ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MICHAL BOBEK
της 8ης Νοεμβρίου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C‑670/17 P
Ελληνική Δημοκρατία
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως – ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Προσανατολισμού) – Επιχειρησιακό πρόγραμμα CCI αριθ. 2000GR061PO021 (Ελλάδα – Στόχος 1 – Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου) – Δημοσιονομικές διορθώσεις – Νόμιμη βάση – Μεταβατικές διατάξεις – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη – Ασφάλεια δικαίου»
I. Εισαγωγή
1.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1260/1999 ( 2 ) θέσπισε, όσον αφορά τη χρονική περίοδο από το 2000 έως το 2006, τους μηχανισμούς για τη διενέργεια των ελέγχων, την υποβολή εκθέσεων και την πραγματοποίηση δημοσιονομικών διορθώσεων σχετικά με τις πληρωμές που εκτελούνται στο πλαίσιο μιας σειράς Ταμείων, στα οποία συγκαταλέγονται το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΠΕ), το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (στο εξής: ΕΚΤ) και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (στο εξής: ΕΤΠΑ). Ο κανονισμός (ΕΚ) 1083/2006 ( 3 ), ο οποίος διαδέχθηκε τον κανονισμό 1260/1999, εξακολούθησε να ρυθμίζει τη λειτουργία ορισμένων ταμείων, συμπεριλαμβανομένων των ΕΚΤ και ΕΤΠΑ. Ωστόσο, το ΕΓΤΠΕ μεταρρυθμίστηκε και τέθηκε υπό διαφορετικό νομικό καθεστώς, ήτοι εκείνο του κανονισμού (ΕΚ) 1290/2005 ( 4 ). Οι εν λόγω κανονισμοί αντικαταστάθηκαν, με τη σειρά τους, από νέους κανονισμούς όσον αφορά τις μετέπειτα περιόδους ( 5 ).
2.
Στις 25 Μαρτίου 2015, η Επιτροπή εξέδωσε εκτελεστική απόφαση ( 6 ) με την οποία προχώρησε σε δημοσιονομική διόρθωση ύψους 72105592,41 ευρώ σχετικά με πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν προς την Ελληνική Δημοκρατία στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ για τη χρονική περίοδο από το 2000 έως και το 2006 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). Η Ελληνική Δημοκρατία προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
3.
Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως ασκείται κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T‑327/15 ( 7 ) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Ελληνικής Δημοκρατίας. Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως εγείρονται ζητήματα που αφορούν τη νομική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως (πρώτος και δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως), τις προθεσμίες για την έκδοσή της (τρίτος και τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως), καθώς και τον δυσανάλογο χαρακτήρα της δημοσιονομικής διορθώσεως που επιβλήθηκε με αυτήν (πέμπτος λόγος).
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Ο κανονισμός 1260/1999
4.
Το άρθρο 39 του κανονισμού 1260/1999 είχε ως εξής:
«Δημοσιονομικές διορθώσεις
1. Τα κράτη μέλη φέρουν κατά πρώτο λόγο την ευθύνη για τη δίωξη των παρατυπιών, ενεργώντας κατόπιν αποδείξεων για οιαδήποτε μείζονα τροποποίηση επηρεάζει τη φύση ή τους όρους εφαρμογής ή ελέγχου μιας παρέμβασης, και πραγματοποιώντας τις αναγκαίες δημοσιονομικές διορθώσεις.
Το κράτος μέλος πραγματοποιεί τις δημοσιονομικές διορθώσεις που απαιτούνται σε σχέση με την επιμέρους ή τη συστηματικής φύσεως παρατυπία. Οι διορθώσεις που πραγματοποιούνται από το κράτος μέλος συνίστανται σε ολική ή μερική κατάργηση της σχετικής κοινοτικής συμμετοχής. Τα κοινοτικά κονδύλια που ελευθερώνονται με τον τρόπο αυτό, μπορούν να διατεθούν εκ νέου από το κράτος μέλος στη συγκεκριμένη παρέμβαση, τηρουμένων των λεπτομερών κανόνων που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 53, παράγραφος 2.
2. Αν, μετά από την ολοκλήρωση των αναγκαίων επαληθεύσεων, η Επιτροπή διαπιστώνει:
α)
ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της παραγράφου 1· ή
β)
ότι το σύνολο ή μέρος μιας πράξης δεν δικαιολογεί ούτε μέρος ούτε το σύνολο της συμμετοχής των Ταμείων· ή
γ)
ότι υφίστανται σοβαρές ελλείψεις στα συστήματα διαχείρισης ή ελέγχου, ικανές να προκαλέσουν ανωμαλίες συστηματικής φύσεως,
η Επιτροπή αναστέλλει τις σχετικές ενδιάμεσες πληρωμές και, αφού εκθέσει τους λόγους, ζητεί από το κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του και, αν απαιτείται, να προβεί σε διορθώσεις εντός τακτής προθεσμίας.
Εάν το κράτος μέλος έχει αντιρρήσεις σχετικά με τις παρατηρήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή, το κράτος μέλος καλείται σε ακρόαση από την Επιτροπή, κατά την οποία οι δύο πλευρές, σε συνεργασία βασιζόμενη στην εταιρική σχέση, καταβάλλουν προσπάθειες για την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα που πρέπει να συναχθούν από αυτές.
3. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας που τάσσει η Επιτροπή, εάν δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία και εάν το κράτος μέλος δεν έχει προβεί στις διορθώσεις, και λαμβάνοντας υπόψη τις τυχόν παρατηρήσεις του κράτους μέλους, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει εντός τριών μηνών:
α)
να μειώσει την πληρωμή έναντι που αναφέρει το άρθρο 32 παράγραφος 2· ή
β)
να πραγματοποιήσει τις απαιτούμενες δημοσιονομικές διορθώσεις, καταργώντας εν όλω ή εν μέρει τη συμμετοχή των Ταμείων στη συγκεκριμένη παρέμβαση.
Όταν αποφασίζει για το ποσό μιας διόρθωσης, η Επιτροπή, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, λαμβάνει υπόψη τη φύση της παρατυπίας ή της τροποποίησης, καθώς και την έκταση και τις δημοσιονομικές επιπτώσεις των ελλείψεων που διαπιστώθηκαν στα συστήματα διαχείρισης ή ελέγχου των κρατών μελών.
Εάν δεν ληφθεί απόφαση για την ανάληψη δράσης είτε σχετικά με το στοιχείο αʹ είτε σχετικά με το στοιχείο βʹ, παύει αμέσως η αναστολή των ενδιάμεσων πληρωμών.
4. Κάθε ποσό το οποίο αποτελεί αντικείμενο απαίτησης ως αχρεωστήτως καταβληθέν, πρέπει να επιστρέφεται στην Επιτροπή. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται με τόκους υπερημερίας.
5. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του άρθρου 32.»
2. Ο κανονισμός 1083/2006
5.
Το άρθρο 105, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1083/2006 προέβλεπε τα ακόλουθα:
«Μεταβατικές διατάξεις
1. Ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει τη συνέχιση ή την τροποποίηση, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής ή μερικής ακύρωσης, συνδρομής η οποία συγχρηματοδοτείται από τα διαρθρωτικά ταμεία ή έργου το οποίο συγχρηματοδοτείται από το Ταμείο Συνοχής και έχει εγκριθεί από την Επιτροπή με βάση τους κανονισμούς (ΕΟΚ) αριθ. 2052/88 (18), (ΕΟΚ) αριθ. 4253/88 (19), (ΕΚ) αριθ. 1164/94 (20) και (ΕΚ) αριθ. 1260/1999, ή οποιαδήποτε άλλη νομοθετική πράξη η οποία εφαρμόζεται στην εν λόγω συνδρομή στις 31 Δεκεμβρίου 2006, η οποία εν συνεχεία εφαρμόζεται στην εν λόγω συνδρομή ή στα εν λόγω έργα έως το κλείσιμό τους.
2. Όταν αποφασίζει για επιχειρησιακά προγράμματα, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε συνδρομή συγχρηματοδοτούμενη από τα διαρθρωτικά ταμεία ή οποιαδήποτε έργα συγχρηματοδοτούμενα από το Ταμείο Συνοχής τα οποία έχουν ήδη εγκριθεί από το Συμβούλιο ή την Επιτροπή πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού και τα οποία έχουν δημοσιονομικές επιπτώσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτεται από τα εν λόγω επιχειρησιακά προγράμματα.»
III. Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής
6.
Τα πραγματικά περιστατικά και το διαδικαστικό πλαίσιο, όπως εκτίθενται στις σκέψεις 1 έως 15 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μπορούν να συνοψισθούν ως εξής.
7.
Στις 31 Μαρτίου 2011 η Ελληνική Δημοκρατία υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή δήλωση περατώσεως επιχειρησιακού προγράμματος του ΕΓΤΠΕ για το χρονικό διάστημα από το 2000 έως και το 2006 (στο εξής: επιχειρησιακό πρόγραμμα 2000-2006), συνοδευόμενη από τελική έκθεση, βάσει του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, και του άρθρου 37 του κανονισμού 1260/1999. Στις 2 Αυγούστου 2011 η Επιτροπή κάλεσε την Ελληνική Δημοκρατία να της παράσχει πληροφορίες, η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε στις 5 Αυγούστου 2011 και η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Ελληνική Δημοκρατία, στις 24 Μαΐου 2012, ότι η έκθεση είχε γίνει δεκτή.
8.
Στις 3 Ιανουαρίου 2013 η Επιτροπή κάλεσε τις ελληνικές αρχές να απαντήσουν αν θα δέχονταν την εφαρμογή δημοσιονομικής διορθώσεως συνολικού ύψους 94465089,65 ευρώ επί των ποσών που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος 2000-2006. Επισήμανε ότι, αν δεν επιτυγχανόταν συμφωνία εντός προθεσμίας δύο μηνών, θα επέβαλλε ενδεχομένως δημοσιονομική διόρθωση της οποίας το ύψος θα μπορούσε να ανέλθει σε 211582686,65 ευρώ.
9.
Με επιστολή της 5ης Μαρτίου 2013 οι ελληνικές αρχές δήλωσαν, αφενός, ότι διαφωνούσαν ως προς τα προαναφερθέντα ποσά και, αφετέρου, ότι (οι ίδιες) είχαν ήδη προβεί σε επαρκείς διορθώσεις.
10.
Στις 17 Ιουλίου 2013 η Επιτροπή αναθεώρησε τους προηγούμενους υπολογισμούς της και κάλεσε τις ελληνικές αρχές να δηλώσουν αν θα δέχονταν εφαρμογή δημοσιονομικής διορθώσεως ύψους 30472624,09 ευρώ. Επανέλαβε ότι, αν δεν επιτυγχανόταν συμφωνία εντός δύο μηνών, θα επέβαλλε ενδεχομένως δημοσιονομική διόρθωση της οποίας το ύψος θα μπορούσε να ανέλθει σε 116487848,75 ευρώ.
11.
Με επιστολή της 19ης Σεπτεμβρίου 2013 οι ελληνικές αρχές δήλωσαν εκ νέου ότι δεν συμφωνούν με τα ως άνω ποσά, επιμένοντας ότι (οι ίδιες) είχαν ήδη προβεί σε επαρκείς διορθώσεις.
12.
Στις 13 Σεπτεμβρίου 2013 ζητήθηκε από τις ελληνικές αρχές να παράσχουν περαιτέρω στοιχεία, τα οποία παρελήφθησαν από την Επιτροπή στις 13 Ιανουαρίου και στις 14 Φεβρουαρίου 2014. Στις 5 Μαρτίου 2014 οι ελληνικές αρχές κλήθηκαν σε ακρόαση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 27 Μαΐου 2014. Στις 20 Ιουνίου 2014 οι ελληνικές αρχές έστειλαν και άλλα στοιχεία, τα οποία είχαν αποτελέσει αντικείμενο συζητήσεως κατά την ακρόαση. Στις 11 Ιουλίου 2014 η Επιτροπή ζήτησε πρόσθετα στοιχεία, τα οποία δόθηκαν από τις ελληνικές αρχές στις 26 Σεπτεμβρίου 2014.
13.
Στις 13 Φεβρουαρίου 2015 η Επιτροπή γνωστοποίησε στις ελληνικές αρχές την πρόθεσή της να προβεί σε εφαρμογή δημοσιονομικής διορθώσεως ποσού ύψους 72105592,41 ευρώ. Στις 25 Μαρτίου 2015 η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
IV. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
14.
Η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή ακυρώσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως (υπόθεση T‑327/15). Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως με απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2017.
15.
Στις 28 Νοεμβρίου 2017 η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου. Στις 15 Δεκεμβρίου 2017 η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως. Στις 26 Φεβρουαρίου και στις 5 Μαρτίου 2018, αντιστοίχως, κατατέθηκαν υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως.
16.
Με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει πέντε λόγους αναιρέσεως.
17.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων των κανονισμών 1083/2006 και 1303/2013, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του κανονισμού 1290/2005, και επικουρικώς, πλάνη περί το δίκαιο ως προς την εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 1260/1999 μετά την 1η Ιανουαρίου 2007, καθώς και ανεπαρκής και πλημμελής αιτιολογία.
18.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 39 του κανονισμού 1260/1999, καθώς και αντιφατική και ανεπαρκής αιτιολογία.
19.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 144 και 145 του κανονισμού 1303/2013, καθώς και παράλειψη εφαρμογής της εγγυήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 52, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1306/2013, υπό τη μορφή χρονικής περιόδου 24 μηνών.
20.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται παραβίαση, εκ μέρους της Επιτροπής, των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
21.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ανεπαρκής αιτιολογία όσον αφορά τους λόγους ακυρώσεως σχετικά με προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
V. Ανάλυση
22.
Φρονώ ότι ο πρώτος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί και ότι η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να αναιρεθεί. Θα εξετάσω καθέναν από τους λόγους αυτούς και, χάριν πληρότητας, θα εξετάσω επίσης τον δεύτερο, τον τέταρτο και τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως (μέρος Α). Αν το Δικαστήριο καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα αναφορικά είτε με τον πρώτο είτε με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, τότε θα πρέπει να ακυρωθεί και η προσβαλλόμενη απόφαση (μέρος Β).
Α. Οι λόγοι αναιρέσεως
1. Πρώτος λόγος: έλλειψη νόμιμης βάσεως για την κατάργηση της χρηματοδοτήσεως από τον ΕΓΤΠΕ
23.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, δεχόμενο την εκ μέρους της Επιτροπής επίκληση του άρθρου 39 του κανονισμού 1260/1999 ως νομικής βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ισχυρίζεται επίσης ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ερμηνεύθηκαν εσφαλμένως οι μεταβατικές διατάξεις τόσο του κανονισμού 1083/2006 όσο και του κανονισμού 1303/2013, καθώς και ότι η απόφαση αυτή ήταν πλημμελώς και ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
24.
Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι ο κανονισμός 1260/1999 είχε καταργηθεί κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Το άρθρο 105, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006, το οποίο προέβλεπε τη συνέχιση της εφαρμογής του κανονισμού 1260/1999, δεν ίσχυε ως προς το επίμαχο ταμείο (ήτοι ως προς το Τμήμα Προσανατολισμού του ΕΓΤΠΕ).
25.
Κατά την άποψή μου, το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι βάσιμο. Για τον λόγο αυτόν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί.
26.
Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο κανονισμός 1260/1999 είχε καταργηθεί με το άρθρο 107 του κανονισμού 1083/2006. Κατά την πρώτη παράγραφο της διατάξεως αυτής, «[μ]ε την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 105 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 καταργείται από την 1η Ιανουαρίου 2007».
27.
Επομένως, η χρήση του άρθρου 39 του κανονισμού 1260/1999 ως νομικής βάσεως στηριζόταν στο άρθρο 105, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006, το οποίο προέβλεπε τη συνέχιση της εφαρμογής του κανονισμού 1260/1999. Ο κανονισμός 1083/2006 καταργήθηκε με τη σειρά του από την 1η Ιανουαρίου 2014. Ως εκ τούτου, από την ημερομηνία αυτή, η χρήση του άρθρου 39 του κανονισμού 1260/1999 ως νομικής βάσεως στηριζόταν στο άρθρο 152, παράγραφος 1, του κανονισμού 1303/2013, όπου οριζόταν ότι ο κανονισμός 1083/2006 εξακολουθεί να ισχύει σε περίπτωση «συνδρομής που έχει εγκριθεί από την Επιτροπή με βάση τον […] κανονισμό […] 1083/2006 […] ή άλλη νομοθετική πράξη η οποία εφαρμόζεται στην εν λόγω συνδρομή στις 31 Δεκεμβρίου 2013 […]».
28.
Επικαλούμενη τις προαναφερθείσες διατάξεις, η Επιτροπή κάνει λόγο για «αλληλοδιαδοχή» μεταβατικών διατάξεων. Το άρθρο 39 του κανονισμού 1260/1999 καταργήθηκε. Εντούτοις, όσον αφορά τα επιχειρησιακά προγράμματα της χρονικής περιόδου από το 2000 έως το 2006, ο κανονισμός εκείνος διατηρήθηκε σε ισχύ έως το 2013, δυνάμει του κανονισμού 1083/2006. Το 2013 ο κανονισμός 1083/2006 καταργήθηκε με τη σειρά του, αλλά, δυνάμει του κανονισμού 1303/2013, διατηρήθηκε σε ισχύ για τα προγενέστερα προγράμματα.
29.
Στην πράξη, μια τέτοια «αλληλοδιαδοχή» των εφαρμοστέων κανόνων σημαίνει εν τέλει ότι το ισχύον δίκαιο αποτελεί μια συρραφή διαφόρων κομματιών από καταργημένες ρυθμίσεις. Η θεωρία της Επιτροπής περί (φαινομενικά) αδιάλειπτης εφαρμογής διατάξεων προγενέστερων νομοθετημάτων είναι, όπως θα καταστεί σαφές και από άλλα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, αρκετά επιλεκτική: ενώ ως προς κάποιες διατάξεις υπάρχει όντως αλληλοδιαδοχή, δεν συμβαίνει το ίδιο ως προς όλες.
30.
Η προσέγγιση αυτή μου προκαλεί όχι μόνο σοβαρές επιφυλάξεις σε σχέση με την πρακτική της βιωσιμότητα, αλλά, πρωτίστως, θεμελιώδεις ανησυχίες αναφορικά με το κράτος δικαίου.
31.
Ωστόσο, για τους σκοπούς του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση υπόθεση εμφανίζεται πολύ απλούστερη: ακόμη κι αν γινόταν δεκτή σε γενικές γραμμές μια τέτοια άνευ περιορισμών αλληλοδιαδοχή νομικών κανόνων, quod non, η αλληλοδιαδοχή αυτή σαφώς θα αποκλειόταν εν προκειμένω ratione materiae. Όπως επισήμανε η Ελληνική Δημοκρατία, το άρθρο 105, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006 προβλέπει ρητώς τη συνέχιση της εφαρμογής του κανονισμού 1260/1999 μόνον επί«συνδρομής η οποία συγχρηματοδοτείται από τα διαρθρωτικά ταμεία ή έργου το οποίο συγχρηματοδοτείται από το Ταμείο Συνοχής […]».
32.
Το ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Προσανατολισμού) δεν συγκαταλέγεται στα διαρθρωτικά ταμεία ούτε εντάσσεται στο Ταμείο Συνοχής. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του κανονισμού 1083/2006 ορίζεται ρητώς ότι τα «διαρθρωτικά ταμεία» είναι το ΕΤΠΑ και το ΕΚΤ.
33.
Παρά τον παραπάνω ρητό ορισμό των «διαρθρωτικών ταμείων» στον κανονισμό 1083/2006, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 105, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού μπορούσε να τύχει εφαρμογής επί επιχειρησιακών προγραμμάτων τα οποία συγχρηματοδοτούνταν από το ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Προσανατολισμού) κατά τη χρονική περίοδο από το 2000 έως και το 2006. Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε, ή στην καλύτερη περίπτωση αιτιολόγησε με προδήλως ανεπαρκή τρόπο, το ως άνω συμπέρασμα.
34.
Στη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο φαίνεται να αντικρούει τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας αναπαράγοντας απλώς το γράμμα του άρθρου 105, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006, χωρίς να παραθέτει οποιαδήποτε αιτιολογία.
35.
Στις σκέψεις 25 και 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρεται στο άρθρο 105, παράγραφος 2, του κανονισμού 1083/2006, του οποίου σκοπός φέρεται να είναι ο καθορισμός μεταβατικού καθεστώτος για τα διαρθρωτικά ταμεία ή για το Ταμείο Συνοχής. Το Γενικό Δικαστήριο παραπέμπει συναφώς στην απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑140/15 P, EU:C:2016:708).
36.
Φρονώ ότι η σχετική με το άρθρο 105, παράγραφος 2, αιτιολογία στις σκέψεις 25 και 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως –η οποία παρεμπιπτόντως χαρακτηρίζεται από την ίδια την Επιτροπή, στο υπόμνημα αντικρούσεως, ως επικουρική και «obiter»– σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω τον ορισμό των διαρθρωτικών ταμείων στο άρθρο 1 του κανονισμού 1083/2006 και το συνακόλουθα σαφώς οριοθετημένο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 105, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού. Το άρθρο 105, παράγραφος 2, κάνει επίσης λόγο για τα «διαρθρωτικά ταμεία» και το «Ταμείο Συνοχής» χωρίς να προσδίδει στους συγκεκριμένους όρους κάποια ειδική έννοια, διαφορετική από τον ορισμό που παρατίθεται στο άρθρο 1 του κανονισμού 1083/2006. Όσον αφορά δε την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑140/15 P, EU:C:2016:708), η υπόθεση εκείνη αφορούσε το Ταμείο Συνοχής, το οποίο σαφώς ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων.
37.
Ως γενικότερη παρατήρηση επιβάλλεται να σημειωθεί ότι η επαναδιατύπωση ενός ρητού ορισμού που περιλαμβάνεται στο κείμενο κανονισμού, βάσει επιχειρημάτων αντλούμενων από το γενικότερο πλαίσιο, από την όλη οικονομία και από τον σκοπό του αντίστοιχου κανονισμού (αν υποτεθεί ότι είναι, κατ’ αρχήν, δυνατή χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών) θα απαιτούσε οπωσδήποτε μια πιο ισχυρή αιτιολογία από το Γενικό Δικαστήριο. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προδήλως στερείται τέτοιας αιτιολογίας.
38.
Κατά συνέπεια, προτείνω να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
2. Δεύτερος λόγος: έλλειψη νόμιμης βάσεως όσον αφορά τις διορθώσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά την περάτωση του επιχειρησιακού προγράμματος
39.
Σύμφωνα με την Ελληνική Δημοκρατία, ακόμη και αν το άρθρο 39 του κανονισμού 1260/1999 μπορούσε κατ’ αρχήν να έχει χρησιμεύσει ως νομική βάση για την κατάργηση της χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Προσανατολισμού) μετά το έτος 2006, η εν λόγω διάταξη δεν μπορούσε εν προκειμένω να χρησιμοποιηθεί πλέον, επειδή το επιχειρησιακό πρόγραμμα είχε ήδη περατωθεί κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Δημοσιονομικές διορθώσεις δυνάμει του άρθρου 39 μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μόνον επί ενδιάμεσων πληρωμών.
40.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου για την απόρριψη των ως άνω επιχειρημάτων ήταν αντιφατική, ανεπαρκής και περιείχε νομικά σφάλματα. Ειδικότερα, με τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας τονίζοντας ότι πρέπει να είναι δυνατή η πραγματοποίηση δημοσιονομικών διορθώσεων μετά την περίοδο προγραμματισμού. Ωστόσο, η Ελληνική Δημοκρατία είχε υποστηρίξει ότι η πραγματοποίηση διορθώσεων είναι δυνατή μετά την οικεία περίοδο προγραμματισμού, αλλά μόνον εφόσον το πρόγραμμα παραμένει σε ισχύ. Όσον αφορά τις ενδιάμεσες πληρωμές, η Ελληνική Δημοκρατία εκτιμά ότι οι σκέψεις 49 και 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι αντιφατικές. Η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει σειρά επιχειρημάτων σχετικά με τους λόγους για τους οποίους η ερμηνεία που το Γενικό Δικαστήριο δίδει στο άρθρο 39 του κανονισμού 1260/1999 είναι εσφαλμένη.
41.
Κατά την άποψή μου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
42.
Το Γενικό Δικαστήριο ορθώς υπογραμμίζει, στη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το άρθρο 39, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1260/1999 παρέχει στην Επιτροπή σχετικώς ευρεία εξουσία, η οποία δεν περιορίζεται ρητώς στις ενδιάμεσες πληρωμές, να «πραγματοποιήσει τις απαιτούμενες δημοσιονομικές διορθώσεις, καταργώντας εν όλω ή εν μέρει τη συμμετοχή των Ταμείων στη συγκεκριμένη παρέμβαση». Σε αντίθεση με τα όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, δεν διακρίνω κανενός είδους αντίφαση μεταξύ της εν λόγω διαπιστώσεως και της σκέψεως 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στην τελευταία σκέψη απλώς αναγνωρίζεται ότι το άρθρο 39, παράγραφοι 2 και 3, αναφέρεται σε ενδιάμεσες πληρωμές, χωρίς ωστόσο να διαλαμβάνεται ότι, λόγω της αναφοράς αυτής, η Επιτροπή δεν έχει πλέον την εξουσία να «[καταργεί] εν όλω ή εν μέρει τη συμμετοχή των Ταμείων».
43.
Επιπλέον, μολονότι τα επιχειρήματα που αντλεί η Ελληνική Δημοκρατία από την όλη οικονομία του κανονισμού προς στήριξη της δικής της ερμηνείας μπορεί όντως να δημιουργούν προβληματισμό όσον αφορά την ατυχή και ασαφή διατύπωση της επίμαχης νομοθεσίας, φρονώ, εντούτοις, ότι δεν δικαιολογούν περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 39 του κανονισμού 1260/1999, ώστε να καταλαμβάνει τις δημοσιονομικές διορθώσεις επί ενδιάμεσων μόνον πληρωμών. Αντιθέτως, η τελολογική ερμηνεία του άρθρου 39 ως μηχανισμού πραγματοποιήσεως δημοσιονομικών διορθώσεων ώστε να αποφεύγονται οι παράνομες πληρωμές, αν μη τι άλλο, φαίνεται να συνηγορεί υπέρ της θέσεως που υποστηρίζεται από την Επιτροπή. Για ποιο λόγο θα πρέπει ο μηχανισμός αυτός να εφαρμόζεται μόνο στις ενδιάμεσες και όχι και στις οριστικές πληρωμές; Επιπλέον, όπως παρατηρεί η Επιτροπή από ευρύτερης συστηματικής απόψεως, θα ήταν όντως παράδοξο να έχει κράτος μέλος τη δυνατότητα να καταργεί μονομερώς την εξουσία της Επιτροπής να πραγματοποιεί δημοσιονομικές διορθώσεις, υποβάλλοντας αίτημα για πληρωμή του τελικού υπολοίπου ( 8 ).
44.
Στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας θα είχε ως αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως για παρατυπίες οι οποίες αποκαλύπτονται κατά το στάδιο περατώσεως μιας παρεμβάσεως. Ως προς το επιχείρημα που διατυπώνει η Ελληνική Δημοκρατία σχετικά με τη συγκεκριμένη σκέψη, συμφωνώ ότι το Γενικό Δικαστήριο θα μπορούσε να έχει επιλέξει μια πιο σαφή διατύπωση. Αν γινόταν δεκτή η επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν να καταστούν οι διορθώσεις τεχνικώς «αδύνατες». Ωστόσο, οι εξουσίες της Επιτροπής θα περιορίζονταν σε σημαντικό βαθμό. Κατά την άποψή μου, η επισήμανση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 53 ήταν, εν πάση περιπτώσει, απλώς επικουρική.
45.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, καταλήγω ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
3. Τρίτος λόγος: η έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως εκτός των εφαρμοστέων προθεσμιών
46.
Κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι προθεσμίες στο πλαίσιο της διαδικασίας της δημοσιονομικής διορθώσεως αποτελούν διαδικαστικούς κανόνες που εφαρμόζονται αμέσως. Ως εκ τούτου, όταν εφαρμόζεται η διαδικασία για τη δημοσιονομική διόρθωση, όπως προβλέπεται από τον κανονισμό 1260/1999 και, ειδικότερα, από το άρθρο 39, ισχύουν μεν οι ουσιαστικοί κανόνες της διατάξεως αυτής, αλλά όσον αφορά τις συναφείς διαδικαστικές προθεσμίες, θα πρέπει εφαρμοστούν κατ’ αναλογίαν εκείνες οι οποίες τάσσονται με τους κανονισμούς που τον «διαδέχθηκαν» (ήτοι, το άρθρο 100, παράγραφος 5, του κανονισμού 1083/2006 για τη χρονική περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2007 έως 31 Δεκεμβρίου 2013 και το άρθρο 145, παράγραφος 6, του κανονισμού 1303/2013 για τη χρονική περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2014 και εντεύθεν). Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, ισχύει η προθεσμία του άρθρου 145, παράγραφος 6, του κανονισμού 1303/2013 ( 9 ).
47.
Με τον τρίτο λόγο, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως τα άρθρα 144 και 145 του κανονισμού 1303/2013 και ότι θα έπρεπε να έχει εφαρμόσει το άρθρο 52, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1306/2013 και την εκεί οριζόμενη χρονική περίοδο των 24 μηνών. Κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, η Επιτροπή έχει υπερβεί την αρμοδιότητά της ratione temporis. Ως προς το σημείο αυτό, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει πλάνη περί το δίκαιο και πλημμελή αιτιολογία. Η Ελληνική Δημοκρατία κάνει επίσης λόγο για μη τήρηση εκ μέρους της Επιτροπής των εφαρμοστέων προθεσμιών, αιτίαση που αποτελούσε το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της προσφυγής ακυρώσεως την οποία είχε ασκήσει. Εντούτοις, στην αίτηση αναιρέσεως δεν προβάλλει κανένα περαιτέρω επιχείρημα επί του συγκεκριμένου ζητήματος.
48.
Η Επιτροπή, από την πλευρά της, εκτιμά ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον προβάλλεται για πρώτη φορά κατ’ αναίρεση. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν υπέχει υποχρέωση να εξετάσει το ζήτημα αυτεπαγγέλτως, εφόσον η χρονική περίοδος στην οποία αναφέρεται το άρθρο 52, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1306/2013 περιορίζει το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της δημοσιονομικής διορθώσεως και δεν συνιστά ζήτημα αρμοδιότητας ratione temporis. Εάν, μολαταύτα, το Δικαστήριο εξετάσει τον τρίτο λόγο, η Επιτροπή θεωρεί ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Βάσει των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 105, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006 και του άρθρου 152 του κανονισμού 1303/2013, οι δημοσιονομικές διορθώσεις που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Προσανατολισμού) ως προς τη χρονική περίοδο από το 2000 έως το 2006 εξακολουθούν να διέπονται από τους κανόνες που ισχύουν για τα διαρθρωτικά ταμεία (τους ουσιαστικούς κανόνες του κανονισμού 1260/1999 και τους διαδικαστικούς κανόνες του κανονισμού 1303/2013), και όχι από εκείνους που ισχύουν για την κοινή γεωργική πολιτική (τον κανονισμό 1290/2005).
49.
Κατά την άποψή μου, η ένσταση απαραδέκτου την οποία προβάλλει η Επιτροπή όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμη. Από τη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι η Ελληνική Δημοκρατία είχε διατυπώσει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου το επιχείρημα ότι δεν είχε τηρηθεί η χρονική περίοδος των 24 μηνών στην οποία αναφέρεται το άρθρο 52, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1306/2013.
50.
Επί της ουσίας, αν το Δικαστήριο συμφωνήσει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, τότε δεν συντρέχει ζήτημα εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 105, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006 και του άρθρου 152 του κανονισμού 1303/2013 και παρέλκει η περαιτέρω εξέταση του τρίτου λόγου αναιρέσεως.
51.
Αν, ωστόσο, το Δικαστήριο απορρίψει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και, παρά το σαφές γράμμα του άρθρου 105, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006, κρίνει ότι η εν λόγω διάταξη τυγχάνει εφαρμογής στη χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Προσανατολισμού), τότε θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα των εφαρμοστέων προθεσμιών και της ratione temporis αρμοδιότητας που προβάλλεται στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως.
52.
Σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι περιεχόμενοι στον κανονισμό 1260/1999 ουσιαστικοί κανόνες για τη δημοσιονομική διόρθωση εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή στην περίπτωση της επίδικης χρηματοδοτικής συνδρομής. Ωστόσο, οι σχετικές διαδικαστικές προθεσμίες αντικαταστάθηκαν αρχικά από εκείνες του άρθρου 100, παράγραφος 5, του κανονισμού 1083/2006 και εν συνεχεία από εκείνες του άρθρου 145, παράγραφος 6, του κανονισμού 1303/2013.
53.
Η ιδέα της αντικαταστάσεως των προθεσμιών όσον αφορά προγράμματα που βρίσκονται σε εξέλιξη, ενώ συνεχίζεται η εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων από προγενέστερες ρυθμίσεις, βρίσκει έρεισμα στη νομολογία ( 10 ). Ωστόσο, φρονώ ότι η νομολογία αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω με τον τρόπο που προβάλλεται από την Επιτροπή.
54.
Σημειώνω επ’ αυτού ότι η νομολογία στην οποία παραπέμπει συναφώς η Επιτροπή προς στήριξη του επιχειρήματός της, αφορούσε, αρχικώς τουλάχιστον, υποθέσεις όπου το Δικαστήριο έπρεπε να επιλέξει μεταξύ της μη εφαρμογής οποιασδήποτε διαδικαστικής προθεσμίας και της εφαρμογής κάποιας εύλογης προθεσμίας. Εφόσον το Δικαστήριο προέκρινε τη δεύτερη επιλογή, ήταν λογικό να αποφασίσει να αντλήσει τις εύλογες αυτές προθεσμίες από τη μεταγενέστερη συναφή ρύθμιση. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις που θεσπίζονται με μεταγενέστερη ρύθμιση νέες ή διαφορετικές διαδικασίες που καθίστανται εφαρμοστέες σε προγράμματα της προηγούμενης περιόδου, τα οποία βρίσκονται σε εξέλιξη και δεν έχουν ολοκληρωθεί. Στις περιπτώσεις αυτές, οι νέες νόμιμες προθεσμίες θα ισχύουν κατά λογική αναγκαιότητα αν η νέα διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα ρύθμιση αρχίσει να διεξάγεται δυνάμει της νέας αυτής ρυθμίσεως.
55.
Η περίπτωση αυτή διαφέρει αρκετά από την προκειμένη περίπτωση όπου, κατόπιν της ενάρξεως μιας διαδικασίας, η αρχικώς εφαρμοστέα προθεσμία αντικαθίσταται από αλληλοδιαδεχόμενες προθεσμίες ενόσω η διαδικασία εξελίσσεται. Μια τέτοια προσέγγιση, η οποία βρίσκεται στον αντίποδα της ασφάλειας δικαίου, σημαίνει επίσης ότι η Επιτροπή θα είχε οπωσδήποτε κίνητρο να καθυστερεί την εξέλιξη των διαδικασιών για χρόνια, αν υποτεθεί (όχι αβάσιμα) ότι το επόμενο διαδικαστικό χρονικό πλαίσιο θα μπορούσε να είναι ακόμη μεγαλύτερο.
56.
Πράγματι, εν προκειμένω, η τελική έκθεση που υποβλήθηκε από την Ελλάδα είχε ήδη εγκριθεί από την Επιτροπή 18 και πλέον μήνες πριν από την κατάργηση του κανονισμού 1083/2006. Επομένως, είτε είχαν εφαρμογή οι προθεσμίες του κανονισμού 1083/2006 ( 11 ) είτε οι προθεσμίες του κανονισμού 1260/1999 ( 12 ), η Επιτροπή θα είχε ενεργήσει ούτως ή άλλως εκπρόθεσμα στην υπό κρίση υπόθεση ( 13 ).
57.
Επιπλέον, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεκτή η προτεινόμενη διαδοχική αντικατάσταση των διαδικαστικών προθεσμιών, συμφωνώ με την Ελληνική Δημοκρατία ότι το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένως τις προθεσμίες αυτές στην υπό κρίση υπόθεση. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός.
58.
Πρώτον, πρέπει να υπομνησθεί εκ νέου ότι το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (στο εξής: ΕΓΤΑΑ), το οποίο αντικατέστησε το ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Προσανατολισμού), δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1083/2006, βάσει του άρθρου 1 του κανονισμού αυτού. Ομολογουμένως, το άρθρο 105, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τη συνέχιση της εφαρμογής του κανονισμού 1260/1999 στα χρηματοδοτούμενα από το ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Προσανατολισμού) προγράμματα που χρονολογούνται προ του έτους 2007 ( 14 ). Ωστόσο, φρονώ ότι τούτο δεν μπορεί να σημαίνει ότι διατάξεις του ίδιου του κανονισμού 1083/2006 (εν προκειμένω το άρθρο 100) πρέπει να εφαρμόζονται στα προγράμματα που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Προσανατολισμού). Συναφώς επισημαίνω ότι καμία εκ των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις οποίες παραπέμπουν η Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο ως παραδείγματα αποφάσεων όπου έγινε δεκτή η διαδοχική αντικατάσταση των διαδικαστικών προθεσμιών δεν αφορά χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Προσανατολισμού). Όλες εκείνες οι υποθέσεις αφορούν το Ταμείο Συνοχής ( 15 ) και το ΕΤΠΑ ( 16 ), τα οποία διέπονται σαφώς από τον κανονισμό 1083/2006.
59.
Δεύτερον, είναι αληθές ότι το ΕΓΤΑΑ, ενώ είχε παραμείνει εντελώς εκτός του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1083/2006, επαναφέρθηκε σε κάποιο βαθμό υπό το μεταγενέστερο νομικό καθεστώς, ήτοι τον κανονισμό 1303/2013. Συνεπώς, ο τελευταίος κανονισμός περιέχει κανόνες σχετικούς με δημοσιονομικές διορθώσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ. Εντούτοις, οι κανόνες αυτοί εντοπίζονται πρωτίστως στο δεύτερο μέρος του κανονισμού 1303/2013, και όχι στο τέταρτο μέρος, όπου ανήκουν τα άρθρα 144 και 145.
60.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1303/2013, «[τ]ο τέταρτο μέρος θεσπίζει τους γενικούς κανόνες που εφαρμόζονται στα Ταμεία [δηλαδή τα διαρθρωτικά ταμεία και το Ταμείο Συνοχής, και όχι το ΕΓΤΑΑ] και [σ]το ΕΤΘΑ [Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας] σχετικά με τη διαχείριση και τον έλεγχο, τη δημοσιονομική διαχείριση, τους λογαριασμούς και τις δημοσιονομικές διορθώσεις».
61.
Η παράγραφος 1 της ίδιας διατάξεως, αντιθέτως, ορίζει ότι «[ο]ι κοινοί κανόνες που έχουν εφαρμογή στα [Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία, στα οποία συγκαταλέγεται το ΕΓΤΑΑ] καθορίζονται στο δεύτερο μέρος», η δε παράγραφος 4 ορίζει ότι ο κανονισμός εφαρμόζεται «με την επιφύλαξη των διατάξεων που θεσπίζει ο κανονισμός […] 1306/2013». Η παράγραφος 4 του άρθρου 85, το οποίο περιλαμβάνεται στο δεύτερο μέρος του κανονισμού 1303/2013 και επιγράφεται «Δημοσιονομικές διορθώσεις από την Επιτροπή», ορίζει ότι τα «κριτήρια και οι διαδικασίες για την εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων καθορίζονται στους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο».
62.
Επομένως, δεν είναι σαφές πώς το άρθρο 145 του κανονισμού 1303/2013 επηρεάζει ταμεία όπως το ΕΓΤΑΑ, τα οποία εξ ορισμού δεν εμπίπτουν στο τέταρτο μέρος του εν λόγω κανονισμού.
63.
Αντιθέτως, συμφωνώ με την Ελληνική Δημοκρατία ότι ο κανονισμός 1306/2013 περιέχει πράγματι ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο, οι οποίοι καθορίζουν τα «κριτήρια και [τις] διαδικασίες για την εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων» κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 4, του κανονισμού 1303/2013. Σημειώνω επ’ αυτού ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 1303/2013, ως «ειδικοί κανόνες για κάθε Ταμείο» νοούνται «οι διατάξεις που ορίζονται […] σε έναν ειδικό ή γενικό κανονισμό που διέπει ένα ή περισσότερα [Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία] τα οποία αναφέρονται ή απαριθμούνται στο άρθρο 1 τέταρτο εδάφιο». Ο κανονισμός 1306/2013 είναι ένας από τους κανονισμούς που αναφέρονται ή απαριθμούνται στο άρθρο 1, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 1303/2013. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις του κανονισμού 1306/2013, ο οποίος διέπει το ΕΓΤΑΑ, μπορούν να χαρακτηριστούν ως «ειδικοί κανόνες για κάθε Ταμείο».
64.
Ειδικότερα, το άρθρο 52, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1306/2013 ορίζει ότι «[η] απόρριψη χρηματοδότησης δεν μπορεί να αφορά […] δαπάνες για μέτρα που προβλέπονται στα προγράμματα […] για τις οποίες η πληρωμή […] πραγματοποιήθηκε νωρίτερα από 24 μήνες πριν από την […] ανακοίνωση […] στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος από την Επιτροπή».
65.
Εν ολίγοις, αν οι μεταβατικές διατάξεις του κανονισμού 1303/2013 έχουν όντως την έννοια ότι οι διαδικαστικοί κανόνες του πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής σε διαδικασίες που αφορούν χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Προσανατολισμού) για τη χρονική περίοδο από το 2000 έως το 2006, φρονώ ότι αν μη τι άλλο θα πρέπει να επιλεγούν οι πλέον σχετικές διαδικαστικές προθεσμίες. Αυτές, κατά την άποψή μου, είναι σαφώς εκείνες που εφαρμόζονται στο ΕΓΤΑΑ, ως διάδοχο του ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Προσανατολισμού), και ιδίως οι προβλεπόμενες στο άρθρο 85 του κανονισμού 1303/2013, το οποίο με τη σειρά του παραπέμπει στους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.
66.
Εφόσον το άρθρο 52, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1306/2013 αποτελεί τέτοιο ειδικό κανόνα για κάθε Ταμείο, το δε Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεν ασκεί επιρροή, προτείνω το Δικαστήριο να κάνει δεκτό τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση λόγω πρόδηλης πλάνης περί το δίκαιο και/ή πλημμελούς αιτιολογίας ως προς το σημείο αυτό.
4. Τέταρτος λόγος: ασφάλεια δικαίου και δικαιολογημένη εμπιστοσύνη (παραβίαση των αρχών)
67.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των αρχών της ασφάλειας του δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, λαμβανομένων ιδίως υπόψη της εγκρίσεως της τελικής εκθέσεως από την Επιτροπή και των καθυστερήσεων που σημειώθηκαν στη διάρκεια της διαδικασίας που επακολούθησε.
68.
Έχω ήδη εξετάσει τη χρονική διάσταση της διαδικασίας στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε ως προς τον τρόπο εφαρμογής των σχετικών προθεσμιών. Συνήγαγα επίσης το συμπέρασμα ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός. Αν το Δικαστήριο δεχθεί τα ως άνω συμπεράσματα (ή έστω ένα από αυτά), παρέλκει η περαιτέρω εξέταση του τέταρτου λόγου αναιρέσεως. Εν πάση περιπτώσει, ο τέταρτος λόγος όπως είναι διατυπωμένος θέτει ένα γενικότερο ζήτημα ασφάλειας δικαίου και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, λαμβάνοντας κατ’ ουσίαν ως δεδομένο ότι καμία συγκεκριμένη προθεσμία δεν τύγχανε εφαρμογής. Αν, ωστόσο, το Δικαστήριο καταλήξει σε διαφορετική κρίση όσον αφορά τον πρώτο ή τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αποδεχόμενο ως εκ τούτου εμμέσως την άποψη ότι δεν τύγχανε εφαρμογής καμία συγκεκριμένη προθεσμία, τότε θα πρέπει όντως να εξεταστούν τα ευρύτερα ζητήματα της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου.
69.
Όπως παρατήρησε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η διαδικασία περατώσεως και πληρωμής του τελικού υπολοίπου της παρεμβάσεως ( 17 ) περιλαμβάνει ιδίως την υποβολή από το κράτος μέλος δηλώσεως περατώσεως (στην οποία μεταξύ άλλων παρατίθεται σύνθεση των πορισμάτων των ελέγχων που έχουν διεξαχθεί) ( 18 ), καθώς και την υποβολή τελικής εκθέσεως ( 19 ). Ενώ η έγκριση της τελικής εκθέσεως από την Επιτροπή υπόκειται σε προθεσμία πέντε μηνών, δεν προβλέπεται διαδικασία ή προθεσμία για την επίσημη έγκριση της δηλώσεως περατώσεως από την Επιτροπή. Όπως επισημαίνεται στη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή προβαίνει στους αναγκαίους ελέγχους σχετικά με το περιεχόμενο της δηλώσεως και, αν διατηρεί επιφυλάξεις, δύναται να κινήσει διαδικασία δημοσιονομικής διορθώσεως. Ωστόσο, μολονότι ορισμένα στάδια της διαδικασίας της δημοσιονομικής διορθώσεως υπόκεινται σε ρητές προθεσμίες, κανένας εκ των διαδοχικών κανονισμών που αναφέρονται στην υπό κρίση υπόθεση ( 20 ) δεν τάσσει συγκεκριμένη προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή οφείλει να κινήσει την εν λόγω διαδικασία.
70.
Κατόπιν των ανωτέρω, δεν θεωρώ ότι είναι εσφαλμένη η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι δεν παραβιάστηκε η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Η έγκριση της εκθέσεως δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως επικύρωση του περιεχομένου της δηλώσεως ούτε ως διαβεβαίωση εκ μέρους της Επιτροπής, ικανή να δημιουργήσει βάσιμες προσδοκίες από την πλευρά της Ελληνικής Δημοκρατίας. Μολονότι η τελική έκθεση πρέπει να περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με τους ελέγχους και τις δημοσιονομικές διορθώσεις, το έγγραφο αυτό, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, διαφέρει κατά πολύ από τη δήλωση περατώσεως. Εξάλλου, ούτε η ίδια η διάρκεια της διαδικασίας συνιστά συγκεκριμένη διαβεβαίωση από την οποία μπορούν να δημιουργηθούν βάσιμες προσδοκίες ( 21 ).
71.
Όσον αφορά την αρχή της ασφάλειας δικαίου, φρονώ ότι η έλλειψη προθεσμίας εντός της οποίας η Επιτροπή οφείλει να κινήσει τη διαδικασία δημοσιονομικής διορθώσεως συνιστά ένα εκ των βασικών ζητημάτων που εγείρονται στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως. Γενικώς, και κατ’ αρχήν, πρόκειται για ζήτημα το οποίο πρέπει να διευθετηθεί από τον νομοθέτη και όχι από το Δικαστήριο.
72.
Ισχύει πάντως ότι, ακόμη και ελλείψει τυπικής προθεσμίας, η υπερβολική χρονική καθυστέρηση στην ανάληψη δράσεως εκ μέρους της Επιτροπής και οποιουδήποτε άλλου θεσμικού οργάνου της Ένωσης προσκρούει στην αρχή της ασφάλειας δικαίου και στην απορρέουσα από αυτήν «αρχή της εύλογης προθεσμίας» ( 22 ). Η Ελληνική Δημοκρατία επισημαίνει, ως προς το σημείο αυτό, πόσο σημαντική είναι η έγκαιρη λήψη αποφάσεων όταν διακυβεύονται σημαντικά ποσά. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει τονίσει τη σημασία της ασφάλειας δικαίου ιδίως στις περιπτώσεις αποφάσεων που έχουν σημαντικές οικονομικές συνέπειες ( 23 ). Επιπλέον, στη νομολογία του Δικαστηρίου γίνεται δεκτό ότι η ύπαρξη αναλογίας στα χρονοδιαγράμματα των διαδικασιών αποτελεί έκφραση του καθήκοντος αμοιβαίας συνεργασίας ( 24 ). Εν ολίγοις, το να επιβάλλονται στα κράτη μέλη αυστηρές προθεσμίες εβδομάδων και, εν συνεχεία, να αφήνονται στην Επιτροπή ολόκληρα έτη για να απαντήσει, προφανώς δεν συνάδει με την ως άνω λογική.
73.
Λαμβανομένης υπόψη της προαναφερθείσας νομολογίας, το επιχείρημα το οποίο αντλεί η Ελληνική Δημοκρατία από την αρχή της ασφάλειας δικαίου οπωσδήποτε δεν στερείται βάσεως. Εντούτοις, επειδή εκτιμώ ότι ο πρώτος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί, έχω ήδη εξετάσει το ζήτημα των συγκεκριμένων προθεσμιών στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως και έχω καταλήξει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί για τον λόγο αυτόν, παρέλκει η διεξοδική διερεύνηση του γενικότερου επιχειρήματος που βασίζεται στην ίδια συλλογιστική.
5. Πέμπτος λόγος: ο δυσανάλογος χαρακτήρας της δημοσιονομικής διορθώσεως
74.
Με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την κρίση του ότι η δημοσιονομική διόρθωση δεν ήταν δυσανάλογη. Η Ελληνική Δημοκρατία θεωρεί ότι η Επιτροπή επέβαλε διπλή διόρθωση επειδή δεν έλαβε πλήρως υπόψη τις διορθώσεις που ήδη είχαν επιβληθεί σε εθνικό επίπεδο.
75.
Φρονώ ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
76.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στις σκέψεις 119 έως 122, διαλαμβάνει σαφώς ότι η Επιτροπή όντως πραγματοποίησε τις αναγκαίες προσαρμογές ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα επιβάλλονταν διπλές διορθώσεις. Το ζήτημα αν υπήρξε ή όχι διπλή διόρθωση άπτεται της διαπιστώσεως των πραγματικών περιστατικών και της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων, για τις οποίες αποκλειστικώς αρμόδιο είναι το Γενικό Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, υπό την επιφύλαξη της ενδεχόμενης παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών ή των αποδεικτικών στοιχείων, το εν λόγω ζήτημα δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου ( 25 ).
77.
Επισημαίνω συναφώς ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν επικαλείται παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Β. Κρίση επί της ουσίας
78.
Σύμφωνα με τα όσα ορίζει το άρθρο 61, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί το ίδιο επί της διαφοράς, χωρίς να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο.
79.
Αν το Δικαστήριο δεχθεί τον πρώτο και τον τρίτο αναιρετικό λόγο όπως προτείνω (ή έστω έναν από αυτούς), τούτο δεν θα σημαίνει μόνον ότι θα πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, αλλά, αναπόφευκτα, ότι θα πρέπει να ακυρωθεί και η προσβαλλόμενη απόφαση. Υπό τέτοιες περιστάσεις, παρέλκει η νέα εκτίμηση της υποθέσεως από το Γενικό Δικαστήριο.
80.
Για τους λόγους που εξέθεσα στα σημεία 53 έως 66 των προτάσεών μου, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να κάνει δεκτό τον τρίτο λόγο αναιρέσεως.
81.
Αν το Δικαστήριο συμφωνήσει επί του σημείου αυτού, έπεται κατά λογική αναγκαιότητα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη κατά παράβαση του άρθρου 52, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1306/2013 και της εκεί προβλεπόμενης χρονικής περιόδου των 24 μηνών (όπως επίσης προβλήθηκε από την Ελληνική Δημοκρατία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως). Πράγματι, η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη στις 25 Μαρτίου 2015, ήτοι 24 και πλέον μήνες μετά την αρχική ενημέρωση της Ελληνικής Δημοκρατίας από την Επιτροπή σχετικά με την προτεινόμενη δημοσιονομική διόρθωση, στις 3 Ιανουαρίου 2013.
82.
Για τους λόγους που εξέθεσα στα σημεία 26 έως 37 των προτάσεών μου, εκτιμώ ότι το Δικαστήριο πρέπει δεχθεί τον πρώτο λόγο αναιρέσεως περί πλημμελούς αιτιολογίας.
83.
Επίσης, κατά την άποψή μου, είναι ορθό το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας (το οποίο αντιστοιχεί στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου) ότι το άρθρο 105, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006 (και μετέπειτα άρθρο 152 του κανονισμού 1303/2013) δεν τυγχάνει εφαρμογής στη χρηματοδοτική συνδρομή που χορηγήθηκε από το ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Προσανατολισμού) για τη χρονική περίοδο από το 2000 έως το 2006. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορούσε να θεμελιωθεί στο άρθρο 39 του κανονισμού 1260/1999. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε νόμιμη βάση.
84.
Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει επίσης να ακυρωθεί.
85.
Κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή δεν είναι ικανό να αναιρέσει το ως άνω συμπέρασμα.
86.
Πρώτον, υπενθυμίζω ότι, σε αντίθεση προς τα όσα ισχυρίζεται η Επιτροπή, το σαφές γράμμα του άρθρου 105, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006 περιορίζει την εφαρμογή της εν λόγω μεταβατικής διατάξεως σε περιπτώσεις καταργήσεως χρηματοδοτικής συνδρομής από τα διαρθρωτικά ταμεία ή έργου συγχρηματοδοτούμενου από το Ταμείο Συνοχής. Κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη, το ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Προσανατολισμού) δεν συγκαταλέγεται στα προαναφερθέντα ταμεία. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μόνον όταν το γράμμα μιας διατάξεως είναι διφορούμενο πρέπει να ζητείται περαιτέρω ερμηνευτική συνδρομή με γνώμονα το πλαίσιό της, την όλη οικονομία της, καθώς και τον σκοπό της ρυθμίσεως στην οποία αυτή εντάσσεται ( 26 ). Εν προκειμένω, το νόημα είναι σαφές. Η έννοια «διαρθρωτικά ταμεία» ορίζεται ρητώς στο άρθρο 1 του κανονισμού 1083/2006.
87.
Ακόμη και αν το κείμενο χαρακτηριζόταν από κάποια ασάφεια, το γεγονός αυτό δεν θα σήμαινε ότι το γράμμα θα έπρεπε απλώς να εγκαταλειφθεί ή να αγνοηθεί χάριν μιας αμιγώς συστηματικής ή τελολογικής ερμηνείας, η οποία, επιπροσθέτως, ευνοεί σαφώς τη μία πλευρά. Επιβάλλεται να βρεθεί ένα σημείο ισορροπίας. Επιπλέον, όταν το κείμενο, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, παρουσιάζει ασάφεια σε μικρό μόνο βαθμό, θα πρέπει να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα σε αυτό. Τούτο ακριβώς ισχύει εν προκειμένω, δεδομένης και της φύσης της επίμαχης διατάξεως. Δεν πρόκειται για κάποια παμπάλαια, λακωνική και οριακή από πλευράς νοήματος διάταξη, η οποία χρήζει επειγόντως ερμηνείας. Πρόκειται για την τρίτη, χρονικά, εκδοχή μιας μεταβατικής διατάξεως σε έναν άκρως τεχνικό τομέα, η οποία κάθε λίγα χρόνια επαναδιατυπώνεται. Υπό αυτές τις περιστάσεις, ιδρύεται ισχυρό τεκμήριο ότι εννοείται αυτό ακριβώς που λέγεται. Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να συντάξει εκ νέου τη νομοθεσία προκειμένου να «αποκαταστήσει» τυχόν ατυχείς διατυπώσεις, ούτε να λάβει ως αφετηρία ότι ο νομοθέτης απλώς δεν εξέτασε το ζήτημα από όλες τις πλευρές του.
88.
Θεωρώ δε εξαιρετικά αδύναμα τα υπόλοιπα επιχειρήματα που προβλήθηκαν από την Επιτροπή, καθ’ υπέρβαση του γράμματος της διατάξεως, προς στήριξη της ερμηνείας του άρθρου 105, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006 υπό την έννοια ότι έχει εφαρμογή και στις περιπτώσεις χρηματοδοτικής συνδρομής από το ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Προσανατολισμού).
89.
Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι ο όρος «διαρθρωτικά ταμεία», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 105, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006, δεν πρέπει να ερμηνεύεται με βάση τον ορισμό που περιλαμβάνεται στον εν λόγω κανονισμό, αλλά με βάση τον ορισμό της ίδιας έννοιας στον κανονισμό 1260/1999. Ομολογώ ότι πρόκειται για μια αρκετά ρηξικέλευθη προσέγγιση του εγχειρήματος της ερμηνείας της νομοθεσίας, καθώς και για άριστη συνταγή για την πρόκληση συγχύσεως, αν η ιδέα είναι ότι σαφείς και ρητές διατάξεις της νεότερης ρυθμίσεως πρέπει στην πράξη να υποχωρούν έναντι των προγενέστερων εκείνων ρυθμίσεων προς αντικατάσταση των οποίων θεσπίστηκε η νεότερη ρύθμιση. Lex prior derogat legi posteriori.
90.
Τρίτον, επιχειρείται να αντληθεί επιχείρημα από μια αρνητική συνέπεια: η Επιτροπή διατείνεται ότι θα ανέκυπτε κενό δικαίου αν το άρθρο 105, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006 δεν είχε εφαρμογή στις περιπτώσεις χρηματοδοτικής συνδρομής από το ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Προσανατολισμού) για τη χρονική περίοδο από το 2000 έως το 2006. Θα καθίστατο ανέφικτη η εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων για οποιαδήποτε χρηματοδοτική συνδρομή από το ΕΓΤΠΕ κατά την ως άνω χρονική περίοδο, αφού οι κανονισμοί που αντικατέστησαν τον κανονισμό 1260/1999 σε σχέση με την κοινή γεωργική πολιτική δεν περιείχαν μεταβατικές διατάξεις. Τούτο θα αντέβαινε στη χρηστή δημοσιονομική διοίκηση, η οποία απαιτεί να είναι δυνατές οι δημοσιονομικές διορθώσεις σε περιπτώσεις δαπανών που πραγματοποιήθηκαν κατά παράβαση των εφαρμοστέων κανόνων ( 27 ).
91.
Σε πρακτικό καθαρά επίπεδο, είναι εσφαλμένος ο ισχυρισμός ότι η έλλειψη μεταβατικών διατάξεων θα καθιστούσε ανέφικτη την πραγματοποίηση δημοσιονομικών διορθώσεων για τη χρονική περίοδο από το 2000 έως το 2006. Οι δημοσιονομικές διορθώσεις σε σχέση με το ΕΓΤΠΕ (Τμήμα Προσανατολισμού) ήταν σαφώς δυνατές βάσει του άρθρου 39 του κανονισμού 1260/1999 μέχρι την κατάργησή του. Επιπλέον, ακόμη και μετά την κατάργηση της διατάξεως αυτής στις 31 Δεκεμβρίου 2006, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να μπορούσαν να πραγματοποιηθούν δημοσιονομικές διορθώσεις στηριζόμενες σε κάποια άλλη βάση. Ωστόσο, τέτοιες εναλλακτικές βάσεις δεν προτάθηκαν. Αντιθέτως, χρησιμοποιήθηκε μια άκρως αμφισβητήσιμη επαναδιατύπωση των νομοθετικών ορισμών περίπου μια δεκαετία μετά το πέρας της επιχειρησιακής περιόδου.
92.
Σε επίπεδο αρχών, είναι ενδεχομένως σκόπιμο να εξεταστεί το ζήτημα στις ευρύτερες διαστάσεις του, και πέραν των συγκεκριμένων (όντως μάλλον δύσκολων και περίπλοκων) διατάξεων που αναλύθηκαν αρκετά διεξοδικά εν προκειμένω. Από απόψεως συνοχής της όλης επιχειρηματολογίας της Επιτροπής, είναι πράγματι αξιοθαύμαστη η ερμηνευτική δημιουργικότητα και η ευρηματικότητα με την οποία η Επιτροπή δείχνει ικανή να αναμιγνύει και να συνταιριάζει, στο πλαίσιο ενός συναρπαστικού παιχνιδιού που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «νομοθετικό Lego», διατάξεις από διαφορετικά νομοθετικά κείμενα εκτός του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής τους, προκειμένου να συνδυάζει εκ των υστέρων και, κατ’ επέκταση, να δικαιολογεί το πώς έχει ενεργήσει σε μια δεδομένη υπόθεση.
93.
Με βάση τη λογική της, η αναδρομή «αλληλοδιαδοχικά» μέχρι την εφαρμοστέα κατά τον κρίσιμο χρόνο νομοθετική ρύθμιση αποτελεί τον γενικό κανόνα ( 28 ). Ωστόσο, τούτο ισχύει προφανώς μόνον ως προς τους ουσιαστικούς κανόνες, και όχι ως προς τη διαδικασία ( 29 ). Ακόμη και το ποιοι κανόνες είναι «ουσιαστικοί» και ποιοι «διαδικαστικοί» δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση ( 30 ), ιδίως αφού μπορεί να οδηγήσει στην κατάτμηση μεμονωμένων διατάξεων. Ακόμη και τότε όμως, παίρνοντας το παράδειγμα των προθεσμιών και λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι όντως πρόκειται περί διαδικαστικών διατάξεων, όπως άλλωστε προβάλλεται στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, είναι προφανές ότι η εξαίρεση γνωρίζει κάποιες περαιτέρω εξαιρέσεις: λόγου χάριν, μια διάταξη όπως το άρθρο 52, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1306/2013, η οποία στην πράξη θα έθετε όρια στην εξουσία της Επιτροπή λόγω της εκεί οριζόμενης χρονικής περιόδου, δεν πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής, επειδή περιορίζει το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της δημοσιονομικής διορθώσεως και δεν πρόκειται για ζήτημα που αφορά την αρμοδιότητα ratione temporis ( 31 ).
94.
Μπροστά σε μια τέτοια αυθαίρετη «κατασκευή» εφαρμοστέων κανόνων, πέραν και εκτός των ορίων που τίθενται από οποιεσδήποτε σαφείς νομοθετικές διατάξεις, όλοι, λάτρεις των μιούζικαλ και μη, μπορούμε να αναφωνήσουμε: «Anything Goes», τα πάντα είναι δυνατά (διατυπώνοντας ίσως χαμηλόφωνα και την πραγματιστική απορία αν αξίζει τον κόπο να υπάρχουν καν γραπτοί κανόνες). Εντούτοις, ακριβώς σε σχέση με αυτούς τους τομείς δικαίου, όπου διακυβεύονται σημαντικά οικονομικά συμφέροντα, το Δικαστήριο έχει κατ’ επανάληψη αποφανθεί ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιτάσσει να παρέχει η νομοθεσία στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλονται ( 32 ). Και θα ήταν μάλλον σκόπιμο, στο σημείο αυτό, να υπενθυμιστεί ότι το Δικαστήριο έχει απορρίψει τη δημιουργία ad hoc νομικών βάσεων και αρμοδιοτήτων για την ανάκτηση κονδυλίων πάση θυσία, ελλείψει σχετικών διατάξεων (πολλώ δε μάλλον κατά παράβαση του σαφούς γράμματός τους) ( 33 ).
95.
Πρέπει, ασφαλώς, να παραδεχθούμε ότι η διαχείριση των διαφόρων κονδυλίων της Ένωσης αποτελεί πολύπλοκο νομικό τομέα, ο οποίος όσο εξελίσσεται γίνεται ακόμη πιο σύνθετος. Στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της πρώτης και της τρίτης εκδοχής των προεκτεθέντων κανονισμών, ο όγκος της νομοθεσίας πολλαπλασιάστηκε. Ωστόσο, αυτή η ολοένα αυξανόμενη πολυπλοκότητα δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιδεικνύεται αντιστοίχως αυξημένος βαθμός δικαστικής μεγαλοψυχίας έναντι της Επιτροπής σε περιπτώσεις κακής νομοτεχνικής ( 34 ). Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο αν ληφθεί υπόψη ο ρόλος της Επιτροπής στη σύνταξη των επίμαχων διατάξεων. Ως εκ τούτου, χωρίς να αμφισβητείται ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (και κατ’ επέκταση των κρατών μελών) στη νομοθετική διαδικασία, δεν φαίνεται γενικώς άδικο το να επιρρίπτεται στην Επιτροπή, εφόσον αυτή αποτελεί τον βασικό συντάκτη και, εν συνεχεία, τον εφαρμοστή ενός νομοθετικού κειμένου, το βάρος των (αρνητικών) συνεπειών της (ατυχούς) διατυπώσεως που η ίδια επέλεξε να χρησιμοποιήσει.
96.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, καταλήγω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να θεμελιωθεί βασίμως στο άρθρο 39 του κανονισμού 1260/1999 και πρέπει, κατά συνέπεια, να ακυρωθεί.
VI. Πρόταση
97.
Κατόπιν τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο:
–
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 19ης Σεπτεμβρίου 2017, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑327/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:631)·
–
να ακυρώσει την εκτελεστική απόφαση C(2015) 1936 τελικό της Επιτροπής, της 25ης Μαρτίου 2015, για την εφαρμογή δημοσιονομικής διόρθωσης στο σκέλος του ΕΓΤΠΕ – τμήματος Προσανατολισμού του επιχειρησιακού προγράμματος με αριθ. CCI 2000GR061PO021 (Ελλάδα – Στόχος 1 – Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου)·
–
να αποφανθεί ότι η Επιτροπή πρέπει να φέρει, εκτός από τα δικαστικά έξοδά της, και εκείνα στα οποία υποβλήθηκε η Ελληνική Δημοκρατία τόσο πρωτοδίκως όσο και κατά την αναιρετική διαδικασία.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά Ταμεία (ΕΕ 1999, L 161, σ. 1).
( 3 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 (ΕΕ 2006, L 210, σ. 25).
( 4 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ 2005, L 209, σ. 1).
( 5 ) Ο κανονισμός 1083/2006 αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ 2013, L 347, σ. 320). Ο κανονισμός 1290/2005 αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 352/78, (ΕΚ) 165/94, (ΕΚ) 2799/98, (ΕΚ) 814/2000, (ΕΚ) 1290/2005 και (ΕΚ) 485/2008 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 549).
( 6 ) Εκτελεστική απόφαση C(2015) 1936 τελικό της Επιτροπής, της 25ης Μαρτίου 2015, για την εφαρμογή δημοσιονομικής διόρθωσης στο σκέλος του ΕΓΤΠΕ – τμήματος Προσανατολισμού του επιχειρησιακού προγράμματος με αριθ. CCI 2000GR061PO021 (Ελλάδα – Στόχος 1 – Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου).
( 7 ) Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2017, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑327/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:631).
( 8 ) Η εν λόγω συνέπεια είναι όντως μια από τις πιθανές ερμηνείες του επιχειρήματος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση το σχετικό αίτημα συνοδευόταν από μια τελική έκθεση η οποία έγινε ρητώς δεκτή από την Επιτροπή. Επομένως, ο ισχυρισμός της Επιτροπής περί απολύτως μονομερούς συμπεριφοράς ικανής να περιορίσει την εξουσία της είναι κατά κάποιον τρόπο παραπλανητική. Τα ζητήματα αυτά αναλύονται διεξοδικότερα παρακάτω, στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου αναιρέσεως (βλ. σημεία 67 έως 73 των προτάσεών μου).
( 9 ) Κατά τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή «λαμβάνει απόφαση […] εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της ακρόασης ή από την ημερομηνία παραλαβής των συμπληρωματικών στοιχείων, όταν το κράτος μέλος δεχθεί να υποβάλει τα εν λόγω συμπληρωματικά στοιχεία μετά την ακρόαση […]».
( 10 ) Βλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑140/15 P, EU:C:2016:708, σκέψη 89 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 11 ) Κατά το άρθρο 100, παράγραφος 5, του κανονισμού 1083/2006, η Επιτροπή «λαμβάνει απόφαση σχετικά με τη δημοσιονομική διόρθωση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της ακρόασης […]».
( 12 ) Σύμφωνα με τη συνδυασμένη ερμηνεία του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1260/1999 και του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 448/2001 της Επιτροπής, της 2ας Μαρτίου 2001, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά τη διαδικασία διενέργειας δημοσιονομικών διορθώσεων στην παρέμβαση που χορηγείται στο πλαίσιο των Διαρθρωτικών Ταμείων (ΕΕ 2001, L 64, σ. 13), εκ των οποίων το τελευταίο ορίζει ότι «η τρίμηνη προθεσμία εντός της οποίας αποφασίζει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 39 παράγραφος 3 του [κανονισμού 1260/1999] αρχίζει να υπολογίζεται από την ημερομηνία της ακρόασης».
( 13 ) Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 25 Μαρτίου 2015, 10 μήνες μετά την ακρόαση που έλαβε χώρα στις 27 Μαΐου 2014.
( 14 ) Εφόσον, βεβαίως, υποτεθεί ότι το Δικαστήριο θα απορρίψει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (βλ. σημεία 26 έως 37 των προτάσεών μου).
( 15 ) Αποφάσεις της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑192/13 P, EU:C:2014:2156), Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑197/13 P, EU:C:2014:2157), της 22ας Οκτωβρίου 2014, Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑429/13 P, EU:C:2014:2310), και της 4ης Δεκεμβρίου 2014, Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑513/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2412).
( 16 ) Αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2015, Γερμανία κατά Επιτροπής (C‑549/12 P και C‑54/13 P, EU:C:2015:412), καθώς και της 24ης Ιουνίου 2015, Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑263/13 P, EU:C:2015:415).
( 17 ) Άρθρο 32, παράγραφος 4, του κανονισμού 1260/1999.
( 18 ) Άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 1260/1999.
( 19 ) Άρθρο 37, παράγραφος 1, του κανονισμού 1260/1999.
( 20 ) Κανονισμοί 1260/1999, 1083/2006 και 1303/2013.
( 21 ) Απόφαση της 7ης Απριλίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής (C‑321/09 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:218, σκέψη 46).
( 22 ) Βλ. αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 2014, Nencini κατά Κοινοβουλίου (C‑447/13 P, EU:C:2014:2372, σκέψη 48), καθώς και της 14ης Ιουνίου 2016, Marchiani κατά Κοινοβουλίου (C‑566/14 P, EU:C:2016:437, σκέψη 96).
( 23 ) Πλέον προσφάτως, βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2018, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (C‑4/17 P, EU:C:2018:678, σκέψη 58)· βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (C‑4/17 P, EU:C:2018:237, σημείο 65 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 24 ) Απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑192/13 P, EU:C:2014:2156, σκέψεις 86 και 87).
( 25 ) Βλ., επί παραδείγματι, αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 2005, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψη 177), καθώς και της 28ης Φεβρουαρίου 2018, κατά EUIPO (C‑418/16 P, EU:C:2018:128, σκέψη 65).
( 26 ) Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, CHEZ Razpredelenie Bulgaria (C‑83/14, EU:C:2015:480, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 27 ) Η Επιτροπή παραπέμπει στη σκέψη 45 της αποφάσεως της 23ης Σεπτεμβρίου 2004, Ιταλία κατά Επιτροπής (C‑297/02, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2004:550).
( 28 ) Σημεία 28 έως 29 των προτάσεών μου.
( 29 ) Σημείο 46 των προτάσεών μου.
( 30 ) Επί παραδείγματι, οι προθεσμίες παραγραφής είναι ουσιαστικοί ή διαδικαστικοί κανόνες; Το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου διερεύνησε το εν λόγω ζήτημα στο πλαίσιο ενός αρκετά αμφιλεγόμενου τομέα [βλ. ιδίως, απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Taricco κ.λπ. (C‑105/14, EU:C:2015:555)] και κατέληξε τελικά στο συμπέρασμα ότι εκείνο που έχει πραγματικά σημασία είναι οι πρωταρχικές αρχές της προβλεψιμότητας, της σαφήνειας και της μη αναδρομικότητας της εφαρμοστέας (ποινικής) νομοθεσίας (απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, M.A.S. και M.B., C‑42/17, EU:C:2017:936, σκέψεις 51 επ.).
( 31 ) Σημείο 48 των προτάσεών μου.
( 32 ) Απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2018, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (C‑4/17 P, EU:C:2018:678, σκέψη 58).
( 33 ) Βλ., ως πρόσφατο παράδειγμα, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2018, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (C‑4/17 P, EU:C:2018:678, σκέψη 52), ή της 7ης Αυγούστου 2018, Château du Grand Bois (C‑59/17, EU:C:2018:641, σκέψη 30).
( 34 ) Πράγματι υπάρχουν και άλλα σημεία στις μεταβατικές διατάξεις του κανονισμού 1083/2006 τα οποία προκαλούν ενδεχομένως έκπληξη, ή ακόμα και ξαφνιάζουν εκείνους που ερευνούν για πρώτη φορά τη νομοθεσία στον συγκεκριμένο τομέα του δικαίου. Επί παραδείγματι, το άρθρο 108 του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι «[ο]ι διατάξεις [του άρθρου 105] […] εφαρμόζονται […] μόνον για τα προγράμματα που αφορούν την περίοδο 2007-2013». Ωστόσο, το ίδιο το άρθρο 105 αφορά αποκλειστικά προγράμματα που χρονολογούνται πριν από το έτος 2007.
Full & Egal Universal Law Academy