ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
HENRIK SAUGMANDSGAARD ØE
της 24ης Ιανουαρίου 2019 ( 1 )
Υπόθεση C‑634/17
ReFood GmbH & Co KG
κατά
Landwirtschaftskammer Niedersachsen
[αίτηση του Verwaltungsgericht Oldenburg
(διοικητικού πρωτοδικείου Oldenburg, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Περιβάλλον – Μεταφορές αποβλήτων στο εσωτερικό της Ένωσης – Πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1013/2006 – Άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ – Πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1069/2009 – Μεταφορές ζωικών υποπροϊόντων»
1.
Έχοντας ως υπόβαθρο τη νομιμότητα μεταφοράς ζωικών υποπροϊόντων από τις Κάτω Χώρες στη Γερμανία, τα προδικαστικά ερωτήματα του Verwaltungsgericht Oldenburg (διοικητικού πρωτοδικείου Oldenburg, Γερμανία) παρέχουν στο Δικαστήριο την ευκαιρία να ερμηνεύσει για πρώτη φορά το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για τις μεταφορές αποβλήτων ( 2 ), βάσει του οποίου ο κανονισμός αυτός δεν εφαρμόζεται στις «μεταφορές οι οποίες υπόκεινται στις απαιτήσεις έγκρισης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 [ ( 3 )]», και, ως εκ τούτου, να οριοθετήσει το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1013/2006 ( 4 ).
2.
Μολονότι η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εγείρει ακανθώδη ζητήματα για τη σχέση μεταξύ διατάξεων του παράγωγου δικαίου, παρέχει επίσης στο Δικαστήριο τη δυνατότητα, παρά τον τεχνικό, σε κάποιο βαθμό, χαρακτήρα της, να διατυπώσει σημαντικές διευκρινίσεις όσον αφορά τις μεταφορές αποβλήτων και, ειδικότερα, τις μεταφορές ζωικών υποπροϊόντων.
3.
Επομένως, η απάντηση του Δικαστηρίου θα έχει πολύ συγκεκριμένες συνέπειες ως προς τις διαδικασίες που θα πρέπει να τηρούνται για τις μεταφορές ζωικών υποπροϊόντων κατηγορίας 3 εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ζήτημα αυτό, όμως, είναι κεφαλαιώδους σημασίας λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων στο περιβάλλον και στη δημόσια υγεία οι οποίες συνδέονται με την πολιτική διαχειρίσεως των αποβλήτων και των ζωικών ιδίως υποπροϊόντων ( 5 ).
4.
Στις παρούσες προτάσεις, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1013/2006 θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η επίμαχη μεταφορά ζωικών υποπροϊόντων κατηγορίας 3, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1069/2009 ( 6 ) και όχι στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1013/2006.
I. Το νομικό πλαίσιο
Α. Ο κανονισμός 1013/2006
5.
Οι αιτιολογικές σκέψεις 11 και 12 του κανονισμού 1013/2006 έχουν ως εξής:
«(11)
Είναι αναγκαίο να αποφευχθεί η επικάλυψη με τον κανονισμό [1774/2002], που περιέχει ήδη διατάξεις που καλύπτουν στο σύνολό τους την αποστολή, τη διοχέτευση και τη μετακίνηση (συλλογή, μεταφορά, χειρισμό, επεξεργασία, χρήση, αξιοποίηση ή διάθεση, τήρηση μητρώων, συνοδευτικά έγγραφα και ιχνηλασιμότητα) των ζωικών υποπροϊόντων εντός της Κοινότητας, καθώς και προς και από την Κοινότητα.
(12)
Η Επιτροπή θα πρέπει, μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, να υποβάλει έκθεση για τη σχέση μεταξύ της ισχύουσας τομεακής νομοθεσίας για την υγεία των ζώων και τη δημόσια υγεία και των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, και θα πρέπει, μέχρι την ημερομηνία αυτή, να υποβάλει τις αναγκαίες προτάσεις για την ευθυγράμμιση της εν λόγω νομοθεσίας με τον παρόντα κανονισμό, προκειμένου να επιτευχθεί ισοδύναμο επίπεδο ελέγχου.»
6.
Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«Εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού τα ακόλουθα:
[…]
δ)
οι μεταφορές οι οποίες υπόκεινται στις απαιτήσεις έγκρισης του κανονισμού [1774/2002]·
[…]».
7.
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, οι μεταφορές αποβλήτων προς διάθεση και αποβλήτων προς αξιοποίηση, εκ των οποίων οι δεύτερες εφόσον τα απόβλητα αυτά περιλαμβάνονται στον πορτοκαλί κατάλογο ( 7 ), υπόκεινται στη διαδικασία προηγούμενης γραπτής κοινοποιήσεως και συγκαταθέσεως την οποία προβλέπει ο κανονισμός 1013/2006. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, οι γενικές απαιτήσεις περί ενημερώσεως που ορίζονται στο άρθρο 18 του εν λόγω κανονισμού εφαρμόζονται οσάκις η μεταφορά αφορά ποσότητα που υπερβαίνει τα 20 κιλά μειγμάτων ορισμένων αποβλήτων ή ορισμένων μολυσμένων αποβλήτων.
Β. Η οδηγία 2008/98
8.
Οι αιτιολογικές σκέψεις 12 και 13 της οδηγίας 2008/98 έχουν ως εξής:
«(12)
Ο κανονισμός [1774/2002], προβλέπει, μεταξύ άλλων, αναλογικούς ελέγχους όσον αφορά τη συλλογή, τη μεταφορά, την επεξεργασία, τη χρήση και τη διάθεση όλων των ζωικών υποπροϊόντων, συμπεριλαμβανομένων αποβλήτων ζωικής προέλευσης έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ότι δεν θέτουν σε κίνδυνο την υγεία των ζώων και τη δημόσια υγεία. Κατά συνέπεια, είναι ανάγκη να αποσαφηνισθεί η σχέση με τον εν λόγω κανονισμό και να αποφευχθεί η επικάλυψη κανόνων με το να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας τα ζωικά υποπροϊόντα όταν προορίζονται για χρήσεις που δεν θεωρούνται ως εργασίες οι οποίες σχετίζονται με τα απόβλητα.
(13)
Υπό το πρίσμα της αποκτηθείσας από την εφαρμογή του κανονισμού [1774/2002] εμπειρίας, είναι σκόπιμο να αποσαφηνισθεί το πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας για τα απόβλητα και των διατάξεών της για τα επικίνδυνα απόβλητα όσον αφορά τα ζωικά υποπροϊόντα που υπάγονται στον κανονισμό [1774/2002]. Στις περιπτώσεις που τα ζωικά υποπροϊόντα συνιστούν δυνητικό κίνδυνο για την υγεία, η ενδεδειγμένη νομική πράξη για την αντιμετώπιση των εν λόγω κινδύνων είναι ο κανονισμός [1774/2002] και θα πρέπει να αποφεύγονται άσκοπες αλληλοεπικαλύψεις με τη νομοθεσία περί αποβλήτων.»
9.
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«Τα ακόλουθα εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, εφόσον καλύπτονται από άλλες κοινοτικές νομοθετικές πράξεις:
[…]
β)
ζωικά υποπροϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των μεταποιημένων προϊόντων που καλύπτονται από τον κανονισμό [1774/2002], εκτός από εκείνα που προορίζονται για αποτέφρωση, υγειονομική ταφή ή χρήση σε εγκαταστάσεις βιοαερίου ή κομποστοποίησης,
[…]».
Γ. Ο κανονισμός 1069/2009
10.
Οι αιτιολογικές σκέψεις 5, 6, 57 και 58 του κανονισμού 1069/2009 έχουν ως εξής:
«(5)
Χρειάζεται ένα συνεκτικό και συνολικό πλαίσιο κοινοτικών υγειονομικών κανόνων για τη συλλογή, τη μεταφορά, τον χειρισμό, τον μετασχηματισμό, τη μεταποίηση, την αποθήκευση, τη διάθεση στην αγορά, τη διανομή, τη χρήση ή την απόρριψη των ζωικών υποπροϊόντων.
(6)
Οι γενικοί αυτοί κανόνες θα πρέπει να είναι ανάλογοι με τον κίνδυνο που παρουσιάζουν τα ζωικά υποπροϊόντα για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων όταν οι επιχειρήσεις τα χειρίζονται κατά τα διάφορα στάδια της αλυσίδας, από τη συλλογή έως τη χρήση ή την απόρριψή τους. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη τους κινδύνους για το περιβάλλον κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αυτών. Το κοινοτικό πλαίσιο θα πρέπει να περιλαμβάνει υγειονομικούς κανόνες για τη διάθεση στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων του ενδοκοινοτικού εμπορίου και της εισαγωγής ζωικών υποπροϊόντων, κατά περίπτωση.
[…]
(57)
Για λόγους συνοχής της κοινοτικής νομοθεσίας, είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί η σχέση των κανόνων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό με την κοινοτική νομοθεσία για τα απόβλητα. Ειδικότερα, θα πρέπει να εξασφαλισθεί η συνέπεια με τις απαγορεύσεις για τις εξαγωγές αποβλήτων που καθορίζονται στον κανονισμό [1013/2006]. Προκειμένου να αποφευχθούν πιθανές αρνητικές επιπτώσεις για το περιβάλλον, θα πρέπει να απαγορευτεί η εξαγωγή ζωικών υποπροϊόντων και παράγωγων προϊόντων τους με σκοπό την απόρριψη με καύση και υγειονομική ταφή. Θα πρέπει επίσης να απαγορευτεί η εξαγωγή ζωικών υποπροϊόντων και παράγωγων προϊόντων τους, οσάκις σκοπός είναι να χρησιμοποιηθούν σε μονάδα παραγωγής βιοαερίου ή λιπασματοποίησης σε τρίτες χώρες που δεν είναι μέλη του ΟΟΣΑ, για να αποφευχθούν τυχόν αρνητικές επιπτώσεις για το περιβάλλον και κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων. Κατά την εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν την παρέκκλιση από την απαγόρευση εξαγωγών, η Επιτροπή υποχρεούται να σέβεται πλήρως τη [Σύμβαση της Βασιλείας] και την τροποποίηση της σύμβασης αυτής, όπως ορίζεται στην απόφαση ΙΙΙ/1 της συνδιάσκεψης των συμβαλλομένων μερών, όπως εγκρίθηκε, εξ ονόματος της Κοινότητας, με την απόφαση 97/640/ΕΚ του Συμβουλίου [ ( 8 )] και εφαρμόστηκε με τον κανονισμό [1013/2006].
(58)
Επιπλέον, θα πρέπει να εξασφαλισθεί ότι τα ζωικά υποπροϊόντα τα οποία έχουν αναμειχθεί ή μολυνθεί από επικίνδυνα απόβλητα, όπως αναφέρονται στην απόφαση 2000/532/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Μαΐου 2000, για αντικατάσταση της απόφασης 94/3/ΕΚ για τη θέσπιση καταλόγου αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο α) της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της απόφασης 94/904/ΕΚ του Συμβουλίου για την κατάρτιση καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παράγραφος 4 της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τα επικίνδυνα απόβλητα [ ( 9 )], εισάγονται, εξάγονται ή αποστέλλονται μόνον μεταξύ κρατών μελών σύμφωνα με τον κανονισμό [1013/2006]. Είναι επίσης αναγκαίο να καθορισθούν οι κανόνες που αφορούν την αποστολή του υλικού αυτού στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους.»
11.
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:
«Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στα ακόλουθα ζωικά προϊόντα:
[…]
ζ)
υπολείμματα τροφίμων, εκτός εάν:
[…]
iii)
προορίζονται για μεταποίηση με αποστείρωση υπό πίεση ή μεταποίηση με μεθόδους που προβλέπονται στο άρθρο 15 παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β), ή για μετασχηματισμό σε βιοαέριο ή λιπασματοποίηση·
[…]».
12.
Το άρθρο 8 του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα ακόλουθα:
«Τα υλικά της κατηγορίας 1 περιλαμβάνουν τα ακόλουθα ζωικά υποπροϊόντα:
[…]
στ)
υπολείμματα τροφίμων από μεταφορικά μέσα που εκτελούν διεθνείς μεταφορές·
[…]».
13.
Το άρθρο 10 του κανονισμού 1069/2009 προβλέπει τα εξής:
«Τα υλικά της κατηγορίας 3 περιλαμβάνουν τα ακόλουθα ζωικά υποπροϊόντα:
[…]
ιστ)
υπολείμματα τροφίμων, εκτός από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 8, στοιχείο στ).»
14.
Το άρθρο 48, παράγραφοι 1 έως 6, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«1. Οσάκις υπεύθυνος επιχείρησης σκοπεύει να αποστείλει υλικά της κατηγορίας 1, υλικά της κατηγορίας 2 και κρεατάλευρα και οστεάλευρα ή ζωικό λίπος που παράγεται από υλικά της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 σε άλλο κράτος μέλος, πληροφορεί σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προελεύσεως και την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προορισμού.
Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προορισμού αποφασίζει ως εξής σχετικά με την αίτηση του υπευθύνου εντός ορισμένης χρονικής περιόδου:
α)
αρνείται την παραλαβή του φορτίου·
β)
αποδέχεται το φορτίο χωρίς όρους· ή
γ)
αποδέχεται την παραλαβή του φορτίου με τους ακόλουθους όρους:
i)
εάν τα παράγωγα προϊόντα δεν έχουν υποβληθεί σε αποστείρωση υπό πίεση, υποβάλλονται υποχρεωτικά στην επεξεργασία αυτή· ή
ii)
τα ζωικά υποπροϊόντα ή τα παράγωγα προϊόντα πρέπει να συμμορφώνονται με οποιουσδήποτε όρους αφορούν την αποστολή του φορτίου οι οποίοι δικαιολογούνται για την προστασία της δημόσιας υγείας και της υγείας των ζώων, για να εξασφαλίζεται ότι ο χειρισμός των ζωικών προϊόντων και των παράγωγων προϊόντων γίνεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.
2. Μορφότυπα για τις αιτήσεις υπευθύνων επιχείρησης μνεία των οποίων γίνεται στην παράγραφο 1 μπορούν να εγκρίνονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 3.
3. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προορισμού, μέσω του συστήματος Traces, σύμφωνα με την απόφαση 2004/292/ΕΚ [της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του συστήματος TRACES και την τροποποίηση της απόφασης 92/486/ΕΟΚ ( 10 )], για την αναχώρηση κάθε αποστολής προς το κράτος μέλος προορισμού σχετικά με:
α)
τα ζωικά υποπροϊόντα ή τα παράγωγα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1·
β)
τη μεταποιημένη ζωική πρωτεΐνη που είναι παράγωγο προϊόν υλικών της κατηγορίας 3.
Όταν πληροφορείται την αποστολή η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προορισμού, ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης για την άφιξη κάθε αποστολής μέσω του συστήματος Traces.
4. Τα υλικά της κατηγορίας 1 και 2, τα κρεατάλευρα και οστεάλευρα και το ζωικό λίπος που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μεταφέρονται απευθείας στην εγκατάσταση ή μονάδα προορισμού, η οποία πρέπει να είναι καταχωρισμένη σε μητρώο ή εγκεκριμένη σύμφωνα με τα άρθρα 23, 24 και 44 ή, στην περίπτωση κόπρου, στο αγρόκτημα προορισμού.
5. Όταν τα ζωικά υποπροϊόντα ή τα παράγωγα προϊόντα τους αποστέλλονται σε άλλο κράτος μέλος μέσω του εδάφους τρίτης χώρας, η εν λόγω αποστολή σφραγίζεται στο κράτος μέλος προέλευσης και συνοδεύεται από υγειονομικό πιστοποιητικό.
Οι σφραγισμένες αποστολές εισέρχονται εκ νέου στην Κοινότητα μόνο μέσω συνοριακού σταθμού επιθεώρησης σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς ( 11 )].
6. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 έως 5, τα ζωικά υποπροϊόντα ή τα παράγωγα προϊόντα τους που αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους και τα οποία έχουν αναμειχθεί ή μολυνθεί με οιαδήποτε απόβλητα που χαρακτηρίζονται ως επικίνδυνα στην απόφαση [2000/532] αποστέλλονται σε άλλα κράτη μέλη μόνο υπό τις προϋποθέσεις των απαιτήσεων του κανονισμού [1013/2006].»
15.
Το άρθρο 54 του ίδιου κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Ο κανονισμός [1774/2002] καταργείται με ισχύ από τις 4 Μαρτίου 2011.
Οι παραπομπές στον κανονισμό [1774/2002] λογίζονται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που περιέχεται στο παράρτημα.»
II. Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
16.
Στις 7 Απριλίου 2014, φορτηγό οδηγούμενο από μέλος του προσωπικού της ReFood GmbH & Co. KG, προσφεύγουσας της κύριας δίκης, το οποίο ήταν φορτωμένο με ζωικά υποπροϊόντα κατηγορίας 3, κατά την έννοια του κανονισμού 1069/2009, που είχαν συλλεχθεί στις Κάτω Χώρες, υποβλήθηκε σε έλεγχο από τη γερμανική αστυνομία ενώ τα προϊόντα αυτά μεταφέρονταν στις εγκαταστάσεις της ReFood στη Γερμανία για περαιτέρω επεξεργασία και εν συνεχεία για αξιοποίηση σε μονάδα παραγωγής βιοαερίου, που βρίσκεται επίσης στη Γερμανία.
17.
Κατόπιν του ελέγχου αυτού, το Landwirtschaftskammer Niedersachsen (Γεωργικό Επιμελητήριο Κάτω Σαξονίας, Γερμανία), καθού της κύριας δίκης, υποχρέωσε τη ReFood να επιστρέψει τα εν λόγω απόβλητα στις Κάτω Χώρες, με την αιτιολογία ότι, για τη μεταφορά των επίμαχων αποβλήτων, ήταν αναγκαία η διαδικασία κοινοποιήσεως, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1013/2006.
18.
Στις 16 Ιουλίου 2014, η ReFood άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της διαταγής Γεωργικού Επιμελητηρίου Κάτω Σαξονίας.
19.
Το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει ότι, σε περίπτωση παράνομης μεταφοράς αποβλήτων, για την οποία δεν έχει υποβληθεί καμία κοινοποίηση, η αρμόδια εθνική αρχή μπορεί, δυνάμει του Gesetz zur Ausführung der Verordnung (EG) Nr. 1013/2006 des Europäischen Parlaments und des Rates vom 14. Juni 2006 über die Verbringung von Abfällen und des Basler Übereinkommens vom 22. März 1989 über die Kontrolle der grenzüberschreitenden Verbringung gefährlicher Abfälle und ihrer Entsorgung (νόμου περί εκτελέσεως του κανονισμού 1013/2006 και της Συμβάσεως της Βασιλείας) ( 12 ), της 19ης Ιουλίου 2007, να εκδώσει τις απαραίτητες διαταγές προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα εν λόγω απόβλητα θα παραλαμβάνονται από το πρόσωπο που είναι υποχρεωμένο να προβεί στην κοινοποίηση δυνάμει του άρθρου 2, σημείο 15, του κανονισμού 1013/2006.
20.
Προσθέτει, ωστόσο, ότι, εάν η εν λόγω μεταφορά εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, αυτού, τότε δεν μπορεί να εκδοθεί τέτοια διαταγή.
21.
Μολονότι η νομιμότητα της διαταγής που είχε εκδοθεί για τη ReFood εξαρτάται από το κατά πόσον η μεταφορά των εν λόγω αποβλήτων εμπίπτει στις διατάξεις του κανονισμού 1013/2006 και υπόκειται σε διαδικασία κοινοποιήσεως βάσει του κανονισμού αυτού, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ούτε η νομολογία του Δικαστηρίου ούτε οι προπαρασκευαστικές εργασίες του κανονισμού αυτού του παρέχουν τη δυνατότητα να προσδιορίσει την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του εν λόγω κανονισμού.
22.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Verwaltungsgericht Oldenburg (διοικητικό πρωτοδικείο Oldenburg) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχει [το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1013/2006] την έννοια ότι εξαιρούνται από την εφαρμογή του κανονισμού όλες οι μεταφορές που κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 1069/2009 εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του τελευταίου αυτού κανονισμού;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
2)
Έχει η διάταξη αυτή την έννοια ότι εξαιρούνται οι μεταφορές για τις οποίες υφίστανται ρυθμίσεις σχετικά με τη συλλογή, τη μεταφορά, την ταυτοποίηση και την ιχνηλασιμότητα βάσει του κανονισμού 1069/2009, σε συνδυασμό με τον κανονισμό (ΕΕ) 142/2011 της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 2011, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί υγειονομικών κανόνων για ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο και για την εφαρμογή της οδηγίας 97/78/ΕΚ του Συμβουλίου όσον αφορά ορισμένα δείγματα και τεμάχια που εξαιρούνται από κτηνιατρικούς ελέγχους στα σύνορα οι οποίοι αναφέρονται στην εν λόγω οδηγία (ΕΕ 2011, L 54, σ. 1);
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα:
3)
Έχει η διάταξη αυτή την έννοια ότι εξαιρούνται από την εφαρμογή του κανονισμού μόνον οι μεταφορές για τις οποίες απαιτείται έγκριση δυνάμει του άρθρου 48, παράγραφος 1, του κανονισμού 1069/2009;»
III. Ανάλυση
23.
Φρονώ ότι είναι σημαντικό να επισημανθούν, εισαγωγικώς, δύο στοιχεία.
24.
Αφενός, δεν αμφισβητείται ότι τα επίμαχα προϊόντα είναι υπολείμματα τροφίμων, τα οποία πρέπει, στο μέτρο που δεν προέρχονται από μεταφορικά μέσα που εκτελούν διεθνείς μεταφορές, να χαρακτηρισθούν ως ζωικά υποπροϊόντα κατηγορίας 3 σύμφωνα με το άρθρο 10, στοιχείο ιστʹ, του κανονισμού 1069/2009. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, σημείο iii, του κανονισμού 1069/2009, υπολείμματα τροφίμων τα οποία αποτελούνται από ζωικά υποπροϊόντα και προορίζονται για μετασχηματισμό σε βιοαέριο, αποστείρωση ή λιπασματοποίηση, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού.
25.
Αφετέρου, τα τρία προδικαστικά ερωτήματα δεν προσφέρονται για διαδοχική εξέταση, αλλά απαιτείται, αντιθέτως, ανάλυσή τους από κοινού.
26.
Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν η φράση «μεταφορές [αποβλήτων] οι οποίες υπόκεινται στις απαιτήσεις έγκρισης του κανονισμού [1774/2002]», την οποία χρησιμοποίησε ο νομοθέτης της Ένωσης στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1013/2006, πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού όλες οι μεταφορές που αφορά ο κανονισμός 1069/2009 ή μόνον ορισμένες εξ αυτών, οι οποίες πληρούν τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις που περιέχονται σε αυτόν τον τελευταίο.
27.
Στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, η ερμηνεία του Δικαστηρίου θα καθορίσει τη δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού 1013/2006 και, κατά συνέπεια, τη δυνατότητα εφαρμογής της διαδικασίας κοινοποιήσεως, η οποία προβλέπεται για απόβλητα, όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη, στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού.
28.
Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, θα εξετάσω αν η μεταφορά αποβλήτων όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη, ήτοι ζωικά υποπροϊόντα κατηγορίας 3, από τις Κάτω Χώρες στη Γερμανία υπόκειται ή όχι στην εν λόγω διαδικασία κοινοποιήσεως.
29.
Όσον αφορά την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα αυτό, απαιτείται εν τέλει να προσδιορισθεί εάν η εν λόγω μεταφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1069/2009, το οποίο ρυθμίζει αποκλειστικώς τα ζωικά υποπροϊόντα καθώς και τις μεταφορές τέτοιων προϊόντων, ή στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1013/2006, το οποίο καθορίζει τους όρους νόμιμης μεταφοράς ζωικών υποπροϊόντων με εξαίρεση τις «μεταφορές οι οποίες υπόκεινται στις απαιτήσεις έγκρισης του κανονισμού [1774/2002]».
30.
Συναφώς, ευθύς εξαρχής σημειώνω, όπως και η Επιτροπή, ότι, δεδομένου ότι ο κανονισμός 1013/2006 δεν ορίζει τη σημασία της φράσεως αυτής, το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του κανονισμού αυτού δεν επιλύει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο το ζήτημα του οποίου έχει επιληφθεί το Δικαστήριο ( 13 ).
31.
Επιπλέον, η φράση αυτή δεν μνημονεύεται στους κανονισμούς 1774/2002 και 1069/2009.
32.
Αφενός, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κανονισμός 1774/2002 δεν εξαρτούσε τη μεταφορά ή την παροχή ζωικών υποπροϊόντων από οποιαδήποτε έγκριση ( 14 ). Ειδικότερα, το άρθρο 8 του κανονισμού 1774/2002 δεν απαιτούσε «έγκριση» για τη μεταφορά ζωικών υποπροϊόντων ( 15 ).
33.
Αφετέρου, οι τυποποιημένες απαιτήσεις του κανονισμού 1069/2009 δεν είναι απαλλαγμένες αμφισημίας.
34.
Ειδικότερα, οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις του κανονισμού αυτού δεν παρέχουν τη δυνατότητα να καταστεί απολύτως σαφές το νόημά του. Εξάλλου, το γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στηρίζεται στην απόδοση του κανονισμού 1069/2009 στη γερμανική γλώσσα καταδεικνύει, κατά μείζονα λόγο, την αμφισημία των όρων του εν λόγω κανονισμού.
35.
Ως εκ τούτου, η άποψη του Γεωργικού Επιμελητηρίου Κάτω Σαξονίας, σύμφωνα με την οποία η μεταφορά των εν λόγω αποβλήτων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1013/2006 και πρέπει να κοινοποιείται, στηρίζεται, όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία, στην παραδοχή ότι, δεδομένου ότι το άρθρο 48, παράγραφος 2, του κανονισμού 1069/2009 αναφέρεται σε «αιτήσεις εγκρίσεως» για την αποστολή ορισμένων ζωικών υποπροϊόντων κατηγοριών 1 ή 2, εξαιρώντας τα ζωικά υποπροϊόντα κατηγορίας 3, τα τελευταία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1013/2006.
36.
Ωστόσο, η απόδοση στη γερμανική γλώσσα του άρθρου 48, παράγραφος 2, του κανονισμού 1069/2009 αφορά τις «Formate für Anträge auf Zulassung», κατά κυριολεξία «μορφότυπα για τις αιτήσεις εγκρίσεως», ενώ, για παράδειγμα, οι αποδόσεις στην ισπανική, τη δανική, την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα χρησιμοποιούν αντίστοιχα τις φράσεις «Formatos para las solicitudes», «formater for ansøgninger», «formatos for applications» και «modèles pour les demandes», που αναφέρονται σε μορφότυπα για τις «αιτήσεις» και όχι για τις αιτήσεις «εγκρίσεως».
37.
Πέραν του γεγονότος ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η διατύπωση που χρησιμοποιείται σε μία από τις γλωσσικές αποδόσεις διατάξεως του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να αποτελεί τη μοναδική βάση για την ερμηνεία της διατάξεως αυτής ούτε μπορεί να της αναγνωρισθεί, προς τον σκοπό αυτό, υπεροχή έναντι των λοιπών γλωσσικών αποδόσεων ( 16 ), φρονώ ότι η άποψη του Γεωργικού Επιμελητηρίου Κάτω Σαξονίας, σύμφωνα με την οποία η μεταφορά των αποβλήτων της κύριας δίκης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1013/2006, δεν είναι πειστική.
38.
Κατά την άποψή μου, η ερμηνεία αυτή προσκρούει σε πλείονα μείζονος σημασίας επιχειρήματα, τα οποία βασίζονται στις προπαρασκευαστικές εργασίες, στο πνεύμα, στην οικονομία και στον σκοπό των κανονισμών 1013/2006 και 1069/2009.
39.
Πρώτον, και γενικώς, εκτιμώ ότι εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι, θεσπίζοντας τομεακές νομοθεσίες, ο νομοθέτης της Ένωσης κατέστησε σαφή τη βούλησή του να προβλέψει ιδιαίτερη ρύθμιση για συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων ή αποβλήτων.
40.
Συναφώς, ο κανονισμός 1069/2009 αποτελεί τομεακή νομοθεσία η οποία, όπως και ο κανονισμός 1774/2002, ορίζει τους κανόνες για την παροχή και τη μεταφορά των ζωικών υποπροϊόντων και λαμβάνει υπόψη, ως εκ της φύσεώς του, τα χαρακτηριστικά τους, έχοντας υπόψη, για παράδειγμα, τους ιδιαίτερους κινδύνους που ενέχουν ( 17 ). Κατά συνέπεια, η νομοθεσία αυτή, κατ’ αρχήν, δεν έχει σκοπό να ρυθμίσει πλήρως και αποκλειστικώς τα υποπροϊόντα αυτά ( 18 ).
41.
Ομοίως, το Δικαστήριο έχει σαφώς αποφανθεί, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των προηγούμενων νομοθετημάτων περί αποβλήτων, ότι «η οδηγία 94/62[/ΕΚ ( 19 )] πρέπει να θεωρηθεί ειδικός νόμος (lex specialis) σε σχέση με την οδηγία 75/442[/ΕΟΚ ( 20 )], με συνέπεια οι διατάξεις της να υπερισχύουν των διατάξεων της τελευταίας αυτής οδηγίας στις περιπτώσεις τις οποίες ρυθμίζει ειδικώς» ( 21 ).
42.
Εξ αυτού συνάγεται ότι, για το Δικαστήριο, μια τομεακή νομοθεσία μπορεί να υπερισχύσει της γενικής νομοθεσίας για τα απόβλητα.
43.
Η θέση αυτή, κατά τη γνώμη μου, ενισχύεται από τις εξαιρέσεις που ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε στην οδηγία 2008/98, οδηγία-πλαίσιο για τα απόβλητα, καθώς και από τη σχέση μεταξύ της οδηγίας αυτής και των ειδικών τομεακών νομοθεσιών.
44.
Έτσι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/98, τα ζωικά υποπροϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των μεταποιημένων προϊόντων τα οποία καλύπτονται από τον κανονισμό 1774/2002, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας. Η εξαίρεση αυτή καταδεικνύει τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να εξαιρέσει μια ορισμένη κατηγορία αποβλήτων, τα ζωικά υποπροϊόντα, από το πεδίο εφαρμογής της γενικής ρυθμίσεως στον τομέα αυτό ( 22 ).
45.
Δεύτερον, η ερμηνεία σύμφωνα με την οποία τα ζωικά υποπροϊόντα και η μεταφορά τους, κατ’ αρχήν, διέπονται αποκλειστικώς από τις τομεακές διατάξεις, εν προκειμένω τον κανονισμό 1069/2009, προκύπτει από τις θέσεις που υιοθέτησαν τα θεσμικά όργανα κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες του κανονισμού 1013/2006.
46.
Παρατηρώ, συναφώς, ότι το άρθρο 1, παράγραφος 6, πρώτο εδάφιο, της προτάσεως της Επιτροπής που οδήγησε στην έκδοση του εν λόγω κανονισμού ( 23 ) προέβλεπε ότι εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων οι μεταφορές αποβλήτων που καλύπτονται από τον κανονισμό 1774/2002 «οι οποίες υπόκεινται σε παρεμφερείς ή αυστηρότερες διαδικαστικές διατάξεις στον εν λόγω κανονισμό και σε άλλη συναφή κοινοτική νομοθεσία που αφορά την υγεία των ζώων και τη δημόσια υγεία».
47.
Ωστόσο, οι τροποποιήσεις που επέφερε στην πρόταση αυτή το Συμβούλιο οι οποίες οδήγησαν στη διατύπωση του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1013/2006 ( 24 ) εξελήφθη από την Επιτροπή ως πλήρης εξαίρεση των ζωικών υποπροϊόντων από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για τις μεταφορές αποβλήτων ( 25 ). Τούτο προκύπτει σαφέστατα από την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 251, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου ενόψει της έκδοσης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις μεταφορές αποβλήτων, στην οποία ανέφερε ότι «[τ]ο Συμβούλιο επέφερε ορισμένες επιπρόσθετες αλλαγές στην πρόταση. Η σημαντικότερη από αυτές είναι ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο δ), εξαιρεί πλήρως τα ζωικά υποπροϊόντα από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού» ( 26 ).
48.
Κατά συνέπεια, όπως ορθώς τόνισε η Ολλανδική Κυβέρνηση, οι προπαρασκευαστικές εργασίες του κανονισμού 1013/2006 καταδεικνύουν ότι το Συμβούλιο επιθυμούσε τα ζωικά υποπροϊόντα να εξαιρεθούν πλήρως από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1013/2006, ανεξάρτητα από το ζήτημα της ισοδυναμίας των διαδικασιών μεταφοράς που προβλέπονται από τον κανονισμό 1774/2002.
49.
Τρίτον, η ερμηνεία που προτείνεται από το Γεωργικό Επιμελητήριο Κάτω Σαξονίας κλονίζεται από την εξέλιξη της νομοθεσίας για τα ζωικά υποπροϊόντα και από την αυξανόμενη συνοχή μεταξύ της νομοθεσίας αυτής και του κανονισμού 1013/2006.
50.
Πράγματι, το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1013/2006 δεν διευκρινίζει ποιας εγκρίσεως προβλεπομένης στον κανονισμό 1774/2002 γίνεται μνεία, ενώ, όπως προκύπτει από το σημείο 32 των παρουσών προτάσεων, ο τελευταίος δεν εξαρτούσε τη μεταφορά ζωικών υποπροϊόντων από οποιαδήποτε έγκριση.
51.
Ως εκ τούτου, ήδη από την έκδοση του κανονισμού 1013/2006, η συνοχή μεταξύ της νομοθεσίας για τα ζωικά υποπροϊόντα και αυτού του τελευταίου ήταν αμφισβητούμενη.
52.
Ωστόσο, η νομοθετική εξέλιξη στον τομέα ζωικών υποπροϊόντων συνοδεύεται από αυξανόμενη συνοχή μεταξύ των νομοθεσιών αυτών.
53.
Ειδικότερα, ενώ ο νομοθέτης της Ένωσης, κατά τη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση του κανονισμού 1069/2009, είχε κατ’ ανάγκην υπόψη τις διατάξεις του κανονισμού 1013/2006, τόσο οι διατάξεις του κανονισμού 1069/2009 όσο και οι αιτιολογικές του σκέψεις μαρτυρούν τη βούληση του νομοθέτη να διασφαλίσει, αν όχι να δημιουργήσει, ορισμένη συνοχή μεταξύ του κανονισμού αυτού και του κανονισμού 1013/2006.
54.
Με τις αιτιολογικές σκέψεις 5 και 6 του κανονισμού 1069/2009 διευκρινίζεται ότι οι κανόνες για τα ζωικά υποπροϊόντα θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους κινδύνους για το περιβάλλον που ενέχουν τα προϊόντα αυτά και αποτελούν ένα συνεκτικό και συνολικό πλαίσιο ιδίως όσον αφορά τη μεταφορά των εν λόγω προϊόντων. Ο νομοθέτης της Ένωσης έχει, εξάλλου, εκθέσει με σαφήνεια στις αιτιολογικές σκέψεις 57 και 58 του κανονισμού αυτού ότι, «[γ]ια λόγους συνοχής της κοινοτικής νομοθεσίας, [ήταν] αναγκαίο να διευκρινισθεί η σχέση των κανόνων που καθορίζονται στον [εν λόγω] κανονισμό με την κοινοτική νομοθεσία για τα απόβλητα» και, ειδικότερα, ότι τα ζωικά υποπροϊόντα τα οποία έχουν αναμειχθεί ή μολυνθεί από επικίνδυνα απόβλητα θα πρέπει να εισάγονται, εξάγονται ή αποστέλλονται μόνον μεταξύ κρατών μελών σύμφωνα με τον κανονισμό 1013/2006.
55.
Οι ενδείξεις αυτές, όπως περιελήφθησαν στο άρθρο 48 του κανονισμού 1069/2009, καταδεικνύουν τη σαφή βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να υπαγάγει κατ’ αρχήν τα ζωικά υποπροϊόντα αποκλειστικά σε αυτόν τον τελευταίο.
56.
Από την a contrario ερμηνεία του άρθρου 48, παράγραφος 6, του κανονισμού 1069/2009, αντίστοιχο του οποίου δεν υφίστατο στον κανονισμό 1774/2002, προκύπτει ότι η μεταφορά ζωικών υποπροϊόντων κατηγορίας 3 διέπεται αποκλειστικώς από τον κανονισμό αυτό. Πράγματι, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή προβλέπει ότι τα ζωικά υποπροϊόντα τα οποία έχουν αναμειχθεί ή μολυνθεί από επικίνδυνα απόβλητα αποστέλλονται σε άλλα κράτη μέλη μόνον υπό τις προϋποθέσεις των διατάξεων του κανονισμού 1013/2006, πρέπει να συναχθεί, όπως υποστηρίζει η ReFood, ότι οι λοιπές μεταφορές ζωικών υποπροϊόντων δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του τελευταίου αυτού κανονισμού.
57.
Επομένως, όπως αναγνώρισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων είναι σαφώς καθορισμένο και, πλην ρητής εξαιρέσεως, η μεταφορά ζωικών υποπροϊόντων εμπίπτει αποκλειστικώς στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1069/2009.
58.
Τέταρτον, η προσέγγιση αυτή, κατά τη γνώμη μου, επιρρωννύεται από την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1013/2006, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 11 του κανονισμού αυτού ( 27 ).
59.
Σύμφωνα με την αιτιολογική αυτή σκέψη, αφενός, είναι αναγκαίο να αποφευχθεί η επικάλυψη με τον κανονισμό 1774/2002 και, αφετέρου, ο κανονισμός αυτός είχε προβλεφθεί από τον νομοθέτη της Ένωσης ως ολοκληρωμένη νομοθεσία για τα ζωικά υποπροϊόντα ( 28 ).
60.
Ως εκ τούτου, το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1013/2006, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της ανάγκης, που εκφράζεται στην αιτιολογική σκέψη 11 του εν λόγω κανονισμού, να αποφευχθεί η επικάλυψη μεταξύ αυτού και της νομοθεσίας για τα ζωικά υποπροϊόντα με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να αποκλείσει πλήρως τις μεταφορές ζωικών υποπροϊόντων από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1013/2006, για τον λόγο, μεταξύ άλλων, ότι ο κανονισμός 1774/2002 αποτελούσε πλήρη και αυτοτελή ρύθμιση στον τομέα αυτό ( 29 ).
61.
Η ερμηνεία που προτείνει η Αυστριακή Κυβέρνηση, σύμφωνα με την οποία τα ζωικά υποπροϊόντα κατηγορίας 3, δεδομένου ότι δεν καλύπτονται από το άρθρο 48, παράγραφος 1, του κανονισμού 1069/2009, θα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1013/2006, δεν λαμβάνει υπόψη την αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού 1013/2006.
62.
Πράγματι, αντί να αποτρέπει την επικάλυψη μεταξύ των κανονισμών 1013/2006 και 1069/2009, η ερμηνεία αυτή συνεπάγεται, αντιθέτως, ότι ορισμένα ζωικά υποπροϊόντα θα υπόκεινται στις διατάξεις των δύο αυτών κανονισμών.
63.
Συναφώς, κατά τη γνώμη μου δεν έχει καθοριστική σημασία το γεγονός ότι οι κανονισμοί 1013/2006 και 1069/2009 επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς, την προστασία του περιβάλλοντος ( 30 ) και την προστασία της δημόσιας υγείας και της υγείας των ζώων ( 31 ).
64.
Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μεταφορά ζωικών αλεύρων, η οποία κατ’ αρχήν εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 259/93, πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κανονισμού 1774/2002, λαμβανομένων υπόψη των περιβαλλοντικών κινδύνων και των κινδύνων για την υγεία που προκύπτουν από μια τέτοια μεταφορά ( 32 ).
65.
Η συλλογιστική αυτή δεν δικαιολογεί, κατά τη γνώμη μου, διαφορετική ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1013/2006 από αυτήν που εξετέθη μέχρι τούδε, δεδομένου ότι ο κανονισμός 1069/2009 υπάγει τις μεταφορές ζωικών υποπροϊόντων που είναι ικανές να βλάψουν το περιβάλλον ( 33 ) στις αυστηρότερες διατάξεις του κανονισμού 1013/2006 ( 34 ).
66.
Πέμπτον, η ερμηνεία την οποία προτείνει το Γεωργικό Επιμελητήριο Κάτω Σαξονίας έχει, όπως ορθώς επισήμαναν η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, παράδοξο αποτέλεσμα.
67.
Πράγματι, το να θεωρηθεί ότι τα ζωικά υποπροϊόντα κατηγορίας 3 εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1013/2006 έχει ως αποτέλεσμα να εφαρμόζονται αυστηρότεροι κανόνες σε προϊόντα που είναι λιγότερο επικίνδυνα, δεδομένου ότι τα ζωικά υποπροϊόντα κατηγορίας 3, σύμφωνα με τον κανονισμό 1069/2009 ( 35 ), είναι εξ ορισμού λιγότερο επιβλαβή για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων από τα προϊόντα κατηγορίας 1 και 2 ( 36 ).
68.
Ομοίως, η ερμηνεία της Επιτροπής, η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 23 και 24 του κανονισμού 1069/2009, δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να γίνει δεκτή καθόσον, όπως υπογράμμισε η ReFood κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από το γράμμα ούτε από την οικονομία των εν προκειμένω επίμαχων κανονισμών.
69.
Η Επιτροπή διατείνεται, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1013/2006 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο κανονισμός αυτός δεν εφαρμόζεται στις μεταφορές ζωικών υποπροϊόντων οι οποίες πραγματοποιούνται από υπευθύνους επιχειρήσεων, μονάδες ή εγκαταστάσεις που έχουν καταχωρισθεί ή εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 ή το άρθρο 24 του κανονισμού 1069/2009 ή προορίζονται σε υπευθύνους επιχειρήσεων, μονάδες ή εγκαταστάσεις που έχουν καταχωρισθεί ή εγκριθεί σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, αν τηρηθούν οι κανόνες του κανονισμού 1069/2009.
70.
Η Επιτροπή θεωρεί, λαμβανομένης υπόψη της αιτιολογικής σκέψεως 11 του κανονισμού 1013/2006 και των αιτιολογικών σκέψεων 5 και 6 του κανονισμού 1069/2009, ότι ο πρώτος κανονισμός δεν θα εφαρμόζεται στη μεταφορά των ζωικών υποπροϊόντων όταν η ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος λαμβάνεται ήδη δεόντως υπόψη, δεδομένου ότι τηρούνται οι διατάξεις του κανονισμού 1069/2009. Στο μέτρο που ο κανονισμός 1069/2009 προβλέπει τους κανόνες που εφαρμόζονται στους υπευθύνους επιχειρήσεων, στις εγκαταστάσεις και στις μονάδες που εμπίπτουν στα άρθρα 23 και 24 του εν λόγω κανονισμού, δεν είναι αναγκαίο να εφαρμόζεται ο κανονισμός 1013/2006 στις μεταφορές μεταξύ των υπευθύνων επιχειρήσεων, των εγκαταστάσεων και των μονάδων που έχουν εγκριθεί ή καταχωρισθεί σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι λοιπές απαιτήσεις του κανονισμού 1069/2009.
71.
Κατ’ αρχάς, η ερμηνεία αυτή έχει ως αποτέλεσμα να παραβλέπει τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης, η οποία αποτυπώνεται σαφώς στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας, να εξαιρεθούν τα ζωικά υποπροϊόντα από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1013/2006.
72.
Στη συνέχεια, φρονώ ότι με μια τέτοια ερμηνεία, η Επιτροπή επιδιώκει να επιβάλει τη θέση που είχε υποστηρίξει κατά τη διαδικασία εκδόσεως του κανονισμού 1013/2006 ( 37 ), μολονότι η θέση αυτή δεν έγινε δεκτή από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.
73.
Τέλος, μια τέτοια ερμηνεία, κατά τη γνώμη μου, θα δημιουργούσε ανασφάλεια δικαίου.
74.
Αφενός, προϋποθέτει ότι οι επιχειρήσεις, για κάθε μεταφορά ζωικών υποπροϊόντων, αξιολογούν εάν οι διατάξεις του κανονισμού 1069/2009 είναι επαρκώς προστατευτικές του περιβάλλοντος και, ως εκ τούτου, δεν καθιστά πράγματι δυνατό να προβλεφθεί εκ των προτέρων ποιος κανονισμός εφαρμόζεται σε μια συγκεκριμένη μεταφορά.
75.
Αφετέρου, δεδομένου ότι η Επιτροπή διευκρίνισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι, εφόσον οι διατάξεις των άρθρων 23 και 24 του κανονισμού 1069/2009 δεν τηρούνται πρέπει να εφαρμοσθεί ο κανονισμός 1013/2006, δεν αποκλείεται, παραδόξως, να απαιτείται η συμμόρφωση προς τις αυστηρότερες διατάξεις του κανονισμού 1013/2006, σε περίπτωση μη τηρήσεως των άρθρων 23 και 24 του κανονισμού 1069/2009, οι οποίες είναι a priori λιγότερο δεσμευτικές.
IV. Πρόταση
76.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Verwaltungsgericht Oldenburg (διοικητικού πρωτοδικείου Oldenburg, Γερμανία) ως εξής:
Το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για τις μεταφορές αποβλήτων, έχει την έννοια ότι η μεταφορά ζωικών υποπροϊόντων που εμπίπτουν στον κανονισμό (ΕΚ) 1069/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, περί υγειονομικών κανόνων για ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1013/2006, πλην ρητής εξαιρέσεως στον κανονισμό 1069/2009.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 2006, L 190, σ. 1.
( 3 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 2002, για τον καθορισμό υγειονομικών κανόνων σχετικά με τα ζωικά υποπροϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο (ΕΕ 2002, L 273, σ. 1).
( 4 ) Δεν είναι η πρώτη φορά που τίθεται το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ διατάξεων της νομοθεσίας περί μεταφορών αποβλήτων και εκείνης που αφορά τα ζωικά υποπροϊόντα. Πάντως, στην απόφαση της 1ης Μαρτίου 2007, KVZ retec (C‑176/05, EU:C:2007:123), το Δικαστήριο δεν είχε λάβει ευθέως θέση για τη σχέση μεταξύ του κανονισμού 1013/2006 και του κανονισμού 1774/2002, λόγω του ότι ο πρώτος δεν ήταν εφαρμοστέος ratione temporis στη διαφορά της κύριας δίκης.
( 5 ) Όπως διευκρίνισε σαφώς ο νομοθέτης της Ένωσης στην αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (ΕΕ 2008, L 312, σ. 3), «[π]ρώτος στόχος κάθε πολιτικής για τα απόβλητα θα πρέπει να είναι η ελαχιστοποίηση των αρνητικών συνεπειών της παραγωγής και της διαχείρισης των αποβλήτων για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον».
( 6 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, περί υγειονομικών κανόνων για ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 (ΕΕ 2009, L 300, σ. 1). Σε κάθε περίπτωση, υπογραμμίζω ότι, δεδομένου ότι ο κανονισμός 1774/2002 είχε καταργηθεί με τον κανονισμό 1069/2009, ο νομοθέτης της Ένωσης διευκρίνισε στο άρθρο 54 του τελευταίου ότι οι παραπομπές της νομοθεσίας στον κανονισμό 1774/2002 πρέπει να λογίζονται ως παραπομπές στον κανονισμό 1069/2009.
( 7 ) Του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και της Σύμβασης της Βασιλείας για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακίνησης επικίνδυνων αποβλήτων και της διάθεσής τους, η οποία υπεγράφη στις 22 Μαρτίου 1989 και εγκρίθηκε, εξ ονόματος της Κοινότητας, με την απόφαση του Συμβουλίου 93/98/ΕΟΚ, της 1ης Φεβρουαρίου 1993 [ΕΕ 1993, L 39, σ. 1 (στο εξής: Σύμβαση της Βασιλείας)]. Η ταξινόμηση των αποβλήτων σε δύο καταλόγους, πράσινο και πορτοκαλί, εξαρτάται από την επικινδυνότητα των αποβλήτων και τις εφαρμοστέες διαδικασίες για τη μεταφορά τους. Επί της ταξινομήσεως και επί των συνεπειών της, βλ. Sadeleer, N., Droit des déchets de l’UE. De l’élimination à l’économie circulaire, Bruylant, Βρυξέλλες, 2016, σ. 360, 364, και 378 έως 382.
( 8 ) Απόφαση του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1997, για την εξ ονόματος της Κοινότητας έγκριση μιας τροποποίησης της σύμβασης για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακίνησης επικίνδυνων αποβλήτων και της διάθεσής τους (Σύμβαση της Βασιλείας), όπως καθορίστηκε στην απόφαση ΙΙΙ/1 της συνδιάσκεψης των συμβαλλομένων μερών (ΕΕ 1997, L 272, σ. 45).
( 9 ) ΕΕ 2000, L 226, σ. 3.
( 10 ) ΕΕ 2004, L 94, σ. 63.
( 11 ) ΕΕ 1989, L 395, σ. 13.
( 12 ) BGBl. I, σ. 1462.
( 13 ) Η εξαίρεση που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1013/2006 δεν είχε προβλεφθεί από τον νομοθέτη της Ένωσης στον κανονισμό (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους (ΕΕ 1993, L 30, σ. 1), ώστε η προγενέστερη νομοθεσία να μην μπορεί να παρέχει καθοδήγηση για την ερμηνεία της διατάξεως αυτής.
( 14 ) Σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15 του εν λόγω κανονισμού, οι εγκρίσεις αφορούν τις μονάδες ενδιάμεσου χειρισμού, τις μονάδες αποθηκεύσεως, τις μονάδες αποτεφρώσεως και συναποτεφρώσεως, τις μονάδες μεταποιήσεως υλικών, τις μονάδες ελαιοχημικών προϊόντων και τις μονάδες παραγωγής βιοαερίου και λιπασματοποιήσεως.
( 15 ) Ανεξαρτήτως της γλωσσικής αποδόσεως της διατάξεως αυτής, υπόκειται σε έγκριση του κράτους μέλους προορισμού η μεταφορά προς αυτό το κράτος μέλος ζωικών υποπροϊόντων των κατηγοριών 1 και 2, εξαιρώντας τα ζωικά υποπροϊόντα κατηγορίας 3.
( 16 ) Βλ. απόφαση της 29ης Απριλίου 2015, Léger (C‑528/13, EU:C:2015:288, σκέψη 35). Συναφώς, το Δικαστήριο διευκρινίζει επίσης ότι, «[π]ράγματι, οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τρόπο ομοιόμορφο λαμβανομένων υπόψη των αποδόσεών τους σε όλες τις γλώσσες της [Ένωσης]. Σε περίπτωση αποκλίσεως μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων μιας πράξεως του δικαίου της Ένωσης, η επίμαχη διάταξη θα πρέπει να ερμηνευθεί με γνώμονα την όλη οικονομία και τον σκοπό της ρυθμίσεως της οποίας αυτή αποτελεί στοιχείο».
( 17 ) Επί του σημείου αυτού, υπενθυμίζω ότι η νομοθεσία σχετικά με τα ζωικά υποπροϊόντα θεσπίσθηκε κατόπιν πλειόνων κρίσεων στην κτηνοτροφία, όπως η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια βοοειδών, ο αφθώδης πυρετός ή η πανώλη των χοίρων και στοχεύει, συνεπώς, στην απάντηση στα ειδικά προβλήματα που προκύπτουν από αυτά τα προϊόντα (βλ. de Sadeleer, N., όπ.π., σ. 271 και 272).
( 18 ) Το ευρύτατο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών 1774/2002 και 1069/2009 επιβεβαιώνει την ανάλυση αυτή. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του πρώτου και το άρθρο 4, παράγραφος 2, του δεύτερου, αυτοί εφαρμόζονται στη συλλογή, τη μεταφορά, τον χειρισμό, τη μεταποίηση, τη διάθεση στην αγορά, τη διανομή και την απόρριψη των ζωικών υποπροϊόντων.
( 19 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (ΕΕ 1994, L 365, σ. 10).
( 20 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86).
( 21 ) Απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, Mayer Parry Recycling (C‑444/00, EU:C:2003:356, σκέψη 57).
( 22 ) Βλ. de Sadeleer, N., όπ.π., σ. 152 και 154.
( 23 ) Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις μεταφορές αποβλήτων [COM(2003) 379 τελικό].
( 24 ) Αν και το Κοινοβούλιο πρότεινε να εξαλειφθεί αυτό το άρθρο και η Επιτροπή είχε απορρίψει την πρόταση αυτή του Κοινοβουλίου, προκύπτει από την κοινή θέση (ΕΚ) 28/2005, η οποία υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο, στις 24 Ιουνίου 2005, για την έκδοση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις μεταφορές αποβλήτων (ΕΕ 2005, C 206 Ε, σ. 1), ότι το άρθρο 1, παράγραφος 6, πρώτο εδάφιο, της πρότασης της Επιτροπής εξαλείφθηκε και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του οποίου το γράμμα αντιστοιχεί στο γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1013/2006.
( 25 ) COM(2005) 303 τελικό (σ. 10 και 11).
( 26 ) Σημείο 3.2.5 της εν λόγω ανακοίνωσης.
( 27 ) Βεβαίως, κατά πάγια νομολογία, «το προοίμιο μιας πράξεως της Ένωσης δεν είναι νομικά δεσμευτικό και δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα ούτε για παρέκκλιση από τις καθαυτό διατάξεις της οικείας πράξης ούτε για την ερμηνεία των διατάξεων αυτών κατά τρόπο προδήλως αντίθετο προς το γράμμα τους» [απόφαση της 11ης Απριλίου 2013, Della Rocca (C‑290/12, EU:C:2013:235, σκέψη 38)]. Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι «το προοίμιο μιας πράξεως της Ένωσης μπορεί να διευκρινίζει το περιεχόμενό της» [απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015, Zh. και O. (C‑554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 42)· βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ph. Léger στην υπόθεση Meta Fackler (C‑444/03, EU:C:2005:64)].
( 28 ) Υπογραμμίζω, συναφώς, ότι, προκειμένου να διευκρινισθούν τα κριτήρια με γνώμονα τα οποία πρέπει να καθορίζονται οι σχέσεις μεταξύ της οδηγίας 2008/98 και του κανονισμού 1774/2002, οι αιτιολογικές σκέψεις 12 και 13 της εν λόγω οδηγίας αντλούν ευρύτατη έμπνευση από την αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού 1013/2006.
( 29 ) Υπό την έννοια ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1774/2002 και το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1069/2009, οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται στη συλλογή, τη μεταφορά, την αποθήκευση, τον χειρισμό, τη μεταποίηση και τη χρήση ή την απόρριψη των ζωικών υποπροϊόντων.
( 30 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 1013/2006 καθώς και σκέψη 32 της αποφάσεως της 9ης Ιουνίου 2016, Nutrivet (C‑69/15, EU:C:2016:425).
( 31 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 1 και 66 καθώς και άρθρο 1 του κανονισμού 1069/2009. Δεδομένων αυτών, η νομοθεσία σχετικά με τα ζωικά υποπροϊόντα βρίσκεται «στο μεταίχμιο μεταξύ του δικαίου των προϊόντων και του περιβάλλοντος» (de Sadeleer, N., όπ.π., σ. 271).
( 32 ) Απόφαση της 1ης Μαρτίου 2007, KVZ retec (C‑176/05, EU:C:2007:123).
( 33 ) Αποδεικνύεται ότι στον τομέα των μεταφορών αποβλήτων οι υποχρεώσεις που θεσπίζονται από τον κανονισμό 1013/2006 είναι αυστηρότερες από εκείνες του κανονισμού 1069/2009. Όσον αφορά, παραδείγματος χάριν, την αποστολή ζωικών υποπροϊόντων κατηγοριών 1 και 2 προς άλλα κράτη μέλη, το άρθρο 48 του κανονισμού 1069/2009 προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προελεύσεως και η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προορισμού ενημερώνονται για τη μεταφορά, η οποία υπόκειται σε άρνηση αποστολής, σε αποδοχή χωρίς όρους ή σε αποδοχή με όρους. Όσον αφορά τον κανονισμό 1013/2006, αυτός προβλέπει, για τις μεταφορές στο εσωτερικό της Ένωσης, ελάχιστες γενικές απαιτήσεις, ήτοι ότι τα απόβλητα πρέπει να συνοδεύονται από έγγραφα προβλεπόμενα από τον εν λόγω κανονισμό. Πάντως, οι μεταφορές αποβλήτων που προορίζονται να τύχουν απόρριψης και οι μεταφορές ορισμένων αποβλήτων που προορίζονται να τύχουν ανάκτησης απαιτούν την τήρηση της διαδικασίας προηγούμενης γραπτής κοινοποιήσεως και συγκαταθέσεως που περιγράφεται στα άρθρα 4 έως 17 του κανονισμού 1013/2006. Πέραν της υπογραφής συμβάσεως και την απαίτηση χρηματικής εγγυήσεως ή ισοδύναμης ασφάλειας, ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει ότι οι αρμόδιες αρχές προορισμού, αποστολής και διαμετακομίσεως παρέχουν συγκατάθεση, ενδεχομένως με όρους, για τη μεταφορά αποβλήτων, καθώς και λόγους αρνήσεως.
( 34 ) Βλ., για παράδειγμα, άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, άρθρο 43, παράγραφος 5, στοιχείο βʹ, και άρθρο 48, παράγραφος 6, του κανονισμού 1069/2009.
( 35 ) Όπως τούτο προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 8 και 29 του εν λόγω κανονισμού. Βλ. επίσης, άρθρα 7 και 10 του κανονισμού 1069/2009. Επί των διαφορετικών κατηγοριών ζωικών υποπροϊόντων και επί των υποχρεώσεων που σχετίζονται με αυτές τις κατηγορίες, βλ. de Sadeleer, Ν., όπ.π., σ. 272.
( 36 ) Συναφώς, είναι επίσης σημαντικό να υπογραμμισθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης έχει διατυπώσει στον κανονισμό 1069/2009 και στο κεφάλαιο V του κανονισμού 142/2011 κανόνες σχετικούς με τη συλλογή, τη μεταφορά, την ταυτοποίηση και την ιχνηλασιμότητα των ζωικών υποπροϊόντων.
( 37 ) Η θέση αυτή διαφαίνεται από την πρόταση της Επιτροπής, τους όρους της οποίας υπενθύμισα στο σημείο 46 των προτάσεών μου.
Full & Egal Universal Law Academy