ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
EVGENI TANCHEV
της 3ης Απριλίου 2019 ( 1 )
Υπόθεση C‑654/17 P
Bayerische Motoren Werke AG και Freistaat Sachsen
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως – Περιφερειακές ενισχύσεις για μεγάλα επενδυτικά σχέδια – Ενίσχυση που χορηγήθηκε από τη Γερμανία για σχέδιο της BMW με αντικείμενο την κατασκευή ηλεκτρικών αυτοκινήτων στη Λειψία – Απόφαση που κηρύσσει το μέτρο ενίσχυσης εν μέρει ασύμβατο με την εσωτερική αγορά – Αναλογικότητα της ενίσχυσης – Κανονισμός (ΕΚ) 800/2008 – Παρέμβαση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου»
Πίνακας περιεχομένων
I. Το νομικό πλαίσιο
II. Το ιστορικό της διαφοράς
III. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η διάταξη της 11ης Μαΐου 2015 και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των μετεχόντων στη διαδικασία αυτή
V. Επί της κύριας αιτήσεως αναιρέσεως
Α. Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ
1. Τα επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
2. Εκτίμηση
α) Επί του παραδεκτού
β) Επί της ουσίας
1) Το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως
2) Επί του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
3) Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
4) Επί του τετάρτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Β. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται παράβαση του άρθρου 288 ΣΛΕΕ, του άρθρου 3 και του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/2008, καθώς και παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων
1. Τα επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
2. Εκτίμηση
α) Επί του παραδεκτού
β) Επί της ουσίας
1) Επί του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
i) Εισαγωγή
ii) Η Επιτροπή έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να εκτιμά τη συμβατότητα των ενισχύσεων, ανεξαρτήτως του ύψους τους
iii) Οι ενισχύσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του κανονισμού 800/2008 δεν αποτελούν υφιστάμενες ενισχύσεις
iv) Η συμβατότητα μπορεί να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του κριτηρίου αναλογικότητας το οποίο καθορίζεται στην ανακοίνωση του 2009
v) Συμπέρασμα
2) Επί του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
VI. Επί της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως
Α. Τα επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
Β. Εκτίμηση
1. Επί του παραδεκτού της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως
α) Επί του παραδεκτού της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως της διάταξης της 11ης Μαΐου 2015
β) Επί του παραδεκτού της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που αυτή περιέχει απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση παρεμβάσεως
γ) Επί του παραδεκτού της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν αποκλειστικώς από το Freistaat Sachsen
δ) Το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί αυτεπαγγέλτως επί του αποδεκτού της πρωτοδίκως παρεμβάσεως
2. Επί της ουσίας
α) Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου
β) Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται πλάνη κατά τον χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών
γ) Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση των κανόνων περί κατανομής του βάρους αποδείξεως
VII. Επί των δικαστικών εξόδων
VIII. Πρόταση
1.
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η Bayerische Motoren Werke AG (στο εξής: BMW) ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου ( 2 ) με την οποία το τελευταίο απέρριψε την προσφυγή για την εν μέρει ακύρωση της απόφασης C(2014) 4531 τελικό της Επιτροπής σχετικά με την κρατική ενίσχυση την οποία η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σχεδίαζε να χορηγήσει στην BMW προκειμένου να κατασκευασθεί στη Λειψία (Γερμανία) νέα μονάδα παραγωγής για την κατασκευή δύο νέων μοντέλων αυτοκινήτων, ήτοι του ηλεκτρικού αυτοκινήτου «i3» και του υβριδικού αυτοκινήτου «i8» (στο εξής: επίμαχη απόφαση) ( 3 ).
2.
Στην επίμαχη απόφαση, η Επιτροπή έκρινε ότι η δυνατότητα λήψης της κρατικής ενίσχυσης προκάλεσε την απόφαση της BMW να επενδύσει στη Λειψία και όχι σε άλλη τοποθεσία που εξεταζόταν, ήτοι στο Μόναχο (Γερμανία), όπου, βάσει ενδοεταιρικών εγγράφων, το έργο θα κόστιζε 17 εκατομμύρια ευρώ λιγότερο από ό,τι στη Λειψία. Η Επιτροπή έκρινε ότι η ενίσχυση, η οποία είχε κοινοποιηθεί για ποσό περίπου 45 εκατομμυρίων ευρώ, ήταν συμβατή με την εσωτερική αγορά μόνο μέχρι το ποσό της διαφοράς μεταξύ της δαπάνης που θα συνεπαγόταν για την BMW η επένδυση στη Λειψία και της δαπάνης για να επενδύσει στο Μόναχο, ήτοι μόνο μέχρι το ποσό των 17 εκατομμυρίων ευρώ. Το ποσό ενίσχυσης που υπερέβαινε τα 17 εκατομμύρια ευρώ κρίθηκε ασύμβατο με την εσωτερική αγορά.
3.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή που είχε ασκήσει η BMW με την οποία ζητούσε την ακύρωση της επίμαχης απόφασης κατά το μέρος που κήρυξε ασύμβατο με την εσωτερική αγορά το ποσό της κοινοποιηθείσας ενισχύσεως που υπερέβαινε τα 17 εκατομμύρια ευρώ.
4.
Η αίτηση αναιρέσεως που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εγείρει, ειδικότερα, το ζήτημα της αναλογικότητας της ενίσχυσης. Στην υπό κρίση υπόθεση, εγείρεται επίσης το ζήτημα του αποδεκτού των παρεμβάσεων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή έχει καταθέσει αντίθετη αίτηση αναιρέσεως με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει, πρώτον, τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου ( 4 ) με την οποία το εν λόγω δικαστήριο δέχθηκε την αίτηση παρεμβάσεως του Freistaat Sachsen (ομόσπονδου κράτους της Σαξονίας, Γερμανία), όπου βρίσκεται η Λειψία, και, δεύτερον, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αυτή λαμβάνει υπόψη τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν αποκλειστικώς από το παρεμβαίνον και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, περιέχει απόφαση περί του αποδεκτού της παρεμβάσεως.
I. Το νομικό πλαίσιο
5.
Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 800/2008 της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2008, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την κοινή αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης (Γενικός κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία) ( 5 ) ορίζει τα εξής:
«Οι περιφερειακές επενδυτικές ενισχύσεις για μεγάλα επενδυτικά σχέδια κοινοποιούνται στην Επιτροπή αν το συνολικό ποσό της ενίσχυσης από όλες τις πηγές υπερβαίνει το 75 % του μέγιστου ορίου ενίσχυσης που θα μπορούσε να λάβει μια επένδυση με επιλέξιμες δαπάνες ύψους 100 εκατ. ΕUR, εφαρμόζοντας το ισχύον πάγιο όριο ενίσχυσης για μεγάλες επιχειρήσεις στον εγκεκριμένο χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων την ημερομηνία χορήγησης της ενίσχυσης.»
6.
Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/2008 προβλέπει τα εξής:
«Τα καθεστώτα ενισχύσεων περιφερειακού χαρακτήρα για επενδύσεις και απασχόληση που πληρούν τους όρους του παρόντος άρθρου συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3, της Συνθήκης και εξαιρούνται από την υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της Συνθήκης.
[…]»
II. Το ιστορικό της διαφοράς
7.
Στις 30 Νοεμβρίου 2010 η Γερμανία γνωστοποίησε στην Επιτροπή την πρόθεσή της να χορηγήσει στην BMW ενίσχυση με τη μορφή επενδυτικών κινήτρων ύψους μέχρι 45257273 ευρώ συνολικά ( 6 ), βάσει του Investitionszulagengesetz 2010 (νόμου του 2010 περί επενδυτικών ενισχύσεων), της 7ης Δεκεμβρίου 2008, όπως είχε τροποποιηθεί (στο εξής: IZG) ( 7 ), προκειμένου να κατασκευασθεί στη Λειψία μονάδα παραγωγής για την κατασκευή του ηλεκτρικού αυτοκινήτου «i3» και του υβριδικού αυτοκινήτου «i8».
8.
Στις 13 Ιουλίου 2011 η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
9.
Στις 9 Ιουλίου 2014 η Επιτροπή εξέδωσε την επίμαχη απόφαση, με την οποία, όπως επισημάνθηκε στο σημείο 2 των παρουσών προτάσεων, έκρινε ότι η κοινοποιηθείσα ενίσχυση ήταν συμβατή με την εσωτερική αγορά μόνο μέχρι το ποσό των 17 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στη διαφορά μεταξύ της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στη Λειψία και της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στο Μόναχο. Το τμήμα της κοινοποιηθείσας ενισχύσεως που υπερέβαινε τα 17 εκατομμύρια ευρώ, ήτοι το ποσό των 28257273 ευρώ, ήταν ασύμβατο με την εσωτερική αγορά.
III. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η διάταξη της 11ης Μαΐου 2015 και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
10.
Στις 19 Σεπτεμβρίου 2014 η BMW άσκησε προσφυγή για την ακύρωση της επίμαχης απόφασης κατά το μέρος που κήρυξε ασύμβατο με την εσωτερική αγορά το ποσό κατά το οποίο η ενίσχυση υπερέβαινε τα 17 εκατομμύρια ευρώ. Επικουρικώς, η BMW ζήτησε την ακύρωση της επίμαχης απόφασης κατά το μέρος που κήρυξε ασύμβατο με την εσωτερική αγορά το τμήμα της ενίσχυσης που υπερέβαινε το ποσό των 17 εκατομμυρίων ευρώ, αλλά δεν υπερέβαινε το ποσό που εξαιρείται από την υποχρέωση κοινοποίησης κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008 (το οποίο εν προκειμένω ανέρχεται σε 22,5 εκατομμύρια ευρώ).
11.
Στις 16 Ιανουαρίου 2015 το Freistaat Sachsen κατέθεσε αίτηση παρεμβάσεως υπέρ της BMW. Με διάταξη της 11ης Μαΐου 2015, ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου έκανε δεκτή την αίτηση παρεμβάσεως του Freistaat Sachsen. Ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου έκρινε ότι το Freistaat Sachsen είχε συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς που είχε υποβληθεί στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, κατά την έννοια του άρθρου 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, καθόσον η Επιτροπή, κηρύσσοντας την ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά μόνο για το ποσό των 17 εκατομμυρίων ευρώ, στέρησε από το Freistaat Sachsen το όφελος του οικονομικού αντικτύπου που θα είχε η χορήγηση ενίσχυσης στο ύψος του κοινοποιηθέντος ποσού και, ως εκ τούτου, η επίμαχη απόφαση είχε πραγματικό αντίκτυπο στην οικονομία της περιφέρειας αυτής.
12.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή για την εν μέρει ακύρωση της επίμαχης απόφασης.
13.
Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως με τον οποίο προβαλλόταν παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν παρέλειψε να διενεργήσει επιμελή και αμερόληπτη εξέταση στο πλαίσιο της διαδικασίας προκαταρκτικής εξέτασης και ότι ορθώς κίνησε την επίσημη διαδικασία έρευνας για τον λόγο ότι δεν μπορούσε να αποκλεισθεί η πιθανότητα να είχε σημειωθεί υπέρβαση των ορίων που προβλέπονται στο σημείο 68 των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα 2007-2013 (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές) ( 8 ). Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή διενήργησε επιμελή και αμερόληπτη εξέταση επίσης στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας έρευνας και ότι ορθώς εξέτασε αν πληρούνταν τα κριτήρια που καθορίζονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τα κριτήρια για την αναλυτική αξιολόγηση περιφερειακών ενισχύσεων προς μεγάλα επενδυτικά σχέδια (στο εξής: ανακοίνωση του 2009) ( 9 ), ανεξαρτήτως του αν σημειώθηκε υπέρβαση των εν λόγω ορίων. Τρίτον, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την εφαρμογή της ανακοίνωσης του 2009.
14.
Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως με τον οποίο προβαλλόταν παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Πρώτον, η Επιτροπή ορθώς έκρινε ότι, βάσει του σημείου 22, δεύτερη περίπτωση, της ανακοίνωσης του 2009, η ενίσχυση είχε χαρακτήρα κινήτρου, καθόσον παρέσχε στην BMW κίνητρο να πραγματοποιήσει την επένδυση στη Λειψία, και όχι στο Μόναχο. Δεύτερον, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι η διαφορά μεταξύ της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στη Λειψία και της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στο Μόναχο ανερχόταν σε 17 εκατομμύρια ευρώ, και ότι η ενίσχυση ήταν αναλογική μόνο μέχρι το εν λόγω ποσό. Τρίτον, προκειμένου να κηρύξει ασύμβατο με την εσωτερική αγορά το τμήμα της ενίσχυσης που υπερέβαινε το ποσό των 17 εκατομμυρίων ευρώ, η Επιτροπή δεν όφειλε να διενεργήσει οικονομική ανάλυση και να αποδείξει ότι το εν λόγω τμήμα της ενίσχυσης θα είχε αρνητικές συνέπειες για τον ανταγωνισμό. Τέταρτον, ορθώς η Επιτροπή έκρινε ότι δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη η εκτίμηση των πραγματικών δαπανών την οποία η Γερμανία υπέβαλε μετά την κοινοποίηση της ενίσχυσης.
15.
Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον τρίτο –επικουρικώς προβληθέντα– λόγο ακυρώσεως με τον οποίο προβαλλόταν ότι η Επιτροπή, κατά το μέρος που κήρυξε την ενίσχυση συμβατή μέχρι τα 17 εκατομμύρια ευρώ, ήτοι μέχρι ένα ποσό που ήταν χαμηλότερο από το εξαιρούμενο από την υποχρέωση κοινοποίησης κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008 (το οποίο εν προκειμένω ανέρχεται σε 22,5 εκατομμύρια ευρώ), παρέβη το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και τον κανονισμό 800/2008. Οι περιφερειακές ενισχύσεις που, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, υπερβαίνουν το όριο κοινοποίησης μεμονωμένων ενισχύσεων που καθορίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008 δεν πρέπει να εκτιμώνται βάσει του κανονισμού 800/2008, αλλά υπό το πρίσμα των κριτηρίων που προβλέπονται στην ανακοίνωση του 2009. Η Επιτροπή δεν υπερέβη την εξουσία της περιορίζοντας το ποσό της ενίσχυσης σε ποσό χαμηλότερο από το εξαιρούμενο από την υποχρέωση κοινοποίησης, δεδομένου ότι οι ενισχύσεις που εξαιρούνται από την υποχρέωση κοινοποίησης απλώς τεκμαίρεται ότι είναι συμβατές με την εσωτερική αγορά.
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των μετεχόντων στη διαδικασία αυτή
16.
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η BMW, υποστηριζόμενη από το Freistaat Sachsen, ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
–
να ακυρώσει την επίμαχη απόφαση κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή κηρύσσεται ασύμβατο με την εσωτερική αγορά το τμήμα εκείνο της ενίσχυσης που ανέρχεται στο ποσό των 28257273 ευρώ, ήτοι το τμήμα της κοινοποιηθείσας ενισχύσεως το οποίο υπερβαίνει τα 17 εκατομμύρια ευρώ·
–
επικουρικώς, να ακυρώσει την επίμαχη απόφαση κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή απαγορεύεται και κηρύσσεται ασύμβατο με την εσωτερική αγορά το τμήμα της ενίσχυσης το οποίο δεν υπερβαίνει το ποσό που εξαιρείται από την υποχρέωση κοινοποίησης κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008, στο μέτρο κατά το οποίο το εν λόγω ποσό υπερβαίνει τα 17 εκατομμύρια ευρώ·
–
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
17.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμη· και
–
να καταδικάσει την BMW στα δικαστικά έξοδα.
18.
Η Επιτροπή κατέθεσε αντίθετη αίτηση αναιρέσεως με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να αναιρέσει τη διάταξη της 11ης Μαΐου 2015·
–
να αναιρέσει την περιλαμβανόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιμέρους απόφαση όσον αφορά το αποδεκτό της παρεμβάσεως και τη συνεκτίμηση των επιχειρημάτων που προέβαλε το Freistaat Sachsen, επιπλέον εκείνων που προέβαλε η BMW·
–
να εκδικάσει την αίτηση παρεμβάσεως, δικάζον ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και να την απορρίψει ως αβάσιμη·
–
να καταδικάσει την BMW στα δικαστικά έξοδα.
19.
Το Freistaat Sachsen ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την αντίθετη αίτηση αναιρέσεως·
–
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της κατ’ αναίρεση δίκης.
20.
Η BMW ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την αντίθετη αίτηση αναιρέσεως·
–
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
21.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 23ης Ιανουαρίου 2019, η BMW, η Επιτροπή και το Freistaat Sachsen ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους.
V. Επί της κύριας αιτήσεως αναιρέσεως
22.
Η BMW προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως. Πρώτον, διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή ορθώς περιόρισε το ποσό της ενίσχυσης στα 17 εκατομμύρια ευρώ χωρίς να διενεργήσει οικονομική ανάλυση προκειμένου να εξακριβώσει ότι το τμήμα της ενίσχυσης που υπερέβαινε τα 17 εκατομμύρια ευρώ θα προκαλούσε στρέβλωση του ανταγωνισμού. Δεύτερον, η BMW υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 288 ΣΛΕΕ, το άρθρο 3 και το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/2008, και παραβίασε την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων, καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περιορίζοντας το ποσό της ενίσχυσης σε ποσό χαμηλότερο από το εξαιρούμενο από την υποχρέωση κοινοποίησης κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008, ήτοι σε ποσό χαμηλότερο από τα 22,5 εκατομμύρια ευρώ.
Α. Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ
1. Τα επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
23.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η BMW υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, καθόσον έκρινε, στις σκέψεις 145 έως 149 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή ορθώς περιόρισε την ενίσχυση στο ποσό των 17 εκατομμυρίων ευρώ, ήτοι στο ποσό που αντιστοιχούσε στη διαφορά μεταξύ της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στη Λειψία και της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στο Μόναχο, χωρίς να εξακριβώσει ότι το τμήμα της ενίσχυσης που υπερέβαινε τα 17 εκατομμύρια ευρώ θα προκαλούσε στρέβλωση του ανταγωνισμού.
24.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως έχει τέσσερα σκέλη.
25.
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η BMW υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κάθε ποσό ενίσχυσης το οποίο υπερβαίνει εκείνο που έχει κριθεί αναλογικό βάσει του σημείου 33 της ανακοίνωσης του 2009, ήτοι κάθε ποσό ενίσχυσης το οποίο υπερβαίνει τη διαφορά μεταξύ των δαπανών, προκαλεί κατά τεκμήριο στρέβλωση του ανταγωνισμού. Πράγματι, το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ απαγορεύει μόνο τις ενισχύσεις που «αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον». Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορούσε να κηρύξει ασύμβατο με την εσωτερική αγορά το ποσό ενίσχυσης το οποίο υπερέβαινε τη διαφορά μεταξύ των δαπανών, χωρίς να προσδιορίσει τη σχετική αγορά και χωρίς να εκτιμήσει τη θέση του αποδέκτη της ενίσχυσης στην αγορά αυτή.
26.
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η BMW διατείνεται ότι η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, στη σκέψη 149 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή δεν όφειλε να εξακριβώσει ότι το τμήμα της ενίσχυσης το οποίο υπερέβαινε τα 17 εκατομμύρια ευρώ θα στρέβλωνε τον ανταγωνισμό, δεν συνάδει με τη νομολογία.
27.
Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η BMW ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να προσάψει στην Επιτροπή την παράλειψή της να άρει τις αμφιβολίες σχετικά με τον ακριβή προσδιορισμό της σχετικής αγοράς και τη θέση του αποδέκτη της ενίσχυσης στην αγορά αυτή.
28.
Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η BMW υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά καθόσον έκρινε ότι η ενίσχυση ύψους 17 εκατομμυρίων ευρώ αποτελούσε επαρκές έναυσμα για τη λήψη της απόφασης να πραγματοποιηθεί η επένδυση στη Λειψία. Τούτο, διότι η εν λόγω απόφαση ελήφθη με βάση το δεδομένο ότι θα χορηγούνταν ενίσχυση μέχρι ενός ποσού περίπου 50 εκατομμυρίων ευρώ.
29.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος στο σύνολό του και εν μέρει αβάσιμος.
30.
Κατά την Επιτροπή, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο καθόσον πρόκειται για νέο ισχυρισμό. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η BMW υποστηρίζει, ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η Επιτροπή δεν όφειλε να εκτιμήσει τις αρνητικές συνέπειες στον ανταγωνισμό, παρέβη το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Ωστόσο, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η BMW προέβαλε παράβαση της παραγράφου 3 του άρθρου 107 ΣΛΕΕ και όχι της παραγράφου 1 της εν λόγω διάταξης.
31.
Κατά την Επιτροπή, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι επίσης απαράδεκτο. Είτε η αναιρεσείουσα προβάλλει παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, πράγμα το οποίο συνιστά νέο ισχυρισμό ο οποίος είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος. Είτε η αναιρεσείουσα προβάλλει παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Ωστόσο, στην τελευταία αυτή περίπτωση, από τη μνημονευόμενη από την αναιρεσείουσα νομολογία προκύπτει σαφώς ότι αυτό που πραγματικά αμφισβητεί είναι ο χαρακτηρισμός του επίμαχου κρατικού μέτρου ως κρατικής ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, πράγμα που επίσης αποτελεί νέο ισχυρισμό. Ούτως ή άλλως, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμο, καθόσον η Επιτροπή, προκειμένου να κηρύξει ασύμβατο με την εσωτερική αγορά το ποσό ενίσχυσης το οποίο υπερέβαινε τα 17 εκατομμύρια ευρώ, δεν όφειλε να εκτιμήσει αν το ποσό αυτό θα προκαλούσε στρέβλωση του ανταγωνισμού.
32.
Κατά την Επιτροπή, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο. Κατά το μέρος που, στο πλαίσιο αυτό, προβάλλεται, εκ νέου, παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, πρόκειται για νέο ισχυρισμό. Κατά το μέρος που προβάλλεται παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, και του άρθρου 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Ούτως ή άλλως, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμο.
33.
Κατά την Επιτροπή, το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν διευκρίνισε ποιες σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αμφισβητούνται. Ούτως ή άλλως, το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμο, καθόσον, στη σκέψη 154 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα έγγραφα με βάση τα οποία επιχειρείται να αποδειχθεί ότι η διαφορά μεταξύ της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στη Λειψία και της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στο Μόναχο ανερχόταν σε σχεδόν 50 εκατομμύρια ευρώ, και όχι σε 17 εκατομμύρια ευρώ, συνετάγησαν μετά τη λήψη της απόφασης να πραγματοποιηθεί η επένδυση στη Λειψία και, κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχθεί σε αυτά. Επιπλέον, στο οικείο κράτος μέλος εναπόκειται να παράσχει όλες τις πληροφορίες, προκειμένου να είναι η Επιτροπή σε θέση να εξακριβώσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις συμβατότητας.
34.
Η BMW απαντά ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.
35.
Το Freistaat Sachsen συντάσσεται πλήρως με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε η BMW. Διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Πρώτον, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη καθόσον έκρινε ότι η ευλογοφανής αγορά προϊόντων έπρεπε να περιλαμβάνει το κατώτερο επίπεδο για το οποίο υφίστανται στατιστικά στοιχεία, ήτοι την αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων, και καθόσον παρέλειψε να προσδιορίσει τη σχετική γεωγραφική αγορά. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένα ότι παρέλκει η εξέταση του ζητήματος του προσδιορισμού της αγοράς, καθόσον η Επιτροπή θα μπορούσε να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας ακόμη και αν δεν είχε σημειωθεί υπέρβαση των ορίων που καθορίζονται στο σημείο 68 των κατευθυντήριων γραμμών. Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η Επιτροπή ορθώς περιόρισε το ποσό της ενίσχυσης στη διαφορά μεταξύ των δαπανών, εξομοίωσε εσφαλμένα τις έννοιες του χαρακτήρα κινήτρου και της αναλογικότητας της ενίσχυσης. Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι η Επιτροπή οφείλει να εξακριβώσει τις αρνητικές συνέπειες στον ανταγωνισμό μόνον αφότου διαπιστώσει ότι η ενίσχυση είναι απαραίτητη.
2. Εκτίμηση
36.
Με την επίμαχη απόφαση, η Επιτροπή κήρυξε ασύμβατο με την εσωτερική αγορά το τμήμα της κοινοποιηθείσας ενισχύσεως το οποίο υπερέβαινε τη διαφορά μεταξύ της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στη Λειψία και της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στο Μόναχο, ήτοι το τμήμα της κοινοποιηθείσας ενισχύσεως το οποίο υπερέβαινε τα 17 εκατομμύρια ευρώ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η BMW διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή ορθώς περιόρισε το ποσό της ενίσχυσης στη διαφορά μεταξύ των δαπανών χωρίς να διενεργήσει οικονομική ανάλυση προκειμένου να εξακριβώσει ότι το τμήμα της ενίσχυσης το οποίο υπερέβαινε την εν λόγω διαφορά μεταξύ των δαπανών θα προκαλούσε στρέβλωση του ανταγωνισμού.
α) Επί του παραδεκτού
37.
Πρώτον, ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτα, για τον λόγο ότι προβάλλεται παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί. Είναι αληθές ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως γίνεται μνεία της παραγράφου 1 του άρθρου 107 ΣΛΕΕ και ότι η παράβαση της εν λόγω παραγράφου δεν είχε προβληθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Ωστόσο, στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως γίνεται επίσης μνεία της παραγράφου 3 του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, η οποία είχε τύχει επικλήσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Από τα επιχειρήματα που προβάλλει η BMW, τα οποία αφορούν την εκτίμηση της αναλογικότητας της ενίσχυσης, προκύπτει σαφώς ότι με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται παράβαση της παραγράφου 3 του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, και όχι της παραγράφου 1.
38.
Δεύτερον, ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο, για τον λόγο ότι συναφώς δεν προβάλλονται επιχειρήματα, όπως απαιτείται από το άρθρο 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί. Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η BMW υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, προκειμένου να κηρύξει ένα μέτρο ενίσχυσης ασύμβατο με την εσωτερική αγορά, οφείλει να αποδείξει ότι αυτό έχει αρνητικές συνέπειες για τον ανταγωνισμό και οφείλει, για τον σκοπό αυτόν, να προσδιορίσει τη σχετική αγορά και να εκτιμήσει τη θέση του αποδέκτη της ενίσχυσης στην αγορά αυτή. Ως εκ τούτου, η BMW προβάλλει επιχειρήματα για να στηρίξει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, ισχυριζόμενη ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, καθόσον παρέλειψε να άρει τις αμφιβολίες σχετικά με τον προσδιορισμό της αγοράς.
39.
Ομοίως, ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο για τον λόγο ότι δεν προσδιορίζει τις σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που αμφισβητούνται, όπως απαιτεί το άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί. Στον πρώτο λόγο αναιρέσεως γίνεται μνεία των σκέψεων 145 έως 149 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Στις σκέψεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν οφείλει, προκειμένου να περιορίσει ένα μέτρο ενίσχυσης στο ποσό που θεωρεί αναλογικό, να αποδείξει ότι το τμήμα της ενίσχυσης το οποίο υπερβαίνει το εν λόγω ποσό θα έχει αρνητικές συνέπειες στον ανταγωνισμό και ότι θα ενισχύσει τη θέση του αποδέκτη της ενίσχυσης στην αγορά. Ως εκ τούτου, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, όπως παρατέθηκε συνοπτικώς στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων, παραδεκτώς βάλλει κατά των σκέψεων 145 έως 149 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
40.
Τρίτον, ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο, για τον λόγο ότι δεν προσδιορίζει τις σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που αμφισβητούνται, πρέπει, κατά την άποψή μου, να γίνει δεκτός. Τούτο, διότι με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η BMW διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία, καθόσον έκρινε ότι η απόφαση να πραγματοποιηθεί η επένδυση στη Λειψία ελήφθη με βάση το δεδομένο ότι θα χορηγούνταν ενίσχυση ύψους 17 εκατομμυρίων ευρώ, και όχι περίπου 50 εκατομμυρίων ευρώ. Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αυτό στις σκέψεις 154 έως 161 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Ωστόσο, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, γίνεται μνεία μόνο των σκέψεων 145 έως 149 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
41.
Συνάγω ότι το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλονται παραδεκτώς, αλλά το τέταρτο σκέλος του λόγου αυτού προβάλλεται απαραδέκτως.
β) Επί της ουσίας
1) Το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως
42.
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η BMW διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή ορθώς θεώρησε δεδομένο ότι το τμήμα της κοινοποιηθείσας ενισχύσεως το οποίο υπερέβαινε τη διαφορά μεταξύ της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στη Λειψία και της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στο Μόναχο θα προκαλούσε στρέβλωση του ανταγωνισμού. Η Επιτροπή όφειλε να αποδείξει ότι αυτό το τμήμα της ενίσχυσης θα προκαλούσε στρέβλωση του ανταγωνισμού και να διενεργήσει, για τον σκοπό αυτόν, οικονομική ανάλυση.
43.
Φρονώ ότι το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
44.
Βάσει της ανακοίνωσης του 2009, η Επιτροπή δεν οφείλει, προκειμένου να κηρύξει ένα μέτρο ενίσχυσης ασύμβατο με την εσωτερική αγορά, να αποδείξει ότι αυτό θα στρέβλωνε τον ανταγωνισμό.
45.
Η ανακοίνωση του 2009 καθορίζει τα κριτήρια που εφαρμόζονται για την εκτίμηση της συμβατότητας των περιφερειακών ενισχύσεων που χορηγούνται για μεγάλα επενδυτικά σχέδια ( 10 ), στις περιπτώσεις που, όπως στην υπό κρίση υπόθεση ( 11 ), έχει κινηθεί επίσημη διαδικασία έρευνας ( 12 ). Κατά την ανακοίνωση αυτή, η Επιτροπή πρέπει να σταθμίζει τις θετικές συνέπειες που μπορεί να έχει μια περιφερειακή επενδυτική ενίσχυση, «ιδίως από την άποψη της προώθησης της συνοχής μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων σε μειονεκτικές περιοχές», με τις «πιθαν[ές] αρνητικ[ές] επιπτώσ[εις]» που μπορεί να έχει για τους ανταγωνιστές του αποδέκτη της ενίσχυσης και τις λοιπές περιφέρειες ( 13 ).
46.
Αφενός, η Επιτροπή πρέπει να εκτιμά τις θετικές συνέπειες του εκάστοτε μέτρου περιφερειακής ενίσχυσης. Το εν λόγω μέτρο πρέπει, πρώτον, να προορίζεται να συμβάλει στη μείωση της απόστασης που χωρίζει τα επίπεδα ανάπτυξης των διαφόρων περιφερειών της Ένωσης, δεύτερον, να είναι το κατάλληλο μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού, τρίτον, να έχει χαρακτήρα κινήτρου και, τέταρτον, να είναι αναλογικό ( 14 ). Όσον αφορά, ειδικότερα, την τρίτη προϋπόθεση, αυτή πληρούται σε δύο πιθανά σενάρια: είτε όταν, χωρίς την ενίσχυση, η επένδυση δεν θα είχε πραγματοποιηθεί (πρώτο σενάριο)· είτε όταν, χωρίς την ενίσχυση, η επένδυση θα είχε πραγματοποιηθεί σε εναλλακτική τοποθεσία (δεύτερο σενάριο). Εν προκειμένω, η ενίσχυση κρίθηκε ότι είχε χαρακτήρα κινήτρου με βάση το δεύτερο σενάριο, καθόσον, χωρίς την ενίσχυση, η επένδυση θα είχε πραγματοποιηθεί στο Μόναχο, και όχι στη Λειψία ( 15 ). Όσον αφορά την τέταρτη προϋπόθεση, η ενίσχυση θεωρείται αναλογική, στις περιπτώσεις του δεύτερου σεναρίου, αν ισούται με τη διαφορά μεταξύ της δαπάνης που συνεπάγεται για τον αποδέκτη η πραγματοποίηση της επένδυσης στην ενισχυόμενη περιφέρεια και της δαπάνης που συνεπάγεται η πραγματοποίηση της επένδυσης στην εναλλακτική περιφέρεια. Εν προκειμένω, το ποσό της ενίσχυσης περιορίσθηκε στα 17 εκατομμύρια ευρώ, επειδή η διαφορά που προέκυπτε για την BMW, μεταξύ της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στη Λειψία και της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στο Μόναχο, ανερχόταν σε 17 εκατομμύρια ευρώ ( 16 ).
47.
Αφετέρου, οι θετικές συνέπειες που περιέγραψα στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων πρέπει να σταθμίζονται με τις αρνητικές συνέπειες που ένα μέτρο ενίσχυσης μπορεί να έχει για τον ανταγωνισμό, ήτοι απόκτηση ισχύος στην αγορά και δημιουργία ή διατήρηση μη αποδοτικών δομών αγοράς, καθώς και με τις αρνητικές συνέπειές του για το εμπόριο ( 17 ).
48.
Ωστόσο, βάσει της ανακοίνωσης του 2009, η Επιτροπή μπορεί να εφαρμόσει το κριτήριο της στάθμισης μόνον αν έχει διαπιστώσει ότι το μέτρο ενίσχυσης είναι απαραίτητο για την πραγματοποίηση της επένδυσης στη συγκεκριμένη ενισχυόμενη περιφέρεια, όπως εκτέθηκε στο σημείο 46 των παρουσών προτάσεων. Πράγματι, κατά το σημείο 52 της ανακοίνωσης αυτής, η Επιτροπή, «[α]φού διαπιστώσει ότι η ενίσχυση είναι απαραίτητη ως κίνητρο για την πραγματοποίηση της επένδυσης στην υπόψη περιφέρεια, σταθμίζει τις θετικές και αρνητικές επιπτώσεις» ( 18 ).
49.
Αντιστρόφως, όταν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι μέτρο ενίσχυσης δεν είναι απαραίτητο, μπορεί να κηρύξει το μέτρο αυτό ασύμβατο με την εσωτερική αγορά χωρίς να εξακριβώσει αν το εν λόγω μέτρο στρεβλώνει τον ανταγωνισμό.
50.
Επομένως, όταν μέτρο ενίσχυσης δεν είναι απαραίτητο για την πραγματοποίηση της επένδυσης στη συγκεκριμένη ενισχυόμενη περιφέρεια, το εν λόγω μέτρο μπορεί να κηρυχθεί ασύμβατο με την εσωτερική αγορά, ακόμη και αν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία (τα οποία προσκομίζει το οικείο κράτος μέλος) ότι δεν θα προκαλέσει στρέβλωση του ανταγωνισμού ή ότι θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό. Οι συνέπειες για τον ανταγωνισμό, είτε θετικές είτε αρνητικές, των μέτρων ενίσχυσης που κρίνεται ότι δεν είναι απαραίτητα απλώς δεν λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της ανακοίνωσης του 2009.
51.
Πρέπει να τονίσω ότι η μνεία, στο σημείο 52 της ανακοίνωσης του 2009, της ενίσχυσης η οποία έχει κριθεί «απαραίτητη ως κίνητρο για την πραγματοποίηση της επένδυσης στην υπόψη περιφέρεια» πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια μνείας της ενίσχυσης η οποία έχει κριθεί ότι όχι μόνον έχει χαρακτήρα κινήτρου, αλλά είναι επίσης αναλογική. Όταν η ενίσχυση είναι απαραίτητη αλλά δυσανάλογη, το τμήμα της ενίσχυσης που υπερβαίνει το αναλογικό ποσό μπορεί να κηρυχθεί ασύμβατο με την εσωτερική αγορά, ακόμη και αν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι δεν θα προκαλέσει στρέβλωση του ανταγωνισμού. Πρέπει να επισημάνω, συναφώς, ότι το τμήμα της ενίσχυσης που υπερβαίνει το αναλογικό ποσό μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν έχει χαρακτήρα κινήτρου. Επιπλέον, θα ήταν αντίθετο προς τη λογική των περιφερειακών ενισχύσεων να κριθεί ότι το γεγονός ότι μέτρο ενίσχυσης δεν έχει αρνητικές συνέπειες για τον ανταγωνισμό αντισταθμίζει το δυσανάλογο ύψος της ενίσχυσης, με αποτέλεσμα να πρέπει αυτό να κηρυχθεί συμβατό με την εσωτερική αγορά.
52.
Συνάγω ότι, βάσει της ανακοίνωσης του 2009, η Επιτροπή δεν οφείλει, προκειμένου να περιορίσει το ποσό της κοινοποιηθείσας ενισχύσεως στη διαφορά μεταξύ της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στη συγκεκριμένη περιφέρεια και της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στην εναλλακτική τοποθεσία, να αποδείξει ότι το τμήμα της ενίσχυσης το οποίο υπερβαίνει αυτή τη διαφορά μεταξύ των δαπανών θα προκαλέσει στρέβλωση του ανταγωνισμού.
53.
Επισημαίνω ότι η BMW δεν έχει αμφισβητήσει το σύννομο της ανακοίνωσης του 2009.
54.
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας, στη σκέψη 146 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, όσον αφορά το τμήμα της ενίσχυσης το οποίο κρίθηκε δυσανάλογο επειδή υπερέβαινε τη διαφορά μεταξύ της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στη Λειψία και της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στο Μόναχο, μπορούσε να «συναχθεί κατά τεκμήριο» από την Επιτροπή ότι αυτό θα στρέβλωνε τον ανταγωνισμό και ότι η Επιτροπή δεν όφειλε, πριν κηρύξει το εν λόγω τμήμα της ενίσχυσης ασύμβατο με την εσωτερική αγορά, να «αναλύσει τις τυχόν πρόσθετες θετικές συνέπειες».
2) Επί του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
55.
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η BMW διατείνεται ότι η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η Επιτροπή δύναται να κηρύξει ασύμβατο με την εσωτερική αγορά το τμήμα της ενίσχυσης που υπερβαίνει τη διαφορά μεταξύ των δαπανών χωρίς να αποδείξει ότι το τμήμα αυτό στρεβλώνει τον ανταγωνισμό δεν συνάδει με τη νομολογία.
56.
Κατά την άποψή μου, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
57.
Η BMW στηρίζεται στην απόφαση Wam, στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «εναπέκειτο στην Επιτροπή […] να εξετάσει αν οι επίδικες ενισχύσεις ήταν δυνατό […] να θίξουν τον ανταγωνισμό» ( 19 ). Ωστόσο, η κρίση αυτή αφορά τον χαρακτηρισμό ενός μέτρου ενίσχυσης ως κρατικής ενίσχυσης, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, και όχι την εκτίμηση της συμβατότητας της εν λόγω ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά. Επιπλέον, στην απόφαση Wam, το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη που έπεται εκείνης που περιέχει την προπαρατεθείσα κρίση, ότι η Επιτροπή «δεν όφειλε να χωρήσει σε οικονομική ανάλυση της πραγματικής καταστάσεως της οικείας αγοράς», προκειμένου να χαρακτηρίσει κρατικό μέτρο ως κρατική ενίσχυση ( 20 ).
58.
Ομολογουμένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν έπρεπε, στη σκέψη 149 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, να στηριχθεί στο προπαρατεθέν απόσπασμα της απόφασης Wam, καθόσον το εν λόγω απόσπασμα αφορά τον χαρακτηρισμό ενός κρατικού μέτρου ως κρατικής ενίσχυσης και όχι την εκτίμηση της συμβατότητας των ενισχύσεων. Ωστόσο, γεγονός παραμένει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε, στη σκέψη 146 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, προκειμένου η Επιτροπή να κρίνει ότι η δυσανάλογη ενίσχυση είναι ασύμβατη με την εσωτερική αγορά, δεν οφείλει να αναλύσει τις θετικές συνέπειες που η εν λόγω ενίσχυση μπορεί να έχει για τον ανταγωνισμό, ήτοι, εν ολίγοις, η Επιτροπή δεν οφείλει να διενεργήσει συναφώς οικονομική ανάλυση.
59.
Η BMW επικαλείται επίσης την απόφαση Smurfit Kappa, η οποία αφορούσε τη χορήγηση περιφερειακής ενίσχυσης για μεγάλο επενδυτικό σχέδιο (την κατασκευή εργοστασίου χαρτοποιίας στο Βορειανατολικό Βρανδεμβούργο). Είναι αληθές ότι, στην απόφαση εκείνη, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή, προκειμένου να κρίνει την ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά, εσφαλμένα «περιορίστηκε εν προκειμένω στο να εξακριβώσει ότι τα προκαλούμενα από το επιδοτούμενο σχέδιο μειονεκτήματα, από την άποψη των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, επρόκειτο να διατηρηθούν σε περιορισμένο επίπεδο, αλλά δεν εξακρίβωσε αν τα πλεονεκτήματα, από την άποψη της περιφερειακής αναπτύξεως, υπερτερούσαν έναντι των μειονεκτημάτων του εν λόγω σχεδίου, όσο ασήμαντα και αν ήσαν τα μειονεκτήματα αυτά» ( 21 ). Ωστόσο, τονίζω ότι, στην απόφαση Smurfit Kappa, το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης της επίμαχης στην υπόθεση εκείνη απόφασης, η ανακοίνωση του 2009 δεν είχε ακόμη εκδοθεί ( 22 ).
60.
Επιπλέον, η BMW επικαλείται την απόφαση Kotnik, στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «η έκδοση ανακοινώσεως […] δεν απαλλάσσει την Επιτροπή από την υποχρέωσή της να εξετάζει τις εξαιρετικές ειδικές περιστάσεις τις οποίες επικαλείται κράτος μέλος, σε συγκεκριμένη περίπτωση, για να ζητήσει την απευθείας εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ, και να αιτιολογεί την άρνησή της να δεχθεί ένα τέτοιο αίτημα» ( 23 ). Ωστόσο, τούτο δεν συνεπάγεται ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή έπρεπε να εξετάσει τη συμβατότητα της επίμαχης ενίσχυσης, όχι βάσει της ανακοίνωσης του 2009, αλλά βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα, όταν ανακοίνωση καθορίζει κριτήρια για την εκτίμηση της συμβατότητας ορισμένης ενίσχυσης, η συμβατότητα δύναται να εκτιμηθεί απευθείας βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ μόνον αν τούτο ζητηθεί από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, το οποίο οφείλει να αποδείξει επαρκώς κατά νόμον ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που απαιτούν την απευθείας εφαρμογή της εν λόγω διάταξης ( 24 ). Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν έχει προβληθεί ότι η Γερμανία ζήτησε την απευθείας εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
61.
Συνάγω ότι το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
3) Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
62.
Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η BMW διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ καθόσον δεν προσήψε στην Επιτροπή ότι παρέλειψε να άρει τις αμφιβολίες όσον αφορά τη σχετική αγορά και τη θέση του αποδέκτη της ενίσχυσης στην αγορά αυτή. Αν η Επιτροπή είχε προσδιορίσει τη σχετική αγορά, θα είχε διαπιστώσει ότι ο αποδέκτης της ενίσχυσης δεν είχε ισχύ στην αγορά αυτή και ότι, επομένως, δεν ήταν απαραίτητο να περιορισθεί στα 17 εκατομμύρια ευρώ το ποσό της κοινοποιηθείσας ενισχύσεως.
63.
Είναι αληθές ότι, κατά το σημείο 37 της ανακοίνωσης του 2009, «[π]ροκειμένου να αξιολογηθούν τα μερίδια αγοράς και η δυνητική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα σε μια αγορά που βρίσκεται σε διαρθρωτική παρακμή, η Επιτροπή πρέπει να προσδιορίσει τη σχετική αγορά του προϊόντος και τη σχετική γεωγραφική αγορά». Πάντως, το σημείο αυτό εντάσσεται στο τμήμα 3 της ανακοίνωσης του 2009, το οποίο αφορά τις αρνητικές συνέπειες της ενίσχυσης. Έχω συναγάγει ότι οι συνέπειες αυτές δεν χρήζουν εκτιμήσεως όταν η ενίσχυση έχει κριθεί δυσανάλογη. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή δεν «πρέπει» να προσδιορίσει τη σχετική αγορά.
64.
Κατά συνέπεια, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
4) Επί του τετάρτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
65.
Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η BMW υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία καθόσον έκρινε ότι η απόφαση να πραγματοποιηθεί η επένδυση στη Λειψία ελήφθη με βάση το δεδομένο ότι θα χορηγούνταν ενίσχυση ύψους 17 εκατομμυρίων ευρώ και όχι περίπου 50 εκατομμυρίων ευρώ.
66.
Όπως εκτέθηκε στο σημείο 40 των παρουσών προτάσεων, το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται, κατά την άποψή μου, απαραδέκτως. Ωστόσο, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι προβάλλεται παραδεκτώς, θα δείξω ότι, ούτως ή άλλως, είναι αβάσιμο.
67.
Αρκεί η επισήμανση συναφώς ότι, βάσει εταιρικών εγγράφων από τον Δεκέμβριο του 2009, η διαφορά μεταξύ των δαπανών για τις δύο τοποθεσίες εξετιμάτο ότι ανερχόταν σε 17 εκατομμύρια ευρώ ( 25 ), καθώς και ότι η Γερμανία υποστήριξε μόλις τον Σεπτέμβριο του 2012, ήτοι μετά την κοινοποίηση στην Επιτροπή του σχεδίου επένδυσης στη Λειψία στις 30 Νοεμβρίου 2010 ( 26 ), ότι στο αρχικό ποσό των 17 εκατομμυρίων ευρώ πρέπει να προστεθούν πρόσθετες δαπάνες 29 εκατομμυρίων ευρώ ( 27 ). Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο δεν παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά ή τα αποδεικτικά στοιχεία κρίνοντας, στη σκέψη 160 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η απόφαση να πραγματοποιηθεί η επένδυση στη Λειψία ελήφθη με βάση μια διαφορά 17 εκατομμυρίων ευρώ μεταξύ των δαπανών και ότι δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη οι πρόσθετες δαπάνες 29 εκατομμυρίων ευρώ.
68.
Συνάγω ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος (όσον αφορά το τέταρτο σκέλος) και εν μέρει αβάσιμος (όσον αφορά το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο σκέλος).
Β. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται παράβαση του άρθρου 288 ΣΛΕΕ, του άρθρου 3 και του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/2008, καθώς και παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων
1. Τα επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
69.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως προβάλλεται προς στήριξη του επικουρικού αιτήματος με το οποίο ζητήθηκε η ακύρωση της επίμαχης απόφασης κατά το μέρος που κηρύσσει ασύμβατο με την εσωτερική αγορά το τμήμα της ενίσχυσης το οποίο υπερβαίνει τα 17 εκατομμύρια ευρώ, αλλά δεν υπερβαίνει το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008, το οποίο εν προκειμένω ανέρχεται σε 22,5 εκατομμύρια ευρώ.
70.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως έχει δύο σκέλη.
71.
Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως η BMW υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη, πρώτον, το άρθρο 288 ΣΛΕΕ και, δεύτερον, το άρθρο 3 και το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/2008 καθόσον δέχθηκε, με την επίμαχη απόφαση, τον περιορισμό του ποσού ενίσχυσης σε ποσό χαμηλότερο από το εξαιρούμενο από την υποχρέωση κοινοποίησης.
72.
Πρώτον, η BMW διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 288 ΣΛΕΕ. Επικυρώνοντας τον προβλεπόμενο στην επίμαχη απόφαση περιορισμό του ποσού ενίσχυσης σε ποσό χαμηλότερο από εκείνο που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008, το Γενικό Δικαστήριο επέτρεψε απόφαση παρεκκλίνουσα από κανονισμό και, ως εκ τούτου, παρέβη το άρθρο 288 ΣΛΕΕ. Τούτο δεν συνάδει με τον σκοπό των περιφερειακών ενισχύσεων και με το καθεστώς που καθιερώνεται από τον κανονισμό 800/2008.
73.
Δεύτερον, η BMW διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 3 και το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/2008. Οι ενισχύσεις που ανέρχονται σε ποσό το οποίο δεν υπερβαίνει το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού πρέπει να θεωρούνται συμβατές με την εσωτερική αγορά και, ως τέτοιες, να θεωρούνται υφιστάμενες ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου ( 28 ).
74.
Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως η BMW υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων καθόσον επικύρωσε τον προβλεπόμενο στην επίμαχη απόφαση περιορισμό της ενίσχυσης σε ποσό χαμηλότερο από το εξαιρούμενο από την υποχρέωση κοινοποίησης. Τούτο, διότι οποιοσδήποτε ανταγωνιστής της BMW θα μπορούσε να είχε λάβει ενίσχυση ποσού ίσου με το προβλεπόμενο στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008.
75.
Η Επιτροπή διατείνεται ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον αποτελεί νέο ισχυρισμό, και ότι, ούτως ή άλλως, είναι αβάσιμος.
76.
Κατά την Επιτροπή, το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμο. Οι ενισχύσεις που εξαιρούνται από την υποχρέωση κοινοποίησης βάσει του άρθρου 3 και του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/2008 δεν συνιστούν υφιστάμενες ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 659/1999. Ειδικότερα, δεν συνιστούν εγκεκριμένες ενισχύσεις κατά την έννοια του σημείου ii της εν λόγω διάταξης.
77.
Κατά την Επιτροπή, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμο. Πρώτον, το επιχείρημα της BMW είναι υποθετικής φύσεως. Δεύτερον, ο εν λόγω υποθετικός ανταγωνιστής θα ελάμβανε ενίσχυση ίση με το ποσό που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008 μόνον αν πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στον εν λόγω κανονισμό. Τρίτον, η BMW δεν θα βρισκόταν στην ίδια κατάσταση με τον εν λόγω ανταγωνιστή, δεδομένου ότι αυτός θα ελάμβανε εξαιρούμενη ενίσχυση, ενώ η BMW θα ελάμβανε εγκεκριμένη ενίσχυση. Τέταρτον, σε περίπτωση που υφίσταται άνιση μεταχείριση, τούτο θα πρέπει να προσαφθεί στο οικείο κράτος μέλος, και όχι στην Επιτροπή.
78.
Η BMW απαντά ότι το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως είναι παραδεκτά, καθόσον δεν πρόκειται για νέους ισχυρισμούς.
79.
Το Freistaat Sachsen διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη, πρώτον, το άρθρο 288 ΣΛΕΕ και, δεύτερον, το άρθρο 3 και το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/2008 καθόσον επικύρωσε τον προβλεπόμενο στην επίμαχη απόφαση περιορισμό του ποσού της ενίσχυσης σε ποσό χαμηλότερο από το εξαιρούμενο από την υποχρέωση κοινοποίησης. Κατά το Freistaat Sachsen, οι ενισχύσεις που δεν υπερβαίνουν το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008 δεν θέτουν ζητήματα παράβασης των κανόνων ανταγωνισμού. Οι ενισχύσεις μέχρι το όριο αυτό πρέπει να χορηγούνται, σύμφωνα με την υποσημείωση στο σημείο 56 της ανακοίνωσης του 2009. Κάθε άλλη λύση θα συνεπαγόταν δυσμενή μεταχείριση των ενισχύσεων που κοινοποιούνται και θα παραβίαζε τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
2. Εκτίμηση
80.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως προβάλλεται προς στήριξη του επικουρικού αιτήματος, με το οποίο ζητήθηκε η ακύρωση της επίμαχης απόφασης κατά το μέρος που κηρύσσει ασύμβατο με την εσωτερική αγορά το τμήμα της ενίσχυσης που υπερβαίνει τα 17 εκατομμύρια ευρώ, αλλά δεν υπερβαίνει το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008. Με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως η BMW ισχυρίζεται ότι σημειώθηκε, πρώτον, παράβαση του άρθρου 288 ΣΛΕΕ, καθώς και του άρθρου 3 και του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/2008, και, δεύτερον, παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων.
α) Επί του παραδεκτού
81.
Η Επιτροπή διατείνεται ότι το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτα, καθόσον δεν προβλήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
82.
Κατά την άποψή μου, οι εν λόγω ενστάσεις απαραδέκτου πρέπει να απορριφθούν.
83.
Πρώτον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 3 και του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/2008 αποτελεί νέο ισχυρισμό.
84.
Είναι αληθές ότι, με την προσφυγή της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η BMW απλώς προέβαλε ισχυρισμό περί παραβάσεως του κανονισμού 800/2008. Δεν διευκρίνισε ποιες, κατά την άποψή της, διατάξεις του εν λόγω κανονισμού παρέβη η Επιτροπή. Ειδικότερα, δεν ανέφερε το άρθρο 3 ή το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/2008. Ωστόσο, ο λόγος ακυρώσεως που η BMW προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ότι, «ακόμη και στις περιπτώσεις κοινοποίησης, οι ενισχύσεις με ποσά μέχρι το όριο κοινοποίησης πρέπει πάντοτε να θεωρούνται συμβατές με την εσωτερική αγορά», δεν μπορεί παρά να ερμηνευθεί ως παραπομπή στο άρθρο 3 και στο άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/2008, δεδομένου ότι οι εν λόγω διατάξεις είναι ακριβώς εκείνες που ορίζουν ότι οι ενισχύσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του εν λόγω κανονισμού (ειδικότερα, οι ενισχύσεις που δεν υπερβαίνουν το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού) είναι συμβατές με την εσωτερική αγορά. Ως εκ τούτου, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 3 και του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/2008 δεν μπορεί να θεωρηθεί νέος ισχυρισμός.
85.
Δεύτερον, η Επιτροπή διατείνεται ότι ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η BMW προβάλλει παράβαση του άρθρου 288 ΣΛΕΕ δεν προβλήθηκε ως λόγος ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
86.
Το επιχείρημα που προβάλλει η BMW ενώπιον του Δικαστηρίου έχει ως εξής. Ο κανονισμός 800/2008 παρέσχε στα κράτη μέλη την αρμοδιότητα να εκτιμούν τη συμβατότητα με την εσωτερική αγορά των ενισχύσεων που δεν υπερβαίνουν το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, αφαιρώντας ως εκ τούτου τη σχετική αρμοδιότητα από την Επιτροπή. Κατά συνέπεια, όταν, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή ασκεί την ως άνω αρμοδιότητα και εκτιμά τη συμβατότητα με την εσωτερική αγορά των ενισχύσεων που δεν υπερβαίνουν το όριο αυτό, η απόφαση του εν λόγω θεσμικού οργάνου συνιστά παράβαση του άρθρου 288 ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι κανονισμοί, αντιθέτως προς τις αποφάσεις, έχουν γενική εφαρμογή και ότι, κατά συνέπεια, οι πρώτοι υπερισχύουν των δεύτερων.
87.
Είναι αληθές ότι ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου η BMW δεν διατύπωσε λόγο ακυρώσεως με τον οποίο προέβαλε παράβαση του άρθρου 288 ΣΛΕΕ. Ωστόσο, στην προσφυγή της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η BMW υποστήριξε ότι, περιορίζοντας το ποσό της ενίσχυσης σε ποσό χαμηλότερο από το εξαιρούμενο από την υποχρέωση κοινοποίησης, «η Επιτροπή υπερέβη τις εξουσίες της και παρανόμως περιόρισε την αρμοδιότητα της [Γερμανίας] να χορηγεί ενισχύσεις χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση βάσει του εγκεκριμένου καθεστώτος του IZG». Ως εκ τούτου, μολονότι δεν έγινε μνεία του άρθρου 288 ΣΛΕΕ, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η Επιτροπή δεν είχε εξουσία να εκτιμήσει τη συμβατότητα του τμήματος της ενίσχυσης που δεν υπερέβαινε το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008 και ότι παραβιάσθηκε η ιεραρχία των κανόνων δεν μπορεί να θεωρηθεί νέος ισχυρισμός.
88.
Τρίτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων αποτελεί νέο ισχυρισμό.
89.
Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι, με την προσφυγή της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η BMW υποστήριξε ότι, αν το εν λόγω δικαστήριο κρίνει ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περιορίζοντας την ενίσχυση σε ποσό χαμηλότερο του ορίου κοινοποίησης, «τούτο θα συνεπάγεται παράνομη διάκριση σε βάρος της BMW σε σύγκριση με άλλους αποδέκτες ενίσχυσης που θα μπορούσαν να λάβουν, δυνάμει του IZG, ενίσχυση μέχρι 22,5 εκατομμύρια ευρώ». Κατά συνέπεια, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων δεν αποτελεί νέο ισχυρισμό.
90.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι, κατά την άποψή μου, παραδεκτός.
β) Επί της ουσίας
91.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς, η BMW διατείνεται ότι η κοινοποιηθείσα ενίσχυση 45257273 ευρώ έπρεπε να κηρυχθεί συμβατή με την εσωτερική αγορά μέχρι το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008, το οποίο εν προκειμένω ανέρχεται σε 22,5 εκατομμύρια ευρώ ( 29 ). Ωστόσο, η Επιτροπή κήρυξε την ενίσχυση συμβατή μόνο μέχρι το ποσό των 17 εκατομμυρίων ευρώ, ήτοι μέχρι τη διαφορά μεταξύ της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στη Λειψία και της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στο Μόναχο. Ως εκ τούτου, η BMW υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη κηρύσσοντας την κοινοποιηθείσα ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά μέχρι το ποσό των 17 εκατομμυρίων ευρώ, αντί του ποσού των 22,5 εκατομμυρίων ευρώ, πρώτον, παρέβη το άρθρο 288 ΣΛΕΕ, καθώς και το άρθρο 3 και το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/2008, και, δεύτερον, παραβίασε την αρχή της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων.
1) Επί του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
i) Εισαγωγή
92.
Ο λόγος για τον οποίο η επίμαχη ενίσχυση έπρεπε, κατά την BMW, να κηρυχθεί συμβατή με την εσωτερική αγορά μέχρι το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008 είναι ότι η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα να εκτιμά τη συμβατότητα των μέτρων ενίσχυσης των οποίων το ποσό δεν υπερβαίνει το εν λόγω όριο. Συγκεκριμένα, κατά την BMW, με την έκδοση του κανονισμού 800/2008, η αρμοδιότητα αυτή εκχωρήθηκε στα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, όταν το ποσό ενός μέτρου ενίσχυσης δεν υπερβαίνει το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008 και το οικείο κράτος μέλος κρίνει ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στον εν λόγω κανονισμό, η ενίσχυση αυτή είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά. Η Επιτροπή δεν δύναται να εκτιμήσει τη συμβατότητα της ενίσχυσης αυτής, πολλώ δε μάλλον να κρίνει ότι είναι ασύμβατη με την εσωτερική αγορά. Στις περιπτώσεις που το ποσό ενός μέτρου ενίσχυσης υπερβαίνει το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008, η Επιτροπή δύναται να εκτιμήσει μόνο τη συμβατότητα του τμήματος της ενίσχυσης που υπερβαίνει το όριο αυτό και μόνον το τμήμα αυτό μπορεί να κηρυχθεί ασύμβατο με την εσωτερική αγορά. Όσον αφορά το τμήμα της ενίσχυσης που δεν υπερβαίνει το εν λόγω όριο, η Επιτροπή οφείλει να το κηρύξει συμβατό με την εσωτερική αγορά. Επομένως, κατά την BMW, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι η Επιτροπή ορθώς περιόρισε, με την επίμαχη απόφαση, την ενίσχυση σε ποσό χαμηλότερο από το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008.
93.
Η Επιτροπή όμως υποστηρίζει ότι έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να εκτιμά τη συμβατότητα των ενισχύσεων. Συναφώς, δεν ασκεί επιρροή το αν το ποσό της ενίσχυσης υπερβαίνει το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008. Ως εκ τούτου, αφενός, στις περιπτώσεις που το ποσό ενός μέτρου ενίσχυσης δεν υπερβαίνει το εν λόγω όριο και το οικείο κράτος μέλος κρίνει ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στον εν λόγω κανονισμό, η Επιτροπή δύναται παρά ταύτα να κρίνει ότι η ενίσχυση αυτή είναι ασύμβατη με την εσωτερική αγορά. Τούτο, διότι οι ενισχύσεις που το οικείο κράτος μέλος κρίνει ότι πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του κανονισμού 800/2008 δεν μπορούν να θεωρούνται ως ενισχύσεις οι οποίες έχουν εγκριθεί. Αφετέρου, στις περιπτώσεις που το ποσό ενός μέτρου ενίσχυσης υπερβαίνει το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008, η Επιτροπή δύναται να εκτιμά τη συμβατότητα του συνολικού ποσού της εν λόγω ενίσχυσης. Επομένως, δύναται να κρίνει ότι η εν λόγω ενίσχυση είναι στο σύνολό της ασύμβατη με την εσωτερική αγορά.
94.
Για τους λόγους που θα εκθέσω στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων, φρονώ ότι το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Κατά την άποψή μου, η Επιτροπή έχει αρμοδιότητα να εκτιμά τη συμβατότητα των μέτρων ενίσχυσης, ακόμη και όταν το ποσό τους δεν υπερβαίνει το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008. Κατά συνέπεια, στις περιπτώσεις που, όπως εν προκειμένω, το ποσό ενός μέτρου ενίσχυσης υπερβαίνει το εν λόγω όριο, η Επιτροπή έχει αρμοδιότητα να εκτιμά τη συμβατότητα του συνολικού ποσού της ενίσχυσης αυτής και δεν οφείλει να κηρύσσει την ενίσχυση συμβατή μέχρι του ποσού που εξαιρείται από την υποχρέωση κοινοποίησης.
ii) Η Επιτροπή έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να εκτιμά τη συμβατότητα των ενισχύσεων, ανεξαρτήτως του ύψους τους
95.
Kατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η εφαρμογή του συστήματος προηγούμενου ελέγχου των σχεδίων χορήγησης νέων ενισχύσεων που καθιερώνεται με το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ είναι έργο, αφενός, της Επιτροπής και, αφετέρου, των εθνικών δικαστηρίων, οι δε αντίστοιχοι ρόλοι τους είναι συμπληρωματικοί αλλά διακριτοί. Ενώ η εκτίμηση της συμβατότητας των μέτρων ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, η οποία ενεργεί υπό τον έλεγχο των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να μεριμνούν για τη διασφάλιση, μέχρι την έκδοση της οριστικής αποφάσεως της Επιτροπής, των δικαιωμάτων των ιδιωτών που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο παράβασης από τις κρατικές αρχές της απαγόρευσης που προβλέπεται στο άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ( 30 ).
96.
Δεν συμφωνώ με το επιχείρημα της BMW ότι, με την έκδοση του κανονισμού 800/2008, η αρμοδιότητα για την εκτίμηση της συμβατότητας των ενισχύσεων των οποίων το ποσό δεν υπερβαίνει το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού εκχωρήθηκε στα κράτη μέλη.
97.
Συναφώς, επισημαίνω ότι ο κανονισμός 800/2008 προβλέπει γενικά κριτήρια συμβατότητας, τα οποία βασίζονται στην εμπειρία της Επιτροπής στους τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού ( 31 ). Κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 800/2008, τα μέτρα ενίσχυσης ( 32 ) που πληρούν τις προϋποθέσεις οι οποίες καθορίζονται στο κεφάλαιο Ι του εν λόγω κανονισμού και που συνάδουν με τις σχετικές διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙ του ίδιου κανονισμού «συμβιβάζονται με την [εσωτερική] αγορά κατά την έννοια του άρθρου [107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ] και απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο [108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ]». Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/2008, το οποίο αφορά τις περιφερειακές ενισχύσεις, έχει παρόμοια διατύπωση. Αντιστρόφως, όταν μέτρο ενίσχυσης δεν πληροί τις προϋποθέσεις του κανονισμού 800/2008, πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή, η οποία διενεργεί εξατομικευμένη εκτίμηση της συμβατότητας της ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Οι ενισχύσεις αυτές δεν μπορούν να εφαρμοσθούν πριν η Επιτροπή εκδώσει οριστική απόφαση. Τούτο ισχύει, ειδικότερα, στις περιπτώσεις που το ποσό ενός μέτρου ενίσχυσης υπερβαίνει το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008, το οποίο, εν προκειμένω, ανέρχεται σε 22,5 εκατομμύρια ευρώ ( 33 ).
98.
Στο οικείο κράτος μέλος εναπόκειται να εκτιμήσει αν μέτρο ενίσχυσης πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον κανονισμό 800/2008 και αν, κατά συνέπεια, μπορεί να εφαρμοσθεί χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση στην Επιτροπή. Όπως εξέθεσε η Επιτροπή στην πρότασή της για τον μετέπειτα εκδοθέντα εξουσιοδοτικό κανονισμό ( 34 ), η έκδοση κανονισμών περί απαλλαγής κατά κατηγορία, όπως ο κανονισμός 800/2008, αποτελεί έκφραση της «αποκέντρωση[ς] του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων» ( 35 ).
99.
Ωστόσο, η κρίση του οικείου κράτος μέλους ότι μέτρο ενίσχυσης πληροί τις προϋποθέσεις του κανονισμού 800/2008 δεν εμποδίζει την Επιτροπή να εξακριβώσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές και, σε περίπτωση που δεν πληρούνται, να κρίνει ότι το εν λόγω μέτρο ενίσχυσης είναι ασύμβατο με την εσωτερική αγορά.
100.
Τούτο, διότι, πρώτον, η αρμοδιότητα για την εκτίμηση της συμβατότητας των μέτρων ενίσχυσης έχει παρασχεθεί στην Επιτροπή με το άρθρο 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Αδυνατώ να αντιληφθώ πώς ένας κανονισμός, όπως ο κανονισμός 800/2008, θα μπορούσε να αφαιρέσει από την Επιτροπή μια αρμοδιότητα που της έχει παρασχεθεί από το πρωτογενές δίκαιο.
101.
Κατά συνέπεια, όταν ένας ενδιαφερόμενος, όπως ένας ανταγωνιστής του αποδέκτη ενίσχυσης, υποβάλει καταγγελία με την οποία ισχυρίζεται, επί παραδείγματι, ότι μέτρο κράτους μέλους εφαρμόσθηκε κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον κανονισμό 800/2008, η Επιτροπή οφείλει να την εξετάσει ( 36 ). Τούτο απορρέει από το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 ( 37 ).
102.
Δεύτερον, όταν το οικείο κράτος μέλος κρίνει ότι μέτρο ενίσχυσης πληροί τις προϋποθέσεις του κανονισμού 800/2008, η κρίση αυτή δεν ισοδυναμεί με κήρυξη συμβατότητας. Τα εθνικά δικαστήρια, προκειμένου να εξακριβώσουν αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του κανονισμού 800/2008, εφαρμόζουν γενικά κριτήρια συμβατότητας τα οποία καθορίζονται από την Επιτροπή με βάση την εμπειρία της ( 38 ). Δεν προβαίνουν σε εξατομικευμένη εκτίμηση των μέτρων ενίσχυσης βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ή, όσον αφορά τις περιφερειακές ενισχύσεις που χορηγούνται για μεγάλα επενδυτικά έργα, βάσει της ανακοίνωσης του 2009. Μόνον η εκτίμηση αυτή, στην οποία η Επιτροπή έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να προβαίνει, μπορεί να οδηγήσει στην κήρυξη συμβατότητας ( 39 ). Όπως εκτίθεται στην ανακοίνωση σχετικά με την εφαρμογή, το εθνικό δικαστήριο «μπορεί να εκτιμήσει μόνον εάν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του [κανονισμού 800/2008]. Δεν μπορεί να εκτιμήσει εάν το μέτρο ενίσχυσης συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, ακόμη και όταν αυτό δεν συμβαίνει, δεδομένου ότι η εν λόγω εκτίμηση εμπίπτει στις αποκλειστικές αρμοδιότητες της Επιτροπής» ( 40 ).
103.
Συνεπώς, όταν εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι σχέδιο ενίσχυσης πληροί τις προϋποθέσεις του κανονισμού 800/2008, η κρίση αυτή ισοδυναμεί απλώς με τεκμήριο συμβατότητας, ήτοι με «τεκμήριο συμμορφώσεως με την εσωτερική αγορά», όπως ορθώς εξέθεσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 177 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
iii) Οι ενισχύσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του κανονισμού 800/2008 δεν αποτελούν υφιστάμενες ενισχύσεις
104.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή και αντιθέτως προς όσα προβάλλει η BMW, οι ενισχύσεις που το οικείο κράτος μέλος κρίνει ότι πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον κανονισμό 800/2008 δεν συνιστούν «υφιστάμενες ενισχύσεις» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 659/1999. Κατά το σημείο ii της διάταξης αυτής, υφιστάμενη ενίσχυση μπορεί να είναι, ειδικότερα, η ενίσχυση «που έχ[ει] εγκριθεί από την Επιτροπή ή από το Συμβούλιο». Οι ενισχύσεις που το οικείο κράτος μέλος κρίνει ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του κανονισμού 800/2008 δεν έχουν «εγκριθεί», καθόσον η συμβατότητά τους με την εσωτερική αγορά απλώς τεκμαίρεται. Δεν έχουν εγκριθεί «από την Επιτροπή ή από το Συμβούλιο» ( 41 ), καθόσον η εκτίμηση έχει πραγματοποιηθεί από το οικείο κράτος μέλος. Πρέπει να επισημάνω συναφώς ότι, όταν κράτος μέλος κρίνει ότι μέτρο ενίσχυσης πληροί τις προϋποθέσεις του κανονισμού 800/2008, το εν λόγω κράτος μέλος αρκεί να υποβάλει στην Επιτροπή περίληψη των πληροφοριών που αφορούν το εν λόγω μέτρο ( 42 ). Η περίληψη αυτή προφανώς δεν μπορεί να συγκριθεί με τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται όταν κοινοποιείται μέτρο ενίσχυσης ( 43 ).
105.
Συνεπώς, η ενίσχυση που εσφαλμένα κρίνεται από το οικείο κράτος μέλος ότι πληροί τις προϋποθέσεις του κανονισμού 800/2008 συνιστά «νέα ενίσχυση» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 659/1999. Ως νέα ενίσχυση, πρέπει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή ( 44 ), η οποία θα εκτιμήσει τη συμβατότητά της με την εσωτερική αγορά.
106.
Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας, στη σκέψη 176 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η επίμαχη ενίσχυση δεν συνιστά εγκεκριμένη υφιστάμενη ενίσχυση.
107.
Επιπλέον, κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η BMW, από την υποσημείωση στο σημείο 56 της ανακοίνωσης του 2009 δεν προκύπτει ότι, εν προκειμένω, η Γερμανία διατηρεί τη δυνατότητα να χορηγήσει ενίσχυση μέχρι το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008.
108.
Η υποσημείωση στο σημείο 56 της ανακοίνωσης του 2009 αναφέρει ότι «επισημαίνεται ότι όταν η ενίσχυση χορηγείται βάσει υφιστάμενου καθεστώτος περιφερειακών ενισχύσεων το κράτος μέλος εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να χορηγήσει ενίσχυση του τύπου αυτού έως το ποσό που αντιστοιχεί στο μέγιστο επιτρεπόμενο ποσό που δύναται να λάβει μια ενίσχυση με επιλέξιμες δαπάνες ύψους 100 εκατομμυρίων EUR βάσει των εφαρμοστέων κανόνων».
109.
Η δυνατότητα την οποία διατηρούν τα κράτη μέλη βάσει της ανωτέρω υποσημείωσης ισχύει όσον αφορά τις ενισχύσεις που χορηγούνται βάσει «υφιστάμενου» καθεστώτος, ήτοι ειδικότερα τις ενισχύσεις που υπήρξαν αντικείμενο εγκριτικής απόφασης της Επιτροπής, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1, στοιχείο βʹ, σημείο ii, του κανονισμού 659/1999. Η δυνατότητα αυτή δεν ισχύει όταν ενίσχυση χορηγείται βάσει καθεστώτος απαλλαγής, ήτοι βάσει καθεστώτος του οποίου η συμβατότητα με την εσωτερική αγορά απλώς τεκμαίρεται, επειδή το οικείο κράτος μέλος έκρινε ότι πληροί τις προϋποθέσεις του κανονισμού 800/2008. Τα καθεστώτα απαλλαγής δεν συνιστούν «υφιστάμενες» ενισχύσεις.
110.
Στην υπό κρίση υπόθεση, ο IZG αποτελεί τη νομική βάση για τη χορήγηση της κοινοποιηθείσας ενισχύσεως ( 45 ). Η Γερμανία έκρινε ότι ο IZG πληρούσε τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον κανονισμό 800/2008 και ότι εξαιρούνταν από την υποχρέωση κοινοποίησης και ήταν συμβατός με την εσωτερική αγορά ( 46 ). Επομένως, ο IZG δεν αποτελεί «υφιστάμενο» καθεστώς ενίσχυσης και η BMW δεν μπορεί να στηριχθεί στην υποσημείωση στο σημείο 56 της ανακοίνωσης του 2009, προκειμένου να υποστηρίξει ότι η Γερμανία διατηρεί τη δυνατότητα να χορηγεί ενισχύσεις μέχρι το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008.
111.
Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η BMW, από την απόφαση Diputación Foral de Álava δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή έχει αρμοδιότητα να εκτιμά μόνο το τμήμα της ενίσχυσης που υπερβαίνει το εν λόγω όριο. Στην απόφαση εκείνη, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η παρασχεθείσα βάσει εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεως επιχορήγηση «συνιστά νέα ενίσχυση καθόσον υπερβαίνει το όριο που καθορίστηκε με την απόφασή της περί εγκρίσεως» ( 47 ). Πάντως, στην υπόθεση Diputación Foral de Álava, η Επιτροπή είχε εκδώσει απόφαση για την έγκριση του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων. Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει εκδοθεί τέτοια απόφαση. Επομένως, όπως ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 181 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή ορθώς εκτίμησε τη συμβατότητα του συνολικού ποσού της επίμαχης ενίσχυσης, χωρίς να παραβιάσει τις αρχές που διατυπώθηκαν στην απόφαση Diputación Foral de Álava.
112.
Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας, στη σκέψη 179 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η υποσημείωση στο σημείο 56 της ανακοίνωσης του 2009 δεν εμπόδιζε την Επιτροπή να εκτιμήσει αν η επίμαχη ενίσχυση ήταν αναλογική, δεδομένου ότι η εν λόγω ενίσχυση «έπρεπε να αξιολογηθεί ως μεμονωμένη ενίσχυση και όχι ως ενίσχυση χορηγηθείσα υπό εγκεκριμένο καθεστώς περιφερειακών ενισχύσεων».
113.
Συνάγω ότι η Επιτροπή έχει αρμοδιότητα να εκτιμά τη συμβατότητα των μέτρων ενίσχυσης ακόμη και στις περιπτώσεις που το ποσό της ενίσχυσης δεν υπερβαίνει το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008.
114.
Έπεται ότι, στις περιπτώσεις που, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, το ποσό της κοινοποιηθείσας ενισχύσεως υπερβαίνει το όριο αυτό, η Επιτροπή δύναται να εκτιμά τη συμβατότητα του συνολικού ποσού της ενίσχυσης και ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η BMW, η Επιτροπή δεν οφείλει να κηρύσσει την ενίσχυση συμβατή μέχρι το ποσό που εξαιρείται από την υποχρέωση κοινοποίησης.
115.
Επίσης έπεται ότι, όπως θα δείξω στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων, η Επιτροπή δύναται να προβαίνει στην εν λόγω εκτίμηση συμβατότητας εφαρμόζοντας όχι μόνο τα κριτήρια που καθορίζονται στον κανονισμό 800/2008, αλλά και άλλα κριτήρια, όπως αυτά που καθορίζονται στην ανακοίνωση του 2009.
iv) Η συμβατότητα μπορεί να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του κριτηρίου αναλογικότητας το οποίο καθορίζεται στην ανακοίνωση του 2009
116.
Συναφώς, χρήζει μνείας η απόφαση Freistaat Sachsen ( 48 ).
117.
Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι, όταν το ποσό ενίσχυσης υπερβαίνει το όριο κοινοποίησης μεμονωμένων ενισχύσεων που προβλέπεται σε κανονισμό απαλλαγής κατά κατηγορία ( 49 ), η Επιτροπή δύναται να εκτιμά την ενίσχυση αυτή, όχι μόνον υπό το πρίσμα των κριτηρίων που καθορίζονται στον εν λόγω κανονισμό, αλλά και υπό το πρίσμα άλλων κριτηρίων ή άλλων πράξεων του δικαίου της Ένωσης. Πρώτον, μπορούν να εφαρμοσθούν τα κριτήρια που καθορίζονται στον εν λόγω κανονισμό απαλλαγής κατά κατηγορία, δεδομένου ότι οι ουσιαστικές διατάξεις του κανονισμού αυτού έχουν εφαρμογή, σε αντίθεση με τη διάταξη που προβλέπει απαλλαγή από την υποχρέωση κοινοποίησης. Δεύτερον, μπορούν να εφαρμοσθούν κριτήρια που δεν προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό απαλλαγής κατά κατηγορία. Το Δικαστήριο έχει στηριχθεί συναφώς στην αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού 68/2001, η οποία αναφέρει ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν αποκλείει τη δυνατότητα των κρατών μελών να κοινοποιούν σχέδια ενίσχυσης και ότι οι κοινοποιήσεις αυτές «θα αξιολογούνται από την Επιτροπή κυρίως με βάση τα κριτήρια του παρόντος κανονισμού ή σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές και τα ισχύοντα κοινοτικά πλαίσια, εφόσον υπάρχουν τέτοιες κατευθυντήριες γραμμές και κοινοτικά πλαίσια» ( 50 ). Κατά το Δικαστήριο, η χρήση, στην αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού 68/2001, του όρου «κυρίως» σήμαινε ότι η ενίσχυση έπρεπε να εξετασθεί κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικώς, με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται στον εν λόγω κανονισμό ( 51 ). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή μπορούσε να εφαρμόσει ένα κριτήριο που δεν προβλέπεται στον κανονισμό 68/2001 και να απαιτήσει ότι η ενίσχυση έπρεπε να είναι απαραίτητη για την υλοποίηση των υπό εξέταση εκπαιδευτικών μέτρων ( 52 ).
118.
Ομοίως, στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή, προκειμένου να κηρύξει την επίμαχη ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά, δύναται να απαιτήσει ότι πρέπει να πληροί το κριτήριο που καθορίζεται στο σημείο 33 της ανακοίνωσης του 2009, ήτοι ότι το ποσό της ενίσχυσης πρέπει να περιορισθεί στη διαφορά μεταξύ της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στη Λειψία και της δαπάνης για την πραγματοποίηση της επένδυσης στο Μόναχο (17 εκατομμύρια ευρώ). Επισημαίνω συναφώς ότι η αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού 800/2008 αναφέρει, όπως η αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού 68/2001, ότι ο κανονισμός αυτός «δεν πρέπει να θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να κοινοποιούν» μέτρα περιφερειακών ενισχύσεων και ότι τα εν λόγω μέτρα ενισχύσεων «θα αξιολογούνται από την Επιτροπή ιδίως βάσει των προϋποθέσεων που προσδιορίζονται στον παρόντα κανονισμό και σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται σε συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές ή πλαίσια που έχουν εκδοθεί από την Επιτροπή» ( 53 ).
119.
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας, στη σκέψη 173 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η επίμαχη ενίσχυση έπρεπε να εκτιμηθεί βάσει της ανακοίνωσης του 2009, των κατευθυντήριων γραμμών και του άρθρου 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
v) Συμπέρασμα
120.
Έπεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η Επιτροπή ορθώς περιόρισε την ενίσχυση σε ποσό χαμηλότερο από το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008, δεν παρέβη το άρθρο 3 και το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/2008, δεδομένου ότι οι εν λόγω διατάξεις απλώς προβλέπουν ένα τεκμήριο συμβατότητας των ενισχύσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις του εν λόγω κανονισμού. Όταν το ποσό μέτρου ενίσχυσης υπερβαίνει το όριο αυτό, οι εν λόγω διατάξεις δεν εμποδίζουν την Επιτροπή να εκτιμήσει τη συμβατότητα του μέτρου αυτού υπό το πρίσμα κριτηρίων άλλων από εκείνα που καθορίζονται στον κανονισμό 800/2008 και να κρίνει, βάσει των κριτηρίων αυτών, ότι η ενίσχυση είναι συμβατή μέχρι ένα ποσό που είναι χαμηλότερο του εξαιρούμενου από την υποχρέωση κοινοποίησης κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008.
121.
Έπεται επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν παρέβη το άρθρο 288 ΣΛΕΕ, καθόσον η επίμαχη απόφαση συνάδει με τον κανονισμό 800/2008.
122.
Συνάγω ότι το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
2) Επί του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
123.
Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως η BMW προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραβίασε την αρχή της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων κρίνοντας ότι η Επιτροπή ορθώς περιόρισε τη χορηγηθείσα ενίσχυση στην BMW σε ποσό χαμηλότερο του εξαιρούμενου από την υποχρέωση κοινοποίησης, ενώ οποιοσδήποτε ανταγωνιστής της BMW θα μπορούσε να είχε λάβει, δυνάμει του IZG, ενίσχυση μέχρι το όριο κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008.
124.
Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι τυχόν ενίσχυση που θα χορηγούνταν σε υποθετικό ανταγωνιστή της BMW δυνάμει του IZG χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση στην Επιτροπή δεν θα συνιστούσε υφιστάμενη ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 659/1999. Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση, η ενίσχυση προς την BMW κηρύχθηκε από την Επιτροπή, με την επίμαχη απόφαση, συμβατή με την εσωτερική αγορά (καίτοι μόνο μέχρι το ποσό των 17 εκατομμυρίων ευρώ) και, ως εκ τούτου, αποτελεί υφιστάμενη ενίσχυση. Έπεται ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ο εν λόγω υποθετικός ανταγωνιστής και η BMW δεν βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση και ότι το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
125.
Συνάγω ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
VI. Επί της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως
Α. Τα επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
126.
Η Επιτροπή κατέθεσε αντίθετη αίτηση αναιρέσεως. Ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει, αφενός, τη διάταξη της 11ης Μαΐου 2015 με την οποία επετράπη στο Freistaat Sachsen να παρέμβει στη δίκη επί της προσφυγής για τη μερική ακύρωση της επίμαχης απόφασης και, αφετέρου, την περιλαμβανόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιμέρους απόφαση να κριθεί αποδεκτή η παρέμβαση και να ληφθούν υπόψη τα επιχειρήματα του παρεμβαίνοντος. Η Επιτροπή ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς και να απορρίψει την αίτηση παρεμβάσεως του Freistaat Sachsen.
127.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αντίθετη αίτησή της αναιρέσεως είναι παραδεκτή.
128.
Η Επιτροπή διατείνεται συναφώς ότι η διάταξη της 11ης Μαΐου 2015 και η περιλαμβανόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιμέρους απόφαση περί του αποδεκτού της παρεμβάσεως μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως βάσει του άρθρου 178, παράγραφος 1 ή 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση με την οποία το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε αίτηση παρεμβάσεως μπορεί να προσβληθεί στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως της οριστικής απόφασης, ως δικονομική πλημμέλεια που έθιξε τα συμφέροντα της Επιτροπής. Λαμβάνοντας υπόψη, στις σκέψεις 20, 21, 27, 31, 55, 57, 77, 97, 98, 124, 152, 163, 176, 177 και 180 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τα επιχειρήματα που προέβαλε το Freistaat Sachsen, το Γενικό Δικαστήριο διεύρυνε το αντικείμενο της δίκης και έθιξε τα δικονομικά συμφέροντα της Επιτροπής.
129.
Προς στήριξη της αντίθετης αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως.
130.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου καθόσον έκρινε, στη σκέψη 20 της διάταξης της 11ης Μαΐου 2015, ότι το Freistaat Sachsen είχε συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς και ότι, ως εκ τούτου, μπορούσε να παρέμβει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου λόγω του προβαλλόμενου οικονομικού αντικτύπου που θα είχε η χωροθέτηση της επένδυσης στη Λειψία. Κατά την Επιτροπή, παρεμβαίνων έχει συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς μόνον αν αυτή δύναται να μεταβάλει τη νομική θέση του.
131.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή διατείνεται ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι το συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς η οποία έχει υποβληθεί στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου είναι δυνατόν να είναι οικονομικής φύσεως, το Γενικό Δικαστήριο θα έχει υποπέσει σε πλάνη καθόσον έκρινε ότι το Freistaat Sachsen είχε τέτοιο συμφέρον. Το Freistaat Sachsen μπορούσε να έχει συμφέρον μόνο για την έκβαση προσφυγής με την οποία θα ζητούνταν η ακύρωση της επίμαχης απόφασης στο σύνολό της, και όχι για την έκβαση προσφυγής με την οποία ζητήθηκε η ακύρωση της επίμαχης απόφασης κατά το μέρος που αυτή κήρυξε ασύμβατο με την εσωτερική αγορά το ποσό της ενίσχυσης το οποίο υπερέβαινε τα 17 εκατομμύρια ευρώ.
132.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τους κανόνες περί κατανομής του βάρους αποδείξεως, δεδομένου ότι δεν ζήτησε από το Freistaat Sachsen να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη του ισχυρισμού ότι είχε οικονομικό συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς.
133.
Το Freistaat Sachsen διατείνεται ότι η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και, ούτως ή άλλως, αβάσιμη. Υποστηρίζει ότι η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη καθόσον, πρώτον, η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να δεχθεί αίτηση παρεμβάσεως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 178, παράγραφος 1 ή 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, και, δεύτερον, το άρθρο 57, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου προβλέπει τη δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως κατά των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου με τις οποίες απορρίπτεται αίτηση παρεμβάσεως και όχι κατά των αποφάσεων που δέχονται τέτοια αίτηση. Ούτως ή άλλως, η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, δεδομένου ότι, για να μπορέσει ένα πρόσωπο να παρέμβει σε δίκη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, αρκεί να έχει οικονομικό συμφέρον στην επίλυση της εν λόγω διαφοράς.
134.
Η BMW υποστηρίζει ότι η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, καθόσον η Επιτροπή δεν εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο έθιξε τα δικονομικά συμφέροντα της Επιτροπής λαμβάνοντας υπόψη, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τα επιχειρήματα του Freistaat Sachsen. Η BMW υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, καθόσον τα επίμαχα επιχειρήματα προβλήθηκαν όχι μόνον από το Freistaat Sachsen, αλλά και από την BMW. Ούτως ή άλλως, η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη.
Β. Εκτίμηση
135.
Με την αντίθετη αίτησή της αναιρέσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει, πρώτον, τη διάταξη της 11ης Μαΐου 2015 και, δεύτερον, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή i) κρίθηκε αποδεκτή η παρέμβαση και ii) ελήφθησαν υπόψη, στις σκέψεις 20, 21, 27, 31, 55, 57, 77, 97, 98, 124, 152, 163, 176, 177 και 180, τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν αποκλειστικά από το Freistaat Sachsen (σε αντίθεση με τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν από το Freistaat Sachsen και από την BMW).
136.
Η BMW και το Freistaat Sachsen διατείνονται ότι η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και, ούτως ή άλλως, αβάσιμη.
137.
Πρέπει να επισημάνω ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει, όπως προτείνω, ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, μπορεί να κρίνει ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως.
138.
Τούτο, διότι, στην υπό κρίση υπόθεση, με την αντίθετη αίτηση αναιρέσεως ζητείται η αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που περιέχει απόφαση με την οποία κρίθηκε αποδεκτή η παρέμβαση και κατά το μέρος που, κατά συνέπεια, έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα του παρεμβαίνοντος. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε συναφώς σε πλάνη, τούτο δεν θα συνεπάγεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί. Η απόφαση αυτή μπορεί να αναιρεθεί μόνο αν το Δικαστήριο κρίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη απορρίπτοντας αίτημα που υποβλήθηκε ή ισχυρισμό που προβλήθηκε από διάδικο και όχι από το παρεμβαίνον. Τούτο, διότι το παρεμβαίνον δεν επιτρέπεται να υποβάλει δικά του αιτήματα ή να προβάλει δικούς του ισχυρισμούς ( 54 ). Κατά συνέπεια, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση θα επικυρωθεί, ακόμη και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη καθόσον δέχθηκε την αίτηση παρεμβάσεως του Freistaat Sachsen ( 55 ). Υπογραμμίζω ότι η ίδια η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη καθόσον δέχθηκε την αίτηση παρεμβάσεως του Freistaat Sachsen, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν θα πρέπει να αναιρεθεί (αλλά η δικονομική πλημμέλεια ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου θα θεραπευθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο).
139.
Ωστόσο, χάριν πληρότητας, θα εξετάσω την αντίθετη αίτηση αναιρέσεως. Εκτιμώ ότι είναι απαράδεκτη και ότι, εκτός από αλυσιτελής, είναι, ούτως ή άλλως, αβάσιμη.
1. Επί του παραδεκτού της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως
140.
Το Freistaat Sachsen διατείνεται ότι η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, καθόσον, πρώτον, το άρθρο 57, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου προβλέπει τη δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως κατά των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου με τις οποίες απορρίπτεται αίτηση παρεμβάσεως, και όχι κατά των αποφάσεων του εν λόγω δικαστηρίου που δέχονται τέτοια αίτηση, και, δεύτερον, οι τελευταίες αυτές αποφάσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν αποφάσεις που υπόκεινται σε αναίρεση κατά την έννοια του άρθρου 178, παράγραφος 1 ή 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
141.
Η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως είναι, κατά την άποψή μου, απαράδεκτη στο σύνολό της. Στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους συνήγαγα το συμπέρασμα αυτό.
142.
Θα εξετάσω συναφώς, πρώτον, το παραδεκτό της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως της διάταξης της 11ης Μαΐου 2015, δεύτερον, το παραδεκτό της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που αυτή περιέχει απόφαση περί του αποδεκτού της παρεμβάσεως και, τρίτον, το παραδεκτό της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που, στην απόφαση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα που υποστηρίζεται ότι προβλήθηκαν αποκλειστικώς από το Freistaat Sachsen. Τέλος, θα εξετάσω το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφαίνεται αυτεπαγγέλτως επί του παραδεκτού των αιτήσεων παρεμβάσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στις περιπτώσεις που ο πρωτοδίκως παρεμβαίνων έχει καταθέσει αντίθετη αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου ή, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, ο πρωτοδίκως παρεμβαίνων έχει καταθέσει παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου.
α) Επί του παραδεκτού της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως της διάταξης της 11ης Μαΐου 2015
143.
Φρονώ ότι η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως που η Επιτροπή κατέθεσε κατά της διάταξης της 11ης Μαΐου 2015, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε την αίτηση παρεμβάσεως του Freistaat Sachsen, είναι απαράδεκτη καθόσον οι αποφάσεις που δέχονται αίτηση παρεμβάσεως δεν υπόκεινται σε αναίρεση.
144.
Συναφώς, το άρθρο 178, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προβλέπει ότι τα αιτήματα της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως έχουν ως αντικείμενο την αναίρεση «της αποφάσεως ή διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου». Περαιτέρω, το άρθρο 178, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι οι αιτήσεις αναιρέσεως μπορούν επίσης να έχουν ως αντικείμενο «την αναίρεση ρητής ή σιωπηρής αποφάνσεως περί του παραδεκτού της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγής».
145.
Πρώτον, η διάταξη της 11ης Μαΐου 2015 δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 178, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, καθόσον πρόκειται για «απόφανση» με την οποία γίνεται δεκτή αίτηση παρεμβάσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και όχι για «απόφανση» περί του παραδεκτού της ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου ασκηθείσας προσφυγής.
146.
Δεύτερον, η διάταξη αυτή δεν εμπίπτει, κατά την άποψή μου, ούτε στο άρθρο 178, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
147.
Το άρθρο 178 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου πρέπει συναφώς να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 56, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του ( 56 ). Η τελευταία αυτή διάταξη προσδιορίζει τις αποφάσεις που υπόκεινται σε αναίρεση, ήτοι, πρώτον, τις «οριστικ[ές] αποφάσ[εις] του Γενικού Δικαστηρίου», δεύτερον, τις αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού που «επιλύουν εν μέρει τη διαφορά ως προς την ουσία», και, τρίτον, τις αποφάσεις που «επιλύουν δικονομικό ζήτημα που αφορά ένσταση αναρμοδιότητας ή απαραδέκτου».
148.
Η απόφαση με την οποία γίνεται δεκτή αίτηση παρεμβάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστική απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 56, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου ( 57 ). Ούτε μπορεί να θεωρηθεί απόφαση που λύει εν μέρει τη διαφορά ως προς την ουσία ( 58 ). Ωστόσο, τίθεται το ζήτημα αν η απόφαση με την οποία γίνεται δεκτή αίτηση παρεμβάσεως μπορεί να θεωρηθεί απόφαση επιλύουσα δικονομικό ζήτημα που αφορά ένσταση απαραδέκτου, δεδομένου ότι η προαναφερθείσα διάταξη δεν διευκρινίζει αν αφορά το απαράδεκτο της προσφυγής ή το απαράδεκτο της αιτήσεως παρεμβάσεως.
149.
Κατά πάγια νομολογία, η απόρριψη από το Γενικό Δικαστήριο των ενστάσεων απαραδέκτου προσφυγής υπόκειται σε αναίρεση (και σε αντίθετη αίτηση αναιρέσεως) ακόμη και αν το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε εν συνεχεία την προσφυγή ως αβάσιμη ( 59 ). Η απόφαση αυτή μπορεί να θεωρηθεί απόφαση επιλύουσα δικονομικό ζήτημα που αφορά ένσταση απαραδέκτου κατά την έννοια του άρθρου 56, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
150.
Αντιθέτως, οι ακόλουθες αποφάσεις έχει κριθεί ότι δεν υπόκεινται σε αναίρεση: η απόφαση του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου περί μη συνεκδικάσεως δύο υποθέσεων ( 60 )· η διάταξη με την οποία το Γενικό Δικαστήριο καλεί την Επιτροπή να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα ( 61 )· η διάταξη με την οποία το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης κρίνει εαυτό αναρμόδιο και παραπέμπει την προσφυγή στο Γενικό Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, του παραρτήματος του Οργανισμού του Δικαστηρίου ( 62 )· η διάταξη με την οποία το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διατάσσει την απάλειψη ορισμένων χωρίων υπομνήματος λόγω του δυσφημιστικού χαρακτήρα τους ( 63 )· η απόφαση με την οποία ο γραμματέας του Γενικού Δικαστηρίου απορρίπτει αίτηση της προσφεύγουσας να εκπροσωπηθεί από «Trade Mark and Design Litigator» ( 64 )· η διάταξη με την οποία απορρίπτεται αίτηση για ευεργέτημα πενίας ( 65 )· η απόφαση με την οποία απορρίπτεται αίτηση εξαιρέσεως δικαστή ( 66 )· και η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου για αναστολή της διαδικασίας μέχρι την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο σε δίκη που εκκρεμεί ενώπιόν του και έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της ίδιας πράξης με εκείνη που έχει προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ( 67 ). Επομένως, οι ανωτέρω αποφάσεις δεν είναι αποφάσεις που επιλύουν δικονομικό ζήτημα κατά την έννοια του άρθρου 56, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άλλως θα υπέκειντο σε αναίρεση).
151.
Κατά την άποψή μου, η απόφαση με την οποία γίνεται δεκτή αίτηση παρεμβάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί απόφαση επιλύουσα δικονομικό ζήτημα που αφορά ένσταση απαραδέκτου κατά την έννοια του άρθρου 56, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Ομολογουμένως, αντιθέτως προς την πλειονότητα των αποφάσεων που μνημονεύθηκαν στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων, η απόφαση με την οποία γίνεται δεκτή αίτηση παρεμβάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί μέτρο απλώς οργανωτικού χαρακτήρα, δεδομένου ότι i) ο πρωτοδίκως παρεμβαίνων δύναται να ασκήσει αναίρεση κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου ( 68 ) και ii) αν ασκηθεί αναίρεση από διάδικο της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, αυτός θεωρείται διάδικος της δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου ( 69 ). Ωστόσο, γεγονός παραμένει ότι οι μνημονευθείσες στο σημείο 149 των παρουσών προτάσεων αποφάσεις, οι οποίες έχει κριθεί ότι υπόκεινται σε αναίρεση, αφορούν το παραδεκτό της προσφυγής, και όχι το αποδεκτό της παρεμβάσεως. Έπεται, κατά την άποψή μου, ότι η απόφαση με την οποία γίνεται δεκτή αίτηση παρεμβάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί απόφαση που επιλύει δικονομικό ζήτημα και ότι, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 56, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
152.
Τρίτον, πρέπει να υπογραμμίσω ότι το άρθρο 57, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου προβλέπει ότι αναίρεση μπορεί να ασκηθεί κατά αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε αίτηση παρεμβάσεως και ότι η αναίρεση αυτή μπορεί να ασκηθεί από το πρόσωπο του οποίου η αίτηση παρεμβάσεως απορρίφθηκε. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει εξ αντιδιαστολής ότι δεν χωρεί αίτηση αναιρέσεως της αποφάσεως που δέχθηκε την αίτηση παρεμβάσεως.
153.
Τέταρτον, τούτο συνάδει με τον παρεπόμενο χαρακτήρα της παρεμβάσεως. Κατά το άρθρο 40, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και το άρθρο 132, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του, η παρέμβαση έχει ως αντικείμενο αποκλειστικά την υποστήριξη, εν όλω ή εν μέρει, των αιτημάτων ενός εκ των διαδίκων ( 70 ). Επιπλέον, ο παρεμβαίνων δεν δύναται να προβάλει ισχυρισμούς που δεν έχουν προβληθεί από τον διάδικο υπέρ του οποίου παρενέβη ( 71 ). Ως εκ τούτου, όταν γίνεται δεκτή αίτηση παρεμβάσεως, τούτο δεν μεταβάλλει το αντικείμενο της δίκης.
154.
Συνεπώς, η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως της διάταξης της 11ης Μαΐου 2015 είναι απαράδεκτη.
β) Επί του παραδεκτού της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που αυτή περιέχει απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση παρεμβάσεως
155.
Με την αντίθετη αίτηση αναιρέσεως ζητείται η αναίρεση, όχι μόνο της διάταξης της 11ης Μαΐου 2015, αλλά και της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που αυτή περιέχει απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση παρεμβάσεως του Freistaat Sachsen.
156.
Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει (σιωπηρή) απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση παρεμβάσεως. Διαφορετικά, η εν λόγω απόφαση δεν θα μνημόνευε τα επιχειρήματα του Freistaat Sachsen.
157.
Ωστόσο, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, φρονώ ότι η επιμέρους αυτή απόφαση δεν υπόκειται σε αναίρεση.
158.
Όπως εξέθεσα στα σημεία 148 έως 151 των παρουσών προτάσεων, η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να δεχθεί αίτηση παρεμβάσεως δεν αποτελεί «απόφαση» κατά την έννοια του άρθρου 56, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Προκειμένου να κριθεί αν απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να θεωρηθεί «απόφαση» κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, δεν ασκεί επιρροή το αν αυτή περιέχεται σε χωριστό έγγραφο, όπως η διάταξη της 11ης Μαΐου 2015, ή αν αποτελεί μέρος της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
159.
Επιπλέον, οι λόγοι που εκτέθηκαν στο σημείο 153 των παρουσών προτάσεων όσον αφορά την αντίθετη αίτηση αναιρέσεως της διάταξης της 11ης Μαΐου 2015 ισχύουν επίσης για την αντίθετη αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που αυτή περιέχει απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση παρεμβάσεως.
160.
Επομένως, η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που περιέχει απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση παρεμβάσεως του Freistaat Sachsen, είναι απαράδεκτη.
161.
Ωστόσο, τούτο σημαίνει μόνον ότι η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση παρεμβάσεως δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως, δεδομένου ότι δεν αποτελεί «απόφαση» κατά την έννοια του άρθρου 56, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Τούτο δεν σημαίνει ότι το αποδεκτό μιας πρωτοδίκως παρεμβάσεως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί καθόλου ενώπιον του Δικαστηρίου.
162.
Αντιθέτως, το αποδεκτό της πρωτοδίκως παρεμβάσεως μπορεί να αμφισβητηθεί με λόγο αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια κατά την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία κατά την έννοια του άρθρου 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Ωστόσο, ο λόγος αυτός θα εξετασθεί από το Δικαστήριο μόνον αν έχει προβληθεί στο πλαίσιο παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να ζητεί την αναίρεση «απόφασης» του Γενικού Δικαστηρίου κατά την έννοια του άρθρου 56, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Εν ολίγοις, πρέπει να έχει ως αντικείμενο απόφαση διαφορετική από εκείνη που δέχθηκε την αίτηση παρεμβάσεως, καθόσον, όπως έδειξα ανωτέρω, η τελευταία δεν αποτελεί «απόφαση» κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης.
163.
Επί παραδείγματι, στην υπόθεση Γάκη-Κακούρη, το Δικαστήριο εξέτασε τον λόγο αναιρέσεως με τον οποίο προβαλλόταν ότι το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον δεν δέχθηκε αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν από διάδικο, παρέβη το άρθρο 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και παραβίασε τις αρχές της εκατέρωθεν ακροάσεως και της ισότητας των όπλων. Ωστόσο, στην υπόθεση εκείνη, με την αίτηση αναιρέσεως δεν ζητούνταν η αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου να μη δεχθεί αποδεικτικά στοιχεία. Με εκείνη την αίτηση αναιρέσεως ζητούνταν η αναίρεση της περιεχόμενης στο διατακτικό της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσεώς του να απορρίψει την προσφυγή κατά της αρνήσεως του Δικαστηρίου να χορηγήσει σύνταξη επιζώντος στην προσφεύγουσα, η οποία ήταν χήρα δικαστή του Δικαστηρίου ( 72 ).
164.
Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή, με την αντίθετη αίτησή της αναιρέσεως, δεν διατείνεται μόνον ότι η περιλαμβανόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου επιμέρους απόφασή του να δεχθεί την αίτηση παρεμβάσεως του Freistaat Sachsen, υπόκειται σε αναίρεση ( 73 ), αλλά και ότι η εν λόγω απόφαση συνιστά δικονομική πλημμέλεια κατά την έννοια του άρθρου 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Υπογραμμίζω συναφώς ότι ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση που δέχθηκε την αίτηση παρεμβάσεως συνιστά δικονομική πλημμέλεια έχει προβληθεί στο πλαίσιο αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως με την οποία ζητείται η αναίρεση της ίδιας της επιμέρους αυτής αποφάσεως. Αντιθέτως, στην υπόθεση Γάκη-Κακούρη, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβλήθηκε ότι η απόφαση να μη γίνουν δεκτά τα αποδεικτικά στοιχεία συνιστούσε δικονομική πλημμέλεια είχε προβληθεί στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως με την οποία ζητούνταν η αναίρεση άλλης αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, η οποία είχε περιληφθεί στο διατακτικό της εκδοθείσας αποφάσεώς του. Ως εκ τούτου, στην υπό κρίση υπόθεση, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται δικονομική πλημμέλεια ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν μπορεί να εξετασθεί από το Δικαστήριο, επειδή έχει προβληθεί στο πλαίσιο αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως η οποία, δεδομένου ότι δεν ζητεί την αναίρεση «αποφάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 56, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου ( 74 ), είναι απαράδεκτη.
γ) Επί του παραδεκτού της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν αποκλειστικώς από το Freistaat Sachsen
165.
Τέλος, με την αντίθετη αίτηση αναιρέσεως ζητείται η αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που έλαβε υπόψη, στις σκέψεις 20, 21, 27, 31, 55, 57, 77, 97, 98, 124, 152, 163, 176, 177 και 180, τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν αποκλειστικώς από το Freistaat Sachsen.
166.
Αδυνατώ να αντιληφθώ πώς θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο, δεχόμενο ή απορρίπτοντας επιχειρήματα, και όχι λόγους ακυρώσεως ή αιτήματα, έλαβε «απόφαση» κατά την έννοια του άρθρου 56, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που η τελευταία έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν αποκλειστικώς από το Freistaat Sachsen, είναι απαράδεκτη.
167.
Ούτως ή άλλως, είναι αλυσιτελής. Συγκεκριμένα, στις μνημονευόμενες από την Επιτροπή σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο είτε δεν αποφαίνεται επί των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν από το παρεμβαίνον ( 75 ), είτε εξετάζει επιχειρήματα που προβλήθηκαν από το παρεμβαίνον και από την BMW ( 76 ), είτε απορρίπτει επιχειρήματα που προβλήθηκαν αποκλειστικώς από το Freistaat Sachsen. ( 77 )
δ) Το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί αυτεπαγγέλτως επί του αποδεκτού της πρωτοδίκως παρεμβάσεως
168.
Στην απόφαση Stadtwerke Schwäbisch Hall, το Δικαστήριο έκρινε ότι, όταν αποφαίνεται επί αιτήσεως αναιρέσεως, βάσει του άρθρου 56 του Οργανισμού του, οφείλει να αποφανθεί, εν ανάγκη αυτεπαγγέλτως, επί του παραδεκτού της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής ( 78 ).
169.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, επικαλούμενη την ανωτέρω απόφαση, ότι το Δικαστήριο οφείλει να αποφαίνεται αυτεπαγγέλτως επί του αποδεκτού των παρεμβάσεων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στις περιπτώσεις που ο πρωτοδίκως παρεμβαίνων έχει καταθέσει αντίθετη αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου ή έχει υποβάλει παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου.
170.
Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
171.
Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή αμφισβητεί το αποδεκτό παρεμβάσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, και όχι το παραδεκτό της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου, πράγμα που αποτελούσε αντικείμενο της απόφασης Stadtwerke Schwäbisch Hall και της μετέπειτα νομολογίας ( 79 ). Πρέπει να τονίσω ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη καθόσον δέχθηκε αίτηση παρεμβάσεως, τούτο δεν θα ασκήσει επιρροή όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ( 80 ).
172.
Είναι αληθές ότι, αν το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένα δεχθεί αίτηση παρεμβάσεως, ο πρωτοδίκως παρεμβαίνων μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου και μπορεί να προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου λόγους αναιρέσεως που δεν προβάλλονται από τον διάδικο υπέρ του οποίου παρενέβη πρωτοδίκως ( 81 ). Ωστόσο, πρέπει να επισημάνω ότι, βάσει του άρθρου 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να παρέμβει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, αν αποδείξει ότι έχει συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου. Πρέπει επίσης να επισημάνω ότι, βάσει του άρθρου 56, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, οι πρωτοδίκως παρεμβαίνοντες μπορούν να ασκήσουν αναίρεση κατά απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου μόνον αν η απόφαση αυτή τους θίγει απ’ ευθείας. Κατά την άποψή μου, όποιος δεν έχει συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, δεν έχει δικαίωμα να παρέμβει ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θίγεται απ’ ευθείας από την απόφασή του. Σε κάθε περίπτωση, οι άλλοι μετέχοντες στη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου δύνανται να καταθέσουν παρατηρήσεις για να απαντήσουν στις παρατηρήσεις του πρωτοδίκως παρεμβαίνοντος.
173.
Συνάγω ότι η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη στο σύνολό της.
174.
Ωστόσο, χάριν πληρότητας, θα δείξω ότι, ούτως ή άλλως, είναι αβάσιμη.
2. Επί της ουσίας
175.
Προς στήριξη της αντίθετης αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο, αντιστοίχως, παράβαση του άρθρου 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, πλάνη κατά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών και παράβαση των κανόνων περί κατανομής του βάρους αποδείξεως.
α) Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου
176.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου καθόσον έκρινε, στη σκέψη 20 της διάταξης της 11ης Μαΐου 2015, ότι το Freistaat Sachsen είχε συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς που υποβλήθηκε στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, επειδή, περιορίζοντας την ενίσχυση στα 17 εκατομμύρια ευρώ, η επίμαχη απόφαση στέρησε από το Freistaat Sachsen τα οικονομικά οφέλη που απέρρεαν από ενίσχυση ύψους περίπου 45 εκατομμυρίων ευρώ.
177.
Βάσει του άρθρου 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον αποδεικνύει ότι έχει συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του συγκεκριμένου δικαιοδοτικού οργάνου.
178.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια του «συμφέροντος στην επίλυση της διαφοράς», κατά την ανωτέρω διάταξη, πρέπει να ορίζεται λαμβανομένου υπόψη του ίδιου του αντικειμένου της διαφοράς και να νοείται ως άμεσο και ενεστώς συμφέρον για την τύχη που θα επιφυλαχθεί σε αυτά καθ’ εαυτά τα αιτήματα και όχι ως συμφέρον σχετικά με τους προβαλλόμενους λόγους και επιχειρήματα. Συγκεκριμένα, με τον όρο «επίλυση της διαφοράς» νοείται η ζητούμενη τελική κρίση, όπως θα διατυπωθεί στο διατακτικό της απόφασης που θα εκδοθεί. Συναφώς, πρέπει, ιδίως, να εξετάζεται αν ο αιτών την παρέμβαση θίγεται απ’ ευθείας από την επίμαχη πράξη και αν στοιχειοθετείται το συμφέρον του στην επίλυση της διαφοράς. Κατ’ αρχήν, το συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς μπορεί να θεωρηθεί αρκούντως άμεσο μόνο στο μέτρο που η επίλυση της διαφοράς δύναται να μεταβάλει τη νομική θέση του αιτούντος την παρέμβαση ( 82 ).
179.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, δεν μπορεί παρά να είναι έννομο συμφέρον, και όχι οικονομικό συμφέρον.
180.
Το Freistaat Sachsen και η BMW διατείνονται ότι αρκεί η ύπαρξη οικονομικού συμφέροντος. Στηρίζονται στη διάταξη Ramondín, με την οποία κρίθηκε ότι η Comunidad Autónoma de La Rioja είχε συμφέρον στην έκβαση δίκης επί προσφυγής για την ακύρωση απόφασης με την οποία η Επιτροπή είχε κηρύξει ασύμβατο με την εσωτερική αγορά το θεσπισθέν από το Territorio Histórico de Álava καθεστώς ενισχύσεων. Στη διάταξη εκείνη, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου επισήμανε ότι η Comunidad Autónoma de La Rioja συνορεύει με το Territorio Histórico de Álava και ότι η Ramondín, επιχείρηση συσταθείσα στη La Rioja το 1971, επωφελήθηκε του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων κατά τη μετεγκατάστασή της στο έδαφος της Álava ( 83 ).
181.
Είναι αληθές ότι, όπως τονίζει η Επιτροπή, η νομολογία που μνημονεύθηκε στο σημείο 178 των παρουσών προτάσεων απαιτεί να μεταβληθεί ή να δύναται να μεταβληθεί η νομική θέση του αιτούντος την παρέμβαση ως επακόλουθο της επίλυσης της οικείας διαφοράς.
182.
Ωστόσο, κατά τη νομολογία αυτή, η εν λόγω απαίτηση ισχύει μόνο «κατ’ αρχήν». Επισημαίνω ότι, στη διάταξη Ramondín, κρίθηκε ότι η Comunidad Autónoma de La Rioja είχε συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς επειδή το καθεστώς ενισχύσεων προκάλεσε τη μετεγκατάσταση ορισμένων επιχειρήσεων που είχαν συσταθεί στη La Rioja και έθιξε την ανταγωνιστική θέση των επιχειρήσεων που παρέμειναν στη La Rioja. Στην υπό κρίση υπόθεση, η επίμαχη απόφαση συνεπάγεται την κατασκευή νέας μονάδας παραγωγής στη Σαξονία και ο αιτών την παρέμβαση είναι, ακριβώς, το Freistaat Sachsen. Το πραγματικό πλαίσιο αφορά περιφερειακή ενίσχυση και αιτών την παρέμβαση είναι η ενισχυόμενη περιφέρεια της οποίας η οικονομική ανάπτυξη προάγεται από την επίμαχη ενίσχυση. Κατά την άποψή μου, στην κατάσταση αυτή, το οικονομικό συμφέρον μπορεί να θεωρηθεί αρκούντως άμεσο. Το ιστορικό της υπό κρίση υπόθεσης διαφέρει από το ιστορικό της υπόθεσης Provincia di Ascoli Pisceno, στο πλαίσιο της οποίας κρίθηκε ότι μια ιταλική περιφέρεια, της οποίας η οικονομική διάρθρωση, κατά τον σχετικό ισχυρισμό, εξηρτάτο κυρίως από την υποδηματοποιία, δεν είχε συμφέρον στην έκβαση δίκης επί προσφυγής για την ακύρωση κανονισμού που επέβαλε δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων υποδημάτων που είχαν το πάνω μέρος από δέρμα κινεζικής προέλευσης ( 84 ).
183.
Είναι αληθές ότι, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, στην υπόθεση Ramondín, η Comunidad Autónoma de La Rioja είχε υποβάλει καταγγελία στην Επιτροπή, πράγμα που δεν έχει πράξει στην υπό κρίση υπόθεση το Freistaat Sachsen. Ωστόσο, στη διάταξη Ramondín, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν στηρίχθηκε στο στοιχείο αυτό. Επιπλέον, κατά τη νομολογία, η συμμετοχή στη διοικητική διαδικασία και η υποβολή καταγγελίας περιλαμβάνονται στις παραμέτρους βάσει των οποίων μπορεί να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη συμφέροντος στην επίλυση της διαφοράς ( 85 ). Τούτο δεν σημαίνει ότι η υποβολή καταγγελίας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση τέτοιου συμφέροντος.
184.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
β) Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται πλάνη κατά τον χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών
185.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι το συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 40, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, μπορεί να είναι οικονομικό συμφέρον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι το Freistaat Sachsen είχε τέτοιο συμφέρον. Κατά την Επιτροπή, το Freistaat Sachsen θα είχε συμφέρον στην έκβαση δίκης επί προσφυγής με την οποία θα ζητούνταν η ακύρωση της επίμαχης απόφασης στο σύνολό της. Δεν έχει συμφέρον στην έκβαση της δίκης επί της προσφυγής με την οποία ζητήθηκε η ακύρωση της επίμαχης απόφασης κατά το μέρος που με αυτήν κρίθηκε ότι το ποσό της ενίσχυσης που υπερέβαινε τα 17 εκατομμύρια ευρώ ήταν ασύμβατο με την εσωτερική αγορά.
186.
Φρονώ ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Κατά την άποψή μου, το Freistaat Sachsen έχει συμφέρον να επωφεληθεί από τις οικονομικές συνέπειες που θα έχει ενίσχυση ύψους ίσου με το τριπλάσιο του ποσού που με την επίμαχη απόφαση κηρύχθηκε συμβατό με την εσωτερική αγορά.
187.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
γ) Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση των κανόνων περί κατανομής του βάρους αποδείξεως
188.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, κατά το μέρος που παρέλειψε να απαιτήσει από το Freistaat Sachsen να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία θα προέκυπτε ότι είχε συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς, παρέβη τον κανόνα που ορίζει ότι, συνήθως, στο πρόσωπο που επικαλείται πραγματικά περιστατικά προς στήριξη ισχυρισμού του εναπόκειται να προσκομίσει αποδείξεις για τα περιστατικά αυτά.
189.
Επισημαίνω ότι, στη σκέψη 19 της διάταξης της 11ης Μαΐου 2015, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι το Freistaat Sachsen υποστήριξε ότι η επίμαχη ενίσχυση θα δημιουργούσε 800 θέσεις εργασίας, θα δημιουργούσε συνέργειες με την τοπική αυτοκινητοβιομηχανία και θα προήγαγε τη μεταφορά τεχνογνωσίας, καθώς και θα επιτάχυνε τη διαδικασία καινοτομίας. Είναι αληθές ότι το Freistaat Sachsen δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη των ανωτέρω πραγματικών ισχυρισμών. Ωστόσο, είναι επίσης αληθές ότι, με τις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως παρεμβάσεως, η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε τους εν λόγω πραγματικούς ισχυρισμούς και ότι το Γενικό Δικαστήριο τόνισε, στη σκέψη 20 της διάταξης της 11ης Μαΐου 2015, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αμφισβητήθηκαν. Κατά την άποψή μου, υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο δεν παρέβη τους κανόνες περί κατανομής του βάρους αποδείξεως.
190.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
191.
Συνάγω ότι η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
VII. Επί των δικαστικών εξόδων
192.
Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων.
193.
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ως άνω Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η BMW ηττήθηκε και η Επιτροπή ζήτησε να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, η BMW πρέπει να φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής στη διαδικασία επί της κύριας αιτήσεως αναιρέσεως. Το άρθρο 184, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι, όταν ένας πρωτοδίκως παρεμβαίνων μετέχει στην αναιρετική διαδικασία, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι αυτός πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του. Δεδομένου ότι το Freistaat Sachsen μετέσχε στην αναιρετική διαδικασία, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του στη διαδικασία επί της κύριας αιτήσεως αναιρέσεως.
194.
Όσον αφορά την αντίθετη αίτηση αναιρέσεως, δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε και το Freistaat Sachsen ζήτησε να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα, η Επιτροπή πρέπει να φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, τα δικαστικά έξοδα του Freistaat Sachsen στη διαδικασία επί της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως. Δεδομένου ότι η BMW μετέσχε στη διαδικασία επί της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά της στην εν λόγω διαδικασία.
VIII. Πρόταση
195.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει:
–
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
–
να απορρίψει την αντίθετη αίτηση αναιρέσεως·
–
να ορίσει ότι η Bayerische Motoren Werke AG φέρει τα δικαστικά έξοδά της και να την καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αφορούν την κύρια αίτηση αναιρέσεως·
–
να ορίσει ότι το Freistaat Sachsen φέρει τα δικαστικά έξοδά του που αφορούν την κύρια αίτηση αναιρέσεως·
–
να ορίσει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της και να την καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα του Freistaat Sachsen που αφορούν την αντίθετη αίτηση αναιρέσεως·
–
να ορίσει ότι η Bayerische Motoren Werke AG φέρει τα δικαστικά έξοδά της που αφορούν την αντίθετη αίτηση αναιρέσεως.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2017, Bayerische Motoren Werke κατά Επιτροπής (T‑671/14, EU:T:2017:599) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
( 3 ) Απόφαση της 9ης Ιουλίου 2014 σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.32009 (2011/C) (πρώην 2010/N) την οποία η Γερμανία επιθυμεί να χορηγήσει υπέρ της BMW AG για ένα μεγάλο επενδυτικό σχέδιο στη Λειψία (ΕΕ 2016, L 113, σ. 1).
( 4 ) Διάταξη της 11ης Μαΐου 2015, Bayerische Motoren Werke κατά Επιτροπής (T‑671/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:322) (στο εξής: διάταξη της 11ης Μαΐου 2015).
( 5 ) ΕΕ 2008, L 214, σ. 3.
( 6 ) Πρέπει να διευκρινίσω ότι η κοινοποιηθείσα ενίσχυση ανερχόταν αρχικώς στο ποσό των 49 εκατομμυρίων ευρώ και ότι, κατόπιν τροποποίησης της κοινοποίησης από τη Γερμανία, το ποσό αυτό μειώθηκε στα 48,125 εκατομμύρια ευρώ (το οποίο αντιστοιχεί σε παρούσα αξία 45257273 ευρώ) (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 22 και 189 της επίμαχης απόφασης).
( 7 ) BGBl. 2008 I, σ. 2350. Ο IZG ενέπιπτε στην απαλλαγή κατά κατηγορία με αριθμό αναφοράς X 167/2008 (ΕΕ 2009, C 280, σ. 7).
( 8 ) ΕΕ 2006, C 54, σ. 13. Κατά το σημείο 68 των κατευθυντήριων γραμμών, η Επιτροπή οφείλει να κινεί την επίσημη διαδικασία έρευνας που προβλέπεται στο άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ οσάκις, πρώτον, το ποσό περιφερειακής ενίσχυσης που χορηγείται για μεγάλη επένδυση «υπερβαίνει το 75 % του ποσού που θα μπορούσε να λάβει μια επένδυση με επιλέξιμες δαπάνες 100 εκατ. ευρώ», με βάση το ανώτατο όριο που ισχύει για τις περιφερειακές ενισχύσεις, και, δεύτερον, είτε ο αποδέκτης της ενίσχυσης καλύπτει περισσότερο από το 25 % των πωλήσεων του σχετικού προϊόντος είτε η παραγωγική ικανότητα που δημιουργείται με το σχέδιο ενίσχυσης υπερβαίνει το 5 % της αγοράς.
( 9 ) ΕΕ 2009, C 223, σ. 3.
( 10 ) Ως μεγάλα επενδυτικά σχέδια νοούνται τα σχέδια με επιλέξιμες δαπάνες άνω των 50 εκατομμυρίων ευρώ (βλ. σημείο 60 των κατευθυντήριων γραμμών).
( 11 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 4 της επίμαχης απόφασης.
( 12 ) Όπως προεκτέθηκε, η Επιτροπή οφείλει να κινεί επίσημη διαδικασία έρευνας οσάκις σημειώνεται υπέρβαση των ορίων που καθορίζονται στο σημείο 68 των κατευθυντήριων γραμμών (βλ. υποσημείωση 8 των παρουσών προτάσεων). Στην υποσημείωση 63 των κατευθυντήριων γραμμών οριζόταν ότι η Επιτροπή «θα καταρτίσει και άλλες [κατευθυντήριες γραμμές] σχετικά με τα κριτήρια», που θα έχουν εφαρμογή, στις περιπτώσεις αυτές, κατά την εκτίμηση της συμβατότητας με την εσωτερική αγορά. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές καταρτίσθηκαν από την Επιτροπή με τη μορφή της ανακοίνωσης του 2009 (βλ. σημείο 8 της εν λόγω ανακοίνωσης).
( 13 ) Βλ. σημείο 2 της ανακοίνωσης του 2009.
( 14 ) Βλ. σημεία 11 έως 36 της ανακοίνωσης του 2009.
( 15 ) Βλ. σημείο 22 της ανακοίνωσης του 2009 και αιτιολογική σκέψη 173 της επίμαχης απόφασης.
( 16 ) Βλ. σημείο 33 της ανακοίνωσης του 2009 και αιτιολογικές σκέψεις 175 και 189 της επίμαχης απόφασης.
( 17 ) Βλ. σημεία 37 έως 51 της ανακοίνωσης του 2009.
( 18 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 19 ) Απόφαση της 30ής Απριλίου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας και Wam (C‑494/06 P, EU:C:2009:272, σκέψη 57).
( 20 ) Απόφαση της 30ής Απριλίου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας και Wam (C‑494/06 P, EU:C:2009:272, σκέψη 58).
( 21 ) Απόφαση της 10ης Ιουλίου 2012, Smurfit Kappa Group κατά Επιτροπής (T‑304/08, EU:T:2012:351, σκέψη 94).
( 22 ) Απόφαση της 10ης Ιουλίου 2012, Smurfit Kappa Group κατά Επιτροπής (T‑304/08, EU:T:2012:351, σκέψη 95).
( 23 ) Απόφαση της 19ης Ιουλίου 2016, Kotnik κ.λπ. (C‑526/14, EU:C:2016:570, σκέψη 41).
( 24 ) Απόφαση της 8ης Μαρτίου 2016, Ελλάδα κατά Επιτροπής (C‑431/14 P, EU:C:2016:145, σκέψεις 72 έως 75).
( 25 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 85 και 175 της επίμαχης απόφασης.
( 26 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 1 της επίμαχης απόφασης.
( 27 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 101 και 176 της επίμαχης απόφασης.
( 28 ) Κανονισμός της 22ας Μαρτίου 1999 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 1999, L 83, σ. 1).
( 29 ) Βλ. υποσημείωση 33 των παρουσών προτάσεων.
( 30 ) Αποφάσεις της 21ης Νοεμβρίου 1991, Féderation nationale du commerce extérieur des produits alimentaires και Syndicat national des négociants et transformateurs de saumon (C‑354/90, EU:C:1991:440, σκέψεις 8 έως 11)· της 5ης Οκτωβρίου 2006, Transalpine Ölleitung in Österreich (C‑368/04, EU:C:2006:644, σκέψεις 36 έως 38)· της 21ης Νοεμβρίου 2013, Deutsche Lufthansa (C‑284/12, EU:C:2013:755, σκέψεις 27 και 28), και της 23ης Ιανουαρίου 2019, Fallimento Traghetti del Mediterraneo (C‑387/17, EU:C:2019:51, σκέψεις 54 και 55).
( 31 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού (ΕΚ) 994/98 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1998, για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων (στο εξής: εξουσιοδοτικός κανονισμός) (ΕΕ 1998, L 142, σ. 1). Ο εξουσιοδοτικός κανονισμός παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να εκδίδει κανονισμούς απαλλαγής κατά κατηγορία όσον αφορά ορισμένες κατηγορίες ενισχύσεων. Ο κανονισμός 800/2008 εκδόθηκε βάσει του εξουσιοδοτικού κανονισμού.
( 32 ) Ο κανονισμός 800/2008 έχει εφαρμογή επί των κρατικών μέτρων που αποτελούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (βλ. άρθρο 2, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού).
( 33 ) Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008, οι περιφερειακές ενισχύσεις για μεγάλα επενδυτικά σχέδια «κοινοποιούνται στην Επιτροπή αν το συνολικό ποσό της ενίσχυσης από όλες τις πηγές υπερβαίνει το 75 % του μέγιστου ορίου ενίσχυσης που θα μπορούσε να λάβει μια επένδυση με επιλέξιμες δαπάνες ύψους 100 εκατ. ΕUR», εφαρμοζομένου του ισχύοντος ορίου περιφερειακής ενίσχυσης στη συγκεκριμένη ενισχυόμενη περιφέρεια. Δεν αμφισβητείται ότι το επίμαχο σχέδιο ενίσχυσης αποτελεί μεγάλο επενδυτικό σχέδιο, ήτοι σχέδιο με επιλέξιμες δαπάνες άνω των 50 εκατομμυρίων ευρώ (βλ. υποσημείωση 10 των παρουσών προτάσεων). Το ισχύον όριο περιφερειακής ενίσχυσης για τη Λειψία κατά τον χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης ανερχόταν σε 30 % (βλ. αιτιολογική σκέψη 11 της επίμαχης απόφασης και γερμανικό χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων: 2007‑2013, ΕΕ 2006, C 295, σ. 6). Επομένως, το όριο κοινοποίησης κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/2008 ανερχόταν σε 22,5 εκατομμύρια ευρώ (75 % x 30 % x 100 εκατομμύρια ευρώ) (βλ. αιτιολογική σκέψη 201 της επίμαχης απόφασης και σκέψη 182 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης).
( 34 ) Βλ. υποσημείωση 31 των παρουσών προτάσεων.
( 35 ) Βλ. τμήμα 3.2 της αιτιολογικής έκθεσης της πρότασης κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων, που υπέβαλε η Επιτροπή στις 15 Ιουλίου 1997 [COM(97) 396 τελικό]. Κατά το τμήμα της 3.1, η έκδοση κανονισμών απαλλαγής κατά κατηγορία «θα καταστήσει αποτελεσματικότερο τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων, απαλλάσσοντας την Επιτροπή από το καθήκον να εξετάζει κοινοποιήσεις τόσο καθεστώτων ενίσχυσης όσο και μεμονωμένων ενισχύσεων, δεδομένου ότι η Επιτροπή λαμβάνει μεγάλο αριθμό κοινοποιήσεων σχεδίων για τη χορήγηση ή την τροποποίηση ενισχύσεων που συμβιβάζονται με την [εσωτερική] αγορά διότι ανταποκρίνονται στα κριτήρια συμβατότητας που η ίδια έχει θεσπίσει». Βλ., επίσης, σημείο 2.1 της γνωμοδότησης της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων» (ΕΕ 1998, C 129, σ. 70).
( 36 ) Απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2009, Diputación Foral de Álava κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑30/01 έως T‑32/01 και T‑86/02 έως T‑88/02, EU:T:2009:314, σκέψη 260).
( 37 ) Το άρθρο 10, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 659/1999 προβλέπει ότι η Επιτροπή «εξετάζει» κάθε καταγγελία, εφόσον υποβάλλεται από ενδιαφερόμενο μέρος κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ηʹ, του εν λόγω κανονισμού και εφόσον έχει συμπληρωθεί το έντυπο που μνημονεύεται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού.
( 38 ) Βλ. σημείο 95 των παρουσών προτάσεων.
( 39 ) Βλ. Sinnaeve, I., «Block Exemptions for State aid: More Scope for State Aid Control by Member States and Competitors», Common Market Law Review, τόμος 38 (2001), τεύχος 6, σ. 1479 (σ. 1495). Βλ., επίσης, Berghofer, M., «The General Block Exemption Regulation: A Giant on Feet of Clay», European State Aid Law Quarterly, τόμος 8 (2009), τεύχος 3, σ. 323 (σ. 328 και υποσημείωση 55).
( 40 ) Βλ. σημείο 16 της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων από τα εθνικά δικαστήρια (στο εξής: ανακοίνωση σχετικά με την εφαρμογή) (ΕΕ 2009, C 85, σ. 1).
( 41 ) Η μνεία της εγκρίσεως από το Συμβούλιο αναφέρεται στην εξουσία που παρέχεται στο Συμβούλιο από το άρθρο 108, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ να αποφασίζει, όταν συντρέχουν «εξαιρετικές περιστάσεις», ότι κρατικό μέτρο είναι συμβατό με την εσωτερική αγορά.
( 42 ) Βλ. άρθρο 9, παράγραφος 1, και παράρτημα III του κανονισμού 800/2008.
( 43 ) Βλ. το έντυπο στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 659/1999 (ΕΕ 2004, L 140, σ. 1).
( 44 ) Αν είχε τεθεί σε εφαρμογή, θα έπρεπε να θεωρηθεί «παράνομη ενίσχυση» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 659/1999 (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Wathelet στην υπόθεση Eesti Pagar, C‑349/17, EU:C:2018:768, σημείο 107).
( 45 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 12 της επίμαχης απόφασης.
( 46 ) Η περίληψη την οποία αναφέρει το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/2008 υποβλήθηκε στην Επιτροπή, η οποία τη δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα (Πληροφορίες που διαβιβάζουν τα κράτη μέλη σχετικά με κρατικές ενισχύσεις χορηγούμενες βάσει του κανονισμού 800/2008, ΕΕ 2009, C 280, σ. 5).
( 47 ) Απόφαση της 6ης Μαρτίου 2002, Diputación Foral de Álava κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑127/99, T‑129/99 και T‑148/99, EU:T:2002:59, σκέψη 229).
( 48 ) Απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, Freistaat Sachsen και Land Sachsen-Anhalt κατά Επιτροπής (C‑459/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:515).
( 49 ) Στην υπόθεση Freistaat Sachsen, ο εφαρμοστέος κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία ήταν ο κανονισμός (ΕΚ) 68/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης στις ενισχύσεις για επαγγελματική εκπαίδευση (ΕΕ 2001, L 10, σ. 20).
( 50 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 51 ) Απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, Freistaat Sachsen και Land Sachsen-Anhalt κατά Επιτροπής (C‑459/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:515, σκέψη 31).
( 52 ) Απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, Freistaat Sachsen και Land Sachsen-Anhalt κατά Επιτροπής (C‑459/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:515, σκέψη 33).
( 53 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 54 ) Βλ. σημείο 153 των παρουσών προτάσεων.
( 55 ) Βλ., κατ’ αναλογία, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 12ης Οκτωβρίου 2000, Comunidad Autónoma del País Vasco κ.λπ. κατά Συμβουλίου [C‑299/00 P(I), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2000:566].
( 56 ) Είναι αληθές ότι το άρθρο 56, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου αφορά τις αιτήσεις αναιρέσεως, και όχι τις αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως. Ωστόσο, δεδομένου ότι στον Οργανισμό δεν υφίσταται διάταξη που να ρυθμίζει ειδικά τις αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως, φρονώ ότι δεν υπάρχει λόγος οι διατάξεις που ρυθμίζουν τις αιτήσεις αναιρέσεως να μην έχουν εφαρμογή και για τις αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως.
( 57 ) Οριστική απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, κατά την έννοια του άρθρου 56, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου είναι η απόφαση για την περάτωση της δίκης ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου. Οι ακόλουθες αποφάσεις πρέπει, κατά την άποψή μου, να θεωρούνται οριστικές αποφάσεις: η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει την προσφυγή· η απόφαση με την οποία το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι η δίκη πρέπει να καταργηθεί (απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2010, ArchiMEDES κατά Επιτροπής, C‑317/09 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2010:700, σκέψεις 94 και 95)· η ερήμην εκδοθείσα απόφαση (αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Αλεξιάδου, C‑436/07 P, EU:C:2008:623, σκέψη 7· της 21ης Απριλίου 2015, Anbouba κατά Συμβουλίου,C‑605/13 P, EU:C:2015:248, σκέψη 14, και της 9ης Ιουνίου 2015, Navarro κατά Επιτροπής,T‑556/14 P, EU:T:2015:368, σκέψη 5)· και η απόφαση που απορρίπτει αίτηση αναθεωρήσεως (αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1999, de Compte κατά Κοινοβουλίου,C‑2/98 P, EU:C:1999:158, σκέψεις 15 έως 23, και της 8ης Ιουλίου 1999, DSM κατά Επιτροπής,C‑5/93 P, EU:C:1999:364, σκέψη 30).
( 58 ) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου που επιλύει εν μέρει τη διαφορά ως προς την ουσία μπορεί να είναι, επί παραδείγματι, η απόφαση με την οποία το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι στοιχειοθετείται εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, αλλά δεν αποφαίνεται επί του ποσού της ζημίας (βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, Επιτροπή κατά Schneider Electric, C‑440/07 P, EU:C:2009:459).
( 59 ) Αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 1999, Γαλλία κατά Comafrica κ.λπ. (C‑73/97 P, EU:C:1999:13)· της 26ης Φεβρουαρίου 2002, Συμβούλιο κατά Boehringer (C‑23/00 P, EU:C:2002:118, σκέψη 50)· της 23ης Μαρτίου 2004, Ombudsman κατά Lamberts (C‑234/02 P, EU:C:2004:174, σκέψεις 31 έως 33)· της 22ας Φεβρουαρίου 2005, Επιτροπή κατά max.mobil (C‑141/02 P, EU:C:2005:98, σκέψεις 45 έως 52)· της 7ης Ιουνίου 2007, Wunenburger κατά Επιτροπής (C‑362/05 P, EU:C:2007:322, σκέψη 37), και της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ente per le Ville vesuviane και Ente per le Ville vesuviane κατά Επιτροπής (C‑445/07 P και C‑455/07 P, EU:C:2009:529, σκέψη 40). Πρέπει να διευκρινίσω ότι, όσον αφορά τις αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως, η εν λόγω κατάσταση εμπίπτει τώρα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 178, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, καθόσον η διάταξη αυτή, αντιθέτως προς το άρθρο 169, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού (το οποίο αφορά τις αιτήσεις αναιρέσεως), δεν διευκρινίζει ότι η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να έχει ως αντικείμενο την απόφαση ή διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου «όπως αυτή περιλαμβάνεται στο διατακτικό της».
( 60 ) Απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 2002, Γαλλία κατά Monsanto και Επιτροπής (C‑248/99 P, EU:C:2002:1, σκέψη 46), και διάταξη της 28ης Νοεμβρίου 2008, Combescot κατά Επιτροπής (C‑526/07 P, EU:C:2008:665, σκέψη 36).
( 61 ) Διάταξη της 4ης Οκτωβρίου 1999, Επιτροπή κατά ADT Projekt (C‑349/99 P, EU:C:1999:475).
( 62 ) Απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2008, Gualtieri κατά Επιτροπής (T‑413/06 P, EU:T:2008:309, σκέψεις 21 έως 29)· διατάξεις της 8ης Ιουλίου 2010, Marcuccio κατά Επιτροπής (T‑166/09 P, EU:T:2010:299, σκέψεις 26 έως 33), και της 12ης Ιουνίου 2012, Strack κατά Επιτροπής (T‑65/12 P, EU:T:2012:285, σκέψεις 8 έως 15).
( 63 ) Διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 2007, Nijs κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (T‑311/07 P, EU:T:2007:394).
( 64 ) Διάταξη της 10ης Ιουλίου 2009, Hasbro (C‑59/09 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:452).
( 65 ) Διάταξη της 12ης Φεβρουαρίου 2015, Meister κατά Επιτροπής (C‑327/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:99, σκέψεις 22 και 23).
( 66 ) Διάταξη της 29ης Οκτωβρίου 2015, De Nicola κατά ΕΤΕπ (T‑377/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:851).
( 67 ) Διάταξη της 26ης Νοεμβρίου 2003, Associazione bancaria italiana κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑366/03 P έως C‑368/03 P, C‑390/03 P, C‑391/03 P και C‑394/03 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2003:638).
( 68 ) Υπό την προϋπόθεση ότι, όπως απαιτείται από το άρθρο 56, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου τον «θίγει απ’ ευθείας».
( 69 ) Απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1999, Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑390/95 P, EU:C:1999:66, σκέψη 20).
( 70 ) Απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2016, DTS Distribuidora de Televisión Digital κατά Επιτροπής (C‑449/14 P, EU:C:2016:848, σκέψη 121). Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας K. Roemer, «η δικονομία μας δεν προβλέπει διαδικασία κύριας παρεμβάσεως με την οποία ένας τρίτος μπορεί να προβάλει δικά του αιτήματα κατά αμφότερων των διαδίκων της κύριας δίκης επί της προσφυγής» (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα K. Roemer στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Βέλγιο κατά Vloeberghs και Ανωτάτης Αρχής, 9/60-TO και 12/60-TO, μη δημοσιευθείσες, EU:C:1962:17, σ. 188).
( 71 ) Αποφάσεις της 7ης Οκτωβρίου 2014, Γερμανία κατά Συμβουλίου (C‑399/12, EU:C:2014:2258, σκέψη 27)· της 10ης Νοεμβρίου 2016, DTS Distribuidora de Televisión Digital κατά Επιτροπής (C‑449/14 P, EU:C:2016:848, σκέψη 121), και της 25ης Οκτωβρίου 2017, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (WRC‑15) (C‑687/15, EU:C:2017:803, σκέψη 23).
( 72 ) Απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, Γάκη-Κακούρη κατά Δικαστηρίου (C‑243/04 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2005:238, σκέψεις 33 και 34).
( 73 ) Όπως έδειξα στα σημεία 157 έως 160 των παρουσών προτάσεων, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε αναίρεση και, ως εκ τούτου, η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτή ζητείται η αναίρεση της εν λόγω απόφασης, είναι απαράδεκτη.
( 74 ) Ούτε η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να δεχθεί την αίτηση παρεμβάσεως του Freistaat Sachsen ούτε η απόφασή του να απορρίψει τα επιχειρήματα του Freistaat Sachsen μπορούν να θεωρηθούν «αποφάσεις» κατά την έννοια του άρθρου 56, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου (βλ. σημεία 158 και 166 των παρουσών προτάσεων).
( 75 ) Οι σκέψεις 20, 21 και 27 εντάσσονται στο τμήμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που επιγράφεται «Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων». Οι σκέψεις 31, 57, 77, 152 και 163 της απόφασης αυτής απλώς συνοψίζουν τα επιχειρήματα του παρεμβαίνοντος. Στη σκέψη 55, το Γενικό Δικαστήριο εκφέρει την κρίση ότι παρέλκει η εξέταση των ισχυρισμών του Freistaat Sachsen.
( 76 ) Βλ. σκέψεις 124, 176 και 177 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
( 77 ) Βλ. σκέψεις 97, 98 και 180 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
( 78 ) Απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2007, Stadtwerke Schwäbisch Hall κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑176/06 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2007:730, σκέψη 18).
( 79 ) Απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, Sahlstedt κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑362/06 P, EU:C:2009:243, σκέψεις 21 έως 23)· διατάξεις της 23ης Σεπτεμβρίου 2009, Complejo Agrícola κατά Επιτροπής (C‑415/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:574, σκέψεις 21 και 22), και Calebus κατά Επιτροπής (C‑421/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:575, σκέψεις 21 και 22)· απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2011, Αυστρία κατά Scheucher–Fleisch κ.λπ. (C‑47/10 P, EU:C:2011:698, σκέψη 97)· διατάξεις της 15ης Φεβρουαρίου 2012, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής (C‑208/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:76, σκέψη 34), και της 5ης Σεπτεμβρίου 2013, ClientEarth κατά Συμβουλίου (C‑573/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:564, σκέψη 20)· αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Stichting Woonlinie κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑133/12 P, EU:C:2014:105, σκέψη 32), και της 20ής Σεπτεμβρίου 2018, Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑114/17 P, EU:C:2018:753, σκέψη 48).
( 80 ) Τούτο, διότι η παρέμβαση είναι παρεπόμενη της κύριας δίκης, και όχι το αντίστροφο. Όταν η προσφυγή κηρύσσεται απαράδεκτη, η παρέμβαση στερείται νοήματος (διάταξη της 19ης Ιουλίου 2017, Lysoform Dr. Hans Rosemann και Ecolab Deutschland κατά ECHA, C‑663/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:568, σκέψεις 47 και 48).
( 81 ) Απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1999, Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑390/95 P, EU:C:1999:66, σκέψεις 21 και 22).
( 82 ) Διατάξεις του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Οκτωβρίου 2015, Μεταλλευτική και Μεταλλουργική Εταιρία Λαρύμνης Λάρκο κατά Επιτροπής [C‑385/15 P(I), EU:C:2015:681, σκέψεις 6 και 7]· της 1ης Μαρτίου 2016, Cousins Material House κατά Επιτροπής [C‑635/15 P(I), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:166, σκέψεις 5 και 6], και της 17ης Μαΐου 2018, Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατά Apple Sales International κ.λπ. [C‑12/18 P(I), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:330, σκέψεις 7 και 8]· διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Ιουνίου 2018, Comune di Milano κατά Συμβουλίου (C‑182/18, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:445, σκέψη 8)· της 20ής Σεπτεμβρίου 2018, Crédit Mutuel Arkéa κατά ΕΚΤ (C‑152/18 P και C‑153/18 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:765, σκέψεις 6 έως 8)· της 9ης Οκτωβρίου 2018, Πολωνία κατά Επιτροπής (C‑181/18 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:826, σκέψεις 5 και 6), και της 9ης Οκτωβρίου 2018, PGNiG Supply & Trading κατά Επιτροπής (C‑117/18 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:897, σκέψεις 5 και 6).
( 83 ) Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Μαρτίου 2003, Ramondín και Ramondín Cápsulas κατά Επιτροπής (C‑186/02 P, EU:C:2003:141, σκέψεις 9 και 10).
( 84 ) Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 25ης Ιανουαρίου 2008, Provincia di Ascoli Piceno και Comune di Monte Urano κατά Sun Sang Kong Yuen Shoes Factory κ.λπ. [C‑461/07 P(I), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:46, σκέψη 17].
( 85 ) Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Ιουνίου 2018, Comune di Milano κατά Συμβουλίου (C‑182/18, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:445, σκέψη 16).