ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MANUEL CAMPOS SÁNCHEZ-BORDONA
της 14ης Νοεμβρίου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C-465/17
Falck Rettungsdienste GmbH,
Falck A/S
κατά
Stadt Solingen,
παρισταμένων των:
Arbeiter-Samariter-Bund Regionalverband Bergisch Land e.V.,
Malteser Hilfsdienst e.V.,
Deutsches Rotes Kreuz, Kreisverband Solingen
[αίτηση του Oberlandesgericht Düsseldorf
(εφετείου Ντίσελντορφ, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Δημόσιες συμβάσεις – Οδηγία 2014/24/ΕΕ – Ειδικές εξαιρέσεις για συμβάσεις υπηρεσιών – Υπηρεσίες πολιτικής άμυνας, πολιτικής προστασίας και πρόληψης κινδύνων – Μη κερδοσκοπικές οργανώσεις ή ενώσεις – Υπηρεσίες ασθενοφόρων»
1.
Κατά το άρθρο 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ ( 2 ), η οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο συγκεκριμένες υπηρεσίες πολιτικής άμυνας, πολιτικής προστασίας και πρόληψης κινδύνων, παρεχόμενες από μη κερδοσκοπικές οργανώσεις ή ενώσεις.
2.
Με την υπό κρίση προδικαστική παραπομπή ζητείται να διευκρινιστεί αν η εξαίρεση αυτή περιλαμβάνει τις «υπηρεσίες ασθενοφόρων» καθώς και να ερμηνευθεί η έννοια της «μη κερδοσκοπικής οργανώσεως ή ενώσεως». Όσον αφορά την έννοια αυτή, επίμαχο είναι το ζήτημα της ενδεχόμενης επίδρασης των νομοθεσιών των κρατών μελών στην οριοθέτησή της.
I. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 2014/24/ΕΕ
3.
Στις αιτιολογικές σκέψεις 28 και 118 προβλέπονται τα εξής:
«(28)
Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ορισμένες υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, όταν παρέχονται από μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς ή ενώσεις, εφόσον η ιδιαίτερη φύση των εν λόγω οργανισμών θα ήταν δύσκολο να διατηρηθεί σε περίπτωση που οι πάροχοι υπηρεσιών θα έπρεπε να επιλεγούν σύμφωνα με τις διαδικασίες της παρούσας οδηγίας. Ωστόσο, η εξαίρεση δεν θα πρέπει να επεκταθεί πέραν των απολύτως απαραίτητων. Θα πρέπει ως εκ τούτου να ορισθεί ρητά ότι οι υπηρεσίες ασθενοφόρων για τη διακομιδή ασθενών δεν θα πρέπει να αποκλειστούν. Εν προκειμένω, θα πρέπει επίσης να διευκρινιστεί ότι η Ομάδα 601 του CPV [“Κοινού λεξιλογίου για τις δημόσιες συμβάσεις”] “Υπηρεσίες Χερσαίων Μεταφορών” δεν καλύπτει τις υπηρεσίες ασθενοφόρων για τη διακομιδή ασθενών οι οποίες καλύπτονται από την τάξη 8514 του CPV. Θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι οι υπηρεσίες του κωδικού 85143000-3 του CPV, οι οποίες συνίστανται αποκλειστικά σε υπηρεσίες ασθενοφόρων για τη διακομιδή ασθενών, θα πρέπει να υπόκεινται στο ειδικό καθεστώς για κοινωνικές και άλλες συγκεκριμένες υπηρεσίες (“απλοποιημένο καθεστώς”). Συνεπώς, οι μεικτές συμβάσεις για την παροχή υπηρεσιών ασθενοφόρων γενικώς θα υπόκεινται επίσης στο απλουστευμένο καθεστώς, εάν η αξία των υπηρεσιών διακομιδής ασθενών είναι υψηλότερη από την αξία άλλων υπηρεσιών ασθενοφόρων.
[…]
(118)
Προκειμένου να εξασφαλισθεί η συνέχεια των δημόσιων υπηρεσιών, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει ότι […] στις διαδικασίες προμήθειας για ορισμένες υγειονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές υπηρεσίες θα μπορούσαν να συμμετέχουν μόνο οργανισμοί που βασίζονται στην ιδία ευθύνη ή στην ενεργό συμμετοχή των υπαλλήλων στη διακυβέρνηση και υφιστάμενοι οργανισμοί, όπως κοινοπραξίες, όσον αφορά τη συμμετοχή στην παροχή των εν λόγω υπηρεσιών στους τελικούς χρήστες. Το πεδίο εφαρμογής της παρούσας διάταξης περιορίζεται αποκλειστικά σε ορισμένες υγειονομικές, κοινωνικές και συναφείς υπηρεσίες, ορισμένες υπηρεσίες εκπαίδευσης και κατάρτισης, υπηρεσίες βιβλιοθηκών, αρχείων, μουσείων και άλλες πολιτιστικές υπηρεσίες, υπηρεσίες στο χώρο του αθλητισμού και υπηρεσίες για ιδιωτικά νοικοκυριά και δεν καλύπτει τις εξαιρέσεις που προβλέπει άλλως η παρούσα οδηγία. Οι συγκεκριμένες υπηρεσίες υπόκεινται μόνο στο ειδικό καθεστώς που προβλέπεται για τις κοινωνικές και λοιπές υπηρεσίες (“απλουστευμένο καθεστώς”).»
4.
Βάσει του άρθρου της 10, η οδηγία 2014/24 δεν εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών για:
«[…]
η)
υπηρεσίες πολιτικής άμυνας, πολιτικής προστασίας και πρόληψης κινδύνων[ ( 3 )] που παρέχονται από μη κερδοσκοπικές οργανώσεις ή ενώσεις και καλύπτονται από τους ακόλουθους κωδικούς του CPV:75250000-3, 75251000-0, 75251100-1, 75251110-4, 75251120-7, 75252000-7, 75222000-8, 98113100-9 και 85143000-3 πλην των υπηρεσιών ασθενοφόρων για τη διακομιδή ασθενών·
[…]».
5.
Το άρθρο 76 διαλαμβάνει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν εθνικούς κανόνες για την ανάθεση συμβάσεων δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αναθέτουσες αρχές τηρούν τις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης των οικονομικών φορέων. Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να καθορίζουν τους εφαρμοστέους διαδικαστικούς κανόνες, υπό το[ν] όρο ότι οι κανόνες αυτοί επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες των σχετικών υπηρεσιών.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη διασφάλισης της ποιότητας, της συνέχειας, της δυνατότητας πρόσβασης, του οικονομικά προσιτού χαρακτήρα, της διαθεσιμότητας και της πληρότητας των υπηρεσιών, τις ειδικές ανάγκες των διαφόρων κατηγοριών χρηστών, συμπεριλαμβανομένων των μειονεκτουσών και των ευάλωτων ομάδων, τη συμμετοχή και την ενδυνάμωση των χρηστών και την καινοτομία. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέπουν ότι η επιλογή του παρόχου υπηρεσιών γίνεται βάσει της προσφοράς που παρουσιάζει τον καλύτερο λόγο τιμής/ποιότητος, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων ποιότητας και βιωσιμότητας για τις κοινωνικές υπηρεσίες.»
6.
Το άρθρο 77 ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι οι αναθέτουσες αρχές δύνανται να παραχωρούν κατ’ αποκλειστικότητα σε οργανισμούς το δικαίωμα συμμετοχής σε διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων μόνο για τις αναφερόμενες στο άρθρο 74 υγειονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές υπηρεσίες οι οποίες καλύπτονται από τους κωδικούς CPV 75121000-0, 75122000-7, 75123000-4, 79622000-0, 79624000-4, 79625000-1, 80110000-8, 80300000-7, 80420000-4, 80430000-7, 80511000-9, 80520000-5, 80590000-6, από 85000000-9 έως 85323000-9, 92500000-6, 92600000-7, 98133000-4, 98133110-8.
2. Ο προβλεπόμενος στην παράγραφο 1 οργανισμός πρέπει να πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
έχει ως στόχο την επιδίωξη αποστολής δημόσιας υπηρεσίας από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1·
β)
τα κέρδη επενδύονται εκ νέου ώστε να επιτευχθεί ο στόχος του οργανισμού. Η διανομή ή αναδιανομή κερδών θα πρέπει να γίνεται σε συμμετοχική βάση·
γ)
οι δομές διοίκησης ή ιδιοκτησίας του οργανισμού που εκτελεί τη σύμβαση βασίζονται στην ιδιοκτησία των υπαλλήλων ή σε αρχές συμμετοχικότητας ή απαιτούν την ενεργό συμμετοχή των υπαλλήλων, των χρηστών ή των ενδιαφερομένων· και
δ)
δεν έχει ανατεθεί στον οργανισμό από τη συγκεκριμένη αναθέτουσα αρχή σύμβαση για τις συγκεκριμένες υπηρεσίες σύμφωνα με το παρόν άρθρο κατά την τελευταία τριετία.
[…]»
Β. Το εθνικό δίκαιο
7.
Κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, σημείο 4, πρώτη ημιπερίοδος, του Gesetz gegen Wettbewerbsbeschränkungen ( 4 ), ο νόμος αυτός δεν εφαρμόζεται στην ανάθεση δημοσίων συμβάσεων οι οποίες έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες πολιτικής άμυνας, πολιτικής προστασίας και πρόληψης κινδύνων παρεχόμενες από μη κερδοσκοπικές οργανώσεις ή ενώσεις και εμπίπτουσες στους κωδικούς 7520000-3, 75251000-0, 75251100-1, 75251110-4, 75251120-7, 75252000-7, 75222000-8, 98113100-9 και 85143000-3 του CPV, πλην των υπηρεσιών ασθενοφόρων για τη διακομιδή ασθενών.
8.
Με τη διάταξη αυτή, ο Γερμανός νομοθέτης μετέφερε στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24 αλλά πρόσθεσε δεύτερη ημιπερίοδο, η οποία έχει ως εξής:
«Μη κερδοσκοπικές οργανώσεις ή ενώσεις κατά την έννοια της παρούσας περιπτώσεως είναι ιδίως οι οργανώσεις αρωγής που αναγνωρίζονται ως οργανώσεις πολιτικής προστασίας και πολιτικής άμυνας από την ομοσπονδιακή νομοθεσία ή τη νομοθεσία των ομόσπονδων κρατών.»
9.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του Gesetz über den Rettungsdienst sowie die Notfallrettung und den Krankentransport durch Unternehmer ( 5 ), οι υπηρεσίες άμεσης βοήθειας περιλαμβάνουν τη διάσωση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, τη διακομιδή ασθενών και την περίθαλψη μεγάλου αριθμού τραυματιών ή ασθενών σε περιστατικά καταστροφών ασυνήθιστης εκτάσεως.
10.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του RettG NRW, αποστολή της υπηρεσίας διάσωσης σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης είναι η επιτόπια λήψη σωστικών μέτρων σε περιπτώσεις ασθενών που χρήζουν άμεσης βοήθειας, η εξασφάλιση της δυνατότητας διακομιδής τους και η διακομιδή τους, μεταξύ άλλων, με ασθενοφόρα επανδρωμένα με ιατρό επειγόντων περιστατικών ή με ασθενοφόρα άμεσης βοήθειας, με διατήρηση της δυνατότητας διακομιδής τους και αποφεύγοντας την πρόκληση περαιτέρω βλαβών, σε κατάλληλο για την περαιτέρω περίθαλψή τους νοσοκομείο.
11.
Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 3, του RettG NRW, σκοπός της διακομιδής ασθενών είναι η παροχή εξειδικευμένης βοήθειας σε ασθενείς, τραυματίες ή άλλα πρόσωπα χρήζοντα βοήθειας που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου και η διακομιδή τους, μεταξύ άλλων, με ασθενοφόρο υπό τη φροντίδα καταρτισμένου προσωπικού.
12.
Κατά το άρθρο 26, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του Zivilschutz- und Katastrophenhilfegesetz ( 6 ), ικανοί να συνδράμουν στην εκπλήρωση του έργου που προβλέπεται από τον νόμο αυτό είναι ιδίως η Arbeiter-Samariter-Bund, η Deutsche Lebensrettungsgesellschaft, ο Deutsche Rote Kreuz (γερμανικός Ερυθρός Σταυρός), η Johanniter-Unfall-Hilfe και η Malteser-Hilfsdienst.
13.
Το άρθρο 18, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, και παράγραφος 2, του Gesetz über den Brandschutz, die Hilfeleistung und den Katastrophenschutz ( 7 ) ορίζει τα εξής:
«1. Ιδιωτικές οργανώσεις αρωγής παρέχουν τη συνδρομή τους σε περιπτώσεις ατυχημάτων και δημόσιας σημασίας καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, περιστατικών χρηζόντων επεμβάσεων μεγάλης κλίμακας και καταστροφών, εφόσον έχουν δηλώσει ενώπιον της ανώτατης εποπτεύουσας αρχής ότι είναι σε ετοιμότητα να συνδράμουν και η αρχή αυτή έχει διαπιστώσει τη γενική ικανότητα για την παροχή συνδρομής και την ανάγκη για συνδρομή (αναγνωρισμένες οργανώσεις αρωγής).[…]
2. Για τις οργανώσεις του άρθρου 26, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του [ZSKG] […] δεν απαιτούνται δήλωση περί συνδρομής και διαπίστωση της γενικής ικανότητας.»
II. Τα πραγματικά περιστατικά και το προδικαστικό ερώτημα
14.
Τον Μάρτιο του 2016, ο Δήμος του Solingen (Γερμανία) αποφάσισε να προβεί σε νέα ανάθεση των δημοτικών υπηρεσιών άμεσης βοήθειας για περίοδο πέντε ετών ( 8 ). Αντί να δημοσιεύσει προκήρυξη διαγωνισμού, η δημοτική αρχή κάλεσε τέσσερις οργανώσεις αρωγής να υποβάλουν τις προσφορές τους. Τελικώς, ανέθεσε σε δύο εξ αυτών (Arbeiter-Samariter-Bund και Malteser Hilfdienst) αντιστοίχως μία από τις δύο παρτίδες της συμβάσεως.
15.
Οι Falck Rettungsdienste και Falck, εταιρίες παροχής υπηρεσιών άμεσης βοήθειας και αρωγής σε ασθενείς, υπέβαλαν ένσταση ενώπιον του Vergabekammer Rheinland (οργάνου επιλύσεως διαφορών από διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων της Ρηνανίας, Γερμανία), υποστηρίζοντας ότι η ανάθεση έπρεπε να είχε τηρήσει τις διαδικασίες του δικαίου της Ένωσης περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων.
16.
Στις 19 Αυγούστου 2016, το όργανο επιλύσεως διαφορών απέρριψε την ένσταση κρίνοντας ότι είχε εφαρμογή το άρθρο 107, παράγραφος 1, σημείο 4, του GWB.
17.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι προσφεύγουσες άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Oberlandesgericht Düsseldorf (εφετείου Düsseldorf, Γερμανία), το οποίο υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Συνιστούν η παροχή περιθάλψεως σε χρήζοντες άμεσης βοήθειας ασθενείς εντός ασθενοφόρου άμεσης βοήθειας [Rettungswagen] από διασώστη/διασώστη βασικής εκπαίδευσης και η παροχή περιθάλψεως σε ασθενείς εντός κοινού ασθενοφόρου από διασώστη βασικής εκπαίδευσης/εθελοντή διασώστη “υπηρεσίες πολιτικής άμυνας, πολιτικής προστασίας και πρόληψης κινδύνων” κατά την έννοια του άρθρου 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, που εμπίπτουν στους κωδικούς CVP 7525000-7 (υπηρεσίες διάσωσης) και 85143000-3 (υπηρεσίες ασθενοφόρων);
2)
Μπορεί να θεωρηθεί ότι το άρθρο 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24[…] έχει την έννοια ότι “μη κερδοσκοπικές οργανώσεις ή ενώσεις” συνιστούν ιδίως οι οργανώσεις αρωγής που αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο ως οργανώσεις πολιτικής προστασίας και πολιτικής άμυνας;
3)
Συνιστούν “μη κερδοσκοπικές οργανώσεις ή ενώσεις” κατά την έννοια του άρθρου 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24[…] οι οργανώσεις οι οποίες έχουν ως σκοπό την εκπλήρωση καθηκόντων κοινής ωφελείας και δεν αποβλέπουν στην επίτευξη κέρδους, επενδύουν δε εκ νέου τα τυχόν κέρδη προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός της οργανώσεως;
4)
Συνιστά η διακομιδή με κοινό ασθενοφόρο ασθενούς εφόσον αυτός περιθάλπεται από διασώστη βασικής εκπαίδευσης/εθελοντή διασώστη (καλούμενη “ειδική διακομιδή ασθενούς”) “υπηρεσία ασθενοφόρων για τη διακομιδή ασθενών” κατά την έννοια του άρθρου 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24, η οποία δεν εμπίπτει στην τομεακή εξαίρεση και για την οποία ισχύουν οι διατάξεις της οδηγίας 2014/24;»
III. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και οι θέσεις των μετεχόντων στη διαδικασία
18.
Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Αυγούστου 2017. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι Arbeiter-Samariter-Bund, Falck Rettungsdienste, Malteser Hilfsdienst, ο γερμανικός Ερυθρός Σταυρός, ο Δήμος του Solingen, η Γερμανική, η Νορβηγική και η Ρουμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Οι ως άνω μετέχοντες στη διαδικασία, πλην της Νορβηγικής και της Ρουμανικής Κυβερνήσεως, παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία διεξήχθη στις 5 Σεπτεμβρίου 2018.
19.
Προκαταρκτικώς, η Falck Rettungsdienste διατείνεται ότι το άρθρο 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24 αντιβαίνει στο πρωτογενές δίκαιο καθόσον θεσπίζει εξαίρεση βασισμένη σε προσωπικό και όχι υλικό κριτήριο. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται ερμηνεία της διατάξεως αυτής η οποία να την καθιστά συμβατή προς τους κανόνες της Ένωσης, αποσαφηνίζοντας τις προϋποθέσεις που θέτει το πρωτογενές δίκαιο για την απευθείας ανάθεση συμβάσεως σε μη κερδοσκοπικές ενώσεις.
20.
Κατά τη Falck Rettungsdienste:
–
Πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα. Τάσσεται υπέρ συσταλτικής ερμηνείας της εξαιρέσεως, η οποία θα περιορίζει την πρόληψη κινδύνων σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης μεγαλύτερης εκτάσεως και σοβαρότητας.
–
Αρνητική απάντηση πρέπει να δοθεί επίσης στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, καθόσον, βάσει της γερμανικής νομοθεσίας, η αναγνώριση του καθεστώτος των οργανώσεων πολιτικής προστασίας και άμυνας δεν εξαρτάται από τον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα τους.
–
Αρνητική απάντηση πρέπει να δοθεί και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, καθόσον οι απαιτήσεις της εθνικής νομοθεσίας για τον ορισμό των μη κερδοσκοπικών οργανώσεων δεν συνάδουν προς τη νομολογία του Δικαστηρίου.
–
Στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση, διότι τούτο προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 10, στοιχείο ηʹ, και από την αιτιολογική σκέψη 28 της οδηγίας 2014/24.
21.
Ο Δήμος του Solingen:
–
Σε σχέση με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, τάσσεται υπέρ ερμηνείας της «πρόληψης κινδύνων» η οποία περιλαμβάνει κάθε πράξη που εμποδίζει την έκθεση δικαιώματος σε κίνδυνο ή/και βλάβη, τούτο δε περιλαμβάνει την ειδική διακομιδή με ασθενοφόρο.
–
Όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, υποστηρίζει ότι η παραπομπή του Γερμανού νομοθέτη στις ενώσεις αρωγής συνιστά απλώς «ιδιαίτερη μνεία», η οποία δεν εμποδίζει άλλες οντότητες να επικαλεστούν την ιδιότητά τους ως «μη κερδοσκοπικών οργανώσεων» κατά την έννοια της οδηγίας 2014/24.
–
Όσον αφορά την απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, η έννοια αυτή προϋποθέτει μόνον την εκπλήρωση αποστολών δημόσιας υπηρεσίας χωρίς επιδίωξη κέρδους.
–
Στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, προτείνει να δοθεί η απάντηση ότι η εξαίρεση από την εξαίρεση του άρθρου 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24 δεν περιλαμβάνει τις υπηρεσίες ειδικής διακομιδής με ασθενοφόρο. Ειδικότερα, η διάσωση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και η ειδική διακομιδή συνιστούν οργανωτική ενότητα η οποία απαιτεί ενιαίο χειρισμό.
22.
Η Arbeiter-Samariter-Bund συμμερίζεται, κατ’ ουσίαν, την άποψη του Δήμου του Solingen όσον αφορά τις απαντήσεις στο πρώτο, στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα. Όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, διατείνεται ότι ο εθνικός νομοθέτης έκανε χρήση της διακριτικής του ευχέρειας κατά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της έννοιας της μη κερδοσκοπικής οργανώσεως. Τις ίδιες απόψεις εκφράζει η Malteser Hilfdienst.
23.
Ο γερμανικός Ερυθρός Σταυρός διευκρινίζει, καταρχάς, ότι διαφωνεί με τις προκαταρκτικές παρατηρήσεις της Falck Rettungsdienste και προβάλλει άποψη παρεμφερή με εκείνη του Δήμου του Solingen σε σχέση με το πρώτο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα. Όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, επισημαίνει, όπως και η Arbeiter-Samariter-Bund, ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως κατά τον ορισμό των μη κερδοσκοπικών οργανώσεων. Σε σχέση με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, διατείνεται ότι η ειδική διακομιδή ασθενών συνιστά κρίσιμο στοιχείο τόσο της πολιτικής άμυνας και της πολιτικής προστασίας όσο και της πρόληψης κινδύνων. Κατά τον γερμανικό Ερυθρό Σταυρό, η διακομιδή αυτή εμπίπτει στο υλικό πεδίο εφαρμογής της επίμαχης εξαιρέσεως.
24.
Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση:
–
Όσον αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, επιβάλλεται διασταλτική ερμηνεία της πρόληψης κινδύνων, η οποία περιλαμβάνει την παροχή αρωγής σε ασθενείς σε ατομικές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και ατυχημάτων, σε αντιδιαστολή προς τις καταστάσεις βλαβών μεγάλης εκτάσεως που αφορούν μάλλον την πολιτική άμυνα και την πολιτική προστασία.
–
Όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, συμμερίζεται την άποψη του Δήμου του Solingen, επισημαίνοντας ότι η έννοια της μη κερδοσκοπικής οργανώσεως πρέπει να ερμηνευθεί λαμβανομένης υπόψη της αιτιολογικής σκέψεως 28 της οδηγίας 2014/24. Η «ιδιαίτερη φύση» της μπορεί να καθοριστεί μόνο στο νομικό και ουσιαστικό πλαίσιο του κράτους μέλους στο οποίο οι εν λόγω οργανώσεις εκπληρώνουν τις αποστολές τους.
–
Όσον αφορά το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, υποστηρίζει ότι, κατά τον εθνικό νομοθέτη, ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας των οργανώσεων θεμελιώνεται, αφενός, στο ότι επεμβαίνουν προς όφελος και για την ασφάλεια των πολιτών στη μη αστυνομική πρόληψη κινδύνων και στην πολιτική άμυνα και προστασία· και, αφετέρου, στο ότι μεγάλο μέρος των αποστολών τους ανατίθεται σε εθελοντές, τούτο δε έχει συνέπειες οι οποίες δεν διαφέρουν από εκείνες που προκύπτουν εάν εφαρμοστούν διαφορετικά ή συμπληρωματικά κριτήρια.
–
Στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, λόγω της διαφοράς μεταξύ της απλής διακομιδής ασθενών και της ειδικής διακομιδής με ασθενοφόρο.
25.
Η Νορβηγική Κυβέρνηση:
–
Υποστηρίζει ότι οι υπηρεσίες πρόληψης κινδύνων δεν περιορίζονται στις παρεχόμενες στην περίπτωση μεγάλων καταστροφών, αλλά περιλαμβάνουν καταστάσεις όπως η εκτιθέμενη από το αιτούν δικαστήριο στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, η οποία, κατά την άποψή της, και απαντώντας στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, δεν συνιστά υπηρεσία «ασθενοφόρων για τη διακομιδή ασθενών».
–
Όσον αφορά το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, διατείνεται ότι η έννοια της μη κερδοσκοπικής οργανώσεως πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς και μπορεί να περιλαμβάνει οργάνωση η οποία αναγνωρίζεται ως τέτοια από το εθνικό δίκαιο, στο μέτρο που ανταποκρίνεται στην ερμηνεία αυτή. Πάντως, η εκτίμηση του μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα οργανώσεως διαφέρει ανάλογα με τις διαφορετικές παραδόσεις των κρατών μελών, στα οποία θα πρέπει καταρχήν να απόκειται η εκτίμηση αυτή, χωρίς να τους επιβάλλεται ορισμός ο οποίος υπερβαίνει αυτόν που προκύπτει από «γραμματική ερμηνεία» της οδηγίας. Κατά τη Νορβηγική Κυβέρνηση, οι μη κερδοσκοπικές οργανώσεις αναλαμβάνουν αποστολές δημόσιας υπηρεσίας, δεν έχουν εμπορικό σκοπό και επενδύουν εκ νέου τα τυχόν κέρδη τους για την επίτευξη των σκοπών τους.
26.
Η Ρουμανική Κυβέρνηση διατύπωσε την άποψή της μόνο ως προς το πρώτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία εξέτασε από κοινού. Κατ’ αυτήν, οι υπηρεσίες πολιτικής άμυνας και πολιτικής προστασίας και πρόληψης κινδύνων περιλαμβάνουν την παροχή αρωγής τόσο σε μεγάλο αριθμό προσώπων σε ακραίες καταστάσεις όσο και σε μεμονωμένα πρόσωπα των οποίων η ζωή ή η υγεία απειλούνται από κοινούς κινδύνους. Η ερμηνεία του άρθρου 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24, λαμβανομένης υπόψη της αιτιολογικής της σκέψεως 28, δίνει έμφαση στην έννοια της αποκλειστικής διακομιδής και όχι στο είδος του προσωπικού άμεσης βοήθειας ή στην αρωγή που παρέχεται κατά τη διάρκεια της διακομιδής.
27.
Από την άποψη αυτή, οι υπηρεσίες ασθενοφόρων θα περιλαμβάνουν τόσο τις επείγουσες ιατρικές δραστηριότητες όσο και τις μη έχουσες επείγοντα χαρακτήρα δραστηριότητες διακομιδής ασθενών χωρίς περίθαλψη. Στην πρώτη κατηγορία, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της διακομιδής με ασθενοφόρο με ιατρό και διασώστη βασικής εκπαίδευσης και της διακομιδής με ασθενοφόρο με διασώστη βασικής εκπαίδευσης και εθελοντή διασώστη, δεδομένου ότι αμφότερες οι υπηρεσίες ενέχουν ιατρικά στοιχεία επείγοντος χαρακτήρα και συνάδουν προς τον τελικό σκοπό της πρόληψης κινδύνων. Αντιθέτως, στη δεύτερη κατηγορία, παρέχονται υπηρεσίες με ασθενοφόρα μη εξοπλισμένα για τη λήψη επειγόντων ιατρικών μέτρων, τα οποία διαθέτουν μόνο οδηγό, και, επομένως, οι υπηρεσίες αυτές δεν εμπίπτουν στο πεδίο της πολιτικής άμυνας και πολιτικής προστασίας ή της πρόληψης κινδύνων.
28.
Κατά την Επιτροπή:
–
Σε σχέση με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, η πρόληψη κινδύνων δεν περιορίζεται στις εξαιρετικές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης ή στους κινδύνους που απειλούν μεγάλες ομάδες προσώπων.
–
Το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα θα πρέπει να υποβληθούν σε κοινή εξέταση, από την οποία προκύπτουν, αντίστοιχα, μια αρνητική και μια καταφατική απάντηση. Οι μη κερδοσκοπικές οργανώσεις δεν είναι υποχρεωτικά οι αναγνωρισμένες ως οργανώσεις κοινής ωφέλειας από το εθνικό δίκαιο, αλλά μάλλον εκείνες που πληρούν τα χαρακτηριστικά που απαριθμούνται στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
–
Όσον αφορά το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, η εξαίρεση και η εξαίρεση της εξαιρέσεως του άρθρου 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24 διαφέρουν ανάλογα με το αν η σύμβαση προβλέπει μόνο τη διακομιδή ασθενών ή και την παροχή υπηρεσιών όπως η ιατρική περίθαλψη κατά τη διακομιδή. Η διάκριση πρέπει να πραγματοποιείται κατά την επιλογή της διαδικασίας αναθέσεως της συμβάσεως και όχι σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή κατά τη διάρκεια της διακομιδής του ασθενούς.
IV. Ανάλυση
29.
Με τα προδικαστικά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστούν οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να πληρούνται για την υπαγωγή ή μη υπηρεσίας ασθενοφόρων στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24. Οι προϋποθέσεις αυτές αφορούν: α) την ίδια τη φύση της υπηρεσίας αυτής, νοουμένης αντικειμενικά· και β) ειδικό προσωπικό ή υποκειμενικό χαρακτηριστικό του παρόχου της υπηρεσίας, ο οποίος θα πρέπει να είναι μη κερδοσκοπική οργάνωση ή ένωση.
30.
Το πρώτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο αφορούν την αντικειμενική δραστηριότητα της υπηρεσίας ασθενοφόρων. Καταρχήν, αυτή εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24 μόνο εάν εμπίπτει στην κατηγορία «υπηρεσίες πολιτικής άμυνας, πολιτικής προστασίας και πρόληψης κινδύνων» και δεν περιορίζεται στην απλή «διακομιδή ασθενών με ασθενοφόρο». Η «διακομιδή ασθενών με ασθενοφόρο» εμπίπτει στην εξαίρεση της εξαιρέσεως και, επομένως, υπόκειται στους γενικούς κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων.
31.
Το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα αφορούν την υποκειμενική ιδιότητα του παρόχου της υπηρεσίας ασθενοφόρων, ο οποίος θα πρέπει να είναι υποχρεωτικά «μη κερδοσκοπική οργάνωση ή ένωση». Ειδικότερα, τίθεται το ζήτημα εάν η έννοια αυτή συνιστά αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης.
Επί της υπηρεσίας ασθενοφόρων στο πλαίσιο της οδηγίας 2014/24 (πρώτο και τέταρτο προδικαστικό ερώτημα)
32.
Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν εμπίπτουν στην κατηγορία «υπηρεσίες πολιτικής άμυνας, πολιτικής προστασίας και πρόληψης κινδύνων» οι δύο ακόλουθες ειδικές υπηρεσίες:
–
Η παροχή περιθάλψεως σε χρήζοντες άμεσης βοήθειας ασθενείς, θύματα ατυχήματος ή ανάλογου συμβάντος («Notfallpatienten») εντός ασθενοφόρου άμεσης βοήθειας («Rettungswagen») «από διασώστη/διασώστη βασικής εκπαίδευσης».
–
Η παροχή περιθάλψεως σε ασθενείς εντός κοινού ασθενοφόρου («Krankentransportwagen») «από διασώστη βασικής εκπαίδευσης/εθελοντή διασώστη».
33.
Καίτοι αμφότερες οι υπηρεσίες συμπίπτουν ως προς την «παροχή περιθάλψεως» σε ασθενείς, διαφέρουν ως προς τον «επείγοντα χαρακτήρα», ο οποίος απαντά μόνο στην πρώτη υπηρεσία, όσον αφορά τόσο τα χαρακτηριστικά του οχήματος όσο και την κατάσταση του ασθενούς. Για τον λόγο αυτό, στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για «ασθενοφόρο άμεσης βοήθειας», ενώ στη δεύτερη πρόκειται απλώς για «κοινό ασθενοφόρο».
34.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, είναι σαφές ότι οι προμνησθείσες υπηρεσίες «δεν συνιστούν υπηρεσίες πολιτικής άμυνας και πολιτικής προστασίας» ( 9 ) Κατά την άποψή του, την οποία συμμερίζονται όσοι παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αυτές μπορούν «το πολύ» ( 10 ) να υπαχθούν στην έννοια της «πρόληψης κινδύνων».
35.
Η οδηγία 2014/24 δεν ορίζει την «πρόληψη κινδύνων» ούτε παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον καθορισμό της έννοιάς της. Επομένως, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, πρέπει να θεωρηθεί ότι η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται, σε ολόκληρη την Ένωση, κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο. ( 11 )
36.
Κατά την αναζήτηση της αυτοτελούς έννοιας της πρόληψης κινδύνων, πρέπει να εξετασθεί καταρχάς το γράμμα του άρθρου 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24. Στο σημείο αυτό, είναι σχεδόν αναπόφευκτη η μνεία στο άρθρο 196 ΣΛΕΕ, το οποίο, όπως επισήμανε η Falck Rettungsdienste, χρησιμοποιεί τον όρο «πρόληψη των κινδύνων» στο πλαίσιο της «πολιτικής προστασίας» σε σχέση με «φυσικές ή ανθρωπογενείς καταστροφές» ( 12 ). Επομένως, επικρατεί η άποψη ότι δεν μπορούν να εμπίπτουν στον όρο αυτό οι υπηρεσίες αρωγής σε καταστάσεις ατομικού κινδύνου.
37.
Εκτιμώ, εντούτοις, ότι, ενώ στο άρθρο 196 ΣΛΕΕ η πρόληψη των κινδύνων συνδέεται με την πολιτική προστασία ( 13 ), στο άρθρο 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24 η πρόληψη των κινδύνων προβλέπεται ως δραστηριότητα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, η οποία δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με την πολιτική προστασία.
38.
Ειδικότερα, στο άρθρο 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24 η πρόληψη κινδύνων φαίνεται να διακρίνεται από την πολιτική προστασία και την πολιτική άμυνα, τούτο δε επιβάλλει να ερμηνευθεί ως αυτοτελής δραστηριότητα. Διαφορετικά, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, οι υπηρεσίες πρόληψης θα ήταν πάντοτε υπηρεσίες πολιτικής άμυνας ή πολιτικής προστασίας ( 14 ).
39.
Η εννοιολογική αυτονομία της πρόληψης κινδύνων προκύπτει, ακριβώς, εξ αντιδιαστολής προς την πολιτική προστασία και την πολιτική άμυνα ως δραστηριότητες επικεντρωμένες στη διαχείριση καταστροφών η έκταση των οποίων θίγει σημαντικό αριθμό προσώπων. Σε αντίθεση με τις καταστάσεις αυτές που αφορούν σημαντικό αριθμό προσώπων, η διαλαμβανόμενη στην οδηγία 2014/24 πρόληψη κινδύνων αφορά μεμονωμένα πρόσωπα σε συγκεκριμένη συγκυρία κινδύνου.
40.
Πάντως, η ερμηνεία αυτή, την οποία υποστηρίζει το αιτούν δικαστήριο, προσκρούει σε ένα εμπόδιο. Ο όρος «πρόληψη», κατά τη συνήθη έννοιά του, δηλώνει, όπως επισήμανε η Falck Rettungsdienste ( 15 ), λήψη μέτρων για την αποφυγή απειλής ή κινδύνου. Επομένως, προκειται για προληπτική προστασία, και όχι για αντίδραση σε επελθόντα κίνδυνο και στη βλάβη που προκάλεσε η επέλευση κινδύνου.
41.
Εάν ληφθεί πρωτίστως υπόψη το σημασιολογικό αυτό εμπόδιο, η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση υπηρεσία ασθενοφόρων εξαιρείται, σχεδόν ως ζήτημα αρχής, από το πεδίο της «πρόληψης κινδύνων». Μόνο με βεβιασμένη ερμηνεία θα μπορούσε να διαπιστωθεί ότι, με τη διακομιδή τραυματιών ή ασθενών με ασθενοφόρο, απλώς προλαμβάνεται ο κίνδυνος επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας τους, ο οποίος θα μπορούσε να επέλθει σε περίπτωση μη διακομιδής τους.
42.
Εντούτοις, η συστηματική ερμηνεία του άρθρου 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24 καθιστά εφικτή την υπέρβαση των επιφυλάξεων που δημιουργεί η γραμματική ερμηνεία. Η διάταξη δεν εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24, με γενικό και αφηρημένο τρόπο, όλες τις «υπηρεσίες πολιτικής άμυνας, πολιτικής προστασίας και πρόληψης κινδύνων», αλλά μόνο τις εμπίπτουσες σε συγκεκριμένους κωδικούς CPV.
43.
Κάποιοι από τους κωδικούς αυτούς εμπίπτουν σε αυτή καθαυτή ή στην αυστηρή έννοια της προλήψεως ( 16 ) και άλλοι, καθόσον συνιστούν κατ’ ουσίαν αντίδραση παρά πρόληψη (για παράδειγμα, οι «υπηρεσίες διάσωσης») ( 17 ), είναι δυνατόν να ισχύουν τόσο σε περιπτώσεις καταστροφών όσο και σε περιπτώσεις ατομικών βλαβών ή κινδύνων.
44.
Εάν, όπως υποστηρίζει η Falck Rettungsdienste ( 18 ), οι έννοιες της «πολιτικής προστασίας, πολιτικής άμυνας και πρόληψης κινδύνων» συνιστούσαν «υλικά κριτήρια» για την οριοθέτηση, μεταξύ όλων των υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στους κωδικούς CPV οι οποίοι απαριθμούνται στο άρθρο 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24, των υπηρεσιών εκείνων που παρέχονται σε περιπτώσεις καταστροφών, η συνέπεια θα ήταν ότι οι μόνες «υπηρεσίες διάσωσης» του κωδικού CPV 75252000-7 που θα αποκλείονταν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας θα ήταν αυτές που επηρεάζουν μεγάλο αριθμό προσώπων και όχι αυτές που παρέχονται επ’ ευκαιρία επεμβάσεων άμεσης βοήθειας προς ένα και μόνον πρόσωπο.
45.
Πλην όμως, στους κωδικούς CPV που απαριθμούνται στο άρθρο 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24 καταλέγεται, ακριβώς, ο κωδικός 85143000-3, ο οποίος αντιστοιχεί στις «υπηρεσίες ασθενοφόρων». Τίποτε δεν εμποδίζει την εφαρμογή στην περίπτωση αυτή του «υλικού κριτηρίου» το οποίο υποστηρίζει η Falck Rettungsdienste και την εξαγωγή του συμπεράσματος ότι η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή εξαίρεση αφορά μόνον τις υπηρεσίες ασθενοφόρων σε περιπτώσεις καταστροφών.
46.
Εντούτοις, το άρθρο 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24 οριοθετεί τις υπηρεσίες ασθενοφόρων κατά τρόπο που όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στο ως άνω «υλικό κριτήριο», αλλά και αντίκειται σε αυτό.
47.
Ορίζοντας ότι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/14 οι «υπηρεσίες πολιτικής άμυνας, πολιτικής προστασίας και πρόληψης κινδύνων που […] καλύπτονται [από τον κωδικό CPV 85143000-3 (υπηρεσίες ασθενοφόρων)], πλην των υπηρεσιών ασθενοφόρων για τη διακομιδή ασθενών», ( 19 ) το άρθρο 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας αυτής αποσαφηνίζει εξαίρεση η οποία, αν ίσχυε το κριτήριο κατά το οποίο η διάταξη αυτή αφορά μόνο περιπτώσεις καταστροφών, θα ήταν περιττή, όπως υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση. ( 20 )
48.
Ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης θεώρησε σκόπιμο να μνημονεύσει τις «υπηρεσίες ασθενοφόρων για τη διακομιδή ασθενών» είναι ότι, διαφορετικά, οι υπηρεσίες αυτές θα έπρεπε να θεωρούνται ότι περιλαμβάνονται στην εξαίρεση του άρθρου 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24 (CPV 85143000-3). Είναι δε σαφές ότι η απλή διακομιδή ασθενών δεν συνάδει προς περίπτωση καταστροφής, στην οποία αντί για ασθενείς πρέπει να γίνεται μάλλον λόγος για τραυματίες ή πληγέντες, οι οποίοι πρέπει όχι απλώς να διακομιστούν αλλά να διακομιστούν επειγόντως και υπό τις βέλτιστες ιατρικές συνθήκες.
49.
Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από την τελολογική ερμηνεία της διατάξεως. Από την άποψη αυτή, ιδιαίτερη σημασία έχει η αιτιολογική σκέψη 28 της οδηγίας 2014/24, κατά την οποία αυτή «δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ορισμένες υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, όταν παρέχονται από μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς ή ενώσεις, εφόσον η ιδιαίτερη φύση των εν λόγω οργανισμών θα ήταν δύσκολο να διατηρηθεί σε περίπτωση που οι πάροχοι υπηρεσιών θα έπρεπε να επιλεγούν σύμφωνα με τις διαδικασίες της παρούσας οδηγίας».
50.
Φρονώ ότι δύο στοιχεία της αιτιολογικής σκέψεως αυτής έχουν σημασία. Αφενός, το ότι ο νομοθέτης κάνει λόγο για «ορισμένες υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης». Αφετέρου, το ότι οι υπηρεσίες αυτές προσδιορίζονται σε σχέση με «μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς ή ενώσεις», των οποίων η «ιδιαίτερη φύση» πρέπει να διατηρηθεί. Επομένως, για την οριοθέτηση της εξαιρέσεως λαμβάνεται περισσότερο υπόψη το υποκείμενο που παρέχει την υπηρεσία παρά η έκταση της καταστάσεως στην οποία πρέπει να επέμβει.
51.
Με άλλα λόγια, είτε πρόκειται για ατομική κατάσταση επείγοντος είτε για κατάσταση βλάβης μεγάλης εκτάσεως, αυτό που έχει σημασία είναι η επέλευση καταστάσεως έκτακτης ανάγκης όπως αυτές τις οποίες χειρίζονται συνήθως οι μη κερδοσκοπικές οργανώσεις ή ενώσεις. Σκοπός της διατάξεως αυτής της οδηγίας 2014/24 είναι η διατήρηση των οργανώσεων αυτών, των οποίων η επιβίωση θα μπορούσε να απειληθεί εάν έπρεπε να υπόκεινται στις προβλεπόμενες στην οδηγία διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων.
52.
Συμπερασματικά, σημασία δεν έχει τόσο να εξακριβωθεί αν οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης αφορούν περίπτωση καταστροφής ή περίπτωση ατομικού κινδύνου (τροχαίο ατύχημα, πυρκαγιά σε κατοικία), αλλά να προσδιοριστούν οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης που συνιστούν το κύριο αντικείμενο των μη κερδοσκοπικών οργανώσεων οι οποίες ασκούν παραδοσιακά τη δραστηριότητά τους στον τομέα της ιατρικής, ακόμη δε και ανθρωπιστικής, αρωγής.
53.
Υπό την έννοια αυτή, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, «οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί και φορείς δεν παρέχουν μόνον υπηρεσίες στο πλαίσιο της πολιτικής άμυνας και της πολιτικής προστασίας [αλλά α]ντιθέτως δραστηριοποιούνται επίσης και κατά κύριο λόγο στην καθημερινή παροχή υπηρεσιών άμεσης βοήθειας προς όφελος μεμονωμένων προσώπων» ( 21 ).
54.
Στο μέτρο που η βούληση που εκφράζεται στην αιτιολογική σκέψη 28 υλοποιείται, από κανονιστική άποψη, στο άρθρο 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24, εκτιμώ ότι οι κατά το άρθρο αυτό «υπηρεσίες πολιτικής άμυνας, πολιτικής προστασίας και πρόληψης κινδύνων» πρέπει να θεωρούνται ισοδύναμες με τις «υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης» της αιτιολογικής σκέψεως 28 και, επομένως, για τον προσδιορισμό τους, πρέπει να γίνεται παραπομπή στις «μη κερδοσκοπικές οργανώσεις ή ενώσεις».
55.
Στην πραγματικότητα, η αιτιολογική σκέψη 28 προλαμβάνει την επιφύλαξη που διατυπώνεται, στο μέτρο που ενδιαφέρει εν προκειμένω, στο άρθρο 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24 σε σχέση με τις υπηρεσίες ασθενοφόρων που παρέχουν μη κερδοσκοπικές οργανώσεις ή ενώσεις όταν χειρίζονται τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης που αποτελούν συνήθως αντικείμενο της δραστηριότητάς τους.
56.
Στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη επισημαίνεται ότι η εξαίρεση των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης που παρέχουν μη κερδοσκοπικές οργανώσεις «δεν θα πρέπει να επεκταθεί πέραν των απολύτως απαραίτητων», και «θα πρέπει ως εκ τούτου να ορισθεί ρητά ότι οι υπηρεσίες ασθενοφόρων για τη διακομιδή ασθενών δεν θα πρέπει να αποκλειστούν».
57.
Επομένως, επίμαχη είναι η διάκριση μεταξύ της υπηρεσίας ασθενοφόρων για την κάλυψη έκτακτης ανάγκης και της απλής διακομιδής ασθενών με ασθενοφόρο. Αυτό είναι το αντικείμενο του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος, με το οποίο το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν «η διακομιδή με κοινό ασθενοφόρο ασθενούς εφόσον αυτός περιθάλπεται από διασώστη βασικής εκπαίδευσης/εθελοντή διασώστη» –την οποία χαρακτηρίζει ως «ειδική διακομιδή ασθενούς»– μπορεί να θεωρηθεί ως «διακομιδή ασθενών με ασθενοφόρο», για τους σκοπούς του άρθρου 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24.
58.
Βούληση του νομοθέτη ήταν να περιορίσει την εξαίρεση (ήτοι την απαλλαγή από το κανονικό καθεστώς της οδηγίας 2014/24) στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ( 22 ). Αντίστοιχα, προβλέποντας ως εξαίρεση της εξαιρέσεως τις «υπηρεσίες ασθενοφόρων για τη διακομιδή ασθενών», ο νομοθέτης υπάγει τις υπηρεσίες αυτές στις (απλουστευμένες) διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, όταν, με τις υπηρεσίες αυτές, δεν επιδιώκεται η κάλυψη έκτακτης ανάγκης αλλά απλώς η διακομιδή ασθενούς με ασθενοφόρο.
59.
Από την άποψη αυτή, η οδηγία 2014/24 δεν θα εφαρμόζεται στις γενικές υπηρεσίες ασθενοφόρων οι οποίες, πέραν της απλής διακομιδής, παρέχουν ιατρική ή υγειονομική περίθαλψη κατάλληλη για την προσήκουσα παροχή αρωγής σε ασθενείς που χρήζουν άμεσης βοήθειας. Με άλλα λόγια, για την παροχή υπηρεσίας την οποία δεν θα μπορούσε να παράσχει κανένα άλλο εναλλακτικό μέσο διακομιδής.
60.
Μετά την επισήμανση ότι η μη εφαρμογή της οδηγίας 2014/24 δεν πρέπει να εκτείνεται στις «υπηρεσίες ασθενοφόρων για τη διακομιδή ασθενών», στην αιτιολογική σκέψη 28 διευκρινίζεται ότι οι εν λόγω υπηρεσίες «θα πρέπει να υπόκεινται στο ειδικό καθεστώς για κοινωνικές και άλλες συγκεκριμένες υπηρεσίες (“απλοποιημένο καθεστώς”)». Για την υλοποίηση της υπαγωγής στο εν λόγω απλοποιημένο καθεστώς, στην ίδια αιτιολογική σκέψη διευκρινίζεται ότι η διακομιδή ασθενών με ασθενοφόρο δεν περιλαμβάνεται στην ομάδα των «υπηρεσιών χερσαίων μεταφορών» ( 23 ), η οποία υπόκειται στο γενικό καθεστώς της οδηγίας.
61.
Επομένως, συνυπάρχουν:
–
«υπηρεσίες ασθενοφόρων» γενικώς (υπό τον κωδικό 851430000-3), οι οποίες εξαιρούνται από τη ρύθμιση της οδηγίας 2014/24· και
–
«υπηρεσίες ασθενοφόρων για τη διακομιδή ασθενών», οι οποίες περιλαμβάνονται σε συγκεκριμένη κατηγορία της οδηγίας αυτής, αυτήν του απλοποιημένου καθεστώτος ( 24 ). Σε διαφορετική περίπτωση, θα ενέπιπταν, ως εκ της φύσεώς τους, στην κατηγορία των «οδικών μεταφορών».
62.
Με άλλα λόγια, εάν αφαιρεθεί η «διακομιδή» ως εγγενές στοιχείο της υπηρεσίας ασθενοφόρων, το στοιχείο που απομένει στον κωδικό CPV 85143000‑3 (ήτοι, στην υπηρεσία που εξαιρείται από την εφαρμογή της οδηγίας 2014/24) είναι αυτό που έχει κυρίως ιατρικό χαρακτήρα. Ανεξάρτητα από το αν η υπηρεσία αυτή παρέχεται από ιατρό, διασώστη ή διασώστη βασικής εκπαίδευσης, αυτό που, κατά την άποψή μου, έχει σημασία είναι ότι παρέχεται η αναγκαία αρωγή προκειμένου η μεταφορά του ασθενούς να πραγματοποιηθεί κατά τρόπο ώστε με την (επείγουσα) διακομιδή του σε νοσοκομείο να διασφαλίζεται ότι θα του παρασχεθεί, το συντομότερο δυνατόν, η αναγκαία ιατρική φροντίδα για τη διαφύλαξη της ζωής, της υγείας ή της σωματικής του ακεραιότητας. Ήτοι, για να αντιμετωπιστεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης, δεδομένου ότι –επαναλαμβάνω– η εξαίρεση από την οδηγία 2014/24 αφορά μόνο, βάσει της αιτιολογικής της σκέψεως 28, «υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης».
63.
Με βάση τις παραδοχές αυτές μπορούν να εκτιμηθούν οι δύο επιμέρους περιπτώσεις που εκθέτει το αιτούν δικαστήριο.
64.
Η πρώτη αφορά την παροχή περιθάλψεως σε χρήζοντες άμεσης βοήθειας ασθενείς θύματα ατυχήματος ή ανάλογου συμβάντος («Notfallpatienten») εντός ασθενοφόρου άμεσης βοήθειας («Rettungswagen») «από διασώστη/διασώστη βασικής εκπαίδευσης». Εκτιμώ ότι δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να υπαχθούν οι υπηρεσίες αυτές στον κωδικό CPV 85143000-3 (υπηρεσίες ασθενοφόρων) και να διαπιστωθεί, επομένως, ότι η οδηγία 2014/24 δεν εφαρμόζεται σε αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχονται από μη κερδοσκοπική οργάνωση ή ένωση.
65.
Η δεύτερη περίπτωση (τέταρτο προδικαστικό ερώτημα) αφορά την παροχή περιθάλψεως σε ασθενείς εντός κοινού ασθενοφόρου («Krankentransportwagen») «από διασώστη βασικής εκπαίδευσης/εθελοντή διασώστη». Επομένως, πρόκειται για «διακομιδή ασθενούς με ασθενοφόρο», έστω και αν ο ασθενής περιθάλπεται από το ως άνω εξειδικευμένο προσωπικό. Κατά την άποψή μου, δεν υφίσταται στην περίπτωση αυτή κατά κυριολεξία έκτακτη ανάγκη: οι ασθενείς μπορεί να χρειάζονται τη συνοδεία κάποιου ατόμου στο ασθενοφόρο για τη διακομιδή τους, αλλά δεν χρήζουν επείγουσας ιατρικής φροντίδας ( 25 ). Επομένως, πρέπει να εφαρμοστεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 10, στοιχείο ηʹ, in fine, της οδηγίας 2014/24 εξαίρεση της εξαιρέσεως.
Επί της έννοιας της μη κερδοσκοπικής οργανώσεως στο πλαίσιο της οδηγίας 2014/24 (δεύτερο και τρίτο προδικαστικό ερώτημα)
66.
Όπως και στην περίπτωση της «πρόληψης κινδύνων» ( 26 ), για τον προσδιορισμό των «μη κερδοσκοπικών οργανώσεων ή ενώσεων» του άρθρου 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24, η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνευθεί, σε ολόκληρη την Ένωση, κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο.
67.
Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι καθοριστικό στοιχείο δεν είναι τόσο η έννοια της «μη κερδοσκοπικής οργανώσεως ή ενώσεως» όσο η «ιδιαίτερη φύση» των οντοτήτων αυτών, στη «διατήρηση» της οποίας σκοπεί η οδηγία 2014/24 μέσω της εξαιρέσεώς τους από την εφαρμογή της (αιτιολογική σκέψη 28).
68.
Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, προκειμένου να διαπιστωθεί σε τι συνίσταται η ιδιαίτερη αυτή φύση πρέπει αναπόφευκτα να ληφθεί υπόψη το υλικό και κανονιστικό πλαίσιο του κράτους στο οποίο δραστηριοποιούνται οι οργανώσεις αυτές, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη είναι καλύτερα σε θέση να εκτιμήσουν ποιες οργανώσεις εμπίπτουν στην έννοια αυτή ( 27 ). Κατά την άποψή της, δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου επιβεβαιώνουν ότι η τήρηση του εθνικού δικαίου είναι απαραίτητη για την εκτίμηση του μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα οργανώσεως ( 28 ).
69.
Εντούτοις, καμία από τις δύο αποφάσεις δεν αναγνώρισε σε κράτος μέλος περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να ορίσει τις μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, αλλά μόνο προκειμένου να «αποφασίσει για το επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας και για τη διαρρύθμιση του συστήματός του κοινωνικής ασφαλίσεως» και να επιβεβαιώσει, βάσει του στοιχείου αυτού, «ότι η χρησιμοποίηση εθελοντικών οργανώσεων ανταποκρίνεται στον κοινωνικό σκοπό της υπηρεσίας επείγουσας διακομιδής ασθενών και μπορεί να συμβάλει στον έλεγχο των σχετικών με την υπηρεσία αυτή δαπανών» ( 29 ).
70.
Στην πραγματικότητα, η έννοια της «μη κερδοσκοπικής οργανώσεως ή ενώσεως» είναι αρκούντως συγκεκριμένη ώστε να μην επιτρέπει περιθώριο εκτιμήσεως. Το ότι οργανωτική δομή βασίζεται στον εθελοντισμό ενδέχεται να αποτελεί ένδειξη μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, αλλά δεν αποτελεί υποχρεωτικά τέτοια ένδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που έχει σημασία είναι να στερούνται όντως κερδοσκοπικού χαρακτήρα οι οντότητες που παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές. Επομένως, αρκεί η γραμματική ερμηνεία του όρου «[…] μη κερδοσκοπική».
71.
Εκτιμώ ότι είναι εύλογος ο ορισμός που προτείνει το αιτούν δικαστήριο ( 30 ). Πρόκειται για οργανώσεις των οποίων η δραστηριότητα «δεν στοχεύει σε επίτευξη κέρδους», αλλά ασκείται «υπέρ του κοινωνικού συνόλου χωρίς πραγματοποίηση κέρδους από τις παροχές αυτές» ( 31 ).
72.
Στην πραγματικότητα, η άσκηση δραστηριότητας «υπέρ του κοινωνικού συνόλου» και η «εκπλήρωση καθηκόντων κοινής ωφελείας», κατά τη διατύπωση του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, είναι περιττές έννοιες: στην αιτιολογική σκέψη 28 της οδηγίας 2014/24 μνημονεύονται οι μη κερδοσκοπικές οργανώσεις ή ενώσεις οι οποίες παρέχουν υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, ήτοι, οι οποίες εκπληρώνουν, αφ’ εαυτών, σκοπό γενικού δημόσιου συμφέροντος.
73.
Επαναλαμβάνω ότι καθοριστικό στοιχείο είναι να μην επιδιώκουν οι οργανώσεις ή ενώσεις που παρέχουν τις μνημονευόμενες στην αιτιολογική σκέψη 28 και στο άρθρο 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24 υπηρεσίες να αποκομίσουν κέρδος από την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας αρωγής ( 32 ).
74.
Εκτιμώ ότι, πέραν του χαρακτηριστικού αυτού, οι εν λόγω οργανώσεις και ενώσεις δεν χρειάζεται να πληρούν επιπλέον τις προβλεπόμενες στο άρθρο 77, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/24 προϋποθέσεις.
75.
Κατά το άρθρο 77, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/24, οι αναθέτουσες αρχές των κρατών μελών δύνανται να παραχωρούν κατ’ αποκλειστικότητα σε οργανισμούς το δικαίωμα συμμετοχής σε διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων μόνο για ορισμένες υγειονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές υπηρεσίες ( 33 ), εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες στην παράγραφο 2 προϋποθέσεις.
76.
Καμία από τις προϋποθέσεις αυτές δεν περιλαμβάνει την απουσία κερδοσκοπικού χαρακτήρα και, μάλιστα, μία εξ αυτών βασίζεται σε αντίθετη παραδοχή. Πρόκειται ειδικότερα για την προϋπόθεση σχετικά με τη διανομή κερδών, κατά την οποία οι οργανώσεις της παραγράφου 1 πρέπει να διανέμουν τα κέρδη «σε συμμετοχική βάση» ( 34 ).
77.
Επομένως, εκτιμώ ότι το διακριτικό γνώρισμα μη κερδοσκοπικής οργανώσεως ή ενώσεως είναι ακριβώς ότι δεν επιδιώκει την αποκόμιση κέρδους και ότι, σε περίπτωση που αποκομίζει συγκυριακά κέρδη –ήτοι, χωρίς να το έχει επιδιώξει–, τα διαθέτει για την εκπλήρωση της κοινωνικής αποστολής της. Στην υπό κρίση υπόθεση, διαθέτει τα κέρδη αυτά για την παροχή ιατρικών υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης.
78.
Κατά την εθνική νομοθεσία, «[μ]η κερδοσκοπικές οργανώσεις ή ενώσεις [για τους σκοπούς της προβλεπόμενης στο άρθρο 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24 εξαιρέσεως] είναι ιδίως οι οργανώσεις αρωγής που αναγνωρίζονται ως οργανώσεις πολιτικής προστασίας και πολιτικής άμυνας από την ομοσπονδιακή νομοθεσία ή τη νομοθεσία των ομόσπονδων κρατών» ( 35 ).
79.
Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, η διάταξη αυτή δεν θεσπίζει κλειστό αριθμό (numerus clausus) για τις οργανώσεις στις οποίες εφαρμόζεται η εξαίρεση του άρθρου 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24. Επομένως, δεν συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την επίκληση της εν λόγω εξαιρέσεως από μη κερδοσκοπική οντότητα η αναγνώρισή της ως «οργανώσεως αρωγής» ( 36 ).
80.
Εντούτοις, εν προκειμένω, σημασία δεν έχει τόσο το ότι η εθνική νομοθεσία δεν εμποδίζει να αναγνωρίζονται ως μη κερδοσκοπικές οι οντότητες που ανταποκρίνονται στον ορισμό της «μη κερδοσκοπικής οργανώσεως ή ενώσεως», κατά την έννοια του άρθρου 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24 ( 37 ), αλλά το ότι αποδίδει την ιδιότητα αυτή σε οργανώσεις που δεν ανταποκρίνονται στην έννοια αυτή.
81.
Συγκεκριμένα, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, «η νομοθετική αναγνώριση ως οργάνωση πολιτικής προστασίας και πολιτικής άμυνας βάσει του εθνικού δικαίου δεν εξαρτάται κατ’ ανάγκην από το εάν η οργάνωση έχει μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα» ( 38 ).
82.
Εφόσον ισχύει αυτό, πράγμα που είναι έργο του εθνικού δικαστηρίου να εξακριβώσει, η αναγνώριση, από το εσωτερικό δίκαιο, μιας οργανώσεως ως οργανώσεως αρωγής δεν θα επαρκεί για να θεωρηθεί ότι οργάνωση ή ένωση δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24. Για την ύπαρξη της ιδιότητας αυτής πρέπει να αποδεικνύεται ότι η αποβλέπουσα σε τέτοιο χαρακτηρισμό οργάνωση ή ένωση δεν επιδιώκει την αποκόμιση κέρδους και ότι, εφόσον αποκομίζει συγκυριακά κέρδη, διαθέτει τα κέρδη αυτά για την εκπλήρωση της κοινωνικής αποστολής της.
V. Πρόταση
83.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Oberlandesgericht Düsseldorf (εφετείο Ντίσελντορφ, Γερμανία) ως εξής:
«Το άρθρο 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις δημόσιες προμήθειες και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, έχει την έννοια ότι:
–
Η επείγουσα διακομιδή ασθενών με ασθενοφόρο άμεσης βοήθειας, εντός του οποίου παρέχεται περίθαλψη από διασώστη/διασώστη βασικής εκπαίδευσης, πρέπει να χαρακτηριστεί “υπηρεσία ασθενοφόρων” (κωδικός CPV 85143000-3), της οποίας η ανάθεση με δημόσια σύμβαση μπορεί να μην υπόκειται στις διαδικασίες της οδηγίας 2014/24, εφόσον πραγματοποιείται από μη κερδοσκοπική οργάνωση ή ένωση.
–
Όταν η διακομιδή ασθενών δεν έχει επείγοντα χαρακτήρα και πραγματοποιείται με κοινό ασθενοφόρο από διασώστη βασικής εκπαίδευσης/εθελοντή διασώστη, πρέπει να χαρακτηριστεί υπηρεσία “ασθενοφόρων για τη διακομιδή ασθενών”, η οποία δεν περιλαμβάνεται στην εξαίρεση που ισχύει για τις “υπηρεσίες ασθενοφόρων” γενικώς.
–
“Μη κερδοσκοπικές οργανώσεις ή ενώσεις” είναι αυτές που δεν επιδιώκουν την αποκόμιση κέρδους και, σε περίπτωση αποκομίσεως συγκυριακών κερδών, διαθέτουν τα κέρδη αυτά για την εκπλήρωση της κοινωνικής αποστολής τους. Δεν αρκεί για την απόκτηση της ιδιότητας αυτής το ότι πρόκειται για οργανώσεις αρωγής αναγνωρισμένες από το εσωτερικό δίκαιο.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις δημόσιες προμήθειες και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ 2014, L 94, σ. 65).
( 3 ) Στην ισπανική απόδοση της διατάξεως χρησιμοποιείται, για άγνωστο λόγο, το επίθετο «laborales» για τον χαρακτηρισμό «κινδύνων» οι οποίοι σε καμία άλλη γλωσσική απόδοση δεν συνοδεύονται από οποιονδήποτε επιθετικό προσδιορισμό. Επομένως, στο εξής θα γίνεται λόγος μόνο για την «πρόληψη κινδύνων».
( 4 ) Νόμος κατά των περιορισμών του ανταγωνισμού (στο εξής: GWB).
( 5 ) Νόμος για τις υπηρεσίες άμεσης βοήθειας καθώς και για τη διάσωση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και τη διακομιδή ασθενών από επιχειρήσεις της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας (στο εξής: RettG NRW).
( 6 ) Νόμος περί πολιτικής προστασίας και πολιτικής άμυνας (στο εξής: ZSKG), όπως τροποποιήθηκε εσχάτως με το άρθρο 2, σημείο 1, του νόμου της 29ης Ιουλίου 2009.
( 7 ) Νόμος περί προστασίας από τις πυρκαγιές, περί παροχής αρωγής και περί πολιτικής προστασίας (στο εξής: BHKG).
( 8 ) Κατά τη διάταξη περί παραπομπής (σκέψη 4), «[α]ντικείμενο της συμβάσεως ήταν η κατανεμημένη σε δύο παρτίδες διάθεση προσωπικού για ορισμένο αριθμό δημοτικών ασθενοφόρων άμεσης βοήθειας […] και κοινών ασθενοφόρων […] καθώς και η διάθεση θέσεων σταθμεύσεως οχημάτων […]. Η σύμβαση αφορούσε την υπηρεσία διάσωσης σε καταστάσεις ανάγκης με δημοτικά ασθενοφόρα άμεσης βοήθειας, με κύρια αποστολή την περίθαλψη ασθενών που χρήζουν άμεσης βοήθειας από διασώστες υποστηριζόμενους από διασώστη βασικής εκπαίδευσης, καθώς και την υπηρεσία διακομιδής ασθενών, με κύρια αποστολή την περίθαλψη ασθενών από διασώστη βασικής εκπαίδευσης υποστηριζόμενο από εθελοντή διασώστη».
( 9 ) Σκέψη 14 της διατάξεως περί παραπομπής.
( 10 ) Όπ.π.
( 11 ) Βλ., αντί πολλών, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Ziolkowski και Szeja (C-424/10 και C‑425/10, EU:C:2011:866, σκέψη 32).
( 12 ) Πάντως, η ορολογική αντιστοιχία του άρθρου 196 ΣΛΕΕ και του άρθρου 10, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2014/24 είναι μόνο μερική, καθόσον το πρώτο μνημονεύει την «πολιτική προστασία» («Katastrophenschutz», «protection civile») και την «πρόληψη των κινδύνων» («Risikoprävention», «prévention des risques»), αλλά όχι την «πολιτική άμυνα», την οποία μνημονεύει επιπλέον το δεύτερο.
( 13 ) Υπό τον τίτλο «Πολιτική προστασία» του τίτλου XXIII του μέρους III της ΣΛΕΕ, το άρθρο 196, παράγραφος 1, ορίζει τις υπηρεσίες πολιτικής προστασίας ως «τ[α] συστήματ[α] πρόληψης των φυσικών ή ανθρωπογενών καταστροφών και προστασίας από αυτές». Η δράση προωθήσεως της Ένωσης στον τομέα αυτό συνίσταται στη στήριξη των μέτρων των κρατών μελών «όσον αφορά την πρόληψη των κινδύνων, την προετοιμασία των φορέων πολιτικής προστασίας […] και την επέμβαση σε περιπτώσεις […] καταστροφών» (άρθρο 196, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ). Επομένως, η πρόληψη των κινδύνων, η εκπαίδευση του προσωπικού και η επέμβαση συνιστούν τα διαδοχικά στάδια υλικής δραστηριότητας με στόχο την ολοκληρωμένη διαχείριση καταστροφών.
( 14 ) Σκέψη 14 της διατάξεως περί παραπομπής. Κατά το αιτούν δικαστήριο, «[π]ιο εύλογη φαίνεται […] η εκτίμηση ότι με τον όρο “πρόληψη κινδύνων” νοείται κάτι το οποίο δεν καλύπτεται από τους όρους “πολιτική άμυνα” και “πολιτική προστασία” διότι αιτία των ζημιογόνων γεγονότων δεν είναι τεχνολογικής προελεύσεως ατυχήματα και καταστροφές, φυσικές καταστροφές ή απειλές και κίνδυνοι τρομοκρατικού ή στρατιωτικού χαρακτήρα που βλάπτουν σε μεγάλη κλίμακα την ανθρώπινη ζωή».
( 15 ) Σημείο 55 των γραπτών παρατηρήσεων της Falck Rettungsdienste.
( 16 ) Για παράδειγμα, ο κωδικός CPV 75251110-4 («Υπηρεσίες προλήψεως πυρκαγιών») ή ο κωδικός CPV 981131000-9 («Υπηρεσίες πυρηνικής προστασίας»).
( 17 ) CPV 75252000-7.
( 18 ) Σημείο 61 των γραπτών παρατηρήσεων της Falck Rettungsdienste.
( 19 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 20 ) Σημείο 24 των γραπτών παρατηρήσεων της Γερμανικής Κυβερνήσεως.
( 21 ) Σκέψη 14 της διατάξεως περί παραπομπής. Η υπογράμμιση δική μου. Στο ίδιο πνεύμα εκφράστηκε ο Δήμος του Solingen στο σημείο 31 των γραπτών παρατηρήσεών του.
( 22 ) Πρόκειται πάντοτε για τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης οι οποίες παρέχονται από μη κερδοσκοπικές οργανώσεις ή ενώσεις.
( 23 ) Η ομάδα αυτή περιλαμβάνει συνολικά δεκαπέντε κωδικούς, από τον κωδικό 60100000-9 («Υπηρεσίες οδικών μεταφορών») έως τον κωδικό 60183000-4 («Ενοικίαση φορτηγών αυτοκινήτων με οδηγό»), στους οποίους καταλέγονται οι «Υπηρεσίες ταξί» (60120000-5), οι «Υπηρεσίες ειδικών οδικών μεταφορών επιβατών» (60130000-8) και οι «Μη προγραμματισμένες μεταφορές επιβατών» (60140000-1).
( 24 ) Η οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ 2004, L 134, σ. 114), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 1251/2011 της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2011 (ΕΕ 2011, L 319, σ. 43), που ήταν η αμέσως προγενέστερη της οδηγίας 2014/24, διέκρινε επίσης μεταξύ των δύο αυτών ειδών υπηρεσιών ασθενοφόρων. Όπως υπενθυμίζεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Azienda sanitaria locale n. 5 Spezzino κ.λπ. (C-113/13, EU:C:2014:2440, σκέψεις 33 και 34), η οδηγία 2004/18 είχε εφαρμογή στις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών, τις οποίες το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής όριζε ως δημόσιες συμβάσεις, πλην των δημοσίων συμβάσεων έργων ή προμηθειών, που είχαν ως αντικείμενο την παροχή των υπηρεσιών που αναφέρονταν στο παράρτημα ΙΙ της εν λόγω οδηγίας, το οποίο διαιρούνταν σε δύο μέρη (A και B). Οι υπηρεσίες επείγουσας και έκτακτης διακομιδής ασθενών ενέπιπταν συγχρόνως στην κατηγορία 2 του παραρτήματος II A της οδηγίας 2004/18, κατά το μέρος που οι υπηρεσίες αυτές αφορούσαν διακομιδή, και στην κατηγορία 25 του παραρτήματος II B της οδηγίας αυτής, κατά το ιατρικό τους μέρος.
Τούτου λεχθέντος, ενώ, κατά το άρθρο 22 της οδηγίας 2004/18, οι συμβάσεις οι οποίες είχαν ως αντικείμενο υπηρεσίες που ενέπιπταν συγχρόνως στα δύο αυτά παραρτήματα έπρεπε να συναφθούν βάσει της κοινής διαδικασίας (όταν η αξία των υπηρεσιών του παραρτήματος II A υπερέβαινε την αξία των υπηρεσιών του παραρτήματος II B) ή βάσει απλοποιημένης διαδικασίας (σε αντίθετη περίπτωση), στην αιτιολογική σκέψη 28 της οδηγίας 2014/24 προβλέπεται ότι «οι μεικτές συμβάσεις για την παροχή υπηρεσιών ασθενοφόρων γενικά θα υπόκεινται επίσης στο απλουστευμένο καθεστώς, εάν η αξία των υπηρεσιών διακομιδής ασθενών είναι υψηλότερη από την αξία άλλων υπηρεσιών ασθενοφόρων». Όπως θα εξηγήσω εν συνεχεία, οι εν λόγω «άλλες υπηρεσίες ασθενοφόρων» μπορούν να είναι μόνον οι υπηρεσίες ιατρικής περιθάλψεως που παρέχονται εκτός καταστάσεων έκτακτης ανάγκης.
( 25 ) Αυτή θα είναι, για παράδειγμα, η περίπτωση ασθενών που διακομίζονται σε νοσοκομείο για να υποβληθούν σε αιμοκάθαρση, σε κατά το μάλλον ή ήττον τακτικές εξετάσεις, σε διαγνωστικές εξετάσεις, σε κλινικές αναλύσεις ή άλλου είδους ιατρικές εξετάσεις. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση έγινε ομόφωνα δεκτό ότι οι διακομίσεις αυτές δεν μπορούσαν να εμπίπτουν στην εξαίρεση της εξαιρέσεως. Επιπλέον, ο Δήμος του Solingen επιβεβαίωσε ότι δεν περιλαμβάνονταν στην προσβαλλόμενη σύμβαση.
( 26 ) Βλ. σημείο 36 των παρουσών προτάσεων.
( 27 ) Σημείο 45 των γραπτών παρατηρήσεων της Γερμανικής Κυβερνήσεως.
( 28 ) Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Azienda sanitaria locale n. 5 Spezzino κ.λπ. (C-113/13, EU:C:2014:2440, σκέψη 61), και απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, CASTA κ.λπ. (C-50/14, EU:C:2016:56, σκέψη 64). Αμφότερες οι αποφάσεις επιβεβαιώνουν ότι, από την άποψη του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, δεν μπορούν να προβληθούν ενστάσεις κατά του κύρους του συγκεκριμένους είδους απευθείας αναθέσεων. Στο διατακτικό της πρώτης αποφάσεως επισημαίνεται ότι «[τ]α άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ δεν αντίκεινται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή περί της οποίας πρόκειται στην κύρια δίκη, η οποία προβλέπει ότι η παροχή υπηρεσιών επείγουσας και έκτακτης διακομιδής ασθενών πρέπει να ανατίθεται κατά προτεραιότητα και με απευθείας ανάθεση, χωρίς καμία δημοσιότητα, στις συμβεβλημένες οργανώσεις εθελοντισμού, στο μέτρο που το νομικό και συμβατικό πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύσσεται η δραστηριότητα των οργανώσεων αυτών συμβάλλει πράγματι στον κοινωνικό σκοπό καθώς και στην επιδίωξη των σκοπών της αλληλεγγύης και της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως επί των οποίων στηρίζεται η ρύθμιση αυτή». Η κρίση αυτή επαναλαμβάνεται, με πολύ μικρές διαφορές, στη δεύτερη απόφαση.
( 29 ) Απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, CASTA κ.λπ. (C-50/14, EU:C:2016:56, σκέψη 62).
( 30 ) Η Γερμανική Κυβέρνηση, όπως επισήμανε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, συμμερίζεται την άποψη αυτή.
( 31 ) Σκέψη 15 της διατάξεως περί παραπομπής.
( 32 ) Οι εν λόγω οργανώσεις ή ενώσεις μπορούν να λειτουργούν μέσω οντοτήτων οι οποίες έχουν, μεταξύ άλλων, τη νομική μορφή εταιριών περιορισμένης ευθύνης, εφόσον και αυτές δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει, ενδεχομένως, να επαληθεύσει αν τούτο συμβαίνει εν προκειμένω.
( 33 ) Η σχέση που υφίσταται μεταξύ του άρθρου 10, στοιχείο ηʹ, και της αιτιολογικής σκέψεως 28 της οδηγίας 2014/24 αναπαράγεται στην περίπτωση του άρθρου 77, παράγραφος 1, και της αιτιολογικής σκέψεως 118 της ίδιας οδηγίας. Ενώ η αιτιολογική σκέψη 28 αναφέρεται στους «μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς ή ενώσεις» ως οντότητες των οποίων οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24 δυνάμει του άρθρου της 10, στοιχείο ηʹ, η αιτιολογική σκέψη 118 μνημονεύει τις οργανώσεις «που βασίζονται στην ιδία ευθύνη ή στην ενεργό συμμετοχή των υπαλλήλων στη διακυβέρνηση» και τις «υφιστάμεν[ες] [οργανώσεις], όπως κοινοπραξίες, όσον αφορά τη συμμετοχή στην παροχή [συγκεκριμένων] [υγειονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών] υπηρεσιών στους τελικούς χρήστες»· οι οργανώσεις αυτές πρέπει να πληρούν τις προβλεπόμενες στο άρθρο 77, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/24 προϋποθέσεις προκειμένου τα κράτη μέλη να μπορούν να παραχωρήσουν σε αυτές κατ’ αποκλειστικότητα το δικαίωμα συμμετοχής σε διαδικασίες συνάψεως ορισμένων δημοσίων συμβάσεων. Επομένως, δεν υφίσταται ισοδυναμία μεταξύ των οργανώσεων της αιτιολογικής σκέψεως 28 και εκείνων της αιτιολογικής σκέψεως 118. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται επίσης ισοδυναμία μεταξύ του άρθρου 10, στοιχείο ηʹ (το οποίο εξαιρεί ορισμένες δραστηριότητες των πρώτων οργανώσεων από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24), και του άρθρου 77 (το οποίο επιτρέπει ειδική εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας σε συγκεκριμένες δραστηριότητες των δεύτερων οργανώσεων).
( 34 ) Άρθρο 77, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2014/24. Ασφαλώς, η διάταξη αυτή επιβάλλει «τα κέρδη [να] επενδύονται εκ νέου ώστε να επιτευχθεί ο στόχος του οργανισμού»· δεν αποκλείει, όμως, την ύπαρξή τους ούτε εμποδίζει, ειδικότερα, τη διανομή τους, έστω και «σε συμμετοχική βάση».
( 35 ) Άρθρο 107, παράγραφος 1, σημείο 4, δεύτερη ημιπερίοδος, του GWB.
( 36 ) Σημείο 40 των γραπτών παρατηρήσεων της Γερμανικής Κυβερνήσεως. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση εξετάστηκε κατά πόσον υφίσταται εν τοις πράγματι ο αριθμητικός αυτός περιορισμός τον οποίο (καθόσον χρησιμοποιεί τον όρο «ιδίως») δεν περιέχει η εθνική ρύθμιση καθεαυτή.
( 37 ) Κατά τον Δήμο του Solingen (σημεία 37 και 38 των γραπτών παρατηρήσεών του), αυτό συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
( 38 ) Σκέψη 15 της διατάξεως περί παραπομπής.
Full & Egal Universal Law Academy