ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
HENRIK SAUGMANDSGAARD ØE
της 19ης Δεκεμβρίου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C‑681/17
slewo//schlafen leben wohnen GmbH
κατά
Sascha Ledowski
[αίτηση του Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακού ακυρωτικού δικαστηρίου, Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 2011/83/ΕΕ – Άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, και άρθρο 16, στοιχείο εʹ – Σύμβαση εξ αποστάσεως – Δικαίωμα υπαναχωρήσεως – Εξαιρέσεις – Σφραγισμένα αγαθά τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή, για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής – Ενδεχόμενη συμπερίληψη στρώματος του οποίου το προστατευτικό υλικό αφαιρέθηκε μετά την παράδοση – Προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι το αγαθό σφραγίστηκε – Περιεχόμενο της υποχρεώσεως ενημερώσεως του καταναλωτή σχετικά με την απώλεια του δικαιώματός του υπαναχωρήσεως»
I. Εισαγωγή
1.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκε από το Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό ακυρωτικό δικαστήριο, Γερμανία) έχει ως αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, και του άρθρου 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/83/ΕΕ ( 2 ), τα οποία αφορούν τον περιορισμό του δικαιώματος υπαναχωρήσεως που διαθέτει κατ’ αρχήν ο καταναλωτής όταν συνάπτει σύμβαση εξ αποστάσεως.
2.
Η παρούσα αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς σχετικής με την άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως από καταναλωτή ο οποίος αγόρασε στρώμα σε διαδικτυακό τόπο και θέλησε να επιστρέψει το αγαθό αυτό μετά την αφαίρεση της προστατευτικής ταινίας που το κάλυπτε κατά την παράδοσή του.
3.
Tο Δικαστήριο ζητείται να διευκρινίσει αν το άρθρο 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/83 έχει την έννοια ότι η προβλεπόμενη στην εν λόγω διάταξη εξαίρεση από το δικαίωμα υπαναχωρήσεως, σχετικά με τα «σφραγισμένα αγαθά τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή, για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής», περιλαμβάνει αγαθά –όπως στρώματα– τα οποία μπορούν να έλθουν σε άμεση επαφή με το ανθρώπινο σώμα κατά τη χρήση τους, αλλά μπορούν εντούτοις να τεθούν εκ νέου στο εμπόριο μέσω κατάλληλου καθαρισμού. Εκτιμώ ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι αρνητική.
4.
Αν υποτεθεί ότι το Δικαστήριο δώσει καταφατική απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, θα πρέπει εν συνεχεία να καθορίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η συσκευασία αγαθών τέτοιου είδους μπορεί να θεωρηθεί σφράγιση της οποίας η διάρρηξη συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος υπαναχωρήσεως, κατά το εν λόγω άρθρο 16, στοιχείο εʹ.
5.
Επιπλέον, στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί σχετικά με τους όρους της ενημερώσεως που ο έμπορος πρέπει να παρέχει στον καταναλωτή όσον αφορά τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο καταναλωτής χάνει το δικαίωμα υπαναχωρήσεως, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, της οδηγίας αυτής.
II. Το νομικό πλαίσιο
6.
Οι αιτιολογικές σκέψεις 34, 37, 47 και 49 της οδηγίας 2011/83 έχουν ως εξής:
«(34)
Ο έμπορος θα πρέπει να παρέχει στον καταναλωτή σαφείς και κατανοητές πληροφορίες προτού αυτός ο καταναλωτής δεσμευθεί με εξ αποστάσεως […] συναπτόμενη σύμβαση […].
[…]
(37)
Καθώς στην περίπτωση των εξ αποστάσεως πωλήσεων ο καταναλωτής δεν είναι σε θέση να δει τα αγαθά πριν από τη σύναψη της σύμβασης, θα πρέπει να έχει δικαίωμα υπαναχώρησης. Για τον ίδιο λόγο, ο καταναλωτής θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να δοκιμάσει και να ελέγξει τα αγαθά που έχει αγοράσει, στον βαθμό που χρειάζεται για να προσδιορίσει τη φύση, τα χαρακτηριστικά και τη λειτουργία των αγαθών. […]
[…]
(47)
Ορισμένοι καταναλωτές ασκούν το δικαίωμα υπαναχώρησης αφού έχουν χρησιμοποιήσει τα αγαθά σε βαθμό μεγαλύτερο από αυτόν που είναι αναγκαίος για να προσδιοριστούν η φύση, τα χαρακτηριστικά και η λειτουργία των αγαθών. Στην περίπτωση αυτή, ο καταναλωτής δεν θα πρέπει να χάνει το δικαίωμα υπαναχώρησης, αλλά θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για τυχόν μείωση της αξίας των αγαθών. Προκειμένου να προσδιοριστούν η φύση, τα χαρακτηριστικά και η λειτουργία των αγαθών, ο καταναλωτής θα πρέπει να τα χειρίζεται και να τα εξετάζει με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα του επιτρεπόταν να το πράξει σε κάποιο κατάστημα. Παραδείγματος χάριν, ο καταναλωτής θα πρέπει μόνο να δοκιμάσει κάποιο ρούχο και δεν θα πρέπει να του επιτραπεί να το φορέσει. Κατά συνέπεια, ο καταναλωτής θα πρέπει να χειρίζεται και να εξετάζει τα αγαθά με τη δέουσα προσοχή στη διάρκεια της περιόδου υπαναχώρησης. Οι υποχρεώσεις του καταναλωτή σε περίπτωση υπαναχώρησης δεν θα πρέπει να αποθαρρύνουν τον καταναλωτή από την άσκηση του δικαιώματός του να υπαναχωρήσει.
[…]
(49)
Θα πρέπει να υπάρχουν ορισμένες εξαιρέσεις από το δικαίωμα υπαναχώρησης, τόσο για τις εξ αποστάσεως, όσο και για τις εκτός εμπορικών καταστημάτων συμβάσεις. Το δικαίωμα υπαναχώρησης θα ήταν απρόσφορο, παραδείγματος χάριν, δεδομένης της φύσης συγκεκριμένων αγαθών ή υπηρεσιών. […]»
7.
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, της οδηγίας αυτής, το οποίο επιγράφεται «Απαιτήσεις ενημέρωσης για συμβάσεις εξ αποστάσεως και συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος», προβλέπει ότι, «[π]ριν δεσμευθεί ο καταναλωτής με σύμβαση συναπτόμενη εξ αποστάσεως […], ο έμπορος παρέχει στον καταναλωτή […] με ευκρινή και κατανοητό τρόπο» ορισμένες πληροφορίες και ειδικότερα, «όταν δεν παρέχεται δικαίωμα υπαναχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 16, την πληροφορία ότι ο καταναλωτής δεν θα έχει δικαίωμα υπαναχώρησης ή, κατά περίπτωση, τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο καταναλωτής χάνει το δικαίωμά του υπαναχώρησης».
8.
Το άρθρο 9 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Δικαίωμα υπαναχώρησης», προβλέπει, στην παράγραφό του 1, ότι, «[ε]κτός εάν ισχύουν οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 16, ο καταναλωτής διαθέτει προθεσμία 14 ημερών για να υπαναχωρήσει από την εξ αποστάσεως σύμβαση […] χωρίς να αναφέρει τους λόγους και χωρίς καμία επιβάρυνση πέρα από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 13, παράγραφος 2, και στο άρθρο 14».
9.
Το άρθρο 16 της εν λόγω οδηγίας επιγράφεται «Εξαιρέσεις από το δικαίωμα υπαναχώρησης» και, στο στοιχείο του εʹ, προβλέπει ότι «[τ]α κράτη μέλη δεν παρέχουν το δικαίωμα υπαναχώρησης που προβλέπεται στα άρθρα 9 έως 15 για τις εξ αποστάσεως […] συναπτόμενες συμβάσεις, όσον αφορά […] την προμήθεια σφραγισμένων αγαθών τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή, για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής, και τα οποία έχουν αποσφραγιστεί μετά την παράδοση».
III. Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
10.
Η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης, slewo//schlafen leben wohnen GmbH (στο εξής: slewo), παρέχει υπηρεσίες ηλεκτρονικού εμπορίου και εμπορεύεται, μεταξύ άλλων, στρώματα.
11.
Στις 25 Νοεμβρίου 2014 ο Sascha Ledowski παρήγγειλε, για ιδιωτική χρήση, ένα στρώμα μέσω του διαδικτυακού τόπου της slewo. Οι γενικοί όροι πωλήσεως που αναγράφονταν στο παραληφθέν τιμολόγιο περιείχαν τις ακόλουθες «πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα των καταναλωτών προς υπαναχώρηση»: «Αναλαμβάνουμε τα έξοδα επιστροφής των αγαθών. […] Πρόωρη απώλεια του δικαιώματός σας προς υπαναχώρηση επέρχεται στις εξής περιπτώσεις: σε περίπτωση συμβάσεων για την προμήθεια σφραγισμένων αγαθών, τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή, για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής, αν τα αγαθά αποσφραγίστηκαν μετά την παράδοση». Κατά την παράδοση, το στρώμα ήταν καλυμμένο με προστατευτική ταινία, την οποία ο S. Ledowski αφαίρεσε στη συνέχεια.
12.
Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 9ης Δεκεμβρίου 2014, ο S. Ledowski ενημέρωσε τη slewo ότι επιθυμεί να επιστρέψει το εν λόγω στρώμα και ζήτησε από τη slewo να οργανώσει τη μεταφορά του. Δεδομένου ότι η αίτησή του δεν ικανοποιήθηκε, ανέλαβε ο ίδιος τα έξοδα της μεταφοράς αυτής.
13.
Ο S. Ledowski άσκησε αγωγή με αντικείμενο την επιστροφή, εντόκως, του τιμήματος και των εξόδων μεταφοράς, ήτοι συνολικού ποσού 1190,11 ευρώ, και την καταβολή της δικηγορικής αμοιβής προ του σταδίου της ένδικης διαδικασίας.
14.
Στις 26 Νοεμβρίου 2015 το Amtsgericht Mainz (πρωτοδικείο του Μάιντς, Γερμανία) εξέδωσε απόφαση με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε κατ’ έφεση, στις 10 Αυγούστου 2016, από το Landgericht Mainz (εφετείο του Μάιντς, Γερμανία) ( 3 ), με το σκεπτικό ότι ένα στρώμα δεν είναι αγαθό υγειονομικού χαρακτήρα ( 4 ) και ότι, επομένως, ο καταναλωτής διαθέτει δικαίωμα υπαναχωρήσεως ακόμη και αφότου έχει αφαιρέσει την προστατευτική ταινία.
15.
Επιληφθέν της αιτήσεως αναιρέσεως που κατέθεσε η slewo, το Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό ακυρωτικό δικαστήριο) εκτίμησε ότι η έκβαση της διαφοράς της κύριας δίκης εξαρτάται από την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, και του άρθρου 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/83. Επομένως, με απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2017 η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Δεκεμβρίου 2017, το εθνικό αυτό δικαστήριο ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία του και έθεσε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχει το άρθρο 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/83 την έννοια ότι στα διαλαμβανόμενα σε αυτό αγαθά, τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής, περιλαμβάνονται επίσης αγαθά (όπως π.χ. στρώματα), τα οποία μολονότι μπορούν υπό κανονικές συνθήκες χρήσεως να έλθουν άμεσα σε επαφή με το ανθρώπινο σώμα, εντούτοις είναι δυνατόν να διατεθούν εκ νέου στην αγορά κατόπιν λήψεως κατάλληλων μέτρων (καθαρισμού) από τον έμπορο;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
α)
ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληροί η συσκευασία αγαθού προκειμένου να μπορεί να γίνεται λόγος για σφράγιση κατά την έννοια του άρθρου 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/83; και
β)
πρέπει ο έμπορος, στο πλαίσιο της πληροφορήσεως που οφείλει να παράσχει στον καταναλωτή πριν από τη συμβατική δέσμευση κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, της οδηγίας 2011/83, να εφιστά την προσοχή του καταναλωτή, επισημαίνοντας επακριβώς ποιο είναι το αντικείμενο της πωλήσεως (εν προκειμένω, ένα στρώμα) και ότι αυτό είναι σφραγισμένο, στο ότι η αφαίρεση της σφραγίσεως συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος υπαναχωρήσεως;»
16.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο η slewo, ο S. Ledowski, η Βελγική και η Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δεν διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
IV. Ανάλυση
17.
Επισημαίνεται εξαρχής ότι το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο έχει δύο σκέλη, υποβλήθηκε μόνο για την περίπτωση που το Δικαστήριο δώσει καταφατική απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα. Δεδομένου ότι κατά την άποψή μου θα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό, εκτιμώ ότι παρέλκει η εξέταση του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος από το Δικαστήριο. Εντούτοις, για λόγους πληρότητας και λαμβανομένου υπόψη του καινοφανούς χαρακτήρα των ζητημάτων που τίθενται με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, θα διατυπώσω παρατηρήσεις επίσης σχετικά με το ερώτημα αυτό.
Α. Επί της εννοίας των αγαθών «τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή, για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής» κατά το άρθρο 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/83 (πρώτο προδικαστικό ερώτημα)
18.
Πριν αρχίσω αυτή καθ’ εαυτήν την ανάλυση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, θεωρώ σκόπιμο να αναδείξω μερικές βασικές πτυχές που αφορούν το σύνολο της παρούσας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
19.
Πρώτον, επισημαίνεται ότι η αίτηση αυτή αφορά τον πολύ ειδικό τομέα, τόσο από νομική όσο και από πρακτική άποψη, της προστασίας των καταναλωτών, ήτοι τον τομέα των εξ αποστάσεως συμβάσεων, οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο ειδικών διατάξεων στην οδηγία 2011/83 ( 5 ), έστω και αν οι συμβάσεις αυτές υπόκεινται επίσης στους γενικούς κανόνες που περιέχονται στην οδηγία αυτή.
20.
Ειδικότερα, στο άρθρο 9 της οδηγίας 2011/83 προβλέπεται ότι, στις συμβάσεις του είδους αυτού, οι καταναλωτές διαθέτουν, κατ’ αρχήν, δικαίωμα υπαναχωρήσεως ( 6 ), το οποίο περιλαμβάνει το δικαίωμα για πλήρη επιστροφή των χρημάτων, εκτός αν έγινε καταχρηστική χρήση του αγαθού, δικαίωμα το οποίο δικαιολογείται από τις ιδιαίτερες δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζει κάθε αγοραστής όταν συνάπτει σύμβαση εξ αποστάσεως. Συγκεκριμένα, όπως εκτίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις 37 και 47 της οδηγίας αυτής, οι καταναλωτές αδυνατούν στην περίπτωση αυτή να δουν και να δοκιμάσουν το αγαθό, για το οποίο ενδιαφέρονται, πριν το παραγγείλουν και το παραλάβουν και, για τον λόγο αυτόν, τους παρέχεται χρονικό διάστημα για να σκεφθούν και, ενδεχομένως, να υπαναχωρήσουν κατόπιν ελέγχου του παραδοθέντος αγαθού, έστω και αν οι έμποροι επίσης προστατεύονται κατά ενδεχόμενης καταχρήσεως του δικαιώματος αυτού ( 7 ). Κατά τις αιτιολογικές αυτές σκέψεις, οι καταναλωτές έχουν, επομένως, τη δυνατότητα να δοκιμάσουν και να ελέγξουν το αγαθό που αγόρασαν, αλλά μόνο στον βαθμό που χρειάζεται για να προσδιορίσουν τη φύση, τα χαρακτηριστικά και τη λειτουργία του αγαθού αυτού ( 8 ).
21.
Εντούτοις, σαφέστατες εξαιρέσεις από το δικαίωμα υπαναχωρήσεως προβλέπονται στο άρθρο 16 της εν λόγω οδηγίας, της οποίας το στοιχείο εʹ εξαιρεί την προμήθεια «σφραγισμένων αγαθών» τα οποία «δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή, για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής» ( 9 ), όταν έχουν «αποσφραγιστεί μετά την παράδοση». Εκθέτω, ήδη στο στάδιο αυτό, ότι κατά τη γνώμη μου είναι αναμφισβήτητο ότι οι έννοιες αυτές είναι διακριτές, μολονότι συνδέονται στενά μεταξύ τους, και ότι συνιστούν προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, της ίδιας οδηγίας επιβάλλει στον έμπορο να παρέχει στον καταναλωτή πληροφορίες, πριν από τη σύναψη της εξ αποστάσεως συμβάσεως, ειδικότερα όσον αφορά την προβλεπόμενη στο άρθρο της 16, στοιχείο εʹ, εξαίρεση από το δικαίωμα υπαναχωρήσεως.
22.
Δεύτερον, θέλω να υπενθυμίσω ορισμένες ερμηνευτικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, οι οποίες ισχύουν για όλα τα ερωτήματα που υπέβαλε εν προκειμένω το αιτούν δικαστήριο.
23.
Αφενός, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, για την ερμηνεία διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που δεν παραπέμπουν στο δίκαιο των κρατών μελών, όπως συμβαίνει με τις επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση διατάξεις, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο το γράμμα τους, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτές εντάσσονται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελούν μέρος ( 10 ).
24.
Αφετέρου, όσον αφορά ειδικότερα τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης οι οποίες σκοπούν, βάσει του άρθρου 169 ΣΛΕΕ, να συμβάλουν στην καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς με την επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή, όπως οι επίμαχες εν προκειμένω ( 11 ), πρέπει να προτιμάται ερμηνεία οδηγούσα, στο μέτρο του δυνατού ( 12 ), στην επίτευξη του σκοπού αυτού ( 13 ) και λαμβάνουσα υπόψη την ασθενέστερη θέση στην οποία θεωρείται ότι βρίσκεται ο καταναλωτής σε σχέση με τον έμπορο ( 14 ).
25.
Τέλος, από τη νομολογία του Δικαστηρίου απορρέει ότι, όσον αφορά τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που εισάγουν εξαίρεση, και ιδίως εκείνες που περιορίζουν δικαιώματα που παρέχονται για σκοπούς προστασίας, δεν χωρεί ερμηνεία βαίνουσα πέραν των περιπτώσεων που ρητώς προβλέπονται από την οικεία πράξη ( 15 ), χωρίς όμως η στενή αυτή ερμηνεία να μπορεί να θίξει την πρακτική αποτελεσματικότητα του περιορισμού που θεσπίστηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο και να αναιρέσει τον σκοπό του ( 16 ). Όπως το αιτούν δικαστήριο, εκτιμώ ότι πρέπει να γίνει μια τέτοια στενή ερμηνεία των επίμαχων στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως διατάξεων της οδηγίας 2011/83, δεδομένου ότι αυτές συνιστούν εξαίρεση από τον γενικό κανόνα ότι οι καταναλωτές πρέπει, κατ’ αρχήν, να διαθέτουν δικαίωμα υπαναχωρήσεως όταν συνάπτουν συμβάσεις εξ αποστάσεως. Επισημαίνεται ότι αυτή είναι η προσέγγιση που γίνεται δεκτή επίσης στο έγγραφο καθοδηγήσεως σχετικά με την εν λόγω οδηγία, το οποίο δημοσίευσε η Γενική Διεύθυνση Δικαιοσύνης της Επιτροπής ( 17 ).
26.
Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να αναλυθεί ακριβώς υπό το πρίσμα του συνόλου των εκτιμήσεων αυτών.
27.
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η γενομένη στο άρθρο 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/83 αναφορά σε αγαθά «τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής» πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εμπίπτουν στη διάταξη αυτή αγαθά, όπως στρώματα, τα οποία, μολονότι υπό κανονικές συνθήκες χρήσεως μπορούν να έλθουν άμεσα σε επαφή με το ανθρώπινο σώμα, εντούτοις είναι δυνατόν να τεθούν εκ νέου στην αγορά κατόπιν λήψεως κατάλληλων μέτρων καθαρισμού από τον έμπορο.
28.
Επ’ αυτού συγκρούονται δύο απόψεις. Κατά την πρώτη, στην οποία προσχωρούν η slewo και η Βελγική Κυβέρνηση, ο καταναλωτής δεν πρέπει να έχει δικαίωμα υπαναχωρήσεως υπό τις περιστάσεις τις οποίες αφορά το ερώτημα αυτό. Αντιθέτως, κατά τη δεύτερη άποψη, την οποία υποστηρίζουν το αιτούν δικαστήριο, ο S. Ledowski, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, ο καταναλωτής δεν πρέπει να χάνει σε τέτοια περίπτωση τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως. Συντάσσομαι με τη δεύτερη αυτή άποψη, για τους λόγους που θα εκθέσω κατωτέρω.
29.
Κατ’ αρχάς, έστω και αν συναφώς διατυπώθηκαν αμφιβολίες με τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, εκτιμώ ότι πρέπει να αρθεί εξαρχής η διαφωνία όσον αφορά το αν τα στρώματα είναι όντως αγαθά τα οποία «μπορούν υπό κανονικές συνθήκες χρήσεως να έλθουν άμεσα σε επαφή με το ανθρώπινο σώμα», όπως εκτίθεται στο υποβληθέν ερώτημα. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν αμφισβητείται όταν πρόκειται για δοκιμή ρούχου, είδους αγαθών που μνημονεύεται, ενδεικτικά, στην αιτιολογική σκέψη 47 της οδηγίας 2011/83. Μολονότι, αναμφίβολα, υπό συνήθεις συνθήκες χρήσεως το στρώμα εν γένει καλύπτεται τουλάχιστον με ένα σεντόνι, εντούτοις δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο σύντομης δοκιμής του στρώματος, κατόπιν αφαιρέσεως της συσκευασίας στην οποία του παραδόθηκε, από τον καταναλωτή ο οποίος ξαπλώνει σε αυτό χωρίς να το έχει καλύψει με οποιονδήποτε τρόπο. Πέραν τούτου, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο εκκινεί από την παραδοχή αυτή, φρονώ ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να τη θέσει υπό αμφισβήτηση, καθόσον πρόκειται για εκτίμηση πραγματολογικού χαρακτήρα ( 18 ).
30.
Επιπλέον, από τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος προκύπτει ότι, πέραν της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης ιδιαίτερης περιπτώσεως των στρωμάτων, ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν ο καταναλωτής πρέπει να στερηθεί το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως στην περίπτωση που αγαθό το οποίο μπορεί να έλθει σε άμεση επαφή με το σώμα ( 19 ) αποσφραγίστηκε μετά την παράδοσή του και, επομένως, τεκμαίρεται ότι χρησιμοποιήθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακόμη και όταν ο πωλητής του αγαθού αυτού μπορεί να λάβει κατάλληλα μέτρα καθαρισμού ώστε να καταστεί δυνατή η εκ νέου πώλησή του χωρίς να θιγεί η υγεία ή η υγιεινή ( 20 ).
31.
Το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει τη θέση την οποία έχει λάβει, υπέρ της καταφατικής απαντήσεως, μερίδα της γερμανικής θεωρίας ( 21 ) και επισημαίνει ότι η έκφραση «τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή» θα μπορούσε ενδεχομένως να δείξει ότι το καθοριστικό στοιχείο είναι αυτή καθ’ εαυτήν η κατάσταση του αγαθού μετά την αποσφράγιση από τον καταναλωτή και όχι το ζήτημα αν ο έμπορος δύναται εν συνεχεία, χάρη σε μέτρα καθαρισμού, να επαναφέρει το αγαθό σε κατάσταση στην οποία μπορεί να τεθεί εκ νέου προς πώληση. Υπό την ίδια έννοια, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η δυνατότητα ή μη καθαρισμού των αγαθών που εμπίπτουν στο άρθρο 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/83 συνιστά κριτήριο το οποίο δεν περιέχεται στη διάταξη αυτή και ότι αυτή πρέπει να ερμηνευθεί στενά δεδομένου ότι εισάγει εξαίρεση.
32.
Εντούτοις, εκτιμώ ότι, ελλείψει συγκεκριμένων ενδείξεων στο γράμμα της οδηγίας 2011/83 ή στις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες ( 22 ), η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί στενά, αλλά κατά τρόπο που συνάδει με τον σκοπό του νομοθέτη ( 23 ), ο οποίος συνίσταται στην υψηλού επιπέδου προστασία του καταναλωτή που συνήψε σύμβαση εξ αποστάσεως, παρέχοντας κατ’ αρχήν σε αυτόν τη δυνατότητα να δοκιμάσει το αγαθό που αγόρασε χωρίς να το έχει δει και να το επιστρέψει αν δεν είναι ικανοποιημένος μετά τη δοκιμή αυτή. Επομένως, κατά την άποψή μου, πρέπει να προτιμηθεί η ερμηνεία που προκρίνει τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής των εξαιρέσεων από το δικαίωμα υπαναχωρήσεως, ήτοι εκείνη κατά την οποία ο καταναλωτής πρέπει να μπορεί να επιστρέψει αγαθό δυνάμενο να τεθεί εκ νέου προς πώληση κατόπιν καθαρισμού μη συνεπαγόμενου υπερβολικό εξαναγκασμό για τον έμπορο ( 24 ), και όχι η αντίθετη ερμηνεία, η οποία περιορίζει τις δυνατότητες υπαναχωρήσεως του καταναλωτή.
33.
Επομένως, συμμερίζομαι την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου ότι το δικαίωμα υπαναχωρήσεως πρέπει να αποκλειστεί δυνάμει του εν λόγω άρθρου 16, στοιχείο εʹ, μόνον αν, αφότου αποσφραγιστεί, το αγαθό οριστικά δεν είναι πλέον δυνατόν να τεθεί στο εμπόριο, για πραγματικούς λόγους προστασίας της υγείας ή λόγους υγιεινής, δεδομένου ότι για τον έμπορο είναι αδύνατον, λόγω της ίδιας της φύσεως του συγκεκριμένου προϊόντος, να λάβει μέτρα καθιστώντα δυνατό να τεθεί εκ νέου προς πώληση χωρίς όμως να θιγεί η μία ή η άλλη από τις επιταγές αυτές ( 25 ).
34.
Λαμβανομένης υπόψη της υπό εξέταση περιπτώσεως, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, ορθώς κατά την άποψή μου, ότι η επιστροφή στρώματος από τον καταναλωτή, μετά την αποσφράγισή του και, επομένως, μετά την ενδεχόμενη χρήση του, σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να συνεπάγεται οριστική στέρηση του εμπόρου από τη δυνατότητά του θέσεως του στρώματος στο εμπόριο, όπως δείχνουν η χρήση των κλινών ξενοδοχείου από διαδοχικούς πελάτες, η ύπαρξη αγοράς μεταχειρισμένων στρωμάτων καθώς και η δυνατότητα καθαρισμού των χρησιμοποιημένων στρωμάτων. Φρονώ ότι, για τον λόγο αυτόν, το στρώμα μπορεί να εξομοιωθεί με ρούχο, του οποίου η επιστροφή στον έμπορο προβλέφθηκε ρητώς από τον νομοθέτη ( 26 ), ακόμη και μετά την ενδεχόμενη δοκιμή που συνεπάγεται άμεση επαφή με το σώμα, δεδομένου ότι δύναται να τεκμαρθεί ότι ένα τέτοιο αγαθό θα μπορέσει να πλυθεί προκειμένου να τεθεί εκ νέου προς πώληση χωρίς όμως να θιγεί η υγεία ή η υγιεινή.
35.
Διευκρινίζεται ότι, στην περίπτωση που ένα αγαθό έγινε το αντικείμενο υπερβολικής χρήσεως, με οποιονδήποτε τρόπο, κατά τη δοκιμή του από τον καταναλωτή, η δυνατότητα καταλογισμού ευθύνης σε αυτόν, η οποία μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 47 και προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, θα καταστήσει δυνατή την άρση της «μειώσεως της αξίας» του συγκεκριμένου αγαθού ( 27 ). Εκτιμώ ότι η διάταξη αυτή, στο μέτρο που επιτρέπει στον καταναλωτή να υπαναχωρήσει και να επιστρέψει το αγαθό ακόμη και όταν το έχει χειροτερεύσει –έχοντας την ευθύνη να αποζημιώσει, εν ανάγκη, τον έμπορο–, επιβεβαιώνει την άποψη ότι το εν λόγω άρθρο 16, στοιχείο εʹ, αφορά μόνο τις περιπτώσεις όπου είναι απολύτως αδύνατον να τεθεί εκ νέου το αγαθό προς πώληση χωρίς πραγματικό κίνδυνο να θιγεί η υγεία ή η υγιεινή.
36.
Προσθέτω ότι η τελολογική και συστηματική ερμηνεία που προτείνω δεν μπορεί να θίξει την πρακτική αποτελεσματικότητα της προβλεπόμενης στο εν λόγω άρθρο 16, στοιχείο εʹ ( 28 ), εξαιρέσεως, δεδομένου ότι τα αποσφραγισμένα αγαθά των οποίων η συνήθης δοκιμή από τον καταναλωτή θα μπορούσε να θίξει ανεπανόρθωτα την υγεία ή την υγιεινή θα συνεχίσουν να αποκλείονται από την εκ νέου πώληση, σύμφωνα με τον σκοπό της διατάξεως αυτής.
37.
Η προεκτεθείσα ανάλυση δεν αναιρείται, κατά την άποψή μου, από το γεγονός ότι, όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, στο προαναφερθέν έγγραφο καθοδηγήσεως ( 29 ), τα στρώματα απαριθμούνται μεταξύ των παραδειγμάτων αγαθών που δεν είναι δεκτικά επιστροφής για λόγους προστασίας της υγείας ή λόγους υγιεινής ( 30 ), κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 16, στοιχείο εʹ, και, επομένως, μπορούν να εξαιρεθούν από το δικαίωμα υπαναχωρήσεως σε περίπτωση αποσφραγίσεως μετά την παράδοσή τους. Συγκεκριμένα, επισημαίνεται ότι η μνεία αυτή δεν συνοδεύεται από κανένα στοιχείο αιτιολογίας προς στήριξη μιας τέτοιας προσεγγίσεως. Προ πάντων, μολονότι το έγγραφο αυτό μπορεί να αποσαφηνίσει με χρήσιμο τρόπο το περιεχόμενο της εν λόγω οδηγίας, παρά ταύτα στερείται δεσμευτικού χαρακτήρα όσον αφορά την ερμηνεία της, όπως το εν λόγω έγγραφο ρητώς αναφέρει στην αρχή του ( 31 ). Τέλος, επισημαίνεται, εξάλλου, ότι η ίδια η Επιτροπή υποστήριξε την αντίθετη άποψη στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως.
38.
Επομένως, εκτιμώ ότι το άρθρο 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/83 έχει την έννοια ότι δεν εμπίπτουν στα διαλαμβανόμενα σε αυτό «σφραγισμένα αγαθά τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή, για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής» τα αγαθά –όπως στρώματα– τα οποία, μολονότι υπό κανονικές συνθήκες χρήσεως μπορούν να έλθουν άμεσα σε επαφή με το ανθρώπινο σώμα, εντούτοις είναι δυνατόν να τεθούν εκ νέου στην αγορά κατόπιν λήψεως κατάλληλων μέτρων, ιδίως καθαρισμού, από τον έμπορο.
Β. Επί της εννοίας των «σφραγισμένων» αγαθών κατά το άρθρο 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/83 [δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, υπό α)]
39.
Δεδομένου ότι το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, και μεταξύ άλλων το πρώτο σκέλος του, υποβλήθηκε μόνο για την περίπτωση που το Δικαστήριο απαντήσει καταφατικά στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, πράγμα που, κατά την άποψή μου, δεν θα πρέπει να συμβεί, οι παρατηρήσεις μου επί του εν λόγω σκέλους διατυπώνονται μόνον επικουρικώς.
40.
Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, υπό α), το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστούν τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει μια συσκευασία προκειμένου να θεωρηθεί ότι συνιστά «σφράγιση», κατά την έννοια του άρθρου 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/83, στην περίπτωση που το συγκεκριμένο αγαθό εμπίπτει στην κατηγορία των αγαθών «τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή, για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής», τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της προβλεπόμενης στη διάταξη αυτή εξαιρέσεως από το δικαίωμα υπαναχωρήσεως ( 32 ). Κατά το γράμμα του σκεπτικού της αποφάσεώς του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, ειδικότερα, να διευκρινιστεί αν αγαθά του είδους αυτού πρέπει να συσκευάζονται κατά τέτοιον τρόπο ώστε «όχι μόνο να εξασφαλίζεται ότι η αποσφράγιση δεν μπορεί να αποκατασταθεί, αλλά επιπλέον να προκύπτει με σαφήνεια από τις περιστάσεις (για παράδειγμα μέσω της ενδείξεως “σφράγιση”) ότι δεν πρόκειται για απλή συσκευασία μεταφοράς, αλλά για σφράγιση για λόγους υγείας ή υγιεινής».
41.
Κατά την άποψή μου, το υποβληθέν ερώτημα και το σχετικό σκεπτικό εγείρουν δύο διαφορετικά ζητήματα, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο ( 33 ). Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστούν, αφενός, οι φυσικές ιδιότητες που απαιτείται να έχει η συσκευασία προκειμένου να μπορεί να χαρακτηριστεί ως «σφράγιση» κατά την έννοια του άρθρου 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/83 και, αφετέρου, η ενδεχόμενη ανάγκη να τίθεται στην εν λόγω συσκευασία διακριτικό σημείο το οποίο θα εφιστά την προσοχή του καταναλωτή στο γεγονός ότι πρόκειται για τέτοια σφράγιση.
42.
Πρώτον, όσον αφορά τις φυσικές ιδιότητες των συσκευασιών που μπορούν να εμπίπτουν στον χαρακτηρισμό αυτόν, διαπιστώνεται ότι η έννοια της «σφραγίσεως» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 16, στοιχείο εʹ, της εν λόγω οδηγίας δεν ορίζεται στην οδηγία αυτή ( 34 ). Κατά την άποψή μου, οι προπαρασκευαστικές εργασίες δεν δίνουν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο της έννοιας αυτής ( 35 ).
43.
Στο προαναφερθέν έγγραφο καθοδηγήσεως γίνεται λόγος για προϊόν για το οποίο «πρέπει να συντρέχουν πραγματικοί λόγοι προστασίας της υγείας ή λόγοι υγιεινής για τη χρήση μέσου σφράγισης, το οποίο μπορεί να αποτελείται από προστατευτικό περιτύλιγμα ή ταινία» ( 36 ). Ορθώς, κατά την άποψή μου, το αρχικό μέρος του χωρίου αυτού αποκλείει τη δυνατότητα των εμπόρων να χρησιμοποιούν ελεύθερα τις εξαιρέσεις από το δικαίωμα υπαναχωρήσεως επιθέτοντας μέσα σφραγίσεως τα οποία δεν δικαιολογούνται από τη φύση του αγαθού λαμβανομένων υπόψη των ως άνω λόγων ( 37 ), με την υπενθύμιση ότι οι παρεκκλίσεις από το δικαίωμα αυτό, το οποίο έχει κατ’ αρχήν ο καταναλωτής, πρέπει οπωσδήποτε να παραμένουν εξαιρέσεις ( 38 ). Αντιθέτως, το έγγραφο αυτό δεν προσδιορίζει τις υλικές ιδιότητες που πρέπει να έχει η μνημονευόμενη συσκευασία ή η προστατευτική ταινία προκειμένου να πληροί τις σύμφυτες με το εν λόγω άρθρο 16, στοιχείο εʹ, απαιτήσεις.
44.
Συναφώς, όπως προτείνουν, εν ολίγοις, τόσο η slewo ( 39 ) όσο και η Βελγική Κυβέρνηση ( 40 ) και η Επιτροπή, εκτιμώ ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη αποκλειστικά και μόνο ο σκοπός που θεωρείται ότι υπηρετούν τα «σφραγισμένα», κατά το εν λόγω στοιχείο εʹ, αγαθά. Κατά την άποψή μου, ο σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να εξαιρούνται από το δικαίωμα υπαναχωρήσεως όλα τα αγαθά που πρέπει να σφραγίζονται για πραγματικούς σκοπούς προστασίας της υγείας ή υγιεινής, και επομένως να εμποδίζεται η επιστροφή τέτοιων αγαθών από τον καταναλωτή στον έμπορο, δεδομένου ότι, άπαξ στερηθούν την προστατευτική συσκευασία τους, υφίστανται ανεπανόρθωτη απώλεια αξίας όσον αφορά την εγγύηση υγιεινής, ακόμη και υγείας, με αποτέλεσμα να μην μπορούν πλέον να τεθούν εκ νέου στο εμπόριο ( 41 ).
45.
Επομένως, φρονώ ότι, προκειμένου να μπορεί να θεωρηθεί το προστατευτικό κάλυμμα «σφραγισμένο» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι αναγκαίο να μπορεί να εγγυηθεί αξιόπιστα την καθαριότητα του προϊόντος που περιέχει. Το κριτήριο αυτό προϋποθέτει ότι η συσκευασία αυτή είναι αρκούντως ανθεκτική ώστε να διαφυλάσσει την καθαριότητα και να μην μπορεί να ανοιχθεί χωρίς εμφανή ζημία της, ούτως ώστε να προκύπτει μετά βεβαιότητος ότι ο αγοραστής μπόρεσε να δοκιμάσει το συγκεκριμένο αγαθό. Για παράδειγμα, πλαστική ταινία ή μεταλλικό πώμα που έχει τοποθετηθεί με συγκόλληση, και επομένως δεν μπορεί να αποκατασταθεί στην αρχική του κατάσταση μετά το εθελούσιο άνοιγμα, θα μπορούσε να πληροί τις απαιτήσεις αυτές.
46.
Αντιθέτως, θεωρώ υπερβολικό να απαιτείται, όπως φαίνεται να προτείνει η Ιταλική Κυβέρνηση, για να μπορέσει να λάβει τον χαρακτηρισμό αυτόν η συσκευασία να είναι σε θέση να εγγυηθεί «την ασηψία του προϊόντος, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των αποστειρωμένων προϊόντων» ( 42 ). Συγκεκριμένα, το άρθρο 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/83 παραπέμπει, ασφαλώς, σε «λόγους προστασίας της υγείας», αλλά μνημονεύει επίσης απλούς λόγους «υγιεινής», οι οποίοι, κατά την άποψή μου, δεν δικαιολογούν οικονομική επένδυση των εμπόρων σε βαθμό τόσο υψηλό όσο αυτός τον οποίο θα δημιουργούσε η υποχρέωση τοποθετήσεως σε τέτοια συσκευασία, άσηπτη ακόμη και αποστειρωμένη, όλων των αγαθών που μπορούν να εμπίπτουν στη διάταξη αυτή.
47.
Δεύτερον, όσον αφορά ενδεχόμενη ειδική σήμανση, όπως αυτή την οποία μνημονεύει το αιτούν δικαστήριο, η οποία θα πρέπει να τίθεται στις συσκευασίες που μπορούν να συνιστούν «σφράγιση» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 16, στοιχείο εʹ ( 43 ), συμμερίζομαι την άποψη της slewo και της Επιτροπής ότι κανένα στοιχείο δεν δείχνει ότι, για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, πρέπει να πληρούται ένα τέτοιο οπτικό κριτήριο, επιπλέον των προεκτεθεισών φυσικών ιδιοτήτων που πρέπει, κατά την άποψή μου, να έχουν οι συσκευασίες αυτές.
48.
Συγκεκριμένα, δεν προκύπτει ούτε από το γράμμα του εν λόγω στοιχείου εʹ, ούτε από τις διατάξεις που το περιστοιχίζουν, ούτε καν από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ( 44 ), ότι οι συντάκτες της οδηγίας 2011/83 είχαν την πρόθεση να επιβάλουν στον έμπορο μια τέτοιου είδους μετασυμβατική υποχρέωση ενημερώσεως σχετικά με το δικαίωμα υπαναχωρήσεως ( 45 ). Αν ο νομοθέτης της Ένωσης είχε θεωρήσει αναγκαίο να ενημερώνεται κατά την παράδοση ο καταναλωτής με μνείες επί της συσκευασίας του πωληθέντος προϊόντος, δεν χωρεί αμφιβολία ως προς ότι θα το είχε προβλέψει, όπως τούτο προβλέπεται σε άλλες πράξεις σχετικές με την προστασία των καταναλωτών ( 46 ).
49.
Επομένως, στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφανθεί επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, υπό α), θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να δώσει την απάντηση ότι συνιστούν «σφραγισμένα» αγαθά, κατά την έννοια του άρθρου 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/83, τα αγαθά που τοποθετούνται σε συσκευασία της οποίας το άνοιγμα δεν μπορεί να αποκατασταθεί, με αποτέλεσμα να προκύπτει μετά βεβαιότητος ότι ο αγοραστής μπόρεσε να δοκιμάσει το συγκεκριμένο αγαθό, χωρίς όμως να πρέπει κατ’ ανάγκην η εν λόγω συσκευασία να φέρει ειδική μνεία αναφέρουσα ρητώς ότι πρόκειται για σφράγιση της οποίας η διάρρηξη θα επηρεάσει το δικαίωμα υπαναχωρήσεως του καταναλωτή. Κατά την άποψή μου, η ρητή αυτή ενημέρωση θα πρέπει, αντιθέτως, να παρέχεται στο πλαίσιο της προβλεπόμενης στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προσυμβατικής ενημερώσεως, την οποία θα αναλύσω εν συνεχεία.
Γ. Επί της υποχρεώσεως ενημερώσεως του καταναλωτή όσον αφορά τις περιστάσεις απώλειας του δικαιώματός του υπαναχωρήσεως λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, της οδηγίας 2011/83 [δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, υπό β)]
50.
Υπενθυμιζομένου ότι το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, περιλαμβανομένου του δεύτερου σκέλους του, υποβλήθηκε μόνο για την περίπτωση που το Δικαστήριο απαντήσει καταφατικά στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, πράγμα που δεν είναι αυτό που προτείνω, οι παρατηρήσεις μου επί του σκέλους αυτού διατυπώνονται μόνον επικουρικώς.
51.
Το ερώτημα αυτό εκκινεί από την παραδοχή ότι το πωληθέν εξ αποστάσεως αγαθό είναι όντως σφραγισμένο και δεν μπορεί να επιστραφεί στον πωλητή για λόγους προστασίας της υγείας και για λόγους υγιεινής κατά την έννοια του άρθρου 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/83 και, επομένως, δεν αποτελεί αντικείμενο του δικαιώματος υπαναχωρήσεως που κατ’ αρχήν έχει ο καταναλωτής.
52.
Κατ’ ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν, σε μια τέτοια περίπτωση, ο έμπορος οφείλει, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, της οδηγίας αυτής, να επιστήσει την προσοχή του καταναλωτή, πριν από τη σύναψη της συμβάσεως, με συγκεκριμένο τρόπο στο γεγονός ότι θα απολέσει το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως αν αποσφραγίσει το αγαθό, με ειδική αναφορά του αγοραζόμενου προϊόντος και του γεγονότος ότι αυτό είναι σφραγισμένο, ή αν δύναται να τον ενημερώσει μόνο με αφηρημένο τρόπο, περιοριζόμενος να παραθέσει το γράμμα της εν λόγω οδηγίας στους γενικούς όρους πωλήσεως ( 47 ).
53.
Προς στήριξη της τελευταίας αυτής προσεγγίσεως, η slewo προβάλλει ότι, όπως έχει τώρα, το γράμμα του εν λόγω άρθρου 6 επιβάλλει μόνο να ενημερώνεται ο καταναλωτής «πριν» δώσει την παραγγελία του, με αποτέλεσμα ότι ο έμπορος συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της οδηγίας 2011/83 παρέχοντας γενική προσυμβατική ενημέρωση σχετικά με το δικαίωμα υπαναχωρήσεως, στην οποία επισυνάπτονται οι ενδεχόμενοι λόγοι εξαιρέσεως όπως προβλέπονται από τον νομοθέτη. Η slewo προσθέτει ότι η παροχή συγκεκριμένων διευκρινίσεων σχετικά με το δικαίωμα αυτό δίπλα σε κάθε προϊόν που πωλείται επιγραμμικά δεν συνάδει με τον σκοπό προστασίας του καταναλωτή ( 48 ) και ότι αρκεί η παροχή συγκεκριμένων πληροφοριών μετά τη σύναψη της συμβάσεως. Ο S. Ledowski δεν λαμβάνει θέση επί του ζητήματος αυτού, επισημαίνοντας την αρνητική απάντησή του στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα. Η Βελγική και η Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή προτείνουν, επικουρικώς, να ερμηνευθεί το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, της εν λόγω οδηγίας υπό την έννοια ότι ο έμπορος οφείλει να προειδοποιεί ρητώς τον καταναλωτή για το γεγονός ότι θα απολέσει το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως αν αποσφραγίσει το συγκεκριμένο προϊόν. Συμμερίζομαι την τελευταία αυτή άποψη για τους λόγους που θα εκθέσω κατωτέρω.
54.
Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι το γράμμα του άρθρου 6 της οδηγίας 2011/83 περιέχει ορισμένες ρητές ενδείξεις όσον αφορά την υποχρέωση ενημερώσεως που επιβάλλει στον έμπορο ο οποίος προτίθεται να συνάπτει συμβάσεις εξ αποστάσεως με καταναλωτές ( 49 ).
55.
Όσον αφορά τον χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να παρέχονται όλες οι προβλεπόμενες στο εν λόγω άρθρο 6 ( 50 ) πληροφορίες, από την παράγραφό του 1, πρώτη περίοδος, προκύπτει ότι αυτές πρέπει να παρέχονται με εξαντλητικό τρόπο «πριν δεσμευθεί ο καταναλωτής με σύμβαση» ( 51 ), με αποτέλεσμα οι συμπληρωματικές πληροφορίες που θα μπορούσαν να παρασχεθούν σε μεταγενέστερο στάδιο, μεταξύ άλλων κατά την παράδοση του αγαθού ( 52 ), να μην ασκούν άμεση επιρροή ως προς το αν ο έμπορος εκπλήρωσε ή όχι την υποχρέωση αυτή. Επιπλέον, όσον αφορά τη «μορφή» ( 53 ) που πρέπει να έχει η ενημέρωση αυτή, η ίδια παράγραφος επιβάλλει να παρέχεται «με ευκρινή και κατανοητό τρόπο» και, επομένως, χωρίς αμφισημία, ούτως ώστε, κατά την άποψή μου, ο μέσος Ευρωπαίος καταναλωτής, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος ( 54 ), να είναι σε θέση να λάβει την απόφαση να δεσμευθεί με πλήρη γνώση των πραγμάτων ( 55 ).
56.
Εξάλλου, όσον αφορά το αντικείμενο της προηγούμενης ενημερώσεως ειδικά στην υπό κρίση υπόθεση, το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, το οποίο αφορά τις καταστάσεις όπου «δεν παρέχεται δικαίωμα υπαναχώρησης [ ( 56 )] σύμφωνα με το άρθρο 16 [ ( 57 )]» της εν λόγω οδηγίας, επιβάλλει ρητώς να γνωστοποιούνται στον καταναλωτή η «πληροφορία ότι […] δεν θα έχει δικαίωμα υπαναχώρησης ή, κατά περίπτωση, [οι] περιστάσεις υπό τις οποίες […] χάνει το δικαίωμά του υπαναχώρησης» ( 58 ). Αντιθέτως, η διάταξη αυτή δεν διευκρινίζει το περιεχόμενο της ενημερώσεως που ο έμπορος πρέπει να παρέχει στον καταναλωτή σε μια τέτοια περίπτωση, ώστε η ενημέρωση αυτή να μπορεί να θεωρηθεί αρκούντως σαφής ( 59 ).
57.
Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών της ρυθμίσεως στην οποία εντάσσεται το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, της οδηγίας 2011/83, εκτιμώ ότι η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν πληροί τις απαιτήσεις της ως άνω διατάξεως ο έμπορος ο οποίος περιορίζεται να επαναλάβει το γράμμα του άρθρου 16, στοιχείο εʹ, της εν λόγω οδηγίας στους γενικούς του όρους, όπως συνέβη εν προκειμένω ( 60 ). Έμπορος ο οποίος προτίθεται να πωλεί εξ αποστάσεως αγαθά τα οποία εμπίπτουν στην ειδικώς προβλεπόμενη στο εν λόγω άρθρο 16, στοιχείο εʹ, κατηγορία θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να υποχρεούται, όπως θεωρεί το αιτούν δικαστήριο, να προειδοποιεί αμέσως τον καταναλωτή με ρητό και συγκεκριμένο τρόπο για το γεγονός ότι θα απολέσει το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως αν προβεί σε συγκεκριμένη πράξη έχουσα ως αποτέλεσμα να στερηθεί το δικαίωμα αυτό, ήτοι αν αποσφραγίσει το σχετικό αγαθό, μνημονεύοντας συγκεκριμένα το αγαθό αυτό και αναφέροντας ακριβώς ότι είναι σφραγισμένο ( 61 ).
58.
Εκτιμώ ότι η ερμηνεία αυτή είναι η μόνη ικανή, αφενός, να διασφαλίσει το υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή στο οποίο αποβλέπει η οδηγία 2011/83 και το οποίο επιδιώκει, μεταξύ άλλων, το εν λόγω άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, και, αφετέρου, να εγγυηθεί την πλήρη πρακτική αποτελεσματικότητα της ενημερώσεως που επιβάλλει η διάταξη αυτή ( 62 ), καθώς και, επιπλέον, να αποτρέψει την υπερβολικά εύκολη απαλλαγή των εμπόρων από τις υποχρεώσεις τους που είναι σύμφυτες με το δικαίωμα υπαναχωρήσεως, το οποίο είναι και πρέπει να παραμείνει η βασική αρχή της οδηγίας αυτής.
59.
Συναφώς, επισημαίνεται ότι, σε παρεμφερές πλαίσιο, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι το προβλεπόμενο από το δίκαιο της Ένωσης σύστημα προστασίας, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται η υποχρέωση του εμπόρου να παρέχει στον καταναλωτή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την άσκηση των δικαιωμάτων του –και, ιδίως, του δικαιώματός του υπαναχωρήσεως–, προϋποθέτει ότι ο καταναλωτής, ως ο ασθενέστερος συμβαλλόμενος, λαμβάνει γνώση των δικαιωμάτων του μέσω ρητής γραπτής ενημερώσεώς του σχετικά ( 63 ). Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι η υποχρέωση ενημερώσεως των καταναλωτών έχει κεντρική θέση στη γενική οικονομία της νομοθεσίας που θεσπίστηκε στον τομέα αυτόν ( 64 ), ως ουσιώδης εγγύηση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως που παρέχεται στους καταναλωτές και, επομένως, της αποτελεσματικής προστασίας των καταναλωτών σύμφωνα με τη βούληση του νομοθέτη ( 65 ). Κατά την άποψή μου, οι εκτιμήσεις που κατά τα ανωτέρω διατυπώθηκαν σχετικά με τις οδηγίες 85/577 και 97/7 ασκούν επιρροή επίσης στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι η οδηγία 2011/83 κατήργησε και αντικατέστησε τις οδηγίες αυτές ( 66 ).
60.
Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφανθεί επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, υπό β), φρονώ ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, της οδηγίας 2011/83 θα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν αγαθό είναι σφραγισμένο υπό τις προβλεπόμενες στο άρθρο 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας αυτής περιστάσεις, ο έμπορος υποχρεούται να ενημερώσει ρητώς τον καταναλωτή, πριν από τη σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως εξ αποστάσεως, για το γεγονός ότι θα απολέσει το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως αν αποσφραγίσει το παραδοθέν αγαθό, αναφέροντας συγκεκριμένα το αγαθό αυτό και προσδιορίζοντας ακριβώς ότι είναι σφραγισμένο.
V. Πρόταση
61.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακού ακυρωτικού δικαστηρίου, Γερμανία) ως εξής:
Το άρθρο 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι δεν εμπίπτουν στα διαλαμβανόμενα σε αυτό «σφραγισμένα αγαθά τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή, για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής» τα αγαθά –όπως στρώματα– τα οποία, μολονότι μπορούν υπό κανονικές συνθήκες χρήσεως να έλθουν άμεσα σε επαφή με το ανθρώπινο σώμα, εντούτοις είναι δυνατόν να διατεθούν εκ νέου στην αγορά κατόπιν λήψεως κατάλληλων μέτρων, ιδίως καθαρισμού, από τον έμπορο.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2011, L 304, σ. 64). Διευκρινίζεται ότι η οδηγία 85/577, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, αφορούσε την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος (ΕΕ 1985, L 372, σ. 31), ενώ η οδηγία 97/7, της 20ής Μαΐου 1997, αφορούσε την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις (ΕΕ 1997, L 144, σ. 19).
( 3 ) Απόφαση διαθέσιμη στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: %2Fcont%2Fbeckrs.2016.127864.htm (βλ., ειδικά, σκέψεις 21 επ.).
( 4 ) Κατά την έννοια του άρθρου 312g, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, του Bürgerliches Gesetzbuch (αστικού κώδικα, στο εξής: BGB), του οποίου το γράμμα είναι αντίστοιχο εκείνου του άρθρου 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/83.
( 5 ) Ειδικές διατάξεις οι οποίες συμπίπτουν εν μέρει με εκείνες που έχουν εφαρμογή στις συμβάσεις που συνάπτονται εκτός εμπορικού καταστήματος (βλ., ιδίως, άρθρα 6 επ. της οδηγίας αυτής).
( 6 ) Δικαίωμα υπαναχωρήσεως το οποίο ασκείται υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 9 έως 15 της οδηγίας αυτής.
( 7 ) Στην απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Messner (C‑489/07, EU:C:2009:502, σκέψεις 20 και 25), η οποία αφορούσε την αντικατασταθείσα από την οδηγία 2011/83 οδηγία 97/7, επισημαίνεται ότι οι κανόνες σχετικά με το δικαίωμα υπαναχωρήσεως «αποσκοπ[ούν] στην εξισορρόπηση του μειονεκτήματος που συνεπάγεται για τον καταναλωτή η εξ αποστάσεως σύμβαση, παρέχοντάς του προθεσμία προκειμένου να εξετάσει και να δοκιμάσει το αποκτηθέν αγαθό», χωρίς εντούτοις «να του παράσχ[ουν] δικαιώματα πέραν εκείνων που είναι αναγκαία για την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος [αυτού]».
( 8 ) Βλ. άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 2011/83 καθώς και αιτιολογική σκέψη 47, η οποία διευκρινίζει τα μέτρα προφυλάξεως που ο καταναλωτής πρέπει να λαμβάνει κατά τον έλεγχο αυτόν, δίνοντας το παράδειγμα ενός ρούχου το οποίο θα πρέπει μόνο να δοκιμαστεί και όχι να φορεθεί.
( 9 ) Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 49 της οδηγίας αυτής, κατά την οποία «[τ]ο δικαίωμα υπαναχώρησης θα ήταν απρόσφορο, παραδείγματος χάριν, δεδομένης της φύσης συγκεκριμένων αγαθών».
( 10 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 7ης Αυγούστου 2018, Verbraucherzentrale Berlin (C‑485/17, EU:C:2018:642, σκέψη 27), και της 17ης Οκτωβρίου 2018, Günter Hartmann Tabakvertrieb (C‑425/17, EU:C:2018:830, σκέψη 18).
( 11 ) Ο σκοπός αυτός προκύπτει τόσο από τις αιτιολογικές σκέψεις 3, 4 και 65 όσο και από το άρθρο 1 της οδηγίας 2011/83.
( 12 ) Διευκρινιζομένου ότι ο τρόπος ερμηνείας των διάφορων πράξεων του δικαίου της Ένωσης που επιδιώκουν τον σκοπό αυτόν μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τους διαφορετικούς όρους που προβλέπουν αντιστοίχως για την επίτευξή του (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2018, Bankia, C‑109/17, EU:C:2018:735, σκέψεις 36 επ.).
( 13 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Starman (C‑332/17, EU:C:2018:721, σκέψεις 26 έως 30), και της 25ης Οκτωβρίου 2018, Tänzer & Trasper (C‑462/17, EU:C:2018:866, σκέψεις 28 και 29).
( 14 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Wind Tre και Vodafone Italia (C‑54/17 και C‑55/17, EU:C:2018:710, σκέψη 54), και της 4ης Οκτωβρίου 2018, Kamenova (C‑105/17, EU:C:2018:808, σκέψη 34), όπου υπενθυμίζεται ότι «ο καταναλωτής βρίσκεται σε πιο αδύναμη θέση, καθόσον είναι κατά τεκμήριο ασθενέστερος οικονομικά και έχει μικρότερη πείρα, από νομικής απόψεως, σε σύγκριση με τον αντισυμβαλλόμενό του».
( 15 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 2018, Schrems (C‑498/16, EU:C:2018:37, σκέψη 27), και της 20ής Σεπτεμβρίου 2018, OTP Bank και OTP Faktoring (C‑51/17, EU:C:2018:750, σκέψη 54).
( 16 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 1ης Μαρτίου 2012, González Alonso (C‑166/11, EU:C:2012:119, σκέψεις 26 και 27), και της 27ης Σεπτεμβρίου 2017, Nintendo (C‑24/16 και C‑25/16, EU:C:2017:724, σκέψεις 73 και 74).
( 17 ) Βλ. τμήμα 6.8, σ. 64 και 65, του εγγράφου αυτού, του Ιουνίου του 2014, το οποίο διατίθεται στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: .
( 18 ) Σχετικά με τον καταμερισμό των αρμοδιοτήτων μεταξύ του αιτούντος δικαστηρίου και του Δικαστηρίου, λαμβανομένου υπόψη του πραγματικού πλαισίου μιας προδικαστικής παραπομπής καθώς και των δικαιολογητικών λόγων της, βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1997, Phytheron International (C‑352/95, EU:C:1997:170, σκέψεις 12 και 14), και της 13ης Φεβρουαρίου 2014, Maks Pen (C‑18/13, EU:C:2014:69, σκέψη 30).
( 19 ) Για λόγους προβλεψιμότητας και ασφάλειας δικαίου, τους οποίους επίσης προέβαλε η slewo αντικρούοντας μια κατά περίπτωση προσέγγιση, εκτιμώ ότι είναι όντως ευκταίο να παράσχει το Δικαστήριο ερμηνεία η οποία δεν θα περιορίζεται στις ιδιαιτερότητες της υπό κρίση υποθέσεως, ήτοι στην ειδική κατηγορία των στρωμάτων, αλλά θα συμπεριλαμβάνει τις παρεμφερείς καταστάσεις τις οποίες μνημονεύει το αιτούν δικαστήριο.
( 20 ) Μολονότι η έννοια των όρων «προστασία της υγείας» και «υγιεινή», κατά το άρθρο 16, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/83, δεν βρίσκεται στο επίκεντρο του υπό εξέταση προδικαστικού ερωτήματος, διευκρινίζεται εντούτοις ότι οι όροι αυτοί παραπέμπουν, κατά την άποψή μου, σε διαφορετικές πραγματικότητες και ότι ερμηνεία της διατάξεως αυτής συνάδουσα με τον πρώτο εκ των ως άνω λόγων αποκλεισμού του δικαιώματος υπαναχωρήσεως θα ισχύει a fortiori για τον δεύτερο λόγο αποκλεισμού, δεδομένου ότι η διακινδύνευση της υγείας είναι προφανώς πιο σοβαρή απειλή από την προσβολή της υγιεινής.
( 21 ) Υπ’ αυτή την έννοια, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει, μεταξύ άλλων στο Wendehorst, C., «Article 312 g», Münchener Kommentar zum Bürgerlichen Gesetzbuch, επιμ. F. J. Säcker κ.λπ., τόμος 2, 7η έκδοση, Beck, Μόναχο, 2016, σημεία 24 επ. Περί του αντιθέτου, βλ., μεταξύ άλλων, Schirmbacher, M., και Schmidt, S., «Verbraucherrecht 2014 – Handlungsbedarf für den E-Commerce», Computer und Recht, 2014, σ. 112, καθώς και Lorenz, S., «BGB – Article 312 g», Beck-online.Grosskommentar, Beck, Μόναχο, 2018, σημεία 26 επ.
( 22 ) Βλ., ειδικότερα, πρόταση της Επιτροπής, της 8ης Οκτωβρίου 2008, η οποία οδήγησε στην έκδοση της οδηγίας 2011/83 [COM(2008) 614 τελικό, ειδικά σ. 31, άρθρο 19, παράγραφος 1, σχετικά με τις εξαιρέσεις από το δικαίωμα υπαναχωρήσεως στις εξ αποστάσεως συμβάσεις, το οποίο δεν προέβλεπε την επίμαχη εξαίρεση]· γνωμοδότηση της ευρωπαϊκής οικονομικής και κοινωνικής επιτροπής σχετικά με την πρόταση αυτή (ΕΕ 2009, C 317, σ. 59, ειδικά σημείο 5.5.4, όπου μνημονεύεται το ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξαιρέσεως), καθώς και έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 22ας Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με την πρόταση αυτή (A7-0038-2011, ειδικά, σ. 74, όπου περιέχεται η τροπολογία 130 που οδήγησε στην παρεμβολή της διατάξεως που επρόκειτο να γίνει το στοιχείο εʹ του τωρινού άρθρου 16, χωρίς επεξήγηση). Κατά τον Rott, P., «More coherence? A higher level of consumer protection? A review of the new Consumer Rights Directive 2011/83/EU», Revue européenne de droit de la consommation, 2012, αριθ. 3, σ. 381, η εξαίρεση αυτή ανταποκρίνεται σε αιτήματα της βιομηχανίας καλλυντικών.
( 23 ) Κατά τους ερμηνευτικούς κανόνες που υπενθυμίζονται στα σημεία 23 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 24 ) Συγκεκριμένα, όπως εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 4, οι διατάξεις της οδηγίας 2011/83 σχετικά με τις εξ αποστάσεως συμβάσεις σκοπούν στην «προαγωγή μιας πραγματικής εσωτερικής αγοράς των καταναλωτών που επιτυγχάνει τη σωστή ισορροπία μεταξύ υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών και ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων» (η υπογράμμιση δική μου).
( 25 ) Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει, ορθώς κατά την άποψή μου, ότι «[τ]έτοια περίπτωση συντρέχει, π.χ., όταν, με βάση τα συναλλακτικά ήθη, η εκ νέου χρήση του αγαθού από τρίτους δεν είναι νοητή για λόγους προστασίας της υγείας (χρησιμοποιηθέντα φαρμακευτικά προϊόντα) ή για λόγους υγιεινής (οδοντόβουρτσες, κραγιόν, ερωτικά βοηθήματα) και το αγαθό αυτό δεν μπορεί καν να διατεθεί εκ νέου προς πώληση ως μεταχειρισμένο, ως “επιστραφέν” αγαθό ή με παρόμοιο τρόπο ακόμη και κατόπιν λήψεως μέτρων από τον έμπορο, όπως μέτρων καθαρισμού ή απολυμάνσεως».
( 26 ) Όσον αφορά την αποζημίωση του εμπόρου σε ένα τέτοιο πλαίσιο, βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Messner (C‑489/07, EU:C:2009:502, σκέψη 29), η οποία αφορούσε την αντικατασταθείσα από την οδηγία 2011/83 οδηγία 97/7, και της 2ας Μαρτίου 2017, Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs Frankfurt am Main (C‑568/15, EU:C:2017:154, σκέψεις 24 και 26).
( 27 ) Κατά το εν λόγω άρθρο 14, παράγραφος 2, «[ο] καταναλωτής ευθύνεται για τυχόν μείωση της αξίας των αγαθών μόνο ως αποτέλεσμα της διαχείρισης των αγαθών άλλης πλην εκείνης που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της φύσης, των χαρακτηριστικών και της λειτουργίας των αγαθών».
( 28 ) Κατά τη νομολογία που μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 16 των παρουσών προτάσεων.
( 29 ) Έγγραφο που μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 17 των παρουσών προτάσεων (τμήμα 6.8.2, σ. 64).
( 30 ) Στο εν λόγω έγγραφο μνημονεύονται επίσης «καλλυντικά προϊόντα, όπως κραγιόν», με την ακόλουθη διευκρίνιση: «[γ]ια άλλα καλλυντικά προϊόντα τα οποία δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι σφραγισμένα για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής, ο έμπορος μπορεί να παρέχει στον καταναλωτή κάποιον άλλο τρόπο δοκιμής τους, όπως σε ένα κατάστημα, για παράδειγμα, προσφέροντας ένα δωρεάν δείγμα μαζί με το προϊόν. Με αυτόν τον τρόπο, οι καταναλωτές δεν χρειάζεται να ανοίξουν τη συσκευασία του προϊόντος, προκειμένου να ασκήσουν το δικαίωμά τους να διαπιστώσουν τη φύση και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος».
( 31 ) Ως εξής: «Το παρόν έγγραφο δεν είναι νομικά δεσμευτικό και παρέχει αποκλειστικά και μόνο κατευθυντήριες γραμμές. Η επίσημη ερμηνεία του δικαίου της ΕΕ παραμένει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Το παρόν έγγραφο δεν αποτελεί επίσημη ερμηνεία του δικαίου της ΕΕ […]. Οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές δημοσιεύονται με την αποκλειστική ευθύνη της Γενικής Διεύθυνσης Δικαιοσύνης [της Επιτροπής]».
( 32 ) Αναφέροντας ότι «σκοπός της προδικαστικής παραπομπής δεν είναι η διατύπωση από το Δικαστήριο συμβουλευτικών γνωμών επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων, αλλά η σύμφυτη με την αποτελεσματική λύση της διαφοράς ανάγκη» και παραπέμποντας, μεταξύ άλλων, στην απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981, Foglia (244/80, EU:C:1981:302, σκέψη 18), η Επιτροπή προτείνει να αναδιατυπωθεί το ερώτημα αυτό. Εντούτοις, κατά την άποψή μου, η προτεινόμενη αναδιατύπωση δεν είναι αναγκαία, δεδομένου ότι φρονώ ότι η απάντηση στο ερώτημα όπως αυτό τέθηκε από το εθνικό δικαστήριο θα είναι χρήσιμη ώστε αυτό να μπορέσει να λύσει τη διαφορά που έχει υποβληθεί στην κρίση του (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2017, Município de Palmela, C‑144/16, EU:C:2017:76, σκέψη 20).
( 33 ) Διευκρινίζεται ότι, μολονότι η slewo αναπτύσσει επιχειρηματολογία σχετικά με τα δύο αυτά ζητήματα, η Βελγική και η Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο πρώτο εξ αυτών. Από την πλευρά του, ο S. Ledowski δεν κατέθεσε παρατηρήσεις όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, επειδή εκτιμά ότι θα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
( 34 ) Όπως η slewo, εκτιμώ ότι το περιεχόμενο της έννοιας αυτής δεν είναι κατ’ ανάγκην το ίδιο με εκείνο των ταυτόσημων όρων που χρησιμοποιούνται, σε διαφορετικό πλαίσιο, στο άρθρο 16, στοιχείο θʹ, το οποίο αφορά «την προμήθεια σφραγισμένων ηχητικών εγγραφών ή σφραγισμένων εγγραφών βίντεο ή σφραγισμένου λογισμικού για υπολογιστές, που αποσφραγίστηκαν μετά την παράδοση». Στην περίπτωση αυτή, κατά το έγγραφο καθοδηγήσεως που μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 17 των παρουσών προτάσεων, ο καταναλωτής δεν δύναται να «δοκιμάσει» το ψηφιακό περιεχόμενο των σφραγισμένων υλικών μέσων μεταφοράς δεδομένων (CD, DVD κ.λπ.) κατά τη διάρκεια της περιόδου ασκήσεως του δικαιώματός του υπαναχωρήσεως (τμήμα 12.2, σ. 77). Κατά την άποψή μου, η απαγόρευση επιστροφής του αγαθού μετά την αποσφράγιση συνδέεται στην περίπτωση αυτή με λόγους (όπως η δυνατότητα μιας και μοναδικής χρήσεως ή δημιουργίας αντιγράφων του περιεχομένου) διαφορετικούς από εκείνον ο οποίος ανάγεται στο ενδεχόμενο να θιγεί η ακεραιότητα του ίδιου του αγαθού (λόγοι υγείας ή υγιεινής), ο οποίος δικαιολογεί την εξαίρεση που προβλέπεται στο στοιχείο εʹ του ίδιου άρθρου.
( 35 ) Ειδικότερα, ουδεμία επεξήγηση σχετικά με την έννοια του όρου «σφραγισμένα» περιέχεται στα χωρία της προτάσεως της Επιτροπής και της εκθέσεως του Κοινοβουλίου τα οποία αφορά η υποσημείωση 22 των παρουσών προτάσεων.
( 36 ) Βλ. τμήμα 6.8.2, σ. 64, του εγγράφου που μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 17 των παρουσών προτάσεων.
( 37 ) Για παράδειγμα, η Karstoft, S., Forbrugeraftaleloven med kommentarer, Jurist- og Økonomforbundets Forlag, Κοπεγχάγη, 2018, σ. 461, εκτιμά ότι θα ήταν πιο εύλογο να σφραγίζονται, για λόγους υγείας ή υγιεινής, αγαθά προσωπικού χαρακτήρα, όπως π.χ. εσώρουχα ή μαγιό, παρά στρώματα.
( 38 ) Βλ., επίσης, σημείο 25 των παρουσών προτάσεων.
( 39 ) Κατά τη slewo, επιβάλλεται η διάκριση μεταξύ της «υπερσυσκευασίας», σκοπός της οποίας είναι να αποφευχθεί η πρόκληση ζημίας σε αγαθό κατά την αποθήκευση ή τη μεταφορά του, όπως το χαρτόνι το οποίο περιβάλλει μια κρέμα προσώπου, και της «συσκευασίας για λόγους υγιεινής», όπως η αφαιρετή μεταλλική ή πλαστική μεμβράνη που συνήθως βρίσκεται κάτω από το καπάκι του βάζου της κρέμας. Στην ειδική περίπτωση των στρωμάτων που προστατεύονται τόσο με χαρτόνι όσο και με συγκολλημένη πλαστική ταινία, μόνο το τελευταίο στοιχείο, το οποίο εγγυάται την υγιεινή του προϊόντος, συνιστά «σφράγιση» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 16, στοιχείο εʹ.
( 40 ) Η Βελγική Κυβέρνηση εκτιμά ότι «ο όρος “σφραγίζω” πρέπει να νοείται υπό την έννοια ότι συνεπάγεται ειδικό μέτρο συσκευασίας το οποίο λαμβάνει ο έμπορος προκειμένου να συσκευάσει το αγαθό κατά τέτοιον τρόπο ώστε κανείς να μην μπορεί να το ανοίξει χωρίς αυτό να γίνει αντιληπτό και ότι το άνοιγμα του σφραγισμένου αγαθού σημαίνει ότι ο πωλητής στον οποίο θα επιστραφεί το αγαθό πρέπει να λάβει εκ νέου το ίδιο ειδικό μέτρο προκειμένου να σφραγίσει εκ νέου το αγαθό».
( 41 ) Πρβλ. Hoeren, T., και Föhlisch, C., «Ausgewählte Praxisprobleme des Gesetzes zur Umsetzung der Verbraucherrechterichtlinie», Computer und Recht, 2014, σ. 245.
( 42 ) Η Ιταλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι τέτοιος χαρακτηρισμός δεν απαιτείται για τα στρώματα, δεδομένου ότι αυτά τοποθετούνται, για την πώλησή τους, σε συσκευασία η οποία προορίζεται μόνο να τα προστατεύσει από λέρωμα ή αλλοίωση κατά τη μεταφορά και όχι να εγγυηθεί την ασηψία τους, η οποία δεν διασφαλίζεται ούτε κατά την παραγωγή τους, εν αντιθέσει προς ό,τι ισχύει για τα αγαθά τα οποία πρέπει να πωλούνται αποστειρωμένα, όπως τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα.
( 43 ) Σήμανση η οποία θα μπορούσε να συνίσταται σε εντύπωμα ή σε ειδική ετικέτα στη συσκευασία ώστε ο καταναλωτής να ενημερώνεται ότι το αγαθό σφραγίστηκε για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής και ότι θα απολέσει το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως αν διαρρήξει τη σφράγιση αυτή.
( 44 ) Βλ., ειδικότερα, τα έγγραφα που μνημονεύθηκαν στην υποσημείωση 22 των παρουσών προτάσεων.
( 45 ) Διευκρινίζεται ότι γενική υποχρέωση ενημερώσεως του καταναλωτή μετά τη σύναψη της συμβάσεως εξ αποστάσεως, με σκοπό την επιβεβαίωση της συμφωνίας, προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 7, της οδηγίας αυτής, όσον αφορά όλες τις πληροφορίες που μνημονεύονται στο άρθρο της 6, παράγραφος 1, μόνον αν ο έμπορος δεν τις παρέσχε στον καταναλωτή σε σταθερό μέσο πριν από τη σύναψη της συμβάσεώς τους. Η τελευταία αυτή διάταξη αποτελεί το αντικείμενο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, υπό β) (βλ. σημεία 50 επ. των παρουσών προτάσεων).
( 46 ) Όπως η οδηγία 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων (ΕΕ 2000, L 109, σ. 29).
( 47 ) Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι μια απλή μνεία θα μπορούσε να είναι δυσνόητη για τον μη νομικό, πράγμα το οποίο συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι ο έμπορος θα έχει εκπληρώσει δεόντως την υποχρέωσή του ενημερώσεως μόνον αν έχει ρητώς επιστήσει την προσοχή του καταναλωτή, πριν αυτός δεσμευθεί από τη σύμβαση, στο γεγονός ότι θα αποσβεστεί το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως αν αποσφραγιστεί το αγαθό, με συγκεκριμένη αναφορά του αντικειμένου της συμβάσεως (εν προκειμένω, στρώματος) καθώς και του γεγονότος ότι το αγαθό είναι σφραγισμένο και του τρόπου σφραγίσεώς του.
( 48 ) Η slewo υποστηρίζει ότι, στην περίπτωση αυτή, ο καταναλωτής θα κατακλύζεται από πλήθος άχρηστων πληροφοριών και ότι, όταν αγοράζει περισσότερα προϊόντα, θα πρέπει να εξακριβώνει για καθένα εξ αυτών αν ενδέχεται να στερηθεί το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως, ιδίως, λόγω της τελέσεως πράξεων όπως η αποσφράγιση.
( 49 ) Λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της υποθέσεως της κύριας δίκης, διευκρινίζεται ότι στην αιτιολογική σκέψη 12 και στο άρθρο 6, παράγραφος 8, της οδηγίας 2011/83 επισημαίνεται ότι οι υποχρεώσεις ενημερώσεως που προβλέπονται σε αυτήν συμπληρώνουν τις υποχρεώσεις ενημερώσεως, και ενδεχομένως υπερισχύουν των υποχρεώσεων ενημερώσεως, που προβλέπονται στην οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά (ΕΕ 2000, L 178, σ. 1), η οποία φρονώ ότι δεν παρέχει χρήσιμες ενδείξεις για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο υπό εξέταση προδικαστικό ερώτημα.
( 50 ) Ήτοι οι απαριθμούμενες στο εν λόγω άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως κʹ.
( 51 ) Ο εξαντλητικός χαρακτήρας των πληροφοριών που πρέπει να παρασχεθούν προκύπτει ρητώς από την αιτιολογική σκέψη 34 της εν λόγω οδηγίας, όπως η σκέψη αυτή έχει στην απόδοσή της στη γαλλική γλώσσα («informations claires et exhaustives»). Διευκρινίζω ότι διαφορετική λέξη χρησιμοποιείται σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις, όπως, ειδικά, στην αγγλική απόδοση («clear and comprehensible information») και στη γερμανική απόδοση («in klarer und verständlicher Weise informieren»). Παρά ταύτα, όλοι οι διάφοροι αυτοί όροι (τους οποίους υπογράμμισα) αναδεικνύουν, κατ’ εμέ, ότι ο καταναλωτής πρέπει να είναι πλήρως ενημερωμένος πριν από τη σύναψη της συμβάσεως.
( 52 ) Όπως οι πληροφορίες που προκύπτουν από τη συσκευασία του προϊόντος, οι οποίες μνημονεύονται στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, υπό α).
( 53 ) Απαίτηση η οποία εν προκειμένω συνδέεται περισσότερο με το περιεχόμενο των πληροφοριών και λιγότερο με τον τύπο τους και η οποία πρέπει να διακρίνεται από τις απαιτήσεις που σχετίζονται με τις stricto sensu τυπικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η εξ αποστάσεως σύμβαση δυνάμει της οδηγίας 2011/83, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο της 8. Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, βλ., μεταξύ άλλων, όσον αφορά την αντικατασταθείσα από την οδηγία 2011/83 οδηγία 97/7, απόφαση της 5ης Ιουλίου 2012, Content Services (C‑49/11, EU:C:2012:419, σκέψεις 42 έως 51).
( 54 ) Σύμφωνα με το κριτήριο αξιολογήσεως που το Δικαστήριο συνήθως χρησιμοποιεί στη νομολογία του σχετικά με την προστασία των καταναλωτών (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 2018, Scotch Whisky Association, C‑44/17, EU:C:2018:415, σκέψεις 47 και 52, και της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Wind Tre και Vodafone Italia, C‑54/17 και C‑55/17, EU:C:2018:710, σκέψη 51).
( 55 ) Όπως επισημαίνει η Ιταλική Κυβέρνηση, «ο καταναλωτής πρέπει να είναι σε θέση να κατανοεί καλά το περιεχόμενο της εμπορικής προσφοράς και των περιορισμών των δικαιωμάτων του από την πρώτη επικοινωνία με τον πωλητή, του οποίου η προσφορά πρέπει να τηρεί συγκεκριμένους κανόνες σαφήνειας και ακρίβειας και, επομένως, πρέπει να έχει όλα τα ουσιώδη στοιχεία ώστε να μπορεί ο μέσος καταναλωτής να εκτιμήσει ορθώς το περιεχόμενο και τους όρους της».
( 56 ) Σε αντιδιαστολή με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ηʹ, το οποίο αφορά καταστάσεις όπου «υπάρχει δικαίωμα υπαναχώρησης» και, επομένως, επιβάλλει να γνωστοποιούνται στον καταναλωτή οι «προϋποθέσεις, [η] προθεσμία και [οι] διαδικασίες άσκησης του δικαιώματος» αυτού. Βλ., επ’ αυτού, αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκε στην εκκρεμή υπόθεση Walbusch Walter Busch (C‑430/17).
( 57 ) Επισημαίνεται ότι, με τη γενική αυτή διατύπωση, το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ, της οδηγίας 2011/83 περιλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις εξαιρέσεως από το δικαίωμα υπαναχωρήσεως που προβλέπονται στο άρθρο της 16, και όχι μόνο την περίπτωση που προβλέπεται στο στοιχείο του εʹ, το οποίο είναι το μόνο που αποτελεί αντικείμενο των προηγούμενων προδικαστικών ερωτημάτων που τέθηκαν εν προκειμένω.
( 58 ) Φρονώ ότι το υπό εξέταση προδικαστικό ερώτημα αφορά μόνο την τελευταία αυτή περίπτωση.
( 59 ) Κατά την άποψή μου, οι προπαρασκευαστικές εργασίες σχετικά με τη διάταξη αυτή δεν διαφωτίζουν επαρκώς το σημείο αυτό (βλ., ιδίως, μνημονευθείσα στην υποσημείωση 22 των παρουσών προτάσεων έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και, ειδικότερα, τη σχετική με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο εαʹ, τροπολογία, σ. 58 και 59, καθώς και την αιτιολογική έκθεση, σ. 119 και 120].
( 60 ) Βλ. παράθεση των επίμαχων γενικών όρων στο σημείο 11 των παρουσών προτάσεων.
( 61 ) Κατά το μνημονευόμενο στην υποσημείωση 17 των παρουσών προτάσεων έγγραφο καθοδηγήσεως, «[γ]ια παράδειγμα, για τα κονσερβοποιημένα προϊόντα που σφραγίζονται κατά την έννοια του άρθρου 16, στοιχείο εʹ[, της οδηγίας 2011/83], ο έμπορος θα πρέπει [δυνάμει του άρθρου της 6, παράγραφος 1, στοιχείο ιαʹ,] να ενημερώνει τον καταναλωτή […] ότι, για λόγους προστασίας της υγείας και υγιεινής, ο καταναλωτής χάνει το δικαίωμα υπαναχώρησης εάν οι κονσέρβες έχουν ανοιχθεί» (βλ. τμήμα 6.2, σ. 49).
( 62 ) Στην πράξη, ενδέχεται ο καταναλωτής να αποφασίσει να μην παραγγείλει το αγαθό όταν αντιληφθεί ότι η δοκιμή του, μετά την παράδοσή του, και η ενδεχόμενη επιστροφή του θα περιορίζονται λόγω του γεγονότος ότι το αγαθό αυτό είναι σφραγισμένο.
( 63 ) Βλ. αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 2001, Heininger (C‑481/99, EU:C:2001:684, σκέψη 45)· της 10ης Απριλίου 2008, Hamilton (C‑412/06, EU:C:2008:215, σκέψη 33), και της 17ης Δεκεμβρίου 2009, Martín Martín (C‑227/08, EU:C:2009:792, σκέψη 26), οι οποίες αφορούσαν την οδηγία 85/577, καθώς και απόφαση της 5ης Ιουλίου 2012, Content Services (C‑49/11, EU:C:2012:419, σκέψεις 34 επ.), η οποία αφορούσε την οδηγία 97/7.
( 64 ) Σχετικά με τον ουσιώδη χαρακτήρα αυτού του δικαιώματος ενημερώσεως του καταναλωτή, το οποίο αναγνώρισαν από νωρίς τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, βλ. Aubert de Vincelles, C., «Protection des intérêts économiques des consommateurs – Droit des contrats», JurisClasseur Europe, τεύχος 2010, σημείο 19.
( 65 ) Βλ απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2009, Martín Martín (C‑227/08, EU:C:2009:792, σκέψη 27), σχετικά με την υποχρέωση ενημερώσεως των καταναλωτών την οποία επέβαλλε το άρθρο 4 της οδηγίας 85/577.
( 66 ) Υπό την έννοια της εφαρμογής, όσον αφορά την οδηγία 2011/83, της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με τις οδηγίες 85/577 και 97/7, βλ., αντιστοίχως, αποφάσεις της 7ης Αυγούστου 2018, Verbraucherzentrale Berlin (C‑485/17, EU:C:2018:642, σκέψεις 35 επ.), και της 2ας Μαρτίου 2017, Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs Frankfurt am Main (C‑568/15, EU:C:2017:154, σκέψη 26).