ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 28ης Φεβρουαρίου 2019 ( 1 )
Υπόθεση C‑624/17
Openbaar Ministerie
κατά
Tronex BV
[αίτηση του Gerechtshof Den Haag (εφετείου Χάγης, Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Περιβάλλον – Οδηγία 2008/98/ΕΚ – Απόβλητο – Έννοια – Ηλεκτρικός εξοπλισμός που επεστράφη από καταναλωτές – Μη διοχετευμένες παρτίδες – Οδηγία 2012/19/ΕΕ – Απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού – Μεταφορά μεταχειρισμένου ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού – Ποινικό δίκαιο – Απαίτηση σαφούς νομοθετικής προβλέψεως»
I. Εισαγωγή
1.
Με την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως το Δικαστήριο καλείται για πολλοστή φορά να αποφανθεί επί ερωτημάτων σχετικά με την ερμηνεία της έννοιας του αποβλήτου κατά την οδηγία για τα απόβλητα ( 2 ). Πρέπει τώρα να διευκρινιστεί αν ηλεκτρικός εξοπλισμός που επεστράφη από καταναλωτές, μέρος του οποίου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πλέον λόγω ελαττωμάτων, καθώς και οι μη διοχετευμένες παρτίδες πρέπει να θεωρούνται απόβλητα τα οποία μπορούν να εξάγονται μόνο σύμφωνα με τον κανονισμό για τις μεταφορές αποβλήτων ( 3 ).
2.
Είναι σαφές ότι η έννοια του αποβλήτου δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά και ότι εν πάση περιπτώσει πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι συνθήκες της συγκεκριμένης υποθέσεως. Εντούτοις, η υπό κρίση υπόθεση δεν περιορίζεται σε μια τέτοια εκτίμηση, αλλά θέτει επίσης το ζήτημα της σημασίας των κατευθυντήριων γραμμών του νομοθέτη της Ένωσης, που απορρέουν από την οδηγία σχετικά με τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού ( 4 ), η οποία δεν ετύγχανε ακόμη εφαρμογής κατά τον κρίσιμο χρόνο. Πρέπει συνεπώς να διερευνηθεί πώς πρέπει να εφαρμόζεται η έννοια του αποβλήτου στο ποινικό δίκαιο.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
3.
Κατά το άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη:
«Κανείς δεν μπορεί να καταδικασθεί για πράξη ή παράλειψη, η οποία δεν αποτελούσε, κατά τη στιγμή της τελέσεώς της, αδίκημα κατά το εθνικό ή το διεθνές δίκαιο. […]»
Β. Ο κανονισμός για τις μεταφορές αποβλήτων
4.
Κατά το άρθρο 2, σημείο 1, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, ως «απόβλητα» νοούνται τα απόβλητα όπως ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας περί των στερεών αποβλήτων του 2006 ( 5 ), η οποία έχει πλέον αντικατασταθεί από την ισχύουσα σήμερα οδηγία για τα απόβλητα.
5.
Το άρθρο 2, σημείο 35, στοιχείο αʹ, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων ορίζει ότι ως «παράνομη μεταφορά» νοείται, μεταξύ άλλων, κάθε μεταφορά αποβλήτων που πραγματοποιείται χωρίς κοινοποίηση προς όλες τις οικείες αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.
6.
Το άρθρο 50, παράγραφος 1, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων αναφέρεται στην επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παραβιάσεως των διατάξεών του:
«Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβιάσεως των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο για να διασφαλίζουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. […]»
Γ. Η οδηγία για τα απόβλητα
7.
Το άρθρο 3, σημείο 1, της οδηγίας για τα απόβλητα, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 41 και το παράρτημα V της εν λόγω οδηγίας αντιστοιχεί στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας περί των στερεών αποβλήτων του 2006, «ορίζει “απόβλητα” κάθε ουσία ή αντικείμενο το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει».
Δ. Η οδηγία σχετικά με τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού
8.
Η οδηγία σχετικά με τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού εκδόθηκε στις 4 Ιουλίου 2012 και έπρεπε να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο έως τις 14 Φεβρουαρίου 2014. Η ολλανδική κανονιστική ρύθμιση περί μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, ήτοι ο Regeling van de Staatssecretaris van Infrastructuur en Milieu, van 3 februari 2014, nr. IENM/BSK‑2014/14758, houdende vaststelling regels met betrekking tot afgedankte elektrische en elektronische apparatuur (κανονιστική πράξη του Υπουργού Υποδομών και Περιβάλλοντος, της 3ης Φεβρουαρίου 2014, αριθ. IENM/BSK‑2014/14758, για τους κανόνες περί αποβλήτων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού), τέθηκε σε ισχύ στις 14 Φεβρουαρίου 2014.
9.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας σχετικά με τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού ορίζει ως ακολούθως τον εξοπλισμό αυτό:
«ο ηλεκτρικός και ηλεκτρονικός εξοπλισμός που θεωρείται απόβλητο κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της [οδηγίας για τα απόβλητα] […]».
10.
Το άρθρο 23 της οδηγίας σχετικά με τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού ρυθμίζει τα σχετικά με τις επιθεωρήσεις και την παρακολούθηση. Οι μεταφορές εξοπλισμού ρυθμίζονται στην παράγραφο 2:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι μεταφορές μεταχειρισμένου ΗΗΕ [ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού] για τον οποίο υπάρχει υποψία ότι πρόκειται για ΑΗΗΕ [απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού] να διενεργούνται σύμφωνα με τις ελάχιστες απαιτήσεις του παραρτήματος VI και παρακολουθούν αναλόγως τις μεταφορές αυτές.»
11.
Το παράρτημα VI της οδηγίας για τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού προβλέπει τις ελάχιστες απαιτήσεις για τις μεταφορές. Το σημείο 1 ρυθμίζει τις υποχρεώσεις τεκμηριώσεως:
«Για να διακρίνεται ο ΗΗΕ από τα ΑΗΗΕ, στις περιπτώσεις που ο κάτοχος του αντικειμένου ισχυρίζεται ότι προτίθεται να αποστείλει ή αποστέλλει μεταχειρισμένο ΗΗΕ και όχι ΑΗHΕ, τα κράτη μέλη ζητούν από τον κάτοχο να διαθέτει τα ακόλουθα δικαιολογητικά για την τεκμηρίωση του ισχυρισμού αυτού:
α)
αντίγραφο του τιμολογίου και της συμβάσεως που αφορούν την πώληση ή/και τη μεταβίβαση της κυριότητας του ΗΗΕ, όπου αναφέρεται ότι ο εξοπλισμός προορίζεται να επαναχρησιμοποιηθεί άμεσα και λειτουργεί πλήρως·
β)
αποδεικτικό αξιολογήσεως ή δοκιμής υπό μορφή αντιγράφου των αρχείων (πιστοποιητικό δοκιμής, αποδεικτικό λειτουργίας) για κάθε αντικείμενο του φορτίου και πρωτόκολλο που περιέχει όλα τα καταγεγραμμένα στοιχεία σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο σημείο 3·
γ)
δήλωση του κατόχου που προβαίνει στις διευθετήσεις για τη μεταφορά του ΗΗΕ, στην οποία βεβαιώνει ότι κανένα από τα υλικά ή τον εξοπλισμό του φορτίου δεν είναι απόβλητο κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της [οδηγίας για τα απόβλητα]· και
δ)
ενδεδειγμένη προστασία από ζημίες κατά τη μεταφορά, τη φόρτωση και την εκφόρτωση, ιδίως με τη δέουσα συσκευασία και την κατάλληλη τοποθέτηση του φορτίου σε στοίβες.»
12.
Το παράρτημα VI, σημείο 5, της οδηγίας για τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού ρυθμίζει τις συνέπειες παραβιάσεως των απαιτήσεων αυτών:
«Ελλείψει αποδείξεως ότι ένα αντικείμενο είναι μεταχειρισμένος ΗΗΕ και όχι ΑΗΗΕ μέσω των καταλλήλων δικαιολογητικών που απαιτούνται κατά τα σημεία 1, 2, 3 και 4, και ελλείψει ενδεδειγμένης προστασίας από ζημίες κατά τη μεταφορά, τη φόρτωση και την εκφόρτωση ιδίως με τη δέουσα συσκευασία και την κατάλληλη τοποθέτηση του φορτίου σε στοίβες, που είναι υποχρεώσεις του κατόχου ο οποίος οργανώνει τη μεταφορά, οι αρχές των κρατών μελών θεωρούν ότι το αντικείμενο είναι ΑΗΗΕ και ότι το φορτίο εμπεριέχει παράνομη μεταφορά. […]»
Ε. Το ολλανδικό ποινικό δίκαιο
13.
Από την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι κατά το άρθρο 10.60, παράγραφος 2, του Wet van 13 juni 1979, houdende regelen met betrekking tot een aantal algemene onderwerpen op het gebied van de milieuhygiëne (Wet Milieubeheer) [νόμου της 13ης Ιουνίου 1979 περί κανόνων σχετικά με ορισμένα ζητήματα γενικής φύσεως στον τομέα του περιβάλλοντος (νόμος περί προστασίας του περιβάλλοντος)] απαγορεύεται η τέλεση πράξεων κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 35, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων. Η παράβαση της απαγορεύσεως συνιστά, κατά το άρθρο 1a, σημείο 1, του Wet van 22 juni 1950, houdende vaststelling van regelen voor de opsporing, de vervolging en de berechting van economische delicten (νόμου της 22ας Ιουνίου 1950 περί θεσπίσεως κανόνων για τη διερεύνηση, δίωξη και εκδίκαση οικονομικών εγκλημάτων), οικονομικό έγκλημα, το οποίο τιμωρείται κατά το άρθρο 6 του ανωτέρω νόμου.
III. Τα πραγματικά περιστατικά και η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
14.
Η Tronex BV δραστηριοποιείται στον τομέα του χονδρικού εμπορίου μη διοχετευμένων παρτίδων. Στις 10 Φεβρουαρίου 2014 διαπιστώθηκε ότι σχεδίαζε να μεταφέρει ή να αναθέσει τη μεταφορά εμπορευματοκιβωτίου μεγάλης παρτίδας ηλεκτρικού εξοπλισμού σε τρίτο στην Τανζανία, στον οποίο την είχε πωλήσει έναντι του συνολικού ποσού των 2396,01 ευρώ. Η Tronex είχε αγοράσει τα εμπορεύματα από εμπόρους λιανικής, εμπόρους χονδρικής και/ή εισαγωγείς. Η παρτίδα εμπορευμάτων αποτελείτο από ηλεκτρικούς βραστήρες, ατμοσίδερα, ανεμιστήρες και ξυριστικές μηχανές. Ο εξοπλισμός βρισκόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος του στην αρχική συσκευασία, αλλά στην παρτίδα εμπορευμάτων βρέθηκε και ασυσκεύαστος εξοπλισμός. Η παρτίδα αποτελείτο, αφενός, από εξοπλισμό που επεστράφη από καταναλωτές, βάσει της εγγυήσεως του προϊόντος, και, αφετέρου, από εμπορεύματα τα οποία πλέον δεν πωλούνταν ή δεν μπορούσαν να πωληθούν (κανονικά), π.χ. λόγω αλλαγής της σειράς πωλήσεως των προϊόντων. Σε αρκετά χάρτινα κουτιά στα οποία ήταν συσκευασμένος ο εξοπλισμός υπήρχε σημείωση που υποδείκνυε δυσλειτουργίες. Το γυαλί ορισμένων βραστήρων ήταν κατεστραμμένο. Η μεταφορά θα πραγματοποιούνταν χωρίς κοινοποίηση ή συγκατάθεση κατά τον κανονισμό για τις μεταφορές αποβλήτων.
15.
Το Rechtbank Rotterdam (πρωτοβάθμιο περιφερειακό δικαστήριο Ρότερνταμ, Κάτω Χώρες) καταδίκασε πρωτοδίκως την Tronex σε ποινή ύψους 5000 ευρώ με αναστολή δύο ετών, επειδή επρόκειτο να μεταφέρει απόβλητα από τις Κάτω Χώρες προς την Τανζανία, χωρίς την απαιτούμενη από τον κανονισμό κοινοποίηση προς όλες τις οικείες αρμόδιες αρχές και/ή χωρίς τη συγκατάθεσή τους.
16.
Η Tronex άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής. Αμφισβητεί ότι ο εξοπλισμός συνιστά απόβλητο.
17.
Ως εκ τούτου, το Gerechtshof Den Haag (εφετείο Χάγης, Κάτω Χώρες) υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
Ερώτημα 1
1.1
Δύναται ο έμπορος λιανικής ο οποίος παραπέμπει στον προμηθευτή του (δηλαδή στον εισαγωγέα, στον έμπορο χονδρικής, στον διανομέα, στον κατασκευαστή ή σε άλλο πρόσωπο από το οποίο ο έμπορος λιανικής απέκτησε το αντικείμενο), βάσει της υφιστάμενης συμβάσεως μεταξύ του εμπόρου λιανικής και του προμηθευτή, ένα αντικείμενο που επεστράφη από καταναλωτή ή ένα αντικείμενο που κατέστη περιττό στη σειρά πωλήσεως των προϊόντων, να θεωρηθεί ως κάτοχος που απορρίπτει το αντικείμενο, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας για τα απόβλητα;
1.2
Έχει σημασία για την απάντηση στο ερώτημα 1.1 αν πρόκειται για αντικείμενο που παρουσιάζει εύκολα επιδιορθώσιμη δυσλειτουργία ή ελάττωμα;
1.3
Έχει σημασία για την απάντηση στο ερώτημα 1.1 αν πρόκειται για αντικείμενο που παρουσιάζει δυσλειτουργία ή ελάττωμα τέτοιας εκτάσεως ή σοβαρότητας ώστε ως εκ τούτου το αντικείμενο αυτό να μην είναι πια κατάλληλο ή χρήσιμο για τον αρχικό προορισμό του;
Ερώτημα 2
2.1
Δύναται ο έμπορος λιανικής ή ο προμηθευτής ο οποίος μεταπωλεί σε αγοραστή (μη διοχετευμένων παρτίδων) αντικείμενο που επεστράφη από καταναλωτή ή που κατέστη περιττό στη σειρά πωλήσεως των προϊόντων να θεωρηθεί ως κάτοχος που απορρίπτει το αντικείμενο, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας για τα απόβλητα;
2.2
Έχει σημασία για την απάντηση στο ερώτημα 2.1 το ύψος του τιμήματος που ο αγοραστής παρτίδων πρέπει να καταβάλει στον έμπορο λιανικής ή στον προμηθευτή;
2.3
Έχει σημασία για την απάντηση στο ερώτημα 2.1 αν πρόκειται για αντικείμενο που παρουσιάζει εύκολα επιδιορθώσιμη δυσλειτουργία ή ελάττωμα;
2.4
Έχει σημασία για την απάντηση στο ερώτημα 2.1 αν πρόκειται για αντικείμενο που παρουσιάζει δυσλειτουργία ή ελάττωμα τέτοιας εκτάσεως ή σοβαρότητας ώστε το αντικείμενο αυτό να μην είναι πια κατάλληλο ή χρήσιμο για τον αρχικό προορισμό του;
Ερώτημα 3
3.1
Δύναται ο αγοραστής παρτίδων ο οποίος μεταπωλεί σε (αλλοδαπό) τρίτο μεγάλη παρτίδα εμπορευμάτων που επιστράφηκαν από καταναλωτές και/ή κατέστησαν περιττά, [τα οποία] αγοράστηκαν σε παρτίδες από εμπόρους λιανικής και προμηθευτές, να θεωρηθεί κάτοχος που απορρίπτει παρτίδα εμπορευμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας για τα απόβλητα;
3.2
Έχει σημασία για την απάντηση στο ερώτημα 3.1 το ύψος του τιμήματος που ο τρίτος πρέπει να καταβάλει στον αγοραστή παρτίδων;
3.3
Έχει σημασία για την απάντηση στο ερώτημα 3.1 αν η παρτίδα εμπορευμάτων περιλαμβάνει επίσης εμπορεύματα που παρουσιάζουν εύκολα επιδιορθώσιμη δυσλειτουργία ή ελάττωμα;
3.4
Έχει σημασία για την απάντηση στο ερώτημα 3.1 αν η παρτίδα εμπορευμάτων περιλαμβάνει επίσης εμπορεύματα που παρουσιάζουν δυσλειτουργία ή ελάττωμα τέτοιας εκτάσεως ή σοβαρότητας ώστε τα εμπορεύματα αυτά να μην είναι πια κατάλληλα ή χρήσιμα για τον αρχικό προορισμό τους;
3.5
Έχει σημασία για την απάντηση στο ερώτημα 3.3 ή στο ερώτημα 3.4 το ποσοστό των ελαττωματικών εμπορευμάτων εντός της συνολικής παρτίδας εμπορευμάτων που μεταπωλούνται σε τρίτον; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποιο είναι το κρίσιμο ποσοστό;
18.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Tronex B.V., η Openbaar ministerie, η Ressortsparket vestiging Den Haag (η εισαγγελία Χάγης, Κάτω Χώρες), το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Αυστρίας, το Βασίλειο της Νορβηγίας καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 12ης Δεκεμβρίου 2018 έλαβαν μέρος η Tronex, οι Κάτω Χώρες και η Επιτροπή.
IV. Νομική εκτίμηση
19.
Το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν ο επίδικος ηλεκτρικός εξοπλισμός πρέπει να θεωρηθεί ως απόβλητο κατά την επιστροφή από τον καταναλωτή στον έμπορο (πρώτο ερώτημα), κατά την πώληση στην Tronex (δεύτερο ερώτημα) ή κατά τον εντοπισμό του κατά τον έλεγχο (τρίτο ερώτημα). Στην πραγματικότητα, όμως, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να κρίνει μόνο αν ο εξοπλισμός έπρεπε να θεωρηθεί απόβλητο κατά το τελευταίο αυτό χρονικό σημείο. Τούτο δε επειδή, στο πλαίσιο της κύριας δίκης, πρέπει να κριθεί αν μπορεί να επιβληθεί κύρωση στην Tronex λόγω της προπαρασκευής της παράνομης μεταφοράς αποβλήτων. Εντούτοις είναι σκόπιμο να συνοψίσουμε και τα τρία ερωτήματα προκειμένου να καταλήξουμε σε μία απάντηση.
20.
Για τον σκοπό αυτό, θα εξετάσω κατ’ αρχάς την έννοια του αποβλήτου κατά την οδηγία για τα απόβλητα, εν συνεχεία θα εξετάσω την οδηγία σχετικά με τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, που επιβεβαιώνει το αποτέλεσμα της ερμηνείας της οδηγίας για τα απόβλητα, και τέλος θα εξετάσω τις δυσκολίες που προκαλεί η εφαρμογή της έννοιας του αποβλήτου στο ποινικό δίκαιο, ενόψει της απαιτήσεως σαφούς νομοθετικής προβλέψεως όσον αφορά την εφαρμοστέα ποινική νομοθεσία.
Α. Η έννοια του αποβλήτου κατά την οδηγία για τα απόβλητα
21.
Όσον αφορά την έννοια του «αποβλήτου», το άρθρο 2, σημείο 1, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων παραπέμπει στον αντίστοιχο ορισμό του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας περί των στερεών αποβλήτων του 2006. Η οδηγία αυτή αντικαταστάθηκε εντωμεταξύ από τη νέα οδηγία‑πλαίσιο για τα απόβλητα. Σύμφωνα με το άρθρο 41, σε συνδυασμό με το παράρτημα V της νέας οδηγίας‑πλαίσιο για τα απόβλητα, η παραπομπή του άρθρου 2, σημείο 1, του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων νοείται πλέον ως παραπομπή στο άρθρο 3, σημείο 1, της νέας οδηγίας‑πλαίσιο για τα απόβλητα.
22.
Το άρθρο 3, σημείο 1, της νέας οδηγίας‑πλαίσιο για τα απόβλητα ορίζει ως απόβλητα κάθε ουσία ή αντικείμενο το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει.
23.
Συνεπώς, πρέπει να διευκρινιστεί αν ο αγοραστής ο οποίος μεταπωλεί σε (αλλοδαπό) τρίτο μεγάλη παρτίδα εμπορευμάτων που επιστράφηκαν από καταναλωτές και/ή περισσεύουν, τα οποία αγοράστηκαν από εμπόρους λιανικής και προμηθευτές, δύναται να θεωρηθεί ως κάτοχος που απορρίπτει παρτίδα εμπορευμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας για τα απόβλητα.
24.
Δεδομένου ότι η οδηγία για τα απόβλητα δεν καθορίζει κανένα κριτήριο βάσει του οποίου να συνάγεται η απόρριψη, τα κράτη μέλη διαθέτουν κατά κανόνα, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων, ευχέρεια επιλογής όσον αφορά τις μεθόδους αποδείξεως των διαφόρων στοιχείων που συνιστούν την πράξη της απόρριψης. Εντούτοις, οι κανόνες που διέπουν την απόδειξη δεν πρέπει να θίγουν την πρακτική αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης και ιδίως της οδηγίας για τα απόβλητα ( 6 ).
25.
Συνεπώς, τα εθνικά δικαστήρια, για να εφαρμόσουν τους κανόνες που διέπουν την απόδειξη και να αποφανθούν αν συγκεκριμένα αντικείμενα ή ουσίες συνιστούν απόβλητα, πρέπει να λάβουν υπόψη τα κριτήρια που έχουν διαμορφωθεί συναφώς από το Δικαστήριο.
26.
Όσον αφορά τον όρο «απορρίπτω», από τη νομολογία προκύπτει επίσης ότι ο όρος αυτός πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα όχι μόνο του σκοπού της οδηγίας για τα απόβλητα, ο οποίος, σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική σκέψη της, συνίσταται στην ελαχιστοποίηση των επιβλαβών συνεπειών της παραγωγής και διαχειρίσεως αποβλήτων για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, αλλά και υπό το πρίσμα του άρθρου 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, το οποίο ορίζει ότι η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στις αρχές της προφυλάξεως και της προληπτικής δράσεως. Κατά συνέπεια, ο όρος «απορρίπτω» και, επομένως, και ο όρος «απόβλητο», κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για τα απόβλητα, δεν πρέπει να ερμηνεύονται στενά ( 7 ).
27.
Κατ’ αρχάς, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο αν το επίδικο αντικείμενο ή η ουσία έχει ή δεν έχει πλέον χρησιμότητα για τον κάτοχό του/της, οπότε το εν λόγω αντικείμενο ή η ουσία συνιστά βάρος το οποίο ο κάτοχός του επιθυμεί να απορρίψει ( 8 ). Σε μια τέτοια περίπτωση, υφίσταται ο κίνδυνος να απορρίψει ο κάτοχος το αντικείμενο ή την ουσία που κατέχει με τρόπο που ενδέχεται να βλάψει το περιβάλλον, ιδίως με εγκατάλειψη, απόρριψη ή ανεξέλεγκτη διάθεση ( 9 ).
28.
Αυτό δεν πρέπει να γίνει δεκτό, εν προκειμένω, καθότι η Tronex πώλησε τον ηλεκτρικό εξοπλισμό και συνεπώς προσδοκούσε οικονομικά οφέλη από την παράδοση του εν λόγω εξοπλισμού.
29.
Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, κατά την έννοια της οδηγίας για τα απόβλητα, συνιστούν απόβλητα και οι ουσίες και τα αντικείμενα που ο κάτοχός τους απορρίπτει, αν μπορούν, από οικονομική άποψη, να επαναχρησιμοποιηθούν ( 10 ), ειδικά αν συλλέγονται για εμπορικούς σκοπούς προς ανακύκλωση, ανάκτηση ή επαναχρησιμοποίηση ( 11 ).
30.
Η Tronex δεν επιδιώκει βέβαια ούτε την ανακύκλωση ούτε την ανάκτηση του ηλεκτρικού εξοπλισμού, αλλά σκοπός της εξαγωγής ήταν προφανώς η επαναχρησιμοποίηση του εξοπλισμού αυτού.
31.
Εντούτοις, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των συλλεγέντων αντικειμένων τα οποία απέρριψε ο προκάτοχός τους και εκείνων τα οποία δεν απέρριψε ο προκάτοχός τους. Το γεγονός και μόνο της συλλογής με σκοπό την επαναχρησιμοποίηση δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη στην παραδοχή της απορρίψεως. Είναι πράγματι εύλογο, τόσο από οικονομική άποψη όσο και από την άποψη της συνετούς διαχειρίσεως των πόρων, ο εξοπλισμός που δεν μπορεί πλέον να πωληθεί στην αρχικώς προοριζόμενη αγορά, να προσφερθεί σε άλλες αγορές στις οποίες είναι ακόμη δυνατή η πώληση.
32.
Ειδικότερα, όσον αφορά τις μη διοχετευμένες παρτίδες που βρίσκονται ακόμη στην αρχική συσκευασία τους, η οποία δεν έχει ανοιχθεί, δεν προκύπτουν από την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επαρκείς ενδείξεις, ώστε να μπορεί να συναχθεί απόρριψη.
33.
Από την άλλη πλευρά, ο εξοπλισμός ο οποίος επεστράφη και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πλέον λόγω σοβαρών δυσλειτουργιών ή του οποίου η επισκευή συνεπάγεται δυσανάλογες δαπάνες πρέπει αναμφίβολα να θεωρηθεί ως απόβλητο.
34.
Συναφώς, η Tronex δεν μπορεί να αντιτείνει ότι ορισμένο ποσοστό καινούργιων εμπορευμάτων επίσης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί λόγω δυσλειτουργιών. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τα καινούργια εμπορεύματα, θεωρείται δεδομένο ότι αυτά κατά κανόνα λειτουργούν ( 12 ).
35.
Εντούτοις, η παραδοχή αυτή δεν δικαιολογείται όσον αφορά τον εξοπλισμό που έχει επιστραφεί από καταναλωτές. Αντιθέτως, στην περίπτωση της επιστροφής υπάρχει ο κίνδυνος να έχει λάβει ο καταναλωτής ελαττωματικό εμπόρευμα ή να έχει προκαλέσει ο ίδιος ζημία στο εμπόρευμα πριν την επιστροφή. Ως εκ τούτου, είναι κατ’ αρχάς αμφίβολο ότι τα εμπορεύματα που επεστράφησαν μπορούν να πωληθούν για λειτουργική χρήση.
36.
Οι αμφιβολίες αυτές δεν συνεπάγονται ότι το εμπόρευμα πρέπει να θεωρηθεί ως απόβλητο ήδη κατά το χρονικό σημείο της επιστροφής από τον καταναλωτή. Συγκεκριμένα, η επιστροφή του εμπορεύματος με επιστροφή του τιμήματος δεν έχει την ιδία σημασία με την απόρριψη. Επίσης, δεν δύναται να θεωρηθεί ως διάθεση ή ανακύκλωση ούτε δύναται να αναμένεται ότι ο καταναλωτής απορρίπτει το εμπόρευμα κατά τρόπο που μπορεί να βλάψει το περιβάλλον ( 13 ).
37.
Μόλις το εμπόρευμα που επεστράφη επανέλθει στην κατοχή του εμπόρου, μεταβάλλεται σημαντικά η κατάσταση, διότι οι αμφιβολίες σχετικά με τη δυνατότητα πωλήσεως του προϊόντος για λειτουργική χρήση είναι καθοριστικές για την περαιτέρω τύχη του.
38.
Συγκεκριμένα, ουδόλως δικαιολογείται να υπαχθούν στις διατάξεις της οδηγίας για τα απόβλητα, οι οποίες αποσκοπούν στο να εξασφαλιστεί ότι οι ενέργειες της αξιοποιήσεως και διαθέσεως των αποβλήτων θα εκτελεστούν με τρόπο που να μη θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία και χωρίς να χρησιμοποιούνται διαδικασίες ή μέθοδοι που μπορούν να βλάψουν το περιβάλλον, πράγματα, ουσίες ή προϊόντα τα οποία ο κάτοχός τους προτίθεται να εκμεταλλευθεί ή να εμπορευθεί υπό ευνοϊκές από οικονομική άποψη συνθήκες, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε πράξεως αξιοποιήσεως. Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεως ευρείας ερμηνείας της έννοιας του αποβλήτου, η ως άνω επιχειρηματολογία μπορεί να ισχύει μόνο στις καταστάσεις εκείνες στις οποίες η επαναχρησιμοποίηση του επίμαχου πράγματος ή της ουσίας δεν είναι απλώς ενδεχόμενη, αλλά βέβαιη, και δεν απαιτείται προηγούμενη προσφυγή σε μία από τις διαδικασίες αξιοποιήσεως των αποβλήτων που αναφέρονται στην οδηγία για τα απόβλητα ( 14 ).
39.
Λόγω των ανωτέρω αμφιβολιών, δεν υφίσταται κατ’ αρχάς η βεβαιότητα αυτή στην περίπτωση εξοπλισμού που επεστράφη. Εφόσον οι αμφιβολίες αυτές δεν αρθούν αμέσως με έλεγχο του εξοπλισμού, ο εξοπλισμός πρέπει να θεωρηθεί ως απόβλητο.
40.
Εφόσον διαπιστωθεί κατά τον έλεγχο ότι το εμπόρευμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ξανά κατά τρόπο σύμφωνο με τη λειτουργία του, αποκλείεται ο χαρακτηρισμός του ως αποβλήτου. Το ίδιο ισχύει για τα εμπορεύματα με δυσλειτουργίες ήσσονος σημασίας, που περιορίζουν επουσιωδώς μόνο τη λειτουργία, πράγμα που σημαίνει ότι τα εμπορεύματα μπορούν να πωληθούν χωρίς επισκευή, ενδεχομένως με μειωμένη τιμή.
41.
Εφόσον όμως διαπιστωθούν δυσλειτουργίες οι οποίες χρήζουν επισκευής, προκειμένου να μπορέσει το εμπόρευμα να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο σύμφωνο με τη λειτουργία του, τότε το εμπόρευμα συνιστά απόβλητο, διότι δεν υφίσταται η βεβαιότητα ότι ο έμπορος θα προβεί στην επισκευή. Το ζήτημα αν η επισκευή απαιτεί μικρή ή μεγάλη δαπάνη δεν έχει αποφασιστική σημασία, διότι εμπόρευμα το οποίο δεν λειτουργεί συνιστά βάρος και η χρήση για την οποία προορίζεται είναι αμφίβολη.
42.
Η επιβολή τέτοιας υποχρεώσεως ελέγχου και ενδεχομένως επισκευής στον έμπορο αποτελεί πρόσφορο, αναγκαίο και εύλογο μέτρο, καθότι ο έμπορος είναι εκείνος που αποφασίζει για την περαιτέρω τύχη των εμπορευμάτων που επιστράφηκαν ( 15 ). Στο ίδιο πνεύμα, επιχειρήσεις που παράγουν υποπροϊόντα, όπως θραύσματα πετρωμάτων και άμμο που δημιουργούνται από εργασίες εμπλουτισμού μεταλλεύματος προερχόμενου από την εκμετάλλευση ( 16 ) ή κοπριά στη γεωργία ( 17 ), υποχρεούνται να αποδείξουν ότι τα υποπροϊόντα δεν αποτελούν απόβλητα της παραγωγής.
43.
Τέλος, όσον αφορά ειδικά τη μεταφορά του επίμαχου εξοπλισμού, από την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει μία επιπλέον ένδειξη ότι η Tronex θα προέβαινε, μέσω της μεταφοράς, στην απόρριψη μέρους τουλάχιστον του εξοπλισμού. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, ορισμένα από τα αντικείμενα δεν ήταν συσκευασμένα. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αναμένεται ότι θα είχε παραμείνει άθικτος από τη μεταφορά.
44.
Ως ενδιάμεσο συμπέρασμα δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό εν προκειμένω ότι η μεταφορά μεγάλης παρτίδας ηλεκτρικού εξοπλισμού, ο οποίος επεστράφη από καταναλωτές και αγοράστηκε από εμπόρους λιανικής και προμηθευτές, πρέπει να θωρηθεί ως μεταφορά αποβλήτων κατά την έννοια του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων, εφόσον δεν έχει διαπιστωθεί ότι ο επιστραφείς εξοπλισμός λειτουργεί ή εφόσον ο εξοπλισμός δεν προστατεύεται κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο από ζημίες κατά τη μεταφορά. Αντιθέτως, ο εξοπλισμός ο οποίος περισσεύει και βρισκόταν στην αρχική του συσκευασία που δεν είχε ανοιχτεί, δεν μπορεί, ελλείψει συμπληρωματικών ενδείξεων, να θεωρηθεί ως απόβλητο.
Β. Επί της οδηγίας σχετικά με τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού
45.
Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή του όρου «απορρίπτω» είναι σύμφωνη με την οδηγία σχετικά με τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, η οποία πάντως δεν ετύγχανε ακόμη εφαρμογής κατά τον χρόνο της διεξαγωγής του ελέγχου στην Tronex στις 10 Φεβρουαρίου 2014. Οι Κάτω Χώρες μετέφεραν εμπροθέσμως την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο στις 14 Φεβρουαρίου 2014.
46.
Το παράρτημα VI, σημείο 1, της οδηγίας σχετικά με τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού προβλέπει απαιτήσεις διά των οποίων καθίσταται δυνατό να διακρίνεται ο ηλεκτρικός και ηλεκτρονικός εξοπλισμός από τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού στις περιπτώσεις που ο κάτοχος του αντικειμένου ισχυρίζεται ότι προτίθεται να αποστείλει ή αποστέλλει μεταχειρισμένο ηλεκτρικό εξοπλισμό και όχι απόβλητα ηλεκτρικού εξοπλισμού.
47.
Η διάκριση αυτή είναι ουσιαστική για την έννοια του αποβλήτου, διότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας για τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού ορίζει ως απόβλητα ηλεκτρικού εξοπλισμού τον εξοπλισμό που θεωρείται απόβλητο, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας για τα απόβλητα. Συνεπώς, σύμφωνα με το παράρτημα VI, σημείο 5, η μεταφορά ηλεκτρικού εξοπλισμού που δεν πληροί τις απαιτήσεις του παραρτήματος πρέπει να θεωρείται παράνομη μεταφορά αποβλήτων κατά την έννοια του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων.
48.
Από το παράρτημα VI της οδηγίας σχετικά με τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού προκύπτουν δύο βασικές απαιτήσεις, οι οποίες πρέπει να πληρούνται για να μην θεωρούνται ως μεταφορές αποβλήτων οι μεταφορές μεταχειρισμένου ηλεκτρικού εξοπλισμού. Πρώτον, πρέπει να διασφαλίζεται ότι ο εξοπλισμός λειτουργεί στο σύνολό του, όπως ορίζει ειδικότερα το σημείο 1, στοιχείο βʹ, καθώς και το σημείο 3, και, δεύτερον, ο εξοπλισμός πρέπει να προστατεύεται κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο από ζημίες κατά τη μεταφορά, όπως συνάγεται από το σημείο 1, στοιχείο δʹ, καθώς και από το σημείο 5. Μόνο σε περίπτωση που η μεταφορά πραγματοποιείται ειδικά προς τον σκοπό της επισκευής, επιτρέπεται, κατά το σημείο 2, η περιορισμένη λειτουργία του εξοπλισμού.
49.
Συνεπώς, οι προαναφερόμενες ρυθμίσεις της οδηγίας σχετικά με τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού κωδικοποιούν την ανωτέρω διαμορφωθείσα ερμηνεία της έννοιας του αποβλήτου όσον αφορά τον ηλεκτρικό εξοπλισμό ο οποίος επεστράφη ή δεν είχε προστατευθεί επαρκώς από ζημίες κατά τη μεταφορά.
Γ. Επί της εφαρμογής της παρούσας ερμηνείας της έννοιας του αποβλήτου στο πλαίσιο ποινικών κυρώσεων
50.
Περαιτέρω, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η ποινική κύρωση που προβλέπεται στο ολλανδικό δίκαιο συναρτάται προς την έννοια του αποβλήτου. Τούτο επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, από το δίκαιο της Ένωσης, καθότι το άρθρο 50 του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων απαιτεί την επιβολή αποτελεσματικών κυρώσεων σε περίπτωση παραβιάσεως των διατάξεων του κανονισμού. Για άλλες παραβάσεις της νομοθεσίας περί αποβλήτων, οι οποίες συναρτώνται επίσης με την έννοια του αποβλήτου, το άρθρο 36, παράγραφος 2, της οδηγίας για τα απόβλητα προβλέπει αντίστοιχη υποχρέωση.
51.
Εντούτοις, μπορεί κανείς να αμφιβάλλει για το αν η έννοια του αποβλήτου είναι αρκούντως ακριβής, ώστε να δικαιολογείται η επιβολή ποινικής κυρώσεως στην υπόθεση της κύριας δίκης. Συγκεκριμένα, η αρχή «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο» (nullum crimen, nulla poena sine lege), με τις απαιτήσεις της όσον αφορά την προβλεψιμότητα και τη σαφήνεια της εφαρμοστέας ποινικής νομοθεσίας, κατέχει σημαντική θέση τόσο στην έννομη τάξη της Ένωσης, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 49, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, όσο και στις εθνικές έννομες τάξεις ( 18 ).
52.
Η απαίτηση σαφούς νομοθετικής προβλέψεως, η οποία είναι συμφυής με την αρχή αυτή, συνεπάγεται ότι ο νόμος πρέπει να καθορίζει σαφώς τις αξιόποινες πράξεις και τις ποινές με τις οποίες τιμωρούνται οι πράξεις αυτές. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται όταν ο πολίτης έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει, με βάση το γράμμα της οικείας διατάξεως και, εν ανάγκη, με τη βοήθεια της ερμηνείας που δίδεται στη διάταξη αυτή από τα δικαστήρια, ποιες πράξεις και παραλείψεις συνεπάγονται την ποινική ευθύνη του ( 19 ).
53.
Όσον αφορά την έννοια του αποβλήτου, οι πολίτες είναι σε θέση να γνωρίζουν ότι το ζήτημα αν κάποιος απορρίπτει αντικείμενο πρέπει να κρίνεται λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης υποθέσεως και ότι ο όρος «απορρίπτω» πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Επιπλέον, υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις που έχουν αποτελέσει ήδη αντικείμενο νομολογίας ή τουλάχιστον είναι παραπλήσιες περιπτώσεων που έχουν αποτελέσει αντικείμενο της υφιστάμενης μέχρι σήμερα νομολογίας, ώστε να κρίνονται χωρίς αμφιβολία επί της βάσεως αυτής.
54.
Εντούτοις, για την υπό κρίση περίπτωση δεν υφίσταται ακόμη σχετική νομολογία. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δεν έχει ερμηνεύσει μέχρι σήμερα την έννοια του αποβλήτου ενόψει της μεταφοράς ελαττωματικού ή μη κατάλληλα συσκευασμένου εξοπλισμού.
55.
Κάθε δε συνετός επαγγελματίας μπορεί να γνωρίζει ότι εξοπλισμός ο οποίος δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πλέον λόγω σοβαρών δυσλειτουργιών ή του οποίου η επισκευή συνεπάγεται δυσανάλογες δαπάνες πρέπει να θεωρείται ως απόβλητο. Το ίδιο ισχύει για τα εμπορεύματα τα οποία αποστέλλονται χωρίς κατάλληλη προστασία από ζημίες κατά τη μεταφορά.
56.
Αντιθέτως, έως σήμερα –ενόσω τουλάχιστον η οδηγία για τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού δεν είχε μεταφερθεί πλήρως στο εσωτερικό δίκαιο– δεν είχε αποσαφηνιστεί πλήρως το ζήτημα αν τα εμπορεύματα πρέπει να θεωρούνται ως απόβλητα, απλώς και μόνον επειδή δεν ελέγχθηκε η λειτουργία τους ή δεν έγιναν επισκευές για την αποκατάσταση της λειτουργίας τους.
57.
Δεν είναι αναγκαίο –ή δυνατό– με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία να διευκρινιστεί αν τα έγγραφα όπως οι «κατευθυντήριες γραμμές για τους ανταποκριτές» που ανέφερε η Επιτροπή και η Tronex ( 20 ) μπορούν να μεταβάλουν την κατάσταση αυτή. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν διαθέτει στοιχεία σχετικά με το αν υπήρχαν έγγραφα κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι στις 10 Φεβρουαρίου 2014, ή αν έπρεπε μια επιχείρηση όπως η Tronex να γνωρίζει την ύπαρξή τους.
58.
Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να περιορίσει, για τους σκοπούς της θεμελίωσης του αξιοποίνου, τα διαχρονικά αποτελέσματα της προτεινόμενης από εμένα ερμηνείας της έννοιας του αποβλήτου όσον αφορά τα επιστραφέντα εμπορεύματα των οποίων δεν ελέγχθηκε η λειτουργία ή τα οποία δεν επισκευάστηκαν προς αποκατάσταση της λειτουργίας τους. Υπό το πρίσμα αυτό, η συγκεκριμένη ερμηνεία της έννοιας του αποβλήτου μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε περίπτωση επιβολής ποινικών κυρώσεων για παραβάσεις τελεσθείσες μετά την πλήρη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του παραρτήματος VI της οδηγίας για τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού ή τουλάχιστον μετά την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υπό κρίση υποθέσεως.
V. Πρόταση
59.
Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
Η μεταφορά μεγάλης παρτίδας επιστραφέντος από καταναλωτές ηλεκτρικού εξοπλισμού, ο οποίος αγοράστηκε από εμπόρους λιανικής και προμηθευτές, πρέπει να θεωρηθεί μεταφορά αποβλήτων κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) 1013/2006, για τις μεταφορές αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 255/2013, εφόσον δεν έχει διαπιστωθεί η ορθή λειτουργία του εξοπλισμού στο σύνολό του και εφόσον δεν έχουν ληφθεί κατάλληλα μέτρα προστασίας του συνόλου του εξοπλισμού από ζημιές κατά τη μεταφορά. Αντιθέτως, ηλεκτρικός εξοπλισμός ο οποίος περισσεύει και βρίσκεται μέσα στην αρχική συσκευασία που δεν έχει ανοιχθεί δεν πρέπει, ελλείψει συμπληρωματικών ενδείξεων, να θεωρηθεί απόβλητο.
Η προτεινόμενη εν προκειμένω ερμηνεία της έννοιας του αποβλήτου, όσον αφορά τα επιστραφέντα εμπορεύματα των οποίων δεν ελέγχθηκε η λειτουργία ή τα οποία δεν επισκευάστηκαν προς αποκατάσταση της λειτουργίας τους, πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις επιβολής ποινικών κυρώσεων για παραβάσεις οι οποίες τελέσθηκαν μετά την πλήρη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του παραρτήματος VI της οδηγίας 2012/19/ΕΕ, σχετικά με τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ΑΗΗΕ), ή τουλάχιστον μετά την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υπό κρίση υποθέσεως.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (ΕΕ 2008, L 312, σ. 3).
( 3 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για τις μεταφορές αποβλήτων (ΕΕ 2006, L 190, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 255/2013 της Επιτροπής, της 20ής Μαρτίου 2013 (ΕΕ 2013, L 79, σ. 19).
( 4 ) Οδηγία 2012/19/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, σχετικά με τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ΑΗΗΕ) (ΕΕ 2012, L 197, σ. 38).
( 5 ) Οδηγία 2006/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ 2006, L 114, σ. 9).
( 6 ) Αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 2000, ARCO Chemie Nederland κ.λπ. (C‑418/97 και C‑419/97, EU:C:2000:318, σκέψεις 41 και 70), της 18ης Δεκεμβρίου 2007, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑194/05, EU:C:2007:806, σκέψη 44), και της 3ης Οκτωβρίου 2013, Brady (C‑113/12, EU:C:2013:627, σκέψη 61).
( 7 ) Αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 2000, ARCO Chemie Nederland κ.λπ. (C‑418/97 και C‑419/97, EU:C:2000:318, σκέψεις 38 έως 40), της 24ης Ιουνίου 2008, Commune de Mesquer (C‑188/07, EU:C:2008:359, σκέψεις 38 και 39), και της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Shell Nederland και Belgian Shell (C‑241/12 και C‑242/12, EU:C:2013:821, σκέψη 38).
( 8 ) Αποφάσεις της 18ης Απριλίου 2002, Palin Granit και Vehmassalon kansanterveystyön kuntayhtymän hallitus (C‑9/00, EU:C:2002:232, σκέψη 37), και της 24ης Ιουνίου 2008, Commune de Mesquer (C‑188/07, EU:C:2008:359, σκέψη 56).
( 9 ) Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Shell Nederland και Belgian Shell (C‑241/12 και C‑242/12, EU:C:2013:821, σκέψη 42).
( 10 ) Αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 1990, Vessoso και Zanetti (C‑206/88 και C‑207/88, EU:C:1990:145, σκέψη 8), της 18ης Απριλίου 2002, Palin Granit και Vehmassalon kansanterveystyön kuntayhtymän hallitus (C‑9/00, EU:C:2002:232, σκέψη 29), και της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Shell Nederland και Belgian Shell (C‑241/12 και C‑242/12, EU:C:2013:821, σκέψη 50).
( 11 ) Απόφαση της 25ης Ιουνίου 1997, Tombesi κ.λπ. (C‑304/94, C‑330/94, C‑342/94 και C‑224/95, EU:C:1997:314, σκέψη 52).
( 12 ) Πρβλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Shell Nederland και Belgian Shell (C‑241/12 και C‑242/12, EU:C:2013:821, σκέψη 47).
( 13 ) Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Shell Nederland και Belgian Shell (C‑241/12 και C‑242/12, EU:C:2013:821, σκέψη 46).
( 14 ) Αποφάσεις της 18ης Απριλίου 2002, Palin Granit und Vehmassalon kansanterveystyön kuntayhtymän hallitus (C‑9/00, EU:C:2002:232, σκέψη 36), της 24ης Ιουνίου 2008, Commune de Mesquer (C‑188/07, EU:C:2008:359, σκέψη 44), και της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Shell Nederland και Belgian Shell (C‑241/12 και C‑242/12, EU:C:2013:821, σκέψη 53).
( 15 ) Πρβλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Brady (C‑113/12, EU:C:2013:627, σκέψη 64).
( 16 ) Απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, AvestaPolarit Chrome (C‑114/01, EU:C:2003:448, σκέψη 39).
( 17 ) Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Brady (C‑113/12, EU:C:2013:627, σκέψη 65).
( 18 ) Απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, M.A.S. και M.B. (C‑42/17, EU:C:2017:936, σκέψη 51).
( 19 ) Αποφάσεις της 3ης Μαΐου 2007, Advocaten voor de Wereld (C‑303/05, EU:C:2007:261, σκέψη 50), της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft (C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 162), και της 5ης Δεκεμβρίου 2017, M.A.S. και M.B. (C‑42/17, EU:C:2017:936, σκέψη 56), και αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 15ης Νοεμβρίου 1996, Cantoni κατά Γαλλίας (17862/91, CE:ECHR:1996:1115JUD001786291, § 29), της 22ας Ιουνίου 2000, Coëme κ.λπ. κατά Βελγίου (32492/96, 32547/96, 32548/96, 33209/96 και 33210/96, CE:ECHR:2000:0622JUD003249296 § 145), της 7ης Φεβρουαρίου 2002, E.K. κατά Τουρκίας (28496/95, CE:ECHR:2002:0207JUD002849695, § 51), και της 20ής Σεπτεμβρίου 2011, OAO Neftyanaya Kompaniya Yukos κατά Ρωσίας (14902/04, CE:ECHR:2011:0920JUD001490204, § 567).
( 20 ) Http:///environment/waste/shipments/guidance.htm, τελευταία προσπέλαση στις 31 Ιανουαρίου 2019.