ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 4ης Οκτωβρίου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C-322/17
Eugen Bogatu
κατά
Minister for Social Protection
[αίτηση του High Court (ανώτερου δικαστηρίου, Ιρλανδία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων – Οικογενειακές παροχές τις οποίες ζητεί υπήκοος κράτους μέλους ο οποίος απώλεσε την εργασία του και του οποίου τα μέλη της οικογένειας κατοικούν σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο της απασχολήσεως – Κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 – Άρθρο 68 – Κανόνες προτεραιότητας σε περίπτωση σωρεύσεως – Έννοια της “μισθωτής δραστηριότητας”»
1.
Ο E. Bogatu είναι Ρουμάνος υπήκοος εγκατεστημένος στην Ιρλανδία από το 2003. Μετά την απώλεια της εργασίας του, τον Φεβρουάριο του 2009, έλαβε ορισμένες κοινωνικές παροχές. Ειδικότερα, μεταξύ 25ης Μαΐου 2010 και 4ης Ιανουαρίου 2013 έλαβε παροχή ανεργίας μη ανταποδοτικού χαρακτήρα (jobseeeker’s allowance). Τον Ιανουάριο του 2015, αντιτάχθηκε σε αυτόν άρνηση καταβολής, για την περίοδο κατά την οποία έλαβε την εν λόγω παροχή ανεργίας, οικογενειακών παροχών για τα τέκνα του που κατοικούσαν στη Ρουμανία, με την αιτιολογία ότι, κατά τον Minister for Social Protection (Υπουργό Κοινωνικής Προστασίας, στο εξής: υπουργός), ο E. Bogatu δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι ασκούσε μισθωτή δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 67 του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας ( 2 ). Στη συνέχεια, με προσφυγή του ενώπιον του High Court (ανώτερου δικαστηρίου, Ιρλανδία), ο E. Bogatu αμφισβήτησε αυτή την ερμηνεία της έννοιας «μισθωτή δραστηριότητα».
2.
Πάντως, λαμβανομένου υπόψη ότι από τη δικογραφία φαίνεται να προκύπτει ότι τα τέκνα του Ε. Bogatu έχουν επίσης δικαίωμα λήψεως οικογενειακών παροχών δυνάμει του ρουμανικού δικαίου, το ζήτημα του προσδιορισμού του περιεχομένου της έννοιας της μισθωτής δραστηριότητας τίθεται, αντιθέτως, όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων προτεραιότητας σε περίπτωση σωρεύσεως δικαιωμάτων για οικογενειακές παροχές οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 68 του κανονισμού 883/2004.
3.
Αν δεν απατώμαι, είναι η πρώτη φορά που το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της ερμηνείας της εν λόγω διατάξεως. Η απάντηση την οποία θα δώσει το Δικαστήριο δεν θα είναι ήσσονος σημασίας, δεδομένου ότι, λαμβανομένης υπόψη της λειτουργίας των επίμαχων κανόνων προτεραιότητας, θα έχει κατ’ ανάγκην ως αποτέλεσμα να οριοθετήσει την έκταση της κατά προτεραιότητα αρμοδιότητας, αφενός, του κράτους απασχολήσεως και, αφετέρου, του κράτους κατοικίας των μελών της οικογένειας του ενδιαφερομένου, όσον αφορά την καταβολή οικογενειακών παροχών.
I. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Ο κανονισμός 1408/71
4.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (στο εξής: κανονισμός 1408/71) ( 3 ), καταργήθηκε με ισχύ από την 1η Μαΐου 2010.
5.
Το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, επιγραφόμενο «Ορισμοί», όριζε μεταξύ άλλων:
«α)
ως “μισθωτός” […] νοείται […] κάθε πρόσωπο:
i)
το οποίο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους μισθωτούς […]».
6.
Το άρθρο 73 του ίδιου κανονισμού, επιγραφόμενο «Μισθωτοί ή μη μισθωτοί, τα μέλη της οικογένειας των οποίων κατοικούν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος», είχε ως εξής:
«Ο μισθωτός […] που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του κράτους αυτού […]».
7.
Το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71, επιγραφόμενο «Κανόνες προτεραιότητας σε περίπτωση σώρευσης δικαιωμάτων οικογενειακών παροχών δυνάμει της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους και δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας όπου τα μέλη της οικογένειας έχουν την κατοικία τους», προέβλεπε, στην παράγραφό του 1, τα εξής:
«Όταν καταβάλλονται οικογενειακές παροχές, κατά την ίδια περίοδο, και για το ίδιο μέλος της οικογένειας λόγω άσκησης μιας επαγγελματικής δραστηριότητας, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχουν την κατοικία τους τα μέλη της οικογένειας, αναστέλλεται το δικαίωμα προς είσπραξη οικογενειακών παροχών που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, ενδεχομένως, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 73 και 74, μέχρι του ποσού που προβλέπεται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους.»
2. Ο κανονισμός 883/2004
8.
Το άρθρο 1 του κανονισμού 883/2004, το οποίο επιγράφεται «Ορισμοί», προβλέπει τα εξής:
«α)
“μισθωτή δραστηριότητα”: η δραστηριότητα ή η ισοδύναμη κατάσταση την οποία θεωρεί ως τέτοια η νομοθεσία κοινωνικής ασφάλειας του κράτους μέλους στο οποίο ασκείται η εν λόγω δραστηριότητα ή υφίσταται η ισοδύναμη κατάσταση,
[…]».
9.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, το οποίο επιγράφεται «Προσωπικό πεδίο εφαρμογής»:
«Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στους υπηκόους κράτους μέλους, […] καθώς και στα μέλη της οικογένειάς τους […]».
10.
Κατά το άρθρο 11 του ίδιου κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Γενικοί κανόνες»:
«1. Τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός υπάγονται στη νομοθεσία ενός και μόνον κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο.
2. Για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος τίτλου, τα πρόσωπα που λαμβάνουν παροχές σε χρήμα λόγω ή συνεπεία μισθωτής […] τους δραστηριότητας, θεωρούνται ότι ασκούν τη δραστηριότητα αυτή […].
3. Με την επιφύλαξη των άρθρων 12 έως 16:
α)
το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή […] δραστηριότητα σε κράτος μέλος, υπάγεται στη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους,
[…]
ε)
οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, στο οποίο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των στοιχείων αʹ έως δʹ, υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας, με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων του παρόντος κανονισμού που του εξασφαλίζουν παροχές δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσότερων άλλων κρατών μελών.»
11.
Το άρθρο 67 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Μέλη οικογένειας που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος», προβλέπει:
«Ένα πρόσωπο δικαιούται οικογενειακές παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους μέλους και για τα μέλη της οικογενείας του που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος […]».
12.
Το άρθρο 68, το οποίο επιγράφεται «Κανόνες προτεραιότητας στην περίπτωση σώρευσης δικαιωμάτων», ορίζει, στην παράγραφό του 1:
«Εάν, κατά την ίδια περίοδο και για τα ίδια μέλη οικογενείας, προβλέπονται παροχές δυνάμει των νομοθεσιών περισσοτέρων του ενός κρατών μελών, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες προτεραιότητας:
α)
στην περίπτωση παροχών που οφείλονται από περισσότερα του ενός κράτη μέλη για διαφορετικούς λόγους, η σειρά προτεραιότητας είναι η εξής: προηγούνται τα δικαιώματα που αποκτώνται λόγω της άσκησης μισθωτής […] δραστηριότητας, έπονται τα δικαιώματα που αποκτώνται λόγω οφειλόμενης σύνταξης και τελευταία εφαρμόζονται τα δικαιώματα που αποκτώνται λόγω κατοικίας,
β)
στην περίπτωση παροχών που οφείλονται από περισσότερα του ενός κράτη μέλη για τον ίδιο λόγο, η σειρά προτεραιότητας καθορίζεται βάσει των ακόλουθων επικουρικών κριτηρίων:
[…]
(iii)
εάν πρόκειται για δικαιώματα που αποκτώνται λόγω κατοικίας: ο τόπος κατοικίας των τέκνων.
[…]».
II. Το πραγματικό πλαίσιο, η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
13.
Ο Ε. Bogatu είναι Ρουμάνος υπήκοος εγκατεστημένος στην Ιρλανδία από το 2003. Είναι πατέρας δύο τέκνων τα οποία κατοικούν στη Ρουμανία.
14.
Ο Ε. Bogatu άσκησε μισθωτή δραστηριότητα στην Ιρλανδία μεταξύ 26ης Μαΐου 2003 και 13ης Φεβρουαρίου 2009, ημερομηνίας κατά την οποία απώλεσε την εργασία του. Έκτοτε έλαβε διαδοχικά παροχή ανεργίας (jobseeker’s benefit) ανταποδοτικού χαρακτήρα από τις 20 Φεβρουαρίου 2009 μέχρι τις 24 Μαρτίου 2010, στη συνέχεια παροχή ανεργίας (jobseeker’s allowance) μη ανταποδοτικού χαρακτήρα από τις 25 Μαρτίου 2010 έως τις 4 Ιανουαρίου 2013 και, τέλος, παροχή ασθενείας (illness benefit) από τις 15 Ιανουαρίου 2013 έως τις 30 Ιανουαρίου 2015.
15.
Στις 27 Ιανουαρίου 2009, υπέβαλε αίτηση για τη λήψη οικογενειακών παροχών. Με έγγραφο της 12ης Ιανουαρίου 2011, ο υπουργός γνωστοποίησε στον Ε. Bogatu ότι αποφάσισε να κάνει δεκτή την αίτησή του, αλλά αρνήθηκε να του χορηγήσει οικογενειακές παροχές για μέρος της περιόδου που καλύπτεται από την αίτησή του, δηλαδή από την 1η Απριλίου 2010 έως τις 31 Ιανουαρίου 2013 (στο εξής: περίοδος αναφοράς). Ταυτόχρονα, τον ενημέρωσε ότι ο λόγος για την αρνητική απόφασή του σχετικά με την τελευταία περίοδο ήταν ότι ο Ε. Bogatu δεν πληρούσε καμία από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται εναλλακτικά για να λάβει οικογενειακές παροχές για τα τέκνα του που κατοικούν στη Ρουμανία, στο μέτρο που, αφενός, δεν ασκούσε πλέον μισθωτή δραστηριότητα στην Ιρλανδία, και, αφετέρου, δεν λάμβανε εκ μέρους του υπουργείου παροχή ανταποδοτικού χαρακτήρα.
16.
Με την προσφυγή του ενώπιον του High Court (ανώτερου δικαστηρίου), ο Ε. Bogatu δεν αμφισβητεί τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων ο υπουργός στήριξε την απόφασή του. Αντιθέτως, διατείνεται ότι η άρνηση του υπουργού να του καταβάλει τις οικογενειακές παροχές για την περίοδο αναφοράς βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης.
17.
Σε αυτό το πλαίσιο, υποστηρίζει ότι η περίοδος για την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του εμπίπτει, για το τμήμα από την 1η έως τις 30 Απριλίου 2010, στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και, για το τμήμα από την 1η Μαΐου 2010 έως τις 31 Ιανουαρίου 2013, στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 883/2004. Επιπλέον, ο Ε. Bogatu προβάλλει ότι από το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, του κανονισμού αυτού, προκύπτει ότι κάθε πρόσωπο το οποίο είναι ασφαλισμένο βάσει του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους μισθωτούς σε ένα κράτος μέλος δικαιούται οικογενειακές παροχές για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος, ως εάν αυτά κατοικούσαν στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους. Επίσης, διευκρινίζει, λαμβανομένων υπόψη των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Dodl και Oberhollenzer (απόφαση της 7ης Ιουνίου 2005, C-543/03, EU:C:2005:364), και Borger (απόφαση της 10ης Μαρτίου 2011, C-516/09, EU:C:2011:136), ότι το δικαίωμα αυτό απορρέει από το γεγονός και μόνον ότι ο ενδιαφερόμενος είναι ασφαλισμένος και ότι, κατά συνέπεια, το δικαίωμα αυτό υπάρχει ακόμη και αν το εν λόγω πρόσωπο δεν ασκεί πλέον μισθωτή δραστηριότητα κατά την υποβολή της αιτήσεώς του για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών, ακόμη και αν δεν λαμβάνει, εκείνη τη στιγμή, καταβολές στο πλαίσιο της ασφαλίσεώς του.
18.
Το άρθρο 67 του κανονισμού 883/2004, ως αντίστοιχη διάταξη με το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71, πρέπει να ερμηνευθεί κατά τον ίδιο τρόπο.
19.
Στο πλαίσιο της άμυνάς του, ο υπουργός υποστηρίζει ότι, για την ερμηνεία του άρθρου 67 του κανονισμού 883/2004, πρέπει κατ’ ανάγκην να ληφθεί υπόψη το άρθρο 11, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, του οποίου αντίστοιχη διάταξη δεν υπάρχει στον κανονισμό 1408/71.
20.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Απαιτεί ο κανονισμός 883/2004, και ειδικότερα το άρθρο του 67 σε συνδυασμό με το άρθρο του 11, παράγραφος 2, να είναι ένα πρόσωπο, για να μπορέσει να λάβει ”οικογενειακές παροχές» όπως ορίζονται στο άρθρο 1, στοιχείο κστʹ, μισθωτός ή μη μισθωτός στο αρμόδιο κράτος μέλος ή, εναλλακτικά, να λαμβάνει παροχή σε χρήμα;
2)
Πρέπει η έκφραση “παροχές σε χρήμα” που περιέχεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 883/2004 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά μόνο την περίοδο κατά την οποία ο αιτών πράγματι λαμβάνει παροχές σε χρήμα, ή υπό την έννοια ότι αφορά κάθε περίοδο κατά την οποία ο αιτών καλύπτεται κατά ενός μελλοντικού κινδύνου (σε περίπτωση επελεύσεως του οποίου θα λάβει παροχή σε χρήμα), ανεξάρτητα από το αν η εν λόγω παροχή είχε ζητηθεί κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για τη χορήγηση οικογενειακής παροχής;»
21.
Τα ερωτήματα αυτά αποτέλεσαν το αντικείμενο γραπτών παρατηρήσεων εκ μέρους του Ε. Bogatu, του υπουργού, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Όλοι οι ανωτέρω υπέβαλαν επίσης προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 6 Ιουνίου 2018.
III. Νομική ανάλυση
Α. Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
22.
Κατ’ αρχάς, επισημαίνω ότι τα προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου δεν αφορούν την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του κανονισμού 1408/71, οι οποίες έχουν εφαρμογή για τις οικογενειακές παροχές ως προς τον πρώτο μήνα της περιόδου αναφοράς, δηλαδή από την 1η έως τις 30 Απριλίου 2010 ( 4 ), αλλά την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του κανονισμού 883/2004, οι οποίες έχουν εφαρμογή από την 1η Μαΐου 2010 έως τις 31 Ιανουαρίου 2013.
23.
Επιπλέον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η αίτηση του αιτούντος δικαστηρίου περιορίζεται στην ερμηνεία του άρθρου 67 του κανονισμού 883/2004, το οποίο διασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να λάβει οικογενειακές παροχές, από το κράτος μέλος στο οποίο είναι ασφαλισμένο, για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος, σε συνδυασμό με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, το οποίο αφορά την έννοια της «μισθωτής δραστηριότητας». Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο Ε. Bogatu ισχυριζόταν ότι έχει δικαίωμα να λάβει οικογενειακές παροχές από το Ιρλανδικό Δημόσιο για τον λόγο ότι πρέπει να θεωρηθεί ως ασκών μισθωτή δραστηριότητα.
24.
Αντιθέτως, από τη δικογραφία της παρούσας υποθέσεως προκύπτει ότι τα μέλη της οικογένειας για τα οποία ο Ε. Bogatu ζήτησε να λάβει τις οικογενειακές αυτές παροχές, ήτοι τα δύο τέκνα του, έχουν επίσης δικαίωμα να λάβουν οικογενειακές παροχές σύμφωνα με τη ρουμανική νομοθεσία, δεδομένου ότι η τελευταία ορίζει ότι τέτοιες παροχές είναι καταβλητέες σε όλα τα τέκνα κάτω των 18 ετών τα οποία κατοικούν νομίμως στη Ρουμανία, όπως φαίνεται να συμβαίνει εν προκειμένω.
25.
Υπό τις συνθήκες αυτές, συντάσσομαι με τις παρατηρήσεις του υπουργού, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής ότι πρέπει να διευρυνθεί το αντικείμενο της ερμηνείας την οποία ζητεί το αιτούν δικαστήριο.
26.
Πιο συγκεκριμένα, δεδομένου ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας καταστάσεως όπου τα ίδια μέλη της οικογένειας είναι κατ’ αρχήν επιλέξιμα για την καταβολή των σχετικών παροχών για την ίδια περίοδο δυνάμει των νομοθεσιών περισσοτέρων κρατών μελών, φρονώ ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της απαντήσεως που θα δώσει στο αιτούν δικαστήριο, θα πρέπει οπωσδήποτε να λάβει υπόψη το άρθρο 68 του κανονισμού 883/2004 ( 5 ), το οποίο καθορίζει τα κριτήρια προσδιορισμού του κράτους που κατά προτεραιότητα είναι αρμόδιο για την καταβολή των οικογενειακών παροχών.
27.
Υπενθυμίζεται ότι η διάταξη αυτή προβλέπει ένα σύνολο κανόνων προτεραιότητας οι οποίοι έχουν εφαρμογή σε περίπτωση σωρεύσεως δικαιωμάτων για οικογενειακές παροχές σε περισσότερα κράτη μέλη, η εφαρμογή των οποίων απαιτεί να εξετάζεται αν ο δικαιούχος των δικαιωμάτων αυτών μπορεί να τα επικαλεστεί «για τον ίδιο λόγο» στα διάφορα κράτη μέλη (ήτοι λόγω «μισθωτής δραστηριότητας», «σύνταξης» ή «κατοικίας») ή «για διαφορετικούς λόγους». Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα καταστήσει δυνατό τον προσδιορισμό του κράτους που καλείται κατά προτεραιότητα να καταβάλει οικογενειακές παροχές στον ενδιαφερόμενο.
28.
Στην παρούσα υπόθεση, το ζήτημα αν το κράτος που είναι υπόχρεο να καταβάλει τέτοιες παροχές υπέρ του Ε. Bogatu είναι η Ιρλανδία ή η Ρουμανία εξαρτάται επομένως από τον προσδιορισμό του λόγου βάσει του οποίου ο προσφεύγων αυτός μπορούσε να αξιώσει την καταβολή οικογενειακών παροχών από το Ιρλανδικό Δημόσιο, και ιδίως από το περιεχόμενο της εκφράσεως «δικαιώματα που αποκτώνται λόγω της άσκησης μισθωτής δραστηριότητας» που περιέχεται στο άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004.
29.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, εκτιμώ, όπως η Επιτροπή, ότι τα δύο προδικαστικά ερωτήματα που έθεσε το High Court (ανώτερο δικαστήριο) πρέπει να νοηθούν ως αφορώντα την ερμηνεία της εκφράσεως «λόγω της άσκησης μισθωτής δραστηριότητας» στο πλαίσιο της εφαρμογής των κανόνων προτεραιότητας που περιέχονται στο άρθρο 68 του κανονισμού 883/2004.
30.
Κατά συνέπεια, τα δύο αυτά ερωτήματα πρέπει να αναδιατυπωθούν. Με τα εν λόγω ερωτήματα το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πρόσωπο το οποίο, αφότου απασχολήθηκε στο κράτος μέλος υποδοχής, λαμβάνει μόνο παροχές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα από το εν λόγω κράτος, παραμένοντας όμως ασφαλισμένο στο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα του τελευταίου κράτους, δικαιούται να λάβει οικογενειακές παροχές δυνάμει ενός τέτοιου καθεστώτος για τους σκοπούς προσδιορισμού του κράτους μέλους που κατά προτεραιότητα είναι αρμόδιο για την καταβολή τέτοιων παροχών.
31.
Δεδομένου ότι, όπως διευκρίνισα ανωτέρω, η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα εξαρτάται από το ζήτημα ποιο είναι το περιεχόμενο της εκφράσεως «λόγω της άσκησης μισθωτής δραστηριότητας» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 68 του κανονισμού 883/2004, στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων θα ασχοληθώ με τον προσδιορισμό των ερμηνευτικών στοιχείων στα οποία πρέπει να βασιστεί η ορθή ανάγνωση της εν λόγω έννοιας.
32.
Προς τούτο, θα αρχίσω με την απόρριψη του επιχειρήματος που προβάλλουν ο υπουργός, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή, ότι η επίμαχη έννοια, όπως περιέχεται στο άρθρο 68 του κανονισμού 883/2004, πρέπει να νοηθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 11, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού (κατωτέρω υπό αʹ). Στη συνέχεια, θα εξετάσω αν, σε διαφορετική περίπτωση, η εν λόγω έννοια πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες που καθορίζουν τις προϋποθέσεις για τη γένεση δικαιώματος για οικογενειακές παροχές (κατωτέρω υπό βʹ). Τέλος, αφότου διευκρινιστεί ότι το επιχείρημα του Ε. Bogatu, ότι η έννοια του «μισθωτού» που απορρέει από τη νομολογία σχετικά με τον κανονισμό 1408/71 δύναται να μεταφερθεί στο πλαίσιο του κανονισμού 883/2004, δεν μπορεί να γίνει δεκτό λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 68 του κανονισμού αυτού, θα επιχειρήσω να προτείνω μια ερμηνεία της εκφράσεως «λόγω της άσκησης μισθωτής δραστηριότητας» η οποία θα διασφαλίζει ότι οι κανόνες προτεραιότητας που περιέχονται στο άρθρο 68 του κανονισμού 883/2004 θα λειτουργούν κατά τρόπο συνάδοντα με τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης (κατωτέρω υπό γʹ).
2. Η ερμηνεία της εκφράσεως «δικαιώματα που αποκτώνται λόγω της άσκησης μισθωτής δραστηριότητας»
α) Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 883/2004
33.
Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, με εξαίρεση τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης, υποστηρίζουν ότι ο προσδιορισμός του λόγου βάσει του οποίου ο Ε. Bogatu θα είχε δικαίωμα να λάβει οικογενειακές παροχές στην Ιρλανδία για τους σκοπούς εφαρμογής των κανόνων προτεραιότητας που περιέχονται στο άρθρο 68 του κανονισμού 883/2004 πρέπει να γίνει σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες που διέπουν τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας, οι οποίοι περιέχονται στο άρθρο 11 του ίδιου κανονισμού, και ειδικά στην παράγραφο 2 της διατάξεως αυτής.
34.
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 11 του κανονισμού 883/2004, το οποίο αποτελεί τον «ακρογωνιαίο λίθο» του τίτλου ΙΙ ( 6 ), καθιστά δυνατό να προσδιοριστεί ποια είναι η εθνική νομοθεσία που έχει εφαρμογή σε κάθε πρόσωπο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού, μεταξύ άλλων διακρίνοντας μεταξύ των προσώπων που ασκούν μισθωτή δραστηριότητα ( 7 ), τα οποία υπάγονται στη νομοθεσία του κράτους μέλους απασχολήσεως, και των οικονομικώς ανενεργών ατόμων, τα οποία υπάγονται στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας ( 8 ). Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού δείχνει σαφώς ότι η έννοια της μισθωτής δραστηριότητας πρέπει να νοηθεί με ευρύ τρόπο, δεδομένου ότι η λήψη παροχής σε χρήμα «λόγω ή συνεπεία μισθωτής δραστηριότητας» εξομοιώνεται με την άσκηση μισθωτής δραστηριότητας αυτής καθ’ εαυτήν.
35.
Πάντως, η Επιτροπή υποστήριξε, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι στο πλαίσιο του συστήματος το οποίο προβλέπει ο κανονισμός 883/2004, το άρθρο 11 σκοπό έχει να εφαρμόζεται κάθε φορά που πρέπει να προσδιοριστεί ποια είναι η εφαρμοστέα στον ενδιαφερόμενο εθνική νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως μεταξύ δύο δυνάμενων να εφαρμοστούν νομοθεσιών, πράγμα που συμβαίνει με το άρθρο 68 του κανονισμού 883/2004. Με άλλα λόγια, μόνο μετά την εφαρμογή των αρχών που διατυπώνει το άρθρο 11 μπορεί να καθοριστεί, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 68 του κανονισμού 883/2004, δυνάμει ποιας νομικής βάσεως ο Ε. Bogatu δικαιούται να λάβει οικογενειακές παροχές στην Ιρλανδία.
36.
Επομένως, κατά την Επιτροπή, πρέπει να εξεταστεί κατ’ αρχάς αν, σχετικά με την περίοδο αναφοράς, ο Ε. Bogatu μπορεί να χαρακτηριστεί ως «πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 11, λαμβανομένης υπόψη ιδίως της διευρύνσεως της έννοιας αυτής από την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή εκτιμά, όπως ο υπουργός και το Ηνωμένο Βασίλειο, ότι, εφόσον η παροχή που ο Ε. Bogatu ελάμβανε κατά την περίοδο αναφοράς ήταν μη ανταποδοτικού χαρακτήρα, και συνεπώς δεν παρεχόταν «λόγω ή συνεπεία» της μισθωτής δραστηριότητας που αυτός είχε προηγουμένως ασκήσει, ο Ε. Bogatu δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί, με γνώμονα το άρθρο 11 του κανονισμού 883/2004, ως πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα. Πάντως, αν το συνδετικό στοιχείο που παρέχει στον Ε. Bogatu τη δυνατότητα να λάβει οικογενειακές παροχές στην Ιρλανδία δεν ήταν η ιδιότητα του «προσώπου που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα», τότε, κατά την Επιτροπή, ο σύνδεσμος δεν θα μπορούσε παρά να είναι εκείνος της κατοικίας.
37.
Το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό.
38.
Πράγματι, είμαι της γνώμης ότι το εν λόγω επιχείρημα στηρίζεται σε εσφαλμένη εκτίμηση της οικονομίας του κανονισμού 883/2004. Συναφώς, οφείλω κατ’ αρχάς να διευκρινίσω ότι δεν προτίθεμαι να αμφισβητήσω τον κεντρικό ρόλο που το άρθρο 11 διαδραματίζει στο πλαίσιο του κανονισμού αυτού όσον αφορά τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, από την εν λόγω οικονομία προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής πρέπει να θεωρείται ότι είναι πολύ πιο περιορισμένο από εκείνο που προτάθηκε από την Επιτροπή. Πράγματι, προκύπτει ότι ο κανονισμός προβαίνει σε διάκριση μεταξύ των γενικού χαρακτήρα κανόνων άρσεως συγκρούσεων («Προσδιορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας»), οι οποίοι παρατίθενται στον τίτλο ΙΙ, και των ειδικού χαρακτήρα κανόνων άρσεως συγκρούσεων, οι οποίοι περιλαμβάνονται στον τίτλο ΙΙΙ («Ειδικές διατάξεις σχετικά με τις διάφορες κατηγορίες παροχών») ( 9 ). Η διάκριση αυτή συνεπάγεται, κατά την άποψή μου, ότι, όταν η υπό εξέταση κατάσταση ρυθμίζεται από έναν ειδικού χαρακτήρα κανόνα άρσεως συγκρούσεων, το άρθρο 11 δεν έχει εφαρμογή ( 10 ), σύμφωνα με το αξίωμα «lex specialis derogat legi generali» ( 11 ).
39.
Πάντως, δεδομένου ότι η κατάσταση του Ε. Bogatu στην υπόθεση της κύριας δίκης διέπεται προδήλως από ειδικού χαρακτήρα κανόνες άρσεως συγκρούσεων, δηλαδή τις διατάξεις για τις οικογενειακές παροχές (άρθρα 67 και 68 του κανονισμού 883/2004), αποκλειστικά και μόνον αυτοί είναι εκείνοι που πρέπει να αποτελέσουν το αντικείμενο της ερμηνείας μου για τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας στην εν λόγω κατάσταση.
40.
Ούτως ή άλλως, το ίδιο το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 883/2004, το οποίο όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, με εξαίρεση τον Ε. Bogatu, επικαλούνται για την ερμηνεία της εκφράσεως «λόγω της άσκησης μισθωτής δραστηριότητας», διευκρινίζει ότι το περιεχόμενό του πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο «[γ]ια τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος τίτλου». Λαμβανομένης υπόψη της σαφήνειας του χωρίου αυτού, θεωρώ αδιαμφισβήτητο ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως βοήθημα για την ερμηνεία διατάξεων που περιέχονται σε τίτλο άλλον από τον τίτλο ΙΙ του κανονισμού. Συνεπώς, ο κανόνας αυτός ουδαμώς πρέπει να επηρεάσει την ερμηνεία του άρθρου 68 του κανονισμού 883/2004, επειδή το τελευταίο περιέχεται στον τίτλο ΙΙΙ του κανονισμού αυτού ( 12 ).
41.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει, στην απόφασή του, το επιχείρημα που προέβαλαν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, με εξαίρεση τον Ε. Bogatu, ότι η έκφραση «λόγω της άσκησης μισθωτής δραστηριότητας», όπως αυτή περιλαμβάνεται στο άρθρο 68 του κανονισμού 883/2004, πρέπει να νοηθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 11 του κανονισμού αυτού, και ειδικότερα της παραγράφου 2 της διατάξεως αυτής.
β) Οι νομοθεσίες των κρατών μελών όσον αφορά τα δικαιώματα για οικογενειακές παροχές
42.
Σε αυτό το στάδιο, μολονότι κανένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν εξέτασε την περίπτωση αυτή, θεωρώ εντούτοις ότι είναι χρήσιμο να εξακριβωθεί αν η έκφραση «λόγω της άσκησης μισθωτής δραστηριότητας» συνεπάγεται, αντιθέτως, παραπομπή στις εθνικές νομοθεσίες που διέπουν το δικαίωμα λήψεως οικογενειακών παροχών.
43.
Μια τέτοια ερμηνεία θα μπορούσε, εκ πρώτης όψεως, να είναι σύμφωνη με τις αρχές που αποτελούν το υπόβαθρο της νομοθεσίας της Ένωσης στον τομέα που μας απασχολεί, αρχές κατά τις οποίες οι κανόνες της Ένωσης σκοπούν να θέσουν σε εφαρμογή ένα σύστημα συντονισμού των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως ( 13 ), ενώ οι προϋποθέσεις που διέπουν το δικαίωμα για παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως υπάγονται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών ( 14 ). Πράγματι, η έκφραση «λόγω της άσκησης μισθωτής δραστηριότητας» θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αφήνει στα κράτη μέλη την αρμοδιότητα για τον καθορισμό του «λόγου» βάσει του οποίου ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να λάβει οικογενειακές παροχές (μισθωτή δραστηριότητα, σύνταξη ή κατοικία), ενώ το δίκαιο της Ένωσης περιορίζεται να ορίσει ποια είναι η εφαρμοστέα νομοθεσία σε περίπτωση σωρεύσεως δικαιωμάτων για παροχές αυτού του είδους, με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται στην ίδια διάταξη.
44.
Εντούτοις, δύο σκέψεις συνηγορούν, κατά την άποψή μου, υπέρ της απορρίψεως της ερμηνείας αυτής.
45.
Πρώτον, το γράμμα και μόνον του άρθρου 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 δείχνει ότι στη διάταξη αυτή δεν γίνεται ρητή παραπομπή στις νομοθεσίες των κρατών μελών.
46.
Δεύτερον, οι συνέπειες που η ερμηνεία αυτή έχει για την προστασία των πολιτών που ασκούν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας είναι κάπως προβληματικές.
47.
Αυτό καθίσταται σαφές αν ληφθεί υπόψη το αποτέλεσμα της εφαρμογής της ερμηνείας αυτής στην υπό κρίση υπόθεση.
48.
Προς τούτο, είναι συνεπώς αναγκαίο να εξακριβωθεί ο λόγος από τον οποίο, αφενός, η ιρλανδική νομοθεσία και, αφετέρου, η ρουμανική νομοθεσία εξαρτούν τη γένεση δικαιώματος για την καταβολή οικογενειακών παροχών στα τέκνα του Ε. Bogatu.
49.
Όσον αφορά τη ρουμανική νομοθεσία, όπως προανέφερα και όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η εν λόγω νομοθεσία αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό σε όλα τα τέκνα ηλικίας κάτω των 18 ετών υπό την προϋπόθεση ότι κατοικούν νομίμως στη Ρουμανία. Ως εκ τούτου, ο λόγος από τον οποίο η πρώτη εξετασθείσα εθνική νομοθεσία εξαρτά τη γένεση του ως άνω δικαιώματος είναι η κατοικία.
50.
Όσον αφορά την ιρλανδική νομοθεσία, όπως προκύπτει από το άρθρο 220, παράγραφος 3, του κεφαλαίου IV του Social Welfare Consolidation Act 2005 (ενοποιημένου νόμου του 2005 για την κοινωνική προστασία), για να απολαύει του δικαιώματος λήψεως οικογενειακών επιδομάτων, το πρόσωπο που ζήτησε τέτοια επιδόματα πρέπει να έχει τη συνήθη διαμονή του στο ιρλανδικό έδαφος στο χρονικό σημείο υποβολής της αιτήσεως ( 15 ). Ως εκ τούτου, ο λόγος από τον οποίο η δεύτερη εξετασθείσα νομοθεσία εξαρτά τη γένεση του ως άνω δικαιώματος είναι επίσης η κατοικία.
51.
Επομένως, η κατάσταση που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως εμπίπτει στο άρθρο 68, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 883/2004 δεδομένου ότι οι οικογενειακές παροχές σχετικά με τα τέκνα του Ε. Bogatu οφείλονται από την Ιρλανδία και τη Ρουμανία για τον ίδιο λόγο. Έτσι, η εφαρμοστέα νομοθεσία είναι εκείνη του τόπου κατοικίας των τέκνων, καθόσον το κράτος μέλος που κατά προτεραιότητα είναι αρμόδιο για την καταβολή των οικογενειακών παροχών υπέρ του Ε. Bogatu είναι η Ρουμανία.
52.
Στο μέτρο που το ποσό των οικογενειακών παροχών που προβλέπονται από την ιρλανδική νομοθεσία θα υπερέβαινε το ποσό που διασφαλίζει η ρουμανική νομοθεσία, πράγμα που δεν θεωρώ απίθανο, η Ιρλανδία, σύμφωνα με το άρθρο 68, παράγραφος 2, του κανονισμού 883/2004, θα ήταν κατ’ αρχήν υποχρεωμένη να καταβάλει τη διαφορά υπό τη μορφή εξισωτικού συμπληρώματος. Ωστόσο, όσον αφορά εν προκειμένω το δικαίωμα λήψεως οικογενειακών παροχών που βασίζεται αποκλειστικά στον τόπο κατοικίας, το Ιρλανδικό Δημόσιο δεν θα ήταν υποχρεωμένο, κατ’ εφαρμογήν της τελευταίας περιόδου του εν λόγω άρθρου 68, παράγραφος 2, να καταβάλει ένα τέτοιο συμπλήρωμα. Κατά συνέπεια, ο Ε. Bogatu θα ελάμβανε μόνο το πιθανώς χαμηλότερο ποσό οικογενειακών παροχών που προβλέπεται από τη ρουμανική νομοθεσία.
53.
Πάντως, λαμβανομένου υπόψη του σημαντικού αριθμού εθνικών νομοθεσιών που παρέχουν δικαίωμα λήψεως οικογενειακών παροχών βάσει της κατοικίας ( 16 ), το ίδιο αποτέλεσμα θα μπορούσε, κατά την άποψή μου, να επέλθει σε ευρύ φάσμα περιπτώσεων.
54.
Φρονώ ότι τούτο δεν συνάδει με την λογική που αποτελεί το υπόβαθρο του άρθρου 68 του κανονισμού 883/2004, όπως αυτή απορρέει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του κανονισμού αυτού.
55.
Δεν μου διαφεύγει ότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για την αναθεώρηση του κανονισμού 1408/71, το Συμβούλιο τροποποίησε τη διατύπωση του άρθρου 68 του κανονισμού 883/2004 την οποία είχε προτείνει η Επιτροπή, η οποία παρείχε στους διακινούμενους υπηκόους τη δυνατότητα να λαμβάνουν, σε όλες τις περιπτώσεις σωρεύσεως δικαιωμάτων για παροχές αυτού του είδους, το υψηλότερο ποσό ( 17 ), αντικαθιστώντας την με την ισχύουσα σήμερα διατύπωση ( 18 ). Ωστόσο, διαπιστώνεται, όπως εξάλλου έπραξε η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου, ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε το τελευταίο δεν είναι ικανές να επηρεάσουν την αρχή που διατυπώνει η πρόταση της Επιτροπής, ήτοι την εγγύηση της καταβολής στον δικαιούχο του υψηλότερου ποσού παροχών ( 19 ), αλλά αφορούν μόνον την κατανομή, μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, των ευθυνών για την εν λόγω καταβολή.
56.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η τελευταία περίοδος του άρθρου 68, παράγραφος 2, του κανονισμού 883/2004 πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να ερμηνευθεί ως εξαίρεση από την αρχή αυτή, πράγμα που σημαίνει ότι οι περιπτώσεις στις οποίες το εξισωτικό συμπλήρωμα δεν οφείλεται σε διακινούμενο εργαζόμενο πρέπει να είναι περιθωριακές. Ωστόσο, όπως επισήμανα ανωτέρω, αν γινόταν δεκτό ότι στην έκφραση «λόγω της άσκησης μισθωτής δραστηριότητας» γίνεται παραπομπή στις εθνικές νομοθεσίες, οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της τελευταίας περιόδου του άρθρου 68, παράγραφος 2, θα πληρούνταν σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων, οπότε οι καταστάσεις που καλύπτονται από την εν λόγω διάταξη δεν θα ήσαν πια περιθωριακές.
57.
Συναφώς, πρέπει περαιτέρω να τονιστεί, με την επιφύλαξη της εκτιμήσεως της καταστάσεως του Ε. Bogatu, ότι, ερμηνευόμενη κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εν λόγω διάταξη θα εφαρμοζόταν επίσης στην κατάσταση των προσώπων που ασκούν μισθωτή δραστηριότητα στο κράτος υποδοχής. Μια τέτοια συνέπεια δεν μπορεί να γίνει δεκτή, όπως θα εξετάσω διεξοδικά στον τίτλο γʹ των παρουσών προτάσεων.
58.
Οι ανωτέρω εκτιμήσεις επιβεβαιώνουν αυτό που έχω ήδη αναφέρει, δηλαδή ότι ερμηνεία της εκφράσεως «λόγω της άσκησης μισθωτής δραστηριότητας», όπως περιέχεται στο άρθρο 68, παράγραφος 2, η οποία θα παρέπεμπε στις νομοθεσίες των κρατών μελών που διέπουν το δικαίωμα λήψεως οικογενειακών παροχών, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
γ) Προτεινόμενη ερμηνεία
59.
Λαμβανομένων υπόψη των συμπερασμάτων μου στους τίτλους αʹ και βʹ, φρονώ ότι είναι αναγκαίο να προταθεί μια διαφορετική ερμηνεία της εκφράσεως «λόγω της άσκησης μισθωτής δραστηριότητας». Πριν την εκθέσω, πρέπει να απορριφθεί η θέση που ο Ε. Bogatu προβάλλει με τις γραπτές παρατηρήσεις του.
60.
Όπως έχω ήδη σημειώσει, ο Ε. Bogatu υποστηρίζει, σε αντίθεση με τα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη, ότι ο λόγος βάσει του οποίου έχει δικαίωμα να λάβει οικογενειακές παροχές στην Ιρλανδία πρέπει να καθοριστεί με βάση τη νομολογία σχετικά με τον κανονισμό 1408/71, και ιδίως εκείνη που ερμήνευσε το άρθρο 73 του κανονισμού αυτού υπό την έννοια ότι αναγνωρίζει στους «μισθωτούς» το δικαίωμα οικογενειακών παροχών για τα μέλη της οικογένειας που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
61.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Ε. Bogatu παρατηρεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο όρος «μισθωτός» πρέπει να νοείται υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει κάθε πρόσωπο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, όπως αυτό ορίζεται από το άρθρο του 1, στοιχείο αʹ, δηλαδή τα πρόσωπα που είναι ασφαλισμένα σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως το οποίο εφαρμόζεται σε κράτος μέλος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη σχέσεως εργασίας.
62.
Θεωρώντας ότι το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 αντιστοιχεί σε εκείνο του κανονισμού 883/2004, ο Ε. Bogatu συνάγει ότι το δικαίωμα για οικογενειακές παροχές που προβλέπεται στο άρθρο 67 του τελευταίου κανονισμού πρέπει επίσης να θεωρηθεί ότι παρέχεται σε όλους τους υπηκόους ενός κράτους μέλους που είναι ασφαλισμένοι σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται σε άλλο κράτος μέλος, επίσης όταν η σχέση τους εργασίας στο δεύτερο κράτος μέλος έχει παύσει.
63.
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Ε. Bogatu θεωρεί ότι δικαιούται να λάβει τις οικογενειακές παροχές για την περίοδο αυτή, λόγω του γεγονότος ότι κατά την περίοδο αναφοράς καλυπτόταν για ορισμένες παροχές όπως οι παροχές ασθενείας,.
64.
Συναφώς, παρατηρώ προκαταρκτικώς ότι, στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας του, ο Ε. Bogatu επικαλείται την ερμηνεία του άρθρου 67 του κανονισμού 883/2004. Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της αναδιατυπώσεως των προδικαστικών ερωτημάτων την οποία προτείνω με τις παρούσες προτάσεις, είναι αυτονόητο ότι η ερμηνεία που πρότεινε ο Ε. Bogatu πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 68, και όχι του άρθρου 67, του κανονισμού 883/2004.
65.
Η εκτίμηση αυτή συνεπάγεται, κατά τη γνώμη μου, ότι κατ’ αρχάς πρέπει να εξεταστεί αν η νομολογία σχετικά με τον κανονισμό 1408/71, η οποία παρατίθεται πλειστάκις στις γραπτές παρατηρήσεις του Ε. Bogatu, δύναται στο πλαίσιο του κανονισμού 883/2004 να διατηρήσει την επιρροή της.
66.
Προς τούτο, φρονώ ότι είναι αναγκαίο να διατυπωθούν ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με το περιεχόμενο της αναθεωρήσεως των κανόνων συντονισμού των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως η οποία πραγματοποιήθηκε με τον κανονισμό 883/2004.
67.
Από την αιτιολογική του σκέψη 3 προκύπτει ότι ο κανονισμός 883/2004 έχει ως σκοπό να αντικαταστήσει τους κανόνες συντονισμού που περιέχονταν στον κανονισμό 1408/71, οι οποίοι είχαν καταστεί περίπλοκοι και βαρείς λόγω των πολυάριθμων τροποποιήσεων και επικαιροποιήσεων που είχαν λάβει χώρα προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι αλλαγές της νομοθεσίας σε εθνικό επίπεδο, μέσω απλουστεύσεώς τους ( 20 ) και εκσυγχρονισμού ( 21 ) τους.
68.
Στο πλαίσιο αυτό, η σημαντικότερη αλλαγή σε σύγκριση με τον προγενέστερο κανονισμό ασφαλώς αφορούσε το προσωπικό πεδίο εφαρμογής των εν λόγω κανόνων.
69.
Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 2 του κανονισμού 1408/71 («Καλυπτόμενα πρόσωπα») όριζε σαφώς ότι ο κανονισμός αυτός είχε εφαρμογή επί των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων ( 22 ). Αυτό εξηγείται, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού, από το γεγονός ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων αφορούσε, τότε, μόνον τους μισθωτούς, στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, και τους μη μισθωτούς, στο πλαίσιο του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Υπό τις συνθήκες αυτές, προκειμένου να αποφευχθεί οι διαφορές που υφίσταντο μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών ως προς τον ορισμό της σχέσεως εργασίας να επιφέρουν περιορισμό του προσωπικού πεδίου εφαρμογής του, ο κανονισμός 1408/71 είχε επιλέξει να επεκτείνει τις έννοιες «μισθωτός» και «μη μισθωτός» κατά τέτοιον τρόπο ώστε να περιλαμβάνουν όλα τα πρόσωπα που είναι ασφαλισμένα στο πλαίσιο του κοινωνικοασφαλιστικύ συστήματος κράτους μέλους, το οποίο εφαρμόζεται στους μισθωτούς ή στους μη μισθωτούς ( 23 ).
70.
Το προσωπικό αυτό πεδίο εφαρμογής διευρύνθηκε με τον κανονισμό 883/2004, υπό την ώθηση της προοδευτικής αναγνωρίσεως του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και ελεύθερης διαμονής στην Ένωση, μέσω εισαγωγής της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Πιο συγκεκριμένα, η αλλαγή αυτή πραγματοποιήθηκε μέσω αντικαταστάσεως της έννοιας «μισθωτοί» και «μη μισθωτοί» με την έννοια «υπήκοοι κράτους μέλους» στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού («Προσωπικό πεδίο εφαρμογής»). Αυτό σημαίνει ότι το σύστημα συντονισμού, όπως αναθεωρήθηκε με τον κανονισμό 883/2004, καλύπτει επίσης πρόσωπα τα οποία κατά κυριολεξία δεν αποτελούν μέρος του «ενεργού πληθυσμού», ανεξαρτήτως του κινδύνου για τον οποίο είναι ασφαλισμένα ( 24 ).
71.
Πάντως, φρονώ ότι, εφόσον ο κανονισμός 883/2004 έχει πλέον εφαρμογή σε όλους τους υπηκόους κράτους μέλους, διασταλτική ερμηνεία της έννοιας «μισθωτή δραστηριότητα», στο πλαίσιο του κανονισμού αυτού, δεν είναι πλέον δικαιολογημένη όπως ήταν για την έννοια του «μισθωτού» στο πλαίσιο του κανονισμού 1408/71.
72.
Πράγματι, η έννοια της «μισθωτής δραστηριότητας», σε συνδυασμό με άλλες έννοιες, χρησιμοποιείται σε πολλές διατάξεις του νέου κανονισμού προκειμένου να γίνει διάκριση μεταξύ του νομικού καθεστώτος που εφαρμόζεται στα οικονομικώς ενεργά πρόσωπα και εκείνου που διέπει την κατάσταση των οικονομικώς ανενεργών προσώπων.
73.
Αν η έκφραση «λόγω της άσκησης μισθωτής δραστηριότητας», όπως περιέχεται στο άρθρο 68 του κανονισμού 883/2004, ερμηνευθεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως η έννοια του «μισθωτού» στο πλαίσιο του κανονισμού 1408/71, δηλαδή υπό την έννοια ότι απαιτεί μόνον όπως το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είναι ασφαλισμένο σε κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα κράτους μέλους το οποίο εφαρμόζεται στους μισθωτούς, η διάκριση μεταξύ των κανόνων που έχουν εφαρμογή στους οικονομικώς ενεργούς και στους οικονομικώς ανενεργούς, η οποία κατά τη γνώμη μου είναι βασική για την εφαρμογή του άρθρου 68 του κανονισμού 883/2004, θα καθίστατο κενή περιεχομένου.
74.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, είμαι της γνώμης ότι, για την ορθή ερμηνεία της εκφράσεως «λόγω της άσκησης μισθωτής δραστηριότητας», είναι αναγκαίο να υιοθετηθεί διαφορετική προσέγγιση, γερά θεμελιωμένη στις έννοιες που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 68 του κανονισμού 883/2004.
75.
Για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που κατά προτεραιότητα είναι αρμόδιο για την καταβολή των οικογενειακών παροχών στον ενδιαφερόμενο, το άρθρο 68 του κανονισμού 883/2004 αναφέρει τρεις έννοιες, ήτοι τις έννοιες «μισθωτή δραστηριότητα», «σύνταξη» και «κατοικία», ο συνδυασμός των οποίων οδηγεί σε διαφορετικά αποτελέσματα αναλόγως του αν οι περί ων πρόκειται οικογενειακές παροχές οφείλονται «για διαφορετικούς λόγους» ή «για τον ίδιο λόγο».
76.
Ειδικότερα, όταν διαφέρουν οι λόγοι από τους οποίους εξαρτώνται τα δικαιώματα για οικογενειακές παροχές, η διάταξη αυτή προβαίνει σε κατάταξη των εν λόγω εννοιών με σειρά προτεραιότητας, δηλαδή η μισθωτή δραστηριότητα κατατάσσεται στην πρώτη θέση, ακολουθούμενη από τη σύνταξη και, στο τέλος, από την κατοικία. Κατά συνέπεια, το κράτος μέλος που κατά προτεραιότητα είναι αρμόδιο για την καταβολή των οικογενειακών παροχών είναι το κράτος απασχολήσεως, ενώ το κράτος εντός του οποίου εισπράττεται σύνταξη είναι κατά προτεραιότητα αρμόδιο μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο εφαρμοστέος λόγος είναι η κατοικία.
77.
Πάντως, η μόνη πιθανή αιτία να προβλεφθεί τέτοια σειρά προτεραιότητας είναι, κατά τη γνώμη μου, ότι, συμβάλλοντας πιο σημαντικά στην οικονομική ζωή του εν περί ου πρόκειται κράτους μέλους, η άσκηση μισθωτής δραστηριότητας δείχνει βαθμό συνδέσεως με το εν λόγω κράτος μέλος ο οποίος είναι ανώτερος από την είσπραξη συντάξεως ή από την κατοικία, ο δε βαθμός συνδέσεως που σχετίζεται με την είσπραξη συντάξεως είναι επίσης ανώτερος από αυτόν που σχετίζεται με την κατοικία.
78.
Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από το γεγονός ότι, όταν ο λόγος από τον οποίο εξαρτώνται τα δικαιώματα για οικογενειακές παροχές είναι ο ίδιος, το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 ορίζει ότι το κράτος μέλος που είναι κατά προτεραιότητα αρμόδιο είναι εκείνο του τόπου κατοικίας των τέκνων. Πράγματι, μολονότι οι λόγοι, και επομένως τα κριτήρια συνδέσεως, δεν διαφέρουν, ο τόπος κατοικίας των τέκνων εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά τον ανώτερο βαθμό συνδέσεως.
79.
Αν θέλουμε να διατηρηθούν η πρακτική αποτελεσματικότητα της ιεραρχήσεως μεταξύ των εννοιών της «μισθωτής δραστηριότητας», της «σύνταξης» και της «κατοικίας», την οποία προβλέπει το άρθρο 68 του κανονισμού 883/2004, καθώς και η λειτουργία τους ως κριτηρίων συνδέσεως την οποία οι έννοιες αυτές επιτελούν στο πλαίσιο του άρθρου αυτού, πρέπει, κατά την άποψή μου, να ληφθούν υπόψη, για την ερμηνεία του όρου «λόγω», οι ορισμοί που περιέχονται στο άρθρο 1 του κανονισμού 883/2004 ( 25 ).
80.
Ειδικότερα, όσον αφορά την έννοια της «μισθωτής δραστηριότητας», η οποία αποτελεί το αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος του High Court (ανώτερου δικαστηρίου), όπως το επαναδιατύπωσα, ως τέτοια νοείται «η δραστηριότητα ή η ισοδύναμη κατάσταση, η οποία θεωρείται ως τέτοια από τη νομοθεσία κοινωνικής ασφάλειας του κράτους μέλους στο οποίο ασκείται η εν λόγω δραστηριότητα ή υφίσταται η ισοδύναμη κατάσταση» ( 26 ).
81.
Επομένως, η άσκηση τέτοιας δραστηριότητας, ή η επέλευση ισοδύναμης καταστάσεως, είναι αυτή που καθιστά δυνατό να προσδιοριστεί το κράτος μέλος απασχολήσεως ως το κατά προτεραιότητα αρμόδιο κράτος μέλος για την καταβολή των οικογενειακών παροχών.
82.
Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν ο σύνδεσμος αυτός υφίσταται στην υπόθεση της κύριας δίκης.
83.
Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο θα κληθεί να κρίνει αν, για τους σκοπούς εφαρμογής του συνόλου της ιρλανδικής νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως, ο Ε. Bogatu πρέπει να θεωρηθεί ότι είχε ασκήσει μισθωτή δραστηριότητα, ή βρισκόταν σε ισοδύναμη κατάσταση κατά την περίοδο αναφοράς. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, θα πρέπει να συναγάγει ότι η Ιρλανδία είναι το κατά προτεραιότητα αρμόδιο κράτος για την καταβολή των οικογενειακών παροχών που οφείλονται στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης, πράγμα που σημαίνει ότι ο Ε. Bogatu δικαιούται να λάβει οικογενειακές παροχές κατά την περίοδο αναφοράς, αντιθέτως προς αυτό που ο υπουργός είχε υποστηρίξει με την απάντησή του στην αίτηση του Ε. Bogatu.
84.
Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, το γεγονός ότι ο Ε. Bogatu παρέμενε ασφαλισμένος στην Ιρλανδία κατά την περίοδο αναφοράς μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμο, υπό την προϋπόθεση ότι έχει ως συνέπεια ότι ο τελευταίος χαρακτηρίζεται ως ότι ασκών «μισθωτή δραστηριότητα», ή ως ευρισκόμενος σε ισοδύναμη κατάσταση, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 883/2004.
IV. Πρόταση
85.
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του High Court (ανώτερου δικαστηρίου, Ιρλανδία), όπως τα αναδιατύπωσα στις παρούσες προτάσεις, ως εξής:
Το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πρόσωπο το οποίο, αφότου απασχολήθηκε στο κράτος μέλος υποδοχής, λαμβάνει μόνο παροχές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα από το εν λόγω κράτος, παραμένοντας ασφαλισμένο στο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα του τελευταίου, δικαιούται οικογενειακές παροχές δυνάμει ενός τέτοιου καθεστώτος για τους σκοπούς προσδιορισμού του κράτους μέλους που κατά προτεραιότητα είναι αρμόδιο για την καταβολή των παροχών αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι η κατάστασή του εμπίπτει στην έννοια της «μισθωτής δραστηριότητας» ή στην έννοια της «ισοδύναμης κατάστασης», όπως ορίζονται στο άρθρο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 883/2004. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν συντρέχει η περίπτωση αυτή.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 2004, L 166, σ. 1.
( 3 ) ΕΕ 1997, L 28, σ. 1.
( 4 ) Υπενθυμίζω ότι ο κανονισμός 883/2004 τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 2010.
( 5 ) Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι, κατά πάγια νομολογία, κατά την εξέταση των ερωτημάτων που του απευθύνονται βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη κανόνες στους οποίους δεν αναφέρθηκε το αιτούν δικαστήριο, όταν αυτό είναι αναγκαίο για να διασφαλιστεί η χρησιμότητα της απαντήσεως που θα δοθεί. Υπό αυτή την έννοια, βλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Balogh (C 25/15, EU:C:2016:423, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 6 ) Στη νομολογία του σχετικά με τον κανονισμό 1408/71, του οποίου η οικονομία είναι πανομοιότυπη με εκείνη του κανονισμού 883/2004, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει επανειλημμένως ότι οι διατάξεις του τίτλου II του τελευταίου συνιστούν ένα πλήρες και ομοιόμορφο σύστημα κανόνων άρσεως συγκρούσεων, οι οποίοι έχουν ως σκοπό όχι μόνον την αποφυγή της ταυτόχρονης εφαρμογής πλειόνων εθνικών νομοθεσιών και των εντεύθεν περιπλοκών, αλλά και την αποτροπή του ενδεχομένου τα υπαγόμενα στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού άτομα να στερούνται προστασίας σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, λόγω ελλείψεως εφαρμοστέας επ’ αυτών νομοθεσίας. Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 1986, Ten Holder (302/84, EU:C:1986:242, σκέψη 21)· της 11ης Ιουνίου 1998, Kuusijärvi (C‑275/96, EU:C:1998:279, σκέψη 28), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, X (C‑570/15, EU:C:2017:674, σκέψη 14).
( 7 ) Άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ.
( 8 ) Άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ.
( 9 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, αιτιολογικές σκέψεις 17 («[…] είναι σκόπιμο να προσδιορίζεται, κατά γενικό κανόνα, ως εφαρμοστέα νομοθεσία, η νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο ενδιαφερόμενος ασκεί τη μισθωτή ή τη μη μισθωτή δραστηριότητά του») και 18 («Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι οποίες αιτιολογούν άλλα κριτήρια εφαρμογής, είναι ανάγκη να γίνεται παρέκκλιση από τον γενικό αυτό κανόνα») του κανονισμού 883/2004.
( 10 ) Αντιθέτως, το άρθρο 11 κατά τη γνώμη μου έχει εφαρμογή, μεταξύ άλλων, στις παροχές γήρατος. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι οι διατάξεις που διέπουν τις παροχές αυτές, ήτοι τα άρθρα 50 έως 60 του κανονισμού 883/2004, δεν περιλαμβάνουν κανένα συνδετικό στοιχείο με ιδιαίτερο χαρακτήρα που να παρεκκλίνει από τους γενικού χαρακτήρα κανόνες άρσεως συγκρούσεων, το άρθρο 11 είναι εκείνο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να προσδιοριστεί ποια εθνική νομοθεσία είναι εφαρμοστέα σε κάθε συγκεκριμένη κατάσταση.
( 11 ) Υπό την έννοια αυτή, βλ., μεταξύ άλλων, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Jääskinen στην υπόθεση van Delft κ.λπ. (C-345/09, EU:C:2010:438, σημείο 45). Κατά τον γενικό εισαγγελέα, αυτή η διάρθρωση μεταξύ των τίτλων ΙΙ και ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71 απορρέει σαφώς από τις αποφάσεις της 27ης Μαΐου 1982, Aubin (227/81, EU:C:1982:209, σκέψη 11), και της 11ης Νοεμβρίου 2004, Adanez-Vega (C-372/02, EU:C:2004:705).
( 12 ) Το επιχείρημα του υπουργού, ότι το γεγονός ότι η χρήση του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 883/2004 για την ερμηνεία της εκφράσεως «λόγω μισθωτής δραστηριότητας», όπως αυτή περιέχεται στο άρθρο 68 του ίδιου κανονισμού, ενισχύεται από την ερμηνεία της εκφράσεως αυτής από τη διοικητική επιτροπή για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στην απόφαση F1, της 12ης Ιουνίου 2009 (ΕΕ 2010, C 106, σ. 11), δεν είναι ικανό να κλονίσει το ανωτέρω συμπέρασμα. Συγκεκριμένα, αρκεί η διαπίστωση ότι, στην απόφαση van der Vecht (19/67, EU:C:1967:49, σ. 617), το Δικαστήριο έκρινε ότι το γράμμα του κανονισμού «δεν θίγει την εξουσία των αρμοδίων δικαστηρίων να εκτιμούν το κύρος και την έννοια των διατάξεων του κανονισμού, έναντι των οποίων οι αποφάσεις της [επιτροπής αυτής] γνωμοδοτικό μόνο χαρακτήρα έχουν» (η υπογράμμιση δική μου). Επομένως, η ως άνω απόφαση της συγκεκριμένης επιτροπής δεν έχει δεσμευτική ισχύ και, κατά συνέπεια, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.
( 13 ) Βλ. απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2017, Tolley (C-430/15, EU:C:2017:74, σκέψη 57).
( 14 ) Βλ. απόφαση της 3ης Μαρτίου 2011, Tomaszewska (C-440/09, EU:C:2011:114, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 15 ) Εξάλλου, η ιρλανδική νομοθεσία απαιτεί όπως το τέκνο για το οποίο ζητούνται τα επιδόματα, που πρέπει να είναι ηλικίας κάτω των 16 ετών, έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος του κράτους (άρθρο 219, παράγραφος 1, στοιχείο c, του νόμου περί κοινωνικής προστασίας) και συνήθως να διαμένει μαζί με το πρόσωπο που ζητεί τις οικογενειακές παροχές (άρθρο 220, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου). Ωστόσο, όπως υπενθυμίζει το αιτούν δικαστήριο, οι προϋποθέσεις αυτές δεν μπορούν να εφαρμοστούν λόγω της ασυμβατότητάς τους με το άρθρο 67 του κανονισμού 883/2004.
( 16 ) Βλ., συναφώς, την καταρτισθείσα από την Επιτροπή συλλογή των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα των οικογενειακών παροχών, η οποία είναι διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση .
( 17 ) Βλ. πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου σχετικά με τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, που υποβλήθηκε από την Επιτροπή στο Συμβούλιο στις 21 Δεκεμβρίου 1998, COM(1998) 779 τελικό, άρθρο 53, κατά το οποίο: «[ε]φόσον οι οικογενειακές παροχές […] οφείλονται, κατά την ίδια περίοδο και για το ίδιο μέλος της οικογένειας, από πολλά κράτη μέλη, δυνάμει της νομοθεσίας τους ή του παρόντος κανονισμού, ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους του οποίου η νομοθεσία προβλέπει το υψηλότερο ποσό παροχών χορηγεί ακέραιο το ποσό αυτό». Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι το κριτήριο αυτό χρησιμοποιήθηκε στην τελική έκδοση των κανόνων προτεραιότητας, αλλά μόνον ως επικουρικό κριτήριο, σε περίπτωση που τα δικαιώματα για οικογενειακές παροχές παρέχονται όλα λόγω της ασκήσεως μισθωτής δραστηριότητας. Βλ. άρθρο 68, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 883/2004.
( 18 ) Βλ. κοινή θέση (ΕΚ) 18/2004, της 26ης Ιανουαρίου 2004, που καθορίστηκε από το Συμβούλιο με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, για την έκδοση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ 2004, C 79 Ε, σ. 15).
( 19 ) Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 251, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την κοινή θέση που καθόρισε το Συμβούλιο σχετικά με την έκδοση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, COM(2004) 44 τελικό, σ. 11.
( 20 ) Βλ., σχετικά, πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου σχετικά με τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, που κατατέθηκε από την Επιτροπή στο Συμβούλιο στις 21 Δεκεμβρίου 1998, COM(1998) 779 τελικό, σ. 2, κατά το μέρος που διευκρινίζει ότι: «[…] στόχος της αναθεώρησης των κανόνων συντονισμού, όπως καθορίστηκαν με τον κανονισμό 1408/71, ήταν η επιθυμία να καταστεί η νομοθεσία λιγότερο περίπλοκη και πιο εύχρηστη –δεν επρόκειτο, κατά κυριολεξία, για αναπροσαρμογή της κλίμακας ενός συστήματος, το οποίο εξάλλου λειτουργούσε σχετικά καλά εδώ και περισσότερα από 25 χρόνια. Στόχος ήταν κυρίως η απλοποίησή του».
( 21 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (C-656/11, EU:C:2014:97, σκέψεις 61 έως 66).
( 22 ) Για λόγους πληρότητας, επισημαίνω ότι, κατά το άρθρο 2, ο κανονισμός 1408/71 είχε εφαρμογή επίσης «για σπουδαστές, που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους και για τους επιζώντες τους».
( 23 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού 1408/71.
( 24 ) Προς τούτο, ο κανονισμός 883/2004 χρησιμοποιεί, παράλληλα με το άρθρο 42 ΕΚ (νυν άρθρο 48 ΣΛΕΕ), μια δεύτερη νομική βάση, ήτοι το άρθρο 308 ΕΚ (νυν άρθρο 352 ΣΛΕΕ). Βλ. αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 883/2004.
( 25 ) Όσο για τις έννοιες της «σύνταξης» και της «κατοικίας», οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας εκτιμήσεως, ως σύνταξη νοούνται «όχι μόνον οι συντάξεις, αλλά και οι εφάπαξ παροχές που μπορούν να τις υποκαταστήσουν και οι πληρωμές υπό μορφή επιστροφής εισφορών καθώς επίσης, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του τίτλου ΙΙΙ, οι προσαυξήσεις αναπροσαρμογής ή τα συμπληρωματικά επιδόματα» (άρθρο 1, στοιχείο κγʹ), ενώ η δεύτερη έννοια ορίζεται ως «ο τόπος στον οποίο διαμένει συνήθως ένα πρόσωπο» (άρθρο 1, στοιχείο ιʹ).
( 26 ) Άρθρο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 883/2004.