ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 1ης Μαρτίου 2018 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή – Φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς τελωνειακούς δασμούς – Άρθρο 30 ΣΛΕΕ – Εσωτερικός φόρος – Άρθρο 110 ΣΛΕΕ – Φορολογική επιβάρυνση επί των εξαγόμενων πετρελαϊκών προϊόντων – Μη μετακύλιση της φορολογικής επιβαρύνσεως στον καταναλωτή – Καταβολή της φορολογικής επιβαρύνσεως από τον φορολογούμενο – Επιστροφή ποσών που κατέβαλε ο φορολογούμενος»
Στην υπόθεση C-76/17,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Înalta Curte de Casaţie şi Justiţie (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Ρουμανία) με απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2016, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Φεβρουαρίου 2017, στο πλαίσιο της δίκης
SC Petrotel-Lukoil SA,
Maria Magdalena Georgescu
κατά
Ministerul Economiei,
Ministerul Energiei,
Ministerul Finanţelor Publice,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο τμήματος, C. Vajda, E. Juhász, K. Jürimäe και Κ. Λυκούργο (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
–
η SC Petrotel-Lukoil SA, εκπροσωπούμενη από τους C. Vasile, M. Strîmbei και A. Barbu, avocats,
–
η Ρουμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον R. H. Radu καθώς και από τις L. Liţu και R. Mangu,
–
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις F. Clotuche-Duvieusart και L. Radu Bouyon,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 30 ΣΛΕΕ.
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της SC Petrotel-Lukoil SA (στο εξής: Lukoil) και της Maria Magdalena Georgescu και, αφετέρου, του Ministerul Economiei (Υπουργείου Οικονομίας, Ρουμανία), του Ministerul Energiei (Υπουργείου Ενέργειας, Ρουμανία) και του Ministerul Finanţelor Publice (Υπουργείου Δημόσιων Οικονομικών, Ρουμανία), όσον αφορά άρνηση του Υπουργείου Οικονομίας να επιστρέψει τα κατ’ αποκοπή ποσά που κατέβαλε η Lukoil στο Ειδικό Ταμείο για τα πετρελαϊκά προϊόντα, το οποίο συστάθηκε για την κάλυψη των οφειλών της πρώην Compania Română de Petrol (ρουμανικής πετρελαϊκής εταιρίας, στο εξής: CRP).
Το νομικό πλαίσιο
3
Με το Ordonanţa de urgenţă a Guvernului nr. 249/2000 privind constituirea şi utilizarea Fondului special pentru produse petroliere (έκτακτο κυβερνητικό διάταγμα 294/2000, σχετικά με τη σύσταση και τη χρήση του Ειδικού Ταμείου για τα πετρελαϊκά προϊόντα, Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 647, της 12ης Δεκεμβρίου 2000), όπως έχει τροποποιηθεί από τον Legea nr. 142/2006 pentru aprobarea Ordonanţei Guvernului nr. 53/2005 privind reglementarea unor măsuri financiare în domeniul bugetar şi al contabilităţii publice (νόμο 142/2006 περί εγκρίσεως του κυβερνητικού διατάγματος 53/2005 για τη θέσπιση χρηματοδοτικών μέτρων στον τομέα του προϋπολογισμού και της δημόσιας λογιστικής) (στο εξής: OUG 249/2000), συστήθηκε το Ειδικό Ταμείο για τα πετρελαϊκά προϊόντα προκειμένου να καταβληθούν όλες οι χρηματικές υποχρεώσεις της πρώην CRP.
4
Το άρθρο 1 του OUG 249/2000 έχει ως εξής:
«Συστήνεται Ειδικό Ταμείο για τα πετρελαϊκά προϊόντα, με την ενσωμάτωση στην τιμή των πετρελαϊκών προϊόντων που διανέμονται στην εγχώρια και την εξωτερική αγορά, βενζίνης και ντίζελ, τα οποία λαμβάνονται από παραγωγούς ή προκύπτουν από επεξεργασία, ενός κατ’ αποκοπή ποσού σε [ρουμανικά λέι (RON)] που αντιστοιχεί σε [0,01 δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών (USD) ανά λίτρο], με τη συναλλαγματική ισοτιμία της τελευταίας ημέρας του προηγούμενου της παραδόσεως μήνα.»
5
Κατά το άρθρο 2 του OUG 249/2000:
«Το Ειδικό Ταμείο για τα πετρελαϊκά προϊόντα, που συστήνεται κατά το άρθρο 1, διοικείται από το Ministerul Industriei şi Comerţului [Υπουργείο Βιομηχανίας και Εμπορίου, Ρουμανία] και θα χρησιμοποιηθεί για την καταβολή όλων των χρηματικών υποχρεώσεων της πρώην [CRP].»
6
Το άρθρο 5 του OUG 249/2000 ορίζει:
«Η υποχρέωση υπολογισμού και καταβολής των ποσών που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 1 βαρύνει τους παραγωγούς και τα διυλιστήρια που είναι νομικά πρόσωπα εγκατεστημένα στη Ρουμανία, ανεξαρτήτως της μορφής της οργάνωσής τους, της φύσης του κεφαλαίου τους και του προορισμού των προϊόντων τους, δεδομένου ότι η υποχρέωση αυτή αντιστοιχεί στην κατηγορία χρήσεως και στα είδη χρηστών του συγκεκριμένου προϊόντος.»
7
Το άρθρο 7 του OUG 249/2000 προβλέπει:
«Το κατ’ αποκοπή ποσό που περιλαμβάνεται στην τιμή των πετρελαϊκών προϊόντων τα οποία αφορά το άρθρο 1 του παρόντος διατάγματος αποτελεί εκπιπτόμενη από τον φόρο επιβάρυνση.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
8
Η Lukoil ζήτησε από το Υπουργείο Οικονομίας την επιστροφή των ποσών που κατέβαλε για εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων, βάσει του OUG 249/2000, το διάστημα μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2007 και 31ης Μαρτίου 2010.
9
Με έγγραφο της 24ης Μαΐου 2010, το Υπουργείο Οικονομίας απέρριψε την αίτηση επιστροφής των ποσών που ζήτησε η Lukoil.
10
Η Lukoil άσκησε προσφυγή ενώπιον του Curtea de Apel București (εφετείου Βουκουρεστίου, Ρουμανία). Η εν λόγω εταιρία προέβαλε, κατ’ ουσίαν, ότι τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν αχρεωστήτως από το χρονικό σημείο της προσχωρήσεως της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή την 1η Ιανουαρίου 2007, στον βαθμό που η καταβολή τους ήταν αντίθετη προς το άρθρο 30 ΣΛΕΕ, διότι συνιστούσαν φορολογική επιβάρυνση δημοσιονομικής φύσεως που επιβάλλεται μονομερώς από το κράτος μέλος και εισπράττεται επί των εμπορευμάτων που διέρχονται τα σύνορα.
11
Με απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2011, το Curtea de Apel București (εφετείο Βουκουρεστίου) απέρριψε την προσφυγή της Lukoil. Το δικαστήριο αυτό έκρινε μεταξύ άλλων ότι το ποσό του 0,01 USD ανά λίτρο που περιλαμβάνεται στην τιμή των πετρελαϊκών προϊόντων υπολογιζόταν τόσο για τα προϊόντα που παραδόθηκαν στη Ρουμανία όσο και για τα προϊόντα που παραδόθηκαν εκτός του κράτους μέλους αυτού, και επομένως, εφόσον δεν οφειλόταν λόγω της διελεύσεως του εμπορεύματος από τα σύνορα, η εν λόγω φορολογική επιβάρυνση δεν συνιστούσε ούτε εξαγωγικό τελωνειακό δασμό ούτε φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος, αλλά εσωτερικό φόρο. Το εν λόγω δικαστήριο προσέθεσε ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η φορολογική επιβάρυνση που θεσπίστηκε με το OUG 249/2000 συνιστά τελωνειακό δασμό που απαγορεύεται από το άρθρο 30 ΣΛΕΕ, το αίτημα της Lukoil να της επιστραφεί η εν λόγω φορολογική επιβάρυνση είναι αβάσιμο, λαμβανομένης υπόψη της απαγορεύσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού, όπως έχει εφαρμοστεί από το Δικαστήριο με την απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1997, Comateb κ.λπ. (C-192/95 έως C-218/95, EU:C:1997:12). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Curtea de Apel București (εφετείο Βουκουρεστίου), το επίμαχο ποσό περιλαμβανόταν, δυνάμει του άρθρου 1 του OUG 249/2000, στην τιμή της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης που παραδίδονταν εκτός Ρουμανίας και δεν επιβάρυνε επομένως αυτόν που παρέδιδε τα πετρελαϊκά προϊόντα, αλλά τον αγοραστή.
12
Η Lukoil άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως της 12ης Οκτωβρίου 2011 ενώπιον του Înalta Curte de Casație şi Justiție (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ρουμανία). Το εν λόγω δικαστήριο αναίρεσε την εν λόγω απόφαση και ανέπεμψε την υπόθεση στο Curtea de Apel București (εφετείο Βουκουρεστίου). Με απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2016, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Lukoil.
13
Με την ως άνω απόφαση, το Curtea de Apel București (εφετείο Βουκουρεστίου) έκρινε, βάσει λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, ότι, μολονότι η Lukoil υπολόγισε και κατέβαλε την επίμαχη φορολογική επιβάρυνση στο Δημόσιο, δεν είχε προσθέσει το κατ’ αποκοπή ποσό του 0,01 USD ανά λίτρο στην τιμή πωλήσεως των πετρελαϊκών προϊόντων που πώλησε το διάστημα μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2007 και 31ης Μαρτίου 2010, αλλά κατέβαλε το ποσό αυτό από δικά της κεφάλαια. Παρά τη διαπίστωση αυτή, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε, ωστόσο, ότι η Lukoil δεν είχε αποδείξει ότι η καταβολή της εν λόγω φορολογικής επιβαρύνσεως της προξένησε ζημία. Συγκεκριμένα, η Lukoil έθεσε σε εφαρμογή, με δική της πρωτοβουλία, έναν τρόπο πληρωμής ο οποίος δεν μπορεί να αποδοθεί στην καθής δημόσια αρχή ούτε βασίζεται στις διατάξεις του OUG 249/2000. Επομένως, το ως άνω δικαστήριο έκρινε ότι η Lukoil δεν είχε δικαίωμα επιστροφής, εφόσον η επίμαχη φορολογική επιβάρυνση είχε καταβληθεί όχι βάσει διατάξεων που κρίθηκαν αμετάκλητα παράνομες ως αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης, αλλά βάσει μηχανισμού τον οποίο η ίδια η Lukoil έθεσε σε εφαρμογή και ο οποίος δεν προβλεπόταν από εθνική ρύθμιση.
14
Η Lukoil άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως της 25ης Ιανουαρίου 2016 ενώπιον του Înalta Curte de Casație şi Justiție (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου). Το δικαστήριο αυτό επισημαίνει ότι η επίμαχη φορολογική επιβάρυνση είναι φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς τελωνειακό δασμό, διότι έχει χρηματικό χαρακτήρα, επιβλήθηκε μονομερώς από την αρμόδια αρχή κράτους μέλους και πλήττει τα εμπορεύματα λόγω της διελεύσεώς τους από τα σύνορα. Το ως άνω δικαστήριο τονίζει ότι η Lukoil ζήτησε την επιστροφή των φόρων που κατέβαλε με δικά της κεφάλαια το διάστημα μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2007 και 31ης Μαρτίου 2010. Όμως, το Δικαστήριο δεν έχει μέχρι σήμερα αποφανθεί, με γνώμονα το άρθρο 30 ΣΛΕΕ, επί του κατά πόσον μπορεί ο φορολογούμενος, στην περίπτωση που κατέβαλε πράγματι φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς τελωνειακό δασμό, να ζητήσει την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών, ακόμη και αν ο μηχανισμός της φορολογικής αυτής επιβαρύνσεως σχεδιάστηκε στην εθνική νομοθεσία κατά τρόπον ώστε η εν λόγω φορολογική επιβάρυνση να μετακυλίεται στον καταναλωτή.
15
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Înalta Curte de Casație şi Justiție (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Αποκλείουν οι διατάξεις του άρθρου 30 ΣΛΕΕ ερμηνεία υπό την έννοια ότι, εάν ο φορολογούμενος κατέβαλε πράγματι φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος, μπορεί να ζητήσει την επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν στη βάση αυτή, έστω και αν ο μηχανισμός πληρωμής της φορολογικής επιβαρύνσεως σχεδιάστηκε από την εθνική νομοθεσία, ούτως ώστε ο φόρος να μετακυλίεται στον Ευρωπαίο καταναλωτή;
2)
Είναι συμβατή με τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης η επιστροφή των ποσών που εισπράχθηκαν ως φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος, όταν αυτά καταβλήθηκαν πράγματι από τον φορολογούμενο (αλλά δεν μετακυλίστηκαν στον καταναλωτή);»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
16
Με τα δύο αυτά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν το δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα δε το άρθρο 30 ΣΛΕΕ, έχει την έννοια ότι ο φορολογούμενος ο οποίος κατέβαλε πράγματι αντίθετη προς το άρθρο αυτό φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος μπορεί να ζητήσει την επιστροφή των καταβληθέντων προς τούτο ποσών, ακόμη και στην περίπτωση που ο μηχανισμός καταβολής της φορολογικής επιβαρύνσεως σχεδιάστηκε στην εθνική νομοθεσία κατά τρόπον ώστε η φορολογική επιβάρυνση να μετακυλίεται στον καταναλωτή.
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
17
Το γεγονός ότι, από τυπικής απόψεως, ένα εθνικό δικαστήριο διατύπωσε προδικαστικό ερώτημα παραπέμποντας μόνο σε ορισμένες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που μπορεί να είναι χρήσιμα για την εκδίκαση της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, είτε μνημονεύει τις διατάξεις αυτές είτε όχι στα ερωτήματά του. Συναφώς, στο Δικαστήριο εναπόκειται να συναγάγει, από το σύνολο των στοιχείων που του παρέχει το εθνικό δικαστήριο και ιδίως από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, εκείνα τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που χρήζουν ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 2009, ČEZ, C-115/08, EU:C:2009:660 σκέψη 81, και της 29ης Σεπτεμβρίου 2016, Essent Belgium, C‑492/14, EU:C:2016:732, σκέψη 43).
18
Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο φόρος που προβλέπει το OUG 249/2000 είναι φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος, κατά την έννοια του άρθρου 30 ΣΛΕΕ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, το Υπουργείο Οικονομίας, απαντώντας στην αίτηση επιστροφής της Lukoil, ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω φορολογική επιβάρυνση δεν ήταν ούτε τελωνειακός δασμός ούτε φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος, αλλά εσωτερικός φόρος, το δε Curtea de Apel București (εφετείο Βουκουρεστίου), αποφαινόμενο επί της ουσίας στην υπόθεση της κύριας δίκης, επικύρωσε, με την απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2011, το συμπέρασμα αυτό.
19
Με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, η Ρουμανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρούν επίσης ότι η φορολογική επιβάρυνση που προβλέπει το OUG 249/2000 συνιστά εσωτερικό φόρο, κατά την έννοια του άρθρου 110 ΣΛΕΕ.
20
Λαμβανομένων υπόψη αυτών των διαφορετικών προσεγγίσεων, πρέπει, πριν δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, να του παρασχεθούν όλα τα χρήσιμα ερμηνευτικά στοιχεία για τον νομικό χαρακτηρισμό της εν λόγω φορολογικής επιβαρύνσεως βάσει του δικαίου της Ένωσης.
21
Φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος αποτελεί κάθε χρηματική επιβάρυνση, έστω και ελάχιστη, η οποία επιβάλλεται μονομερώς, ανεξαρτήτως της ονομασίας της και της τεχνικής της, και πλήττει τα εμπορεύματα λόγω της διελεύσεώς τους από τα σύνορα, όταν δεν αποτελεί δασμό με την κυριολεκτική έννοια του όρου. Αντιθέτως, χρηματική επιβάρυνση που προκύπτει από ειδικό καθεστώς εσωτερικών φόρων στους οποίους υπόκεινται συστηματικά, βάσει των ίδιων αντικειμενικών κριτηρίων, κατηγορίες προϊόντων ανεξαρτήτως της προελεύσεως ή του προορισμού τους εμπίπτει στο άρθρο 110 ΣΛΕΕ, το οποίο απαγορεύει τους εσωτερικούς φόρους που δημιουργούν διακρίσεις (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 2006, Air Liquide Industries Belgium, C-393/04 και C-41/05, EU:C:2006:403, σκέψεις 51, 55 και 56, καθώς και της 17ης Ιουλίου 2008, Essent Netwerk Noord κ.λπ., C-206/06, EU:C:2008:413, σκέψεις 40 και 41).
22
Φορολογική επιβάρυνση η οποία πλήττει, βάσει πανομοιότυπων κριτηρίων, τα εγχώρια προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο στην εγχώρια αγορά καθώς και τα προϊόντα που εξάγονται μπορεί πάντως να απαγορεύεται από τη Συνθήκη ΛΕΕ, όταν τα έσοδα από την επιβάρυνση αυτή προορίζονται για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που ωφελούν ειδικώς τα εγχώρια προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο στην εγχώρια αγορά.
23
Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, ενδέχεται να προκύψει δυσμενής διάκριση σε βάρος των προϊόντων που εξάγονται, στον βαθμό που η φορολογική επιβάρυνση που πλήττει τα προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο στην εγχώρια αγορά εξουδετερώνεται από τα πλεονεκτήματα για τη χρηματοδότηση των οποίων χρησιμεύει, ενώ η επιβάρυνση που πλήττει τα προϊόντα που εξάγονται αποτελεί καθαρό βάρος (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2002, Nygård, C-234/99, EU:C:2002:244, σκέψη 22, και της 8ης Ιουνίου 2006, Koornstra, C-517/04, EU:C:2006:375, σκέψη 18).
24
Συναφώς, εάν τα πλεονεκτήματα που προκύπτουν από τη διάθεση των εσόδων μιας φορολογικής επιβαρύνσεως, που εμπίπτει σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικών φόρων και πλήττει συστηματικά τα εγχώρια προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο στην εγχώρια αγορά καθώς και αυτά που εξάγονται, αντισταθμίζουν πλήρως την επιβάρυνση που υφίσταται το εγχώριο προϊόν που διατίθεται στην εγχώρια αγορά κατά την κυκλοφορία του στο εμπόριο, ο φόρος αυτός συνιστά φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς τελωνειακό δασμό, αντίθετη προς τα άρθρα 28 και 30 ΣΛΕΕ. Αντιθέτως, μια τέτοια φορολογική επιβάρυνση συνιστά παράβαση της απαγορεύσεως των διακρίσεων που έχει θεσπιστεί με το άρθρο 110 ΣΛΕΕ, εάν τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται η διάθεση των εσόδων από τον φόρο για τα εγχώρια προϊόντα που διατίθενται στην εγχώρια αγορά αντισταθμίζουν μόνον εν μέρει την επιβάρυνση που υφίστανται τα τελευταία. Στην περίπτωση αυτή, ο κατ’ αρχήν νόμιμος φόρος που εισπράττεται επί των εξαγόμενων εγχώριων προϊόντων πρέπει να απαγορευθεί στο μέτρο που αντισταθμίζει την εν λόγω επιβάρυνση και να μειωθεί αναλογικώς (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 8ης Ιουνίου 2006, Koornstra, C-517/04, EU:C:2006:375, σκέψεις 19 και 20 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
25
Προϋπόθεση για την εφαρμογή κατά τρόπο ορθό και πρόσφορο του κριτηρίου της αντισταθμίσεως είναι να έχει εξακριβωθεί ότι, κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου αναφοράς, τα συνολικά έσοδα του εν λόγω φόρου που εισπράττεται επί των εγχώριων προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο στην εγχώρια αγορά και τα οφέλη των οποίων τυγχάνουν τα προϊόντα αυτά είναι χρηματικώς ισοδύναμα. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται επομένως να ελέγξει εάν τα εγχώρια προϊόντα που διατέθηκαν στο εμπόριο στην εγχώρια αγορά αντλούν εκ των πραγμάτων αποκλειστικό ή αναλογικώς σημαντικότερο όφελος σε σχέση με τα εξαγόμενα εγχώρια προϊόντα, ικανό να αντισταθμίσει πλήρως ή εν μέρει την επιβάρυνση που προκύπτει από τον εν λόγω φόρο (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 8ης Ιουνίου 2006, Koornstra, C-517/04, EU:C:2006:375, σκέψεις 21 και 22 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
26
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το OUG 249/2000 συνέστησε το Ειδικό Ταμείο για τα πετρελαϊκά προϊόντα, το οποίο ιδρύθηκε για την καταβολή των οφειλών της πρώην CRP και χρηματοδοτήθηκε με εισφορά όλων των παραγωγών και των διυλιστηρίων πετρελαϊκών προϊόντων (βενζίνης και πετρελαίου κίνησης) που είναι εγκατεστημένοι στη Ρουμανία. Κατά το άρθρο 1 του OUG 249/2000, οι φορολογούμενοι αυτοί υποχρεούνται να ενσωματώσουν στην τιμή των προϊόντων που παραδίδουν τόσο στην εγχώρια όσο και στην αγορά εκτός Ρουμανίας κατ’ αποκοπή ποσό 0,01 USD ανά λίτρο πετρελαϊκού προϊόντος που διατίθεται στο εμπόριο. Κατά το άρθρο 5 του OUG 249/2000, η υποχρέωση υπολογισμού και καταβολής των ποσών που προκύπτουν βαρύνει τους παραγωγούς και τα διυλιστήρια που είναι νομικά πρόσωπα εγκατεστημένα στη Ρουμανία, ανεξαρτήτως του προορισμού των προϊόντων τους.
27
Μολονότι η φορολογική επιβάρυνση που προβλέπεται στο άρθρο 1 του OUG 249/2000 συνιστά πράγματι χρηματική επιβάρυνση, η οποία επιβάλλεται μονομερώς και πλήττει εμπορεύματα, ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των εκτεθέντων στην προηγούμενη σκέψη, ο λόγος επιβολής της επιβαρύνσεως αυτής δεν είναι η διέλευση εμπορευμάτων από τα σύνορα. Συγκεκριμένα, η φορολογική αυτή επιβάρυνση εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο, με τον ίδιο συντελεστή και στο ίδιο στάδιο τόσο στα πετρελαϊκά προϊόντα που παραδίδονται στην αγορά της Ρουμανίας όσο και σε εκείνα που παραδίδονται σε άλλο κράτος μέλος. Η γενεσιουργός αιτία της φορολογικής επιβαρύνσεως που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 1 είναι, επομένως, η διάθεση στο εμπόριο πετρελαϊκών προϊόντων, είτε στο εσωτερικό της Ρουμανίας είτε σε άλλο κράτος μέλος. Η εν λόγω φορολογική επιβάρυνση εφαρμόζεται, συνεπώς, ανεξάρτητα από το αν τα συγκεκριμένα πετρελαϊκά προϊόντα διέρχονται τα σύνορα της Ρουμανίας.
28
Υπό τις συνθήκες αυτές, η εν λόγω φορολογική επιβάρυνση ενδέχεται να συνιστά εσωτερικό φόρο που δεν εισάγει διακρίσεις και είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης.
29
Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο πρέπει περαιτέρω να ελέγξει αν η διάθεση των εσόδων από την επιβάρυνση αυτή παρέχει πλεονέκτημα στα εγχώρια πετρελαϊκά προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο στην εγχώρια αγορά, δεδομένου ότι η απόφασή του δεν περιέχει κανένα στοιχείο επ’ αυτού. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι η φορολογική επιβάρυνση που προβλέπεται στο άρθρο 1 του OUG 249/2000 χρησιμοποιείται για την καταβολή των οφειλών της πρώην CRP δεν μπορεί, καθεαυτό, να αποκλείσει οριστικά το ενδεχόμενο να προορίζονται τα έσοδα της εν λόγω επιβαρύνσεως για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που ωφελούν αποκλειστικά ή εν μέρει τα προϊόντα αυτά σε βάρος των εγχώριων προϊόντων που εξάγονται προς άλλα κράτη μέλη πλην της Ρουμανίας.
30
Εάν από τον έλεγχο αυτόν προκύψει ότι τα έσοδα της φορολογικής επιβαρύνσεως που προβλέπεται στο άρθρο 1 του OUG 249/2000 δεν παρέχουν πλεονέκτημα στα εγχώρια προϊόντα που διατίθενται στην εγχώρια αγορά, η επιβάρυνση αυτή μπορεί να συνιστά νόμιμο εσωτερικό φόρο. Εάν αποδειχθεί ότι παρέχουν εν μέρει πλεονεκτήματα στα προϊόντα αυτά ή σε βαθμό που να αντισταθμίζουν εξ ολοκλήρου την επιβάρυνση, μπορεί να πρόκειται είτε, στην πρώτη περίπτωση, για αντίθετο προς το άρθρο 110 ΣΛΕΕ εσωτερικό φόρο που εισάγει διακρίσεις, είτε, στη δεύτερη περίπτωση, για αντίθετη προς το άρθρο 30 ΣΛΕΕ φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς τελωνειακό δασμό. Επομένως, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να προβεί στους αναγκαίους ελέγχους για να εξακριβώσει τη φύση της φορολογικής επιβαρύνσεως που προβλέπεται στο άρθρο 1 του OUG 249/2000 και τη συμβατότητά της με το δίκαιο της Ένωσης.
31
Κατόπιν των διευκρινίσεων αυτών, στην περίπτωση που πρόκειται για φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος αντίθετη στο άρθρο 30 ΣΛΕΕ, πρέπει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα περί του δικαιώματος επιστροφής όπως αυτό αναδιατυπώθηκε στη σκέψη 16 της παρούσας αποφάσεως.
Επί του δικαιώματος επιστροφής
32
Κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα προς επιστροφή φόρων που έχουν εισπραχθεί εντός κράτους μέλους κατά παράβαση του δικαίου της Ένωσης αποτελεί συνέπεια και συμπλήρωμα των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στους φορολογουμένους από τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη οφείλουν κατ’ αρχήν να επιστρέφουν τους εισπραχθέντες κατά παράβαση του δικαίου της Ένωσης φόρους, κατά τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες σύμφωνα με τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (βλ. υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1983, San Giorgio, 199/82, EU:C:1983:318, σκέψη 12, της 14ης Ιανουαρίου 1997, Comateb κ.λπ., C-192/95 έως C-218/95, EU:C:1997:12, σκέψη 20, καθώς και της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Test Claimants in the Franked Investment Income Group Litigation, C-362/12, EU:C:2013:834, σκέψη 30).
33
Ωστόσο, κατ’ εξαίρεση από την αρχή της επιστροφής φόρων που δεν είναι συμβατοί με το δίκαιο της Ένωσης, η απόρριψη αιτήσεως επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου είναι δυνατή όταν συνεπάγεται αδικαιολόγητο πλουτισμό των προσώπων που έχουν το δικαίωμα επιστροφής. Η προστασία των δικαιωμάτων τα οποία κατοχυρώνει στον τομέα αυτό η έννομη τάξη της Ένωσης δεν επιτάσσει, επομένως, επιστροφή των φόρων, τελών και φορολογικών επιβαρύνσεων που εισπράχθηκαν κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης όταν αποδεικνύεται ότι το πρόσωπο που υποχρεώθηκε να καταβάλει τις εν λόγω επιβαρύνσεις τις μετακύλισε, στην πράξη, σε άλλους υποκειμένους στον φόρο (αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1983, San Giorgio, 199/82, EU:C:1983:318, σκέψη 13, της 14ης Ιανουαρίου 1997, Comateb κ.λπ., C-192/95 έως C-218/95, EU:C:1997:12, σκέψη 21, καθώς και της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Lady & Kid κ.λπ., C-398/09, EU:C:2011:540, σκέψη 18).
34
Πράγματι, υπό τις περιστάσεις αυτές, εκείνος ο οποίος επιβαρύνθηκε με τον αχρεωστήτως καταβληθέντα φόρο δεν είναι ο επιχειρηματίας, αλλά ο αγοραστής στον οποίο μετακυλίστηκε η επιβάρυνση. Επομένως, η επιστροφή στον επιχειρηματία του ποσού του φόρου τον οποίο έχει εισπράξει ήδη από τον αγοραστή θα ισοδυναμούσε για τον επιχειρηματία αυτόν με διπλή πληρωμή η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αδικαιολόγητος πλουτισμός, χωρίς ωστόσο να επανορθώνονται οι συνέπειες για τον αγοραστή από την έλλειψη νομιμότητας του φόρου (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 1997, Comateb κ.λπ., C-192/95 έως C-218/95, EU:C:1997:12, σκέψη 22, καθώς και της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Lady & Kid κ.λπ., C-398/09, EU:C:2011:540, σκέψη 19).
35
Η εν λόγω απόρριψη της αιτήσεως επιστροφής του φόρου που επιβλήθηκε επί της πωλήσεως προϊόντων πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς, δεδομένου ότι πρόκειται για περιορισμό δικαιώματος που αντλείται από την έννομη τάξη της Ένωσης. Επομένως, η άμεση μετακύλιση του αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου στον αγοραστή συνιστά τη μόνη εξαίρεση από το δικαίωμα επιστροφής των εισπραχθέντων κατά παράβαση του δικαίου της Ένωσης φόρων (απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Lady & Kid κ.λπ., C-398/09, EU:C:2011:540, σκέψη 20).
36
Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι, αντίθετα προς όσα προβλέπει το άρθρο 1 του OUG 249/2000, η Lukoil δεν μετακύλισε τη φορολογική επιβάρυνση που προβλέπεται στο άρθρο αυτό στον καταναλωτή των πετρελαϊκών προϊόντων που η ίδια διέθεσε στο εμπόριο. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ωστόσο κατά πόσον, σε περίπτωση που ο μηχανισμός καταβολής του φόρου αυτού σχεδιάστηκε στην εθνική νομοθεσία κατά τρόπον ώστε να μετακυλίεται ο εν λόγω φόρος στον καταναλωτή, η Lukoil μπορεί να έχει δικαίωμα επιστροφής των ποσών που κατέβαλε.
37
Επισημαίνεται, συναφώς, ότι, στον βαθμό που η Lukoil κατέβαλε το ποσό της φορολογικής επιβαρύνσεως που προβλέπεται στο άρθρο 1 του OUG 249/2000, η επιστροφή του ποσού ουδόλως συνεπάγεται αδικαιολόγητο πλουτισμό της εταιρίας αυτής. Υπό τις συνθήκες αυτές, εφόσον δεν συντρέχει εν προκειμένω η μόνη εξαίρεση, την οποία έχει δεχθεί το Δικαστήριο, από την αρχή της επιστροφής φόρων που δεν είναι συμβατοί με το δίκαιο της Ένωσης, η Lukoil έχει δικαίωμα επιστροφής της φορολογικής επιβαρύνσεως που κατέβαλε, εάν αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς τελωνειακό δασμό. Ενδεχόμενη μη τήρηση της υποχρεώσεως, η οποία απορρέει από την εθνική νομοθεσία, μετακυλίσεως στην τελική τιμή του οικείου προϊόντος της επίμαχης στην κύρια δίκη φορολογικής επιβαρύνσεως δεν ασκεί επιρροή συναφώς. Πράγματι, το δικαίωμα επιστροφής της φορολογικής αυτής επιβαρύνσεως, το οποίο βασίζεται στο δίκαιο της Ένωσης, δεν μπορεί να αποκλεισθεί για λόγο που ανάγεται στην εθνική νομοθεσία.
38
Εξάλλου, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η Lukoil θα έχει επίσης δικαίωμα επιστροφής, έστω και μερικής, του φόρου με τον οποίο επιβαρύνθηκε βάσει του άρθρου 1 του OUG 249/2000, στην περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου και των εκτιμήσεων που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 21 έως 25 της παρούσας αποφάσεως, ότι ο φόρος που προβλέπεται στο άρθρο αυτό αποτελεί αντίθετο προς το άρθρο 110 ΣΛΕΕ εσωτερικό φόρο που εισάγει διακρίσεις. Στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω δικαίωμα επιστροφής θα αφορά τη διαφορά μεταξύ της φορολογικής επιβαρύνσεως επί των προϊόντων που διατέθηκαν στο εμπόριο στην αγορά της Ένωσης και της φορολογικής επιβαρύνσεως επί των προϊόντων που διατέθηκαν στο εμπόριο στην εγχώρια αγορά, δεδομένου ότι στη δεύτερη αυτή επιβάρυνση συνυπολογίζονται δεόντως τα πλεονεκτήματα των οποίων απολαύουν αποκλειστικώς τα προϊόντα αυτά.
39
Κατόπιν των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα δε το άρθρο 30 ΣΛΕΕ, έχει την έννοια ότι ο φορολογούμενος ο οποίος πράγματι κατέβαλε αντίθετη προς το άρθρο αυτό φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος μπορεί να ζητήσει την επιστροφή των καταβληθέντων προς τούτο ποσών, ακόμη και στην περίπτωση που ο μηχανισμός καταβολής της φορολογικής επιβαρύνσεως σχεδιάστηκε στην εθνική νομοθεσία κατά τρόπον ώστε η επιβάρυνση αυτή να μετακυλίεται στον καταναλωτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
40
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα δε το άρθρο 30 ΣΛΕΕ, έχει την έννοια ότι ο φορολογούμενος ο οποίος πράγματι κατέβαλε αντίθετη προς το άρθρο αυτό φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος μπορεί να ζητήσει την επιστροφή των καταβληθέντων προς τούτο ποσών, ακόμη και στην περίπτωση που ο μηχανισμός καταβολής της φορολογικής επιβαρύνσεως σχεδιάστηκε στην εθνική νομοθεσία κατά τρόπον ώστε η επιβάρυνση αυτή να μετακυλίεται στον καταναλωτή.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ρουμανική.