ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 19ης Σεπτεμβρίου 2018 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2005/29/ΕΚ – Αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων έναντι των καταναλωτών – Σύμβαση ενυπόθηκου δανείου – Διαδικασία εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης – Εκ νέου εκτίμηση της αξίας του ακινήτου πριν από τον εκπλειστηριασμό του – Κύρος του εκτελεστού τίτλου – Άρθρο 11 – Κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για την καταπολέμηση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών – Απαγόρευση στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει εάν υπάρχουν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές – Μη ύπαρξη δυνατότητας αναστολής της εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης – Άρθρα 2 και 10 – Κώδικας συμπεριφοράς – Έλλειψη νομικής δεσμευτικότητας του κώδικα αυτού»
Στην υπόθεση C‑109/17,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Juzgado de Primera Instancia no 5 de Cartagena (πρωτοδικείο αριθ. 5 Καρθαγένης, Ισπανία) με απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Μαρτίου 2017, στο πλαίσιο της δίκης
Bankia S.A.
κατά
Juan Carlos Marí Merino,
Juan Pérez Gavilán,
María de la Concepción Marí Merino,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. L. da Cruz Vilaça, πρόεδρο τμήματος, A. Tizzano (εισηγητή), Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, E. Levits, A. Borg Barthet και M. Berger, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Wahl
γραμματέας: L. Carrasco Marco, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 7ης Φεβρουαρίου 2018,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
–
η Bankia SA, εκπροσωπούμενη από τους J. M. Rodríguez Cárcamo και A. M. Rodríguez Conde, abogados,
–
η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την J. García-Valdecasas Dorrego,
–
η Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από τον A. Joyce, καθώς και από τις M. Browne και J. Quaney, επικουρούμενους από την M. Gray, BL,
–
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους J. Rius και N. Ruiz García καθώς και από την A. Cleenewerck de Crayencour,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Μαρτίου 2018,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 11 της οδηγίας 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2005, L 149, σ. 22).
2
Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Bankia SA και, αφετέρου, των Juan Carlos Marí Merino και Juan Pérez Gavilán, καθώς και της María de la Concepción Marí Merino, σχετικά με διαδικασία εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 93/13/ΕΟΚ
3
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29), προβλέπει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση και όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιέβαλαν την εν λόγω σύναψη, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.»
4
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες».
5
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές».
H οδηγία 2005/29
6
Οι αιτιολογικές σκέψεις 9, 20 και 22 της οδηγίας 2005/29 έχουν ως εξής:
«(9)
Η παρούσα οδηγία ισχύει υπό την επιφύλαξη επί μέρους προσφυγών ατόμων που έχουν υποστεί ζημία από αθέμιτη εμπορική πρακτική. Επίσης δεν θίγει την κοινοτική και εθνική νομοθεσία για το δίκαιο των συμβάσεων […].
[…]
(20)
Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ένας ρόλος για τους κώδικες συμπεριφοράς οι οποίοι θα δίνουν τη δυνατότητα στους εμπορευόμενους να εφαρμόζουν τις αρχές της οδηγίας αποτελεσματικά σε συγκεκριμένους οικονομικούς τομείς. Σε τομείς στους οποίους δεν υπάρχουν ειδικοί δεσμευτικοί κανόνες που να διέπουν τη συμπεριφορά των εμπορευομένων, είναι σκόπιμο οι εμπορευόμενοι αυτοί να παρέχουν επίσης αποδείξεις όσον αφορά τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας του τομέα. Με τον έλεγχο που ασκείται από ιδιοκτήτες κώδικα σε εθνικό ή κοινοτικό επίπεδο για την εξάλειψη αθέμιτων εμπορικών πρακτικών μπορεί να αποφευχθεί η ανάγκη προσφυγής σε διοικητικές ή δικαστικές αρχές και ως εκ τούτου ο έλεγχος αυτός θα πρέπει να ενθαρρυνθεί. Προκειμένου να επιτευχθεί υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, οι οργανώσεις καταναλωτών θα μπορούσαν να ενημερώνονται σχετικά και να συμμετέχουν στην κατάρτιση αυτών των κωδίκων συμπεριφοράς.
[…]
(22)
Τα κράτη μέλη είναι αναγκαίο να θεσπίζουν κυρώσεις για παραβάσεις των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και πρέπει να εξασφαλίζουν την επιβολή τους. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές».
7
Το άρθρο 2 της ως άνω οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
[…]
δ)
“εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές” (οι οποίες αναφέρονται στο εξής και ως “εμπορικές πρακτικές”): κάθε πράξη, παράλειψη, τρόπος συμπεριφοράς ή εκπροσώπησης, εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, ενός εμπορευομένου, άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος σε καταναλωτές·
[…]
στ)
“κώδικας συμπεριφοράς”: κάθε συμφωνία ή σύνολο κανόνων που δεν επιβάλλονται από νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη κράτους μέλους και που ορίζει τη συμπεριφορά των εμπόρων, οι οποίοι αναλαμβάνουν να δεσμεύονται από τον κώδικα όσον αφορά μια ή περισσότερες συγκεκριμένες εμπορικές πρακτικές ή επιχειρηματικούς τομείς·
[…]».
8
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία ισχύει υπό την επιφύλαξη του δικαίου των συμβάσεων και, ιδίως, των κανόνων εγκυρότητας, διαμόρφωσης ή αποτελέσματος μιας σύμβασης.»
9
Το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, της ίδιας οδηγίας έχει ως εξής:
«1. Απαγορεύονται οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
2. Μια εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη όταν:
α)
είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας,
και
β)
στρεβλώνει ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώσει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή στον οποίο φθάνει ή στον οποίο απευθύνεται το προϊόν ή του μέσου μέλους της ομάδας, όταν εμπορική πρακτική απευθύνεται σε συγκεκριμένη ομάδα καταναλωτών.»
10
Το άρθρο 10 της οδηγίας 2005/29 προβλέπει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία δεν αποκλείει τον έλεγχο αθέμιτων εμπορικών πρακτικών από ιδιοκτήτες κωδίκων συμπεριφοράς, τον οποίο ενδεχομένως ενθαρρύνουν τα κράτη μέλη, ούτε και την προσφυγή σε τέτοιους φορείς από τα πρόσωπα ή τις οργανώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11, εφόσον οι διαδικασίες ενώπιον των φορέων αυτών προβλέπονται επιπροσθέτως των δικαστικών ή διοικητικών προσφυγών που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο.
Η προσφυγή σε παρόμοιους φορείς ελέγχου δεν σημαίνει ποτέ παραίτηση από το δικαίωμα δικαστικής ή διοικητικής προσφυγής κατά το άρθρο 11 της παρούσας οδηγίας.»
11
Κατά το άρθρο 11 της οδηγίας:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να υπάρχουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για την καταπολέμηση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών προκειμένου να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας προς το συμφέρον των καταναλωτών.
Τα μέσα αυτά περιλαμβάνουν νομοθετικές διατάξεις βάσει των οποίων τα πρόσωπα ή οι οργανώσεις που κατά την εθνική νομοθεσία έχουν έννομο συμφέρον για την καταπολέμηση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, συμπεριλαμβανομένων των ανταγωνιστών, θα μπορούν:
α)
να προσβάλλουν δικαστικά την αθέμιτη αυτή πρακτική,
και/ή
β)
να φέρουν τη διαφήμιση αυτή ενώπιον διοικητικού οργάνου αρμόδιου είτε να αποφασίσει σχετικά με τις προσφυγές είτε να κινήσει τις κατάλληλες νόμιμες διαδικασίες.
Κάθε κράτος μέλος αποφασίζει το ίδιο ποια από τις παραπάνω διαδικασίες θα ισχύσει και αν θα πρέπει το δικαστήριο ή το διοικητικό όργανο να έχει το δικαίωμα να απαιτήσει, προτού επιληφθεί της υποθέσεως, να έχει γίνει προηγουμένως προσφυγή σε άλλα υπάρχοντα μέσα διακανονισμού της διαφοράς, συμπεριλαμβανομένων των αναφερομένων στο άρθρο 10. Οι διαδικασίες αυτές διατίθενται ανεξάρτητα από το εάν οι θιγόμενοι καταναλωτές βρίσκονται στην επικράτεια του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα του ο εμπορευόμενος ή σε άλλο κράτος μέλος.
Εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίζουν:
α)
κατά πόσον οι προσφυγές αυτές μπορούν να στρέφονται χωριστά ή από κοινού κατά ενός αριθμού εμπορευομένων του ίδιου οικονομικού τομέα·
και
β)
κατά πόσον οι προσφυγές αυτές μπορούν να στρέφονται κατά ιδιοκτήτη κώδικα, εφόσον ο εν λόγω κώδικας προωθεί τη μη συμμόρφωση με τις διατάξεις του νόμου.
2. Στα πλαίσια των νομοθετικών διατάξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη αναθέτουν στα δικαστήρια ή τις διοικητικές αρχές εξουσίες βάσει των οποίων μπορούν, όταν κρίνουν τα μέτρα αυτά αναγκαία και, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα εμπλεκόμενα συμφέροντα και ιδιαίτερα το δημόσιο συμφέρον:
α)
να διατάζουν την παύση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών ή να παραπέμπουν το ζήτημα στα αρμόδια δικαστήρια προς έκδοση απόφασης για την παύση των πρακτικών αυτών,
ή
β)
στην περίπτωση που η αθέμιτη εμπορική πρακτική δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί αλλά επίκειται η εφαρμογή της, να την απαγορεύουν ή να παραπέμπουν το ζήτημα στα αρμόδια δικαστήρια προς έκδοση απόφασης για την απαγόρευση της πρακτικής,
έστω και αν δεν αποδεικνύεται πραγματική ζημία ή βλάβη, ούτε δόλος ή αμέλεια εκ μέρους του εμπορευομένου.
[…]»
12
Το άρθρο 13 της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη καθορίζουν κυρώσεις για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της επιβολής αυτών των κυρώσεων. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.»
Η ισπανική νομοθεσία.
Ο κώδικας πολιτικής δικονομίας
13
Η παράγραφος 1 του άρθρου 695 του Ley de Enjuiciamiento Civil (κώδικα πολιτικής δικονομίας) έχει ως εξής:
«Στο πλαίσιο των διαδικασιών που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο, ανακοπή εκ μέρους του καθού η εκτέλεση μπορεί να γίνει δεκτή μόνον εφόσον στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους:
1) απόσβεση της εγγύησης ή της ασφαλιζόμενης απαίτησης […],
2) πλάνη κατά τον υπολογισμό του ποσού της οφειλής, όταν η ασφαλισμένη απαίτηση συνίσταται στο χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού και απαιτείται εκκαθάριση του λογαριασμού μεταξύ του επισπεύδοντος και του καθού η εκτέλεση,
3) σε περίπτωση εκτέλεσης επί ενυπόθηκων ή πλασματικώς ενεχυριασμένων κινητών, η σύσταση επί των πραγμάτων αυτών άλλου ενεχύρου, υποθήκης κινητού ή ακινήτου ή μεσεγγυήσεως, που έχουν εγγραφεί πριν από την απαίτηση για την οποία κινείται η διαδικασία […],
4) καταχρηστικός χαρακτήρας συμβατικής ρήτρας η οποία αποτελεί τη βάση της εκτέλεσης ή βάσει της οποίας υπολογίστηκε το ποσό της οφειλής.»
14
Το άρθρο 698, παράγραφος 1, του κώδικα πολιτικής δικονομίας ορίζει τα εξής:
«Για κάθε ένσταση του οφειλέτη, τριτοφειλέτη ή άλλου εμπλεκομένου η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των προηγούμενων άρθρων, περιλαμβανομένων των ενστάσεων που αφορούν την ακυρότητα του τίτλου, το ληξιπρόθεσμο, τον βέβαιο χαρακτήρα, την απόσβεση ή το ύψος της απαίτησης, πρέπει να εκδίδεται σχετική δικαστική απόφαση, χωρίς ουδέποτε τούτο να συνεπάγεται διακοπή ή αναστολή της ένδικης διαδικασίας εκτέλεσης η οποία προβλέπεται στο παρόν κεφάλαιο.»
Η πράξη νομοθετικού περιεχομένου 6/2012
15
Με το άρθρο 1 της Real Decreto-ley 6/2012 de medidas urgentes de protección de deudores hipotecarios sin recursos (βασιλική πράξη νομοθετικού περιεχομένου 6/2012, περί επειγόντων μέτρων προστασίας των άπορων ενυπόθηκων οφειλετών, στο εξής: πράξη νομοθετικού περιεχομένου), της 9ης Μαρτίου 2012, διευκρινίζεται ότι σκοπός της πράξης αυτής είναι η θέσπιση μέτρων που να ενθαρρύνουν την αναδιάρθρωση ενυπόθηκων χρεών για τους οφειλέτες που αντιμετωπίζουν εξαιρετικές δυσχέρειες για την εξόφληση της οφειλής τους, καθώς και μηχανισμών απλοποίησης των διαδικασιών εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης.
16
Το άρθρο 5 της πράξης νομοθετικού περιεχομένου προβλέπει:
«1. Η προσχώρηση των πιστωτικών ιδρυμάτων ή κάθε άλλου οργανισμού που ασκεί επαγγελματικά δραστηριότητες χορήγησης ενυπόθηκων δανείων ή πιστώσεων στον κώδικα ορθής πρακτικής που περιλαμβάνεται στο παρόν παράρτημα είναι οικειοθελής.
[…]»
4. Τα πιστωτικά ιδρύματα που προσχωρούν στον κώδικα ορθής πρακτικής τηρούν υποχρεωτικά τις διατάξεις του, εφόσον ο οφειλέτης αποδείξει ότι βρίσκεται κάτω από το όριο του κοινωνικού αποκλεισμού.
[…]
9. Τα ιδρύματα που έχουν προσχωρήσει στον κώδικα ορθής πρακτικής οφείλουν να ενημερώνουν κατάλληλα τους πελάτες τους για τη δυνατότητα επίκλησης των διατάξεων του κώδικα. […]»
17
Το άρθρο 6 της εν λόγω πράξης νομοθετικού περιεχομένου έχει ως εξής:
«1. Η τήρηση του κώδικα ορθής πρακτικής από τα ιδρύματα που έχουν προσχωρήσει σε αυτήν ελέγχεται από επιτροπή ελέγχου που συστήνεται για τον σκοπό αυτό.
[…]
4. Η επιτροπή ελέγχου λαμβάνει και εξετάζει τις πληροφορίες που της διαβιβάζει η Τράπεζα της Ισπανίας σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6 και δημοσιεύει τριμηνιαία έκθεση σχετικά με τον βαθμό τήρησης του κώδικα ορθής πρακτικής.
[…]
6. Τυχόν καταγγελίες περί μη συμμορφώσεως των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων υποβάλλονται στην Τράπεζα της Ισπανίας. Οι καταγγελίες αυτές εξετάζονται κατά τα ισχύοντα και για τις λοιπές καταγγελίες για τις οποίες η Τράπεζα της Ισπανίας είναι αρμόδια.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
18
Στις 30 Ιανουαρίου 2006, οι J. C. Marí Merino και J. P. Gavilán, καθώς και η M. C. Marí Merino σύναψαν με τη Bankia σύμβαση ενυπόθηκου δανείου για κεφάλαιο 166000 ευρώ, με χρόνο αποπληρωμής τα 25 έτη. Κατά τη σύμβαση, η «τιμή εκκίνησης» του ενυπόθηκου ακινήτου, δηλαδή η αξία από την οποία θα ξεκινούσε ενδεχόμενος πλειστηριασμός του ακινήτου, σύμφωνα με την ισπανική νομοθεσία, είχε οριστεί σε 195900 ευρώ.
19
Η σύμβαση αυτή τροποποιήθηκε για πρώτη φορά στις 29 Ιανουαρίου 2009 και, κατόπιν, τροποποιήθηκε εκ νέου με συμβολαιογραφική πράξη στις 18 Οκτωβρίου 2013. Στο πλαίσιο της δεύτερης αυτής τροποποίησης, η τιμή εκκίνησης του επίμαχου ακινήτου μειώθηκε στις 57689 ευρώ, η δε προθεσμία αποπληρωμής του υπολειπόμενου κεφαλαίου των 102750 ευρώ επεκτάθηκε στα 40 έτη. Επιπλέον, επιτράπηκε η εξωδικαστική πώληση του ακινήτου, στη δε σύμβαση ορίζεται πλέον ότι το ακίνητο αποτελεί τη συνήθη κατοικία των J. C. Marí Merino και J. P. Gavilán, καθώς και της M. C. Marí Merino.
20
Δεδομένου ότι η σύμβαση ενυπόθηκου δανείου, όπως είχε τροποποιηθεί, αποτελούσε εκτελεστό τίτλο, η Bankia κίνησε τη διαδικασία εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης. Οι J. C. Marí Merino και J. P. Gavilán, καθώς και η M. C. Marí Merino άσκησαν στις 8 Μαρτίου 2016 ανακοπή κατά της διαδικασίας αυτής, υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω σύμβαση περιέχει καταχρηστικές ρήτρες. Συγκεκριμένα, υποστήριξαν, αφενός, ότι η τιμή εκκίνησης μειώθηκε κατά τρόπο δυσμενή γι’ αυτούς και ότι η παράταση της προθεσμίας αποπληρωμής αποτελούσε απλώς κίνητρο ώστε να δεχθούν οι δανειολήπτες την τροποποίηση της εν λόγω σύμβασης. Επομένως, κατ’ αυτούς, η Bankia ενήργησε αντίθετα προς την επαγγελματική δεοντολογία, καθώς επωφελήθηκε από την αναδιάρθρωση της οφειλής, προκειμένου να τροποποιήσει την εκτίμηση της αξίας του επίμαχου ακινήτου. Αφετέρου, δεδομένου ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων οι δανειολήπτες δύνανται να αποφύγουν την κατάσχεση και να ελευθερωθούν από τη οφειλή με δόση αντί καταβολής, διατηρώντας το δικαίωμα να κατοικούν στο ακίνητο ως μισθωτές, σύμφωνα με τον κώδικα ορθής τραπεζικής πρακτικής, η Bankia όφειλε να αποδεχθεί την προταθείσα από τους εναγόμενους της υπόθεσης της κύριας δίκης δόση αντί καταβολής.
21
Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον οι ενέργειες της Bankia συνιστούν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, κατά την έννοια της οδηγίας 2005/29.
22
Συναφώς, το εν λόγω δικαστήριο διευκρινίζει ότι, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ανακοπή κατά της εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης μπορεί να ασκηθεί μόνο για τους λόγους που απαριθμούνται εξαντλητικά στο άρθρο 695 του κώδικα πολιτικής δικονομίας. Ωστόσο, ενώ η ύπαρξη καταχρηστικής ρήτρας σε σύμβαση που αποτελεί εκτελεστό τίτλο συγκαταλέγεται στους λόγους αυτούς, δεν συμβαίνει το ίδιο όσον αφορά την ύπαρξη αθέμιτης εμπορικής πρακτικής η οποία μπορεί να ελεγχθεί μόνο με την άσκηση χωριστού ενδίκου βοηθήματος. Η άσκηση, όμως, τέτοιου βοηθήματος δεν συνεπάγεται αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 698 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει αρμοδιότητα να αναστείλει τη διαδικασία αυτή.
23
Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι, εάν είχε, βάσει του δικαίου της Ένωσης, τη δυνατότητα να ελέγξει την αθέμιτη συμπεριφορά ενός επαγγελματία κατά τη διαδικασία εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης, κατ’ αντιστοιχία προς τη δυνατότητα ελέγχου των καταχρηστικών συμβατικών ρητρών που απορρέει από την οδηγία 93/13, θα μπορούσε να κρίνει το κύρος της τροποποίησης της ενυπόθηκης δανειακής σύμβασης που πραγματοποιήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2013. Επιπλέον, εάν ο κώδικας ορθής τραπεζικής πρακτικής είχε δεσμευτικό χαρακτήρα για τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν προσχωρήσει σε αυτόν, οι εναγόμενοι της υπόθεσης της κύριας δίκης θα μπορούσαν πράγματι να απαιτήσουν να γίνει δεκτή η δόση αντί καταβολής, γεγονός που θα συνεπαγόταν τόσο την περάτωση της εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης, όσο και την άρση της προσωπικής τους ευθύνης.
24
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Juzgado de Primera Instancia no 5 de Cartagena (πρωτοδικείο αριθ. 5 Καρθαγένης, Ισπανία) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Πρέπει η οδηγία 2005/29 να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι αντιβαίνει στο άρθρο της 11, ως δυσχεραίνουσα ή εμποδίζουσα τον δικαστικό έλεγχο των συμβάσεων και των πράξεων που μπορεί να υποκρύπτουν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, εθνική νομοθεσία όπως η ισχύουσα ισπανική ρύθμιση περί εκτελέσεως ενυπόθηκων απαιτήσεων –άρθρα 695 και επόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 552, παράγραφος 1, του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας– στην οποία δεν προβλέπεται έλεγχος, ούτε αυτεπαγγέλτως ούτε κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών;
2)
Πρέπει η οδηγία 2005/29 να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι αντιβαίνει στο άρθρο της 11 εθνική νομοθεσία όπως η ισπανική ρύθμιση (άρθρα 5 και 6, σε συνδυασμό με το άρθρο 15 [της πράξης νομοθετικού περιεχομένου 6/2012]), που δεν εγγυάται την πραγματική τήρηση του κώδικα συμπεριφοράς αν ο επισπεύδων αποφασίσει να μην τον εφαρμόσει;
3)
Πρέπει η οδηγία 2005/29 να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι αντιβαίνει στο άρθρο της 11 η ισπανική εθνική νομοθεσία η οποία δεν επιτρέπει στον καταναλωτή, κατά τη διάρκεια διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, να αξιώσει την τήρηση κώδικα συμπεριφοράς, συγκεκριμένα όσον αφορά τη δόση αντί καταβολής με συνακόλουθη εξάλειψη της οφειλής (παράγραφος 3 του παραρτήματος της [πράξης νομοθετικού περιεχομένου 6/2012];»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
25
Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 11 της οδηγίας 2005/29 αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δυνάμει της οποίας δεν επιτρέπεται το αρμόδιο για την εκτέλεση ενυπόθηκης απαίτησης δικαστήριο να ελέγχει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος των διαδίκων, το κύρος του εκτελεστού τίτλου εάν υπάρχουν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και, εν πάση περιπτώσει, δεν επιτρέπεται το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει επί της ουσίας εάν υπάρχουν τέτοιες πρακτικές να διατάσσει προσωρινά μέτρα, όπως είναι η αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης.
26
Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι, κατά την Bankia, η μείωση της αποτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου που διενεργήθηκε στο πλαίσιο της υπόθεσης της κύριας δίκης, δεν μπορεί να θεωρηθεί «εμπορική πρακτική» κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2005/29, διότι δεν είναι «άμεσα συνδεόμενη» με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια προϊόντος ή υπηρεσίας σε καταναλωτές. Εν πάση περιπτώσει, η μείωση αυτή δεν ήταν «αθέμιτη», κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η οδηγία 2005/29 δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, οπότε παρέλκει η απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
27
Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι το αιτούν δικαστήριο θα ήταν υποχρεωμένο να εξετάσει εάν η οδηγία 2005/29 έχει εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης της κύριας δίκης μόνον εάν γινόταν δεκτό ότι δύναται ή υποχρεούται να ελέγξει το κύρος του εκτελεστού τίτλου υπό της πρίσμα της εν λόγω οδηγίας, γεγονός που εξαρτάται ακριβώς από την απάντηση στο πρώτο ερώτημα του δικαστηρίου αυτού.
28
Συνεπώς, δεν παρέλκει η απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
29
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η οδηγία 2005/29 αποσκοπεί στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών δια της πλήρους εναρμονίσεως των σχετικών με τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές κανόνων (βλ., συναφώς, απόφαση της 16ης Απριλίου 2015, UPC Magyarország, C‑388/13, EU:C:2015:225, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
30
Προκειμένου, ακριβώς, να εξασφαλιστεί ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, η οδηγία καθιερώνει γενική απαγόρευση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών οι οποίες στρεβλώνουν την οικονομική συμπεριφορά των καταναλωτών (βλ., συναφώς, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Trento Sviluppo και Centrale Adriatica, C‑281/12, EU:C:2013:859, σκέψεις 31 και 32).
31
Ωστόσο, κατά εξίσου πάγια νομολογία, η οδηγία αυτή προβλέπει απλώς, στο άρθρο 5, παράγραφος 1, ότι «απαγορεύονται» οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και αφήνει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να επιλέξουν τα εθνικά μέτρα που έχουν ως σκοπό την αντιμετώπιση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, σύμφωνα με τα άρθρα 11 και 13 της ίδιας οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για μέτρα κατάλληλα και λειτουργικά και ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται με αυτά είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές (βλ., συναφώς, απόφαση της 16ης Απριλίου 2015, UPC Magyarország, C‑388/13, EU:C:2015:225, σκέψεις 56 και 57 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
32
Εξάλλου, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 9 της οδηγίας 2005/29, η οδηγία ισχύει υπό την επιφύλαξη, μεταξύ άλλων, επί μέρους προσφυγών ατόμων που έχουν υποστεί ζημία από αθέμιτη εμπορική πρακτική, καθώς και υπό την επιφύλαξη των ενωσιακών και των εθνικών κανόνων του δικαίου των συμβάσεων, περιλαμβανομένων, όπως ρητώς προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, των κανόνων σχετικά με το κύρος, τη μορφή και τα αποτελέσματα των συμβάσεων.
33
Κατά συνέπεια, μια σύμβαση που αποτελεί εκτελεστό τίτλο δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρη απλώς και μόνον επειδή περιέχει ρήτρες που παραβιάζουν την επιβαλλόμενη από το άρθρο 5, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας απαγόρευση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών.
34
Επομένως, προς διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας της οδηγίας 2005/29, δεν απαιτείται από τα κράτη μέλη να επιτρέπουν στο δικαστήριο της εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης να ελέγχει, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος των διαδίκων, το κύρος του εκτελεστού τίτλου εάν υπάρχουν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
35
Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο, αναφερόμενο ιδίως στην απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C-415/11, EU:C:2013:164), ζητεί επίσης να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 11 της οδηγίας αυτής, το οποίο επιτάσσει μεταξύ άλλων να είναι κατάλληλα και αποτελεσματικά τα μέσα καταπολέμησης των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως είναι αυτή των άρθρων 695 και 698 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, δυνάμει της οποίας ο καταναλωτής, αφενός, δεν δύναται να ασκήσει ανακοπή κατά της εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης, προβάλλοντας την ύπαρξη αθέμιτων εμπορικών πρακτικών στις οποίες έχει στηριχθεί ο εκτελεστός τίτλος, δεδομένου ότι το δικαστήριο της εκτέλεσης δεν είναι αρμόδιο να ασκήσει τέτοιον έλεγχο, και, αφετέρου, για να προβάλει την ύπαρξη τέτοιων πρακτικών, υποχρεούται να ασκήσει ένδικο βοήθημα επί της ουσίας ενώπιον άλλου δικαστηρίου, το οποίο όμως δεν δύναται να αναστείλει την εν λόγω διαδικασία εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης.
36
Ωστόσο, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει μεταξύ άλλων η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η κρίση στην οποία κατέληξε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της οδηγίας 93/13, δεν μπορεί να ισχύσει ως προς την οδηγία 2005/29, διότι, ενώ αμφότερες οι οδηγίες αποσκοπούν στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, εντούτοις επιδιώκουν την επίτευξη του σκοπού αυτού με διαφορετικό τρόπο.
37
Συγκεκριμένα, η οδηγία 93/13 ορίζει ρητώς, στο άρθρο 6, παράγραφος 1, ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές.
38
Δεδομένου ότι σκοπός της επιτακτικής αυτής διάταξης είναι να αντικατασταθεί η τυπική ισορροπία που εισάγει η σύμβαση μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων με μια ουσιαστική ισορροπία, ικανή να αποκαταστήσει την ισότητα μεταξύ των συμβαλλομένων, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να κρίνει, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13, αποκαθιστώντας έτσι την ισορροπία μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία (βλ., συναφώς, απόφαση της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito, C‑618/10, EU:C:2012:349, σκέψεις 40 και 42 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
39
Έχοντας υπόψη τη νομολογία αυτή, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, με τη σκέψη 59 της απόφασης της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C-415/11, EU:C:2013:164), ότι ένα δικονομικό σύστημα όπως αυτό που κατ’ ουσίαν καθιερώνεται με τα άρθρα 695 και 698 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, το οποίο δεν παρέχει στο εθνικό δικαστήριο της ουσίας, ενώπιον του οποίου ο καταναλωτής έχει ασκήσει ένδικο βοήθημα, προβάλλοντας βάσει της οδηγίας 93/13 τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία αποτελεί τη βάση του εκτελεστού τίτλου, την εξουσία να διατάξει τη λήψη προσωρινών μέτρων που συνεπάγονται αναστολή ή κατάργηση της διαδικασίας εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης, σε περίπτωση που η λήψη τέτοιων μέτρων είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της τελικής απόφασης του εν λόγω δικαστηρίου, ενδέχεται να θίξει την αποτελεσματικότητα της επιδιωκόμενης με την οδηγία αυτή προστασίας.
40
Τούτο δεν ισχύει για την οδηγία 2005/29.
41
Συγκεκριμένα, όπως επισημάνθηκε με τις σκέψεις 32 και 33 της παρούσας απόφασης, η οδηγία αυτή περιορίζεται στην απαγόρευση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών.
42
Εξάλλου, αφενός, το άρθρο 11 της οδηγίας 2005/29 υποχρεώνει απλώς τα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε να υπάρχουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για την καταπολέμηση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, τέτοια δε μέσα μπορούν να είναι η άσκηση ενδίκου βοηθήματος κατά των πρακτικών αυτών ή η άσκηση διοικητικής προσφυγής σε συνδυασμό με τη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου, αμφότερα με σκοπό την παύση τέτοιων πρακτικών. Αφετέρου, κατά το άρθρο 13 της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν σύστημα κατάλληλων κυρώσεων για τους επαγγελματίες που εφαρμόζουν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
43
Επομένως, ακόμη και αν μια συμβατική ρήτρα έχει συνομολογηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων βάσει αθέμιτης εμπορικής πρακτικής, η ρήτρα αυτή δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρη με βάση αποκλειστικά τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας.
44
Υπό τις συνθήκες αυτές, η λήψη προσωρινών μέτρων, όπως η αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης, από το δικαστήριο που έχει επιληφθεί αγωγής επί της ουσίας με αντικείμενο την ύπαρξη τέτοιων πρακτικών δεν είναι απαραίτητη βάσει της οδηγίας 2005/29 προς εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της τελικής απόφασης του δικαστηρίου αυτού. Συγκεκριμένα, η ύπαρξη αθέμιτης εμπορικής πρακτικής δεν θα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να έχει –αποκλειστικά και μόνο βάσει της οδηγίας αυτής– συνέπειες ως προς το κύρος της επίμαχης σύμβασης και, κατά μείζονα λόγο, του εκτελεστού τίτλου.
45
Για τον ίδιο λόγο, ενώ δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 εθνική ρύθμιση η οποία δεν προβλέπει δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης, με συνέπεια, οσάκις η κατάσχεση του ενυπόθηκου ακινήτου πραγματοποιείται πριν από την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας που αναγνώρισε τον καταχρηστικό χαρακτήρα της συμβατικής ρήτρας στην οποία στηρίζεται η υποθήκη και, ως εκ τούτου, την ακυρότητα της διαδικασίας εκτέλεσης, η απόφαση αυτή μπορεί να εξασφαλίσει στον οικείο καταναλωτή ένδικη προστασία μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο υπό μορφή αποζημίωσης (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz, C‑415/11, EU:C:2013:164, σκέψη 60), δεν ισχύει το ίδιο όσον αφορά τις απαιτήσεις του άρθρου 11 της οδηγίας 2005/29.
46
Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 32 της παρούσας απόφασης, η οδηγία αυτή εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των ενδίκων βοηθημάτων που ασκούνται ατομικά από πρόσωπα τα οποία έχουν υποστεί ζημία από αθέμιτη εμπορική πρακτική, καθώς και υπό την επιφύλαξη των ενωσιακών και των εθνικών κανόνων του δικαίου των συμβάσεων, η ένδικη προστασία υπό μορφή αποζημίωσης μπορεί να θεωρηθεί ως κατάλληλο και αποτελεσματικό μέσο για την καταπολέμηση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, όπως επιτάσσει η συγκεκριμένη διάταξη.
47
Κατά συνέπεια, ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν πλήττει την αποτελεσματικότητα της επιδιωκόμενης με την οδηγία 2005/29 προστασίας.
48
Κατόπιν της διευκρινίσεως αυτής, πρέπει ακόμη να επισημανθεί ότι, εφόσον το αρμόδιο για την εκτέλεση της ενυπόθηκης απαίτησης δικαστήριο προβαίνει σε έλεγχο του κύρους του εκτελεστού τίτλου υπό το πρίσμα της οδηγίας 93/13, είτε αυτεπαγγέλτως είτε, όπως φαίνεται να συμβαίνει εν προκειμένω, κατόπιν αιτήματος των διαδίκων, έχει την ευχέρεια να εκτιμήσει, στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού, εάν ήταν αθέμιτη η εμπορική πρακτική από την οποία προέκυψε ο εκτελεστός τίτλος.
49
Συγκεκριμένα, η διαπίστωση του αθέμιτου χαρακτήρα εμπορικής πρακτικής, μολονότι δεν αρκεί για να αποδείξει αυτομάτως και άνευ ετέρου τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας, εντούτοις αποτελεί ένα από τα στοιχεία στα οποία το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών μιας σύμβασης, εκτίμηση για την οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, όλες οι περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (βλ., συναφώς, απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012, Pereničová και Perenič, C‑453/10, EU:C:2012:144, σκέψεις 43 και 44).
50
Εξυπακούεται ότι η διαπίστωση ότι μια εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη δεν έχει άμεσες συνέπειες όσον αφορά το κύρος της σύμβασης υπό το πρίσμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 (απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012, Pereničová και Perenič, C‑453/10, EU:C:2012:144, σκέψη 46).
51
Βάσει των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 11 της οδηγίας 2005/29 δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δυνάμει της οποίας δεν επιτρέπεται το δικαστήριο της εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης να ελέγχει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος των διαδίκων, το κύρος του εκτελεστού τίτλου εάν υπάρχουν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και, εν πάση περιπτώσει, δεν επιτρέπεται το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της ουσίας όσον αφορά την ύπαρξη τέτοιων πρακτικών να διατάσσει προσωρινά μέτρα, όπως είναι η αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης.
Επί του δεύτερου και του τρίτου ερωτήματος
52
Με το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, τα οποία πρέπει να συνεξεταστούν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 11 της οδηγίας 2005/29 αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία δεν προσδίδει νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα σε κώδικα συμπεριφοράς όπως οι διαλαμβανόμενοι στο άρθρο 10 της οδηγίας.
53
Η Bankia και η Ισπανική Κυβέρνηση φρονούν ότι παρέλκει η απάντηση στα ερωτήματα αυτά, δεδομένου ότι, εν πάση περιπτώσει, ο επίμαχος στην υπόθεση της κύριας δίκης κώδικας ορθής τραπεζικής πρακτικής δεν αποτελεί κώδικα συμπεριφοράς κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας 2005/29.
54
Επισημαίνεται, συναφώς, ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο να διαπιστώσει εάν ο συγκεκριμένος κώδικας ορθής τραπεζικής πρακτικής εμπίπτει στον ορισμό του κώδικα συμπεριφοράς κατά το άρθρο 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας.
55
Δεδομένου ότι οι διατυπωθείσες συναφώς αμφιβολίες δεν είναι ικανές να ανατρέψουν το τεκμήριο λυσιτέλειας που ισχύει εν γένει για κάθε προδικαστικό ερώτημα (απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Andriciuc κ.λπ., C‑186/16, EU:C:2017:703, σκέψη 20), στα ερωτήματα αυτά πρέπει να δοθεί απάντηση.
56
Προς τούτο, υπενθυμίζεται ότι, κατά το προαναφερθέν άρθρο 2, στοιχείο στʹ, ως «κώδικας συμπεριφοράς» είναι «κάθε συμφωνία ή σύνολο κανόνων που δεν επιβάλλονται από νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη κράτους μέλους και που καθορίζουν […] τη συμπεριφορά των εμπορευομένων».
57
Όπως όμως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 20 της οδηγίας 2005/29, ο ρόλος των κωδίκων συμπεριφοράς είναι να παρέχεται στους επαγγελματίες η δυνατότητα να εφαρμόζουν τις αρχές της οδηγίας αυτής αποτελεσματικά σε συγκεκριμένους οικονομικούς τομείς, να τηρούν τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας και να αποφεύγεται η προσφυγή σε διοικητικές ή δικαστικές αρχές.
58
Είναι γεγονός ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2005/29 ορίζει ότι η μη τήρηση του κώδικα συμπεριφοράς από τον επαγγελματία μπορεί να συνιστά αθέμιτη εμπορική πρακτική. Ωστόσο, η οδηγία δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέψουν άμεσες συνέπειες για τους επαγγελματίες οι οποίοι απλώς και μόνο δεν συμμορφώνονται με κώδικα συμπεριφοράς στον οποίον έχουν προσχωρήσει.
59
Υπό τις συνθήκες αυτές, στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 11 της οδηγίας 2005/29 δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία δεν προσδίδει νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα σε κώδικα συμπεριφοράς όπως οι διαλαμβανόμενοι στο άρθρο 10 της οδηγίας αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
60
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 11 της οδηγίας 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δυνάμει της οποίας δεν επιτρέπεται το δικαστήριο της εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης να ελέγχει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος των διαδίκων, το κύρος του εκτελεστού τίτλου εάν υπάρχουν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και, εν πάση περιπτώσει, δεν επιτρέπεται το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της ουσίας όσον αφορά την ύπαρξη τέτοιων πρακτικών να διατάσσει προσωρινά μέτρα, όπως είναι η αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης ενυπόθηκης απαίτησης.
2)
Το άρθρο 11 της οδηγίας 2005/29 δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία δεν προσδίδει νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα σε κώδικα συμπεριφοράς όπως οι διαλαμβανόμενοι στο άρθρο 10 της οδηγίας αυτής.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.