ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
HENRIK SAUGMANDSGAARD ØE
της 28ης Φεβρουαρίου 2019 ( 1 )
Υπόθεση C‑622/17
Baltic Media Alliance Ltd.
κατά
Lietuvos radijo ir televizijos komisija
[αίτηση του Vilniaus apygardos administracinis teismas
(διοικητικού πρωτοδικείου του Βίλνιους, Λιθουανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Οδηγία 2010/13/ΕΕ – Υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων – Τηλεοπτική εκπομπή – Άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία γʹ και δʹ – Έννοια της “συντακτικής ευθύνης” και του “παρόχου υπηρεσιών οπτικοακουστικών υπηρεσιών” – Τηλεοπτικό κανάλι από κράτος μέλος – Άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2 – Ελευθερία λήψης και αναμετάδοσης – Υποκίνηση μίσους – Μέτρα του κράτους μέλους λήψης – Προσωρινή υποχρέωση, για τους οργανισμούς που παρέχουν υπηρεσίες διανομής τηλεοπτικών καναλιών στους καταναλωτές του κράτους μέλους λήψης, να μη μεταδίδουν το πρόγραμμα του συγκεκριμένου καναλιού παρά μόνο πλαίσιο πακέτων με πρόσθετη χρέωση – Συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης»
I. Εισαγωγή
1.
Με την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Vilniaus apygardos administracinis teismas (διοικητικό πρωτοδικείο του Βίλνιους, Λιθουανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 2010/13/ΕΕ, της λεγόμενης και «οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων» ( 2 ).
2.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Baltic Media Alliance Ltd. (στο εξής: ΒΜΑ) και της Lietuvos radijo ir televizijos komisija (επιτροπής ραδιοφώνου και τηλεοράσεως, Λιθουανία· στο εξής: LRTK) με αντικείμενο απόφαση της αρχής αυτής με την οποία επιβλήθηκε προσωρινά η υποχρέωση, στους οργανισμούς που παρέχουν υπηρεσίες διανομής τηλεοπτικών καναλιών στους Λιθουανούς καταναλωτές, να μη μεταδίδουν το τηλεοπτικό κανάλι NTV Mir Lithuania παρά μόνο πλαίσιο πακέτων με πρόσθετη χρέωση. Η απόφαση αυτή, η οποία έχει εν τω μεταξύ ανακληθεί, είχε εκδοθεί αφότου διαπιστώθηκε ότι εκπομπή του καναλιού αυτού περιείχε υλικό που υποκινούσε σε εθνικό μίσος.
3.
Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν η εν λόγω απόφαση είναι συμβατή με το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το κράτος μέλος λήψης τηλεοπτικής εκπομπής προερχόμενης από άλλο κράτος μέλος μπορεί να εμποδίζει, για λόγους όπως η υποκίνηση μίσους, την αναμετάδοση της εκπομπής μόνον εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις. Ωστόσο, ο Λιθουανός νομοθέτης μετέφερε τη διάταξη αυτή στο εσωτερικό δίκαιο κατά τέτοιον τρόπο ώστε η LRTK δεν οφείλει να τηρεί τις ως άνω προϋποθέσεις σε περίπτωση που πρόκειται να επιβάλει την υποχρέωση μετάδοσης του προγράμματος συγκεκριμένου τηλεοπτικού καναλιού αποκλειστικά στο πλαίσιο πακέτων με πρόσθετη χρέωση. Οι εν λόγω προϋποθέσεις δεν τηρήθηκαν συνεπώς από την LRTK στην υπόθεση της κύριας δίκης.
4.
Στις παρούσες προτάσεις θα εκθέσω του λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή μου, ένα τέτοιο εθνικό μέτρο, εφόσον διέπει τις πρακτικές λεπτομέρειες της διανομής τηλεοπτικού καναλιού και δεν εμποδίζει την ίδια τη λήψη ή την αναμετάδοση αυτού, δεν εμπίπτει στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Η οδηγία 2010/13
5.
Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13 ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ελευθερία λήψεως και δεν περιορίζουν την αναμετάδοση στο έδαφός τους υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, για λόγους που εμπίπτουν στα πεδία τα οποία διέπει η παρούσα οδηγία.
2. Όσον αφορά τις τηλεοπτικές εκπομπές, τα κράτη μέλη μπορούν προσωρινά να παρεκκλίνουν από την παράγραφο 1, αν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
μια τηλεοπτική εκπομπή προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος παραβαίνει προφανώς, σοβαρώς και βαρέως το άρθρο 27 παράγραφοι 1 ή 2 ή/και το άρθρο 6·
β)
ο τηλεοπτικός οργανισμός παρέβη την (τις) διάταξη(-εις) του στοιχείου α) τουλάχιστον δύο φορές εντός των δώδεκα προηγούμενων μηνών·
γ)
το συγκεκριμένο κράτος μέλος έχει κοινοποιήσει, γραπτώς, στον τηλεοπτικό οργανισμό και στην Επιτροπή τις καταγγελλόμενες παραβάσεις, καθώς και τα μέτρα που σκοπεύει να λάβει σε περίπτωση νέας παράβασης·
δ)
οι διαβουλεύσεις με το κράτος μέλος μετάδοσης και την Επιτροπή δεν κατέληξαν σε φιλικό διακανονισμό, εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση που προβλέπεται στο στοιχείο γ), και η καταγγελλόμενη παράβαση εξακολουθεί
Εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση των μέτρων που λαμβάνει το κράτος μέλος, η Επιτροπή αποφασίζει αν τα μέτρα συμβιβάζονται προς το δίκαιο της Ένωσης. Εάν αποφασίσει ότι τα μέτρα δεν συμβιβάζονται προς το δίκαιο της Ένωσης, ζητείται από το κράτος μέλος να άρει κατεπειγόντως τα εν λόγω μέτρα.»
6.
Κατά το άρθρο 6 της ίδιας οδηγίας, τα κράτη μέλη μεριμνούν με τα ενδεδειγμένα μέσα ώστε οι υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων που παρέχονται από παρόχους υπό τη δικαιοδοσία τους να μην περιέχουν οποιαδήποτε πρόκληση μίσους βάσει φυλής, φύλου, θρησκείας ή εθνικότητας.
Β. Το λιθουανικό δίκαιο
7.
Το άρθρο 19, παράγραφος 1, σημείο 3, του Lietuvos Respublikos visuomenės informavimo įstatymas (λιθουανικού νόμου για την πληροφόρηση του κοινού), της 2ας Ιουλίου 2006 (Valstybės žinios, 2006-07-27, αριθ. 82-3254) (στο εξής: νόμος για την πληροφόρηση του κοινού), μεταφέρει το άρθρο 6 της οδηγίας 2010/13 στο εσωτερικό δίκαιο. Η διάταξη αυτή, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για τη διαφορά της κύριας δίκης χρόνο, ορίζει τα εξής:
«Απαγορεύεται η μετάδοση, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, υλικού
[…]
3)
που αποτελεί πολεμική προπαγάνδα, που υποκινεί σε πόλεμο ή σε μίσος, σε γελοιοποίηση ή σε ευτελισμό, που ενθαρρύνει τις διακρίσεις, τη βία ή τα αντίποινα εις βάρος ομάδας προσώπων ή μέλους της αντίστοιχης ομάδας, λόγω ηλικίας, φύλου, γενετήσιου προσανατολισμού, εθνοτικής καταγωγής, φυλής, εθνικότητας, ιθαγένειας, γλώσσας, καταγωγής, κοινωνικής θέσης, πεποιθήσεων, πίστης, απόψεων ή θρησκείας· […]»
8.
Το άρθρο 33, παράγραφοι 11 και 12, του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για τη διαφορά της κύριας δίκης χρόνο, προβλέπει τα εξής:
«11. Οι οργανισμοί οι οποίοι αναμεταδίδουν το πρόγραμμα τηλεοπτικών καναλιών, καθώς και όσα πρόσωπα παρέχουν στους Λιθουανούς καταναλωτές, μέσω διαδικτύου, υπηρεσίες μετάδοσης προγράμματος τηλεοπτικών καναλιών και/ή τηλεοπτικών εκπομπών που συνθέτουν πακέτα καναλιών προς αναμετάδοση και/ή μετάδοση μέσω διαδικτύου πρέπει να συμμορφώνονται με τους κανόνες της [LRTK] σχετικά με τη σύνθεση των πακέτων, να εγγυώνται το δικαίωμα των καταναλωτών για πληροφόρηση η οποία να χαρακτηρίζεται από αμεροληψία, πολυφωνία και πλουραλισμό, πολιτισμικό και γλωσσικό, και να διασφαλίζουν την αποτελεσματική προστασία των ανηλίκων από τις τυχόν επιβλαβείς συνέπειες των ενημερωτικών προγραμμάτων. Για χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών από την έκδοση της αποφάσεως στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 12, σημείο 1, του παρόντος άρθρου, το πρόγραμμα των τηλεοπτικών καναλιών που έχουν μεταδώσει υλικό το οποίο καταλαμβάνεται από την απαγόρευση του άρθρου 19, παράγραφος 1, σημείο 3, του [παρόντος νόμου] δεν επιτρέπεται να αναμεταδίδεται και/ή να μεταδίδεται μέσω διαδικτύου παρά μόνο στο πλαίσιο πακέτων με πρόσθετη χρέωση, ενώ απαγορεύεται, στην περίπτωση αυτή, οποιαδήποτε επιδότηση, στήριξη ή παραχώρηση σε σχέση με τα συγκεκριμένα πακέτα, το δε τίμημά τους δεν μπορεί να υπολείπεται του κόστους στο οποίο υποβλήθηκε ο πάροχος υπηρεσιών για την απόκτηση, την αναμετάδοση και/ή τη μετάδοση μέσω διαδικτύου των προγραμμάτων των καναλιών που περιλαμβάνονται στα πακέτα αυτά.
12. Εφόσον η [LRTK] διαπιστώσει ότι, στο πρόγραμμα τηλεοπτικού καναλιού που αναμεταδίδεται και/ή μεταδίδεται μέσω διαδικτύου από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κράτη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και άλλα ευρωπαϊκά κράτη τα οποία έχουν επικυρώσει την [ευρωπαϊκή σύμβαση για τη διασυνοριακή τηλεόραση] ή σε επιμέρους εκπομπές τέτοιου καναλιού έχει δημοσιευθεί, μεταδοθεί και διαδοθεί υλικό που καταλαμβάνεται από την απαγόρευση του άρθρου 19, παράγραφος 1, σημεία 1, 2 και 3, του [παρόντος νόμου]:
1)
εκδίδει απόφαση βάσει της οποίας το πρόγραμμα του συγκεκριμένου καναλιού μπορεί να μεταδίδεται μόνο στο πλαίσιο πακέτων με πρόσθετη χρέωση, και ενημερώνει σχετικά τους τηλεοπτικούς οργανισμούς και τα λοιπά πρόσωπα που παρέχουν στους Λιθουανούς καταναλωτές υπηρεσίες μετάδοσης προγράμματος τηλεοπτικών καναλιών και/ή τηλεοπτικών εκπομπών μέσω διαδικτύου·
2)
λαμβάνει αμελλητί τα μέτρα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 341 του [παρόντος] νόμου, ώστε να διασφαλίζεται η μετάδοση μόνον προγράμματος τηλεοπτικών καναλιών και/ή τηλεοπτικών εκπομπών που συνάδουν με τις απαιτήσεις του νόμου αυτού […]».
9.
Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13 μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με το άρθρο 341, παράγραφοι 1 και 3, του νόμου για την πληροφόρηση του κοινού. Η παράγραφος 1 του τελευταίου αυτού άρθρου ορίζει ότι η Δημοκρατία της Λιθουανίας διασφαλίζει την ελευθερία λήψης των υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων που προέρχονται, μεταξύ άλλων, από κράτη μέλη. Η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι η ελευθερία αυτή μπορεί να «ανασταλεί προσωρινά» σε περίπτωση που συντρέχουν σωρευτικά τέσσερις προϋποθέσεις οι οποίες αντιστοιχούν στις προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας.
III. Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
10.
Η BMA, εταιρία εγγεγραμμένη στα μητρώα του Ηνωμένου Βασιλείου, έχει λάβει από την αρχή που είναι αρμόδια για τον τομέα των τηλεπικοινωνιών στο κράτος μέλος αυτό, ήτοι από το Office of Communications (Αρχή για τις επικοινωνίες, στο εξής: OFCOM), άδεια για την μετάδοση του προγράμματος τηλεοπτικού καναλιού NTV Mir Lithuania.
11.
Στις 18 Μαΐου 2016, η LRTK εξέδωσε, σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφοι 11 και 12, σημείο 1, του νόμου για την πληροφόρηση του κοινού, απόφαση με την οποία επέβαλε στους οργανισμούς που αναμεταδίδουν το πρόγραμμα τηλεοπτικών καναλιών καλωδιακά και σε όσα πρόσωπα παρέχουν μέσω διαδικτύου στους Λιθουανούς καταναλωτές υπηρεσίες διανομής τέτοιων καναλιών, την υποχρέωση να μη μεταδίδουν, για τους επόμενους δώδεκα μήνες από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της αποφάσεως, το πρόγραμμα του τηλεοπτικού καναλιού NTV Mir Lithuania παρά μόνο στο πλαίσιο πακέτων με πρόσθετη χρέωση (ή, σε περίπτωση που δεν προσφέρουν τέτοια πακέτα, αποκλειστικά έναντι πρόσθετης χρεώσεως, επιπλέον της τιμής του βασικού πακέτου). H απόφαση αυτή στηρίχθηκε στο γεγονός ότι ένα πρόγραμμα που μεταδόθηκε από το κανάλι αυτό στις 15 Απριλίου 2016, με τίτλο «Ypatingas įvykis. Tyrimas» (Έκτακτο συμβάν –Έρευνα), περιείχε υλικό που υποκινούσε σε εθνικό μίσος, όπερ απαγορεύεται από το άρθρο 19, παράγραφος 1, σημείο 3, του εν λόγω νόμου.
12.
Με νέα απόφαση που εξέδωσε στις 22 Ιουνίου 2016, η LRTK τροποποίησε την αρχική της απόφαση. Η αρχή αυτή ήρε την υποχρέωση να μεταδίδεται το πρόγραμμα του καναλιού NTV Mir Lithuania αποκλειστικά στο πλαίσιο πακέτων με πρόσθετη χρέωση και αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 341, παράγραφος 3, του νόμου για την πληροφόρηση του κοινού, σχετικά με την προσωρινή αναστολή της λήψης του προγράμματος του καναλιού. Στο πλαίσιο αυτό, η LRTK κοινοποίησε στην BMA την παράβαση που είχε διαπιστωθεί με την πρώτη της απόφαση καθώς και τα μέτρα που σκόπευε να λάβει σε περίπτωση νέας παράβασης. Η LRTK ενημέρωσε και την OFCOM για την παράβαση.
13.
Την ίδια μέρα, η BMA άσκησε ενώπιον του Vilniaus apygardos administracinis teismas (διοικητικού πρωτοδικείου του Βίλνιους) προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της απόφασης της LRTK της 18ης Μαΐου 2016. Στο πλαίσιο αυτό, η BMA υποστήριξε ότι η απόφαση είχε εκδοθεί κατά παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2010/13. Σύμφωνα με την εταιρία, η προσβαλλόμενη απόφαση εμπόδιζε την αναμετάδοση του προγράμματος τηλεοπτικού καναλιού προερχόμενου από άλλο κράτος μέλος. Η δικαιολογητική βάση του εμποδίου καθώς και η διαδικασία για την έκδοση της ως άνω απόφασης έπρεπε κατά συνέπεια να συνάδουν με τη διάταξη αυτή. Αυτό ωστόσο δεν συνέβη.
14.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Vilniaus apygardos administracinis teismas (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο του Βίλνιους) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Καλύπτει το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της [οδηγίας 2010/13] μόνον τις περιπτώσεις όπου το κράτος μέλος λήψης προτίθεται να αναστείλει τη μετάδοση και/ή την αναμετάδοση τηλεοπτικών εκπομπών ή καλύπτει και κάθε μέτρο αυτού του κράτους μέλους, το οποίο έχει ως σκοπό να παρακωλύσει με άλλον τρόπο την ελεύθερη λήψη και την αναμετάδοση προγραμμάτων στο πλαίσιο υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων;
2)
Πρέπει η αιτιολογική σκέψη 8 και το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας [2010/13] να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν στο κράτος μέλος λήψης, εφόσον διαπιστώσει ότι, σε τηλεοπτικό πρόγραμμα που μεταδίδεται ή αναμεταδίδεται μέσω διαδικτύου από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δημοσιεύθηκε, μεταδόθηκε και διαδόθηκε υλικό όπως αυτό στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 6 της οδηγίας, να εκδώσει, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, απόφαση όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 33, παράγραφοι 11 και 12, σημείο 1, του λιθουανικού νόμου για την πληροφόρηση του κοινού, δηλαδή να επιβάλει προσωρινά σε όσους τηλεοπτικούς οργανισμούς δραστηριοποιούνται στο κράτος μέλος λήψης, καθώς και σε όσα πρόσωπα παρέχουν υπηρεσίες διανομής τηλεοπτικών προγραμμάτων μέσω του διαδικτύου, την υποχρέωση να μεταδίδουν ή να αναμεταδίδουν το επίμαχο τηλεοπτικό πρόγραμμα μόνο στο πλαίσιο πακέτων διαθέσιμων έναντι πρόσθετης χρέωσης;»
15.
Η εκδοθείσα στις 27 Οκτωβρίου 2017 απόφαση περί παραπομπής περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Νοεμβρίου 2017. Η BMA, η LRTK και η Λιθουανική Κυβέρνηση κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο. Οι ίδιοι διάδικοι, με εξαίρεση την LRTK, εκπροσωπήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 28ης Νοεμβρίου 2018.
IV. Ανάλυση
Α. Επί του παραδεκτού
16.
Η LRTK και η Λιθουανική Κυβέρνηση αμφισβητούν το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων και προβάλλουν, στο πλαίσιο αυτό, δύο επιχειρήματα.
17.
Πρώτον, υποστηρίζουν ότι τα ερωτήματα αυτή είναι υποθετικής φύσεως. Ειδικότερα, κατά την άποψή τους, η διαφορά της κύριας δίκης κατέστη άνευ αντικειμένου δεδομένου ότι η LRTK, την ίδια μέρα που η ΒΜΑ προσέφυγε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, τροποποίησε την απόφαση της 18ης Μαΐου 2016, ήρε την υποχρέωση να μεταδίδεται το κανάλι NTV Mir Lithuania αποκλειστικά στο πλαίσιο πακέτων με πρόσθετη χρέωση και κίνησε διαδικασία αναστολής σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2010/13. Η ΒΜΑ, συνεπώς, δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, καθώς η προσφυγή της δεν μπορεί, αν ευδοκιμήσει, να την ωφελήσει.
18.
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, τεκμαίρονται λυσιτελή τα ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και έχουν υποβληθεί από εθνικό δικαστήριο εντός του κανονιστικού και πραγματικού πλαισίου το οποίο έχει προσδιορίσει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν μπορεί να ελέγξει το Δικαστήριο ( 3 ). Εν προκειμένω, κατά τη γνώμη μου, το επιχείρημα της LRTK και της Λιθουανικής Κυβέρνησης το οποίο παρατίθεται συνοπτικά στο προηγούμενο σημείο δεν ανατρέπει το τεκμήριο αυτό.
19.
Πράγματι, το εθνικό δικαστήριο διευκρίνισε, στην απόφαση περί παραπομπής, ότι, κατά την εκτίμησή του, η διαφορά της κύριας εξακολουθεί να έχει αντικείμενο. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η επίδικη απόφαση τροποποιήθηκε, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επί του ζητήματος εάν, με την εν λόγω απόφαση, η LRTK έθιξε δικαιώματα της BMΑ, καθώς και εάν η απόφαση αυτή ήταν νόμιμη κατά τον χρόνο έκδοσής της. Είναι συνεπώς προφανές ότι το Δικαστήριο επιβάλλεται να απαντήσει.
20.
Εξάλλου, είναι αλήθεια ότι το Δικαστήριο έχει ενίοτε διαπιστώσει το ίδιο, σε ορισμένες υποθέσεις, ότι η ενώπιον του εθνικού δικαστή διαφορά έχει καταστεί άνευ αντικειμένου, και έχει κρίνει απαράδεκτα για τον λόγο αυτό τα προδικαστικά ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί. Ωστόσο, στις υποθέσεις εκείνες, οι αξιώσεις του προσφεύγοντος της κύριας δίκης είχαν ικανοποιηθεί πλήρως μετά την άσκηση της προσφυγής του ενώπιον του εθνικού δικαστή ( 4 ).
21.
Αντιθέτως, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η LRTK δεν έκανε δεκτό το αίτημα της BMA. Όπως υποστηρίζει η εταιρία αυτή, η LRTK, τροποποίησε μεν την αρχική της απόφαση, χωρίς όμως να αναγνωρίσει την έλλειψη νομιμότητας αυτής ούτε να εξαλείψει τα αποτελέσματα που είχε ήδη παραγάγει. Η υποχρέωση στην οποία υπέκειτο η μετάδοση του προγράμματος του καναλιού NTV Mir Lithuania ήταν σε ισχύ από τις 23 Μαΐου 2016 έως τις 27 Ιουνίου 2016 και παρήγαγε, κατά το διάστημα αυτό, αποτελέσματα ενδεχομένως επιζήμια για την BMΑ ( 5 ).
22.
Η BMA εξακολουθεί συνεπώς να έχει συμφέρον να ζητήσει να αναγνωριστεί δικαστικώς ότι η επίδικη απόφαση στερούνταν νομιμότητας κατά τον χρόνο έκδοσής της. Ενδεχόμενη ακύρωση της απόφασης αυτής από τον εθνικό δικαστή θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για μελλοντική αγωγή με αίτημα την αποκατάσταση των ζημιών που η εταιρία αυτή ισχυρίζεται ότι υπέστη ( 6 ). Όπως υποστηρίζει η ΒΜΑ, μια τέτοια αναγνώριση έλλειψης νομιμότητας θα απέτρεπε, εξάλλου, την έκδοση παρόμοιας εις βάρος της απόφασης από την LRTK στο μέλλον ( 7 ).
23.
Δεύτερον, η Λιθουανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μια απόφαση που συνεπάγεται την υποχρέωση να μεταδίδεται το πρόγραμμα καναλιού αποκλειστικά στο πλαίσιο πακέτων με πρόσθετη χρέωση, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13. Συνεπώς, η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
24.
Συναφώς, αρκεί αν επισημανθεί ότι το επιχείρημα αυτό άπτεται της ουσίας των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο. Δεν ασκεί συνεπώς επιρροή όσον αφορά την κρίση του παραδεκτού των ερωτημάτων αυτών ( 8 ).
25.
Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, θεωρώ ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι παραδεκτά.
Β. Επί της ουσίας
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
26.
Η οδηγία 2010/13 έχει, όπως και η οδηγία 89/552/ΕΟΚ ( 9 ) την οποία αντικατέστησε, ως σκοπό τη δημιουργία «χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα για υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων» ( 10 ). Για τον σκοπό αυτό, περιλαμβάνει δύο αλληλοσυμπληρούμενες κατηγορίες μέτρων.
27.
Αφενός, η οδηγία αυτή προβλέπει, σε ορισμένους τομείς (στα «πεδία που συντονίζει η παρούσα οδηγία»), τις ελάχιστες απαιτήσεις οι οποίες ισχύουν για το σύνολο των εγκατεστημένων στα κράτη μέλη παρόχων υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων και αποσκοπούν στην προστασία ορισμένων σκοπών γενικού συμφέροντος, καθώς και της παραγωγής οπτικοακουστικού περιεχομένου στην Ένωση. Οι ελάχιστες αυτές απαιτήσεις περιλαμβάνουν το άρθρο 6 της οδηγίας 2010/13, το οποίο απαγορεύει τη μετάδοση εκπομπών που περιέχουν υποκίνηση μίσους βάσει φυλής, φύλου, θρησκείας ή εθνικότητας ( 11 ).
28.
Αφετέρου, η οδηγία 2010/13 θεσπίζει την αποκαλούμενη αρχή της «χώρας προέλευσης». Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, κάθε πάροχος υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων υπάγεται στη δικαιοδοσία ενός μόνο κράτους μέλους και οφείλει, καταρχήν, να τηρεί αποκλειστικά του κανόνες αυτού του κράτους μέλους ( 12 ). Είναι έργο του συγκεκριμένου κράτους μέλους να ελέγχει αν η νομοθεσία του και οι ελάχιστες απαιτήσεις που θέτει η οδηγία τηρούνται από τον εκάστοτε πάροχο. Αντίστοιχα, τα άλλα κράτη μέλη οφείλουν καταρχήν, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, να εξασφαλίζουν την ελευθερία λήψης και να μην εμποδίζουν για λόγους που εμπίπτουν στα πεδία τα οποία διέπει η οδηγία –όπου υπενθυμίζω ότι περιλαμβάνεται και η υποκίνηση μίσους– την αναμετάδοση, στο εσωτερικό τους, υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων για τις οποίες έχει ληφθεί άδεια από το πρώτο κράτος μέλος (θα αναφέρομαι στο εξής μαζί στις δύο αυτές υποχρεώσεις με τον όρο «ελευθερία λήψης και αναμετάδοσης»). Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2010/13 προβλέπει ωστόσο τη δυνατότητα παρεκκλίσεων από την ελευθερία αυτή, υπό τον όρο ότι συντρέχουν ορισμένες ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις, στις οποίες θα επανέλθω στη συνέχεια ( 13 ).
29.
Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13 μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη από τον Λιθουανό νομοθέτη με το άρθρο 341, παράγραφοι 1 και 3, του νόμου για την πληροφόρηση του κοινού. Έτσι, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι η λιθουανική ρυθμιστική αρχή για τον οπτικοακουστικό τομέα, δηλαδή η LRTK, είναι υποχρεωμένη, όταν διαπιστώνει την ύπαρξη, σε τηλεοπτική εκπομπή, υλικού που ενέχει υποκίνηση μίσους, να κινήσει διαδικασία αναστολής της λήψης ή της αναμετάδοσης του προγράμματος του αντίστοιχου καναλιού, υπό ορισμένες προϋποθέσεις οι οποίες αντιστοιχούν σε εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2, της οδηγίας.
30.
Ωστόσο, το άρθρο 33, παράγραφοι 11 και 12, σημείο 1, του νόμου για την πληροφόρηση του κοινού επιβάλλει επίσης στην LRTK, σε περίπτωση που ένα πρόγραμμα υποκινεί μίσος, να λαμβάνει άμεσα (και ανεξάρτητα από τη συνδρομή των εν λόγω προϋποθέσεων) μέτρο με το οποίο επιβάλλεται η υποχρέωση, για χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών, στους παρόχους υπηρεσιών διανομής τηλεοπτικών καναλιών στους Λιθουανούς καταναλωτές, να μη μεταδίδουν ή να μην αναμεταδίδουν μέσω διαδικτύου το πρόγραμμα του αντίστοιχου καναλιού παρά μόνο στο πλαίσιο πακέτων με πρόσθετη χρέωση ( 14 ). Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που παρέσχε η Λιθουανική Κυβέρνηση, το προσωρινό αυτό μέτρο μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση περιπτώσεων προβολής υλικού του οποίου απαγορεύεται η μετάδοση, εν αναμονή της έναρξης και της ολοκλήρωσης μιας διαδικασίας αναστολής.
31.
Με την από 18 Μαΐου 2016 απόφασή της, η LRTK έλαβε το μέτρο αυτό εις βάρος του τηλεοπτικού καναλιού NTV Mir Lithuania, με την αιτιολογία ότι μία από τις εκπομπές που προβαλλόταν από το κανάλι αυτό υποκινούσε εθνικό μίσος ( 15 ). Η παρούσα υπόθεση δεν αφορά την ουσία της απόφασης αυτής. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο δεν εκφράζει, ειδικότερα, αμφιβολίες περί του κατά πόσον το περιεχόμενο του εν λόγω προγράμματος συνιστούσε υποκίνηση μίσους, κατά την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας 2010/13 ( 16 ).
32.
Αντιθέτως, το δικαστήριο αυτό διερωτάται, με το πρώτο ερώτημά του, εάν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 παράγραφος 2, της οδηγίας 2010/13 έπρεπε να έχουν τηρηθεί από την LRTK κατά τον χρόνο που αυτή εξέδωσε την επίδικη απόφαση. Εάν αυτό ισχύει, το αιτούν δικαστήριο ζητά να διευκρινιστούν, με το δεύτερο ερώτημά του, οι συνέπειες που πρέπει να συναχθούν όσον αφορά τη νομιμότητα της απόφασης αυτής.
33.
Με τα προδικαστικά ερωτήματα το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει ποια μέτρα καλύπτονται από το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13. Τα προδικαστικά αυτά ερωτήματα βασίζονται στην παραδοχή ότι τo τηλεοπτικό κανάλι NTV Mir Lithuania αποτελεί υπηρεσία οπτικοακουστικών μέσων η οποία παρέχεται από την BMA και εμπίπτει για τον λόγο αυτό στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης. Η παραδοχή αυτή αμφισβητείται ενώπιον του Δικαστηρίου από την LRTK και από τη Λιθουανική Κυβέρνηση. Η αντίρρησή τους εγείρει το ερώτημα ποιες υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων καλύπτονται από την ελευθερία λήψης και αναμετάδοσης την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας. Προκειμένου να δώσω το αιτούν δικαστήριο όλα τα χρήσιμα στοιχεία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, θα εξετάσω, κατ’ αρχάς, το ζήτημα αυτό (2). Θα εξετάσω, στη συνέχεια, το πρώτο προδικαστικό ερώτημα και θα εξηγήσω γιατί, κατά τη γνώμη μου, ένα μέτρο όπως αυτό που προβλέπεται στο άρθρο 33, παράγραφοι 11 και 12, σημείο 1, του νόμου για την πληροφόρηση του κοινού δεν εμπίπτει στο προαναφερθέν άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2 (3). Θα εξετάσω, στο τέλος και επικουρικά, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα και θα εκθέσω του λόγους για τους οποίους το μέτρο αυτό, ακόμη και αν υποτεθεί ότι εμπίπτει στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, δεν πρέπει να ληφθεί εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στη διάταξη αυτή (4).
2. Επί των υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων που καλύπτονται από την ελευθερία λήψης και αναμετάδοσης την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13
34.
Δύο προκαταρκτικά ζητήματα συζητήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου όσον αφορά την προβληματική του προσδιορισμού των υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων οι οποίες καλύπτονται από την ελευθερία λήψης και αναμετάδοσης: πρώτον, το ζήτημα αν ένα τηλεοπτικό κανάλι όπως το NTV Mir Lithuania μπορεί να επικαλεστεί την ελευθερία αυτή, μολονότι, σύμφωνα με την LRTK και τη Λιθουανική Κυβέρνηση, τα προγράμματά του παράγονται σε τρίτη χώρα (α)· δεύτερον, αν η ελευθερία αυτή ισχύει στην περίπτωση του συγκεκριμένου καναλιού, παρότι αυτό απευθύνεται αποκλειστικά στην επικράτεια της Δημοκρατίας της Λιθουανίας (β).
α) Ως προς το ζήτημα ότι τα προγράμματα ενός τηλεοπτικού καναλιού προέρχονται ως επί το πλείστον από τρίτη χώρα
35.
Οι υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων των τηλεοπτικών εκπομπών, καλύπτονται από την ελευθερία λήψης και αναμετάδοσης η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13, μόνο στον βαθμό που εμπίπτουν στο εδαφικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής. Ως εκ τούτου, θα πρέπει όχι μόνο να μεταδίδονται σε ένα (τουλάχιστον) κράτος μέλος ( 17 ) αλλά επίσης και να «προέρχονται» από κράτος μέλος. Σε αντίθετη περίπτωση, το κράτος μέλος λήψης είναι, καταρχήν, ελεύθερο να ρυθμίζει τη λήψη και αναμετάδοση των υπηρεσιών αυτών στην επικράτειά του ( 18 ).
36.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13, μια υπηρεσία οπτικοακουστικών μέσων «προέρχεται» από ένα κράτος μέλος όταν ο πάροχος της υπηρεσίας αυτής (όσον αφορά τις τηλεοπτικές εκπομπές, η οδηγία χρησιμοποιεί τον όρο «τηλεοπτικός οργανισμός») ( 19 )υπάγεται στη δικαιοδοσία ενός από τα κράτη μέλη. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, αυτό ισχύει εάν ο οικείος τηλεοπτικός οργανισμός είναι εγκατεστημένος στην επικράτεια ενός κράτους μέλους (υπό του όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου) ή εάν ο οργανισμός αυτός χρησιμοποιεί δορυφορικό δυναμικό ενός κράτους μέλους ή ανερχόμενη ζεύξη ( 20 ) που βρίσκεται στην επικράτεια ενός από τα κράτη μέλη (δυνάμει της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου).
37.
Εν προκειμένω, η Λιθουανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός που παρέχει τα προγράμματα στο τηλεοπτικό κανάλι NTV Mir Lithuania είναι φορέας εγκατεστημένος στη Ρωσία, ενώ η BMA (η οποία εδρεύει, υπενθυμίζω, στο Ηνωμένο Βασίλειο) μεταδίδει απλώς και μόνον το κανάλι αυτό στη Λιθουανία. Συναφώς, σημειώνω ότι είναι κοινώς γνωστό ότι το NTV είναι ρωσικό κανάλι της εταιρίας Oao Telekompania NTV και ότι το NTV Mir (NTV Κόσμος) είναι η διεθνής έκδοση του καναλιού αυτού, η οποία μεταδίδεται μέσω δορυφόρου. Στο πλαίσιο αυτό, και σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε η ΒΜΑ κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το NTV Mir Lithuania είναι η έκδοση του καναλιού αυτού η οποία απευθύνεται στο λιθουανικό κοινό ( 21 ). Αντιλαμβάνομαι συνεπώς το επιχείρημα της Λιθουανικής Κυβέρνησης υπό την έννοια ότι το μεγαλύτερο μέρος των εκπομπών του NTV Mir Lithuania της BMA αποτελούν αναμετάδοση, χωρίς τροποποίηση, του προγράμματος του καναλιού NTV.
38.
Πρέπει να υπενθυμίσω ορισμένα στοιχεία προκειμένου να γίνει πλήρως κατανοητό το νόημα αυτού του επιχειρήματος. Η νομοθεσία της Ένωσης διακρίνει μεταξύ της παροχής οπτικοακουστικού περιεχομένου και της διάδοσης τέτοιου περιεχομένου. Στο πλαίσιο αυτό, οι πάροχοι που περιορίζονται στη διάδοση περιεχομένου, μεταδίδοντάς το για παράδειγμα στο κοινό, δεν παρέχουν «υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων», κατά την έννοια της οδηγίας 2010/13, αλλά «υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών», οι οποίες εμπίπτουν, μεταξύ άλλων, στην οδηγία 2002/21/ΕΚ ( 22 ). Σύμφωνα με τους ορισμούς που περιλαμβάνονται στις δύο αυτές οδηγίες ( 23 ), το αποφασιστικό κριτήριο για τη διάκριση μεταξύ παρόχων υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων και παρόχων που προσφέρουν απλώς μια υπηρεσία μετάδοσης είναι το εάν υπάρχει ή όχι «συντακτική ευθύνη» όσον αφορά το περιεχόμενο που μεταδίδεται. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2010/13, η έννοια αυτή αντιστοιχεί, όσον αφορά τις τηλεοπτικές εκπομπές, στην «άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου όσον αφορά την επιλογή των προγραμμάτων και την οργάνωσή τους σε χρονολογικό προγραμματισμό». Εν κατακλείδι, το ερώτημα εάν η ΒΜΑ ασκεί τέτοιον έλεγχο επί του προγράμματος του καναλιού NTV Mir Lithuania ή περιορίζεται, αντιθέτως, στη μετάδοση αυτού, είναι αποφασιστικής σημασίας για τους σκοπούς της εφαρμογής των κανόνων της οδηγίας 2010/13 ( 24 ).
39.
Όσον αφορά το σημείο αυτό, η Λιθουανική Κυβέρνηση υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι οι συντακτικές αποφάσεις σχετικά με τα προγράμματα του καναλιού NTV Mir Lithuania λαμβάνονται στη Ρωσία. Τα εν λόγω προγράμματα παράγονται στην τρίτη αυτή χώρα. Η ΒΜΑ δεν ασκεί καμία επιρροή επί του περιεχομένου τους. Από την πλευρά της, η ΒΜΑ υποστήριξε ότι οι αποφάσεις σχετικά με το περιεχόμενο του προγράμματος του καναλιού NTV Mir Lithuania λαμβάνονται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η ενδιαφερόμενη δεν περιορίζεται στη μετάδοση του καναλιού αυτού αλλά καθορίζει και το περιεχόμενό του, όπως αναφέρεται εξάλλου στην άδεια που έχει λάβει από την OFCOM.
40.
Το ερώτημα σχετικά με το ποιος έχει τη συντακτική ευθύνη στο επίμαχο κανάλι συνιστά πραγματικό ζήτημα, του οποίου η διερεύνηση, εφόσον κριθεί αναγκαία, εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου. Το γεγονός ότι η OFCOM χορήγησε άδεια στην BMA αποτελεί ένδειξη ότι μάλλον πρόκειται για την εταιρία αυτή. Ωστόσο, η άδεια αυτή δεν πρέπει να θεωρηθεί, κατά τη γνώμη μου, ως αποφασιστικής σημασίας. Το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξετάσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οδηγίας 2010/13 ( 25 ). Πρόκειται για δύσκολο έργο. Ο ορισμός της συντακτικής ευθύνης, όπως υπομνήσθηκε ανωτέρω, είναι ιδιαίτερα ασαφής και, εξ όσων γνωρίζω, το Δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφανθεί επί της έννοιας αυτής. Θεωρώ συνεπώς ότι είναι χρήσιμο να παρασχεθούν ορισμένα πρόσφορα ερμηνευτικά στοιχεία.
41.
Πιο συγκεκριμένα, από τον ίδιο τον ορισμό προκύπτει ότι ένας φορέας έχει τη συντακτική ευθύνη του προγράμματος ενός τηλεοπτικού καναλιού όταν ασκεί «πραγματικό έλεγχο» ο οποίος, αφενός, έχει ως αντικείμενο τόσο την «επιλογή» των προγραμμάτων του καναλιού αυτού (δηλαδή, σύμφωνα με τη συνήθη έννοια του όρου αυτού, την επιλογή να συμπεριληφθεί ή όχι στο πρόγραμμα του καναλιού μια συγκεκριμένη εκπομπή) όσο και την «οργάνωση» των προγραμμάτων σε χρονολογικό προγραμματισμό. Ο έλεγχος αυτός πρέπει συνεπώς να αφορά το περιεχομένου του προγράμματος του καναλιού, εξεταζόμενο στο σύνολό του, και όχι την καθεμία από τις επιμέρους εκπομπές του. Συνεπώς, το γεγονός ότι, εν προκειμένω, η BMA δεν είναι η παραγωγός των προγραμμάτων που μεταδίδονται στο κανάλι NTV Mir Lithuania δεν είναι καθοριστικής σημασίας στο πλαίσιο αυτό.
42.
Όσον αφορά, αφετέρου, τη φύση αυτού του «πραγματικού ελέγχου», επισημαίνεται ότι η οδηγία 2010/13 δεν παρέχει κανένα στοιχείο απάντησης. Η αιτιολογική σκέψη 25 της οδηγίας αυτής αναφέρει απλώς ότι τα κράτη μέλη μπορούν να διευκρινίσουν την έννοια αυτή στη νομοθεσία τους περί μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, η εφαρμογή της αρχής της χώρας προέλευσης απαιτεί να καθοριστεί ένα αρμόδιο κράτος μέλος για κάθε πάροχο οπτικοακουστικών μέσων και, συνεπώς, στο μέτρο του δυνατού, ένας και μόνο πάροχος που αναλαμβάνει τη συντακτική ευθύνη για το συγκεκριμένο περιεχόμενο. Σε αυτό το πλαίσιο, το να αφεθεί στα κράτη μέλη η διευκρίνιση της έννοιας αυτής θα δημιουργούσε κίνδυνο θετικών, ιδίως, συγκρούσεων δικαιοδοσίας ( 26 ). Ελλείψει ρητής παραπομπής στο δίκαιο των κρατών μελών στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής, και προκειμένου να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας εντός της Ένωσης, είμαι της γνώμης ότι η έννοια «πραγματικός έλεγχος» πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς.
43.
Υπό το πρίσμα του πλαισίου και των σκοπών της οδηγίας 2010/13 (οι οποίοι συνίστανται, υπενθυμίζω, στη ρύθμιση της δραστηριότητας των παρόχων που προσφέρουν οπτικοακουστικό περιεχόμενο, σε αντίθεση με εκείνους που περιορίζονται απλώς στη διάδοση του περιεχομένου αυτού), εκτιμώ ότι ο αποτελεσματικός αυτός έλεγχος έγκειται στην ύπαρξη εξουσίας λήψης της τελικής απόφασης σχετικά με το ίδιο το προσφερόμενο οπτικοακουστικό υλικό ( 27 ). Συγκεκριμένα, στην υπόθεση της κύριας δίκης, πρέπει να καθοριστεί το ποιος αποφασίζει για το πρόγραμμα των εκπομπών του καναλιού NTV Mir Lithuania.
44.
Το ενδεχόμενο (το οποίο θα πρέπει να ελεγχθεί από το αιτούν δικαστήριο) να αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος του προγράμματος του καναλιού NTV Mir Lithuania απλώς αναμετάδοση in extenso του καναλιού NTV θα μπορούσε να συνιστά ένδειξη ότι η ΒΜΑ δεν έχει τη συντακτική ευθύνη για το κανάλι αυτό. Είναι ωστόσο δύσκολο να συναχθεί από το γεγονός αυτό ένα οριστικό συμπέρασμα. Αυτό εξαρτάται από το εάν η εν λόγω εταιρία επιλέγει και οργανώνει η ίδια τα προγράμματα του NTV τα οποία αναμεταδίδονται. Σε κάθε περίπτωση, η ανάληψη μιας τέτοιας ευθύνης για ένα τηλεοπτικό κανάλι απαιτεί, νομίζω, ορισμένους υλικούς και ανθρώπινους πόρους. Το κατά πόσον η BMA απασχολεί, ή όχι, έναν επαρκή αριθμό ατόμων για την παραγγελία, τη συλλογή, την αξιολόγηση, την επεξεργασία ή την έγκριση των προγραμμάτων του κατά πόσον συνιστά, κατά τη γνώμη μου, μία ικανοποιητική ένδειξη προς την κατεύθυνση αυτή ( 28 ).
45.
Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η BMA είναι πράγματι ο πάροχος που έχει αυτή τη συντακτική ευθύνη, και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η εν λόγω εταιρεία είναι τυπικά εγγεγραμμένη στο μητρώο του Ηνωμένου Βασιλείου, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει επίσης να ελέγξει σε ποιον τόπο λαμβάνονται, στην πράξη, οι συντακτικές αποφάσεις που αφορούν το NTV Mir Lithuania ( 29 ). Και στην περίπτωση αυτή, δεν πρόκειται για εύκολη υπόθεση. Θα πρέπει, υποθέτω, να ληφθεί κυρίως υπόψη ο τόπος όπου εργάζονται συνήθως οι υπάλληλοι της εταιρίας οι οποίοι έχουν την εξουσία να λαμβάνουν τις τελικές αποφάσεις σχετικά με τον προγραμματισμό των μεταδόσεων. Ο έλεγχος αυτός έχει σημασία καθόσον ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε, στο πλαίσιο της οδηγίας 2010/13, μια διάταξη η οποία προφανώς αποσκοπεί στο να αποτρέψει την εγκατάσταση στην Ένωση εταιριών που είναι απλώς «ταχυδρομικές θυρίδες»: στην περίπτωση που, όπως υποστηρίζει η Λιθουανική Κυβέρνηση, οι συντακτικές αποφάσεις λαμβάνονται πράγματι στη Ρωσία, η BMA θα θεωρηθεί εγκατεστημένη στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής, μόνον εάν ένα σημαντικό τμήμα του προσωπικού της το οποίο ασχολείται με τις δραστηριότητες των υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων εργάζεται σε αυτό το κράτος μέλος.
46.
Ακόμη και αν υποτεθεί επίσης ότι, μετά τον έλεγχο αυτό, αποδειχθεί ότι τη συντακτική ευθύνη για το NTV Mir Lithuania την έχει όχι η ΒΜΑ αλλά η προαναφερθείσα στο σημείο 37 των προτάσεών μου ρωσική εταιρία και/ή ότι οι συντακτικές αποφάσεις λαμβάνονται στη Ρωσία, οπότε δεν πληρούται η σχετική με το προσωπικό προϋπόθεση του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2010/13, η ανάλυση δεν θα σταματούσε εκεί. Θα πρέπει να εξεταστούν ακόμη τα κριτήρια συνδέσεως τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής και αφορούν τη χρήση δορυφόρου ή ανερχόμενης ζεύξης προς δορυφόρο που ανήκει σε κράτος μέλος ( 30 ).
β) Ως προς το ζήτημα ότι ένα τηλεοπτικό κανάλι απευθύνεται αποκλειστικά στο κοινό συγκεκριμένου κράτους μέλους
47.
Αν και η BMA είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο του Ηνωμένου Βασιλείου, στην κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η εταιρία αυτή δήλωσε ότι το NTV Mir Lithuania απευθύνεται αποκλειστικά στο κοινό της Λιθουανίας ( 31 ). Οι διάδικοι ερωτήθηκαν από το Δικαστήριο εάν το γεγονός αυτό θέτει εν αμφιβόλω την εφαρμογή της αρχής της ελευθερίας λήψης και αναμετάδοσης, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13. Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμο να εξετάσω συνοπτικά το ζήτημα αυτό.
48.
Η οδηγία 2010/13 βασίζεται στην ελευθερία εγκαταστάσεως. Ένας πάροχος υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων είναι συνεπώς ελεύθερος να εγκατασταθεί στο κράτος μέλος της επιλογής του, ακόμη και αν δεν παρέχει υπηρεσίες στο κράτος αυτό ( 32 ). Ωστόσο, η ελευθερία αυτή, σε συνδυασμό με την αρχή της χώρας προέλευσης, δημιουργεί κίνδυνο καταχρήσεως. Πράγματι, ένας τέτοιος πάροχος, ο οποίος απευθύνει το υλικό του σε συγκεκριμένο κράτος μέλος, μπορεί να εγκατασταθεί σε άλλο κράτος μέλος με μοναδικό σκοπό να αποφύγει την εφαρμογή της αυστηρότερης νομοθεσίας του πρώτου κράτους μέλους ή τον πιο αποτελεσματικό και ενεργό έλεγχο του περιεχομένου του εν λόγω υλικού από τη ρυθμιστική αρχή του οπτικοακουστικού τομέα του κράτους αυτού ( 33 ).
49.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, ένα κράτος μέλος μπορεί να θεωρήσει ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση όταν πρόκειται για ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό που έχει εγκατασταθεί σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να παρέχει από εκεί υπηρεσίες οι οποίες απευθύνονται στην επικράτεια του πρώτου κράτους μέλους του και να αποφεύγει καταχρηστικά τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους ( 34 ).
50.
Εν προκειμένω, η Λιθουανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η BMA εγκαταστάθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να καταστρατηγήσει τη λιθουανική νομοθεσία ( 35 ). Μπορεί συνεπώς η Δημοκρατία της Λιθουανίας να επικαλεστεί τη νομολογία αυτή προκειμένου να εξομοιώσει τη BMA με εθνικό ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό και να ρυθμίσει την εταιρία αυτή ως τέτοιο οργανισμό; Όχι ακριβώς. Ακόμη και σε περίπτωση καταστρατήγησης της νομοθεσίας του, το κράτος μέλος λήψης δεν μπορεί, σύμφωνα με την οδηγία 2010/13, να απαλλαγεί εκ προοιμίου από την υποχρέωση σεβασμού της ελευθερίας λήψης και αναμετάδοσης. Ο νομοθέτης της Ένωσης έχει, αντιθέτως, κωδικοποιήσει την προαναφερθείσα νομολογία, προβλέποντας μια ειδική διαδικασία στο άρθρο 4, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας αυτής ( 36 ). Είναι ωστόσο σαφές ότι η Δημοκρατία της Λιθουανίας δεν έκανε χρήση της διαδικασίας αυτής όσον αφορά το NTV Mir Lithuania. Δεν θα επεκταθώ συνεπώς σε αυτή τη διαδικασία.
3. Ως προς τη διαπίστωση ότι ένα μέτρο όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν εμπίπτει στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13 (πρώτο ερώτημα)
51.
Με το πρώτο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13 καλύπτει αποκλειστικά τις περιπτώσεις στις οποίες το κράτος μέλος λήψης επιδιώκει να αναστείλει τη λήψη ή την αναμετάδοση υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, ή αν καλύπτει και κάθε άλλο μέτρο του πρώτου κράτους μέλους το οποίο έχει ως σκοπό να περιορίσει με άλλον τρόπο τη λήψη ή την αναμετάδοση της σχετικής υπηρεσίας. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής το μέτρο το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 33, παράγραφοι 11 και 12, σημείο 1, του νόμου για την πληροφόρηση του κοινού και συνίσταται στην επιβολή υποχρέωσης στους παρόχους υπηρεσιών διανομής τηλεοπτικών καναλιών στους Λιθουανούς καταναλωτές, να μη μεταδίδουν ή να μην αναμεταδίδουν μέσω διαδικτύου, για χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών, το πρόγραμμα συγκεκριμένου καναλιού παρά μόνο στο πλαίσιο πακέτων με πρόσθετη χρέωση.
52.
Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13, τα κράτη μέλη «εξασφαλίζουν την ελευθερία λήψεως και δεν περιορίζουν την αναμετάδοση στο έδαφός τους» υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, για λόγους που εμπίπτουν στα πεδία τα οποία διέπει η οδηγία αυτή. Η υποκίνηση μίσους, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 6 της οδηγίας, περιλαμβάνεται στους λόγους αυτούς. Ωστόσο, όσον αφορά τις τηλεοπτικές εκπομπές, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη λήψης μπορούν «προσωρινά να παρεκκλίνουν από την παράγραφο 1», υπό την επιφύλαξη της τήρησης ορισμένων ουσιαστικών ( 37 ) και διαδικαστικών ( 38 ) προϋποθέσεων.
53.
Σύμφωνα με την LRTK και τη Λιθουανική Κυβέρνηση, οι διατάξεις αυτές καλύπτουν μόνον τις περιπτώσεις στις οποίες ένα κράτος μέλος προτίθεται να αναστείλει τη λήψη ή την αναμετάδοση τηλεοπτικών εκπομπών που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος. Ένα μέτρο όπως αυτό που προβλέπεται στο άρθρο 33, παράγραφοι 11 και 12, σημείο 1, του νόμου για την πληροφόρηση του κοινού δεν εμπίπτει στις εν λόγω διατάξεις. Η ΒΜΑ και η Επιτροπή υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη. Το αιτούν δικαστήριο μάλλον συμμερίζεται την αντίθετη αυτή άποψη.
54.
Συναφώς, το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13 δεν επιτρέπει, από μόνο του, να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα. Η πρώτη παράγραφος ορίζει υποχρεώσεις για το κράτος μέλος λήψης (να «εξασφαλίζ[ει] την ελευθερία λήψεως» και να «μην περιορίζ[ει] την αναμετάδοση» για λόγους που εμπίπτουν στα πεδία τα οποία διέπει η οδηγία), ενώ η δεύτερη παράγραφος αναφέρεται αόριστα στην «παρέκκλιση» από τις υποχρεώσεις αυτές. Είναι ωστόσο δύσκολο να συναχθούν περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά τα μέτρα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω διάταξης. Ειδικότερα, δεν προκύπτει, από το γράμμα της και μόνον, τι ακριβώς σημαίνει «ελευθερία λήψεως». Εξάλλου, η λέξη «περιορίζω» μπορεί να έχει, στη καθομιλουμένη, διαφορετικές σημασίες, από την πλήρη παρεμπόδιση έως την απλή δυσχέρεια.
55.
Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13 υπό το πρίσμα του ιστορικού της θεσπίσεως της συγκεκριμένης διάταξης, καθώς και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, αλλά και των σκοπών της οδηγίας αυτής ( 39 ).
56.
Όσον αφορά το ιστορικό θεσπίσεως της εν λόγω διάταξης, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552, όπως ίσχυε αρχικώς, κατοχύρωνε, σε πρώτο στάδιο, την ελευθερία λήψης και αναμετάδοσης και όριζε, σε δεύτερο στάδιο, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το κράτος μέλος λήψης μπορούσε να «αναστέλλ[ει] προσωρινά την αναμετάδοση τηλεοπτικών εκπομπών». Η διάταξη αυτή προέβλεπε συνεπώς τη δυνατότητα για το κράτος μέλος λήψης να παύει προσωρινά την αναμετάδοση μιας τέτοιας εκπομπής στην επικράτειά του.
57.
Το περιεχόμενο αυτού του άρθρου 2, παράγραφος 2, είχε ωστόσο βρεθεί στο επίκεντρο μιας υπόθεσης που είχε λάβει δημοσιότητα και αφορούσε κυρίως το ζήτημα εάν το κράτος μέλος λήψης μπορούσε να διακόψει όχι μόνο την (καλωδιακή) αναμετάδοση μιας εκπομπής στην επικράτειά του, αλλά και την απευθείας λήψη της (μέσω δορυφόρου) ( 40 ). Η υπόθεση εκείνη αποτέλεσε το έναυσμα για να αντικαταστήσει ο νομοθέτης της Ένωσης την προαναφερθείσα διάταξη, όταν θέσπισε την οδηγία 97/36 ( 41 ), με ένα νέο άρθρο 2α, το οποίο περιέχει τη διατύπωση που διατηρείται και σήμερα στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2010/13, ότι δηλαδή το κράτος μέλος λήψης μπορεί «προσωρινά να παρεκκλίν[ει]» από την ελευθερία λήψης και αναμετάδοσης υπό την επιφύλαξη της τήρησης των προϋποθέσεων που ορίζονται στο ίδιο άρθρο. Ο σκοπός συνεπώς αυτής της αλλαγής στην ορολογία ήταν ουσιαστικά, εξ όσων γνωρίζω, να καταστεί σαφές ότι το κράτος μέλος λήψης μπορεί να λαμβάνει μέτρα ενάντια τόσο στη λήψη όσο και στην αναμετάδοση μιας εκπομπής στην επικράτειά του. Αντιθέτως, δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε την πρόθεση να επαναπροσδιορίσει τη φύση των μέτρων που καλύπτονται ( 42 ). Η αιτιολογική σκέψη 36 της οδηγίας 2010/13 εξακολουθεί εξάλλου να αναφέρεται, όπως προηγουμένως και η δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 89/552, σε «αναστολή της αναμετάδοσης» από το κράτος μέλος λήψης ( 43 ).
58.
Όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13 και τους σκοπούς αυτής, η BMA υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι, με την οδηγία, υλοποιείται η αρχή της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων. Η έννοια της παρέκκλισης από την ελευθερία λήψης και αναμετάδοσης πρέπει, συνεπώς, να ερμηνευθεί με τον ίδιο τρόπο όπως η έννοια του περιορισμού κατά το άρθρο 56 ΣΛEΕ. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η τελευταία αυτή έννοια καλύπτει τα μέτρα τα οποία απαγορεύουν, παρακωλύουν ή καθιστούν λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ( 44 ). Εν προκειμένω, το μέτρο που προβλέπεται στο άρθρο 33, παράγραφοι 11 και 12, σημείο 1, του νόμου για την πληροφόρηση του κοινού επηρεάζει, κατά την άποψή της, τόσο τους καταναλωτές όσο και τον πάροχο του επίμαχου καναλιού. Οι καταναλωτές που επιθυμούν να συνεχίσουν να παρακολουθούν το πρόγραμμα του επίμαχου καναλιού θα πρέπει να προμηθευτούν τόσο το βασικό πακέτο όσο και το πακέτο με πρόσθετη χρέωση. Η θεαματικότητα του καναλιού θα μειωθεί, κάτι το οποίο θα έχει επιπτώσεις στην κερδοφορία του. Ένα τέτοιο μέτρο συνιστά συνεπώς, κατά την BMA, περιορισμό και, κατ’ επέκταση, αποτελεί παρέκκλιση από την ελευθερία λήψης και αναμετάδοσης κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2. Η Επιτροπή συμμερίζεται, κατ’ ουσίαν, αυτή την ανάλυση.
59.
Δεν θεωρώ ότι η ως άνω προσέγγιση είναι η σωστή. Ασφαλώς, η οδηγία 2010/13 εξειδικεύει, στον τομέα των υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων, την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 56 ΣΛΕΕ ( 45 ). Ωστόσο, η δημιουργία ενός «χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα» ( 46 ) για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων υπερβαίνει κατά πολύ τα ζητήματα των οικονομικών ελευθεριών κυκλοφορίας. Πρόκειται για υπηρεσίες οι οποίες δεν είναι όπως οι άλλες. Ο ραδιοτηλεοπτικός τομέας, ειδικά, έχει θεμελιώδη σημασία για τη δημοκρατία, τον πολιτισμό και την παιδεία στα κράτη μέλη. Συνακόλουθα, μπορεί να έχει σαφή αντίκτυπο στο κοινό των κρατών αυτών ( 47 ). Το δημόσιο συμφέρον που περιβάλλει τη μετάδοση τηλεοπτικών εκπομπών έχει πολλές και ποικίλες πτυχές.
60.
Στο πλαίσιο αυτό, ο συντονισμός ο οποίος επήλθε με την οδηγία 2010/13 είναι περιορισμένης εμβέλειας. Η οδηγία αυτή, και ειδικά το άρθρο της 3, παράγραφοι 1 και 2, δεν έχει ως σκοπό να καταργήσει κάθε εμπόδιο που θα μπορούσε να παρακωλύσει τη μετάδοση του προγράμματος των καναλιών ενός τηλεοπτικού οργανισμού ή να βλάψει την κερδοφορία τους. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ελευθερία λήψης και αναμετάδοσης αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι το κράτος μέλος αναγνωρίζει την ελεγκτική αρμοδιότητα και λειτουργία που ασκεί το κράτος μέλος προέλευσης επί του περιεχομένου των τηλεοπτικών εκπομπών των οργανισμών οι οποίοι υπάγονται στη δικαιοδοσία του. Με άλλα λόγια, η ελευθερία λήψης και αναμετάδοσης εξασφαλίζει στους τηλεοπτικούς αυτούς οργανισμούς ότι οι εκπομπές των οποίων το περιεχόμενο έχει «εγκριθεί» από το κράτος μέλος προέλευσης μπορούν, κατ’ αρχήν, να μεταδοθούν ελεύθερα σε όλα τα κράτη μέλη.
61.
Υπό την έννοια αυτή, το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13 δεν επιτρέπει στο κράτος μέλος λήψης να πραγματοποιεί, για λόγους που εμπίπτουν στα πεδία τα οποία συντονίζει η οδηγία αυτή (προστασία των ανηλίκων, υποκίνηση μίσους, κ.λπ.), δεύτερο έλεγχο επί του περιεχομένου των εκπομπών που μεταδίδονται στην επικράτειά του, υποβάλλοντας αυτές σε καθεστώς χορήγησης προηγούμενης άδειας. Η εν λόγω διάταξη δεν επιτρέπει επίσης στο κράτος μέλος λήψης να απαγορεύει απλώς, για τους ίδιους λόγους, την αναμετάδοση τέτοιου περιεχομένου ( 48 ). Λαμβάνοντας τέτοιου είδους μέτρα, το κράτος μέλος λήψης παρεκκλίνει από την ελευθερία λήψης και αναμετάδοσης.
62.
Αντιθέτως, η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση μέτρων τα οποία ενδέχεται να λάβει το κράτος μέλος λήψης σχετικά με τηλεοπτική εκπομπή βασιζόμενο σε ρύθμιση που δεν έχει ως αντικείμενο την ίδια τη μετάδοση τηλεοπτικών εκπομπών και τα οποία, παρότι επιδιώκουν σκοπούς σχετικούς με τους τομείς που συντονίζει η οδηγία, δεν έχουν ως αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η «καθ’ εαυτήν» αναμετάδοση (ή λήψη) της αντίστοιχης εκπομπής στην επικράτειά του ( 49 ).
63.
Η απόφαση Mesopotamia Broadcast και Roj TV ( 50 ) αποτελεί ένα καλό παράδειγμα. Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση εκείνη, οι γερμανικές αρχές, στηριζόμενες στη γερμανική νομοθεσία περί σωματείων, έλαβαν κατά των Mesopotamia Broadcast και Roj TV, που υπάγονταν στη δικαιοδοσία της Δανίας, απόφαση απαγόρευσης δραστηριοτήτων στη γερμανική επικράτεια για λόγους σχετικούς με την υποκίνηση μίσους. Στην πράξη, απαγορεύτηκαν στη Γερμανία όλες οι δραστηριότητες αυτού του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού (όπως η παραγωγή εκπομπών, οι προβολές σε δημόσιο χώρο, οι δραστηριότητες χορηγίας κ.λπ.). Το Δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι η οδηγία 89/552 δεν διέπει εξαντλητικά τους τομείς που άπτονται της δημόσιας τάξεως, των χρηστών ηθών ή της δημόσιας ασφάλειας, οι εν εθνικές αρχές παρέμεναν ελεύθερες να εφαρμόσουν μια τέτοια ρύθμιση (η οποία δεν είχε ως αντικείμενο την ίδια τη μετάδοση τηλεοπτικών εκπομπών) ως προς τις δραστηριότητες της Mesopotamia Broadcast και της Roj TV, αρκεί αυτή να μην είχε ως αποτέλεσμα να παρεμποδίζει την καθ’ εαυτήν αναμετάδοση των εκπομπών της Roj TV.
64.
Υπό το πρίσμα της προαναφερθείσας νομολογίας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι ένα μέτρο όπως αυτό που προβλέπεται στο άρθρο 33, παράγραφοι 11 και 12, σημείο 1, του νόμου για την πληροφόρηση του κοινού δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13.
65.
Τούτο διότι, αφενός, η ρύθμιση αυτή δεν έχει ως αντικείμενο τις τηλεοπτικές μεταδόσεις (ούτε την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων γενικά). Όπως υπενθυμίζεται στο σημείο 38 των προτάσεών μου, το δίκαιο της Ένωσης κάνει μια διάκριση μεταξύ της παροχής περιεχομένου, η οποία συνεπάγεται μια συντακτική ευθύνη, και της μετάδοσης αυτού. Συναφώς, όπως προκύπτει από το άρθρο 33, παράγραφος 11, του νόμου για την πληροφόρηση του κοινού, το μέτρο που προβλέπεται στη διάταξη αυτή αφορά τους φορείς που παρέχουν στους Λιθουανούς καταναλωτές υπηρεσίες μετάδοσης εκπομπών μέσω πακέτων τηλεοπτικών προγραμμάτων. Δεν αφορά το περιεχόμενο των τηλεοπτικών εκπομπών, αλλά τη διανομή του στο κοινό. Η ρύθμιση αυτή επιβάλλει, κατ’ ουσίαν, απαιτήσεις όσον αφορά τη σύνθεση των πακέτων. Η προσφορά όμως τέτοιων πακέτων στους καταναλωτές, κατά το μέτρο που δεν συνεπάγεται την ανάληψη συντακτικής ευθύνης όσον αφορά τα διανεμόμενα κανάλια, δεν εμπίπτει στην οδηγία 2010/13 ( 51 ), όπως υπογραμμίζει ορθά η LRTK.
66.
Αφετέρου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, κατά τη γνώμη μου, ότι το μέτρο που προβλέπεται στο άρθρο 33, παράγραφοι 11 και 12, σημείο 1, του νόμου για την πληροφόρηση του κοινού έχει ως αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η καθ’ εαυτήν αναμετάδοση (ή λήψη) του προγράμματος του επίμαχου καναλιού. Πράγματι, το καθοριστικό κριτήριο ως προς το ζήτημα αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το αν, παρά το μέτρο που έλαβε το κράτος μέλος λήψης, η επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή μπορεί ακόμη να μεταδοθεί νόμιμα και εάν παραμένει νόμιμα προσβάσιμη από τους καταναλωτές στο εσωτερικό του ( 52 ). Υπό αυτή την έννοια, το κράτος μέλος λήψης εμποδίζει αυτή καθ’ εαυτήν τη λήψη ή την αναμετάδοση όταν αναστέλλει την αναμετάδοση του προγράμματος ενός καναλιού σε ένα καλωδιακό δίκτυο ή όταν απαγορεύει την πώληση αποκωδικοποιητή που είναι απαραίτητος για την παρακολούθηση του προγράμματος ενός καναλιού του οποίου η λήψη γίνεται μέσω δορυφόρου ( 53 ). Τότε, το πρόγραμμα του καναλιού δεν μπορεί πλέον να αναμεταδοθεί νόμιμα και ο ενδιαφερόμενος τηλεθεατής δεν μπορεί νόμιμα να το παρακολουθήσει.
67.
Αντιθέτως, είναι εντελώς διαφορετική, κατά τη γνώμη μου, η περίπτωση στην οποία ένα κράτος μέλος ρυθμίζει, θέτοντας ορισμένες προϋποθέσεις, τη διανομή των τηλεοπτικών καναλιών και την πρόσβαση στο πρόγραμμά τους. Το κράτος μέλος λήψης μπορεί να απαιτήσει από τους διανομείς των καναλιών να οργανώνουν τις προσφορές τους κατά τρόπο τέτοιον ώστε, για παράδειγμα, τα κανάλια πορνογραφικού περιεχομένου να περιλαμβάνονται αποκλειστικά σε συγκεκριμένα πακέτα, υποκείμενα σε ιδιαίτερους όρους ( 54 ), να περιορίσει τη διαφήμιση για αυτού του είδους τα κανάλια ή ακόμη και να απαγορεύσει την παρακολούθησή τους σε δημόσιους χώρους. Βέβαια, οι προϋποθέσεις αυτές περιορίζουν, σε ορισμένο βαθμό, την πρόσβαση στο πρόγραμμα τέτοιων καναλιών. Αυτός είναι άλλωστε και ο σκοπός τους. Ωστόσο, αυτές οι προϋποθέσεις διανομής δεν περιορίζουν, κατά τη γνώμη μου, καθ’ εαυτήν τη λήψη και την αναμετάδοση του προγράμματος των ως άνω τηλεοπτικών καναλιών. Οι διανομείς παραμένουν ελεύθεροι να λαμβάνουν το σήμα των καναλιών αυτών, να τα συμπεριλαμβάνουν στις προσφορές τους και να αναμεταδίδουν τις προσφορές τους. Οι καταναλωτές μπορούν επίσης να έχουν πρόσβαση στα κανάλια αυτά. Εν προκειμένω, οι Λιθουανοί τηλεθεατές μπορούν ακόμη να παρακολουθήσουν το πρόγραμμα του καναλιού NTV Mir Lithuania νόμιμα, εφόσον αποκτήσουν συνδρομή στο κατάλληλο πακέτο.
68.
Βέβαια, οι ίδιες αυτές προϋποθέσεις διανομής και πρόσβασης δεν πρέπει να στερούν από το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13 την πρακτική του αποτελεσματικότητα. Τούτο θα συνέβαινε εάν οι προϋποθέσεις αυτές ευνοούσαν τη μετάδοση εθνικών εκπομπών ή εάν ήταν τέτοιας έκτασης ώστε, στην πράξη, καθιστούσαν εξαιρετικά δυσχερή τη μετάδοση και την πρόσβαση σε τηλεοπτική εκπομπή που προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει εν προκειμένω ( 55 ).
69.
Η αντίθετη ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται κατ’ αρχήν στο κράτος μέλος λήψης να επιβάλει, για λόγους όπως η προστασία των ανηλίκων ή η απαγόρευση της υποκίνησης μίσους, κανόνες που διέπουν τη διανομή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων θα έβαινε πέραν της λογικής της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ του κράτους μέλους προέλευσης και του κράτους μέλους λήψης. Ο τρόπος με τον οποίο οι διανομείς διαμορφώνουν τις προσφορές των πακέτων προς τους καταναλωτές του δεύτερου κράτους αποτελεί ζήτημα το οποίο, εξ ορισμού, δεν μπορεί να ελεγχθεί από το πρώτο κράτος.
70.
Ακόμη ένα στοιχείο του γενικότερου πλαισίου πρέπει να υπογραμμιστεί. Όλοι γνωρίζουν ότι οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2010/13 ( 56 ) είναι ιδιαίτερα αυστηρές. Η αυστηρότητα αυτή δικαιολογείται, κατά τη γνώμη μου, δεδομένης της σοβαρότητας της προσβολής που συνιστά για την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων η αναστολή μιας τέτοιας υπηρεσίας. Οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι αποτέλεσμα μιας αφηρημένης στάθμισης μεταξύ, αφενός, της ελευθερίας λήψης και αναμετάδοσης, η οποία συνιστά συγκεκριμένη έκφανση της ελευθερίας έκφρασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, και, αφετέρου, ορισμένων λόγων δημοσίου συμφέροντος τους οποίους μπορούν να επικαλεστούν τα κράτη μέλη. Η σοβαρότητα αυτή καθιστά αναγκαία, ως αντιστάθμισμα, την πρόβλεψη αυστηρών προϋποθέσεων ( 57 ). Αντιθέτως, όπως επισημαίνει η LRTK, η υποχρέωση να μεταφερθεί ένα συγκεκριμένο κανάλι σε πακέτα τηλεοπτικών προγραμμάτων που είναι διαθέσιμα έναντι πρόσθετης χρέωσης συνιστά, όσον αφορά τη μετάδοση του προγράμματός του, μέτρο σαφώς λιγότερο περιοριστικό σε σχέση με την αναστολή. Η εφαρμογή των ίδιων προϋποθέσεων σε ένα τέτοιο μέτρο θα ήταν δυσανάλογη και ακατάλληλη.
71.
Η ερμηνεία που προτείνω δεν αναιρείται, κατά τη γνώμη μου, από το επιχείρημα της BMA ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2010/13 πρέπει να ερμηνεύεται στενά καθώς συνιστά παρέκκλιση από την ελευθερία λήψης και αναμετάδοσης την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 3, παράγραφος 1 της ίδιας οδηγίας ( 58 ).
72.
Πράγματι, όπως προανέφερα, η ελευθερία λήψης και αναμετάδοσης εξασφαλίζει στους τηλεοπτικούς οργανισμούς ότι οι εκπομπές που έχουν εγκριθεί από το κράτος μέλος προέλευσης μπορούν, κατ’ αρχήν, να μεταδοθούν νομίμως στην επικράτεια όλων των κρατών μελών. Σκοπός της ελευθερίας αυτής δεν είναι η κατάργηση κάθε εμποδίου που θα μπορούσε να παρακωλύσει τη μετάδοση του προγράμματος των καναλιών ενός τηλεοπτικού οργανισμού ή να βλάψει την κερδοφορία τους, όπως είναι οι προϋποθέσεις διανομής. Δεν προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει διασταλτικά μια παρέκκλιση, αλλά να αποδώσει στην ίδια την αρχή την ορθή της σημασία.
73.
Επισημαίνω, επιπλέον, ότι το επίμαχο μέτρο στην απόφαση Mesopotamia Broadcast και Roj TV ( 59 ), το οποίο συνίστατο στην πλήρη απαγόρευση δραστηριοτήτων, μπορούσε να παρεμποδίσει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τη δραστηριότητα του αντίστοιχου τηλεοπτικού οργανισμού σε σχέση με τον επίμαχο στην παρούσα υπόθεση κανόνα για τη σύνθεση των πακέτων. Στην υπόθεση εκείνη η Γερμανική Κυβέρνηση είχε πράξει ό,τι ήταν τεχνικώς δυνατό για να εμποδίσει τη διάδοση από το Roj TV υλικού που υποκινούσε μίσος. Θα ήταν συνεπώς παράδοξο, κατά τη γνώμη μου, να κριθεί παράνομη η υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 33, παράγραφοι 11 και 12, σημείο 1, του νόμου για την πληροφόρηση του κοινού ενώ έχει γίνει δεκτό το επίμαχο μέτρο στην υπόθεση εκείνη. Η υποχρέωση αυτή διασφαλίζει συμφέροντα ανάλογα με εκείνα που εξυπηρετούσε το μέτρο εκείνο, αλλά κατά τρόπο λιγότερο επεμβατικό.
74.
Κατά τα λοιπά, η ερμηνεία που προτείνω δεν ισοδυναμεί με εν λευκώ εξουσιοδότηση προς το κράτος μέλος λήψης. Μολονότι ένα μέτρο όπως αυτό που προβλέπεται στο άρθρο 33, παράγραφοι 11 και 12, σημείο 1, του νόμου για την πληροφόρηση του κοινού δεν καλύπτεται, κατά τη γνώμη μου, από το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13, εξακολουθεί ωστόσο να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 56 ΣΛΕΕ ( 60 ). Όπως προανέφερα, το μέτρο αυτό μπορεί να συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Ωστόσο, ο περιορισμός αυτός μπορεί να δικαιολογηθεί.
75.
Πράγματι, το επίμαχο μέτρο δεν εισάγει καμία άμεση ή έμμεση διάκριση υπέρ του περιεχομένου από εθνικούς φορείς και επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος. Εκτιμώ επίσης ότι πληροί το κριτήριο αναλογικότητας ( 61 ). Οι λιθουανικές αρχές δεν απαγόρευσαν πλήρως την πρόσβαση στο πρόγραμμα του καναλιού NTV Mir Lithuania, αλλά αρκέστηκαν στο να περιορίσουν την τηλεθέασή του. Στο πλαίσιο αυτό, δεδομένου ότι η παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ελευθερία έκφρασης, η επίμαχη εθνική ρύθμιση πρέπει, προκειμένου να συμβατή με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, να είναι επίσης συμβατή με τα θεμελιώδη δικαιώματα των οποίων την τήρηση διασφαλίζει το Δικαστήριο ( 62 ), και ειδικά με το άρθρο 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και σε αυτή την περίπτωση ωστόσο, η ελευθερία έκφρασης δεν αποτελεί ένα απόλυτο προνόμιο και τα κριτήρια δικαιολόγησης και αναλογικότητας βαρύνουν υπέρ των λιθουανικών αρχών ( 63 ).
76.
Συναφώς, δεν μπορεί να μην ληφθεί υπόψη το υπόβαθρο της παρούσας υπόθεσης. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έδωσαν η LRTK και η Λιθουανική Κυβέρνηση, το άρθρο 33, παράγραφοι 11 και 12, σημείο 1, του νόμου για την πληροφόρηση του κοινού θεσπίστηκε για τη προστασία της ασφαλούς ροής των πληροφοριών στη Λιθουανία και για να αντιμετωπιστεί άμεσα ( 64 ) στη ρωσική προπαγάνδα, στο πλαίσιο του πολέμου πληροφόρησης που υφίστανται οι χώρες της Βαλτικής λόγω της γεωπολιτικής τους θέσης. Τα ίδια τα θεσμικά όργανα της Ένωσης έχουν διαπιστώσει ότι διαδίδονται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, εις βάρος των χωρών της Βαλτικής, ψευδείς ειδήσεις οι οποίες απευθύνονται στοχευμένα στις ρωσόφωνες μειονότητές τους, με απώτερο στόχο να απαξιωθούν τα κράτη αυτά, να υπονομευθεί και να αποσαθρωθεί το ευρωπαϊκό αφήγημα που βασίζεται στις δημοκρατικές αξίες, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου και, γενικότερα, να προκληθεί πολιτική, οικονομική και κοινωνική αποσταθεροποίηση σε αυτά τα κράτη ( 65 ). Λαμβανόμενης υπόψη της ιδιαίτερα σημαντικής επιρροής της τηλεόρασης στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, η αντίδραση του Λιθουανού νομοθέτη φαίνεται απόλυτα εύλογη.
77.
Βάσει όλων των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν καλύπτει μέτρο που έχει ληφθεί από το κράτος μέλος λήψης του προγράμματος τηλεοπτικού καναλιού προερχόμενου από άλλο κράτος μέλος και συνίσταται στην επιβολή υποχρέωσης, στους φορείς που παρέχουν υπηρεσίες διανομής τηλεοπτικών καναλιών στους καταναλωτές του πρώτου κράτους, να μη μεταδίδουν ή να μην αναμεταδίδουν το πρόγραμμα του επίμαχου καναλιού παρά μόνο στο πλαίσιο πακέτων επί πληρωμή ή με πρόσθετη χρέωση, η οποία δεν περιλαμβάνεται στην τιμή του βασικού πακέτου.
4. Επικουρικώς: επί της υποχρέωσης του κράτους μέλους λήψης να τηρεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2010/13 (δεύτερο ερώτημα)
78.
Αν υποτεθεί, σε αντίθεση με ό,τι προτείνω, ότι το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει ένα μέτρο όπως αυτό που προβλέπεται στο άρθρο 33, παράγραφοι 11 και 12, σημείο 1, του νόμου για την πληροφόρηση του κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί, με το δεύτερο ερώτημα, εάν, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, το εν λόγω μέτρο μπορεί να ληφθεί χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο ίδιο άρθρο 3, παράγραφος 2.
79.
Θεωρώ ότι δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι, στο σύστημα που θεσπίζει η οδηγία 2010/13, το κράτος μέλος λήψης το οποίο προτίθεται να λάβει, έναντι υπηρεσίας οπτικοακουστικών μέσων η οποία προέρχεται από άλλο κράτος μέλος, μέτρο το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής, οφείλει να τηρεί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην εν λόγω παράγραφο 2 ( 66 ).
80.
Βέβαια, όπως προκύπτει από το άρθρο της 4, παράγραφος 1, η οδηγία 2010/13 θέτει τις ελάχιστες απαιτήσεις. Τα κράτη μέλη μπορούν συνεπώς να προβλέπουν λεπτομερέστερους ή αυστηρότερους κανόνες από εκείνους που προβλέπει η οδηγία. Ωστόσο, η ευχέρεια αυτή παρέχεται στα κράτη μέλη αποκλειστικά για τους τηλεοπτικούς οργανισμούς οι οποίοι υπάγονται στη δικαιοδοσία τους. Με άλλα λόγια, το κράτος μέλος μετάδοσης μπορεί να υπερβεί τις απαιτήσεις της οδηγίας, αλλά όχι το κράτος μέλος λήψης ( 67 ).
81.
Μένει ακόμη να διευκρινιστεί εάν το κράτος μέλος λήψης μπορεί να επικαλεστεί το πρωτογενές δίκαιο για να δικαιολογήσει τη λήψη ενός μέτρου το οποίο δεν πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2010/13. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 52 ΣΛΕΕ προβλέπει δικαιολογητικούς λόγους που άπτονται, κυρίως, της δημοσίας τάξεως, της δημοσίας ασφαλείας και της δημοσίας υγείας, τους οποίους μπορεί να επικαλεστούν τα κράτη μέλη, καθώς οι λόγοι αυτοί ισχύουν για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών δυνάμει της παραπομπής του άρθρου 62 ΣΛΕΕ. Επισημαίνω ότι το Δικαστήριο δεν έχει ακόμη λάβει θέση επί του ζητήματος αυτού ( 68 ).
82.
Κατά τη γνώμη μου, όπως υποστήριξε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εάν υποτεθεί ότι ένα συγκεκριμένο μέτρο εμπίπτει στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13, και εφόσον το ίδιο μέτρο βασίζεται σε λόγο ο οποίος εμπίπτει στα πεδία που συντονίζει η ίδια οδηγία, τότε το κράτος μέλος λήψης δεν μπορεί να επικαλεστεί το πρωτογενές δίκαιο προκειμένου να ενεργήσει πέραν των όσων επιτρέπει η εν λόγω διάταξη.
83.
Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ευχέρεια που παρέχεται στα κράτη μέλη να επικαλούνται τους δικαιολογητικούς λόγους που προβλέπει η Συνθήκη ΛΕΕ τους αναγνωρίζεται μόνο ελλείψει εναρμονίσεως των εφαρμοστέων κανόνων ( 69 ). Ένα μέτρο το οποίο απαγορεύεται από μια οδηγία η οποία θέτει σε εφαρμογή την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί δυνάμει του πρωτογενούς δικαίου. Το Δικαστήριο κρίνει ότι, όταν ο νομοθέτης της Ένωσης θεσπίζει μια πράξη παράγωγου δικαίου η οποία εξειδικεύει μια ελευθερία κυκλοφορίας την οποία εγγυάται η Συνθήκη ΛΕΕ ( 70 ), τότε μπορεί να περιορίζει τη δυνατότητα επίκλησης των δικαιολογητικών αυτών λόγων ( 71 ).
V. Πρόταση
84.
Βάσει όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Vilniaus apygardos administracinis teismas (διοικητικού πρωτοδικείου του Βίλνιους, Λιθουανία) ως εξής:
Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2010, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων (οδηγία «Υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων»), πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν καλύπτει μέτρο που έχει ληφθεί από το κράτος μέλος λήψης του προγράμματος τηλεοπτικού καναλιού προερχόμενου από άλλο κράτος μέλος και συνίσταται στην επιβολή υποχρέωσης, στους φορείς που παρέχουν υπηρεσίες διανομής τηλεοπτικών καναλιών στους καταναλωτές του πρώτου κράτους, να μη μεταδίδουν ή να μην αναμεταδίδουν το πρόγραμμα του επίμαχου καναλιού παρά μόνο στο πλαίσιο πακέτων επί πληρωμή ή με πρόσθετη χρέωση, η οποία δεν περιλαμβάνεται στην τιμή του βασικού πακέτου.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2010, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων (ΕΕ 2010, L 95, σ. 1).
( 3 ) Πρβλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Persidera (C‑112/16, EU:C:2017:597, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 4 ) Πρβλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 10ης Ιουνίου 2011, Mohammad Imran (C‑155/11 PPU, EU:C:2011:387, σκέψεις 17 και 18), καθώς και τις αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 1998, Djabali (C‑314/96, EU:C:1998:104, σκέψεις 20 και 21), και της 20ής Ιανουαρίου 2005, García Blanco (C‑225/02, EU:C:2005:34, σκέψεις 29 έως 31).
( 5 ) Δεν πρέπει να συγχέεται η εκ μέρους διοικητικής αρχής τροποποίηση ή η ανάκληση μιας διοικητικής πράξης, η οποία δεν συνιστά αναγνώριση της έλλειψης νομιμότητάς της και παράγει αποτελέσματα ex nunc, με την ακύρωσή της με δικαστική απόφαση, δυνάμει της οποίας η ακυρωθείσα πράξη εξαλείφεται αναδρομικά από την έννομη τάξη και θεωρείται ως μηδέποτε υπάρξασα. Πρβλ. απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑239/12 P, EU:C:2013:331, σκέψη 68).
( 6 ) Η BMA υποστηρίζει ότι τα διαφημιστικά της έσοδα μειώθηκαν εξαιτίας της επίδικης απόφασης.
( 7 ) Πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑239/12 P, EU:C:2013:331, σκέψεις 61 και 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 8 ) Πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, Society for the Protection of Unborn Children Ireland (C‑159/90, EU:C:1991:378, σκέψη 15 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 9 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΕΕ 1989, L 298, σ. 23), λεγόμενη και «οδηγία για την τηλεόραση χωρίς σύνορα». Το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής περιοριζόταν αρχικά στις τηλεοπτικές εκπομπές. Στη συνέχεια επεκτάθηκε στις υπηρεσίες παρακολούθησης προγραμμάτων κατά παραγγελία οι οποίες παρέχονται κυρίως μέσω του διαδικτύου. Οι διάφορες αυτές υπηρεσίες έχουν πλέον ομαδοποιηθεί υπό την ονομασία «υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων».
( 10 ) Αιτιολογική σκέψη 104 της οδηγίας 2010/13. Η ίδια ιδέα εκφράζεται επίσης στην αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας αυτής, όσον αφορά τις τηλεοπτικές εκπομπές, με τον όρο «ελεύθερη κυκλοφορία […] των τηλεοπτικών προγραμμάτων». Οι τηλεοπτικές εκπομπές αποτελούν επίσης αντικείμενο της ευρωπαϊκής σύμβασης για τη διασυνοριακή τηλεόραση, η οποία υπεγράφη στο Στρασβούργο στις 5 Μαΐου 1989, και στην οποία έχουν προσχωρήσει 20 κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων και η Λιθουανία. Υπενθυμίζεται ότι οι εργασίες για την προαναφερθείσα σύμβαση είχαν διεξαχθεί παράλληλα με τις αντίστοιχες για την οδηγία 89/552 ώστε οι δύο αυτές πράξεις να αποτελέσουν παράλληλες ρυθμίσεις, οι οποίες επιδιώκουν παρόμοιους στόχους και βασίζονται σε ίδιου τύπου κανόνες.
( 11 ) Οι ίδιες απαιτήσεις ισχύουν για τη διαφήμιση, τη χορηγία, την τηλεαγορά, την προστασία των ανηλίκων, την προώθηση ευρωπαϊκών έργων και την πρόσβαση σε πληροφορίες για γεγονότα μείζονος σημασίας για την κοινωνία.
( 12 ) Από τις αιτιολογικές σκέψεις 33 και 34 της οδηγίας 2010/13 προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης έκρινε την αρχή αυτή απαραίτητη για τη δημιουργία μίας εσωτερικής αγοράς για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων και τούτο, κυρίως, προκειμένου να εξασφαλίζεται ασφάλεια δικαίου για τους παρόχους των υπηρεσιών αυτών αλλά και για να εξασφαλίζεται η πολυφωνία των μέσων σε ολόκληρη την Ένωση. Από την αιτιολογική σκέψη 36 της οδηγίας αυτής προκύπτει εξάλλου ότι ο νομοθέτης της Ένωσης έκρινε ότι ο έλεγχος του κράτους μέλους προέλευσης είναι, καταρχήν, επαρκής για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με τις ελάχιστες απαιτήσεις που επιβάλλει η οδηγία.
( 13 ) Πρβλ. σημείο 52 των προτάσεών μου.
( 14 ) Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, ένα πακέτο τηλεοπτικών προγραμμάτων είναι μια δέσμη τηλεοπτικών προγραμμάτων την οποία έχει συνθέσει και προσφέρει στους καταναλωτές τηλεοπτικός οργανισμός και/η οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που παρέχει στους καταναλωτές υπηρεσίες διανομής τηλεοπτικών καναλιών ή εκπομπών μέσω του διαδικτύου. Ένα βασικό πακέτο είναι ένα τέτοιο πακέτο τηλεοπτικών προγραμμάτων το οποίο διατίθεται έναντι προκαθορισμένης χρεώσεως σε όλους τους καταναλωτές των υπηρεσιών αυτών. Ένα πακέτο με πρόσθετη χρέωση είναι ένα πακέτο τηλεοπτικών προγραμμάτων το οποίο διατίθεται στους καταναλωτές έναντι πρόσθετης χρεώσεως που δεν υπολογίζεται στην τιμή του βασικού πακέτου.
( 15 ) Η LRTK ανέφερε, στις παρατηρήσεις της, ότι το επίμαχο πρόγραμμα «περιείχε ψευδείς πληροφορίες οι οποίες προκαλούσαν εχθρότητα και εθνικό μίσος έναντι των χωρών της Βαλτικής, όσον αφορά τη συνέργεια Λιθουανών και Λεττονών κατά το Ολοκαύτωμα καθώς, και την υποτιθέμενη εθνικιστική και νεοναζιστική εσωτερική πολιτική των χωρών της Βαλτικής η οποία συνιστά απειλή για τη ρωσική εθνική μειονότητα που κατοικεί στην επικράτειά τους». Σύμφωνα με την LRTK, το πρόγραμμα αυτό απευθυνόταν «στοχευμένα στη ρωσόφωνη μειονότητα της Λιθουανίας» και στόχευε, μέσω διαφόρων τεχνικών προπαγάνδας, «να επηρεάσει, με τρόπο αρνητικό και υπαινικτικό, τη γνώμη αυτής της κοινωνικής ομάδας όσον αφορά την εσωτερική και εξωτερική πολιτική της Λιθουανίας, της Λεττονίας και της Εσθονίας, να οξύνει τις κοινωνικές διαιρέσεις και την πόλωση, να τονίσει την ένταση που δημιουργήθηκε στην περιοχή της ανατολικής Ευρώπης από τις δυτικές χώρες καθώς και τον ρόλο της Ρωσίας ως θύματος». Θα επανέλθω στο συγκεκριμένο ζήτημα στο σημείο 76 των προτάσεών μου.
( 16 ) Η Επιτροπή διευκρίνισε, με τις παρατηρήσεις της, ότι η LRTK ερμήνευσε την έννοια αυτή υπό το πρίσμα της απόφασης της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, Mesopotamia Broadcast και Roj TV (C‑244/10 και C‑245/10, EU:C:2011:607, σκέψεις 41 έως 44). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι εμπίπτουν στην έννοια «παρότρυνση σε μίσος» [«πρόκληση μίσους»], κατά την οδηγία 89/552, τα μηνύματα τα οποία συμβάλλουν στην υποδαύλιση των βίαιων συγκρούσεων μεταξύ ατόμων από διαφορετικές εθνότητες ή κοινότητες που ζουν στο ίδιο κράτος και στην όξυνση των εντάσεων μεταξύ αυτών, και υπονομεύουν, επομένως, την αμοιβαία κατανόηση μεταξύ των λαών. Με απόλυτους όρους, δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί το όριο πέραν του οποίου η μεροληπτική και αθέμιτη [κακόπιστη] παρουσίαση ιστορικών γεγονότων ή της επικαιρότητας εμπίπτει στην πρόκληση μίσους. Αυτό υπερβαίνει ωστόσο το αντικείμενο των προτάσεών μου.
( 17 ) Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 6, και αιτιολογική σκέψη 39 της οδηγίας 2010/13, τα οποία ορίζουν ότι η οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται στις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων που απευθύνονται αποκλειστικά προς τρίτες χώρες και των οποίων δεν γίνεται άμεση ή έμμεση λήψη με συνήθη καταναλωτικό εξοπλισμό από το κοινό σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη.
( 18 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 54 της οδηγίας 2010/13.
( 19 ) Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2010/13.
( 20 ) Ο όρος «ανερχόμενη ζεύξη» ή uplink αναφέρεται στη μετάδοση σήματος μεταξύ ενός σταθμού στο έδαφος και ενός δορυφόρου, σε αντίθεση με την «κατερχόμενη ζεύξη» ή downlink, η οποία συνίσταται στη μετάδοση σήματος από δορυφόρο προς το έδαφος.
( 21 ) Πρέπει εδώ να υπενθυμίσω ένα στοιχείο του γενικότερου πλαισίου. Ο πληθυσμός των χωρών της Βαλτικής (Εσθονία, Λεττονία και Λιθουανία) περιλαμβάνει μία μεγάλη ρωσόφωνη μειονότητα, η οποία προέρχεται από τη σημαντική μετανάστευση που γνώρισαν τα κράτη αυτά την περίοδο της ΕΣΣΔ και από την υποχρεωτική κατά την ίδια περίοδο χρήση της ρωσικής γλώσσας. Σε κάθε ένα από τα κράτη αυτή συνυπάρχουν συνεπώς δύο γλωσσικές κοινότητες. Οι εθνικοί τηλεοπτικοί οργανισμοί μεταδίδουν τα προγράμματά τους στην επίσημη γλώσσα του κάθε κράτους, ενώ οι δορυφορικές και καλωδιακές τεχνολογίες καθιστούν δυνατή τη μετάδοση προς τη ρωσόφωνη μειονότητα ρωσικών τηλεοπτικών σταθμών. Βλ, μεταξύ άλλων, Jõesaar, A., «One Country, Two Polarised Audiences: Estonia and the Deficiency of the Audiovisual Media Services Directive», Media and Communication, 2015, τόμος 3, αριθ. 4.
( 22 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 33).
( 23 ) Βλ. τον ορισμό του όρου «υπηρεσία οπτικοακουστικών μέσων» στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i), της οδηγίας 2010/13, και εκείνον του όρου «πάροχος υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων» στην ίδια παράγραφο 1, στοιχείο δʹ, την αιτιολογική σκέψη 26 της ίδιας οδηγίας, καθώς και τον ορισμό της έννοιας «υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών» στο άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2002/21.
( 24 ) Για να είμαι σαφής, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13 αφορά την αναμετάδοση μόνον ως τρόπο παροχής των υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων. Η οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται στις υπηρεσίες αναμετάδοσης αυτές καθαυτές. Η οδηγία ρυθμίζει το περιεχόμενο που μεταδίδεται, όχι τον τρόπο μετάδοσής του.
( 25 ) Υπενθυμίζεται ότι η οδηγία 2010/13 δεν εναρμονίζει τις εγκρίσεις ή τις άδειες που παραχωρούν τα κράτη μέλη τα οποία θεωρούν εαυτό αρμόδιο για τη ρύθμιση, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, τις ίδιας οδηγίας, των υπηρεσιών ενός παρόχου υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων. Συνεπώς, η άδεια την οποία η BMA έχει λάβει από την OFCOM δεν έχει από μόνη της καμία αξία όσον αφορά το δίκαιο της Ένωσης.
( 26 ) Αυτό θα συνέβαινε, για παράδειγμα, εάν ένα κράτος μέλος έκρινε, με βάση το εθνικό του δίκαιο, ότι την ευθύνη για συγκεκριμένο περιεχόμενο την έχει ένας πάροχος εγκατεστημένος στην επικράτειά του, ενώ ένα άλλο κράτος μέλος έκρινε, βάσει των δικών του κανόνων, ότι την ευθύνη αυτή την έχει ένας άλλος πάροχος ο οποίος υπάγεται στη δική του δικαιοδοσία.
( 27 ) Βλ., αναφορικά με αυτόν τον ορισμό, Schulz, W., Heilmann, S., «La responsabilité éditoriale – Notes sur un concept clé de la règlementation des services de médias audiovisuels», IRIS Spécial: La responsabilité éditoriale, Observatoire européen de l’audiovisuel, Στρασβούργο, 2008, σ. 17.
( 28 ) Βλ., ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, το έγγραφο του Συμβουλίου της Ευρώπης με τίτλο Recommendation CM/Rec(2011)7 of the Committee of Ministers to member states on a new notion of media, που ψηφίστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, σημεία 29 έως 36, ιδίως σημείο 34.
( 29 ) Στην οδηγία 2013/10 χρησιμοποιούνται εναλλάξ οι όροι «συντακτική ευθύνη» και «συντακτικές αποφάσεις». Δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, λόγος διάκρισης μεταξύ των εννοιών. Για να καθοριστεί το τι συνιστά «συντακτική απόφαση» πρέπει να χρησιμοποιηθούν τα κριτήρια που χαρακτηρίζουν τη συντακτική ευθύνη.
( 30 ) Εν προκειμένω, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η BMA κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το κανάλι NTV Mir Lithuania μεταδίδεται μέσω δορυφόρου σε σταθμό μετάδοσης που βρίσκεται στη Λεττονία (downlink), ο οποίος αναμεταδίδει το σήμα σε φορείς εκμετάλλευσης καλωδιακού δικτύου στη Λιθουανία, οι οποίοι, με τη σειρά τους, αναμεταδίδουν το κανάλι αυτό στους Λιθουανούς τηλεθεατές. Σύμφωνα με τη Λιθουανική Κυβέρνηση, ο εν λόγω δορυφόρος δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του Ηνωμένου Βασιλείου ενώ ούτε η ανερχόμενη ζεύξη (uplink) προς αυτόν βρίσκεται εντός της επικράτειας αυτού του κράτους μέλους. Πρόκειται στην πραγματικότητα για έναν ρωσικό δορυφόρο και η ανερχόμενη αυτή ζεύξη βρίσκεται εκτός της Ένωσης.
( 31 ) Η BMA σημείωσε ωστόσο ότι οποιοσδήποτε μπορεί να παρακολουθήσει το πρόγραμμα του καναλιού, μέσω διαδικτύου, και σε άλλα κράτη μέλη. Εν πάση περιπτώσει, τούτο δεν αναιρεί το γεγονός ότι το κανάλι απευθύνεται στο λιθουανικό κοινό.
( 32 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 40 της οδηγίας 2010/13.
( 33 ) Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, και χωρίς να θέλω σε καμία περίπτωση να αμφισβητήσω την ικανότητα εποπτείας της OFCOM (αρχή η οποία, αντιθέτως, έχει επιβάλει πολλές φορές κυρώσεις στην BMA για τα προγράμματα που προβάλλει στο κανάλι NTV Mir Lithuania), επισημαίνω ότι ο έλεγχος ενός τέτοιου καναλιού, το οποίο μεταδίδεται κατά κύριο λόγο στη ρωσική γλώσσα, φαίνεται να είναι ευκολότερος για την LRTK από ό,τι για την OFCOM. Εν προκειμένω, η OFCOM μπόρεσε να ελέγξει το επίμαχο πρόγραμμα μόνον αφού έλαβε τη μετάφραση στην αγγλική γλώσσα ολόκληρου του προγράμματος. Ενώ για την πρώτη αρχή το περιεχόμενο του προγράμματος αυτού ενέπιπτε στην έννοια της υποκίνησης μίσους, λαμβανομένης υπόψη της όλης γεωπολιτικής συγκυρίας για τα κράτη της Βαλτικής (βλ. υποσημείωση 21 και σημείο 76 των προτάσεών μου), η δεύτερη αρχή, η οποία δεν γνωρίζει τη συγκυρία, έκρινε ότι το ίδιο αυτό πρόγραμμα παρέβαινε τους κανόνες για την αμεροληψία του περιεχομένου. Βλ. Ofcom Broadcast and On Demand Bulletin, αριθ. 319, 19 Δεκεμβρίου 2016, σ. 28‑50.
( 34 ) Κατά το Δικαστήριο, η καταστρατήγηση των κανόνων του κράτους μέλους λήψης δεν αποκλείει τον επίμαχο πάροχο από το πεδίο εφαρμογής της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Ωστόσο, το κράτος μέλος μπορεί να επικαλεστεί την καταστρατήγηση ως δικαιολογητικό λόγο για να παρεκκλίνει από την ελευθερία αυτή. Βλ. αποφάσεις της 3ης Δεκεμβρίου 1974, van Binsbergen (33/74, EU:C:1974:131, σκέψη 13), και της 5ης Οκτωβρίου 1994TV10 (C‑23/93, EU:C:1994:362, σκέψεις 15, 20 και 21).
( 35 ) Η εταιρία αυτή έλαβε την απόφαση αυτή ως αντίδραση κυρίως για την έκδοση από την LRTK, στις 19 Μαρτίου 2014, απόφασης αναστολής της αναμετάδοσης του καναλιού NTV Mir Lithuania.
( 36 ) Βλ., επίσης, αιτιολογικές σκέψεις 41 και 42 της οδηγίας 2010/13.
( 37 ) Η παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, θέτει ως προϋπόθεση, στο μεν στοιχείο αʹ, μια τηλεοπτική εκπομπή προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος να αντιβαίνει προφανώς, σοβαρώς και βαρέως στην απαγόρευση του άρθρου 6, στο δε στοιχείο βʹ, ο συγκεκριμένος τηλεοπτικός οργανισμός να έχει παραβιάσει την απαγόρευση αυτή τουλάχιστον δύο φορές εντός των δώδεκα προηγούμενων μηνών.
( 38 ) Η παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, προβλέπει, στο στοιχείο της γʹ, ότι το κράτος μέλος λήψης πρέπει να κοινοποιήσει, γραπτώς, στον τηλεοπτικό οργανισμό και στην Επιτροπή τις καταγγελλόμενες παραβάσεις, καθώς και τα μέτρα που σκοπεύει να λάβει σε περίπτωση νέας παράβασης. Κατά το στοιχείο δʹ του ίδιου εδαφίου, το κράτος μέλος λήψης μπορεί να προβεί στη λήψη μέτρων μόνον εφόσον οι διαβουλεύσεις με το κράτος μέλος μετάδοσης και την Επιτροπή δεν κατέληξαν σε φιλικό διακανονισμό, εντός 15 ημερών από την εν λόγω κοινοποίηση και η καταγγελλόμενη παράβαση εξακολουθεί. Επιπλέον, κατά το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου 2, η Επιτροπή πρέπει να αποφασίσει, εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση, αν τα μέτρα αυτά συμβιβάζονται προς το δίκαιο της Ένωσης.
( 39 ) Βλ., όσον αφορά τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2018, Wightman κ.λπ. (C‑621/18, EU:C:2018:999, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 40 ) Αναφέρομαι εδώ την υπόθεση «Red Hot T», η οποία απασχόλησε την επικαιρότητα στο Ηνωμένο Βασίλειο στις αρχές της δεκαετίας του 90. H υπόθεση αφορούσε το πρόγραμμα πορνογραφικού τηλεοπτικού καναλιού που μεταδιδόταν σε αυτό το κράτος μέλος δορυφορικά μέσω ανερχόμενης ζεύξης η οποία βρισκόταν στη Δανία. Οι βρετανικές αρχές είχαν προσπαθήσει να εμποδίσουν τη μετάδοσή του, ποινικοποιώντας, μεταξύ άλλων, τη διάθεση αποκωδικοποιητών που καθιστούσαν δυνατή την προβολή του. Η Red Hot TV προσέβαλε αυτό το μέτρο υποστηρίζοντας ότι, με βάση το γράμμα του, το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552 επέτρεπε στο κράτος μέλος λήψης να αναστείλει μόνο την αναμετάδοση εκπομπής που προέρχεται από άλλο κράτος μέλος. Το ζήτημα τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (υπόθεση C‑327/93), αλλά η Red Hot TV πτώχευσε και η κύρια δίκη καταργήθηκε προτού να προλάβει το Δικαστήριο να αποφανθεί. Βλ. Dann, P., «The Red Hot Channel: pornography without frontiers», Entertainment Law Review, 1993, 4(6), σ. 191-193.
( 41 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 1997 για την τροποποίηση [της οδηγίας 89/552] (ΕΕ 1997, L 202, σ. 60). Βλ., για αυτές τις εξηγήσεις, πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της [οδηγίας 89/552] [COM(95) 86 τελικό] (ΕΕ 1995, C 185, σ. 4), σ. 16, 19 και 33.
( 42 ) Η αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 97/36 διευκρίνιζε επίσης ότι αυτό το άρθρο 2α κάλυπτε τα μέτρα που «αποβλέπ[ουν] στον περιορισμό της λήψης ή/και την αναστολή της αναμετάδοσης τηλεοπτικών εκπομπών». Η χρήση του όρου «περιορισμός» για τη λήψη, σε αντίθεση με τον όρο «αναστολή» για την αναμετάδοση, έχει, νομίζω, πρακτική εξήγηση. Όταν το πρόγραμμα καναλιού μεταδίδεται μέσω δορυφόρου και το σήμα λαμβάνεται απευθείας από τις κεραίες των τηλεθεατών ενός κράτους μέλους, το κράτος αυτό δεν έχει, κατά κανόνα, την τεχνική δυνατότητα να σταματήσει τη μετάδοση. Το μόνο που μπορεί να κάνει, κατ’ ακριβολογία, είναι να περιορίσει τη λήψη του σήματος του καναλιού, ιδίως με το να απαγορεύσει, όπως στην υπόθεση «Red Hot TV», την πώληση του αποκωδικοποιητή ο οποίος είναι απαραίτητος για την προβολή του. Και στις δύο περιπτώσεις, η ιδέα είναι να σταματήσει, στο μέτρο του δυνατού, η μετάδοση μιας εκπομπής.
( 43 ) Ομοίως, το άρθρο 24, παράγραφος 2, της ευρωπαϊκής σύμβασης για τη διασυνοριακή τηλεόραση, η οποία πρέπει, υπενθυμίζω, να αντιμετωπίζεται ως ρύθμιση παράλληλη με την οδηγία 89/552 (και κατ’ επέκταση με την οδηγία 2010/13), προβλέπει ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το κράτος λήψης μπορεί να «αναστείλει, προσωρινά, την αναμετάδοση» ενός προγράμματος. Το σημείο 322 της εισηγητικής έκθεσης της σύμβασης αυτής αναφέρει ότι η σχετική διαδικασία έχει ως σκοπό να «αποφευχθεί η αυθαίρετη αναστολή της αναμετάδοσης από [το κράτος] λήψης» (η υπογράμμιση δική μου). Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι η σύμβαση αυτή αναθεωρήθηκε με το πρωτόκολλο (STE αριθ. 171), το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαρτίου 2002, προκείμενου ακριβώς να ληφθούν υπόψη οι τροποποιήσεις που επέφερε η οδηγία 97/36 στην οδηγία 89/552. Ωστόσο, το άρθρο 24, παράγραφος 2, δεν τροποποιήθηκε.
( 44 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1993, Kraus (C‑19/92, EU:C:1993:125, σκέψη 32), της 13ης Δεκεμβρίου 2007, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑465/05, EU:C:2007:781, σκέψη 17), καθώς και της 17ης Νοεμβρίου 2015, RegioPost (C‑115/14, EU:C:2015:760, σκέψη 69).
( 45 ) Το Δικαστήριο έχει κρίνει, ήδη από την απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, Sacchi (155/73, EU:C:1974:40, σκέψη 6), ότι οι τηλεοπτικές εκπομπές συνιστούν «υπηρεσίες» κατά την έννοια του άρθρου 56 ΣΛΕΕ. Έτσι, η οδηγία 2010/13 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 53, παράγραφος 1, και του άρθρου 62 ΣΛΕΕ.
( 46 ) Βλ. σημείο 26 των προτάσεών μου.
( 47 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 2, 5, 21 και 45 της οδηγίας 2010/13.
( 48 ) Βλ., όσον αφορά την οδηγία 89/552, αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑11/95, EU:C:1996:316, σκέψεις 42 και 92), της 29ης Μαΐου 1997, Denuit (C‑14/96, EU:C:1997:260, σκέψεις 32 έως 36), καθώς και της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, Mesopotamia Broadcast και Roj TV (C‑244/10 και C‑245/10, EU:C:2011:607, σκέψεις 35 και 36). Η ερμηνεία την οποία έδωσε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις αυτές μπορεί να εφαρμοστεί, κατά τη γνώμη μου, και στην οδηγία 2010/13.
( 49 ) Βλ. αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 1997, De Agostini και TV-Shop (C‑34/95 έως C‑36/95, EU:C:1997:344, σκέψεις 32 έως 38), και της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, Mesopotamia Broadcast και Roj TV (C‑244/10 και C‑245/10, EU:C:2011:607, ιδίως σκέψη 37).
( 50 ) Απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2011 (C‑244/10 και C‑245/10, EU:C:2011:607, σκέψεις 51 έως 53).
( 51 ) Η παροχή στο κοινό καλωδιακών πακέτων συνιστά, αντιθέτως, «υπηρεσ[ία] ηλεκτρονικών επικοινωνιών» και εμπίπτει, μεταξύ άλλων, στην οδηγία 2002/21. Βλ. απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2013, UPC Nederland (C‑518/11, EU:C:2013:709, σκέψη 44).
( 52 ) Βλ. απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, Mesopotamia Broadcast και Roj TV (C‑244/10 και C‑245/10, EU:C:2011:607, σκέψη 52).
( 53 ) Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται, κατά τη γνώμη μου, από την αιτιολογική σκέψη 10 της πρόσφατης οδηγίας (ΕΕ) 2018/1808, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, για την τροποποίηση της [οδηγίας 2010/13] ενόψει των μεταβαλλόμενων συνθηκών της αγοράς (ΕΕ 2018, L 303, σ. 69), κατά την οποία το κράτος μέλος λήψης δεν πρέπει, καταρχήν, να λαμβάνει μέτρα που «θα μπορούσαν να αποτρέψουν την αναμετάδοση, στην επικράτειά του τηλεοπτικών προγραμμάτων που εκπέμπονται από ένα άλλο κράτος μέλος» (η υπογράμμιση δική μου).
( 54 ) Βλ., ενδεικτικά, στη Γαλλία, το σημείο D της σύστασης αριθ. 2004-7 της 15ης Δεκεμβρίου 2004 προς τους εκδότες και διανομείς τηλεοπτικών υπηρεσιών που μεταδίδουν στη μητρόπολη και στα υπερπόντια διαμερίσματα προγράμματα της κατηγορίας V (JORF αριθ. 298 της 23ης Δεκεμβρίου 2004), η οποία προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι οι πάροχοι πακέτων τα οποία περιλαμβάνουν πορνογραφικά κανάλια πρέπει να προτείνουν μια προσφορά που δεν περιλαμβάνει τα κανάλια αυτά με εμπορικούς όρους οι οποίοι δεν καθιστούν ευνοϊκότερη την [πληρέστερη] προσφορά στην οποία περιλαμβάνονται τα κανάλια αυτά. Βλ. επίσης, στη Ρουμανία, το άρθρο 27, παράγραφος 2, της απόφασης αριθ. 220, της 24ης Φεβρουαρίου 2011, του εθνικού συμβουλίου οπτικοακουστικών μέσων (κείμενο διαθέσιμο στην αγγλική γλώσσα στη διεύθυνση ), κατά το οποίο τα προγράμματα που έχουν χαρακτηριστεί «+18» και διατίθενται από παρόχους υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας οι οποίοι υπάγονται στη δικαιοδοσία άλλου κράτους μέλους πέραν της Ρουμανίας, πρέπει υποχρεωτικά να μεταδίδονται μέσω πρόσθετων [προαιρετικών] πακέτων που απευθύνονται ειδικά σε ενήλικες.
( 55 ) Ειδικότερα, η επίμαχη ρύθμιση στην υπόθεση της κύριας δίκης ουδόλως επιβάλλει τη διάθεση [διανομή] του εν λόγω καναλιού σε απαγορευτική τιμή. Το άρθρο 33, παράγραφος 11, του νόμου για την πληροφόρηση του κοινού απαγορεύει απλώς στους παρόχους πακέτων τηλεοπτικών προγραμμάτων να καθιστούν τα πακέτα που διατίθενται έναντι πρόσθετης χρεώσεως αντικείμενο επιδοτήσεως, στηρίξεως ή οποιουδήποτε άλλου πλεονεκτήματος ή να παρέχουν αυτά με τίμημα το οποίο υπολείπεται του κόστους στο οποίο οι πάροχοι αυτοί υποβλήθηκαν για την απόκτηση, την αναμετάδοση και/ή τη διανομή μέσω διαδικτύου των τηλεοπτικών προγραμμάτων καναλιών που περιλαμβάνονται στα εν λόγω πακέτα.
( 56 ) Οι οποίες υπομνήσθηκαν στις υποσημειώσεις 37 και 38 των προτάσεών μου.
( 57 ) Πρβλ. εισηγητική έκθεση της ευρωπαϊκής σύμβασης για τη διασυνοριακή τηλεόραση, σημείο 328.
( 58 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 43 της οδηγίας 2010/13.
( 59 ) Απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2011 (C‑244/10 και C‑245/10, EU:C:2011:607).
( 60 ) Βέβαια, η παροχή προγράμματος καλωδιακών καναλιών εμπίπτει, όπως σημειώθηκε στην υποσημείωση 51 των προτάσεών μου, στην οδηγία 2002/21. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το άρθρο της 1, παράγραφος 3, η οδηγία αυτή ισχύει υπό την επιφύλαξη των μέτρων που λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο, τηρουμένου του δικαίου της Ένωσης, για την επιδίωξη σκοπών γενικού συμφέροντος. Το επίμαχο μέτρο στην υπόθεση της κύριας δίκης πρέπει συνεπώς να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης.
( 61 ) Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η εφαρμογή των εθνικών ρυθμίσεων ενός κράτους μέλους στους παρέχοντες υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη πρέπει να είναι πρόσφορη προς διασφάλιση της επιτεύξεως του σκοπού τον οποίο επιδιώκουν και να μην βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού μέτρου. Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑490/04, EU:C:2007:430, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 62 ) Βλ. αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 1991, ΕΡΤ (C‑260/89, EU:C:1991:254, σκέψεις 42 έως 45), και της 30ής Απριλίου 2014, Pfleger κ.λπ. (C‑390/12, EU:C:2014:281, σκέψη 36).
( 63 ) Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει επανειλημμένως αποφανθεί επί της καταπολέμησης της διάδοσης υλικού που υποκινεί σε μίσος. Το ΕΔΔΑ υπενθυμίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι η ελευθερία έκφρασης δεν είναι απόλυτο προνόμιο και ότι η απαγόρευση τέτοιων πληροφοριών [υλικού] μπορεί να δικαιολογεί την απαγόρευση μετάδοσης ενός προγράμματος (βλ. ιδίως την πρόσφατη απόφαση του ΕΔΔΑ, 17 Απριλίου 2018, Roj TV A/S κατά Δανίας, CE:ECHR:2018:0417DEC002468314 § 37 έως 39, 41 και 42). Το ίδιο ισχύει κατά μείζονα λόγο για ένα μέτρο που περιορίζεται στο να ρυθμίσει απλώς τη διανομή ενός τηλεοπτικού καναλιού.
( 64 ) Υπενθυμίζεται ότι η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2010/13, πέραν του ότι είναι αυστηρή, είναι και σχετικά χρονοβόρα. Από τα στοιχεία αυτά εξηγείται γιατί η προσφυγή στη διαδικασία αυτή (όπως και η επιτυχία αυτής) είναι σπάνια στην πράξη. Βλ. European Regulators Group for Audiovisual Media Services (ERGA), Report on territorial jurisdiction in a converged environment, 17 Μαΐου 2016, ιδίως σ. 9 και 12. Επιπλέον, η εν λόγω οδηγία δεν προέβλεπε, κατά τον χρόνο των περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης, όσον αφορά τις τηλεοπτικές υπηρεσίες [μεταδόσεις], επείγουσα διαδικασία που επέτρεπε την άμεση παρέκκλιση από την αρχή της ελεύθερης λήψης και αναμετάδοσης μιας τηλεοπτικής εκπομπής, και τούτο μολονότι ένα τέτοιο μέτρο προβλεπόταν ήδη, όσον αφορά τις κατά παραγγελία υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, στο άρθρο 3, παράγραφος 5, της ίδιας οδηγίας, Σημειώνεται ωστόσο ότι η πρόσφατη οδηγία 2018/1808 επέκτεινε τη διαδικασία αυτή και στις τηλεοπτικές υπηρεσίες [μεταδόσεις].
( 65 ) Όπως αναφέρεται στο [Σύμφωνα με τους όρους του] Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 2016, σχετικά με τη στρατηγική επικοινωνίας της ΕΕ για την αντιμετώπιση της προπαγάνδας εναντίον της από τρίτους [2016/2030(INI)] και στην [της] ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, της 24ης Απριλίου 2018, «Αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης στο διαδίκτυο: μια Ευρωπαϊκή Προσέγγιση» [COM(2018) 236 final]. Βλ. επίσης απόφαση της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 2015, σχετικά με τη συμβατότητα των μέτρων τα οποία έλαβε η Λιθουανία κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 2, της [οδηγίας 2010/13] [C(2015) 4609 final]. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατόπιν της αναστολής από αυτό το κράτος μέλος της μετάδοσης στην επικράτειά του ρωσικού σταθμού RTR Planeta, ο οποίος υπάγεται στη δικαιοδοσία της Σουηδίας.
( 66 ) Με την επιφύλαξη, ωστόσο, της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας 2010/13.
( 67 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, Laval un Partneri (C‑341/05, EU:C:2007:809, σκέψεις 79 έως 80).
( 68 ) Το επιχείρημα αυτό είχε προβληθεί ως αμυντικός ισχυρισμός από το Βασίλειο του Βελγίου στο πλαίσιο της προσφυγής λόγω παραβάσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑11/95, EU:C:1996:316, σκέψεις 91 και 92), η οποία έκρινε βάσει της οδηγίας 89/552. Στην απόφαση αυτή, ωστόσο, το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να αποφανθεί επί του ζητήματος.
( 69 ) Πρβλ. απόφαση της 18ης Μαρτίου 1980, Debauve κ.λπ. (52/79, EU:C:1980:83, σκέψη 15).
( 70 ) Υπενθυμίζεται ότι η οδηγία 2010/13 εκδόθηκε ιδίως βάσει του άρθρου 62 ΣΛΕΕ. Ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε επομένως να θέσει σε εφαρμογή, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής, τις δυνατότητες παρέκκλισης που προβλέπονται για [δικαιολογούνται από] λόγους δημοσίας τάξεως και δημόσιας ασφάλειας. Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα C. O. Lenz στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑11/95, EU:C:1996:178, σημεία 100 έως 104).
( 71 ) Βλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Rina Services κ.λπ. (C‑593/13, EU:C:2015:399, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).