ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
HENRIK SAUGMANDSGAARD ØE
της 6ης Δεκεμβρίου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C‑396/17
Martin Leitner
κατά
Landespolizeidirektion Tirol
[αίτηση του Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακού διοικητικού δικαστηρίου, Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 2000/78/ΕΚ – Απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας – Εθνικό σύστημα αποδοχών και προαγωγής των δημοσίων υπαλλήλων – Νομοθεσία κράτους μέλους η οποία κρίθηκε ότι εισάγει δυσμενή διάκριση – Θέσπιση νέας νομοθεσίας για την άρση της δυσμενούς αυτής διακρίσεως – Όροι μεταβάσεως των ενδιαφερομένων στο νέο σύστημα – Διαιώνιση της διαφορετικής μεταχειρίσεως – Δικαιολογητικοί λόγοι – Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Δικαίωμα αποζημιώσεως – Αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης»
I. Εισαγωγή
1.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο, Αυστρία) αφορά την ερμηνεία των άρθρων 21 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), καθώς και των άρθρων 1, 2, 6, 9, 16 και 17 της οδηγίας 2000/78/ΕΚ, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία ( 2 ).
2.
Η αίτηση αυτή ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ενός δημοσίου υπαλλήλου και της αυστριακής διοικήσεως στην οποία αυτός υπάγεται με αντικείμενο απόφαση που αυτή εξέδωσε βάσει του ομοσπονδιακού συστήματος αποδοχών και προαγωγής των δημοσίων υπαλλήλων, το οποίο θεσπίσθηκε στην Αυστρία στις αρχές του 2015, με σκοπό να τεθεί τέλος σε διάκριση λόγω ηλικίας, μετά την απόφαση Schmitzer ( 3 ).
3.
Κατ’ ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει, κατ’ αρχάς, αν οι όροι κατά τους οποίους πραγματοποιείται η μετάβαση των ήδη υπηρετούντων δημοσίων υπαλλήλων από το προγενέστερο σύστημα αποδοχών και προαγωγής στο νέο αυτό σύστημα έχουν ως συνέπεια να διατηρείται μια διάκριση λόγω ηλικίας, η οποία απαγορεύεται από το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως με γνώμονα τα άρθρα 2 και 6 της οδηγίας 2000/78 σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Χάρτη. Εκτιμώ ότι οι όροι αυτοί αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης, για τους λόγους που θα εκθέσω στις παρούσες προτάσεις.
4.
Εν συνεχεία, παραπέμποντας στις ίδιες διατάξεις και, επιπλέον, στο άρθρο 47 του Χάρτη, το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει αμφιβολίες όσον αφορά τη συμβατότητα της επίμαχης εθνικής ρυθμίσεως με το δίκαιο της Ένωσης, η οποία, κατά το δικαστήριο αυτό, καταργεί τη συγκεκριμένη δυσμενή διάκριση μόνον τύποις και όχι κατ’ ουσίαν και δεν παρέχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής. Θεωρώ ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν πρέπει να έχουν συνέπειες στην εν λόγω ένδικη διαφορά.
5.
Τέλος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η επίμαχη νομοθεσία αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα στο άρθρο 17 της οδηγίας 2000/78 και στο άρθρο 47 του Χάρτη. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης απαιτεί όπως οι διατάξεις της προϊσχύσασας νομοθεσίας, οι οποίες καταργήθηκαν αναδρομικώς, εξακολουθήσουν παρά ταύτα να εφαρμόζονται προκειμένου να θεραπευθούν οι ανεπάρκειες της νέας νομοθεσίας. Εκτιμώ ότι στα δύο αυτά ερωτήματα πρέπει να δοθεί διαφοροποιημένη απάντηση, βασισμένη αντιθέτως στο άρθρο 16 της οδηγίας αυτής.
6.
Επισημαίνεται ότι υφίστανται στενοί δεσμοί συνάφειας μεταξύ της υπό κρίση υποθέσεως και της υποθέσεως C‑24/17, Österreichischer Gewerkschaftsbund, για την οποία αναπτύχθηκαν χωριστές προτάσεις, οι οποίες όμως έχουν την ίδια ημερομηνία με τις παρούσες προτάσεις ( 4 ).
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
7.
Το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78 ορίζει ότι «[σ]κοπός της […] είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω […] ηλικίας […] στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη».
8.
Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, το οποίο επιγράφεται «Η έννοια των διακρίσεων», ορίζει, στην παράγραφο 1, την «αρχή της ίσης μεταχείρισης» ως «την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1». Κατά την παράγραφο 2, στοιχείο αʹ, «συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο».
9.
Το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας», προβλέπει, στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, ότι, «[κ]ατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία». Στο δεύτερο εδάφιό του, διευκρινίζεται ότι «[α]υτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει […] τον καθορισμό ελάχιστων όρων ηλικίας, επαγγελματικής εμπειρίας ή αρχαιότητας στην απασχόληση για την πρόσβαση στην απασχόληση ή σε ορισμένα πλεονεκτήματα που συνδέονται με την απασχόληση […]».
10.
Το άρθρο 9 της ίδιας οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Υπεράσπιση των δικαιωμάτων», προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι «[τ]α κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε πρόσωπο που θεωρεί εαυτό ζημιωθέν από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ακόμη και εάν η σχέση στο πλαίσιο της οποίας εικάζεται ότι σημειώθηκε η διάκριση έχει λήξει, έχει πρόσβαση σε δικαστικές ή/και διοικητικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων, όπου κρίνεται ενδεδειγμένο, διαδικασιών συνδιαλλαγής, για την πραγμάτωση των υποχρεώσεων εκ της παρούσας οδηγίας».
11.
Το άρθρο 16 της οδηγίας 2000/78, το οποίο επιγράφεται «Συμμόρφωση», προβλέπει, στο στοιχείο αʹ, ότι «[τ]α κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να […] καταργηθεί κάθε νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη αντιβαίνουσα στην αρχή της ίσης μεταχείρισης».
12.
Το άρθρο 17 της οδηγίας αυτής, το οποίο επιγράφεται «Κυρώσεις», προβλέπει ότι «[τ]α κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση παραβίασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής τους. Οι κυρώσεις, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν την καταβολή αποζημίωσης στο θύμα, πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες με την παράβαση και αποτρεπτικές […]».
Β. Το αυστριακό δίκαιο
1. Ο GehG 2010
13.
Η κατάταξη των δημοσίων υπαλλήλων σε μισθολογικό κλιμάκιο και η προαγωγή τους, η οποία πραγματοποιείται, κατ’ αρχήν, ανά διετία, διέπονται από τον Gehaltsgesetz 1956 ( 5 ) (νόμο του 1956 περί αποδοχών, στο εξής: GehG 1956), όπως προσαρμόστηκε κατ’ επανάληψη, ιδίως προκειμένου να ληφθούν υπόψη αποφάσεις του Δικαστηρίου εκδοθείσες στο πλαίσιο υποθέσεων σχετικών με τις διατάξεις του αυστριακού δικαίου στον συγκεκριμένο τομέα.
14.
Κατόπιν της αποφάσεως Hütter ( 6 ), ο GehG 1956 τροποποιήθηκε από ομοσπονδιακό νόμο ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 30 Αυγούστου 2010 ( 7 ) (GehG 1956 όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο αυτόν, στο εξής: GehG 2010).
15.
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του GehG 2010 προέβλεπε ότι «[η] προαγωγή καθορίζεται με βάση την ημερομηνία αναφοράς» και ότι «το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την προαγωγή στο δεύτερο κλιμάκιο, κάθε κατηγορίας προσωπικού, είναι πέντε έτη και δύο έτη για τα λοιπά κλιμάκια, εκτός αν ορίζεται άλλως στο παρόν άρθρο».
16.
Το άρθρο 12, παράγραφος 1, του GehG 2010 προέβλεπε ότι, «[υ]πό την επιφύλαξη των περιορισμών των παραγράφων 4 έως 8, η ημερομηνία αναφοράς για την προαγωγή στο επόμενο κλιμάκιο υπολογίζεται με αναγωγή στον χρόνο προσλήψεως για τις περιόδους μετά τις 30 Ιουνίου του έτους κατά το οποίο συμπληρώθηκαν ή επρόκειτο να συμπληρωθούν εννέα έτη σχολικής φοιτήσεως μετά την ένταξη στον πρώτο βαθμό σχολικής εκπαιδεύσεως […]».
2. Ο τροποποιημένος GehG
17.
Κατόπιν της αποφάσεως Schmitzer ( 8 ), το κείμενο των άρθρων 8 και 12 του GehG 1956 τροποποιήθηκε εκ νέου, με αναδρομική ισχύ, δυνάμει ομοσπονδιακού νόμου ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2015 ( 9 ) (GehG 1956 όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο αυτόν, στο εξής: GehG 2015).
18.
Εξάλλου, με σκοπό τη συμμόρφωση προς απόφαση του Verwaltungsgerichtshof (διοικητικού δικαστηρίου, Αυστρία) ( 10 ), ομοσπονδιακός νόμος ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2016 ( 11 ) τροποποίησε εκ νέου τον GehG 1956 (όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο αυτόν, στο εξής: GehG 2016, και, από κοινού με τον GehG 2015, στο εξής: τροποποιημένος GehG), όσον αφορά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος των άρθρων 8 και 12 του GehG 2015.
19.
Επιγραφόμενο «Κατάταξη σε κλιμάκιο και προαγωγή», το άρθρο 8, παράγραφος 1, του GehG 2015 προβλέπει ότι «[η] κατάταξη σε κλιμάκιο και η προαγωγή στο επόμενο κλιμάκιο γίνονται με βάση τη μισθολογική αρχαιότητα».
20.
Επιγραφόμενο «Μισθολογική αρχαιότητα (ηλικία αναφοράς)», το άρθρο 12 του GehG 2015 ορίζει τα εξής:
«1. Η μισθολογική αρχαιότητα αντιστοιχεί στη διάρκεια του συνυπολογιζόμενου για την προαγωγή στα επόμενα κλιμάκια χρόνου υπηρεσίας πλέον της διάρκειας της αναγνωριζόμενης προϋπηρεσίας.
2. Ως προϋπηρεσία που αναγνωρίζεται στο πλαίσιο του υπολογισμού της μισθολογικής αρχαιότητας λαμβάνονται υπόψη οι προγενέστερες περίοδοι:
1) υπηρεσίας σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως κράτους μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, της Δημοκρατίας της Τουρκίας ή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
2) υπηρεσίας σε όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε διεθνή οργανισμό στον οποίο μετέχει η [Δημοκρατία της] Αυστρία[ς]·
3) κατά τις οποίες ο συμβασιούχος υπάλληλος είχε, δυνάμει του Heeresversorgungsgesetz (νόμου για την προστασία των ενόπλων δυνάμεων) δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας […], καθώς και
4) εκπληρώσεως […] θητείας στις αυστριακές ένοπλες δυνάμεις […], εθελοντικής εκπαιδευτικής θητείας […], εναλλακτικής θητείας […], υποχρεωτικών στρατιωτικών υποχρεώσεων […].
3. Πέραν των περιόδων της παραγράφου 2, δύνανται να ληφθούν υπόψη ως περίοδοι προϋπηρεσίας οι περίοδοι ασκήσεως συναφούς επαγγελματικής δραστηριότητας ή συναφούς πρακτικής ασκήσεως στη δημόσια διοίκηση, με ανώτατο όριο τα δέκα έτη. […]»
21.
Επιγραφόμενο «Μετάβαση των υπηρετούντων υπαλλήλων στο νέο σύστημα», το άρθρο 169c του τροποποιημένου GehG ορίζει, στις παραγράφους του 1 έως 9, τα εξής:
«1. Οι υπηρετούντες στις 11 Φεβρουαρίου 2015 δημόσιοι υπάλληλοι που ανήκουν σε κατηγορία προσωπικού και μισθολογική κατηγορία του άρθρου 169d εντάσσονται στο νέο σύστημα αποδοχών που θεσπίζεται με τον παρόντα ομοσπονδιακό νόμο δυνάμει των κατωτέρω διατάξεων αποκλειστικώς βάσει των ως τότε αποδοχών τους. Οι δημόσιοι υπάλληλοι κατατάσσονται αρχικώς βάσει των ισχυουσών αποδοχών τους σε μισθολογικό κλιμάκιο του νέου συστήματος αποδοχών τέτοιο ώστε να διατηρούνται οι ισχύουσες αποδοχές τους. […]
2. Η μετάβαση των δημοσίων υπαλλήλων στο νέο σύστημα αποδοχών πραγματοποιείται μέσω κατ’ αποκοπήν καθορισμού της μισθολογικής αρχαιότητάς τους. Κρίσιμο για τον κατ’ αποκοπήν καθορισμό είναι το ποσό μεταβάσεως. Ως ποσό μεταβάσεως νοούνται οι πλήρεις αποδοχές, χωρίς τις ενδεχόμενες έκτακτες προαγωγές, οι οποίες αποτέλεσαν τη βάση υπολογισμού των αποδοχών του δημοσίου υπαλλήλου για τον μήνα Φεβρουάριο του 2015 (μήνας μεταβάσεως). […]
2a. Ως ποσό μεταβάσεως νοείται το ποσό αποδοχών το οποίο προβλέπεται για το μισθολογικό κλιμάκιο βάσει του οποίου όντως υπολογίστηκαν οι αποδοχές που καταβλήθηκαν στον δημόσιο υπάλληλο κατά τον μήνα μεταβάσεως (κατάταξη βάσει του φύλλου μισθοδοσίας). Δεν απαιτείται εξέταση του νομοτύπου των αποδοχών, ούτε όσον αφορά τη νόμιμη βάση τους ούτε όσον αφορά το ύψος τους. Εκ των υστέρων διόρθωση των αποδοχών λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του ποσού μεταβάσεως μόνον εφόσον:
1)
η διόρθωση αυτή αφορά τυπικά σφάλματα τα οποία διαπράχθηκαν κατά την καταχώριση σε σύστημα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων, και
2)
η εσφαλμένη καταχώριση αποκλίνει προδήλως από τη σκοπούμενη καταχώριση, όπως η τελευταία αποδεικνύεται από έγγραφα που ήδη υπήρχαν κατά τον χρόνο της καταχωρίσεως.
[…]
2c. Με τις παραγράφους 2a και 2b μεταφέρονται στην αυστριακή έννομη τάξη, όσον αφορά την υπηρεσιακή κατάσταση των ομοσπονδιακών υπαλλήλων και του διδακτικού προσωπικού των Länder, τα άρθρα 2 και 6 της οδηγίας 2000/78 […] όπως ερμηνεύθηκαν με την απόφαση [Specht κ.λπ. ( 12 )]. Επομένως, οι όροι μεταβάσεως των δημοσίων υπαλλήλων που ορίστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της ομοσπονδιακής μισθολογικής μεταρρυθμίσεως του 2015 καθορίζονται στο νέο σύστημα αποδοχών και προβλέπουν, αφενός, ότι το μισθολογικό κλιμάκιο στο οποίο αυτοί πλέον υπάγονται καθορίζεται αποκλειστικά και μόνο βάσει του κεκτημένου μισθού στο πλαίσιο του προγενέστερου συστήματος αποδοχών, μολονότι το σύστημα αυτό στηριζόταν σε διάκριση λόγω ηλικίας του δημοσίου υπαλλήλου, και, αφετέρου, ότι η μεταγενέστερη προαγωγή σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο υπολογίζεται πλέον μόνο σε συνάρτηση με την κτηθείσα επαγγελματική πείρα από την έναρξη ισχύος της μισθολογικής μεταρρυθμίσεως του 2015.
3. Η μισθολογική αρχαιότητα των δημοσίων υπαλλήλων που εντάσσονται στο νέο σύστημα καθορίζεται με βάση τον χρόνο που απαιτείται για την προαγωγή από το πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο (από την πρώτη ημέρα) στο μισθολογικό κλιμάκιο της ίδιας κατηγορίας προσωπικού για το οποίο κλιμάκιο προβλέπεται ο κατώτερος μισθός που είναι ο πιο κοντινός με το ποσό μεταβάσεως, κατά τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο όπως τροποποιήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2015. Αν το ποσό μεταβάσεως ισοδυναμεί με το κατώτατο οριζόμενο ποσό για ορισμένο μισθολογικό κλιμάκιο της ίδιας κατηγορίας προσωπικού, κρίσιμο είναι το συγκεκριμένο μισθολογικό κλιμάκιο. Όλα τα συγκρινόμενα ποσά στρογγυλοποιούνται στον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό ευρώ.
[…]
6. […] Αν ο νέος μισθός του δημοσίου υπαλλήλου είναι κατώτερος του ποσού μεταβάσεως, ο δημόσιος υπάλληλος λαμβάνει συμπληρωματικό επίδομα διατηρήσεως ίσο με τη διαφορά η οποία λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεως […], και τούτο έως ότου αυτός ανέλθει σε μισθολογικό κλιμάκιο ανώτερο του ποσού μεταβάσεως. Για τη σύγκριση των ποσών λαμβάνονται υπόψη επιδόματα αρχαιότητας ή έκτακτες προαγωγές.
[…]
9. Προκειμένου να διατηρηθούν οι προσδοκίες που σχετίζονται με την επόμενη προαγωγή, την έκτακτη προαγωγή ή το επίδομα αρχαιότητας στο προγενέστερο σύστημα αποδοχών, καταβάλλεται στον δημόσιο υπάλληλο συμπληρωματικό επίδομα διατηρήσεως, το οποίο λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεως […], μόλις αυτός ανέλθει στο μεταβατικό κλιμάκιο […].»
22.
Βάσει του άρθρου 175, παράγραφος 79, σημείο 3, του GehG 2016, «[η] ισχύς των τροποποιήσεων που επήλθαν με τον ομοσπονδιακό νόμο που δημοσιεύθηκε στο BGBl. I, 32/2015 αρχίζει […] όσον αφορά τα άρθρα 8 και 12, συμπεριλαμβανομένων των τίτλων τους, την 1η Φεβρουαρίου 1956· οι διατάξεις αυτές, ως είχαν πριν από τις 11 Φεβρουαρίου 2015, δεν εφαρμόζονται πλέον σε εκκρεμείς και μελλοντικές διαδικασίες […]».
III. Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
23.
Ο M. Leitner υπαγόταν στους κανόνες του προγενέστερου αυστριακού συστήματος αποδοχών και προαγωγής των δημοσίων υπαλλήλων έως τον Φεβρουάριο του 2015 και ακολούθως έγινε το αντικείμενο ανακατατάξεως στο πλαίσιο του νέου συστήματος που είχε τότε θεσπίσει ο Αυστριακός νομοθέτης.
24.
Στις 27 Ιανουαρίου 2015, ο M. Leitner ζήτησε από τη Landespolizeidirektion Tirol (Αστυνομική Διεύθυνση του Ομόσπονδου Κράτους του Τιρόλο, στο εξής: αστυνομική διεύθυνση) τον εκ νέου καθορισμό της ημερομηνίας αναφοράς για τους σκοπούς της προαγωγής και της μισθολογικής του καταστάσεως καθώς και, εν ανάγκη, αναδρομική καταβολή των οφειλόμενων σε αυτόν αποδοχών, λαμβανομένης υπόψη της πείρας που είχε αποκτήσει πριν από την ηλικία των 18 ετών.
25.
Στις 30 Απριλίου 2015, η αστυνομική διεύθυνση απέρριψε την αίτηση του M. Leitner ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι, με τη μεταρρύθμιση του GehG 1956 στις αρχές του 2015 ( 13 ), ο νομοθέτης κατήργησε το σύνολο των διατάξεων σχετικά με την προγενέστερη ημερομηνία αναφοράς για τους σκοπούς προαγωγής, διευκρινίζοντας ότι πλέον οι έως τότε κρίσιμες διατάξεις δεν εφαρμόζονται, αναδρομικώς, επίσης σχετικά με εκκρεμείς ή μελλοντικές διαδικασίες.
26.
Ο M. Leitner προσέφυγε ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακού διοικητικού δικαστηρίου), υποστηρίζοντας ότι η απορριπτική αυτή απόφαση δεν είναι σύμφωνη προς τις σχετικές με την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο ( 14 ). Στις 7 Νοεμβρίου 2016, το δικαστήριο αυτό ακύρωσε την προσβληθείσα απόφαση και κάλεσε την αστυνομική διεύθυνση να εκδώσει επί της ουσίας απόφαση επί της επίμαχης αιτήσεως.
27.
Στις 9 Ιανουαρίου 2017, η αστυνομική διεύθυνση εξέδωσε νέα απόφαση επί της αιτήσεως αυτής και την απέρριψε, με την αιτιολογία ότι ο M. Leitner δεν μπορεί να αντλήσει δικαιώματα από το προγενέστερο σύστημα αποδοχών και προαγωγής, δεδομένου ότι το σύστημα αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε καμία διαδικασία μετά την προμνησθείσα μεταρρύθμιση.
28.
Στις 8 Φεβρουαρίου 2017, ο M. Leitner άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής, ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, με αίτημα να καθοριστούν σύμφωνα με την αίτησή του της 27ης Ιανουαρίου 2015 η κατάταξή του σε κλιμάκιο και οι εντεύθεν αποδοχές.
29.
Στο πλαίσιο αυτό, με διάταξη της 30ής Ιουνίου 2017 η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Ιουλίου 2017, το Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχει το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα τα άρθρα 1, 2 και 6 της οδηγίας 2000/78 […] σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Χάρτη […], την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτό εθνική ρύθμιση η οποία, προκειμένου να αρθεί διάκριση εις βάρος υπηρετούντων δημοσίων υπαλλήλων, προβλέπει μεταβατική ρύθμιση βάσει της οποίας για την ένταξη από το μέχρι τούδε ισχύον διετές σύστημα σε νέο (αυτό καθ’ εαυτό απαλλαγμένο από δυσμενείς διακρίσεις όσον αφορά τους πρωτοδιόριστους δημοσίους υπαλλήλους) διετές σύστημα εφαρμόζεται ένα “μεταβατικό ποσό” το οποίο, μολονότι υπολογίζεται χρηματικώς, ωστόσο αντιστοιχεί σε κάποια συγκεκριμένη κατάταξη σε κλιμάκιο, με αποτέλεσμα η διάκριση λόγω ηλικίας εις βάρος των υπηρετούντων δημοσίων υπαλλήλων να διατηρείται αμείωτη;
2)
Έχει το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα το άρθρο 17 της οδηγίας 2000/78 καθώς και το άρθρο 47 του Χάρτη […], την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτό εθνική ρύθμιση η οποία δεν επιτρέπει στους υπηρετούντες δημοσίους υπαλλήλους να ζητήσουν, συμφώνως προς την ερμηνεία που δόθηκε στα άρθρα 9 και 16 της οδηγίας [αυτής] από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφαση […] [Schmitzer ( 15 )], να αναγνωριστεί, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2 της οδηγίας 2000/78, το μισθολογικό καθεστώς τους κατά τον προγενέστερο της μεταβάσεως στο νέο σύστημα αποδοχών χρόνο, προβλέποντας ότι οι αντίστοιχες νομικές βάσεις παύουν να εφαρμόζονται αναδρομικώς από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του αρχικού νόμου και αποκλείοντας, ειδικότερα, την αναγνώριση των προγενέστερων της συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας περιόδων προϋπηρεσίας;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο [δεύτερο] ερώτημα: [ε]πιτάσσει η διακηρυσσόμενη, μεταξύ άλλων, με την απόφαση […] [Mangold ( 16 )], υπεροχή του δικαίου της Ένωσης ότι οι διατάξεις για τους υπηρετούντες δημόσιους υπαλλήλους που τέθηκαν εκτός ισχύος αναδρομικώς πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζονται κατά τον προγενέστερο της μεταβάσεως χρόνο, ούτως ώστε οι υπάλληλοι αυτοί να μπορούν να εντάσσονται στο προγενέστερο σύστημα αναδρομικώς κατά τρόπον που δεν ενέχει δυσμενή διάκριση και, ως εκ τούτου, να μεταβαίνουν στο νέο σύστημα αποδοχών κατά τρόπον που δεν ενέχει δυσμενή διάκριση;
4)
Έχει το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα τα άρθρα 1, 2 και 6 της οδηγίας 2000/78 σε συνδυασμό με τα άρθρα 21 και 47 του Χάρτη […], την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτό εθνική ρύθμιση η οποία αίρει υφιστάμενη διάκριση λόγω ηλικίας (όσον αφορά την αναγνώριση προγενέστερων του 18ου έτους της ηλικίας περιόδων προϋπηρεσίας) απλώς δηλωτικώς, ορίζοντας ότι οι πράγματι διανυθείσες προγενέστερες περίοδοι οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο δυσμενούς διακρίσεως πρέπει πλέον να λογίζονται αναδρομικώς ως απαλλαγμένες κάθε δυσμενούς διακρίσεως, μολονότι στην πράξη η δυσμενής διάκριση διατηρείται αμετάβλητη;»
30.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο ο M. Leitner, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
31.
Με έγγραφα που διαβιβάστηκαν στις 14 Ιουνίου 2018, το Δικαστήριο απηύθυνε αίτηση παροχής διευκρινίσεων, στην οποία απάντησε το αιτούν δικαστήριο, και έθεσε ερώτηση χρήζουσα γραπτής απαντήσεως, στην οποία έδωσαν συνέχεια ο M. Leitner, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
32.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 12ης Σεπτεμβρίου 2018, οι ως άνω διάδικοι και μετέχοντες στη διαδικασία ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους.
IV. Ανάλυση
Α. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
33.
Η υπό κρίση υπόθεση αφορά τη νέα αυστριακή νομοθεσία σχετικά με τους όρους βάσει των οποίων η προϋπηρεσία λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς κατατάξεως σε κλιμάκιο και προαγωγής των δημοσίων υπαλλήλων. Αυτό το σύστημα αποδοχών, προϊόν της μεταρρυθμίσεως του GehG 1956 στις αρχές του 2015, είναι ανάλογο εκείνου που θεσπίσθηκε ταυτοχρόνως για τους συμβασιούχους υπαλλήλους στη δημόσια διοίκηση ( 17 ).
34.
Δυνάμει του νέου αυτού συστήματος, η κατάταξη δημοσίου υπαλλήλου σε μισθολογικό κλιμάκιο και η μεταγενέστερη προαγωγή του στα επόμενα κλιμάκια δεν καθορίζονται πλέον βάσει μιας «ημερομηνίας αναφοράς», ήτοι μιας πλασματικής ημερομηνίας ενάρξεως, αλλά βάσει της «αρχαιότητας» στο εν λόγω κλιμάκιο ( 18 ). Για τον υπολογισμό της τελευταίας, λαμβάνεται υπόψη, εκτός της διάρκειας της τρέχουσας σχέσεως εργασίας, η διάρκεια της προϋπηρεσίας, αρκεί αυτή να θεωρείται ρητώς ως συναφής, και τούτο με διαφορετικό τρόπο αναλόγως του είδους του εργοδότη, ήτοι πλήρως όταν η προϋπηρεσία συνίσταται σε απασχόληση στους οριζόμενους δημόσιους οργανισμούς, αλλά μόνο μέχρι ανώτατο όριο δέκα ετών στις λοιπές περιπτώσεις ( 19 ).
35.
Οι υπηρετούντες δημόσιοι υπάλληλοι κατά την έναρξη ισχύος της μεταρρυθμίσεως ( 20 ), η οποία εφαρμόζεται αναδρομικά ( 21 ), μεταβαίνουν στο νέο σύστημα αποδοχών μέσω ανακατατάξεως η οποία πραγματοποιείται, σχηματικά, ως ακολούθως ( 22 ). Κατ’ αρχάς, το σύνολο των ενδιαφερόμενων δημοσίων υπαλλήλων κατατάσσεται σε κλιμάκιο του νέου συστήματος βάσει των προγενέστερων αποδοχών του. Εν συνεχεία, η μισθολογική αρχαιότητά τους καθορίζεται κατ’ αποκοπήν, ανάλογα με ένα «ποσό μεταβάσεως» το οποίο αντιστοιχεί στο μισθολογικό κλιμάκιο βάσει του οποίου υπολογίστηκαν πράγματι οι αποδοχές που κατέβαλε ο εργοδότης για τον Φεβρουάριο του 2015, τον λεγόμενο «μήνα μεταβάσεως», με τη διευκρίνιση ότι το σύννομο των αποδοχών αυτών μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξετάσεως μόνο σε περίπτωση προδήλων σφαλμάτων εξ αβλεψίας ( 23 ).
36.
Με τα ερωτήματα που υπέβαλε, το Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο) ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να καθορίσει αν η επίμαχη νέα νομοθεσία διαιωνίζει την αντιβαίνουσα στο δίκαιο της Ένωσης διάκριση λόγω ηλικίας η οποία αναδείχθηκε στην απόφαση Schmitzer ( 24 ), όπως διατείνεται ο M. Leitner, ή αν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, όπως υποστηρίζει η καθής στην υπόθεση της κύριας δίκης. Στο σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι απόψεις ανώτερων αυστριακών δικαστηρίων επί του ζητήματος αυτού αποκλίνουν μεταξύ τους ( 25 ).
37.
Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ αρχάς, η συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης των όρων βάσει των οποίων πραγματοποιείται η μετάβαση των δημοσίων υπαλλήλων από το προγενέστερο σύστημα αποδοχών και προαγωγής στο νέο σύστημα, αφενός, όσον αφορά ειδικότερα την επιλεγείσα μέθοδο του «ποσού μεταβάσεως» και, αφετέρου, όσον αφορά τον αμιγώς τυπικό χαρακτήρα της καταργήσεως της δυσμενούς διακρίσεως (ενότητα B). Εν συνεχεία, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, αφενός, αν αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα στο άρθρο 17 της οδηγίας 2000/78, καθώς και στο άρθρο 47 του Χάρτη, η περίσταση ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν έχουν τη δυνατότητα να επικαλεστούν την οδηγία αυτή για τον καθορισμό του «ποσού μεταβάσεως» και, αφετέρου, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης επιβάλλει την εφαρμογή του καταργηθέντος συστήματος με σκοπό μετάβαση στο νέο σύστημα μη εισάγουσα δυσμενή διάκριση (ενότητα Γ).
Β. Επί των όρων μεταβάσεως των δημοσίων υπαλλήλων από το προγενέστερο σύστημα αποδοχών και προαγωγής στο νέο σύστημα (πρώτο και τέταρτο προδικαστικό ερώτημα)
38.
Λαμβανομένων υπόψη των κοινών στοιχείων του πρώτου και του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, τα ερωτήματα αυτά πρέπει, κατά την άποψή μου, να εξεταστούν από κοινού, έστω και αν θεωρώ αναγκαίο να δοθούν χωριστές απαντήσεις.
1. Επί της διαιωνίσεως της δυσμενούς διακρίσεως την οποία συνεπάγεται το επιλεγέν σύστημα μεταβάσεως (πρώτο προδικαστικό ερώτημα)
39.
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 1, 2 και 6 της οδηγίας 2000/78, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτό εθνική νομοθεσία δυνάμει της οποίας σύστημα αποδοχών που εισάγει δυσμενή διάκριση αντικαθίσταται από νέο σύστημα, όταν η μετάβαση στο τελευταίο σύστημα όλων των υπηρετούντων δημοσίων υπαλλήλων ( 26 ) διενεργείται κατά τέτοιον τρόπο ώστε η πρώτη κατάταξη στο νέο σύστημα να πραγματοποιείται βάσει μισθού καταβληθέντος για συγκεκριμένο μήνα, ο οποίος υπολογίστηκε σύμφωνα με το προγενέστερο σύστημα ( 27 ). Επισημαίνεται, εξαρχής, ότι, με τη διατύπωση που χρησιμοποιεί στο τέλος του προδικαστικού του ερωτήματος ( 28 ), το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ρητώς ότι εκτιμά a priori ότι η προγενέστερη δυσμενής διάκριση διαιωνίζεται με την επίμαχη νομοθεσία ( 29 ).
40.
Επ’ αυτού, ο M. Leitner επισημαίνει ότι, εφόσον η επίμαχη στην κύρια δίκη νομοθεσία προβλέπει ότι η ανακατάταξη των ήδη υπηρετούντων δημοσίων υπαλλήλων πραγματοποιείται βάσει των αποδοχών που καταβλήθηκαν τον Φεβρουάριο του 2015, οι οποίες καθορίστηκαν κατά τρόπον που εισάγει δυσμενή διάκριση, η απορρέουσα από το προγενέστερο σύστημα αποδοχών διάκριση λόγω ηλικίας παραμένει εξαιτίας του συνδέσμου αυτού ( 30 ) και ότι οι δικαιολογητικοί λόγοι που προβάλλονται σχετικά με τη νομοθεσία αυτή δεν συνάδουν με το δίκαιο της Ένωσης. Η Αυστριακή Κυβέρνηση δεν αρνείται ότι οι συνέπειες της δυσμενούς διακρίσεως την οποία είχε δημιουργήσει το προγενέστερο σύστημα μπορούν κατ’ αυτόν τον τρόπο να διατηρούνται, αλλά προβάλλει ότι οι όροι που θεσπίσθηκαν για την πραγματοποίηση της μεταβάσεως των εν λόγω δημοσίων υπαλλήλων στο νέο σύστημα αποδοχών όχι μόνο δικαιολογούνται από θεμιτούς σκοπούς αλλά είναι επίσης πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη των σκοπών αυτών. Αντιθέτως, η Επιτροπή εκτιμά ότι μια τέτοια νομοθεσία δεν είναι συμβατή με τις απαιτήσεις που απορρέουν από τα άρθρα 2 και 6 της οδηγίας 2000/78, στο μέτρο που διατηρεί μια διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας η οποία δεν είναι δεόντως δικαιολογημένη. Έχω και εγώ την άποψη αυτή, για τους ακόλουθους λόγους.
41.
Κατ’ αρχάς, σχετικά με τις διατάξεις τις οποίες αφορά το παρόν προδικαστικό ερώτημα επισημαίνω ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, αφενός, κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 του Χάρτη και, αφετέρου, υλοποιείται από την οδηγία 2000/78, αλλά ότι το ερώτημα αυτό πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της οδηγίας αυτής, στο πλαίσιο υποθέσεως όπως αυτή της κύριας δίκης, δεδομένου ότι τα επίμαχα εθνικά μέτρα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας ( 31 ). Εξάλλου, δεδομένου ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν εξετάζονται άμεσα ούτε ο σκοπός της οδηγίας 2000/78 ούτε οι παράγοντες δυσμενούς διακρίσεως τους οποίους αυτή απαγορεύει, όπως ορίζονται στο άρθρο της 1, εκτιμώ ότι δεν είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τη διάταξη αυτή.
42.
Εν συνεχεία, όσον αφορά τις αιτιάσεις που προβάλλονται κατά της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής νομοθεσίας, φρονώ ότι αυτή αμφισβητείται με γνώμονα τους όρους βάσει των οποίων η μετάβαση των υπηρετούντων κατά τη θέσπιση της μεταρρυθμίσεως του 2015 δημοσίων υπαλλήλων πραγματοποιείται από το προγενέστερο σύστημα αποδοχών, το οποίο κρίθηκε ότι εισάγει δυσμενή διάκριση ( 32 ), στο νέο σύστημα. Με άλλα λόγια, πρέπει να καθοριστεί αν οι επίμαχες διατάξεις είναι ικανές να διαιωνίσουν τη διάκριση λόγω ηλικίας η οποία απέρρεε από το προγενέστερο αυτό σύστημα, πριν εξεταστεί αν οι διατάξεις αυτές δικαιολογούνται αντικειμενικώς και ευλόγως, με αποτέλεσμα να μην εμπίπτουν στην προβλεπόμενη από την οδηγία 2000/78 απαγόρευση.
43.
Πρώτον, όσον αφορά την ύπαρξη διακρίσεως λόγω ηλικίας, επισημαίνεται ότι κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/78 συντρέχει άμεση διάκριση όταν, ειδικότερα, λόγω ηλικίας ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο.
44.
Επιπλέον, υπενθυμίζω ότι στην απόφαση Schmitzer ( 33 ), η οποία υπήρξε ο λόγος της επίμαχης εν προκειμένω μεταρρυθμίσεως ( 34 ), το Δικαστήριο εκτίμησε ότι η προγενέστερη της ως άνω μεταρρυθμίσεως αυστριακή νομοθεσία συνεπαγόταν διαφορετική μεταχείριση στηριζόμενη άμεσα στο κριτήριο της ηλικίας κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και ότι η διαφορά αυτή δεν ήταν δεόντως δικαιολογημένη από θεμιτούς σκοπούς, με αποτέλεσμα να εμπίπτει στην προβλεπόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, απαγόρευση.
45.
Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι, όταν η ανακατάταξη κατηγορίας προσώπων σε νέο σύστημα αποδοχών πραγματοποιείται αποκλειστικά βάσει παραμέτρου συνδεόμενης με την ηλικία και προερχόμενης από το προγενέστερο σύστημα, εθνικές διατάξεις του είδους αυτού μπορούν να διαιωνίσουν εντός του νέου συστήματος τη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας ( 35 ).
46.
Εν προκειμένω, το άρθρο 169c του τροποποιημένου GehG προβλέπει ότι η ανακατάταξη των υπηρετούντων δημοσίων υπαλλήλων πραγματοποιείται «αποκλειστικώς βάσει των ως τότε αποδοχών τους» ( 36 ), οι οποίες βασίζονταν στην ηλικία. Κατά τον τρόπο αυτόν, οι διατάξεις αυτές διαιωνίζουν μια γενεσιουργό δυσμενούς διακρίσεως κατάσταση βάσει της οποίας οι δημόσιοι υπάλληλοι που θίγονταν από το προγενέστερο σύστημα λαμβάνουν αποδοχές κατώτερες εκείνων που λαμβάνουν άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι, μολονότι οι καταστάσεις τους είναι συγκρίσιμες, και τούτο αποκλειστικά λόγω της ηλικίας που είχαν όταν πραγματοποίησαν τις συνυπολογισθείσες περιόδους προϋπηρεσίας.
47.
Το αιτούν δικαστήριο είναι της ίδιας απόψεως. Παραπέμποντας στην προμνησθείσα νομολογία του Δικαστηρίου, η Αυστριακή Κυβέρνηση αναγνωρίζει εξάλλου ότι αυτές οι διατάξεις του νέου συστήματος αποδοχών είναι ικανές να παρατείνουν τα γενεσιουργά δυσμενούς διακρίσεως αποτελέσματα του προγενέστερου συστήματος ( 37 ). Επιπλέον, η Επιτροπή εκθέτει ότι από τις εθνικές προπαρασκευαστικές εργασίες προκύπτει ότι η επιλογή μεθόδου έχουσας τέτοιες συνέπειες ήταν σαφώς η βούληση του Αυστριακού νομοθέτη ( 38 ).
48.
Επομένως, κατά την άποψή μου είναι αναντίρρητο ότι νομοθεσία όπως η επίμαχη διαιωνίζει μια κατάσταση γενεσιουργό δυσμενούς διακρίσεως, ήτοι διαφορετική μεταχείριση στηριζόμενη άμεσα στο κριτήριο της ηλικίας κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/78, την οποία διαπίστωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Schmitzer ( 39 ). Συνεπώς, οι δυσμενείς διακρίσεις που προϋπήρχαν της επίμαχης μεταρρυθμίσεως θα συνεχιστούν, και τούτο όχι μόνο προσωρινά αλλά κατά τρόπο διαρκή, ακόμη και οριστικό ( 40 ).
49.
Δεύτερον, όσον αφορά τον ενδεχόμενο δικαιολογητικό λόγο της διαφορετικής μεταχειρίσεως η οποία συνεχίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, υπενθυμίζεται ότι κατά το άρθρο 6 της οδηγίας 2000/78 η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας δεν χαρακτηρίζεται ως άμεση δυσμενής διάκριση, κατά την έννοια του άρθρου 2, και επομένως δεν απαγορεύεται, όταν «δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο», του είδους των απαριθμούμενων στο εν λόγω άρθρο 6 ( 41 ), και όταν «τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία».
50.
Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, μολονότι τελικά στον εθνικό δικαστή, ο οποίος είναι ο μόνος αρμόδιος να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, εναπόκειται να κρίνει αν και κατά πόσον η επίμαχη στην κύρια δίκη εσωτερική ρύθμιση συνάδει με τις απαιτήσεις αυτές, παρά ταύτα το Δικαστήριο, καλούμενο να δώσει χρήσιμες απαντήσεις στον εθνικό δικαστή, είναι αρμόδιο να παράσχει, βάσει της δικογραφίας της υποθέσεως της κύριας δίκης καθώς και των παρατηρήσεων που του υποβλήθηκαν, στοιχεία ικανά να δώσουν στον εθνικό δικαστή τη δυνατότητα να αποφανθεί επί της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί ( 42 ).
51.
Όσον αφορά τους σκοπούς που μπορούν να δικαιολογήσουν το περιεχόμενο της επίμαχης νομοθεσίας, το αιτούν δικαστήριο ( 43 ) και η Αυστριακή Κυβέρνηση επισημαίνουν ότι οι όροι μεταβάσεως που θεσπίσθηκαν με τη μεταρρύθμιση του 2015 έτειναν, αφενός, στην αποφυγή των υπερβολικά σημαντικών δυσχερειών που θα συνεπαγόταν ο ατομικός καθορισμός για κάθε έναν από τους πολυάριθμους ενδιαφερόμενους δημοσίους υπαλλήλους ( 44 ) και, αφετέρου, στη διατήρηση της ουδετερότητας του εγχειρήματος όσον αφορά το δημοσιονομικό κόστος του και, τέλος, στην αποφυγή σημαντικών μειώσεων του επιπέδου των αποδοχών των ως άνω δημοσίων υπαλλήλων.
52.
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι δικαιολογητικοί λόγοι που αντλούνται από ενδεχόμενες διοικητικές δυσχέρειες και από την αύξηση της οικονομικής επιβαρύνσεως δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, να δικαιολογήσουν παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την προβλεπόμενη στην οδηγία 2000/78 απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας. Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι, παρά ταύτα, δεν μπορεί να απαιτείται η εξέταση κάθε ειδικής περιπτώσεως προκειμένου να καθοριστούν ατομικώς οι περίοδοι προϋπηρεσίας, στο μέτρο που η διαχείριση του οικείου συστήματος πρέπει να εξακολουθήσει να είναι βιώσιμη από τεχνικής και οικονομικής απόψεως ( 45 ).
53.
Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι η ρητώς εκφρασθείσα βούληση του Αυστριακού νομοθέτη ( 46 ) να παράσχει σε μια κατηγορία προσώπων την εγγύηση μεταβάσεως στο νέο σύστημα αποδοχών χωρίς οικονομικές απώλειες, και επομένως τηρουμένων των κεκτημένων δικαιωμάτων και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των προσώπων αυτών, συνιστά θεμιτό σκοπό της πολιτικής απασχολήσεως και αγοράς εργασίας ( 47 ), ο οποίος δύναται να δικαιολογήσει, κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου, τη διατήρηση των προγενέστερων αποδοχών και, επομένως, συστήματος συνεπαγόμενου διάκριση λόγω ηλικίας ( 48 ).
54.
Δεδομένου ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία όντως επιδιώκει θεμιτό σκοπό κατά την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας 2000/78, πρέπει εν συνεχεία να εξεταστεί αν τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή.
55.
Όσον αφορά τον πρόσφορο χαρακτήρα των διατάξεων αυτών, όπως το αιτούν δικαστήριο και η Επιτροπή, έχω σοβαρές αμφιβολίες ως προς το ότι το αμφισβητούμενο στοιχείο της μεταρρυθμίσεως του 2015, ήτοι η ανακατάταξη του συνόλου των υπηρετούντων δημόσιων υπαλλήλων η οποία πραγματοποιήθηκε «αποκλειστικώς βάσει των ως τότε αποδοχών τους» ( 49 ), μπορεί να θεωρηθεί ικανό να επιτύχει τον σκοπό προστασίας τόσο των κεκτημένων δικαιωμάτων όσο και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όλων των προσώπων που αφορά ο μηχανισμός αυτός.
56.
Συγκεκριμένα, από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι ο Αυστριακός νομοθέτης θέσπισε διάφορα μέτρα με σκοπό να αποφύγει να υποστούν όλα αυτά τα πρόσωπα, ανεξαρτήτως του αν είχαν ευνοηθεί ή όχι από το προγενέστερο σύστημα, σημαντικές μισθολογικές απώλειες εξαιτίας της εν λόγω μεταρρυθμίσεως ( 50 ). Πάντως, το γεγονός και μόνο ότι χρειάστηκε να θεσπισθούν τέτοια μεταβατικά μέτρα, για να συμπληρώσουν τον επίμαχο μηχανισμό που βασίζεται στις προγενέστερες αποδοχές, επιτρέπει να υποτεθεί ότι αυτός δεν είναι ικανός από μόνος του, και επομένως αφ’ εαυτού, να προστατεύσει τα κεκτημένα δικαιώματα και τις θεμιτές προσδοκίες των ενδιαφερομένων.
57.
Επιπλέον, όσον αφορά τον αναγκαίο χαρακτήρα διατάξεων όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, εκτιμώ ότι ο μηχανισμός που θεσπίσθηκε το 2015 υπερβαίνει το αναγκαίο όριο για την επίτευξη του προμνησθέντος σκοπού. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή ( 51 ), και παρά την αντίθετη άποψη της Αυστριακής Κυβερνήσεως, άλλα είδη μέτρων, λιγότερο επιβαρυντικά για τα πρόσωπα που είχαν θιγεί από το προγενέστερο σύστημα ( 52 ), θα μπορούσαν να είχαν θεσπισθεί για την προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όλων των ενδιαφερομένων δημοσίων υπαλλήλων ( 53 ), χωρίς, κατά την άποψή μου, η διαχείριση του νέου συστήματος να καταστεί μη βιώσιμη από τεχνικής και οικονομικής απόψεως ( 54 ).
58.
Η διαπίστωση αυτή είναι, κατά την άποψή μου, επιβεβλημένη προ πάντων επειδή, λαμβανομένης υπόψη της απεριόριστης διάρκειάς του, ο νέος μηχανισμός δεν καθιστά δυνατή τη σταδιακή σύγκλιση του μισθού που προβλέπεται για τους θιγέντες από το προγενέστερο σύστημα δημοσίους υπαλλήλους με τον μισθό που χορηγείται στους δημοσίους υπαλλήλους που ευνοήθηκαν από αυτό, ώστε οι πρώτοι να μπορέσουν μεσοπρόθεσμα, ακόμη και βραχυπρόθεσμα, και εν πάση περιπτώσει κατά το πέρας προβλέψιμης περιόδου, να καλύψουν την υστέρησή τους σε σχέση με τα πλεονεκτήματα που χορηγήθηκαν στους δεύτερους ( 55 ).
59.
Συναφώς, υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο επίμαχος σκοπός δεν μπορεί να δικαιολογήσει μέτρο το οποίο, όπως εν προκειμένω, διατηρεί οριστικά τη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας, στην εξάλειψη της οποίας σκοπεί η μεταρρύθμιση καθεστώτος συνεπαγόμενου δυσμενείς διακρίσεις. Ένα τέτοιο μέτρο, ακόμη και αν δύναται να διασφαλίσει την προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των δημοσίων υπαλλήλων που ευνοούνταν από το προηγούμενο καθεστώς, δεν είναι κατάλληλο για τη θέσπιση καθεστώτος μη συνεπαγόμενου διακρίσεις εις βάρος των δημοσίων υπαλλήλων που δεν ευνοούνταν από αυτό το προηγούμενο καθεστώς ( 56 ).
60.
Τέλος, διευκρινίζεται ότι το επιχείρημα που προέβαλε η Αυστριακή Κυβέρνηση ότι η Gewerkschaft Öffentlicher Dienst (Συνδικαλιστική Οργάνωση των Εργαζομένων στη Δημόσια Διοίκηση) συγκατατέθηκε όσον αφορά τους όρους της επίμαχης μεταρρυθμίσεως δεν μπορεί να κλονίσει την προηγηθείσα ανάλυση. Συγκεκριμένα, ακριβώς όπως τα κράτη μέλη, οι κοινωνικοί εταίροι οφείλουν να ενεργούν σεβόμενοι τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία 2000/78 ( 57 ), έστω και αν μπορεί να διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο κατά τη διαμόρφωση ορισμένων κανόνων ( 58 ).
61.
Επομένως, εκτιμώ ότι, παρά το ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη και στους κοινωνικούς εταίρους όχι μόνον όσον αφορά την επιλογή επιδιώξεως συγκεκριμένου σκοπού στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής απασχολήσεως, αλλά και για τον καθορισμό των μέτρων μέσω των οποίων μπορεί να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός ( 59 ), δεν ήταν εύλογο ο Αυστριακός νομοθέτης να θεωρήσει πρόσφορη και αναγκαία τη θέσπιση εθνικών διατάξεων όπως το άρθρο 169c του τροποποιημένου GehG.
62.
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, φρονώ ότι τα άρθρα 2 και 6 της οδηγίας 2000/78 έχουν την έννοια ότι αντιβαίνουν σε αυτά όροι βάσει των οποίων η μετάβαση των υπηρετούντων υπάλληλων πραγματοποιείται από προγενέστερο σύστημα αποδοχών που εισάγει δυσμενή διάκριση σε νέο σύστημα, όπως οι προβλεπόμενοι από την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης νομοθεσία.
2. Επί των συνεπειών των δηλώσεων στις οποίες προέβη ο εθνικός νομοθέτης και του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (τέταρτο προδικαστικό ερώτημα)
63.
Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν τα άρθρα 1, 2 και 6 της οδηγίας 2000/78, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Χάρτη, διατάξεις οι οποίες όλες μνημονεύονται στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, καθώς και σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, διάταξη η οποία, άλλωστε, επίσης μνημονεύεται ( 60 ), εμποδίζουν να ληφθούν υπόψη κατηγορηματικές δηλώσεις του εθνικού νομοθέτη, κατά τις οποίες η επίμαχη μεταρρύθμιση θέτει δεόντως τέλος στη δυσμενή διάκριση την οποία συνεπαγόταν το προϊσχύσαν σύστημα. Από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής προκύπτει ότι το εν λόγω άρθρο 47 μνημονεύεται προκειμένου το Δικαστήριο να καθορίσει, επιπλέον, αν, κατά την πραγματοποίηση της μεταρρυθμίσεως αυτής, ο νομοθέτης δεν σεβάστηκε το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο αυτό.
64.
Διευκρινίζω, εξαρχής, ότι εδώ θα επικεντρώσω την ανάλυσή μου στην ερμηνεία του άρθρου 47 του Χάρτη, λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων που εκτέθηκαν ανωτέρω ( 61 ) όσον αφορά τις λοιπές διατάξεις που μνημονεύονται στο παρόν προδικαστικό ερώτημα, με σκοπό συνδυασμένη εφαρμογή με το άρθρο αυτό.
65.
Προκαταρκτικώς, όσον αφορά το νομικό κύρος που πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι ο Αυστριακός νομοθέτης εξέθεσε ότι κατήργησε τη δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας, «απλώς δηλωτικώς», επισημαίνω ότι, κατά το αιτούν δικαστήριο, το επιλεγέν σύστημα δεν καταργεί την εν λόγω δυσμενή διάκριση με μέτρα καθιστώντα δυνατή την άρση της με συγκεκριμένο τρόπο, αλλά επιχειρεί να το πράξει αναδρομικώς με απλές δηλώσεις ( 62 ), οι οποίες διαψεύδονται από τη σύγκριση του προγενέστερου και του νέου συστήματος, η οποία δείχνει ότι η ανακατάταξη συνιστά «παράλληλη μεταφορά» της επίμαχης δυσμενούς διακρίσεως από το προγενέστερο στο νέο σύστημα.
66.
Ο M. Leitner δεν υπέβαλε παρατηρήσεις ειδικά επί του ζητήματος αν είναι επιτρεπτό, λαμβανομένων υπόψη των προμνησθεισών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, να περιορίζεται η εθνική νομοθεσία σε δήλωση ότι καταργεί απαγορευμένη δυσμενή διάκριση, ενώ στην πράξη την αφήνει άθικτη.
67.
Η Αυστριακή Κυβέρνηση επισημαίνει ότι το καθοριστικό στοιχείο δεν είναι το ζήτημα αν μια δυσμενής διάκριση καταργήθηκε κατά τρόπον –όπως προβάλλεται– απλώς δηλωτικό, αλλά αν οι εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις συνάδουν με το δίκαιο της Ένωσης, όπως εξετάστηκε στο πλαίσιο των προηγούμενων προδικαστικών ερωτημάτων. Στο ίδιο πνεύμα, η Επιτροπή εκτιμά ότι μνείες που περιέχονται στην εθνική νομοθεσία, όπως εκείνες τις οποίες ανέφερε το αιτούν δικαστήριο, δεν μεταβάλλουν το γεγονός ότι είναι αναγκαίο να εξακριβωθεί αν η πραγματική εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής γίνεται σε συμφωνία με το δίκαιο της Ένωσης.
68.
Συντάσσομαι, κατ’ ουσίαν, με την άποψή τους και υπενθυμίζω ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής, αποστολή του Δικαστηρίου είναι να παράσχει όλα τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που μπορούν να δώσουν στο αιτούν δικαστήριο τη δυνατότητα να εκτιμήσει το ίδιο τη συμβατότητα εθνικής ρυθμίσεως με τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβανομένων εκείνων του Χάρτη ( 63 ), και τούτο, κατά την άποψή μου, παρά ενδεχόμενες δηλώσεις του εθνικού νομοθέτη σχετικά με τη συμβατότητα αυτή.
69.
Όσον αφορά την ενδεχόμενη ασυμβατότητα με το άρθρο 47 του Χάρτη ( 64 ), το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, βάσει του νέου συστήματος αποδοχών και προαγωγής των δημοσίων υπαλλήλων, το «ποσό μεταβάσεως», το οποίο καθορίζεται βάσει του προγενέστερου συστήματος, μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο περιορισμένου μόνον ελέγχου ( 65 ). Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς το αν οι εθνικές αυτές διατάξεις στερούν αποτελεσματικότητας κάθε προσφυγή βασισμένη σε εσφαλμένη κατάταξη η οποία αποδεικνύεται ότι δεν οφείλεται σε απλό σφάλμα κωδικοποιήσεως ( 66 ).
70.
Ο M. Leitner διατείνεται ότι το άρθρο 47 του Χάρτη απαγορεύει διατάξεις, όπως αυτές της επίμαχης μεταρρυθμίσεως, οι οποίες προβλέπουν ότι το προγενέστερο σύστημα αποδοχών και προαγωγής, το οποίο κρίθηκε ότι εισάγει δυσμενή διάκριση, δεν μπορεί πλέον να εφαρμόζεται σε όλες τις διαδικασίες, τόσο εκκρεμείς όσο και μελλοντικές ( 67 ). Η Επιτροπή δεν εκφέρει άποψη επί του ζητήματος αυτού. Αντιθέτως, η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τέτοιες εθνικές διατάξεις πληρούν τις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου 47. Είμαι και εγώ της απόψεως αυτής, για τους λόγους που εκτίθενται ακολούθως.
71.
Κατ’ αρχάς, εκτιμώ ότι δεν αμφισβητείται ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά μια κατάσταση όπου κράτος μέλος εφάρμοσε το δίκαιο της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, οπότε ο ομοσπονδιακός νομοθέτης όφειλε να σεβαστεί τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 47 του Χάρτη, και ειδικότερα το δικαίωμα των πολιτών για αποτελεσματική δικαστική προστασία των δικαιωμάτων που τους παρέχει το δίκαιο της Ένωσης ( 68 ). Επισημαίνεται ότι, άλλωστε, τέτοια προστασία προβλέπεται ρητώς επίσης από την οδηγία 2000/78 ( 69 ), της οποίας τη μεταφορά αφορούσε ρητώς η επίμαχη εν προκειμένω νομοθεσία ( 70 ).
72.
Επιπλέον, υπενθυμίζω ότι κάθε κράτος μέλος διαθέτει κάποια αυτονομία στον τομέα αυτόν, η οποία του παρέχει τη δυνατότητα να καθορίζει τις δικονομικές ρυθμίσεις σχετικά με τις προσφυγές που προορίζονται να διασφαλίσουν τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης, αρκεί οι ρυθμίσεις αυτές να σέβονται τα δύο όρια που καθορίζονται από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ήτοι την αρχή της ισοδυναμίας και την αρχή της αποτελεσματικότητας ( 71 ). Όπως έχει ήδη επισημανθεί, οι απορρέουσες από το άρθρο 47 του Χάρτη απαιτήσεις τις οποίες ανέδειξε το Δικαστήριο περιορίζονται και εξαρτώνται από πολλαπλούς παράγοντες και, ειδικότερα, προκύπτει ότι το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής δεν σημαίνει ότι τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια είναι κατ’ ανάγκην σε θέση, σε κάθε περίπτωση, να μεταρρυθμίζουν τις προσβαλλόμενες αποφάσεις όσον αφορά το σύνολο των στοιχείων στα οποία αυτές στηρίζονται ( 72 ).
73.
Εξάλλου, λόγω των υφιστάμενων δεσμών μεταξύ του άρθρου 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη και του άρθρου 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ) ( 73 ), πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [στο εξής: ΕΔΔΑ] σχετικά με αυτή τη διάταξη της ΕΣΔΑ ( 74 ). Πάντως, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου πρέπει να παρέχει στους πολίτες τη δυνατότητα να επικαλεστούν ενώπιον αυτού τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στην εν λόγω Σύμβαση, διευκρινίζεται δε ότι το δικαίωμα αυτό δημιουργεί για τα κράτη υποχρέωση της οποίας η εμβέλεια διαφέρει ανάλογα με τη φύση της αιτιάσεως του προσφεύγοντος και ότι ο αποτελεσματικός χαρακτήρας της προσφυγής δεν εξαρτάται από τη βεβαιότητα ευνοϊκής εκβάσεως για τον ενδιαφερόμενο ( 75 ).
74.
Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, στο πλαίσιο του νέου αυστριακού συστήματος αποδοχών και προαγωγής, η εμβέλεια του ουσιαστικού ελέγχου που τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια είναι σε θέση να ασκήσουν ως προς το «ποσό μεταβάσεως», το οποίο καθορίζει την ανακατάταξη των ενδιαφερόμενων δημοσίων υπαλλήλων ( 76 ), είναι περιορισμένη ( 77 ). Ειδικότερα, ο έλεγχος αυτός μπορεί να αφορά μόνον ανακρίβειες ανακύπτουσες από σφάλματα κωδικοποιήσεως των σχετικών στοιχείων ( 78 ), και όχι ενδεχόμενη παρανομία κατά τον υπολογισμό του μισθού επί του οποίου βασίζεται το εν λόγω ποσό, υπολογισμός ο οποίος πραγματοποιείται βάσει του προγενέστερου συστήματος αποδοχών.
75.
Εντούτοις, όπως επισημαίνει η Αυστριακή Κυβέρνηση, όλοι οι θιγόμενοι από την επίμαχη μεταρρύθμιση –ήτοι οι ήδη υπηρετούντες δημόσιοι υπάλληλοι, ανεξάρτητα από το αν ευνοήθηκαν ή εθίγησαν από το προγενέστερο σύστημα– έχουν στη διάθεσή τους ένδικα βοηθήματα ώστε να ζητήσουν τον έλεγχο της νομιμότητας του συστήματος βάσει του οποίου πραγματοποιήθηκε η μετάβασή τους στο νέο σύστημα αποδοχών και προαγωγής ( 79 ). Ο δικαστικός αυτός έλεγχος της νομιμότητας των επίμαχων κανόνων μπορεί να ασκηθεί, ειδικότερα, με γνώμονα τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης, με αποτέλεσμα να μπορεί να εντοπιστεί ενδεχόμενη ασυμβατότητα της μεταρρυθμίσεως με τις απαιτήσεις αυτές. Η προσφυγή που ασκήθηκε στην κύρια δίκη, από την οποία ανέκυψε η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, αναδεικνύει εξάλλου την ύπαρξη και την αποτελεσματικότητα των ένδικων αυτών βοηθημάτων. Επομένως, οι ενδιαφερόμενοι έχουν τη δυνατότητα να προσφύγουν στα αυστριακά δικαστήρια για να προβάλουν τα δικαιώματα που αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης, υπό συνθήκες οι οποίες, κατά την άποψή μου, είναι συμβατές με το προμνησθέν περιεχόμενο του θεμελιώδους δικαιώματος πραγματικής προσφυγής, κατά την έννοια του άρθρου 47 του Χάρτη, και παρέχουν, ειδικότερα, τη δυνατότητα να επιβληθεί η συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία 2000/78.
76.
Κατά συνέπεια, προτείνω να δοθεί στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 47 του Χάρτη έχει την έννοια ότι δεν αντιβαίνουν σε αυτό εθνικές διατάξεις όπως οι μνημονευόμενες στο εν λόγω ερώτημα.
Γ. Επί της ενδεχόμενης ασυμβατότητας με το άρθρο 17 της οδηγίας 2000/78 και επί των δυνητικών συνεπειών της με γνώμονα την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης (δεύτερο και τρίτο προδικαστικό ερώτημα)
77.
Λαμβανομένης υπόψη της συσχετίσεως από το αιτούν δικαστήριο του δεύτερου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, εκτιμώ ότι αυτά πρέπει να απαντηθούν από κοινού.
1. Επί των συνεπειών του άρθρου 17 της οδηγίας 2000/78 (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα)
78.
Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, ζητείται από το Δικαστήριο να καθορίσει, κυρίως, αν «το άρθρο 17 της οδηγίας 2000/78 καθώς και το άρθρο 47 του Χάρτη» ( 80 ) έχουν την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτά νομοθεσία όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης.
79.
Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν, λαμβανομένων υπόψη των δύο προμνησθεισών διατάξεων, εθνική νομοθεσία μπορεί να εμποδίσει τους ήδη υπηρετούντες δημοσίους υπαλλήλους να επικαλεστούν το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, σε συνδυασμό με τα άρθρα της 9 και 16 σύμφωνα με την απόφαση Schmitzer ( 81 ), προκειμένου «να αναγνωριστεί, κατ’ εφαρμογήν του [εν λόγω] άρθρου 2 […], το μισθολογικό καθεστώς τους κατά τον προγενέστερο της μεταβάσεως στο νέο σύστημα αποδοχών χρόνο», στο μέτρο που η ρύθμιση αυτή προβλέπει ότι πλέον οι διατάξεις του προγενέστερου συστήματος δεν ισχύουν αναδρομικώς.
80.
Μολονότι αυτό δεν επισημαίνεται ρητώς στην απόφαση περί παραπομπής, εκτιμώ ότι εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι η προβληματική την οποία θέτει το παρόν προδικαστικό ερώτημα θα πρέπει να λυθεί μόνο στην περίπτωση που, απαντώντας στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το Δικαστήριο κρίνει, όπως προτείνω, ότι η επίμαχη νομοθεσία δεν συνάδει με τις απαιτήσεις που απορρέουν από τα άρθρα 2 και 6 της οδηγίας 2000/78.
81.
Όσον αφορά τη ζητηθείσα εν προκειμένω ερμηνεία του άρθρου 47 του Χάρτη, παραπέμπω στα όσα εξέθεσα σχετικά με αυτή την προβληματική στο πλαίσιο της απαντήσεως στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα ( 82 ), το οποίο αφορά επίσης το άρθρο 47 του Χάρτη, αλλά στηρίζεται, κατά την άποψή μου, σε εκτιμήσεις πιο σαφείς και πιο προσήκουσες από εκείνες που αφορούν το παρόν προδικαστικό ερώτημα, δεδομένου ότι κεντρικό αντικείμενο του ερωτήματος αυτού είναι οι προμνησθείσες διατάξεις της οδηγίας 2000/78.
82.
Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 17 της οδηγίας 2000/78, κατά την άποψή μου, από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο αυτό επιβάλλει ή όχι τη χορήγηση οικονομικής αντισταθμίσεως ( 83 ) στους ήδη υπηρετούντες δημοσίους υπαλλήλους που υπέστησαν διάκριση λόγω ηλικίας συνεπεία του προγενέστερου συστήματος αποδοχών και προαγωγής, υπό το πρίσμα προγενέστερων αποφάσεων του Δικαστηρίου ( 84 ). Απαντώντας στην αίτηση παροχής διευκρινίσεων, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι από την απόφαση Schmitzer ( 85 ) συνάγει ότι ένας τέτοιος δημόσιος υπάλληλος «πρέπει να έχει τη δυνατότητα, παραπέμποντας στο άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, να προσβάλει τα συνεπαγόμενα δυσμενή διάκριση αποτελέσματα της νομοθεσίας, προκειμένου να θέσει τέλος σε αυτά, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι του οφείλεται οικονομική αντιστάθμιση για τον λόγο αυτόν όσον αφορά το παρελθόν». Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι, κατά την άποψή του, ο Αυστριακός νομοθέτης δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου 17, καθόσον επέλεξε μέτρα τα οποία αποβλέπουν μόνο στη δημοσιονομική ουδετερότητα και δεν είναι ικανά να εξαλείψουν αποτελεσματικώς τη διάκριση λόγω ηλικίας.
83.
Χωρίς να παραπέμψει ρητώς στο άρθρο 17 της οδηγίας 2000/78, ο M. Leitner υποστηρίζει ότι, έως ότου εφαρμοσθεί ορθώς το δίκαιο της Ένωσης, τα θιγέντα πρόσωπα θα πρέπει να τύχουν των ίδιων πλεονεκτημάτων με εκείνα που απολαύουν τα πρόσωπα που ευνοήθηκαν. Αντιθέτως, η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, εισάγοντας την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης μεταρρύθμιση, ο Αυστριακός νομοθέτης εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 16 της οδηγίας 2000/78. Από την πλευρά της, η Επιτροπή, αφότου, με τις παρατηρήσεις της, παρέπεμψε ειδικά στο άρθρο 17 της οδηγίας αυτής και εκτίμησε ότι εν προκειμένω θα μπορούσε να οφείλεται οικονομική αντιστάθμιση, προτείνει τελικά να δοθεί η απάντηση ότι, ελλείψει συστήματος σύμφωνου με την οδηγία αυτή, οι θιγέντες από το προγενέστερο σύστημα δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει να λάβουν τα ίδια πλεονεκτήματα με εκείνα που μπόρεσαν να έχουν οι δημόσιοι υπάλληλοι που ευνοήθηκαν από το σύστημα αυτό, όσον αφορά τον συνυπολογισμό των περιόδων προϋπηρεσίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από το 18ο έτος της ηλικίας, αλλά και την προαγωγή στη μισθολογική κλίμακα.
84.
Μολονότι έχω άποψη, κατ’ ουσίαν, ανάλογη με την τελική πρόταση της Επιτροπής, παρά ταύτα εκτιμώ ότι το άρθρο 17 της οδηγίας 2000/78, το οποίο μνημονεύεται στο παρόν προδικαστικό ερώτημα σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις της οδηγίας αυτής, δεν είναι η κατάλληλη νομική βάση για να εκτιμηθεί η ανάγκη χορηγήσεως οικονομικής αντισταθμίσεως στα πρόσωπα που υπέστησαν δυσμενή διάκριση, υπό τέτοιες περιστάσεις ( 86 ).
85.
Συγκεκριμένα, επισημαίνεται ότι το ως άνω άρθρο 17, το οποίο αφορά τις κυρώσεις τις οποίες τα κράτη μέλη οφείλουν να επιβάλλουν στους παραβάτες των εθνικών διατάξεων που θεσπίσθηκαν για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στο εθνικό δίκαιο ( 87 ), δεν καλύπτει την υπό κρίση περίπτωση, στην οποία εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο τα κράτη μέλη πρέπει ενδεχομένως να θεραπεύσουν ( 88 ) δυσμενή διάκριση προκληθείσα όχι από παράβαση των εθνικών αυτών διατάξεων για την οποία θα πρέπει να επιβληθούν κατάλληλες κυρώσεις ( 89 ) αλλά από παράβαση των απαιτήσεων του δικαίου της Ένωσης από τις ίδιες τις εθνικές αυτές διατάξεις.
86.
Εκτιμώ ότι είναι πιο πρόσφορο να γίνει, στην περίπτωση αυτή, παραπομπή στις διατάξεις του άρθρου 16 της οδηγίας 2000/78, το οποίο αφορά την υποχρέωση των κρατών μελών να τροποποιήσουν τους εθνικούς τους κανόνες προκειμένου να τους καταστήσουν σύμφωνους με την αρχή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων, όπως έπραξε επανειλημμένως και όλως προσφάτως το Δικαστήριο, σε παρεμφερή πλαίσια αναμορφώσεως εθνικών συστημάτων αποδοχών για λόγους δυσμενών διακρίσεων ( 90 ). Επομένως, προτείνω να δοθεί απάντηση στο παρόν ερώτημα λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 16 της οδηγίας αυτής ( 91 ).
87.
Συναφώς, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι, μολονότι το εν λόγω άρθρο 16 επιβάλλει στα κράτη μέλη να εναρμονίσουν τις εθνικές τους νομοθεσίες με το δίκαιο της Ένωσης, εντούτοις τους αφήνει την ελευθερία να επιλέξουν, μεταξύ των διάφορων μέτρων που είναι ικανά να θέσουν τέλος σε απαγορευμένη δυσμενή διάκριση, εκείνο που θεωρούν πιο κατάλληλο για τον σκοπό αυτόν. Κατά τη νομολογία αυτή, η εξάλειψη διακρίσεως λόγω ηλικίας, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι ο εργαζόμενος ο οποίος υπέστη δυσμενή διάκριση υπό το προγενέστερο νομικό σύστημα διαθέτει αυτομάτως το δικαίωμα να λάβει αναδρομικώς οικονομική αντιστάθμιση, συνιστάμενη στη διαφορά μεταξύ του μισθού που θα είχε λάβει ελλείψει δυσμενούς διακρίσεως και εκείνου που όντως έλαβε, ή αύξηση των μελλοντικών μισθών. Τέτοια περίπτωση συντρέχει μόνον αν και επί όσο χρόνο δεν έχουν ληφθεί από τον εθνικό νομοθέτη μέτρα για την αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, η τήρηση της αρχής της ισότητας μπορεί να διασφαλισθεί μόνο με το να χορηγηθούν στα πρόσωπα που ανήκουν στην ευρισκόμενη σε δυσμενέστερη θέση κατηγορία τα ίδια πλεονεκτήματα με εκείνα που παρέχονται στα πρόσωπα της ευνοημένης κατηγορίας, καθεστώς το οποίο, ελλείψει ορθής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, παραμένει το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς ( 92 ).
88.
Πάντως, κατά την άποψή μου, η επίμαχη νομοθεσία αντιστοιχεί στην τελευταία περίπτωση, καθόσον εκτιμώ, για τους λόγους που εκτέθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος ( 93 ), ότι τα μέτρα που θέσπισε ο Αυστριακός νομοθέτης, με σκοπό τη μετάβαση των υπηρετούντων δημοσίων υπαλλήλων στο νέο σύστημα αποδοχών και προαγωγής, δεν καθιστούν δυνατή την αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως προς όφελος των δημοσίων υπαλλήλων που εθίγησαν από το προγενέστερο σύστημα ( 94 ). Εφόσον η νέα νομοθεσία διατηρεί τις δυσμενείς διακρίσεις που συνεπαγόταν η προϊσχύσασα νομοθεσία ( 95 ), ο σεβασμός της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται τη χορήγηση στα πρόσωπα αυτά των ίδιων πλεονεκτημάτων με εκείνα των οποίων έτυχαν οι δημόσιοι υπάλληλοι που ευνοήθηκαν από το προγενέστερο σύστημα, όσον αφορά τόσο τον συνυπολογισμό περιόδων προϋπηρεσίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από το 18ο έτος της ηλικίας όσο και την προαγωγή στη μισθολογική κλίμακα ( 96 ). Ειδικότερα, αντιλαμβάνομαι την προμνησθείσα νομολογία υπό την έννοια ότι η αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως μπορεί να φθάσει μέχρι την υποχρέωση χορηγήσεως οικονομικής αντισταθμίσεως στους θιγέντες δημοσίους υπαλλήλους αν δεν επιτευχθεί, εντός της συντομότερης προθεσμίας ( 97 ), επανεξισορρόπηση προς όφελός τους με κάθε άλλο μέσο ικανό να διασφαλίσει την απαιτούμενη δυνάμει του δικαίου της Ένωσης σύγκλιση.
89.
Ακριβώς υπ’ αυτή την έννοια πρέπει, κατά την άποψή μου, να ερμηνευθεί το άρθρο 16 της οδηγίας 2000/78 προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.
2. Επί των συνεπειών της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης (τρίτο προδικαστικό ερώτημα)
90.
Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι το τρίτο προδικαστικό ερώτημα υποβλήθηκε για την περίπτωση που το Δικαστήριο δώσει καταφατική απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, όπως αυτό διατυπώθηκε από το αιτούν δικαστήριο.
91.
Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει σε ποιο μέτρο η εφαρμογή της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης ( 98 ) θα μπορέσει να άρει την ασυμβατότητα της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης νομοθεσίας με το δίκαιο της Ένωσης, η οποία οφείλεται, ειδικότερα, σε αντίθεση προς τις διατάξεις του άρθρου 17 της οδηγίας 2000/78, το οποίο μνημονεύεται στο προηγούμενο προδικαστικό ερώτημα. Εντούτοις, υπενθυμίζω ότι προτείνω να αναδιατυπωθεί το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση, αντιθέτως, βάσει του άρθρου 16 της εν λόγω οδηγίας ( 99 ).
92.
Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν, βάσει της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, οι διατάξεις του προγενέστερου συστήματος αποδοχών που καταργήθηκαν αναδρομικώς ( 100 ) θα πρέπει, παρά ταύτα, να συνεχίσουν να εφαρμόζονται στους ήδη υπηρετούντες κατά τη θέσπιση της μεταρρυθμίσεως δημοσίους υπαλλήλους, προκειμένου αυτοί να καταταγούν αναδρομικώς και κατά τρόπο που δεν εισάγει διάκριση στο προγενέστερο αυτό σύστημα και, επομένως, να μπορέσουν να μεταβούν, χωρίς να υποστούν δυσμενή διάκριση, στο νέο σύστημα αποδοχών.
93.
Ο M. Leitner δεν λαμβάνει θέση επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος. Η Αυστριακή Κυβέρνηση θεωρεί ότι δεν συντρέχει λόγος εξετάσεώς του, επειδή θα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, λόγω συμβατότητας με το δίκαιο της Ένωσης, αλλά εντούτοις παρέχει επικουρικώς στοιχεία, παραπέμποντας στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης ( 101 ). Κατά την Επιτροπή, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να απαντηθούν από κοινού, καθόσον με αυτά επιδιώκεται, κατ’ ουσίαν, να καθοριστεί αν πρέπει να χορηγηθεί, είτε βάσει της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης είτε δυνάμει του άρθρου 17 της οδηγίας 2000/78, οικονομική αντιστάθμιση στους δημοσίους υπαλλήλους που εθίγησαν από το προγενέστερο σύστημα το οποίο κρίθηκε ότι εισάγει δυσμενή διάκριση.
94.
Κατά την άποψή μου, ο σεβασμός της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, όσον αφορά την κατάργηση δυσμενούς διακρίσεως απαγορευμένης από αυτό, δύναται ήδη να διασφαλιστεί με εφαρμογή της νομολογίας σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 16 της οδηγίας 2000/78, την οποία μνημόνευσα στο πλαίσιο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, νομολογία από την οποία προκύπτει ότι τα πρόσωπα που θίγονται από σύστημα που εισάγει δυσμενή διάκριση πρέπει να απολαύουν των ίδιων πλεονεκτημάτων με εκείνα που παρέχονται στα πρόσωπα που ευνοούνται από το σύστημα αυτό ( 102 ). Συγκεκριμένα, φρονώ ότι η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης υλοποιείται με τις διατάξεις της οδηγίας 2000/78, στον τομέα που αυτή καλύπτει, και ειδικότερα με τις υποχρεώσεις που μνημονεύονται στο άρθρο της 16. Επομένως, κατά την άποψή μου, δεν συντρέχει λόγος να δοθεί απάντηση ειδικά στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα. Παρά ταύτα, χάριν πληρότητας, θα εκθέσω τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
95.
Σε μια κατάσταση όπως η υπό κρίση, όπου προσφυγή ασκήθηκε κατά διοικητικής αρχής κράτους μέλους, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, αν το επιληφθέν εθνικό δικαστήριο αδυνατεί να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει την εθνική νομοθεσία κατά τρόπο σύμφωνο με την οδηγία 2000/78 χωρίς η ερμηνεία και η εφαρμογή αυτή να είναι contra legem, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης επιβάλλει να μείνει ανεφάρμοστη η νομοθεσία που προσκρούει στις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης ( 103 ). Εν προκειμένω, η τήρηση της εν λόγω αρχής θα συνεπάγεται, προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης, να αποκλειστούν οι διατάξεις του νέου συστήματος αποδοχών οι οποίες συνιστούν παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία αυτή, ειδικότερα με γνώμονα την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας.
96.
Κατά τα στοιχεία που παρέσχε επικουρικώς η Αυστριακή Κυβέρνηση, κάτι τέτοιο θα επέβαλλε να μείνει ανεφάρμοστος ο κανόνας δυνάμει του οποίου η μετάβαση προς το σύστημα αυτό πρέπει να πραγματοποιηθεί κατ’ αποκοπήν ( 104 ) και, επομένως, να καθοριστεί η μισθολογική αρχαιότητα ατομικά για κάθε ήδη υπηρετούντα υπάλληλο, υπολογιζομένων εκ νέου τόσο των περιόδων προϋπηρεσίας του όσο και της εντεύθεν κατατάξεώς του στον πίνακα αποδοχών ( 105 ).
97.
Κατά την άποψή μου, ο εθνικός δικαστής διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν στο πλαίσιο αυτό, αρκεί αυτά να καθιστούν δυνατή την πραγματική άρση της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης διακρίσεως λόγω ηλικίας. Φρονώ ότι η πιο πρόσφορη μέθοδος θα είναι να μην εφαρμοστεί το στοιχείο της επίμαχης νομοθεσίας το οποίο συνεπάγεται διαιώνιση της δυσμενούς αυτής διακρίσεως, ήτοι ο μηχανισμός δυνάμει του οποίου πραγματοποιείται η μετάβαση βάσει μισθού καθορισμένου κατά το προγενέστερο σύστημα αποδοχών το οποίο κρίθηκε ότι εισάγει δυσμενή διάκριση. Εν συνεχεία, θα πρέπει να προσδιοριστούν τα πλεονεκτήματα των οποίων έτυχαν οι δημόσιοι υπάλληλοι που ευνοήθηκαν από το προγενέστερο καθεστώς, προκειμένου να επιφυλαχθεί η ίδια μεταχείριση στους θιγέντες δημοσίους υπαλλήλους, όπως διευκρίνισα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 16 της οδηγίας 2000/78 ( 106 ).
98.
Διευκρινίζεται ότι, εν αντιθέσει προς τα όσα ενδεχομένως υποδηλώνει το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, η εφαρμογή της σχετικής με την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης νομολογίας δεν θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να καταλήξει στην εφαρμογή του προγενέστερου συστήματος αποδοχών, μέσω κάποιου είδους αναβιώσεως των διατάξεων που καταργήθηκαν αναδρομικώς ( 107 ). Συγκεκριμένα, ο σεβασμός της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης δεν φθάνει μέχρι του σημείου να επιβάλει σε εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει νομοθεσία η οποία καταργήθηκε με βούληση του νομοθέτη ενός κράτους μέλους. Επιπλέον, το προγενέστερο αυτό σύστημα περιέχει διατάξεις για τις οποίες το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι συνεπάγονται διάκριση λόγω ηλικίας ( 108 ), οπότε δεν μπορεί να εφαρμοστεί ως τέτοιο ακριβώς για να τεθεί τέλος στη δυσμενή αυτή διάκριση.
V. Πρόταση
99.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακού διοικητικού δικαστηρίου, Αυστρία) ως εξής:
1)
Τα άρθρα 2 και 6 της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, έχουν την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτά εθνική νομοθεσία η οποία, για τον συνυπολογισμό των περιόδων προϋπηρεσίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από το 18ο έτος της ηλικίας, αντικαθιστά σύστημα αποδοχών, το οποίο κρίθηκε ότι εισάγει δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας, με νέο σύστημα αποδοχών, αλλά προβλέπει ότι η μετάβαση σε αυτό το σύστημα όλων των ήδη υπηρετούντων προσώπων πραγματοποιείται με το να καθοριστεί η πρώτη κατάταξή τους στο νέο αυτό σύστημα βάσει μισθού καταβληθέντος για συγκεκριμένο μήνα και υπολογισμένου σύμφωνα με το προγενέστερο σύστημα, με αποτέλεσμα η διάκριση λόγω ηλικίας να διατηρείται όσον αφορά τα οικονομικά αποτελέσματά της.
2)
Το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει την έννοια ότι δεν αντιβαίνει σε αυτό εθνική νομοθεσία η οποία περιορίζει τον ουσιαστικό έλεγχο τον οποίο τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια είναι σε θέση να ασκούν σχετικά με τις προσβαλλόμενες ενώπιόν τους αποφάσεις, αλλά επιτρέπει στα εν λόγω δικαστήρια να ασκούν έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων αυτών και, στο πλαίσιο αυτό, έλεγχο της συμφωνίας της εν λόγω νομοθεσίας με το δίκαιο της Ένωσης.
3)
Το άρθρο 16 της οδηγίας 2000/78 έχει την έννοια ότι, σε κατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, όπου σύστημα απορρέον από την κατάργηση της διακρίσεως λόγω ηλικίας δεν έχει ακόμη θεσπισθεί κατά τρόπο σύμφωνο με τα οριζόμενα στην οδηγία αυτή, η αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως προϋποθέτει τη χορήγηση στα θιγέντα από το προγενέστερο σύστημα πρόσωπα των ίδιων πλεονεκτημάτων με αυτά των οποίων μπόρεσαν να τύχουν τα ευνοηθέντα από το σύστημα αυτό πρόσωπα, όσον αφορά όχι μόνο τον συνυπολογισμό των προγενέστερων του 18ου έτους ηλικίας περιόδων προϋπηρεσίας αλλά και την προαγωγή στη μισθολογική κλίμακα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000 (ΕΕ 2000, L 303, σ. 16).
( 3 ) Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2014 (C‑530/13, EU:C:2014:2359). Σχετικά με τα στάδια της εξελίξεως, σε συσχετισμό με αποφάσεις του Δικαστηρίου, του αυστριακού δικαίου σε θέματα αποδοχών και προαγωγής των δημοσίων υπαλλήλων, βλ., μεταξύ άλλων, σημεία 13 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 4 ) Ειδικότερα, το πρώτο, το δεύτερο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκαν εν προκειμένω είναι ανάλογα με τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο, Αυστρία) στην υπόθεση C‑24/17, Österreichischer Gewerkschaftsbund, η οποία αφορά το αυστριακό σύστημα αποδοχών και προαγωγής των συμβασιούχων υπαλλήλων στη δημόσια διοίκηση, ενώ η υπό κρίση υπόθεση αφορά το σύστημα που έχει εφαρμογή στους δημοσίους υπαλλήλους, δύο συστήματα συμπληρωματικά και ισοδύναμα. Διευκρινίζω ότι, στις δύο αυτές υποθέσεις, τόσο οι αντίστοιχοι προσφεύγοντες στις υποθέσεις των κύριων δικών, οι οποίοι έχουν τον ίδιο εκπρόσωπο, όσο και η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλαν παρατηρήσεις κατ’ ουσίαν παρεμφερείς σχετικά με τις κοινές αυτές πτυχές, και τούτο θα αντικατοπτριστεί στις παρούσες προτάσεις.
( 5 ) BGBl. 54/1956.
( 6 ) Απόφαση της 18ης Ιουνίου 2009 (C‑88/08, EU:C:2009:381), όπου το Δικαστήριο ερμήνευσε τα άρθρα 1, 2 και 6 της οδηγίας 2000/78 υπό την έννοια ότι «προσκρούει σ’ αυτά εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία αποκλείει, προκειμένου να μην αντιμετωπίζεται δυσμενέστερα η γενική εκπαίδευση έναντι της επαγγελματικής και να προωθείται η ένταξη των νέων μαθητευομένων στην αγορά εργασίας, τον συνυπολογισμό των περιόδων απασχολήσεως που διανύθηκαν πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας για τον καθορισμό του κλιμακίου στο οποίο κατατάσσονται οι συμβασιούχοι υπάλληλοι της δημόσιας διοικήσεως κράτους μέλους» (σκέψη 51, η υπογράμμιση δική μου). Οι επίμαχες αυστριακές διατάξεις στην εν λόγω υπόθεση Hütter, οι οποίες αφορούσαν τους συμβασιούχους υπαλλήλους της δημόσιας διοικήσεως, ήταν αντίστοιχες αυτών που αφορούν τους δημοσίους υπαλλήλους στην υπό κρίση υπόθεση.
( 7 ) BGBl. I, 82/2010.
( 8 ) Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2014 (C‑530/13, EU:C:2014:2359), όπου το Δικαστήριο ερμήνευσε, μεταξύ άλλων, το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο αʹ, καθώς και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 υπό την έννοια ότι «αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία, προκειμένου να θέσει τέλος σε διάκριση λόγω ηλικίας, προβλέπει συνυπολογισμό περιόδων εκπαιδεύσεως και υπηρεσίας που διανύθηκαν πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας αλλά προβλέπει, ταυτοχρόνως, μόνο για τους υπαλλήλους που υπήρξαν θύματα της διακρίσεως επιμήκυνση κατά τρία έτη του χρόνου που απαιτείται για τη μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο κλιμάκιο κάθε κατηγορίας προσωπικού ή μισθολογικής κατηγορίας» (σκέψη 45, η υπογράμμιση δική μου). Οι διατάξεις του GehG, όπως τροποποιήθηκαν το 2010, ήταν ακριβώς επίμαχες στην υπόθεση Schmitzer.
( 9 ) BGBl. I, 32/2015.
( 10 ) Απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2016 (Ro 2015/12/0025-3).
( 11 ) BGBl. I, 104/2016.
( 12 ) Απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014 (C‑501/12 έως C‑506/12, C‑540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005).
( 13 ) Βλ. σημεία 17 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 14 ) Ο M. Leitner παρέπεμψε ρητώς στις αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 2009, Hütter (C‑88/08, EU:C:2009:381), της 11ης Νοεμβρίου 2014, Schmitzer (C‑530/13, EU:C:2014:2359), και της 28ης Ιανουαρίου 2015, Starjakob (C‑417/13, EU:C:2015:38).
( 15 ) Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2014 (C‑530/13, EU:C:2014:2359).
( 16 ) Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005 (C‑144/04, EU:C:2005:709).
( 17 ) Συναφώς, βλ. υποσημείωση 4 των παρουσών προτάσεων.
( 18 ) Βλ. άρθρο 8, παράγραφος 1, του GehG 2015, κατ’ αντιδιαστολή προς τη μορφή του GehG 2010.
( 19 ) Βλ. άρθρο 12, παράγραφοι 1 έως 3, του GehG 2015.
( 20 ) Ειδικότερα, οι υπηρετούντες στις 11 Φεβρουαρίου 2015.
( 21 ) Βάσει του άρθρου 175, παράγραφος 79, σημείο 3, του GehG 2016, τα άρθρα 8 και 12 του GehG 2015 ισχύουν αναδρομικά από την 1η Φεβρουαρίου 1956, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του GehG 1956, επίσης όσον αφορά τις εκκρεμείς ή τις μελλοντικές διαδικασίες.
( 22 ) Οι λεπτομέρειες της μεθόδου μεταβάσεως εκτίθενται στο άρθρο 169c του τροποποιημένου GehG.
( 23 ) Όπως επισημαίνεται στο άρθρο 169c, παράγραφοι 1 έως 2a, του τροποποιημένου GehG, όπου διευκρινίζεται, μεταξύ άλλων, ότι πρόκειται για «κατάταξη βάσει του φύλλου μισθοδοσίας».
( 24 ) Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2014 (C‑530/13, EU:C:2014:2359), της οποίας το περιεχόμενο υπενθυμίζεται στην υποσημείωση 8 των παρουσών προτάσεων.
( 25 ) Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση που εξέδωσε στις 9 Σεπτεμβρίου 2016 το Verwaltungsgerichtshof (διοικητικό δικαστήριο), η οποία προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 10 των παρουσών προτάσεων, καθώς και στην περί παραπομπής απόφαση του Oberster Gerichtshof (Ανωτάτου Δικαστηρίου) στην εκκρεμή υπόθεση Österreichischer Gewerkschaftsbund (C‑24/17), η οποία αποτελεί το αντικείμενο προτάσεών μου της ίδιας ημερομηνίας με τις παρούσες.
( 26 ) Στο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι το νέο αυτό σύστημα είναι «αυτό καθ’ εαυτό απαλλαγμένο από δυσμενείς διακρίσεις όσον αφορά τους πρωτοδιόριστους δημοσίους υπαλλήλους».
( 27 ) Διευκρινίζω ότι παρεμφερές ζήτημα εγείρεται με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, υπό αʹ, στη συναφή υπόθεση C‑24/17, Österreichischer Gewerkschaftsbund, η οποία αποτελεί το αντικείμενο προτάσεών μου της ίδιας ημερομηνίας με τις παρούσες.
( 28 ) Ήτοι «εθνική ρύθμιση [η οποία έχει ως] αποτέλεσμα η διάκριση λόγω ηλικίας εις βάρος των υπηρετούντων δημοσίων υπαλλήλων να διατηρείται αμείωτη».
( 29 ) Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, μεταξύ άλλων, να διευκρινιστεί αν, στην υπό κρίση υπόθεση, μπορούν να αντληθούν διδάγματα από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου σχετικά με την παρεμφερή εξέλιξη του γερμανικού δικαίου στον τομέα αυτόν. Παραπέμπει, ειδικότερα, στις αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Hennigs και Mai (C‑297/10 και C‑298/10, EU:C:2011:560), της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C‑540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005), και της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Unland (C‑20/13, EU:C:2015:561). Στις προτάσεις του στην υπόθεση Stollwitzer (C‑482/16, EU:C:2017:893, σημείο 6 και υποσημείωση 18), ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi εκθέτει ότι οι εν λόγω υποθέσεις «αφορούσαν, αφενός, το εφαρμοστέο μισθολογικό καθεστώς, σε επίπεδο τόσο ομοσπονδιακό όσο και περιφερειακό [στη Γερμανία], στους συμβασιούχους του δημόσιου τομέα ή στους δημόσιους υπαλλήλους, το οποίο βασιζόταν κυρίως σε κριτήρια βαθμίδων ηλικίας και, αφετέρου, τους όρους μεταβάσεως από το εν λόγω μισθολογικό καθεστώς σε καθεστώς μη βασιζόμενο σε εισάγοντα διακρίσεις κριτήρια».
( 30 ) Ο M. Leitner επισημαίνει ότι, βάσει της αποφάσεως που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 10 των παρουσών προτάσεων, το Verwaltungsgerichtshof (διοικητικό δικαστήριο) εκτίμησε, σχετικά με τη μεταρρύθμιση των αποδοχών του 2015, ότι «είναι […] αδιανόητο να μπορεί η συλλογική μετάβαση –η οποία στην καλύτερη περίπτωση είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης– υφιστάμενων δημοσίων υπαλλήλων προς το νέο σύστημα, βάσει θέσεως που κατείχαν στο προγενέστερο σύστημα το οποίο εισήγε δυσμενή διάκριση, απλώς να εξαλείψει τη δυσμενή διάκριση που έλαβε χώρα κατά τις προγενέστερες περιόδους».
( 31 ) Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη και οι κοινωνικοί εταίροι πρέπει να ενεργούν τηρώντας την οδηγία 2000/78 όταν λαμβάνουν μέτρα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, η οποία συγκεκριμενοποιεί στον τομέα της απασχολήσεως και της εργασίας την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 2015, Felber, C‑529/13, EU:C:2015:20, σκέψεις 15 έως 17, και της 19ης Ιουλίου 2017, Abercrombie & Fitch Italia, C‑143/16, EU:C:2017:566, σκέψεις 16 και 17).
( 32 ) Κατά την απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2014Schmitzer (C‑530/13, EU:C:2014:2359), της οποίας το περιεχόμενο υπενθυμίζεται στην υποσημείωση 8 των παρουσών προτάσεων.
( 33 ) Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2014 (C‑530/13, EU:C:2014:2359, σκέψεις 35 και 44).
( 34 ) Βλ. σημεία 17 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 35 ) Βλ. αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Hennigs και Mai (C‑297/10 και C‑298/10, EU:C:2011:560, σκέψεις 84 έως 86), της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C‑540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005, σκέψεις 57 έως 60), και της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Unland (C‑20/13, EU:C:2015:561, σκέψεις 38 έως 40).
( 36 ) Ειδικότερα, κατά το εν λόγω άρθρο 169c, παράγραφος 2, η ανακατάταξη πραγματοποιείται βάσει «ποσού μεταβάσεως» το οποίο αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό του μισθού που καταβλήθηκε για τον «μήνα μεταβάσεως», ήτοι τον Φεβρουάριο του 2015, μισθός ο οποίος υπολογίστηκε βάσει του προγενέστερου συστήματος αποδοχών.
( 37 ) Κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, «η Δημοκρατία της Αυστρίας γνωρίζει ότι νομοθεσία η οποία, για τη μετάβαση υφιστάμενων υπαλλήλων από σύστημα αποδοχών που εισάγει δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας σε νέο σύστημα, προβλέπει ότι η κατάταξη στο νέο σύστημα αποδοχών πραγματοποιείται αποκλειστικά και μόνο βάσει του μισθού που λαμβάνουν κατά το προγενέστερο σύστημα αποδοχών –το οποίο εισάγει δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας–, δύναται να διαιωνίσει δυσμενή διάκριση οφειλόμενη στο προγενέστερο σύστημα αποδοχών».
( 38 ) Κατά το απόσπασμα που παραθέτει η Επιτροπή, το οποίο αντλείται από τις επεξηγήσεις σχετικά με το κυβερνητικό σχέδιο για τον νόμο ο οποίος επρόκειτο να τροποποιήσει το άρθρο 169c του GehG 2015, νόμος ο οποίος δημοσιεύθηκε μεταγενέστερα στο BGBl. I, 104/2016 (βλ. παραρτήματα των στενογραφημένων πρακτικών του Εθνικού Συμβουλίου 1296 της 25ης βουλευτικής περιόδου, σ. 2, τα οποία είναι προσβάσιμα στην ακόλουθη διεύθυνση στο διαδίκτυο: ): «Επομένως, ο [Αυστριακός] νομοθέτης επιλέγει συνειδητά αυτόν τον τρόπο μεταβάσεως και, συναφώς, διαιωνίζει σκοπίμως και ρητώς τη δυσμενή διάκριση, με σκοπό την αποφυγή απωλειών εισοδήματος για τους υπηρετούντες υπαλλήλους και τη διασφάλιση σε αυτούς επιπέδου εισοδήματος και προοπτικών εισοδήματος στα οποία αυτοί στηρίχθηκαν επί πολλά έτη».
( 39 ) Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2014 (C‑530/13, EU:C:2014:2359).
( 40 ) Θα επανέλθω επί της τελευταίας πτυχής, στα σημεία 58 και 59 των παρουσών προτάσεων.
( 41 ) Ήτοι, κατά το εν λόγω άρθρο 6, παράγραφος 1, δικαιολογείται «ιδίως […] από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης».
( 42 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 2017, G4S Secure Solutions (C‑157/15, EU:C:2017:203, σκέψη 36), και της 25ης Ιουλίου 2018, Dyson (C‑632/16, EU:C:2018:599, σκέψη 54).
( 43 ) Το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει συγκεκριμένα στα στοιχεία αιτιολογίας που περιέχονται στις προπαρασκευαστικές εργασίες της μεταρρυθμίσεως (Bericht des Verfassungsausschusses, 457 BlgNR XXV. GP, 2).
( 44 ) Ειδικότερα, η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, μόνο σε ομοσπονδιακό επίπεδο, θα έπρεπε να εξεταστούν περίπου 160000 περιπτώσεις στο πλαίσιο της μεταβάσεως στο νέο σύστημα αποδοχών, οπότε δεν θα μπορούσε να διενεργηθεί ατομική εξέταση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος.
( 45 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C‑540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005, σκέψεις 77 έως 80), και της 28ης Ιανουαρίου 2015, Starjakob (C‑417/13, EU:C:2015:38, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 46 ) Όπως προκύπτει από το απόσπασμα των εθνικών προπαρασκευαστικών εργασιών που παρατίθεται στην υποσημείωση 38 των παρουσών προτάσεων.
( 47 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Unland (C‑20/13, EU:C:2015:561, σκέψη 42), και της 14ης Μαρτίου 2018, Stollwitzer (C‑482/16, EU:C:2018:180, σκέψη 41).
( 48 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2015, Starjakob (C‑417/13, EU:C:2015:38, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 49 ) Κατά τους όρους που υπενθυμίζονται στην υποσημείωση 36 των παρουσών προτάσεων.
( 50 ) Λαμβανομένων υπόψη της αποφάσεως περί παραπομπής και των διευκρινίσεων που παρέσχε εν συνεχεία το αιτούν δικαστήριο, αντιλαμβάνομαι ότι προβλέφθηκαν περισσότεροι μηχανισμοί, στα διάφορα στάδια της διαδικασίας μεταβάσεως, προκειμένου να αποφευχθεί ενδεχόμενη σημαντική μείωση των αποδοχών των προσώπων που ανακατατάχθηκαν (ειδικότερα, ένα κλιμάκιο που συνήθως αποκαλείται κλιμάκιο «διατηρήσεως» και δύο διαδοχικά επιδόματα διατηρήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 169c, παράγραφοι 6 και 9, του τροποποιημένου GehG). Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι μηχανισμοί αυτοί «δεν σκοπούν […] στην αντιστάθμιση των ενεχουσών διακρίσεις λόγω ηλικίας αποδοχών οι οποίες συναρτώνται με το ποσό μεταβάσεως».
( 51 ) Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, «προκειμένου να πληρούται το κριτήριο της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όσον αφορά ορισμένο επίπεδο αποδοχών, αρκεί, όπως φαίνεται, να διατηρηθεί ο μισθός που καταβαλλόταν προηγουμένως. Επομένως, ένα ενδεχόμενο θα ήταν να ευθυγραμμιστεί με πανομοιότυπο τρόπο η προαγωγή κατά μισθολογικό κλιμάκιο για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους· ωστόσο, προκειμένου να τηρηθεί η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, θα μπορούσε να καταβληθεί στους δημοσίους υπαλλήλους που υφίστανται εκ του λόγου τούτου απώλεια εισοδήματος ο μισθός που λάμβαναν έως τότε, με το να αποσυνδεθεί αυτός από το μισθολογικό κλιμάκιο στο οποίο αυτοί έπρεπε κανονικά να καταταγούν, έως ότου ανέλθουν στο κλιμάκιο που αντιστοιχεί στον μισθό αυτόν. Αναμφίβολα ο μηχανισμός αυτός θα διατηρούσε ορισμένες συνέπειες της προγενέστερης δυσμενούς διακρίσεως, ήτοι αυτές που αφορούν τα εισοδήματα, αλλά μόνο για μεταβατική περίοδο προβλέψιμης διάρκειας» (η υπογράμμιση δική μου).
( 52 ) Επισημαίνεται ότι στο πλαίσιο της προγενέστερης μεταρρυθμίσεως του 2010, ο Αυστριακός νομοθέτης είχε επιλέξει την κατά περίπτωση εξέταση, αντί να προβεί σε αυτόματη και κατ’ αποκοπήν ανακατάταξη, όπως διευκρινίζει ο M. Leitner.
( 53 ) Επισημαίνεται ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας εφάρμοσε διαφορετική μεθοδολογία, την οποία το Δικαστήριο έκρινε πρόσφατα σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης, σε παρεμφερές πλαίσιο μεταβάσεως σε νέο σύστημα αποδοχών χρονολογούμενο επίσης από το 2015. Βλ. απόφαση της 14ης Μαρτίου 2018, Stollwitzer (C‑482/16, EU:C:2018:180, σκέψη 45), όπου επισημαίνεται ότι «ο Αυστριακός νομοθέτης εξισορρόπησε, στο πλαίσιο της διαδικασίας θεσπίσεως του άρθρου 53a του ομοσπονδιακού νόμου του 2015 περί σιδηροδρόμων, την εξάλειψη της διακρίσεως λόγω ηλικίας με τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων που είχαν κτηθεί υπό το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς».
( 54 ) Κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στο σημείο 52 των παρουσών προτάσεων.
( 55 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C‑540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005, σκέψεις 83 έως 85), όπου επισημάνθηκε ότι τα μέτρα «θα είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, την εξάλειψη της μισθολογικής διαφοράς μετ’ ολίγα έτη».
( 56 ) Βλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2014, Schmitzer (C‑530/13, EU:C:2014:2359, σκέψεις 43 και 44).
( 57 ) H συμφωνία συνδικαλιστικής οργανώσεως, κατά την άποψή μου, μπορεί να έχει καθοριστική σημασία όταν διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας διατηρείται προσωρινώς, αλλά όχι αν οι συνέπειές της είναι οριστικές.
( 58 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2018, Bedi (C‑312/17, EU:C:2018:734, σκέψεις 68 έως 70 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 59 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Ιουλίου 2017, Abercrombie & Fitch Italia (C‑143/16, EU:C:2017:566, σκέψεις 31 και 46), και της 19ης Σεπτεμβρίου 2018, Bedi (C‑312/17, EU:C:2018:734, σκέψη 59).
( 60 ) Το Δικαστήριο ερωτάται σχετικά με τις δυνητικές συνέπειες, εν προκειμένω, του άρθρου 47 του Χάρτη επίσης στο πλαίσιο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος (βλ. σημεία 78 επ. των παρουσών προτάσεων), αλλά εκτιμώ ότι είναι πιο σκόπιμο να δοθεί απάντηση στο ζήτημα αυτό στο πλαίσιο του παρόντος τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος.
( 61 ) Βάσει της απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα (βλ. σημεία 39 επ. των παρουσών προτάσεων).
( 62 ) Το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει, ειδικά, στις διατάξεις του άρθρου 169c, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, και παράγραφος 2c, πρώτη περίοδος, του τροποποιημένου GehG. Η δεύτερη αυτή διάταξη ορίζει ότι το άρθρο 169c, παράγραφοι 2a και 2b, μεταφέρει, στο αυστριακό δίκαιο, τα άρθρα 2 και 6 της οδηγίας 2000/78, όπως ερμηνεύθηκαν με την απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C‑540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005).
( 63 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 2008, Burda (C‑284/06, EU:C:2008:365, σκέψη 39), της 28ης Ιουνίου 2012, Erny (C‑172/11, EU:C:2012:399, σκέψη 32), και της 6ης Μαρτίου 2014, Siragusa (C‑206/13, EU:C:2014:126, σκέψη 21).
( 64 ) Διευκρινίζεται ότι η ερμηνεία του άρθρου 47 του Χάρτη ζητείται επίσης στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, υπό γʹ, στη συναφή υπόθεση C‑24/17, Österreichischer Gewerkschaftsbund, η οποία αποτελεί το αντικείμενο προτάσεών μου της ίδιας ημερομηνίας με τις παρούσες.
( 65 ) Από το άρθρο 169c, παράγραφοι 1 έως 2a, του τροποποιημένου GehG, προκύπτει ότι οι υπηρετούντες στις 11 Φεβρουαρίου 2015 δημόσιοι υπάλληλοι ανακατατάχθηκαν στο νέο σύστημα «αποκλειστικώς βάσει των ως τότε αποδοχών τους», σε συνάρτηση με ένα «ποσό μεταβάσεως» το οποίο αντιστοιχεί στον μισθό που καταβλήθηκε για τον «μήνα Φεβρουάριο του 2015 (μήνας μεταβάσεως)» και, επομένως, καθορίστηκε κατ’ εφαρμογήν του προγενέστερου συστήματος. Δυνάμει αυτού του άρθρου 169c, παράγραφος 2a, «δεν απαιτείται εξέταση του νομοτύπου [των εν λόγω αποδοχών] ούτε όσον αφορά τη νόμιμη βάση τους ούτε όσον αφορά το ύψος τους», ενώ διόρθωση επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση προδήλων σφαλμάτων εξ αβλεψίας κατά την καταχώριση των στοιχείων.
( 66 ) Στην έκθεση του πλαισίου της υποθέσεως της κύριας δίκης, το Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο) παραθέτει αποσπάσματα της προαναφερθείσας αποφάσεως της 9ης Σεπτεμβρίου 2016, όπου το Verwaltungsgerichtshof (διοικητικό δικαστήριο) έκρινε ότι η στέρηση κάθε δυνατότητας δικαστικού ελέγχου της πραγματικής εφαρμογής του προγενέστερου δικαιώματος, όπως προβλέπεται από τη μεταρρύθμιση των αποδοχών που θεσπίσθηκε στις αρχές του 2015, συνιστά παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη και του άρθρου 9 της οδηγίας 2000/78. Υπενθυμίζω ότι νομοθετικές τροποποιήσεις πραγματοποιήθηκαν κατόπιν της αποφάσεως αυτής (βλ. σημείο 18 των παρουσών προτάσεων).
( 67 ) Συγκεκριμένα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 175, παράγραφος 79, σημείο 3, του GehG 2016 (βλ., επίσης, υποσημείωση 21 των παρουσών προτάσεων).
( 68 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 17ης Απριλίου 2018, Egenberger (C‑414/16, EU:C:2018:257, σκέψη 49), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, UBS Europe κ.λπ. (C‑358/16, EU:C:2018:715, σκέψεις 51 και 52).
( 69 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 29 επ. καθώς και άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78.
( 70 ) Βλ. άρθρο 169c, παράγραφος 2c, πρώτη περίοδος, του τροποποιημένου GehG.
( 71 ) Κατά τη νομολογία αυτή, οι εν λόγω ρυθμίσεις «δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες οι οποίες αφορούν παρόμοια ένδικα βοηθήματα του εσωτερικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας), ούτε να καθιστούν πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας)» [βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Belastingdienst/Toeslagen (ανασταλτικό αποτέλεσμα της εφέσεως), C‑175/17, EU:C:2018:776, σκέψη 39].
( 72 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Bobek στην υπόθεση Banger (C‑89/17, EU:C:2018:225, σημεία 77 έως 80, 91 και 102 έως 107 και εκεί παρατιθέμενες αποφάσεις και προτάσεις), όπου υπογραμμίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «[η] έκταση και η ένταση που πρέπει να έχει ο δικαστικός έλεγχος, με βάση τις επιταγές της αρχής της αποτελεσματικότητας, εξαρτώνται από το περιεχόμενο και τη φύση των κρίσιμων αρχών και κανόνων του δικαίου της Ένωσης που εφαρμόζει η προσβαλλόμενη εθνική απόφαση» (σημείο 102).
( 73 ) Σύμβαση που υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950.
( 74 ) Βλ., μεταξύ άλλων, προτάσεις μου στην υπόθεση Associação Sindical dos Juízes Portugueses (C‑64/16, EU:C:2017:395, σημεία 70 και 71), καθώς και απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Belastingdienst/Toeslagen (Ανασταλτικό αποτέλεσμα της εφέσεως) (C‑175/17, EU:C:2018:776, σκέψη 35).
( 75 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 13ης Δεκεμβρίου 2012, De Souza Ribeiro κατά Γαλλίας (CE:ECHR:2012:1213JUD002268907, § 79), και της 13ης Απριλίου 2017, Tagayeva κ.λπ. κατά Ρωσίας (CE:ECHR:2017:0413JUD002656207, § 618).
( 76 ) Βλ. το γράμμα των διατάξεων το οποίο εκτίθεται στην υποσημείωση 65 των παρουσών προτάσεων.
( 77 ) Ομοίως περιορισμένο είναι το αντικείμενο των αμφισβητήσεων της ίδιας φύσεως που μπορούσαν να διατυπωθούν, προηγουμένως, ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών αρχών.
( 78 ) Νομίζω ότι σκοπός του περιορισμού αυτού είναι να καταστεί δυνατή η αυτόματη μετάβαση στο νέο σύστημα και να αποφευχθεί ο πολλαπλασιασμός των προσφυγών που ενδεχομένως θα ασκούνταν σχετικά με τον μισθό που ελήφθη υπόψη ως βάση, προσφυγές οι οποίες θα μπορούσαν να προέρχονται όχι μόνο από τους θιγέντες από το προγενέστερο σύστημα, αλλά και από εκείνους που ευνοήθηκαν από αυτό.
( 79 ) Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο έχει ήδη τονίσει τη σημασία, ως προς τον δικαστικό έλεγχο τον οποίο εγγυάται το άρθρο 47 του Χάρτη, της δυνατότητας του εθνικού δικαστή να ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης ενώπιόν του αποφάσεως (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 16ης Μαΐου 2017, Berlioz Investment Fund, C‑682/15, EU:C:2017:373, σκέψεις 56, 59, 84 και 89).
( 80 ) Επισημαίνεται ότι η ερμηνεία του άρθρου 17 της οδηγίας 2000/78 ζητείται επίσης στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, υπό βʹ, το οποίο υποβλήθηκε στη συναφή υπόθεση C‑24/17, Österreichischer Gewerkschaftsbund, η οποία αποτελεί το αντικείμενο προτάσεών μου της ίδιας ημερομηνίας με τις παρούσες, υπενθυμίζεται δε ότι η ερμηνεία του άρθρου 47 του Χάρτη ζητείται επίσης στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, υπό γʹ, στην υπόθεση εκείνη.
( 81 ) Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2014 (C‑530/13, EU:C:2014:2359). Εκτιμώ ότι το υποβληθέν ερώτημα παραπέμπει έμμεσα, ιδίως, στις σκέψεις 46 έως 51 της αποφάσεως αυτής.
( 82 ) Βλ. σημεία 63 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 83 ) Από τη διατύπωση του ερωτήματος αυτού και από τα σχετικά στοιχεία της αποφάσεως περί παραπομπής, αντιλαμβάνομαι ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν ο Αυστριακός νομοθέτης όφειλε να προβλέψει οικονομική αντιστάθμιση στην ίδια την επίμαχη νομοθεσία και όχι αν το κράτος μπορεί ενδεχομένως να είναι υπεύθυνο για την έλλειψη τέτοιου μέτρου.
( 84 ) Το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει ειδικότερα τις αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C‑540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005), και της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Unland (C‑20/13, EU:C:2015:561).
( 85 ) Ειδικότερα, το σημείο 2 του διατακτικού της εν λόγω αποφάσεως της 11ης Νοεμβρίου 2014 (C‑530/13, EU:C:2014:2359), κατά το οποίο «[τ]α άρθρα 9 και 16 της οδηγίας 2000/78 έχουν την έννοια ότι ο υπάλληλος που υπήρξε θύμα διακρίσεως λόγω ηλικίας, απορρέουσας από τον τρόπο καθορισμού της ημερομηνίας αναφοράς που λαμβάνεται υπόψη για την προαγωγή του, μπορεί να επικαλεσθεί το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής προκειμένου να προσβάλει τα συνεπαγόμενα διακρίσεις αποτελέσματα της επιμηκύνσεως του απαιτούμενου για την προαγωγή χρόνου, παρόλο που, κατόπιν αιτήσεώς του, προσδιορίσθηκε εκ νέου η ημερομηνία αυτή».
( 86 ) Μολονότι δεν παραβλέπω ότι το Δικαστήριο είχε παραπέμψει στο εν λόγω άρθρο 17 στην απόφασή του της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C‑540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005, σκέψη 87 και σημείο 4 του διατακτικού), απαντώντας στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα που του είχε υποβληθεί στην υπόθεση εκείνη, απόφαση η οποία μνημονεύεται στο σχετικό με το υπό εξέταση προδικαστικό ερώτημα σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής.
( 87 ) Το εν λόγω άρθρο 17 διευκρινίζει ότι οι κυρώσεις αυτές «μπορεί να περιλαμβάνουν την καταβολή αποζημίωσης στο θύμα», αλλά «πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες με την παράβαση και αποτρεπτικές».
( 88 ) Επισημαίνεται ότι εκεί πρόκειται για το κράτος ως νομοθέτη, μολονότι, εδώ, συμβαίνει το κράτος να είναι επίσης ο εργοδότης των ενδιαφερόμενων προσώπων.
( 89 ) Όπως συνέβη, για παράδειγμα, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 25ης Απριλίου 2013, Asociația Accept (C‑81/12, EU:C:2013:275, σκέψη 73).
( 90 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 28ης Ιανουαρίου 2015, Starjakob (C‑417/13, EU:C:2015:38, σκέψεις 41 έως 43, όπου το Δικαστήριο διακρίνει ακριβώς μεταξύ των αντίστοιχων σκοπών των άρθρων 16 και 17 της οδηγίας 2000/78 και αποφαίνεται ότι το δεύτερο στερείται σημασίας όσον αφορά το προδικαστικό ερώτημα, παρεμφερές με το υπό εξέταση, το οποίο υποβλήθηκε στην υπόθεση εκείνη), της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Unland (C‑20/13, EU:C:2015:561, σκέψη 48), και της 14ης Μαρτίου 2018, Stollwitzer (C‑482/16, EU:C:2018:180, σκέψεις 28 επ.).
( 91 ) Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της συνεργασίας και προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, το Δικαστήριο ενδέχεται να χρειαστεί να λάβει υπόψη κανόνες του δικαίου της Ένωσης τους οποίους το αιτούν δικαστήριο δεν ανέφερε με το προδικαστικό του ερώτημα (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Smith, C‑122/17, EU:C:2018:631, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 92 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 28ης Ιανουαρίου 2015, Starjakob (C‑417/13, EU:C:2015:38, σκέψεις 44 έως 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 14ης Μαρτίου 2018, Stollwitzer (C‑482/16, EU:C:2018:180, σκέψεις 28 έως 34).
( 93 ) Βλ. σημεία 39 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 94 ) Ήτοι τους δημοσίους υπαλλήλους που έτυχαν λιγότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως, στο πλαίσιο του εν λόγω προγενέστερου συστήματος, όσον αφορά τον συνυπολογισμό των περιόδων προϋπηρεσίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από το 18ο έτος της ηλικίας για τον σκοπό καθορισμού των αποδοχών τους και της προαγωγής τους.
( 95 ) Όπως συνέβαινε, για παράδειγμα, με την επίμαχη εθνική νομοθεσία στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2015, Starjakob (C‑417/13, EU:C:2015:38, βλ., ειδικά, σκέψη 48), και εν αντιθέσει προς την επίμαχη εθνική νομοθεσία στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 14ης Μαρτίου 2018, Stollwitzer (C‑482/16, EU:C:2018:180, βλ., ειδικά, σκέψεις 31 έως 34).
( 96 ) Επισημαίνεται ότι η επίμαχη κατάσταση διαφέρει από εκείνες σχετικά με τις οποίες εκδόθηκαν οι δύο αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει το αιτούν δικαστήριο, στο μέτρο που, σε εκείνες τις υποθέσεις εν αντιθέσει προς την υπό κρίση υπόθεση, δεν ήταν δυνατό να προσδιοριστεί η κατηγορία προσώπων που εθίγησαν από την επίμαχη εθνική νομοθεσία, με αποτέλεσμα να μην υφίστατο έγκυρο σύστημα αναφοράς (βλ. αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ., C‑501/12 έως C‑506/12, C‑540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005, σκέψεις 81 και 93 έως 97, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Unland, C‑20/13, EU:C:2015:561, σκέψη 47).
( 97 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Ιουνίου 2007, Jonkman κ.λπ. (C‑231/06 έως C‑233/06, EU:C:2007:373, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), όπου διευκρινίζεται ότι, κατόπιν αποφάσεως επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως από την οποία προκύπτει η ασυμβατότητα της εθνικής νομοθεσίας με το δίκαιο της Ένωσης, στις αρχές του οικείου κράτους μέλους εναπόκειται να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσουν, στην επικράτειά τους, την τήρηση του δικαίου της Ένωσης και ότι οι εν λόγω αρχές διατηρούν μεν την ευχέρεια επιλογής των ληπτέων μέτρων, αλλά οφείλουν, ιδίως, να μεριμνούν ώστε το εθνικό δίκαιο να εναρμονισθεί προς το δίκαιο της Ένωσης το συντομότερο δυνατόν και να καταστούν πλήρως αποτελεσματικά τα δικαιώματα που οι ιδιώτες αντλούν από αυτό. Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Winner Wetten (C‑409/06, EU:C:2010:38, σημείο 119).
( 98 ) Στο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η εν λόγω αρχή επιβεβαιώθηκε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, Mangold (C‑144/04, EU:C:2005:709).
( 99 ) Για τους ίδιους λόγους με εκέινους που μνημονεύονται στα σημεία 84 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 100 ) Κατά το άρθρο 175, παράγραφος 79, σημείο 3, του τροποποιημένου GehG.
( 101 ) Η Αυστριακή Κυβέρνηση παραπέμπει, ειδικότερα, στην απόφαση της 19ης Απριλίου 2016, DI (C‑441/14, EU:C:2016:278, σκέψεις 32 και 35).
( 102 ) Βλ. σημεία 86 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 103 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 2014, Specht κ.λπ. (C‑501/12 έως C‑506/12, C‑540/12 και C‑541/12, EU:C:2014:2005, σκέψεις 88 και 89), της 7ης Αυγούστου 2018, Smith (C‑122/17, EU:C:2018:631, σκέψεις 39 έως 46), και της 4ης Οκτωβρίου 2018, Link Logistik N&N (C‑384/17, EU:C:2018:810, σκέψεις 57 έως 62).
( 104 ) Κανόνας ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 169c του τροποποιημένου GehG.
( 105 ) Η Αυστριακή Κυβέρνηση προσθέτει ότι, μολονότι μια τέτοια ατομική ανακατάταξη θα μπορούσε βεβαίως να διασφαλίσει ίση μεταχείριση, παρά ταύτα θα οδηγούσε σε σημαντικές απώλειες τόσο για τους δημοσίους υπαλλήλους που ευνοήθηκαν από το προγενέστερο καθεστώς όσο και για εκείνους που εθίγησαν από αυτό, με αποτέλεσμα να θιγεί ο σκοπός εγγυήσεως των κεκτημένων δικαιωμάτων ο οποίος οδήγησε τον εθνικό νομοθέτη να επιλέξει τη γενική μετάβαση. Συναφώς, επισημαίνεται απλώς ότι, από τα πληροφοριακά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, ιδίως κατόπιν της αιτήσεως παροχής διευκρινίσεων, προκύπτει ότι η επίμαχη νομοθεσία περιέχει διάφορους μηχανισμούς για την αποφυγή σημαντικών απωλειών εισοδήματος (βλ. υποσημείωση 50 των παρουσών προτάσεων).
( 106 ) Βλ. σημεία 86 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 107 ) Διευκρινίζεται ότι η Αυστριακή Κυβέρνηση αντιλαμβάνεται το ερώτημα αυτό υπό την έννοια ότι το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι οι διατάξεις του προγενέστερου καθεστώτος, το οποίο εισάγει διάκριση λόγω ηλικίας, θα πρέπει να εφαρμοστούν, αφότου διορθωθούν ώστε να συνάδουν με το δίκαιο της Ένωσης, ερμηνεία της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης την οποία αντικρούει η Αυστριακή Κυβέρνηση.
( 108 ) Βλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2014, Schmitzer (C‑530/13, EU:C:2014:2359, σκέψη 45).