος του κράτους μέλους και, για τον λόγο αυτό, μπορεί να απαιτηθεί από τον αιτούντα αυτόνομη άδεια διαμονής να αποδείξει ότι, εν τω μεταξύ, έχει ολοκληρώσει την ενσωμάτωσή του.
49.
Υπό τις συνθήκες αυτές, προχωρώ στην ερμηνεία που ζήτησε το αιτούν δικαστήριο όσον αφορά την προβλεπόμενη στο άρθρο 15, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/86 έννοια των «όρων» η οποία, κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, μπορεί να περιλαμβάνει τη δεύτερη εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως.
50.
Πρέπει να επισημανθεί ότι ούτε το γράμμα του άρθρου 15 της οδηγίας 2003/86 ούτε οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής διευκρινίζουν αν, και σε ποιο βαθμό, είναι δυνατή η επιβολή υποχρεώσεως κοινωνικής ενσωματώσεως για την απόκτηση αυτόνομης άδειας διαμονής.
51.
Ωστόσο, επισημαίνω ότι το άρθρο 15, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/86 χρησιμοποιεί την έκφραση «όροι της χορήγησης» και όχι την έκφραση «όροι ενσωμάτωσης» ( 24 ) όπως στην περίπτωση του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες ( 25 ), ή την έκφραση «μέτρα ενσωμάτωσης» ( 26 ) του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86.
52.
Τα «μέτρα ενσωμάτωσης» και οι «όροι ενσωμάτωσης» πρέπει να διακρίνονται και, βεβαίως, να μη θεωρούνται ως συνώνυμες εκφράσεις, καθόσον τα μέτρα ενσωματώσεως πρέπει να θεωρούνται ελαφρύτερα σε σχέση με τους όρους ενσωματώσεως ( 27 ). Η συστηματική ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/86 συνηγορεί προς την ίδια κατεύθυνση. Το άρθρο αυτό απαριθμεί μια σειρά όρων των οποίων τη συνδρομή πρέπει να αποδείξει ο υπήκοος τρίτης χώρας. Αντιθέτως, το μέτρο ενσωματώσεως, αναφέρεται στην επόμενη παράγραφο, ενώ αν ο Ευρωπαίος νομοθέτης ήθελε να υποβάλει υπήκοο τρίτης χώρας στο μέτρο ενσωματώσεως και να τον επιλέξει βάσει του μέτρου αυτού, θα συμπεριελάμβανε το μέτρο ενσωματώσεως στην παράγραφο 1, προσθέτοντας, παραδείγματος χάριν, ένα τέταρτο σημείο. Αυτό δεν συμβαίνει. Τα μέτρα ενσωματώσεως του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86, δεν πρέπει να εξυπηρετούν την επιλογή, αλλά, αντιθέτως, πρέπει να έχουν ως βασικό σκοπό να διευκολύνουν την ενσωμάτωση στα κράτη μέλη ( 28 ).
53.
Η διαφορά αυτή στην ορολογία ήδη εξηγεί γιατί φρονώ, όπως και το αιτούν δικαστήριο, ότι ούτε η απόφαση Κ και Α, που αφορούσε τον χαρακτηρισμό εξετάσεως περί κοινωνικής ενσωματώσεως ως «μέτρ[ου] ενσωμάτωσης», κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86, ούτε η απόφαση P και S, που αναφερόταν στην ερμηνεία της έννοιας «όρ[οι] ενσωμάτωσης» του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/109, παρέχουν απάντηση σχετικά με την ερμηνεία της εκφράσεως «όροι της χορήγησης […] της […] άδειας διαμονής» που περιέχεται στο άρθρο 15, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/86, ιδιαιτέρως ως προς το ερώτημα κατά πόσον η έκφραση αυτή μπορεί να καλύψει όρο συνδεόμενο με την επιτυχία σε δεύτερη εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως όπως είναι ο όρος που εφαρμόζεται στις διαφορές των κύριων δικών.
54.
Εκτός από τις διαφορές στην ορολογία που μόλις αναφέρθηκαν, πρέπει, για την ερμηνεία του άρθρου 15 της οδηγίας 2003/86, ιδιαιτέρως της παραγράφου 4 αυτού, να ληφθούν επίσης υπόψη οι σκοποί, η οικονομία και το ιστορικό θεσπίσεως των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας.
55.
Όσον αφορά την τελολογική ερμηνεία της οδηγίας 2003/86, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, αφενός, δέχθηκε ότι, στο σύστημα της οδηγίας 2003/86, η οικογενειακή επανένωση επιτρέπεται κατά γενικό κανόνα και ότι οι διατάξεις που μπορεί να επιφέρουν περιορισμούς πρέπει να ερμηνεύονται στενά και, αφετέρου, διευκρίνισε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στα κράτη μέλη από τέτοιες διατάξεις δεν πρέπει να χρησιμοποιείται με τρόπο που να αντιβαίνει στον σκοπό της οδηγίας, ο οποίος συνίσταται στη διευκόλυνση της οικογενειακής επανενώσεως, ούτε στην πρακτική αποτελεσματικότητά της ( 29 ).
56.
Στο σύστημα της οδηγίας 2003/86, το αυτόνομο καθεστώς των μελών της οικογένειας του συντηρούντος αντιστοιχεί σε ίδιο καθεστώς το οποίο θέτει τέλος στην εξάρτηση από τον τελευταίο. Συνεπώς, σε περίπτωση δυσχερών περιστάσεων ή αν η άδεια διαμονής του συντηρούντος ανακαλούνταν ή έληγε, το μέλος της οικογένειας που διαθέτει αυτόνομη άδεια διαμονής δεν θα υφίστατο, εξ αυτού του λόγου, κυρώσεις.
57.
Η ερμηνεία της εκφράσεως «όροι της χορήγησης […] της […] άδειας διαμονής», που περιέχεται στο άρθρο 15, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/86, ως ευχέρειας των κρατών μελών να προβλέψουν δεύτερη εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως θα υπονόμευε τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της πράξεως αυτής, περιπλέκοντας υπερβολικά το δικαίωμα οικογενειακής επανενώσεως.
58.
Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι όροι που ισχύουν βάσει της ολλανδικής νομοθεσίας είναι ιδιαίτερα αυστηροί. Όπως έχω ήδη τονίσει, ο υπήκοος τρίτης χώρας, πρέπει να πληροί όρους κοινωνικής ενσωματώσεως που υπερβαίνουν αυτούς που τίθενται στο πλαίσιο της πρώτης εισόδου στις Κάτω Χώρες βάσει του δικαιώματος οικογενειακής επανενώσεως. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο a, του Wi καθορίζει τους όρους που πρέπει να πληροί ο υπήκοος τρίτης χώρας. Οφείλει, πρώτον, εντός τριών ετών, να αποκτήσει προφορικές και γραπτές δεξιότητες στην ολλανδική γλώσσα που αντιστοιχούν τουλάχιστον στο επίπεδο A 2 του ευρωπαϊκού πλαισίου αναφοράς για τις σύγχρονες ξένες γλώσσες. Οι δεξιότητες αυτές συνίστανται στην προφορική έκφραση, στην προφορική κατανόηση, στη γραπτή έκφραση και στη γραπτή κατανόηση ( 30 ). Ο υπήκοος τρίτης χώρας πρέπει, δεύτερον, να αποκτήσει γνώσεις της ολλανδικής κοινωνίας κατά τη διάρκεια των τριών αυτών ετών. Οι γνώσεις αυτές αφορούν, αφενός τη γνώση της ολλανδικής κοινωνίας και, αφετέρου, τον προσανατολισμό στην ολλανδική αγορά εργασίας ( 31 ).
59.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι ο σκοπός της οδηγίας 2003/86 δεν μπορεί να δικαιολογήσει την άποψη σύμφωνα με την οποία η έννοια «όροι της χορήγησης […] της […] άδειας διαμονής» μπορεί να περιλαμβάνει ουσιαστική προϋπόθεση, όπως είναι η επιτυχία σε δεύτερη εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως. Κατά την άποψή μου, η έκφραση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει μόνο τη δυνατότητα των κρατών μελών να απαιτούν την υποβολή αιτήσεως για τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής, όπως και τον καθορισμό των δεδομένων που πρέπει να κοινοποιούνται προς στήριξη τέτοιας αιτήσεως. Με άλλα λόγια, πρόκειται για τυπικές ή διοικητικές προϋποθέσεις και όχι για ουσιαστικές προϋποθέσεις.
60.
Η οικονομία της οδηγίας 2003/86, μεταξύ άλλων η θέση του άρθρου 15 στη δομή της εν λόγω οδηγίας, επιβεβαιώνει την άποψη σύμφωνα με την οποία η προϋπόθεση του άρθρου 15, παράγραφος 4, δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση. Κατά το γράμμα της αιτιολογικής σκέψης 6 που υπογραμμίζει την ανάγκη να «καθοριστούν τα υλικά κριτήρια για την άσκηση του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης βάσει κοινών κριτηρίων», τα άρθρα 6, 7, 8 και 12 της οδηγίας 2003/86 θεσπίζουν ένα σύνολο κριτηρίων ή κανόνων σχετικών με την εξέταση της αιτήσεως, την υποβολή της και τους όρους που συνδέονται με τη χορήγηση της άδειας διαμονής. Αντιθέτως, εξαιρουμένου του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/86 που καθορίζει ratione personae τα μέλη της οικογένειας που είναι δικαιούχοι και στους οποίους μπορεί να χορηγηθεί μια τέτοια αυτόνομη άδεια διαμονής ( 32 ), το εν λόγω άρθρο 15 δεν καθορίζει ούτε κοινό κριτήριο ούτε κοινό ουσιαστικό κανόνα. Τα άρθρα 6 έως 8 εντάσσονται στο κεφάλαιο IV, «Απαιτήσεις άσκησης του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης», της οδηγίας 2003/86, ενώ το άρθρο 15 φαίνεται απομονωμένο και ενταγμένο στο κεφάλαιο VI, «Είσοδος και διαμονή των μελών της οικογένειας», της εν λόγω οδηγίας. Εξάλλου, το άρθρο 15 δεν παραπέμπει στις διατάξεις του κεφαλαίου IV, σε αντίθεση με το άρθρο 12, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας (σχετικά με την επανένωση των προσφύγων) το οποίο παραπέμπει στο κεφάλαιο αυτό. Επομένως, φαίνεται ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν θέλησε να εξαρτήσει τη χορήγηση αυτόνομης άδειας από ουσιαστικούς όρους αλλά μόνον από διαδικαστικούς όρους που καθορίζουν τα κράτη μέλη. Ο νομοθέτης της Ένωσης θεώρησε την αυτόνομη άδεια διαμονής ως συνέπεια της διαρκούς παραμονής του μέλους της οικογένειας του συντηρούντος στο έδαφος του κράτους μέλους.
61.
Τέλος, συντάσσομαι επίσης με την ερμηνεία του αιτούντος δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία το ιστορικό θεσπίσεως του άρθρου 15 της οδηγίας 2003/86 αποδεικνύει ότι οι όροι που εφαρμόζονται για τη χορήγηση της άδειας διαμονής είναι διαδικαστικοί όροι, για τους ακόλουθους λόγους.
62.
Πρώτον, από την αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2003/86, την αιτιολογική έκθεση της προτάσεως της οδηγίας 2003/86 ( 33 ), καθώς και έγγραφο εργασίας του Συμβουλίου των Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 34 ) της 9ης Αυγούστου 2002, προκύπτει ότι η αυτόνομη άδεια διαμονής που θεσπίστηκε με το άρθρο 15 της οδηγίας 2003/86 έχει ως αποτέλεσμα τα μέλη της οικογένειας να μην εξαρτώνται πλέον από τον συντηρούντα για την άδεια διαμονής τους, για παράδειγμα αν ο τελευταίος εγκαταλείψει το κράτος μέλος όπου κατοικεί με το μέλος της οικογένειας, εάν πεθάνει, ή σε περίπτωση διακοπής του γάμου ή της συμφωνίας συμβιώσεως μεταξύ του συντηρούντος και του μέλους της οικογένειας. Η αυτόνομη άδεια διαμονής έχει ως σκοπό να εδραιώσει το νομικό καθεστώς του μέλους της οικογένειας του συντηρούντος και να του παράσχει μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου.
63.
Δεύτερον, από το ιστορικό θεσπίσεως του άρθρου 15 της οδηγίας 2003/86, θεωρούμενου στο σύνολό του, προκύπτει ότι η αυτόνομη άδεια διαμονής ήταν αρχικώς αυτοδίκαιη ( 35 ) αλλά κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών συζητήσεων επί της προτάσεως αυτής, παρατηρήθηκε ότι η άδεια αυτή δεν έπρεπε να αποκτάται αυτομάτως, μετά από πενταετή διάρκεια διαμονής, αλλά κατόπιν αιτήσεως. Η παρατήρηση αυτή οδήγησε στην επεξεργασία τροποποιημένης προτάσεως η οποία προέβλεπε τη δυνατότητα, που περιέχεται πλέον στο άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 2003/86, να εξαρτάται η απόκτηση αυτόνομης άδειας διαμονής από την υποβολή σχετικής αιτήσεως. Η προσθήκη της παραγράφου 4 του άρθρου 15, συνδέεται με την προσθήκη των όρων «κατόπιν αίτησης, εφόσον απαιτείται» που αναφέρονται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και στο άρθρο 15, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/86 ( 36 ). Ήταν επομένως αναγκαίο να εισαχθεί μια διάταξη στην εν λόγω παράγραφο 4 σχετικά με τον τρόπο υποβολής της αιτήσεως αυτής και της συνακόλουθης χορηγήσεως της άδειας διαμονής. Επομένως, τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να μεταφέρουν τη διάταξη αυτή στο εθνικό δίκαιο με δύο τρόπους: αφενός, ελλείψει ειδικής διαδικασίας, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι η αυτόνομη άδεια διαμονής αποκτάται αυτοδικαίως μετά από πέντε έτη διαμονής ή, αφετέρου, μπορούν να προβλέψουν ότι η αυτόνομη άδεια διαμονής αποκτάται κατόπιν αιτήσεως και υπόκειται σε διαδικαστικούς κανόνες.
64.
Τρίτον, το ιστορικό της έννοιας «όροι» αποκαλύπτει ότι το άρθρο 15, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/86 μνημονευόταν ήδη στην πρόταση οδηγίας προτού προστεθεί η παράγραφος 2 του άρθρου 7 ( 37 ). Όπως ήδη τόνισα ( 38 ), η παράγραφος αυτή αναφέρεται ρητώς στα «μέτρα ενσωμάτωσης». Η προσθήκη της παραγράφου 2 στο άρθρο 7 της προτάσεως, μετά το άρθρο 15, παράγραφος 4, δεν οδήγησε ωστόσο σε τροποποίηση, στη συνέχεια, του άρθρου 15, παράγραφος 4, προκειμένου να γίνει είτε παραπομπή, είτε να εναρμονιστεί η ορολογία που χρησιμοποιείται στο άρθρο 15, παράγραφος 4, και στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86. Επομένως, η έννοια αυτή πρέπει να νοηθεί αυτοτελώς σε σχέση με την έννοια «μέτρα ενσωμάτωσης» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86.
65.
Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι διατάξεις του άρθρου 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2003/86 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αποκλείουν εθνική ρύθμιση που προβλέπει ότι αίτηση αυτόνομης άδειας διαμονής υπηκόου τρίτης χώρας με νόμιμη διαμονή στο έδαφος κράτους μέλους για περισσότερα από πέντε έτη για λόγους οικογενειακής επανενώσεως μπορεί να απορριφθεί για μη τήρηση των όρων ενσωματώσεως που απαιτούνται στο εθνικό δίκαιο, κατά το μέτρο που οι όροι αυτοί είναι ουσιαστικοί όροι που δεν προβλέπονται στο άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2003/86.
66.
Εν πάση περιπτώσει, και αν υποτεθεί ότι το Δικαστήριο κρίνει ότι οι «όροι» του άρθρου 15, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/86 αναφέρονται σε ουσιαστικούς όρους, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τα μέτρα ενσωματώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86, που θεσπίζονται από κράτος μέλος, είναι σύμφωνα με την οδηγία αυτή μόνον υπό τον όρο ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής της υποχρεώσεως αυτής δεν καθιστούν αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση του δικαιώματος οικογενειακής επανενώσεως ( 39 ).
67.
Συναφώς, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία καταλέγεται μεταξύ των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, τα μέσα που θεσπίζονται με την εθνική ρύθμιση περί μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 7, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/86 πρέπει να είναι κατάλληλα για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με τη ρύθμιση αυτή σκοπών και να μη βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξή τους μέτρου ( 40 ).
68.
Αυτό ισχύει, κατά την άποψή μου, κατά μείζονα λόγο όσον αφορά τους όρους που εφαρμόζονται για τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής, κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/86.
69.
Ωστόσο, εν προκειμένω, ο όρος σχετικά με την εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως τον οποίο θέτει η ολλανδική νομοθεσία μου φαίνεται δυσανάλογος για δύο λόγους.
70.
Καταρχάς, υπενθυμίζω ότι οι δικαιούχοι οικογενειακής επανενώσεως πρέπει να συμμορφώνονται προς τα μέτρα κοινωνικής ενσωματώσεως πριν από τη διαμονή τους, γεγονός που τους παρέχει τη δυνατότητα να αποκτήσουν βασικές γνώσεις, κυρίως γλωσσικές, που αποδεικνύονται αναμφιβόλως χρήσιμες για τη δημιουργία δεσμών με το κράτος μέλος υποδοχής ( 41 ). Εντούτοις, η επιβολή δεύτερης εξετάσεως θα μπορούσε να υπονομεύσει «την αποτελεσματικότητα ενσωματώσεως» και τη χρησιμότητα της πρώτης εξετάσεως περί κοινωνικής ενσωματώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86. Κατά την αιτιολογική σκέψη 15 της εν λόγω οδηγίας, «η ενσωμάτωση των μελών της οικογένειας θα πρέπει να προωθείται». Προς τον σκοπό αυτό, τα μέλη της οικογένειας του συντηρούντος θα έπρεπε να ενσωματωθούν προκειμένου οι υπήκοοι που το επιθυμούν να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε καθεστώς ανεξάρτητο και αυτόνομο σε σχέση με αυτό του συντηρούντος και να μην εξαρτώνται πλέον από την άδεια διαμονής του τελευταίου. Συγκεκριμένα, οι υπήκοοι αυτοί θα έπρεπε να ενσωματωθούν χάρη στις βασικές γνώσεις στην ολλανδική γλώσσα που απέκτησαν κατά την πρώτη αυτή εξέταση, χωρίς οι ολλανδικές αρχές να χρειάζεται να πραγματοποιήσουν δεύτερη επιλογή βασιζόμενη στην πρόοδο των γλωσσικών και πολιτιστικών γνώσεων των υπηκόων τρίτης χώρας. Εξάλλου, κατά τους προσφεύγοντες C και A, το ποσοστό επιτυχίας στην εν λόγω εξέταση είναι χαμηλό ( 42 ). Κατά το μέτρο που η δεύτερη αυτή εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως θα μπορούσε να τους οδηγήσει σε ανασφάλεια δικαίου σε περίπτωση αποτυχίας, η εν λόγω εξέταση αποθαρρύνει τους υπηκόους τρίτης χώρας.
71.
Ακολούθως, η δυνατότητα προσβάσεως στην εξέταση και ως εκ τούτου η επιτυχία στην εξέταση αυτή καθιστούν αδύνατη ή εξαιρετικά δύσκολη την απόκτηση δικαιώματος αυτόνομης άδειας διαμονής.
72.
Αφενός, η οικονομική δυνατότητα προσβάσεως στην εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως μπορεί να συνιστά εμπόδιο. Κατά τους προσφεύγοντες C και A, το κόστος της εκπαιδεύσεως (μαθήματα γλώσσας και κοινωνικής ενσωματώσεως) καθώς και της προετοιμασίας και της συμμετοχής στην εξέταση, το οποίο ανέρχεται μεταξύ 4000 και 10000 ευρώ, επιβαρύνει τον συμμετέχοντα στην εξέταση και δεν χρηματοδοτείται από το κράτος. Η Ολλανδική Κυβέρνηση διευκρίνισε, βεβαίως, ότι υφίσταται σύστημα δανειοδοτήσεως ανάλογα με την ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη. Ωστόσο, κατά τους προσφεύγοντες C και A, τούτο δεν ισχύει για τους υπηκόους τρίτων χωρών στους οποίους αναφέρονται οι διατάξεις του άρθρου 15 της οδηγίας 2003/86. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι το ποσό του δανείου θα πρέπει να επιστραφεί και ότι, σε κάθε περίπτωση, αντιπροσωπεύει σημαντικό χρηματικό ποσό, ακόμα και για τους ευρωπαίους πολίτες. Εξάλλου, κατά τους προσφεύγοντες C και A, το κόστος αυτό περιλαμβάνει τα έξοδα εγγραφής στην εξέταση (350 ευρώ) ( 43 ), τα οποία πρέπει να καταβληθούν εκ νέου προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να έχουν το δικαίωμα να επαναλάβουν την εξέταση σε περίπτωση αποτυχίας σε προηγούμενες προσπάθειες ( 44 ). Στο μέτρο που η απαίτηση αυτή, λόγω του ιδιαιτέρως δεσμευτικού χαρακτήρα της, αποθαρρύνει την υποβολή αιτήσεως αυτόνομης άδειας διαμονής, συνιστά προϋπόθεση ικανή να παρεμποδίσει την επανένωση αυτή αντί να τη διευκολύνει. Ως εκ τούτου, συνιστά περιορισμό δυνάμενο να στερήσει από το άρθρο 15 της οδηγίας 2003/86 την πρακτική αποτελεσματικότητα.
73.
Αφετέρου, η δυνατότητα προσβάσεως στην ίδια την εξέταση αποτελεί, στην πράξη, εμπόδιο που περιπλέκει την επίτευξη του σκοπού της ενσωματώσεως. Συγκεκριμένα, οι ιδιαίτερες ατομικές περιστάσεις, όπως η ηλικία, το επίπεδο εκπαιδεύσεως, η οικονομική κατάσταση ή η κατάσταση υγείας των οικείων μελών της οικογένειας του συντηρούντος, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου τα μέλη αυτά να απαλλάσσονται από την υποχρέωση επιτυχούς συμμετοχής σε εξέταση όπως η επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών, οσάκις, λόγω των περιστάσεων αυτών, αποδεικνύεται ότι τα εν λόγω μέλη αδυνατούν να συμμετάσχουν ή να συμμετάσχουν επιτυχώς στην εξέταση αυτή. Σε διαφορετική περίπτωση, υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, μια τέτοια υποχρέωση θα μπορούσε να συνιστά εμπόδιο που δύσκολα θα ήταν δυνατόν να ξεπεραστεί προκειμένου να καταστεί αποτελεσματική η άσκηση του δικαιώματος για αυτόνομη άδεια διαμονής που προβλέπει η οδηγία 2003/86 ( 45 ).
74.
Ωστόσο, στο ολλανδικό σύστημα, φαίνεται ότι οι ατομικές περιστάσεις, κατά την έννοια του άρθρου 17 της οδηγίας 2003/86, του υπηκόου τρίτης χώρας μέλους της οικογένειας του συντηρούντος λαμβάνονται υπόψη μόνο αφότου ο αιτών αυτόνομη άδεια διαμονής επιχείρησε ανεπιτυχώς να περάσει τις εξετάσεις. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο b, του Wi ορίζει ότι ο υπόχρεος πρέπει να αποδείξει ότι απέτυχε για εύλογους λόγους, αν και συμμετέσχε στην εκπαίδευση, και ότι επιχείρησε πολλές φορές να επιτύχει στην εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως προτού τύχει απαλλαγής ( 46 ). Η απαλλαγή αυτή χορηγείται από τον Υφυπουργό στον υπήκοο τρίτης χώρας, ο οποίος πρέπει να αποδείξει τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν. Το σύστημα αυτό θα έπρεπε να συνεκτιμά, πριν από τη συμμετοχή στις εξετάσεις, την ατομική κατάσταση των αιτούντων αυτόνομη άδεια διαμονής, όπως τις γνωστικές ικανότητές τους, τον ευάλωτο χαρακτήρα τους ( 47 ), την ηλικία τους, το επίπεδό εκπαιδεύσεώς τους, την κατάσταση της υγείας τους. Επομένως, ένα τέτοιο σύστημα θα ήταν, κατά την άποψή μου, περισσότερο σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας.
75.
Απόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές (συμπεριλαμβανομένων των εθνικών δικαστηρίων) να προβαίνουν, κατά τη θέση σε εφαρμογή της οδηγίας 2003/86 και την εξέταση των αιτήσεων οικογενειακής επανενώσεως, σε ισόρροπη και εύλογη εκτίμηση όλων των εμπλεκομένων συμφερόντων, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων παιδιών ( 48 ).
76.
Κατά συνέπεια, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να δοθεί η εξής απάντηση: το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2003/86 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει εθνική ρύθμιση που προβλέπει ότι αίτηση για αυτόνομη άδεια διαμονής υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει, στο πλαίσιο της οικογενειακής επανενώσεως, νομίμως στο έδαφος κράτους μέλους για διάστημα άνω των πέντε ετών, μπορεί να απορριφθεί για μη τήρηση των απαιτούμενων στο εθνικό δίκαιο όρων ενσωματώσεως κατά το μέτρο που οι όροι αυτοί αποτελούν ουσιαστικούς όρους που δεν προβλέπονται στο άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2003/86.
Γ. Επί του χρόνου από τον οποίο η αίτηση αυτόνομης άδειας διαμονής αναπτύσσει τα αποτελέσματά της, κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2003/86
77.
Η προσφεύγουσα C είναι δικαιούχος, από τις 5 Νοεμβρίου 2008, άδειας διαμονής με σκοπό τη συμβίωση με το σύζυγο. Από τις 10 Φεβρουαρίου 2014, κατά τις ολλανδικές αρχές, επειδή η C δεν κατοικούσε πλέον με τον σύζυγό της, ο Υφυπουργός ανακάλεσε, αναδρομικώς, την άδεια διαμονής με σκοπό τη συμβίωση με το σύζυγο, καθώς ο τίτλος αυτός απώλεσε το νόμιμο έρεισμά του. Επομένως, η νόμιμη διαμονή της C διεκόπη ( 49 ). Ο Υφυπουργός της χορήγησε αυτόνομη άδεια διαμονής από το χρονικό σημείο από το οποίο η C πληρούσε τον όρο σχετικά με την υποχρέωση περί κοινωνικής ενσωματώσεως, δηλαδή από τις 16 Φεβρουαρίου 2015. Η C υποστηρίζει ότι ήδη πληρούσε τους όρους χορηγήσεως αυτόνομης άδειας διαμονής από το χρονικό σημείο από το οποίο βρισκόταν σε νόμιμη διαμονή στις Κάτω Χώρες για διάστημα άνω των πέντε ετών για τον σκοπό της οικογενειακής επανενώσεως.
78.
Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν μια εθνική ρύθμιση ( 50 ) περί αυτόνομης άδειας διαμονής, που ορίζει ότι η αυτόνομη άδεια διαμονής πρέπει να χορηγείται από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο υπήκοος τρίτης χώρας αποδεικνύει ότι πληροί όλους τους όρους ενσωματώσεως, μεταξύ των οποίων τον όρο εξετάσεως περί κοινωνικής ενσωματώσεως, και/ή, το νωρίτερο από τον χρόνο παραλαβής της σχετικής αιτήσεως, είναι σύμφωνη με το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2003/86, όταν η υποβολή της αιτήσεως χορηγήσεως αυτόνομης άδειας διαμονής γίνεται μετά από νόμιμη διαμονή η οποία διήρκεσε πέντε έτη και αποσκοπούσε στην οικογενειακή επανένωση.
79.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, το γράμμα του άρθρου 15 της οδηγίας 2003/86 δεν αναφέρει με σαφήνεια το χρονικό σημείο από το οποίο η εν λόγω άδεια πρέπει να χορηγηθεί. Το αιτούν δικαστήριο προτείνει δύο ερμηνευτικές εκδοχές για το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4, της εν λόγω οδηγίας. Αφενός, από το άρθρο 15, παράγραφος 4, φαίνεται να προκύπτει ότι τα κράτη μέλη καθορίζουν τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που εφαρμόζονται για τη χορήγηση και για τη διάρκεια της αυτόνομης άδειας διαμονής στο εθνικό δίκαιο. Τα κράτη μέλη καθορίζουν επομένως τον χρόνο ενάρξεως των αποτελεσμάτων της εν λόγω άδειας. Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δυνατόν το δικαίωμα για αυτόνομη άδεια διανομής να γεννάται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/86 το αργότερο μετά από πέντε έτη νόμιμης διαμονής και να αποκτάται αυτομάτως την ημέρα υποβολής της αιτήσεως. Ως εκ τούτου, ακόμη και όταν ένας υπήκοος τρίτης χώρας ζητά αυτόνομη άδεια διαμονής μετά από διάστημα διαμονής που υπερβαίνει τα πέντε έτη, αυτό δεν εμποδίζει να έχει προηγουμένως γεννηθεί το δικαίωμα για αυτόνομη άδεια διαμονής.
80.
Φρονώ, ότι αν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, το δικαίωμα για αυτόνομη άδεια διαμονής εξαρτάται από προηγούμενη αίτηση, τα αποτελέσματα του δικαιώματος για αυτόνομη άδεια διαμονής θα έπρεπε να αρχίζουν, το αργότερο, από τον χρόνο υποβολής της εν λόγω αιτήσεως. Αυτή η άδεια διαμονής θα έπρεπε να έχει δηλωτικό χαρακτήρα.
81.
Συναφώς, υπενθυμίζω ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/86 προβλέπει ότι «[τ]ο αργότερο έπειτα από πέντε έτη διαμονής και εφόσον στο μέλος της οικογένειας δεν έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής για άλλους λόγους εκτός της οικογενειακής επανένωσης, [τα μέλη της οικογένειας] έχουν δικαίωμα να απαιτούν, κατόπιν αίτησης, εφόσον απαιτείται, αυτόνομη άδεια διαμονής, ανεξάρτητη από την άδεια του συντηρούντος» ( 51 ). Το γράμμα του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/86, χρησιμοποιώντας την έκφραση «κατόπιν αίτησης, εφόσον απαιτείται», καθιστά προαιρετική την υποβολή αιτήσεως για αυτόνομη άδεια διαμονής. Η υποχρέωση υποβολής τέτοιας αιτήσεως αντιστοιχεί σε έναν από τους «όρ[ους] της χορήγησης […] της αυτόνομης άδειας διαμονής» τους οποίους τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/86. Το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας αυτής επιτρέπει εφαρμογή η οποία να διαφέρει μεταξύ των κρατών μελών. Στα κράτη μέλη όπου το δικαίωμα αυτόνομης άδειας διαμονής εξαρτάται από την υποβολή αιτήσεως, η αυτόνομη άδεια διαμονής υλοποιείται και τίθεται σε ισχύ κατά την υποβολή της αιτήσεως αυτής στις αρμόδιες εθνικές αρχές. Συνεπώς, η αυτόνομη άδεια διαμονής θα αρχίσει να αναπτύσσει αποτελέσματα από την ημερομηνία υποβολής της εν λόγω αιτήσεως, κατά τρόπο σύμφωνο προς το περιεχόμενο του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/86, που ορίζει ότι το δικαίωμα για αυτόνομη άδεια διαμονής υφίσταται «[τ]ο αργότερο έπειτα από πέντε έτη διαμονής».
82.
Επιπλέον, κατά την άποψή μου, η ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί το χρονικό σημείο από το οποίο αρχίζει να ισχύει μια αυτόνομη άδεια διαμονής διότι διασφαλίζει ίδια μεταχείριση σε όλους τους αιτούντες που βρίσκονται, από χρονικής απόψεως, στην ίδια κατάσταση, εξασφαλίζοντας ότι η ευδοκίμηση της αιτήσεως, εξαρτάται πρωτίστως από περιστάσεις σχετικές με τον αιτούντα και όχι με τη διοίκηση, όπως η διάρκεια εξετάσεως της αιτήσεως ( 52 ). Μια τέτοια λύση είναι σύμφωνη με το γράμμα του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/86.
83.
Επιπλέον, η ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/86 με τον προταθέντα τρόπο διασφαλίζει μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου στους αιτούντες αυτόνομη άδεια διαμονής. Σε ιδιαίτερα δυσχερείς περιστάσεις, όπως αυτές που μνημονεύονται στο άρθρο 15, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, ο υπήκοος τρίτης χώρας που υποβάλλει την αίτηση αυτόνομης άδειας διαμονής αμέσως μετά τη διακοπή της έγγαμης, γονικής ή οικογενειακής σχέσεως, δεν θα διέτρεχε τον κίνδυνο διακοπής της περιόδου νόμιμης διαμονής του. Όσον αφορά τους υπηκόους τρίτων χωρών που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/86, ο καθορισμός του χρόνου υποβολής της αιτήσεως ως χρονικού σημείου από το οποίο η αυτόνομη άδεια διαμονής παράγει τα αποτελέσματά της θα τους παρείχε τη δυνατότητα να προλάβουν ενδεχόμενη διακοπή της νόμιμης διαμονής και, ως εκ τούτου, θα τους παρείχε μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου. Αν μια τυπική προϋπόθεση, όπως για παράδειγμα η απαίτηση δελτίου ταυτότητας ή διοικητικού εγγράφου, πληρούται μόνον αργότερα, το δικαίωμα αυτόνομης άδειας διαμονής θα χορηγείτο αναδρομικά από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως.
84.
Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2003/86 δεν αποκλείει τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως της εν λόγω άδειας και, αν τούτο είναι αναγκαίο, αναδρομικώς από την ημερομηνία αυτή.
V. Πρόταση
85.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) ως εξής:
—
Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να απαντήσει στα υποβληθέντα από το αιτούν δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα περί ερμηνείας των διατάξεων της οδηγίας 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης σε διαφορές που αφορούν το δικαίωμα διαμονής μελών της οικογένειας συντηρούντων που έχουν την ολλανδική ιθαγένεια, στο μέτρο που η οδηγία αυτή κατέστη, βάσει του ολλανδικού δικαίου, ευθέως και ανεπιφύλακτα εφαρμοστέα σε αυτά τα μέλη της οικογένειας.
—
Το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2003/86 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει εθνική ρύθμιση που προβλέπει ότι αίτηση για αυτόνομη άδεια διαμονής υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει, στο πλαίσιο της οικογενειακής επανενώσεως, νομίμως στο έδαφος κράτους μέλους για διάστημα άνω των πέντε ετών μπορεί να απορριφθεί για μη τήρηση των απαιτούμενων κατά το εθνικό δίκαιο όρων ενσωματώσεως, στο μέτρο που οι όροι αυτοί αποτελούν ουσιαστικούς όρους που δεν προβλέπονται στο άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2003/86.
—
Το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2003/86 δεν αποκλείει τη χορήγηση αυτόνομης άδειας διαμονής κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως της εν λόγω άδειας και, αν τούτο είναι αναγκαίο, αναδρομικώς από την ημερομηνία αυτή.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 2003, L 251, σ. 12.
( 3 ) Πρόκειται για ολλανδικό μητρώο που περιέχει τα δεδομένα των κατοίκων ημεδαπής και των κατοίκων αλλοδαπής που έχουν σχέσεις με τις ολλανδικές αρχές.
( 4 ) Το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει στο σημείο αυτό τις αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 2012, Nolan (σκέψη 46), της 7ης Νοεμβρίου 2013, Romeo (C‑313/12, EU:C:2013:718, σκέψη 22), και της 16ης Ιουνίου 2016, Rodríguez Sánchez (C‑351/14, EU:C:2016:447, σκέψεις 61 και 62).
( 5 ) Αρχικώς, το άρθρο 1 και το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, των προτάσεων οδηγιών του Συμβουλίου σχετικά με την οικογενειακή επανένωση της 1ης Δεκεμβρίου 1999 [COM(1999) 638 τελικό], και της 10ης Οκτωβρίου 2000 [COM(2000) 624 τελικό], αναγνώριζαν στους πολίτες της Ένωσης οι οποίοι δεν έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους στην ελεύθερη κυκλοφορία δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση των μελών της οικογένειάς τους. Ωστόσο, το Συμβούλιο ζήτησε να περιοριστεί το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω προτάσεως οδηγίας. Η Επιτροπή την τροποποίησε, συνακόλουθα, με την τρίτη πρόταση οδηγίας σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης της 2ας Μαΐου 2002 [COM(2002) 225 τελικό], προκειμένου να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής της τους πολίτες της Ένωσης που δεν έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους στην ελεύθερη κυκλοφορία. Η περίπτωση των πολιτών της Ένωσης που δεν έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας επρόκειτο να εξετασθεί μεταγενεστέρως με ειδική πρόταση, όταν θα είχε εγκριθεί η αναμόρφωση του δικαίου για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων.
( 6 ) Δεν τίθεται εν προκειμένω ζήτημα εφαρμογής του καθεστώτος της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, L 158, σ. 77).
( 7 ) Κατά την έκθεση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο της 8ης Οκτωβρίου 2008 για την εφαρμογή της οδηγίας [2003/86] [COM(2008) 610 τελικό, σ. 4]: Αν κράτος μέλος εφαρμόζει κανόνες για τους πολίτες του που δεν έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας, που είναι λιγότερο ευνοϊκοί από τους κανόνες της οδηγίας, το νομικό καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών θα μπορούσε να επιδεινωθεί αν αποκτήσουν την ιθαγένεια σε κράτος μέλος που έχει λιγότερο ευνοϊκούς κανόνες για τους πολίτες του ως προς αυτό το θέμα. Αυτή είναι η περίπτωση σε τέσσερις χώρες: στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στη Δημοκρατία της Κύπρου, στη Δημοκρατία της Λεττονίας και στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών.
( 8 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 1990, Dzodzi (C‑297/88 και C‑197/89, EU:C:1990:360, σκέψη 33), της 7ης Ιουλίου 2011, Agafiţei κ.λπ. (C‑310/10, EU:C:2011:467, σκέψεις 24 και 25), και της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Cicala (C‑482/10, EU:C:2011:868, σκέψη 15).
( 9 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις 18ης Οκτωβρίου 1990, Dzodzi (C‑297/88 και C‑197/89, EU:C:1990:360, σκέψη 35), της 16ης Μαρτίου 2006, Poseidon Chartering (C‑3/04, EU:C:2006:176, σκέψη 15), της 28ης Οκτωβρίου 2010, Volvo Car Germany (C‑203/09, EU:C:2010:647, σκέψη 24), της 7ης Ιουλίου 2011, Agafiţei κ.λπ. (C‑310/10, EU:C:2011:467, σκέψη 26), και της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Cicala (C‑482/10, EU:C:2011:868, σκέψη 16).
( 10 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 1995, Kleinwort Benson (C‑346/93, EU:C:1995:85, σκέψη 16), της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Cicala (C‑482/10, EU:C:2011:868, σκέψεις 17 και 19), της 18ης Οκτωβρίου 2012, Nolan (σκέψεις 45 και 47), και της 19ης Οκτωβρίου 2017, Solar Electric Martinique (C‑303/16, EU:C:2017:773, σκέψεις 25 και 27).
( 11 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, διάταξη της 12ης Μαΐου 2016, Sahyouni (C‑281/15, EU:C:2016:343, σκέψεις 27 και 29), και προτάσεις μου στην υπόθεση Solar Electric Martinique (C‑303/16, EU:C:2017:507, σημείο 33).
( 12 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Nolan (σκέψεις 53, 54 και 56).
( 13 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Nolan (σκέψη 55).
( 14 ) Επρόκειτο για περίπτωση εξαιρέσεως ratione loci από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, αλλά αυτή η διαφορά σε σχέση με την εξαίρεση ratione materiae της αποφάσεως Nolan δεν ασκεί επιρροή: βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση Solar Electric Martinique (C‑303/16, EU:C:2017:507, σημείο 49).
( 15 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 16 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 17 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 27ης Ιουνίου 2018, SGI και Valeriane (C‑459/17 και C‑460/17, σκέψεις 27 και 28). Η απόφαση αυτή, όπως και η απόφαση Solar Electric Martinique, αφορούσε περίπτωση αποκλεισμού ratione loci από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ΦΠΑ.
( 18 ) Το άρθρο αυτό αποτελεί εφαρμογή του άρθρου 15 της οδηγίας 2003/86.
( 19 ) Το αιτούν δικαστήριο παραθέτει το άρθρο 3.51, παράγραφος 1, εισαγωγική περίοδος και στοιχείο a, του Vb 2000.
( 20 ) Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο a ή στοιχείο b, του Wi, «[ο] Υπουργός απαλλάσσει το πρόσωπο που έχει υποχρέωση κοινωνικής ενσωματώσεως όταν: το πρόσωπο αυτό έχει αποδείξει ότι, λόγω ψυχικής ή σωματικής αναπηρίας, ή νοητικής υστερήσεως, δεν είναι, σε μόνιμη βάση, σε θέση να επιτύχει στην εξέταση κοινωνικής ενσωματώσεως ή [όταν ο εν λόγω Υπουργός] καταλήγει στο συμπέρασμα, βάσει αποδεδειγμένων προσπαθειών του υπόχρεου σε κοινωνική ενσωμάτωση ότι ο τελευταίος δεν μπορεί ευλόγως να εκπληρώσει την υποχρέωση κοινωνικής ενσωματώσεως».
( 21 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση P και S (C‑579/13, EU:C:2015:369, σκέψη 38), και απόφαση K και A (C‑153/14, EU:C:2015:453, σκέψεις 52 έως 55).
( 22 ) COM(2014) 210 τελικό, 3 Απριλίου 2014, σ. 15 και 16.
( 23 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την επιτροπή των Περιφερειών, Κοινό Πρόγραμμα για την Ένταξη, Πλαίσιο σχετικά με την ένταξη των υπηκόων τρίτων χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση [COM(2005) 389 τελικό, 1η Σεπτεμβρίου 2005, βασική αρχή αριθ. 4].
( 24 ) Η έννοια αυτή έχει αναπτυχθεί από το Δικαστήριο στην απόφαση P και S (C‑579/13, EU:C:2015:369, σκέψεις 34 έως 38).
( 25 ) ΕΕ 2004, L 16, σ. 44.
( 26 ) Η έννοια αυτή έχει αναπτυχθεί από το Δικαστήριο στην απόφαση K και A (C‑153/14, EU:C:2015:453, σκέψεις 52 έως 55).
( 27 ) Η διάκριση αυτή είναι μεταξύ άλλων εμφανής στην οδηγία 2003/109. Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, προτάσεις μου στην απόφαση Dogan (C‑138/13, EU:C:2014:287, σημείο 52).
( 28 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, προτάσεις μου στην απόφαση Dogan (C‑138/13, EU:C:2014:287, σημείο 52) και απόφαση Κ και Α (C‑153/14, EU:C:2015:453, σκέψεις 52 και 57), οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι τα μέτρα ενσωματώσεως είναι θεμιτά μόνον αν διευκολύνουν την ενσωμάτωση των μελών της οικογένειας. Δεν πρέπει να έχουν ως σκοπό την επιλογή των προσώπων που θα μπορέσουν να ασκήσουν το δικαίωμα οικογενειακής επανενώσεως, αλλά να διευκολύνουν την ενσωμάτωση των τελευταίων στα κράτη μέλη.
( 29 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 4ης Μαρτίου 2010, Chakroun (C‑578/08, EU:C:2010:117, σκέψη 43), της 6ης Δεκεμβρίου 2012, O κ.λπ. (C‑356/11 και C‑357/11, EU:C:2012:776, σκέψη 74), και απόφαση K και A (σκέψη 50).
( 30 ) Κατά το αιτούν δικαστήριο, αυτό συνάγεται από το άρθρο 2.9 της αποφάσεως περί κοινωνικής ενσωματώσεως το οποίο ορίζει ότι «[ο] υπόχρεος κοινωνικής ενσωματώσεως αποκτά τις δεξιότητες [στην προφορική έκφραση και κατανόηση και στην γραπτή έκφραση και κατανόηση] στην ολλανδική γλώσσα που αντιστοιχούν στο επίπεδο Α2 του ευρωπαϊκού πλαισίου αναφοράς για τις σύγχρονες ξένες γλώσσες».
( 31 ) Κατά το αιτούν δικαστήριο, αυτό προκύπτει από το άρθρο 2.10, παράγραφος 1, της αποφάσεως περί κοινωνικής ενσωματώσεως το οποίο ορίζει ότι «[ο] υπόχρεος κοινωνικής ενσωματώσεως αποκτά γνώση της ολλανδικής κοινωνίας της οποίας το επίπεδο αντιστοιχεί στους σκοπούς που καθορίζει η υπουργική απόφαση όσον αφορά τα ακόλουθα στοιχεία: a. τη γνώση της ολλανδικής κοινωνίας· b. τον προσανατολισμό στην ολλανδική αγορά εργασίας».
( 32 ) Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/86 ορίζει ότι, «έπειτα από πέντε έτη διαμονής και εφόσον στο μέλος της οικογένειας δεν έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής για άλλους λόγους εκτός της οικογενειακής επανένωσης, ο/η σύζυγος ή ο εκτός γάμου σύντροφος και το τέκνο που έχει ενηλικιωθεί [έχουν δικαίωμα να απαιτούν αυτόνομη άδεια διαμονής]».
( 33 ) Αιτιολογική έκθεση της προτάσεως οδηγίας 2003/86 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής [COM(1999) 638 τελικό, σ. 22 και 23].
( 34 ) Βλ. έγγραφο του Συμβουλίου των Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: έγγραφο του Συμβουλίου) αριθ. 10857/02.
( 35 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης [COM(2002) 225 τελικό].
( 36 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, έγγραφα του Συμβουλίου αριθ. 10857 της 9ης Αυγούστου 2002, αριθ. 11787/02 της 30ής Σεπτεμβρίου 2002 και αριθ. 13053/02 της 23ης Οκτωβρίου 2002.
( 37 ) Βλ. έγγραφο του Συμβουλίου αριθ. 14272/02 της 26ης Νοεμβρίου 2002. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/86 ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από τους υπηκόους των τρίτων χωρών να συμμορφωθούν με μέτρα ενσωμάτωσης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο […]».
( 38 ) Βλ. σημεία 51 και 52 των παρουσών προτάσεων.
( 39 ) Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση P και S (C‑579/13, EU:C:2015:369, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 40 ) Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 26ης Απριλίου 2012, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑508/10, EU:C:2012:243, σκέψη 75), και, υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση K και A (C‑153/14, EU:C:2015:453, σκέψη 51).
( 41 ) Απόφαση P και S (σκέψεις 47 και 48) και απόφαση K και Α (σκέψεις 54 και 55).
( 42 ) Μόνον το 49 % των μελών της οικογένειας του συντηρούντος που είχαν υποχρέωση κοινωνικής ενσωματώσεως στις αρχές του έτους 2013 έλαβαν επιτυχώς μέρος τρία έτη αργότερα στη δεύτερη εξέταση περί κοινωνικής ενσωματώσεως.
( 43 ) Σύμφωνα με την έκθεση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την εφαρμογή της οδηγίας 2003/86/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης [COM(2008) 610 τελικό, της 8ης Οκτωβρίου 2008, σ. 10 και 11], το ποσό των καταβλητέων εξόδων καθορίστηκε στις Κάτω Χώρες σε 1368 ευρώ, από τα οποία 830 ευρώ αφορούν τη θεώρηση για την οικογενειακή επανένωση, ενώ το ποσό της δοκιμασίας ενσωματώσεως καθορίστηκε σε 350 ευρώ.
( 44 ) Η εξέταση μπορεί να επαναληφθεί έως τέσσερις φορές.
( 45 ) Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση P και S (σκέψη 49), απόφαση K και A (σκέψεις 58 έως 60).
( 46 ) Η C έλαβε απαλλαγή, διότι είχε παρουσιαστεί τέσσερις φορές στην εξέταση και είχε προσκομίσει βεβαίωση του εκπαιδευτικού φορέα σύμφωνα με την οποία είχε παρακολουθήσει τις απαιτούμενες 648 ώρες μαθημάτων.
( 47 ) Κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής, σ. 16: «Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει επίσης να δοθεί στο γεγονός ότι, σε πολλά μέρη του κόσμου, οι γυναίκες και τα κορίτσια έχουν μικρότερη πρόσβαση στην εκπαίδευση και θα μπορούσαν να έχουν επίπεδο αναλφαβητισμού μεγαλύτερο από αυτό των αντρών».
( 48 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2012, O κ.λπ. (C‑356/11 και C‑357/11, EU:C:2012:776, σκέψη 81).
( 49 ) Η διακοπή νόμιμης διαμονής μπορεί να έχει συνέπειες για τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να υποβάλει αίτηση άδειας διαμονής ως επί μακρόν διαμένων και επί των δικαιωμάτων κτήσεως της ολλανδικής ιθαγένειας που απαιτούν περίοδο νόμιμης και τακτικής διαμονής στο έδαφος του κράτους μέλους.
( 50 ) Εν προκειμένω το άρθρο 26, παράγραφος 1, του Vw 2000.
( 51 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 52 ) Βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 2014, Noorzia (C‑338/13, EU:C:2014:2092 σκέψη 17), και της 12ης Απριλίου 2018, A και S (C‑550/16, EU:C:2018:248, σκέψη 60).