ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MANUEL CAMPOS SÁNCHEZ-BORDONA
της 21ης Νοεμβρίου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C‑563/17
Associação Peço a Palavra,
João Carlos Constantino Pereira Osório,
Maria Clara Marques Pires Sarmento Franco,
Sofia da Silva Santos Arauz,
Maria João Galhardas Fitas
κατά
Conselho de Ministros,
παρισταμένης της:
PARPÚBLICA – Participações Públicas, SGPS, SA,
TAP, SGPS, SA
[αίτηση του Supremo Tribunal Administrativo (Πορτογαλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστικό ερώτημα – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Εταιρία αερομεταφορών – Διαδικασία επανιδιωτικοποιήσεως – Όροι – Υποχρέωση διατηρήσεως της έδρας και της πραγματικής διοικήσεως της εταιρίας – Υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας – Υποχρέωση διατηρήσεως του εθνικού αεροπορικού κόμβου (hub)»
1.
Το Supremo Tribunal Administrativo (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Πορτογαλία) εκφράζει ενώπιον του Δικαστηρίου αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσο συνάδουν με το δίκαιο της Ένωσης ορισμένες απαιτήσεις που περιλαμβάνονται στη συγγραφή υποχρεώσεων της διαδικασίας ιδιωτικοποιήσεως της εταιρίας «TAP Transportes Aéreos Portugueses, S.A.» (στο εξής:TAP SA), η οποία διεξήχθη το 2015.
2.
Συγκεκριμένα, οι εν λόγω απαιτήσεις αφορούν την υποχρέωση διατηρήσεως στην Πορτογαλία της έδρας και της πραγματικής διοικήσεως της εταιρίας, τη δυνατότητα αναλήψεως των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας καθώς και τη δέσμευση περί διατηρήσεως και αναπτύξεως του εθνικού αεροπορικού κόμβου (hub).
3.
Προκειμένου να αρθούν οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου, πρέπει να εξακριβωθεί, καταρχάς, εάν έχει εφαρμογή εν προκειμένω η οδηγία 2006/123/ΕΚ ( 2 ) ή ο κανονισμός (ΕΚ) 1008/2008 ( 3 ). Εν συνεχεία, πρέπει να εξεταστεί εάν η τυχόν θιγόμενη ελευθερία είναι η ελευθερία εγκαταστάσεως, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ή η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων και, εν πάση περιπτώσει, εάν οι απαιτήσεις που περιλαμβάνονται στη συγγραφή υποχρεώσεων συνάδουν με τις εν λόγω ελευθερίες.
I. Το νομοθετικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η οδηγία 2006/123
4.
Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 21, «[ο]ι υπηρεσίες μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων των αστικών συγκοινωνιών, των αγοραίων οχημάτων (ταξί) και των ασθενοφόρων καθώς και οι λιμενικές υπηρεσίες θα πρέπει να αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας».
5.
Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, «[η παρούσα οδηγία] δεν αφορά την ελευθέρωση των υπηρεσιών γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος που επιφυλάσσονται αποκλειστικά σε δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς ούτε την ιδιωτικοποίηση δημόσιων φορέων παροχής υπηρεσιών».
6.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, η οδηγία δεν εφαρμόζεται στις «υπηρεσίες στον τομέα των μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων των λιμενικών υπηρεσιών, που εμπίπτουν στο πεδίο του τίτλου V της Συνθήκης».
7.
Στο κεφάλαιο IV, το οποίο επιγράφεται «Ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών», συμπεριλαμβάνεται το τμήμα 1 («Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και συναφείς παρεκκλίσεις»), το οποίο περιέχει διατάξεις οι οποίες, αφενός, διασφαλίζουν το δικαίωμα των παρόχων υπηρεσιών να παρέχουν υπηρεσίες σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό στο οποίο εδρεύουν (άρθρο 16), και, αφετέρου, απαριθμούν ορισμένες παρεκκλίσεις από το εν λόγω δικαίωμα (άρθρο 17).
2. Κανονισμός 1008/2008
8.
Στις αιτιολογικές σκέψεις 10 έως 12 του κανονισμού αυτού αναφέρονται τα εξής:
«(10)
Για να ολοκληρωθεί η εσωτερική αγορά αερομεταφορών, πρέπει να αρθούν οι ακόμη ισχύοντες περιορισμοί που εξακολουθούν να υφίστανται μεταξύ κρατών μελών, όπως οι περιορισμοί στις πτήσεις με κοινό κωδικό σε δρομολόγια προς τρίτες χώρες ή ο καθορισμός των ναύλων σε δρομολόγια προς τρίτες χώρες με ενδιάμεσο σταθμό σε άλλο κράτος μέλος […].
(11)
Λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών και περιορισμών των ιδιαίτερα απομακρυσμένων περιφερειών, κυρίως λόγω της μεγάλης απόστασης, του νησιωτικού τους χαρακτήρα και της μικρής τους έκτασης, καθώς και της ανάγκης κατάλληλης σύνδεσής τους με τις κεντρικές περιοχές της Κοινότητας, ενδέχεται να δικαιολογούνται χωριστές ρυθμίσεις όσον αφορά τους κανόνες σχετικά με την περίοδο ισχύος των συμβάσεων για υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας που καλύπτουν δρομολόγια προς τις περιφέρειες αυτές.
(12)
Οι όροι με τους οποίους μπορούν να επιβάλλονται υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας θα πρέπει να καθορισθούν σαφώς και με τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, ενώ οι σχετικές διαδικασίες διαγωνισμών θα πρέπει να επιτρέπουν τη συμμετοχή επαρκούς αριθμού διαγωνιζομένων. Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνει την απαιτούμενη πληροφόρηση ώστε να μπορεί να εκτιμά, στην εκάστοτε περίπτωση, εάν δικαιολογούνται οι υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας».
9.
Το άρθρο 2 ορίζει τα εξής:
«1)
“άδεια εκμετάλλευσης”, η έγκριση που χορηγείται από την αρμόδια αρχή αδειοδότησης σε επιχείρηση, η οποία της επιτρέπει να παρέχει υπηρεσίες αερομεταφορών, όπως προσδιορίζονται στην άδεια εκμετάλλευσης·
[…]
8)
“πιστοποιητικό αερομεταφορέα (AOC)”, το πιστοποιητικό που χορηγείται σε επιχείρηση και το οποίο βεβαιώνει ότι ο εν λόγω αερομεταφορέας διαθέτει την επαγγελματική ικανότητα και οργάνωση ώστε να εγγυάται την ασφάλεια των δραστηριοτήτων που διευκρινίζονται στο πιστοποιητικό, όπως προβλέπεται στις σχετικές διατάξεις της κοινοτικής ή εθνικής νομοθεσίας, ανάλογα με την περίπτωση·
9)
“πραγματικός έλεγχος”, η σχέση που συνίσταται σε δικαιώματα, συμβάσεις ή άλλα μέσα τα οποία, είτε χωριστά είτε από κοινού, και λαμβανομένων υπόψη των σχετικών πραγματικών ή νομικών εκτιμήσεων, παρέχουν τη δυνατότητα ασκήσεως άμεσης ή έμμεσης αποφασιστικής επιρροής σε μια επιχείρηση, ιδίως:
α)
μέσω του δικαιώματος χρήσης όλων ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων μιας επιχείρησης,
β)
με δικαιώματα ή συμβάσεις που παρέχουν αποφασιστική επιρροή στη σύνθεση, την ψηφοφορία ή τις αποφάσεις των οργάνων μιας επιχείρησης ή καθ’ οιονδήποτε άλλο τρόπο επηρεάζουν αποφασιστικά τη λειτουργία της επιχείρησης·
10)
“αερομεταφορέας”, η επιχείρηση με έγκυρη άδεια εκμετάλλευσης ή ισοδύναμο·
11)
“κοινοτικός αερομεταφορέας”, ο αερομεταφορέας με έγκυρη άδεια εκμετάλλευσης την οποία έχει χορηγήσει αρμόδια αρχή αδειοδότησης σύμφωνα με το κεφάλαιο II του παρόντος κανονισμού·
[…]
14)
“δικαίωμα μεταφοράς”, το δικαίωμα εκτέλεσης αεροπορικής γραμμής μεταξύ δύο κοινοτικών αερολιμένων·
[…]
26)
“κύρια εγκατάσταση”, η έδρα ή το εγγεγραμμένο γραφείο κοινοτικού αερομεταφορέα σε κράτος μέλος εντός του οποίου ασκούνται οι κύριες χρηματοοικονομικές λειτουργίες και ο επιχειρησιακός έλεγχος του κοινοτικού αερομεταφορέα, περιλαμβανομένης και της συνεχούς διαχείρισης πλοϊμότητας».
10.
Το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«Χορηγείται από την αρμόδια αρχή αδειοδότησης κράτους μέλους άδεια εκμετάλλευσης σε επιχείρηση, υπό την προϋπόθεση ότι:
α)
η κύρια εγκατάστασή της βρίσκεται στο εν λόγω κράτος μέλος·
β)
διαθέτει έγκυρο AOC που έχει εκδοθεί από εθνική αρχή του ιδίου κράτους μέλους, του οποίου η αρμόδια αρχή αδειοδότησης είναι υπεύθυνη για τη χορήγηση, άρνηση χορήγησης, ανάκληση ή αναστολή της άδειας εκμετάλλευσης του κοινοτικού αερομεταφορέα·
[…]
στ)
τα κράτη μέλη ή/και υπήκοοι κρατών μελών κατέχουν άνω του 50 % της επιχείρησης και έχουν τον πραγματικό έλεγχό της, είτε απευθείας είτε έμμεσα μέσω ενός ή περισσοτέρων ενδιάμεσων επιχειρήσεων, με εξαίρεση τα προβλεπόμενα σε συμφωνία με τρίτη χώρα, της οποίας η Κοινότητα είναι συμβαλλόμενο μέρος·
[…]»
11.
Το άρθρο 8 διαλαμβάνει τα εξής:
«1. Η άδεια εκμετάλλευσης ισχύει ενόσω ο κοινοτικός αερομεταφορέας συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου.
Κάθε κοινοτικός αερομεταφορέας πρέπει, εφόσον του ζητηθεί, να είναι πάντοτε σε θέση να αποδεικνύει στην αρμόδια αρχή αδειοδότησης ότι ανταποκρίνεται σε όλες τις απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου.
[…]
5. Κάθε κοινοτικός αερομεταφορέας κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή αδειοδότησης:
[…]
β)
εκ των προτέρων, σχέδια για συγχωνεύσεις ή εξαγορές επιχειρήσεων, […]
[…]
7. Όσον αφορά τους κοινοτικούς αερομεταφορείς στους οποίους έχει χορηγήσει άδεια, η αρμόδια αρχή αδειοδότησης αποφασίζει εάν η άδεια εκμετάλλευσης πρέπει να υποβληθεί εκ νέου προς έγκριση σε περίπτωση μεταβολής ενός ή περισσότερων στοιχείων που επηρεάζουν τη νομική κατάσταση ενός κοινοτικού αερομεταφορέα και, ιδίως, σε περίπτωση συγχώνευσης ή εξαγοράς.
[…]»
12.
Το άρθρο 15 ορίζει τα εξής:
«1. Οι κοινοτικοί αερομεταφορείς δικαιούνται να εκμεταλλεύονται ενδοκοινοτικές αεροπορικές γραμμές.
2. Τα κράτη μέλη δεν εξαρτούν την εκμετάλλευση ενδοκοινοτικών αεροπορικών γραμμών από κοινοτικό αερομεταφορέα από την έκδοση άδειας ή εξουσιοδότησης. Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν από τους κοινοτικούς αερομεταφορείς να υποβάλλουν έγγραφα ή πληροφορίες που ήδη έχουν προσκομίσει στην αρμόδια αρχή αδειοδότησης, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές πληροφορίες μπορούν να αποκτηθούν εγκαίρως από την αρμόδια αρχή αδειοδότησης.
[…]
4. Κατά την εκμετάλλευση ενδοκοινοτικών αεροπορικών γραμμών, επιτρέπεται σε οποιονδήποτε κοινοτικό αερομεταφορέα να συνδυάζει αεροπορικές γραμμές και να συνάπτει συμφωνίες για πτήσεις με κοινό κωδικό, υπό την επιφύλαξη των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού που εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις.
Με τον παρόντα κανονισμό, τυχόν περιορισμοί στην ελευθερία των κοινοτικών αερομεταφορέων να εκμεταλλεύονται ενδοκοινοτικές αεροπορικές γραμμές, οι οποίοι προκύπτουν από διμερείς συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών[,] καταργούνται.
5. Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις διμερών συμφωνιών μεταξύ κρατών μελών, και υπό την επιφύλαξη των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού που εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις, το(τα) ενδιαφερόμενο(-α) κράτος(-η) μέλος(-η) επιτρέπει(-ουν) σε κοινοτικούς αερομεταφορείς να συνδυάζουν αεροπορικές υπηρεσίες και να συνάπτουν συμφωνίες για πτήσεις με κοινό κωδικό με οποιονδήποτε αερομεταφορέα, για αεροπορικές γραμμές προς, από ή μέσω οποιουδήποτε αερολιμένα στην επικράτειά του(τους), προς ή από οποιοδήποτε σημείο σε τρίτες χώρες.
[…]»
13.
Κατά το άρθρο 16:
«1. Ένα κράτος μέλος, κατόπιν διαβουλεύσεων με άλλα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και αφού ενημερώσει την Επιτροπή, τους σχετικούς αερολιμένες και τους αερομεταφορείς που εκτελούν το δρομολόγιο αυτό, μπορεί να επιβάλλει υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας σε τακτικές αεροπορικές γραμμές μεταξύ αερολιμένα της Κοινότητας και αερολιμένα που εξυπηρετεί περιφερειακή περιοχή ή περιοχή ανάπτυξης που βρίσκεται στο έδαφός του, ή γραμμή η οποία έχει χαμηλή κίνηση, εφόσον η γραμμή αυτή θεωρείται δρομολόγιο ζωτικής σημασίας για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της περιφέρειας την οποία εξυπηρετεί ο αερολιμένας. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται μόνο στο μέτρο που απαιτείται προκειμένου να εξασφαλίζεται, στο συγκεκριμένο δρομολόγιο, ελάχιστη εξυπηρέτηση τακτικών αεροπορικών γραμμών που πληρούν καθορισμένα κριτήρια συνέχειας, τακτικότητας, τιμολόγησης ή ελάχιστης μεταφορικής ικανότητας, τα οποία ο αερομεταφορέας δεν επρόκειτο άλλως να αναλάβει εάν ελάμβανε αποκλειστικά υπόψη το εμπορικό συμφέρον του.
Τα συγκεκριμένα πρότυπα που επιβάλλονται σε διαδρομή υποκείμενη στην παροχή δημόσιας υπηρεσίας καθορίζονται με διαφάνεια και χωρίς την εισαγωγή διακρίσεων.
[…]
4. Όταν κράτος μέλος επιθυμεί να επιβάλει υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας, κοινοποιεί το πλήρες κείμενο της προτεινόμενης επιβολής υποχρέωσης δημόσιας υπηρεσίας στην Επιτροπή, τα άλλα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, τους αερολιμένες και τους αερομεταφορείς που εκμεταλλεύονται το συγκεκριμένο δρομολόγιο.
Η Επιτροπή δημοσιεύει ενημερωτική ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία:
α)
προσδιορίζονται οι δύο αερολιμένες που συνδέει το συγκεκριμένο δρομολόγιο και οι πιθανές ενδιάμεσες στάσεις,
β)
σημειώνεται η ημερομηνία έναρξης ισχύος της υποχρέωσης δημόσιας υπηρεσίας, και
γ)
αναγράφεται η πλήρης διεύθυνση στην οποία διατίθεται αμελλητί και δωρεάν από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος το κείμενο και κάθε πληροφορία και/ή τεκμηρίωση σχετικά με την υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας.
[…]»
Β. Το εσωτερικό δίκαιο
14.
Με το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 181-Α/2014 της 24ης Δεκεμβρίου 2014 ( 4 ), η Πορτογαλική Κυβέρνηση ενέκρινε τη διαδικασία έμμεσης επανιδιωτικοποιήσεως του εταιρικού κεφαλαίου της TAP SA, με απευθείας πώληση αναφοράς των μετοχών που αντιπροσωπεύουν έως και το 61 % του κεφαλαίου της εταιρίας με την επωνυμία «TAP – Transportes Aéreos Portugueses, SGPS, SA» (στο εξής: TAP GSPS) και με προσφορά πωλήσεως προς τους εργαζόμενους της εν λόγω εταιρίας έως και του 5 % του εταιρικού κεφαλαίου της TAP SGPS. Επιπλέον, προστέθηκε δικαίωμα προαιρέσεως για την πώληση υπέρ του Δημοσίου, το οποίο θα μπορούσε να μεταβιβάσει το εναπομένον κεφάλαιο της TAP SGPS στον αποκτώντα στο πλαίσιο της απευθείας πωλήσεως αναφοράς, ενώ θα μπορούσε επίσης να συμφωνήσει με αυτόν την πρόβλεψη δικαιώματος προαιρέσεως για αγορά, υπό τους όρους που προβλέπονται στη συγγραφή υποχρεώσεων της συμβάσεως.
15.
Με την υπ’ αριθ. 4-Α/2015 απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2015 ( 5 ), το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε τη συγγραφή υποχρεώσεων της απευθείας πωλήσεως αναφοράς των μετοχών που αντιπροσωπεύουν έως και το 61 % του εταιρικού κεφαλαίου της TAP SGPS.
16.
Το άρθρο 1 της συγγραφής υποχρεώσεων έχει ως εξής:
«1. Η παρούσα συγγραφή υποχρεώσεων ρυθμίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις της απευθείας πωλήσεως αναφοράς μετοχών που αντιπροσωπεύουν το κεφάλαιο της [TAP SGPS], η οποία προβλέπεται στο πλαίσιο της έμμεσης επανιδιωτικοποιήσεως του κεφαλαίου της [TAP SA].
2. Η απευθείας πώληση αναφοράς περιλαμβάνει τη μεταβίβαση, μέσω ειδικής διαπραγματεύσεως, ενός ή περισσοτέρων αδιαιρέτων πακέτων μετοχών που αντιπροσωπεύουν το κεφάλαιο της [TAP SGPS] σε έναν ή περισσότερους ημεδαπούς ή αλλοδαπούς επενδυτές, ατομικά ή συλλογικά.
3. Η αναφερόμενη στην ως άνω παράγραφο απευθείας πώληση αναφοράς των μετοχών θα συναφθεί με έναν ή περισσότερους προσφέροντες οι οποίοι θα επιλεγούν ως αγοραστές των μετοχών που αποτελούν αντικείμενο της απευθείας πωλήσεως.
4. Στο πλαίσιο της απευθείας πωλήσεως αναφοράς, οι μετοχές που θα αγοράσει ο προσφέρων ή οι προσφέροντες που επιλέγονται θα πωληθούν από την PARPÚBLICA – Participações Públicas (SGPS), S.A. [στο εξής: Parpública]».
17.
Στο άρθρο 5 της συγγραφής υποχρεώσεων προβλέπονται τα ακόλουθα «κριτήρια επιλογής»:
«a)
η συμβολή στην ενίσχυση της οικονομικής-χρηματοπιστωτικής επάρκειας της [TAP SGPS] και της [TAP SA], καθώς και της διαρθρώσεως του κεφαλαίου τους, ιδίως δε η ποιότητα του σχεδίου κεφαλαιοποιήσεως και η εκτέλεσή του μέσω νέων περιουσιακών στοιχείων και πόρων όσον αφορά τον προσφέροντα, καθώς και οι όροι που σχετίζονται με τη διαθεσιμότητα των τελευταίων, κατά τρόπον που να συμβάλλει στη βιωσιμότητα και την αξιοποίηση των εταιρειών, καθώς και στην ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους, όπως επίσης και στη διατήρηση της αξίας και της σχετικής βαρύτητας του εναπομένοντος κεφαλαίου που ανήκει στο Δημόσιο καθώς και της αξίας του δικαιώματος προαιρέσεως για πώληση·
b)
η τιμή που προσφέρθηκε για την αγορά των μετοχών που αντιπροσωπεύουν το εταιρικό κεφάλαιο της [TAP SGPS], η οποία είναι αντικείμενο της απευθείας πωλήσεως αναφοράς, ιδίως δε η αξία ανά μετοχή, τα συνολικά έσοδα, η ποιότητα και η σπουδαιότητα των μεθόδων και των τρόπων βελτιώσεως των δικαιωμάτων προαιρέσεως για αγορά και πώληση, και, γενικά, η δυνατότητα συνάψεως της απευθείας πωλήσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας, οι όροι πληρωμής και λοιποί όροι που κρίνονται απαραίτητοι για τη διαφύλαξη των περιουσιακών συμφερόντων του κράτους·
c)
η παρουσίαση και η διασφάλιση της εκτελέσεως ενός κατάλληλου και συνεκτικού στρατηγικού σχεδίου, με σκοπό τη διατήρηση και την προώθηση της αναπτύξεως της [TAP SA], τηρουμένων των σκοπών που έχει θέσει η κυβέρνηση αναφορικά με τη διαδικασία επανιδιωτικοποιήσεως, την ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσης της ως παρόχου υπηρεσιών αερομεταφορών σε παγκόσμιο επίπεδο στις νυν υφιστάμενες αγορές και σε νέες αγορές, τη διατήρηση της ακεραιότητας, της εταιρικής ταυτότητας και αυτονομίας του ομίλου TAP, κυρίως δε μέσω της διατηρήσεως του εμπορικού σήματος TAP και της συσχετίσεώς του με την Πορτογαλία, διασφαλιζομένου παράλληλα ότι η έδρα και η πραγματική διοίκηση του ομίλου TAP θα εξακολουθήσουν να βρίσκονται στην Πορτογαλία, τη συμβολή στη διατήρηση και την ανάπτυξη των επιχειρησιακών και εμπορικών δυνατοτήτων του ομίλου TAP, καθώς και την αξιοποίηση και ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού του·
d)
η δυνατότητα διασφαλίσεως της έγκαιρης και επαρκούς τηρήσεως των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας που βαρύνουν την [TAP SA], περιλαμβανομένων των σχετικών με τις αερομεταφορικές συνδέσεις μεταξύ των κύριων εθνικών αερολιμένων και των αυτόνομων περιφερειών, οσάκις τούτο επιβάλλεται, καθώς και η διατήρηση και η ενίσχυση των δρομολογίων που εξυπηρετούν τις αυτόνομες περιφέρειες, τις πορτογαλικές κοινότητες που βρίσκονται στο εξωτερικό και τις χώρες και τις κοινότητες στις οποίες ομιλείται ή είναι επίσημη γλώσσα η πορτογαλική·
e)
η συμβολή στην ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, καθώς και στη διατήρηση και την ανάπτυξη του νυν [εθνικού] επιχειρησιακού κόμβου (hub), ως πλατφόρμας με κρίσιμο στρατηγικό ρόλο στις σχέσεις μεταξύ Ευρώπης, Αφρικής και Λατινικής Αμερικής·
f)
η απουσία νομικών ή χρηματοοικονομικών περιορισμών στο πρόσωπο του προσφέροντος για τη σύναψη της απευθείας πωλήσεως αναφοράς, ιδίως δε μέσω της ελαχιστοποιήσεως της συγκρούσεως συμφερόντων μεταξύ των δραστηριοτήτων του προσφέροντος και των δραστηριοτήτων του Grupo TAP, καθώς και ο μετριασμός των κινδύνων για τα περιουσιακά συμφέροντα του κράτους και για την επίτευξη των σκοπών σχετικά με τα κριτήρια που περιλαμβάνονται στις ως άνω παραγράφους·
g)
η σχετική τεχνική και διαχειριστική εμπειρία στον τομέα της αεροπορίας, η χρηματοοικονομική επάρκεια και καταλληλότητα, καθώς και οι εγγυήσεις που ενδεχομένως παρέχονται για την πλήρωση των κριτηρίων που περιλαμβάνονται στις ως άνω παραγράφους·
h)
η ανάληψη δεσμεύσεων ως προς τον τομέα της εργασιακής σταθερότητας, ιδίως δε, η ρητή δέσμευση, υπό νομοθετικούς και συνταγματικούς όρους, της συνάψεως συμφωνίας μεταξύ της κυβερνήσεως, των συνδικάτων και [της TAP SGPS], καθώς και η τήρηση του συνόλου των σε ισχύ συλλογικών συμβάσεων·
i)
η συμβολή στην ενίσχυση της διαρθρώσεως και της σταθερότητας των μετόχων των [TAP SGPS] και [TAP SA], ιδίως δε μέσω της εκτελέσεως ενός μοντέλου εταιρικής διακυβερνήσεως στο οποίο θα λαμβάνεται υπόψη η ιδιαίτερη φύση της [TAP SGPS], η δραστηριότητα που αναπτύσσεται από την [TAP SA], καθώς και οι σκοποί που τέθηκαν από την κυβέρνηση για τη διαδικασία επανιδιωτικοποιήσεως».
II. Τα πραγματικά περιστατικά
18.
H «Associação Peço a Palavra» («Ένωση Ζητώ τον Λόγο») και λοιποί άσκησαν διοικητική προσφυγή ενώπιον του Supremo Tribunal Administrativo (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Πορτογαλία) ζητώντας την ακύρωση της συγγραφής υποχρεώσεων που είχε εγκριθεί με την απόφαση αριθ. 4-A/2015 του Υπουργικού Συμβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2015.
19.
Σύμφωνα με τις προσφεύγουσες, το άρθρο 5, στοιχείο c, της εν λόγω συγγραφής υποχρεώσεων είναι αντίθετο προς τα άρθρα 49 και 54 ΣΛΕΕ, κατά το μέτρο που θέτει ως απαίτηση τη διατήρηση της έδρας και της πραγματικής διοικήσεως του ομίλου TAP. Εξάλλου, κατά την κρίση τους, το άρθρο 5, στοιχεία d και e, της συγγραφής υποχρεώσεων παραβαίνει τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ, καθώς και τα άρθρα 16 και 17 της οδηγίας 2006/123, κατά το μέτρο που θέτει ως όρους την τήρηση των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας, καθώς και τη διατήρηση και ανάπτυξη του υφιστάμενου εθνικού αεροπορικού κόμβου.
III. Προδικαστικό ερώτημα
20.
Στο πλαίσιο αυτό, το Supremo Tribunal Administrativo (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) διατύπωσε τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Είναι αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως προς τα άρθρα 49 και 54 ΣΛΕΕ και στις κατοχυρωμένες σε αυτά αρχές, το να προβλέπεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας έμμεσης επανιδιωτικοποιήσεως του εταιρικού κεφαλαίου μιας εταιρίας δημοσίου κεφαλαίου με αντικείμενο τις αερομεταφορές, στα έγγραφα που αφορούν τη διαδικασία αυτή η απαίτηση να διατηρηθεί η έδρα και η πραγματική διοίκηση της εταιρίας στο κράτος μέλος στο οποίο συνεστήθη ως κριτήριο επιλογής μεταξύ των εκπεφρασμένων από τους πιθανούς επενδυτές προθέσεων αγοράς και μεταξύ των προσφορών που υποβλήθηκαν;
2)
Είναι αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως προς τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ και τις κατοχυρωμένες σε αυτά αρχές, καθώς και τις αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων, της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας, το να προβλέπεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας έμμεσης επανιδιωτικοποιήσεως του εταιρικού κεφαλαίου της εταιρίας αυτής, στα έγγραφα που αφορούν τη διαδικασία αυτή η απαίτηση να τηρηθούν εκ μέρους του αποκτώντος οι υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας ως κριτήριο επιλογής μεταξύ των εκπεφρασμένων από τους πιθανούς επενδυτές προθέσεων αγοράς και μεταξύ των προσφορών που υποβλήθηκαν;
3)
Είναι αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως προς τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ, καθώς και προς τις κατοχυρωμένες σε αυτά αρχές, το να προβλέπεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας έμμεσης επανιδιωτικοποιήσεως του εταιρικού κεφαλαίου της εταιρίας αυτής, στα έγγραφα που αφορούν τη διαδικασία αυτή η απαίτηση περί διατηρήσεως και αναπτύξεως του υφιστάμενου εθνικού αεροπορικού κόμβου (hub) εκ μέρους του αποκτώντος ως κριτήριο επιλογής μεταξύ των εκπεφρασμένων από τους πιθανούς επενδυτές προθέσεων αγοράς και μεταξύ των προσφορών που υποβλήθηκαν;
4)
Πρέπει, λαμβανομένης υπόψη της προβλεπομένης στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας [2006/123] εξαιρέσεως σχετικά με τις υπηρεσίες στον τομέα των μεταφορών, να θεωρηθεί ότι η δραστηριότητα που ασκεί η εν λόγω εταιρία, η μεταβίβαση του εταιρικού κεφαλαίου της οποίας αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας επανιδιωτικοποιήσεως, συνιστά υπηρεσία στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, η οποία υπόκειται στις διατάξεις της οδηγίας αυτής; Στην περίπτωση αυτή, υπόκειται ομοίως η εν λόγω διαδικασία επανιδιωτικοποίησης στις διατάξεις της ανωτέρω οδηγίας;
5)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα, είναι αντίθετο προς τα άρθρα 16 και 17 της ανωτέρω οδηγίας το να προβλέπεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας έμμεσης επανιδιωτικοποιήσεως του εταιρικού κεφαλαίου της εταιρίας αυτής, στα έγγραφα που αφορούν τη διαδικασία αυτή η απαίτηση περί τηρήσεως των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας εκ μέρους του αποκτώντος ως κριτήριο επιλογής μεταξύ των εκπεφρασμένων από τους πιθανούς επενδυτές προθέσεων αγοράς και μεταξύ των προσφορών που υποβλήθηκαν;
6)
Στην περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα, είναι αντίθετο προς τα άρθρα 16 και 17 της εν λόγω οδηγίας το να προβλέπεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας έμμεσης επανιδιωτικοποιήσεως του εταιρικού κεφαλαίου της εταιρίας αυτής, στα έγγραφα που αφορούν τη διαδικασία αυτή η απαίτηση περί διατηρήσεως και αναπτύξεως του υφιστάμενου εθνικού αεροπορικού κόμβου (hub) εκ μέρους του αποκτώντος ως κριτήριο επιλογής μεταξύ των εκπεφρασμένων από τους πιθανούς επενδυτές προθέσεων αγοράς και μεταξύ των προσφορών που υποβλήθηκαν;»
IV. Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και θέσεις των διαδίκων
21.
Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Σεπτεμβρίου 2017. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Parpública, η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η Ιταλική Κυβέρνηση, η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, οι οποίες επίσης παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018.
22.
Η Parpública υποστηρίζει ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα. Κατά την κρίση της, οι επίδικες απαιτήσεις δεν περιορίζουν ούτε θίγουν την ελευθερία εγκαταστάσεως, ενώ, ακόμη και αν ίσχυε κάτι τέτοιο, θα επρόκειτο για δικαιολογημένο περιορισμό. Όσον αφορά το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, ισχυρίζεται ότι τα άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ δεν έχουν εφαρμογή στις υπηρεσίες αερομεταφορών, βάσει του άρθρου 58, παράγραφος 1, του άρθρου 90 και του άρθρου 100, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Επί του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος, ισχυρίζεται ότι η δραστηριότητα της TAP δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά υπηρεσία υποκείμενη στην οδηγία 2006/123, λαμβανομένης υπόψη της παρεκκλίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ. Επομένως, παρέλκει η απάντηση στο πέμπτο και στο έκτο προδικαστικό ερώτημα.
23.
Κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, ο όρος στον οποίο αναφέρεται το πρώτο προδικαστικό ερώτημα προκύπτει από το καθεστώς χορηγήσεως αδειών εκμεταλλεύσεως του κανονισμού 1008/2008, ενώ δεν συνεπάγεται κανέναν περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως, καθώς δεν εφαρμόζεται στους υποψήφιους επενδυτές. Όσον αφορά το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, η Πορτογαλική Κυβέρνηση συμμερίζεται την άποψη της Parpública, ισχυριζόμενη ότι, εν πάση περιπτώσει, τα κριτήρια δεν προσβάλλουν το σχετικό δικαίωμα όσον αφορά τις υπηρεσίες αερομεταφορών. Επίσης, συντάσσεται με τη θέση της Parpública όσον αφορά το τέταρτο, το πέμπτο και το έκτο ερώτημα, προσθέτοντας ότι εφαρμόζεται εν προκειμένω ο κανονισμός 1008/2008.
24.
Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, πρέπει να δοθεί κοινή απάντηση στα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, υπό την έννοια ότι δεν αντίκειται στα άρθρα 49, 54, 56 και 57 ΣΛΕΕ η επιβολή όρων όπως οι επίδικοι στο πλαίσιο της διαδικασίας επανιδιωτικοποιήσεως. Οι βαλλόμενες απαιτήσεις δεν περιορίζουν την ελευθερία εγκαταστάσεως ούτε την ελευθερία παροχής υπηρεσιών, ενώ, ακόμη και αν ίσχυε κάτι τέτοιο, ο περιορισμός θα δικαιολογούνταν από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος.
25.
Η Ιταλική Κυβέρνηση συμμερίζεται τη θέση της Parpública και της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως όσον αφορά το τέταρτο, το πέμπτο και το έκτο προδικαστικό ερώτημα και ισχυρίζεται ότι δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω η οδηγία 2006/123, καίτοι στηρίζει τον σχετικό ισχυρισμό στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας και όχι στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ. Επικουρικώς, δε, ισχυρίζεται ότι, κατά το μέτρο που η διαδικασία ιδιωτικοποιήσεως δεν αφορά το κεφάλαιο του αερομεταφορέα, αλλά το κεφάλαιο της εταιρίας που τον ελέγχει, πρέπει να εξεταστεί εάν οι υπηρεσίες της τελευταίας εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/123. Κατά την άποψή της, κάτι τέτοιο δεν ισχύει, διότι πρόκειται για «επενδύσεις» κατά την έννοια της παρεκκλίσεως του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας. Εάν συνιστούσαν δραστηριότητα μεταφορών, τότε θα εφαρμοζόταν το στοιχείο δʹ του ως άνω άρθρου.
26.
Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, όσον αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, οι επίδικοι όροι περιορίζουν την ελευθερία εγκαταστάσεως, καίτοι θα μπορούσαν ενδεχομένως να δικαιολογηθούν. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η Ολλανδική Κυβέρνηση συμμερίζεται την άποψη της Parpública και της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως σχετικά με το ανεφάρμοστο των άρθρων 56 και 57 ΣΛΕΕ. Ως προς το τέταρτο, πέμπτο και έκτο προδικαστικό ερώτημα, ισχυρίζεται ομοίως ότι η οδηγία 2006/123 δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, σύμφωνα με το άρθρο της 2, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ.
27.
Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί ως απάντηση στο πρώτο ερώτημα ότι δεν είναι αντίθετοι προς το άρθρο 49 ΣΛΕΕ οι επίδικοι όροι, εφόσον η διατήρηση των δικαιωμάτων μεταφοράς της εταιρίας προϋποθέτει, δυνάμει των διμερών συμφωνιών μεταξύ της Πορτογαλίας και συγκεκριμένων τρίτων χωρών, τη διατήρηση της έδρας της και της κύριας εγκαταστάσεώς της στην Πορτογαλία.
28.
Όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η Επιτροπή αναφέρει ότι η εν λόγω απαίτηση μπορεί να δικαιολογηθεί με βάση τα άρθρα 16, 17 και 18 του κανονισμού 1008/2008. Ως προς το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, ισχυρίζεται ότι η υποχρέωση διατηρήσεως και αναπτύξεως του εθνικού αεροπορικού κόμβου μπορεί να δικαιολογηθεί από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, αλλά όχι από τον σκοπό της συμβολής στην ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας. Όσον αφορά το τέταρτο, πέμπτο και έκτο προδικαστικό ερώτημα, η Επιτροπή είναι της απόψεως ότι η οδηγία 2006/123 δεν έχει εφαρμογή λόγω του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ –εάν το αντικείμενο της διαφοράς αφορά τον τομέα των μεταφορών– ή του άρθρου 5, παράγραφος 4 –εάν εμπίπτει στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων.
V. Ανάλυση
29.
Το Supremo Tribunal Administrativo (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) καλείται να κρίνει εάν συνάδουν με το δίκαιο της Ένωσης τρεις από τις απαιτήσεις που προβλέπονται στη συγγραφή υποχρεώσεων, όπως αυτή έχει εγκριθεί από την Πορτογαλική Κυβέρνηση στο πλαίσιο της διαδικασίας επανιδιωτικοποιήσεως του αερομεταφορέα TAP ( 6 ).
30.
Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι, για τους σκοπούς που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, πρόκειται στην πραγματικότητα για «απαιτήσεις» ή «όρους», παρά το γεγονός ότι τυπικά περιγράφονται στη συγγραφή υποχρεώσεων ως «κριτήρια επιλογής».
31.
Η Parpública επέμεινε, κατά τη διάρκεια της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, ότι το αιτούν δικαστήριο είχε εσφαλμένως χαρακτηρίσει τα απλά «κριτήρια επιλογής» ως όρους καταλληλότητας των προσφερόντων. Κατά την κρίση της, το εν λόγω σφάλμα ενδεχομένως «μεταδόθηκε» σε όλη τη διαδικασία προδικαστικής παραπομπής.
32.
Φρονώ ότι πρέπει να ακολουθηθεί ο νομικός χαρακτηρισμός που απέδωσε το αιτούν δικαστήριο, το οποίο ρητώς και επανειλημμένως χρησιμοποιεί τον όρο «απαιτήσεις» ( 7 ) οσάκις αναφέρεται στις περιστάσεις που περιλαμβάνονται ως «κριτήρια» στη συγγραφή υποχρεώσεων. Η ορθότητα του χαρακτηρισμού αυτού εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου επιδέχεται συζήτηση, αλλά αποκλειστικά από την οπτική του εθνικού δικαίου, στην ερμηνεία του οποίου δεν μπορεί να υπεισέλθει το Δικαστήριο, το οποίο υποχρεούται να ακολουθεί τη διατύπωση της διατάξεως περί παραπομπής σχετικά με την πραγματική και νομική κατάσταση που οριοθετεί το αντικείμενο της αρχικής δίκης.
33.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα δεν μεταβάλλεται εάν γίνει δεκτό ότι η συγγραφή υποχρεώσεων περιείχε πραγματικά κριτήρια επιλογής, διότι ακόμα και τα κριτήρια αυτά μπορούν να θεωρηθούν αντίθετα προς το δίκαιο της Ένωσης, όπως συμβαίνει συχνά στις αποφάσεις του Δικαστηρίου σχετικά με τις συγγραφές υποχρεώσεων στον τομέα συνάψεως δημοσίων συμβάσεων.
34.
Σε τελευταία ανάλυση, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για κριτήρια επιλογής ή πραγματικές απαιτήσεις, το περιεχόμενό τους απέκτησε τελικά δεσμευτική ισχύ στο πλαίσιο της διαδικασίας ιδιωτικοποιήσεως, επιβάλλοντας στον αγοραστή των μετοχών την υποχρέωση να πληροί τις σχετικές απαιτήσεις, οι οποίες αποτελούσαν πλέον τμήμα της συμβάσεως εξαγοράς των εν λόγω μετοχών.
35.
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι οι τρεις επίδικες απαιτήσεις συνίσταντο στην υποχρέωση α) διατηρήσεως στην Πορτογαλία της έδρας και της πραγματικής διοικήσεως της εταιρίας, β) τηρήσεως των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας και γ) διατηρήσεως και αναπτύξεως του υφιστάμενου εθνικού αεροπορικού κόμβου (hub).
36.
Αντιστρέφοντας την προτεινόμενη από το αιτούν δικαστήριο σειρά, και σύμφωνα με την άποψη πολλών από τους διαδίκους, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω καταρχάς το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα. Από την απάντηση που θα δοθεί σε αυτό θα εξαρτηθεί εάν το ζήτημα της ουσίας πρέπει να επιλυθεί με την εφαρμογή της οδηγίας 2006/123 ή με βάση άλλες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.
Α. Η δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 2006/123 (τέταρτο, πέμπτο και έκτο προδικαστικό ερώτημα)
37.
Το αιτούν δικαστήριο στηρίζει τις αμφιβολίες του σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 2006/123 στο ότι η επανιδιωτικοποίηση της TAP επηρεάζει το κεφάλαιο εταιρίας που δραστηριοποιείται στον τομέα των αερομεταφορών. Κατά την κρίση του, λόγω της δραστηριότητας αυτής, θα μπορούσε να συντρέχει η παρέκκλιση του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2006/123, καθώς η οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται στις «υπηρεσίες στον τομέα των μεταφορών».
38.
Όλοι σχεδόν οι διάδικοι συμφωνούν ότι δεν έχει εφαρμογή η οδηγία 2006/123, καθόσον η παρούσα δίκη αφορά την ιδιωτικοποίηση αεροπορικής εταιρίας και, ως εκ τούτου, συντρέχει η παρέκκλιση του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της εν λόγω οδηγίας.
39.
Εντούτοις, η Ιταλική Κυβέρνηση διατείνεται ότι η αδυναμία εφαρμογής της οδηγίας 2006/123 θεμελιώνεται ορθότερα στην παρέκκλιση του άρθρου της 1, παράγραφος 2, σύμφωνα με το οποίο η οδηγία αυτή δεν αφορά «την ιδιωτικοποίηση δημόσιων φορέων παροχής υπηρεσιών» ( 8 ).
40.
Η ανωτέρω συλλογιστική με βρίσκει σύμφωνο ( 9 ). Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για ιδιωτικοποίηση μιας μέχρι τούδε δημόσιας εταιρίας, ως εκ τούτου, η περίσταση αυτή και μόνον αρκεί για να αποκλειστεί η δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 2006/123, ανεξαρτήτως των υπηρεσιών που παρέχει η ιδιωτικοποιημένη εταιρία.
41.
Εξάλλου, η ίδια η φύση των δραστηριοτήτων της TAP SA, της εταιρίας στην οποία συμμετέχει η εταιρία της οποίας το κεφάλαιο επανιδιωτικοποιείται (TAP SPGC), συνηγορεί επίσης υπέρ της παρεκκλίσεως του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2006/123.
42.
Όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο στην υπόθεση Grupo Itevelesa κ.λπ. ( 10 ), «από τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την έκδοση της οδηγίας για τις υπηρεσίες προκύπτει ότι, όσον αφορά τη διάταξη σχετικά με τον αποκλεισμό των “υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών”, επελέγη σκοπίμως τέτοια διατύπωση ώστε να αντιστοιχεί με το γράμμα του άρθρου 51 ΕΚ, νυν άρθρου 58 ΣΛΕΕ, του οποίου η παράγραφος 1 ορίζει ότι “η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών διέπεται από τις διατάξεις του τίτλου που αναφέρεται στις μεταφορές”».
43.
Κατά το Δικαστήριο, «η έννοια “υπηρεσία στον τομέα των μεταφορών” καλύπτει όχι μόνον αυτές καθαυτές τις υπηρεσίες μεταφοράς, αλλά και κάθε υπηρεσία που συνδέεται εγγενώς με την υλική πράξη της μετακίνησης προσώπων ή εμπορευμάτων από ένα μέρος σε άλλο χάρη σε μεταφορικό μέσο ( 11 )». Με βάση έναν τόσο ευρύ ορισμό, η ίδια η δραστηριότητα της TAP SA, και, λογικά, και η δραστηριότητα της TAP SPGS εμπίπτουν αβίαστα στην εν λόγω έννοια. Η δεύτερη είναι απλώς κατέχουσα εταιρία που συμμετέχει κατά κυριότητα στο κεφάλαιο της TAP SA, της οποίας η επανιδιωτικοποίηση αποτελεί το αντικείμενο της δίκης.
44.
Ως εκ τούτου, η οδηγία 2006/123 είναι διττώς ανεφάρμοστη εν προκειμένω, με αποτέλεσμα να παρέλκει η απάντηση στο πέμπτο και στο έκτο προδικαστικό ερώτημα. Ωστόσο, φρονώ ότι πρέπει να κριθεί ανεφάρμοστη με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας, το οποίο αναφέρεται σε μια λογικά προηγούμενη περίπτωση, καθώς, ενώ το άρθρο 2 της οδηγίας 2006/123 οριοθετεί το πεδίο εφαρμογής της ιδίας, το άρθρο 1 οριοθετεί το ρυθμιστικό αντικείμενό της, εκτός των ορίων του οποίου δεν εφαρμόζεται η οδηγία. Ως εκ τούτου, παρέλκει η παρέκκλιση από την εφαρμογή ενός κανόνα ο οποίος εξ ορισμού δεν μπορεί να εφαρμοστεί.
Β. Επί της θιγόμενης ελευθερίας στο πλαίσιο της κύριας δίκης
45.
Η ιδιωτικοποίηση μιας αεροπορικής εταιρίας συνεπάγεται τη μεταβίβαση μέρους του εταιρικού της κεφαλαίου, το οποίο μέχρι τούδε κατείχε το Δημόσιο, στους (ιδιώτες) επενδυτές που θα αποκτήσουν τις αντίστοιχες μετοχές. O χαρακτήρας ιδιωτικοποιήσεως που διαθέτει η μεταβίβαση των μετοχών υπερισχύει της ουσιαστικής δραστηριότητας της ιδιωτικοποιημένης εταιρίας. Επομένως, το ερώτημα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 345 ΣΛΕΕ, το οποίο διατυπώνει την αρχή της ουδετερότητας των Συνθηκών έναντι του καθεστώτος ιδιοκτησίας στα κράτη μέλη.
46.
Πάντως, το άρθρο αυτό «δεν έχει ως αποτέλεσμα να εξαιρέσει τα υφιστάμενα στα κράτη μέλη καθεστώτα ιδιοκτησίας από τους θεμελιώδεις κανόνες της Συνθήκης ΣΛΕΕ, και μεταξύ αυτών εκείνους της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων, της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης κινήσεως κεφαλαίων» ( 12 ).
47.
Λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων που προβλέπει η επίδικη συγγραφή υποχρεώσεων, είμαι της απόψεως ότι η θιγόμενη ελευθερία είναι η ελευθερία εγκαταστάσεως μάλλον παρά η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
48.
Ως εκ τούτου, η πώληση των μετοχών που αντιπροσωπεύουν έως και το 61 % του εταιρικού κεφαλαίου της TAP SGPS παρέχει στον αποκτώντα τη δυνατότητα να ασκεί αναμφισβήτητη επιρροή στη διαχείριση της εν λόγω εταιρίας και σε εκείνη της εταιρίας στην οποία συμμετέχει η πρώτη (TAP SA). Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο εν λόγω παράγοντας είναι καθοριστικός προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η ασκούμενη ελευθερία είναι η ελευθερία εγκαταστάσεως ( 13 ).
49.
Όπως παρατίθεται λεπτομερώς στη διάταξη περί παραπομπής ( 14 ), λίγο μετά τη σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως με την επιλεγείσα εταιρία, η Πορτογαλική Κυβέρνηση ( 15 ) κίνησε διαδικασία διαπραγματεύσεως για την αναθεώρηση των όρων και προϋποθέσεων της συμμετοχής του Δημοσίου στην TAP SGPS. Μετά το πέρας της διαπραγματεύσεως, η αποκτώσα εταιρία συμφώνησε να μεταβιβάσει στη Parpública τις απαραίτητες μετοχές προκειμένου να διαθέτει η τελευταία το 50 % του εταιρικού κεφαλαίου της TAP SGPS.
50.
Στο εν λόγω (νέο) καθεστώς, καίτοι η επιλεγείσα με τη διαδικασία επανιδιωτικοποιήσεως εταιρία κατέχει ακόμη σημαντικό μέρος του κεφαλαίου, τούτο δεν της εξασφαλίζει πλέον την άσκηση καθοριστικής επιρροής στη διαχείριση της TAP SGPS, όπως θα συνέβαινε εάν διατηρούσε στην κατοχή της το 61 % του κεφαλαίου της εν λόγω εταιρίας ( 16 ). Εντούτοις, το κριτήριο που ακολουθεί η προπαρατεθείσα νομολογία δεν είναι αυτό της καθοριστικής ή αποφασιστικής επιρροής, αλλά εκείνο της «αναμφισβήτητης επιρροής», ήτοι η δυνατότητα ενεργού συμμετοχής στη διαχείριση της εταιρίας, όπως εκείνη που αντιστοιχεί, κατά τη γνώμη μου, στην κατοχή του 45 % του εταιρικού κεφαλαίου ( 17 ).
51.
Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο οφείλει να περιοριστεί στα ζητήματα που προβάλλει το αιτούν δικαστήριο με τα προδικαστικά του ερωτήματα, ήτοι στους αρχικούς όρους της διαδικασίας ιδιωτικοποιήσεως. Χωρίς να προβληθούν άλλοι λόγοι πέραν του τεκμηρίου λυσιτέλειας που αναγνωρίζει το Δικαστήριο στα προδικαστικά ερωτήματα ( 18 ), αρκεί να επισημανθεί ότι η βιωσιμότητα της διαδικασίας εξαγοράς του εταιρικού κεφαλαίου της TAP SGPS εκ μέρους της Parpública εξαρτάται με τη σειρά της από την εγκυρότητα της διαδικασίας της αρχικής ιδιωτικοποιήσεως. Επομένως, εξακολουθεί να είναι λυσιτελής η παροχή απαντήσεως στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο μιας ιδιωτικοποιήσεως η οποία άγγιζε το 61 % του εταιρικού κεφαλαίου της μέχρι τούδε δημόσιας εταιρίας και, για τον λόγο αυτόν, ήταν αρκετή για να παράσχει στον αποκτώντα, όχι απλώς αναμφισβήτητη, αλλά, στην πραγματικότητα, αποφασιστική επιρροή.
52.
Ως εκ τούτου, οι διατάξεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη προκειμένου να διευκρινιστεί κατά πόσον οι ρήτρες της συγγραφής υποχρεώσεων συνάδουν με το δίκαιο της Ένωσης είναι τα άρθρα 49 και 54 ΣΛΕΕ. Από την οπτική αυτή, το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα θα πρέπει να αναδιατυπωθούν, κατά τρόπον ώστε έκαστο των κριτηρίων επιλογής να εξεταστεί με βάση τις σχετικές διατάξεις της ΣΛΕΕ.
53.
Ομοίως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο κανονισμός 1008/2008 (στον οποίο περιλαμβάνονται οι «κατάλληλες διατάξεις για τις […] αεροπορικές μεταφορές», οι οποίες θεσπίστηκαν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο με βάση την εξουσία που τους παρέχει το άρθρο 100, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ), κατά το μέτρο που ορισμένοι από τους κανόνες εναρμονίσεως για τη ρύθμιση των υπηρεσιών αερομεταφορών κρίνονται λυσιτελείς εν προκειμένω ( 19 ).
Γ. Περιοριστικός χαρακτήρας των όρων, υπό το πρίσμα της ελευθερίας εγκαταστάσεως
54.
Κατά την άποψή μου, τα τρία κριτήρια στα οποία αναφέρεται η διάταξη περί παραπομπής συνιστούν αφ’ εαυτών περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό η νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποίαν «[ω]ς περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως πρέπει να νοούνται όλα τα μέτρα που απαγορεύουν, παρακωλύουν ή καθιστούν λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελευθερίας αυτής» ( 20 ).
55.
Θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι οι όροι που επιβάλλει η Πορτογαλική Κυβέρνηση όσον αφορά τη διαδικασία ιδιωτικοποιήσεως δεν φθάνουν να απαγορεύσουν την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας, ούτε καν την εμποδίζουν σε σημείο που να αποβαίνει αδύνατη. Ωστόσο, την καθιστούν ομολογουμένως λιγότερο ελκυστική.
56.
Οι επίδικοι όροι δεν είναι αμελητέας σημασίας. Συνεπάγονται ότι ο αποκτών έως και το 61 % του κεφαλαίου της TAP SGPS δεν θα είναι σε θέση να διαχειρίζεται την αεροπορική εταιρία με απόλυτη ελευθερία και με βάση τα δικά του οικονομικά συμφέροντα, διότι θα δεσμεύεται από την υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας, ούτε να αποφασίζει ελεύθερα σχετικά με τη μεταφορά της έδρας ή της πραγματικής διοικήσεως ούτε να παύσει να χρησιμοποιεί τον υφιστάμενο αεροπορικό κόμβο.
57.
Καίτοι η Ιταλική Κυβέρνηση εμμένει στη θέση ότι οι επίδικοι όροι ουδόλως σχετίζονται με τους περιορισμούς που προκύπτουν από την άσκηση των προνομίων των «ειδικών μετοχών» ( 21 ), φρονώ ότι στην πραγματικότητα υφίσταται μια αξιοσημείωτη σχέση μεταξύ των εν λόγω προνομίων και των επίδικων όρων.
58.
Οι «ειδικές μετοχές» (golden shares), τις οποίες διατηρούσε κατ’ αποκλειστικότητα το κράτος μέλος σε διαδικασίες ιδιωτικοποιήσεως μέχρι τούδε δημόσιων επιχειρήσεων και επί των οποίων κλήθηκε να αποφανθεί το Δικαστήριο ( 22 ), παρείχαν στον κάτοχό τους «τη δυνατότητα να ασκεί επιρροή επί της διαχειρίσεως της [εταιρίας], η οποία δεν δικαιολογείται από το μέγεθος της συμμετοχής της στην εταιρία [και η οποία] ενδέχεται να αποθαρρύνει τους επενδυτές άλλων κρατών μελών να προβούν σε άμεσες επενδύσεις στην [ίδια], επειδή δεν θα μπορούν να συμβάλλουν στη διαχείριση και τον έλεγχο της εταιρίας ανάλογα με την αξία των μετοχών τους» ( 23 ). Σε τελική ανάλυση, συνεπάγονταν «τον κίνδυνο να ασκήσει το κράτος [μέλος] τα ειδικά δικαιώματά του με στόχο την προαγωγή συμφερόντων που δεν συμπίπτουν με τα οικονομικά συμφέροντα της ενδιαφερομένης εταιρίας» και, επομένως, τα συναφή αντικίνητρα ( 24 ).
59.
Οι επίδικοι όροι δεν ενέχουν απλώς τον κίνδυνο να «παγώσει [η Πορτογαλική Κυβέρνηση] αποφάσεις τις οποίες τα όργανα [της εταιρίας] έχουν προτείνει ως ανταποκρινόμενες στα οικονομικά συμφέροντα [της εταιρίας]» ( 25 ), αλλά συνεπάγονται επίσης την υλοποίηση του ενδεχομένου αυτού. Τα όργανα της ιδιωτικοποιημένης εταιρίας δεν θα ήταν σε θέση ούτε καν να προτείνουν τη λήψη αποφάσεων, όπως η μεταφορά της κύριας έδρας και πραγματικής διοικήσεως, οι οποίες θα απορρίπτονταν εκ των προτέρων, λόγω ενός αναπόδραστου όρου που έχει επιβληθεί στον νέο ιδιοκτήτη της εταιρίας.
60.
Τόσο η Parpública ( 26 ) όσο και η Πορτογαλική Κυβέρνηση ( 27 ) υποστηρίζουν το κριτήριο επιλογής που αφορά τη διατήρηση της έδρας της επιχειρήσεως στην Πορτογαλία, επικαλούμενες την απόφαση Yellow Cab Verkehrsbetrieb ( 28 ), στην οποία κρίθηκε ότι «η υποχρέωση κατοχής έδρας ή άλλης εγκαταστάσεως στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής δεν μπορεί θεμιτώς να αποτελεί, αφ’ εαυτής, εμπόδιο ή περιορισμό στην ελευθερία εγκαταστάσεως», δεδομένου ότι «η υποχρέωση αυτή δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε περιορισμό της ελευθερίας των εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη επιχειρηματιών να δημιουργήσουν παραρτήματα ή άλλες εγκαταστάσεις εντός του εν λόγω εδάφους ( 29 )».
61.
Στην εν λόγω υπόθεση, η επίμαχη υποχρέωση αφορούσε τη διατήρηση της έδρας ή άλλης εγκαταστάσεως στο έδαφος κράτους μέλους ως προϋπόθεση για την απόκτηση χορηγήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως τακτικής γραμμής λεωφορείου για τη μεταφορά προσώπων. Καίτοι η υποχρέωση καθεαυτήν δεν είναι αντίθετη προς την ελευθερία εγκαταστάσεως, εντούτοις το χρονικό σημείο κατά το οποίο έπρεπε να εκπληρωθεί (πριν τη χορήγηση της άδειας) την καθιστούσε ασύμβατη με την εν λόγω ελευθερία ( 30 ).
62.
Στην επίδικη υπόθεση, αντιθέτως, δεν πρόκειται απλώς για την υποχρέωση διατηρήσεως μίας έδρας ή μόνιμης εγκαταστάσεως στην Πορτογαλία, αλλά για την υποχρέωση διατηρήσεως της κύριας έδρας και της πραγματικής διοικήσεως της εταιρίας στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους.
63.
Κατά το Δικαστήριο, η ελευθερία εγκαταστάσεως συμπεριλαμβάνει «το δικαίωμα μετατροπής της εταιρίας που έχει συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους σε εταιρία που διέπεται από το δίκαιο άλλου κράτους μέλους […] εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται από τη νομοθεσία του άλλου κράτους μέλους ( 31 )». Συνεπώς, η υποχρέωση διατηρήσεως στο μέλλον της έδρας της εταιρίας στην Πορτογαλία επίσης συνιστά, κατά την άποψή μου, περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως.
64.
Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τις υποχρεώσεις δημοσίου δικαίου και την υποχρέωση διατηρήσεως του αεροπορικού κόμβου (hub) της ιδιωτικοποιημένης εταιρίας στην Πορτογαλία. Αμφότερες οι απαιτήσεις μπορούν να αποθαρρύνουν τον υποψήφιο αγοραστή να αποκτήσει το μεγαλύτερο μέρος του εταιρικού της κεφαλαίου, κατά το μέτρο που οι εν λόγω απαιτήσεις καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις μεταγενέστερες επιχειρηματικές αποφάσεις.
65.
Με βάση την ως άνω παραδοχή, πρέπει να εξετασθεί εάν οι επίδικοι όροι μπορούν να δικαιολογηθούν με βάση το δίκαιο της Ένωσης, καθώς και εάν είναι κατάλληλοι για την επίτευξη του σκοπού που ενδεχομένως τους δικαιολογεί και ανάλογοι προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς.
66.
Συμμερίζομαι εν προκειμένω την άποψη της Ολλανδικής Κυβερνήσεως ( 32 ), η οποία προτείνει να εξετασθεί πρώτος ο όρος που αφορά την τήρηση των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας. Στηρίζει τη θέση της αυτή –και με βρίσκει σύμφωνο– στο γεγονός ότι ο όρος που αφορά τη διατήρηση της έδρας και της πραγματικής διοικήσεως της επιχειρήσεως στην Πορτογαλία συνδέεται ενδεχομένως με τον ως άνω όρο και στην πραγματικότητα αποτελεί προέκταση αυτού.
Δ. Η τήρηση των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα)
67.
Σύμφωνα με το άρθρο 5, στοιχείο d, της συγγραφής υποχρεώσεων, μεταξύ των κριτηρίων επιλογής συμπεριλαμβάνεται «[η] δυνατότητα διασφαλίσεως της έγκαιρης και επαρκούς τηρήσεως των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας που βαρύνουν την [TAP SΑ] περιλαμβανομένων των σχετικών με τις αερομεταφορικές συνδέσεις μεταξύ των κύριων εθνικών αερολιμένων και των αυτόνομων περιφερειών, οσάκις τούτο επιβάλλεται, καθώς και η διατήρηση και η ενίσχυση των δρομολογίων που εξυπηρετούν τις αυτόνομες περιφέρειες, τις πορτογαλικές κοινότητες που βρίσκονται στο εξωτερικό και τις χώρες και τις κοινότητες στις οποίες ομιλείται ή είναι επίσημη γλώσσα η πορτογαλική».
68.
Όπως έχω ήδη επισημάνει, ο περιορισμός της ελευθερίας εγκαταστάσεως απορρέει από το γεγονός ότι, με τον εν λόγω όρο, ο αποκτών το 61 % του επανιδιωτικοποιουμένου κεφαλαίου βαρύνεται με υποχρεώσεις που ενδέχεται, καταρχήν, να τον αποθαρρύνουν να το αποκτήσει, κατά το μέτρο που περιορίζουν την επιχειρηματική ικανότητα αυτόνομης λήψεως αποφάσεων.
69.
Βεβαίως, δεν αμφισβητείται από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι η εγγύηση μιας υπηρεσίας γενικού συμφέροντος μπορεί να συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος ο οποίος να δικαιολογεί τον περιορισμό των ελευθεριών που κατοχυρώνονται στις Συνθήκες ( 33 ).
70.
Κατά τη γνώμη μου, η διασφάλιση των υπηρεσιών αερομεταφορών κατά την έννοια του άρθρου 5, στοιχείο d, της συγγραφής υποχρεώσεων –οι οποίες αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στις συνδέσεις με τις πορτογαλικές αυτόνομες περιφέρειες, ήτοι με ιδιαίτερα απομακρυσμένες περιφέρειες υπό την έννοια του άρθρου 349 ΣΛΕΕ ( 34 ) – συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος που δικαιολογεί επαρκώς τον περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως.
71.
Η Επιτροπή επικέντρωσε την επιχειρηματολογία της στο εάν η TAP SA δεσμεύεται πράγματι από υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας και εάν αυτές προβλέφθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού 1008/2008. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, ισχυρίζεται ότι η εν λόγω απαίτηση είναι αντίθετη προς τον εν λόγω κανονισμό ( 35 ).
72.
Ακολουθώντας την ίδια συλλογιστική, η Ολλανδική Κυβέρνηση «συμπεραίνει» ότι η TAP SA βαρύνεται με υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας με βάση το άρθρο 16 του κανονισμού 1008/2008 ( 36 ). Συγκεκριμένα, η Parpública αναφέρεται στις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας που βάρυναν την TAP SA στις 20 Ιανουαρίου 2015, ήτοι κατά την ημερομηνία της επίσημης δημοσιεύσεως της συγγραφής υποχρεώσεων ( 37 ).
73.
Η εν λόγω προσέγγιση των διαδίκων μετέθεσε τη συζήτηση στις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας που βαρύνουν την TAP SA, ως προς τις οποίες οι διάδικοι είτε θεωρούν την ύπαρξή τους δεδομένη (Ολλανδική Κυβέρνηση), είτε ισχυρίζονται ότι ισχύουν ήδη (Parpública), είτε διατείνονται ότι υπάρχουν μόνον αποσπασματικές πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξή τους (Επιτροπή) ( 38 ).
74.
Κατά την κρίση μου, η εν λόγω προσέγγιση συνεπάγεται την απόσπαση της προσοχής από το ζήτημα ουσίας που αποτελεί τη βάση της προδικαστικής παραπομπής και του ίδιου του ερωτήματος που τίθεται από το αιτούν δικαστήριο.
75.
Φρονώ ότι πρέπει να επανέλθουμε στο γράμμα του όρου που περιγράφεται στο άρθρο 5, στοιχείο d, της συγγραφής υποχρεώσεων. Στη διάταξη αυτή γίνεται αναφορά, κατά τρόπο πιθανολογικό, «στ[η] δυνατότητα διασφαλίσεως της έγκαιρης και επαρκούς τηρήσεως των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας που βαρύνουν την [TAP SΑ]» ( 39 ). Δεν γίνεται αναφορά στις υποχρεώσεις που βαρύνουν την επιχείρηση –ήτοι, αυτές από τις οποίες πράγματι δεσμεύεται–, αλλά σε αυτές που τυχόν βαρύνουν την επιχείρηση –ήτοι εκείνες που ενδέχεται να της επιβληθούν.
76.
Το κριτήριο επιλογής δεν είναι επομένως η δυνατότητα συνεχίσεως της διασφαλίσεως της τηρήσεως των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας που ήδη βαρύνουν την TAP SA (όποιες και αν είναι αυτές), αλλά η ανάληψη των υποχρεώσεων που τυχόν της επιβληθούν μετά την εξαγορά μέρους του κεφαλαίου της από τον επιλεγέντα αποκτώντα στη διαδικασία επανιδιωτικοποιήσεως.
77.
Βεβαίως, το άρθρο 5, στοιχείο d, της συγγραφής υποχρεώσεων, αναφέρεται συγκεκριμένα «στις αερομεταφορικές συνδέσεις μεταξύ των κύριων εθνικών αερολιμένων και των αυτόνομων περιφερειών, οσάκις τούτο επιβάλλεται, καθώς και [τη] διατήρηση και [την] ενίσχυση των δρομολογίων που εξυπηρετούν τις αυτόνομες περιφέρειες […]». Αναφέρεται επομένως στις υπηρεσίες τις οποίες η TAP SA υποχρεούται να παρέχει, δυνάμει του άρθρου 16 του κανονισμού 1008/2008. Ωστόσο, πέραν του ότι δεν γίνεται ρητή επίκληση της εν λόγω υφιστάμενης υποχρεώσεως, φρονώ ότι η ρήτρα αυτή αναφέρεται μάλλον σε ενδεχόμενη υποχρέωση, κατά το μέτρο που κάνει λόγο για τις συνδέσεις με τις αυτόνομες περιοχές «οσάκις τούτο επιβάλλεται» ( 40 ).
78.
Ακόμη και εάν η εν λόγω ερμηνεία κρινόταν υπερβολικά κυριολεκτική ή τυπολατρική και εάν γινόταν δεκτό ότι η συγγραφή υποχρεώσεων σκοπεί στη διασφάλιση της τηρήσεως των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας οι οποίες ήδη βαρύνουν την TAP SA, είναι γεγονός ότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται με το ερώτημά του στην «τήρηση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας εκ μέρους της αποκτούσας οντότητας». Επομένως, δεν αναφέρεται στην ικανότητα ανάληψης των συγκεκριμένων υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας που βαρύνουν την αποκτώσα εταιρία.
79.
Είναι πιθανόν «οι υποχρεώσεις» τις οποίες αφορά το εν λόγω τμήμα της διατάξεως περί παραπομπής να είναι εκείνες που ήδη βαρύνουν την TAP SA. Εντούτοις, –και αυτό έχει εν προκειμένω σημασία– το αιτούν δικαστήριο δεν διερωτάται σχετικά με τις υποχρεώσεις αυτές συγκεκριμένα (υποχρεώσεις, οι οποίες, όπως έχει εκτεθεί, μάλλον δεν υφίσταντο το 2015), ούτε αμφισβητεί εάν η επιβολή τους σε βάρος της TAP SA συνάδει με τον κανονισμό 1008/2008 ή εάν, αντιθέτως, η διασφάλιση της τηρήσεώς τους μπορεί να συνιστά, παρά ταύτα, κριτήριο επιλογής. Το ερώτημά του αφορά αυστηρά το εάν η απαίτηση της ικανότητας τηρήσεως των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας δύναται να συνιστά κριτήριο επιλογής σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης.
80.
Με τους ιδιαίτερα αφηρημένους αυτούς όρους, η απάντηση δεν θα πρέπει να αναφέρεται στις συγκεκριμένες υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας που βάρυναν την TAP κατά τη στιγμή της ιδιωτικοποιήσεώς της. Επισημαίνω εκ νέου ότι το αιτούν δικαστήριο ουδεμία διευκρίνιση ζητεί περί του ζητήματος αυτού, ενώ περαιτέρω απόκειται σε αυτό να προσδιορίσει εάν οι εν λόγω υποχρεώσεις επιβλήθηκαν ή όχι κατά νομότυπο τρόπο (και με ποιες συνέπειες, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως). Τα ως άνω βεβαίως ισχύουν με εξαίρεση την περίπτωση υποβολής σχετικού αιτήματος ακυρώσεως στην πρωτοβάθμια δίκη επί του ζητήματος αυτού, το οποίο δεν συντρέχει εν προκειμένω.
81.
Συνεπώς, η απαίτηση που επιβάλλεται στην αποκτώσα εταιρία να είναι σε θέση να αναλάβει τις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας, σε σχέση με τα αεροπορικά δρομολόγια που συνδέουν τους κύριους εθνικούς αερολιμένες και τις αυτόνομες περιφέρειες, συνιστά όρο που, καίτοι περιορίζει την ελευθερία εγκαταστάσεως, είναι δικαιολογημένος κατά το μέτρο που επιβάλλεται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος. Εξάλλου, πρόκειται για τον ίδιο επιτακτικό λόγο στον οποίο θεμελιώνεται η νομιμότητα της επιβολής αυτού του είδους υποχρεώσεων, οι οποίες βρίσκουν ρητό έρεισμα στο άρθρο 16 του κανονισμού 1008/2008.
82.
Για τους ίδιους λόγους, η επίδικη απαίτηση, πέραν του δικαιολογημένου χαρακτήρα της, είναι επίσης λυσιτελής και ενδεδειγμένη, διότι διασφαλίζει την τήρηση των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας που τυχόν βαρύνουν την ιδιωτικοποιημένη εταιρία, χωρίς να βαίνει πέραν του απολύτως αναγκαίου για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού.
Ε. Η υποχρέωση διατηρήσεως της έδρας και της πραγματικής διοικήσεως της αεροπορικής εταιρίας στην Πορτογαλία (πρώτο προδικαστικό ερώτημα)
83.
Σύμφωνα με το άρθρο 5, στοιχείο c, της συγγραφής υποχρεώσεων, συνιστά κριτήριο επιλογής «η παρουσίαση και η διασφάλιση της εκτελέσεως ενός κατάλληλου και συνεκτικού στρατηγικού σχεδίου», το οποίο σκοπεί στη διατήρηση και την προώθηση της αναπτύξεως της TAP SA, διατηρώντας παράλληλα την ακεραιότητα, την ταυτότητα και την αυτονομία της. Τονίζεται ιδιαιτέρως η ανάγκη διατηρήσεως «του εμπορικού σήματος TAP και της συσχετίσεώς του με την Πορτογαλία» και της διατηρήσεως της έδρας και της πραγματικής διοικήσεώς στο εν λόγω κράτος μέλος.
84.
Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, η εν λόγω απαίτηση μπορεί να δικαιολογηθεί αρκούντως από τον σκοπό διασφαλίσεως της πληρώσεως των επιβληθεισών υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας (ή που τυχόν επιβληθούν στο μέλλον) στην αποκτώσα εταιρία ( 41 ). Εντούτοις, δεν έχω πεισθεί πλήρως από την επιχειρηματολογία της.
85.
Ομολογουμένως, η νομολογία δεν έχει την τάση να αποφαίνεται υπέρ αυτού του είδους υποχρεώσεων που αφορούν την έδρα, διότι, σε γενικές γραμμές, είναι δυνατή η χρησιμοποίηση λιγότερο περιοριστικών μέτρων ( 42 ). Εάν οι υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας που προβλέπονται στο άρθρο 16 του κανονισμού 1008/2008 (ήτοι, μόνον οι ενδοκοινοτικές συνδέσεις) επιβάλλονταν απευθείας ως προς τα δρομολόγια, ανεξαρτήτως της εταιρίας που τα εκτελεί, τότε η ως άνω προσέγγιση θα συνεπαγόταν ότι οποιαδήποτε εταιρία που επιθυμεί να εκμεταλλευθεί τα εν λόγω δρομολόγια θα πρέπει να διαθέτει την έδρα της στην Πορτογαλία, το οποίο μου φαίνεται υπερβολικό.
86.
Επίσης, μία εκ των υποχρεώσεων του άρθρου 5, στοιχείο d, της συγγραφής υποχρεώσεων (η διασφάλιση της διατηρήσεως και της ενισχύσεως των δρομολογίων που εξυπηρετούν […] τις πορτογαλικές κοινότητες που βρίσκονται στο εξωτερικό και τις χώρες και τις κοινότητες στις οποίες ομιλείται ή είναι επίσημη γλώσσα η πορτογαλική») δεν μπορεί να κριθεί αφ’ εαυτής ως υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας, κατά την έννοια του ήδη αναφερθέντος άρθρου 16 του κανονισμού αριθ. 1008/2008.
87.
Εντούτοις, όπως έχει ήδη επισημάνει η Επιτροπή, αποτελεί συνήθη πρακτική στον τομέα των αερομεταφορών η θέσπιση απαιτήσεως σχετικά με την εθνικότητα στο πλαίσιο των διμερών συμβάσεων που συνάπτει τόσο η Ένωση όσο και τα κράτη μέλη ( 43 ). Η απαίτηση αυτή περιλαμβάνεται στις διμερείς συμβάσεις μεταξύ της Πορτογαλίας και τρίτων χωρών που ανήκουν στην πορτογαλική γλωσσική κοινότητα, όπως η Ανγκόλα, η Βραζιλία και η Μοζαμβίκη ( 44 ), με τις οποίες η Πορτογαλία συνδέεται με ιδιαίτερους ιστορικούς, πολιτιστικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς δεσμούς, για την ανάπτυξη και την ενίσχυση των οποίων κρίνεται απαραίτητο ένα σταθερό, τακτικό και επαρκές σύστημα αερομεταφορών.
88.
Ακολουθώντας την ίδια συλλογιστική, η Parpública υπογραμμίζει ότι οι συναφθείσες συμβάσεις, μεταξύ άλλων, με την Ανγκόλα και τη Μοζαμβίκη ορίζουν ότι η αεροπορική εταιρία στην οποία έχει ανατεθεί η παροχή συνδέσεων με την Πορτογαλία οφείλει να διατηρεί την έδρα της σε πορτογαλικό έδαφος, με αποτέλεσμα η μεταφορά της σε άλλο κράτος μέλος να συνεπάγεται την απόσυρση της άδειας και των σχετικών δικαιωμάτων μεταφοράς ( 45 ), γεγονός το οποίο θα μπορούσε να βλάψει ανεπανόρθωτα ένα εκ των θεμελιωδών στοιχείων επικοινωνίας που αποτελεί τη βάση της καθιερωμένης σχέσης της Πορτογαλίας με τις χώρες που ανήκουν στην κοινότητα πορτογαλόφωνων εθνών, το οποίο, για το εν λόγω κράτος μέλος, αποτελεί πρωταρχικής σημασίας πολιτιστικό και πολιτικό αγαθό.
89.
Εάν πράγματι ισχύουν τα ανωτέρω, ερώτημα το οποίο απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να απαντήσει, τότε φρονώ ότι το εν λόγω κριτήριο επιλογής συνιστά περιορισμό αναγκαίο και ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
ΣΤ. Η υποχρέωση διατηρήσεως και αναπτύξεως του εθνικού αεροπορικού κόμβου (hub) (τρίτο ερώτημα)
90.
Με το άρθρο 5, στοιχείο e, της συγγραφής υποχρεώσεων επιβάλλεται στην αποκτώσα εταιρία η «συμβολή στην ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, καθώς και στη διατήρηση και την ανάπτυξη του νυν επιχειρησιακού κόμβου (hub), ως πλατφόρμας με κρίσιμο στρατηγικό ρόλο στις σχέσεις μεταξύ Ευρώπης, Αφρικής και Λατινικής Αμερικής».
91.
Είναι σαφές ότι η διατήρηση και η ανάπτυξη του επιχειρησιακού κόμβου συνδέεται με έναν αμιγώς οικονομικό σκοπό, την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας.
92.
Θα μπορούσε ίσως να υποστηριχθεί ότι το εν λόγω κριτήριο (όπως και το προηγούμενο) ενδείκνυται για τη διασφάλιση της συνεχίσεως των σχέσεων με τις χώρες της πορτογαλικής ιστορικής και γλωσσικής κοινότητας. Εντούτοις, στη ρήτρα της συγγραφής υποχρεώσεων γίνεται απλώς μνεία στον «κρίσιμο στρατηγικό ρόλο [του επιχειρησιακού κόμβου] στις σχέσεις μεταξύ Ευρώπης, Αφρικής και Λατινικής Αμερικής», καθώς λαμβάνεται ως δεδομένο ότι η σπουδαιότητα των εν λόγω σχέσεων κηρύσσεται, στο πλαίσιο του κανόνα περί ιδιωτικοποιήσεως, μέσω αναφοράς στην εθνική οικονομία και ως παράγων συμβολής στην ανάπτυξη.
93.
Λαμβανομένης υπόψη αυτής της αμιγώς οικονομικής διαστάσεως, το κριτήριο που αφορά τη διατήρηση του εθνικού αεροπορικού κόμβου δεν δύναται να δικαιολογήσει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τον περιορισμό που συνεπάγεται ως προς την ελευθερία εγκαταστάσεως.
94.
Όπως κρίθηκε στην απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, ΑΓΕΤ Ηρακλής ( 46 ), «αποτελεί πάγια νομολογία ότι λόγοι αμιγώς οικονομικής φύσεως, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας ή η εύρυθμη λειτουργία της, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν απαγορευμένους από τη Συνθήκη περιορισμούς».
95.
Τούτο βέβαια δεν συνεπάγεται ότι το Δικαστήριο επιδεικνύει αδιαφορία σχετικά με τα οικονομικά συμφέροντα των κρατών μελών, όταν αυτά προβάλλονται ως επιχειρήματα για τον περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως για την εξυπηρέτηση ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής. Έτσι, στην ίδια απόφαση ΑΓΕΤ Ηρακλής, αναφέρεται ότι, «δεδομένου ότι οι σκοποί της Ένωσης δεν είναι μόνον οικονομικοί, αλλά και κοινωνικοί, τα δικαιώματα που απορρέουν από τις διατάξεις της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων πρέπει να σταθμίζονται με τους σκοπούς που επιδιώκει η κοινωνική πολιτική, στους οποίους συγκαταλέγονται, ιδίως, όπως προκύπτει από το άρθρο 151, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η προώθηση της απασχόλησης, η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας, ώστε να καταστεί δυνατή η εναρμόνισή τους με παράλληλη διατήρηση της προόδου, η κατάλληλη κοινωνική προστασία, ο κοινωνικός διάλογος, η ανάπτυξη των ανθρώπινων πόρων που θα επιτρέψουν ένα υψηλό και διαρκές επίπεδο απασχόλησης και η καταπολέμηση του αποκλεισμού» ( 47 ).
96.
Εντούτοις, στην επίδικη υπόθεση, το εν λόγω κριτήριο δεν φαίνεται να έχει άλλη διάσταση πέραν της αμιγώς οικονομικής, η οποία είναι και η μοναδική που προβάλλεται συναφώς με τη συγγραφή υποχρεώσεων. Η εφαρμογή του συνιστά περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως, ο οποίος στερείται εύλογης δικαιολογήσεως και, ως εκ τούτου, είναι αντίθετος προς το δίκαιο της Ένωσης.
VI. Πρόταση
97.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Supremo Tribunal Administrativo (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Πορτογαλία) ως εξής:
«1)
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά, δεν εφαρμόζεται στο πλαίσιο διαδικασίας επανιδιωτικοποιήσεως δημόσιου φορέα ο οποίος κατέχει το εταιρικό κεφάλαιο εταιρίας αερομεταφορών.
2)
Το άρθρο 49 ΣΛΕΕ και το άρθρο 54 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν είναι αντίθετα, υπό περιστάσεις όπως οι συντρέχουσες στην παρούσα δίκη, στο να περιλαμβάνονται στις απαιτήσεις που διέπουν τη διαδικασία επανιδιωτικοποιήσεως:
–
η ικανότητα διασφαλίσεως της τηρήσεως των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας που τυχόν βαρύνουν την αποκτώσα οντότητα και
–
η διατήρηση της έδρας και της πραγματικής διοικήσεως της εταιρίας στο κράτος μέλος στο οποίο συνεστήθη, εφόσον θεωρείται απαραίτητο στοιχείο για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων εναέριας μεταφοράς που έχουν κατοχυρωθεί δυνάμει διμερών συμβάσεων μεταξύ του εν λόγω κράτους μέλους και άλλων τρίτων χωρών με τις οποίες αυτό διατηρεί ιδιαίτερους ιστορικούς, γλωσσικούς, πολιτιστικούς και κοινωνικούς δεσμούς, όταν με τις εν λόγω συμβάσεις απαιτείται, για την απόκτηση της σχετικής άδειας εκμεταλλεύσεως, να έχει η εταιρία την εθνικότητα του συμβαλλόμενου κράτους μέλους.
3
Το άρθρο 49 ΣΛΕΕ και το άρθρο 54 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι είναι αντίθετα προς το να περιλαμβάνεται στις προβλεπόμενες απαιτήσεις η “συμβολή στην ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, καθώς και στη διατήρηση και την ανάπτυξη του νυν επιχειρησιακού κόμβου (hub)”.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (ΕΕ 2006, L 376, σ. 36).
( 3 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με κοινούς κανόνες εκμετάλλευσης των αεροπορικών γραμμών στην Κοινότητα (ΕΕ 2008, L 293, σ. 3).
( 4 ) Diário da República, 1η σειρά, αριθ. 248, της 24ης Δεκεμβρίου 2014.
( 5 ) Diário da República, 1η σειρά, αριθ. 13, της 20ής Ιανουαρίου 2015.
( 6 ) Το αιτούν δικαστήριο χρησιμοποιεί κατά κανόνα τον όρο «επανιδιωτικοποίηση» καίτοι σε ορισμένα σημεία αναφέρεται στον όρο «ιδιωτικοποίηση» (στη σκέψη 1.1 και στη σκέψη 3.1, σημείο III, της διατάξεως περί παραπομπής). Εντούτοις, η εν λόγω ορολογική διαφορά δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, όπως κρίθηκε στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
( 7 ) Στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα αναφέρεται στην «απαίτηση να διατηρηθεί η έδρα και η πραγματική διοίκηση της εταιρίας». Στο δεύτερο και πέμπτο προδικαστικό ερώτημα γίνεται μνεία στην «απαίτηση να τηρηθούν εκ μέρους της αποκτώσας οντότητας οι υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας», ενώ στο τρίτο και έκτο προδικαστικό ερώτημα γίνεται αναφορά στην «απαίτηση περί συντηρήσεως του υφιστάμενου εθνικού αεροπορικού κόμβου» (η υπογράμμιση δική μου).
( 8 ) Σημείο 6 του υπομνήματος γραπτών παρατηρήσεων της Ιταλικής Κυβερνήσεως.
( 9 ) Το οποίο, εξάλλου, φαίνεται να επικυρώνει και το αιτούν δικαστήριο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη σκέψη 3.4, σημεία XXXII και XXXIII της διατάξεως περί παραπομπής.
( 10 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Grupo Hevelesa κ.λπ. (C‑168/14, EU:C:2015:685, σκέψη 44).
( 11 ) Απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Asociación Profesional Elite Taxi (C‑434/15, EU:C:2017:981, σκέψη 41).
( 12 ) Απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2013, Essent κ.λπ (C‑105/12 έως C‑107/12, EU:C:2013:677, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 13 ) Κατά τη διατύπωση της αποφάσεως της 13ης Απριλίου 2000, Baars (C‑251/98, EU:C:2000:205, σκέψη 22): «ασκεί το δικαίωμα της εγκαταστάσεως ο υπήκοος κράτους μέλους ο οποίος έχει στο κεφάλαιο εταιρίας εγκατεστημένης σε άλλο κράτος μέλος συμμετοχή που του παρέχει τη δυνατότητα να έχει αναμφισβήτητη επιρροή στις αποφάσεις της εταιρίας και να καθορίζει τις δραστηριότητές της». Βλ., συναφώς, απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2012, Test Claimants in the FII Group Litigation (C‑35/11, EU:C:2012:707, σκέψη 91), και απόφαση της 10ης Ιουνίου 2015, X (C‑686/13, EU:C:2015:375, σκέψη 18). Αντιθέτως, σύμφωνα με την απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Eqiom και Enka (C‑6/16, EU:C:2017:641, σκέψη 41): «οι εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες εφαρμόζονται επί συμμετοχών που αποκτήθηκαν με μοναδικό σκοπό την οικονομική επένδυση χωρίς πρόθεση ασκήσεως επιρροής στη διαχείριση και τον έλεγχο της επιχειρήσεως πρέπει να εξετάζονται μόνον υπό το πρίσμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων». Ομοίως, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Deister Holding και Juhler Holding (C‑504/16 και C‑613/16, EU:C:2017:1009, σκέψη 78).
( 14 ) Σκέψη 3.1, σημείο VII, της διατάξεως περί παραπομπής.
( 15 ) Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (91-Α/2015) με την οποία περατώθηκε η διαδικασία ιδιωτικοποιήσεως εκδόθηκε στις 12 Νοεμβρίου 2015. Η νέα κυβέρνηση, διαφορετικής πολιτικής αποχρώσεως, ανέλαβε καθήκοντα στις 26 Νοεμβρίου του ίδιου έτους και κίνησε αμελλητί διαδικασίες διαπραγματεύσεως για τη αναθεώρηση της εν λόγω διαδικασίας.
( 16 ) Στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Parpública αναγνώρισε ότι η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η οποία πλέον κατέχει το μεγαλύτερο ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου της αεροπορικής εταιρίας, διατηρεί το σύνολο των δικαιωμάτων ψήφου που αντιστοιχούν στην πλειοψηφία των μετοχών της.
( 17 ) Η Πορτογαλική Κυβέρνηση κατέχει το 50 % του εταιρικού κεφαλαίου και οι εργαζόμενοι της TAP το υπολειπόμενο 5 %.
( 18 ) Μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 2002, British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco (C‑491/01, EU:C:2002:741, σκέψη 35), της 5ης Ιουλίου 2016, Ognyanov (C‑614/14, EU:C:2016:514, σκέψη 19), της 15ης Νοεμβρίου 2016, Ullens de Schooten (C‑268/15, EU:C:2016:874, σκέψη 54), και της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft (C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψεις 50 και 155).
( 19 ) Σε περίπτωση πλήρους εναρμονίσεως, δεν θα είχαν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις της ΣΛΕΕ σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, διότι το εθνικό μέτρο πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα των διατάξεων του εν λόγω μέτρου εναρμονίσεως και όχι εκείνων του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως διατυπώθηκε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2015, RegioPost (C‑115/14, EU:C:2015:760, σκέψη 57).
( 20 ) Ενδεικτικά, απόφαση της 8ης Μαρτίου 2017, Euro Park Service (C‑14/16, EU:C:2017:177, σκέψη 59).
( 21 ) Σημεία 17 και 18 του υπομνήματος των γραπτών παρατηρήσεών της.
( 22 ) Αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2002, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑367/98, EU:C:2002:326), της 4ης Ιουνίου 2002, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑483/99, EU:C:2002:327), της 4ης Ιουνίου 2002, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑503/99, EU:C:2002:328), της 13ης Μαΐου 2003, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑463/00, EU:C:2003:272), της 13ης Μαΐου 2003, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑98/01, EU:C:2003:273), της 6ης Δεκεμβρίου 2007, Federconsumatori κ.λπ. (C‑463/04 και C‑464/04, EU:C:2007:752), της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑282/04 και C‑283/04, EU:C:2006:608), της 23ης Οκτωβρίου 2007, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑112/05, EU:C:2007:623), της 26ης Μαρτίου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑326/07, EU:C:2009:193), της 8ης Ιουλίου 2010, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑171/08, EU:C:2010:412), της 11ης Νοεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑543/08, EU:C:2010:669), και της 10ης Νοεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑212/09, EU:C:2011:717).
( 23 ) Απόφαση της 8ης Ιουλίου 2010, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑171/08, EU:C:2004:412, σκέψη 60).
( 24 ) Απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑283/04, EU:C:2006:608, σκέψη 29).
( 25 ) Απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑283/04, EU:C:2006:608, σκέψη 30).
( 26 ) Σημείο 81 του υπομνήματος των γραπτών παρατηρήσεών της.
( 27 ) Σημεία 63 και 64 του υπομνήματος των γραπτών παρατηρήσεών της.
( 28 ) Απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Yellow Cab Verkehrsbetrieb (C‑338/09, EU:C:2010:814).
( 29 ) Όπ.π., σκέψη 34.
( 30 ) Βλ. απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Yellow Cab Verkehrsbetrieb (C‑338/09, ΕΕ:C:2010:814, σκέψη 37): «το να απαιτείται από εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος επιχειρηματία ο οποίος επιθυμεί να αποκτήσει άδεια εκμεταλλεύσεως τακτικής λεωφορειακής γραμμής μεταφοράς προσώπων εντός του κράτους μέλους υποδοχής να διαθέτει έδρα ή άλλη εγκατάσταση εντός του τελευταίου αυτού κράτους πριν ακόμη του παραχωρηθεί η εκμετάλλευση της εν λόγω γραμμής έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Πράγματι, ένας φυσιολογικά συνετός επιχειρηματίας δεν πρόκειται να προβεί σε επενδύσεις, ενδεχομένως σημαντικές, αν η χορήγηση της εν λόγω άδειας είναι απολύτως επισφαλής».
( 31 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2017, Polbud – Wykonawstwo (C‑106/16, EU:C:2017:804, σκέψη 33), με μνεία στην απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Daily Mail και General Trust (81/87, EU:C:1988:456, σκέψη 17). Τα εν λόγω τεκμηριώνονται περαιτέρω στη σκέψη 35 της αποφάσεως της 29ης Νοεμβρίου 2011, National Grid Indus (C‑371/10, EU:C:2011:785), στην οποία αναφέρεται ότι «[α]ν, κατά το γράμμα τους, οι διατάξεις της Συνθήκης περί ελευθερίας εγκαταστάσεως σκοπούν να διασφαλίσουν στο κράτος μέλος υποδοχής την ίση μεταχείριση ημεδαπών και αλλοδαπών επιχειρήσεων, αντιτίθενται επίσης στο ενδεχόμενο να παρεμποδίζει το κράτος μέλος καταγωγής την εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος ενός εκ των πολιτών του ή εταιρίας συσταθείσας σύμφωνα με τη νομοθεσία του».
( 32 ) Σημείο 25 του υπομνήματος γραπτών παρατηρήσεων της Ολλανδικής Κυβερνήσεως.
( 33 ) Ούτως κρίθηκε σε σχέση με την παγκόσμια ταχυδρομική υπηρεσία (απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C‑282/04 και C‑283/04, EU:C:2006:608, σκέψη 38) ή σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών τακτικών θαλάσσιων ενδομεταφορών προς και από τα νησιά, καθώς και μεταξύ των νησιών (απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 2001, Analir κ.λπ., C‑205/99, EU:C:2001:107, σκέψη 27).
( 34 ) Εδάφη τα οποία αφορά κατά τρόπον ιδιάζοντα η δήλωση επί της αρχής που περιέχεται στο άρθρο 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 26 που ενσωματώνεται ως παράρτημα στη ΣΛΕΕ, υπό την έννοια ότι στις κοινές αξίες της Ένωσης για τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 14 ΣΛΕΕ περιλαμβάνονται, ιδίως, μεταξύ άλλων, «η ποικιλομορφία των [εν λόγω] υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος και οι διαφορές στις ανάγκες […] των χρηστών που είναι δυνατόν να προκύψουν από τις εκάστοτε γεωγραφικές, κοινωνικές ή πολιτισμικές συνθήκες·[…]».
( 35 ) Σημείο 71 του υπομνήματος των γραπτών παρατηρήσεών της.
( 36 ) Σημεία 26 και 27 των υπομνήματος των γραπτών παρατηρήσεών της. Το «συμπέρασμα» βασίζεται σε δύο ανακοινώσεις της Επιτροπής σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2408/92, ο οποίος προηγήθηκε του κανονισμού 1008/2008: η πρώτη αφορά την επιβολή υποχρέωσης παροχής δημόσιας υπηρεσίας για τακτικές αεροπορικές γραμμές στο εσωτερικό της Πορτογαλίας (ΕΕ 1995, C 200, σ. 3) και η δεύτερη αφορά την επιβολή τροποποιημένων υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας σε ορισμένες τακτικές αεροπορικές γραμμές στην Πορτογαλία (ΕΕ 2004, C 248, σ. 6).
( 37 ) Σημείο 107 του υπομνήματος γραπτών παρατηρήσεων της Parpública, στο οποίο γίνεται μνεία στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 20ής Οκτωβρίου 2010, δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 4, του κανονισμού 1008/2008, σχετικά με τις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας για τα τακτικά αεροπορικά δρομολόγια (ΕΕ 2010, C 283, σ. 14).
( 38 ) Στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση διαπιστώθηκε ότι η TAP δεν εκμεταλλεύεται κανένα δρομολόγιο που να σχετίζεται με υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας από τις 28 Μαρτίου 2015. Μετά την εν λόγω ημερομηνία, εφαρμόζεται ένα σύστημα κοινωνικής παροχής για την κινητικότητα, εφαρμοζόμενο επί του εισιτηρίου οποιασδήποτε εταιρίας που καλύπτει τα εν λόγω δρομολόγια.
( 39 ) Η υπογράμμιση δική μου. Στην πορτογαλική έκδοση: «obrigações de serviço público que incumbam à TAP, SA».
( 40 ) Υπό τους όρους αυτούς, στη συνέχεια γίνεται αναφορά στη «διατήρηση και […] ενίσχυση των δρομολογίων που εξυπηρετούν τις αυτόνομες περιφέρειες, τις πορτογαλικές κοινότητες που βρίσκονται στο εξωτερικό και τις χώρες και τις κοινότητες στις οποίες ομιλείται ή είναι επίσημη γλώσσα η πορτογαλική». Εκ νέου, περιβάλλεται από έναν πιθανολογικό μανδύα και, εν πάση περίπτωση, αφορά αεροπορικές συνδέσεις που δεν εμπίπτουν στο άρθρο 16 του κανονισμού 1008/2008.
( 41 ) Σημείο 36 του υπομνήματος γραπτών παρατηρήσεων της Ολλανδικής Κυβερνήσεως.
( 42 ) Η Ολλανδική Κυβέρνηση επικαλείται την απόφαση της 7ης Μαΐου 1998, Clean Car Autoservice (C‑350/96, ΕΕ:C:1998:205, σκέψεις 36 και 37).
( 43 ) Σημείο 52 του υπομνήματος των γραπτών παρατηρήσεών της.
( 44 ) Όπ.π., σκέψη 55.
( 45 ) Σημεία 40 και 41 των υπομνήματος των γραπτών παρατηρήσεών της.
( 46 ) Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016 (C‑201/15, EU:C:2016:972, σκέψη 72).
( 47 ) Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, ΑΓΕΤ Ηρακλής (C‑201/15, EU:C:2016:972, σκέψη 77).
Full & Egal Universal Law Academy