ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 7ης Αυγούστου 2018 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή – Περιβάλλον – Οδηγία 2011/92/ΕΕ – Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων στο περιβάλλον – Παράρτημα II – Σημείο 1, στοιχείο δʹ – Έννοια της “αποδασώσεως με σκοπό άλλη μορφή χρήσεων γης” – Διάνοιξη διαδρόμου σε σχέση με την κατασκευή και τη λειτουργία μιας εναέριας γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας»
Στην υπόθεση C-329/17,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Αυστρία) με απόφαση της 19ης Μαΐου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Ιουνίου 2017, στο πλαίσιο της δίκης
Gerhard Prenninger,
Karl Helmberger,
Franziska Zimmer,
Franz Scharinger,
Norbert Pühringer,
Agrargemeinschaft Pettenbach,
Marktgemeinde Vorchdorf,
Marktgemeinde Pettenbach,
Gemeinde Steinbach am Ziehberg
κατά
Oberösterreichische Landesregierung,
παρισταμένης της:
Netz Oberösterreich GmbH,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Malenovský, πρόεδρο τμήματος, M. Safjan και D. Šváby (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
–
Οι G. Prenninger κ.λπ., εκπροσωπούμενοι από τον W. List, Rechtsanwalt,
–
η Netz Oberösterreich GmbH, εκπροσωπούμενη από τους H. Kraemmer και M. Mendel, Rechtsanwälte,
–
η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. Eberhard,
–
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την A. C. Becker και τον C. Zadra,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 2, και του παραρτήματος II της οδηγίας 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ 2012, L 26, σ. 1, στο εξής: οδηγία για το περιβάλλον).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Gerhard Prenninger και οκτώ άλλων προσφευγόντων και, αφετέρου, της Oberösterreichische Landesregierung (κυβερνήσεως του ομόσπονδου κράτους της Άνω Αυστρίας) σχετικά με την απαιτούμενη εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που απορρέουν από την κατασκευή της εναέριας γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος με την ονομασία «110 kV-Leitung Vorchdorf-Steinfeld-Kirchdorf».
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Οι αιτιολογικές σκέψεις 3, 7, 9 και 11 της οδηγίας για το περιβάλλον έχουν ως εξής:
«(3)
Είναι απαραίτητο να εναρμονισθούν οι αρχές που θα διέπουν την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον, όσον αφορά ιδίως τα σχέδια έργων που θα πρέπει να υπόκεινται σε εκτίμηση, οι βασικές υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, και το περιεχόμενο της εκτίμησης. Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν αυστηρότερους κανόνες προστασίας του περιβάλλοντος.
[…]
(7)
Η χορήγηση αδείας για δημόσια και ιδιωτικά έργα που μπορεί να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον θα πρέπει να γίνεται μόνο μετά από εκτίμηση των σημαντικών επιπτώσεων που ενδέχεται να έχουν αυτά τα έργα στο περιβάλλον. Η εν λόγω εκτίμηση θα πρέπει να γίνεται με βάση τις κατάλληλες πληροφορίες που παρέχει ο κύριος του έργου και να συμπληρώνεται από τις αρχές, καθώς και το κοινό που μπορεί ενδεχομένως να αφορά το έργο.
[…]
(9)
Άλλες κατηγορίες έργων δεν έχουν απαραίτητα σε όλες τις περιπτώσεις σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και τα εν λόγω έργα θα πρέπει να υπόκεινται σε εκτίμηση όταν τα κράτη μέλη κρίνουν ότι υπάρχει ενδεχόμενο σημαντικών επιπτώσεων.
[…]
(11)
Κατά τον καθορισμό των εν λόγω κατώτατων ορίων ή κριτηρίων ή κατά την κατά περίπτωση εξέταση έργων για να προσδιορισθεί ποια έργα θα πρέπει να υποβάλλονται σε εκτίμηση βάσει της σημασίας των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα κριτήρια επιλογής που καθορίζει η παρούσα οδηγία. Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, τα κράτη μέλη είναι τα πλέον ενδεδειγμένα για τη συγκεκριμένη εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων.»
4
Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής προβλέπει, στην παράγραφο 1, τα ακόλουθα:
«Η παρούσα οδηγία αφορά την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον των δημόσιων και ιδιωτικών έργων που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.»
5
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλισθεί ότι, πριν χορηγηθεί άδεια, τα έργα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους, υπόκεινται σε υποχρέωση αδειοδότησης και εκτίμησης των επιπτώσεων τους. Αυτά τα έργα ορίζονται στο άρθρο 4.»
6
Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας για το περιβάλλον ορίζει τα ακόλουθα:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 4, για τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα II, τα κράτη μέλη αποφασίζουν κατά πόσο το έργο θα υποβληθεί σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10. Τα κράτη μέλη αποφασίζουν βάσει:
α)
κατά περίπτωση εξέτασης·
ή
β)
κατωτάτων ορίων ή κριτηρίων που καθορίζει το κράτος μέλος.
Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν και τις δύο διαδικασίες που αναφέρονται στα στοιχεία αʹ και βʹ.»
7
Το παράρτημα II της οδηγίας αυτής απαριθμεί τα «έργα που μνημονεύονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2». Στο σημείο 1 αυτού, σχετικά με τα έργα στον τομέα της γεωργίας, της δασοκομίας και της υδατοκαλλιέργειας, περιλαμβάνονται, στο στοιχείο δʹ, τα έργα σχετικά με την «αρχική δάσωση και αποδάσωση με σκοπό άλλη μορφή χρήσεων γης».
Το εθνικό δίκαιο
8
Το άρθρο 3 του Umweltverträglichkeitsprüfungsgesetz 2000 – UVP‑G 2000 (ομοσπονδιακού νόμου περί εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον 2000 – UVP‑G 2000) (BGBl. 697/1993), όπως είχε δημοσιευθεί στο BGBl. I, 4/2016, αφορά το αντικείμενο της εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον. Προβλέπει την αρχή κατά την οποία για τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα 1 του νόμου αυτού πρέπει να διενεργείται σχετική εκτίμηση, ορίζει δε τη σχετική διαδικασία και τους όρους που πρέπει να τηρούνται συναφώς.
9
Το παράρτημα 1 του εν λόγω νόμου έχει ως ακολούθως:
«Το παράρτημα περιλαμβάνει τα έργα για τα οποία, δυνάμει του άρθρου 3, πρέπει διενεργείται υποχρεωτικά [εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων].
Στις στήλες 1 και 2 περιλαμβάνονται τα έργα για τα οποία, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να διενεργείται εκτίμηση των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον και τα οποία πρέπει να υποβάλλονται σε [μια τέτοια διαδικασία εκτιμήσεως] (στήλη 1) ή σε μια απλουστευμένη διαδικασία (στήλη 2). […]
Στη στήλη 3 αναφέρονται τα σχέδια εκείνα τα οποία υποβάλλονται υποχρεωτικά σε [εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων] μόνον αν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις. Όταν τα έργα υπερβαίνουν ένα συγκεκριμένο ελάχιστο όριο, πρέπει να αποτελούν το αντικείμενο εξετάσεως κατά περίπτωση. Αν από την εξέταση αυτή προκύπτει υποχρέωση [εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον], τότε πρέπει να ακολουθείται η απλουστευμένη διαδικασία.
Σημείο 46
a)
εκχέρσωση l4a) επιφάνειας τουλάχιστον 20 εκταρίων·
[…][…]
[…]
10
Ο Forstgesetz 1975 (ομοσπονδιακός νόμος περί δασών), της 3ης Ιουλίου 1975 (BGBl. 440/1975), όπως είχε δημοσιευθεί στο BGBl. I, 56/2016, περιλαμβάνει ένα άρθρο 13, με τίτλο «Αναδάσωση», που προβλέπει τα ακόλουθα:
«[…]
(10) Όταν η ύπαρξη γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος εμποδίζει πλήρως στον χώρο τον οποίο αυτή καταλαμβάνει την ανάπτυξη καθ’ ύψος και όταν έχει χορηγηθεί κατ’ εξαίρεση άδεια δυνάμει του άρθρου 81, παράγραφος 1, στοιχείο b, ο κάτοχος της γραμμής πρέπει να φροντίζει μετά από κάθε κοπή δένδρων για την αναδάσωση σε εύθετο χρόνο της σχετικής επιφάνειας.»
11
Το άρθρο 17 του νόμου αυτού, με τίτλο «Εκχέρσωση», ορίζει τα εξής:
«(1) Η χρησιμοποίηση δασικών εκτάσεων για άλλους σκοπούς πέραν της δασοκαλλιέργειας (εκχέρσωση) απαγορεύεται.
[…]»
12
Το τμήμα VI του εν λόγω νόμου, σχετικά με τη «χρήση των δασών», περιλαμβάνει ένα άρθρο 81, με τίτλο «Κατ’ εξαίρεση χορηγούμενη άδεια», που ορίζει τα ακόλουθα:
«(1) Κατόπιν αιτήσεως, η αρμόδια αρχή πρέπει να ενεργεί κατά παρέκκλιση από την απαγόρευση περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 80, παράγραφος 1, όταν
[…]
b)
η διάνοιξη δασικού διαδρόμου είναι αναγκαία για την εγκατάσταση γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και κατά την προβλεπόμενη εκ του νόμου διάρκεια της υπάρξεως αυτής,
[…]».
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
13
Με έγγραφο της 29ης Μαρτίου 2016, ο διαχειριστής του ηλεκτρικού δικτύου, η Netz Oberösterreich GmbH, ερώτησε την κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Άνω Αυστρίας αν για το σχέδιο κατασκευής της εναέριας γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας με την ονομασία «110 kV-Leitung Vorchdorf-Steinfeld-Kirchdorf» το οποίο υποβάλλει έπρεπε να διενεργηθεί εκτίμηση των επιπτώσεών του στο περιβάλλον.
14
Με απόφαση της 14ης Ιουνίου 2016, η κυβέρνηση αυτή αποφάσισε ότι δεν υπάρχει λόγος να διενεργηθεί μια τέτοια εκτίμηση για το σχέδιο αυτό.
15
Ο G. Prenninger και οκτώ άλλοι προσφεύγοντες άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακού διοικητικού δικαστηρίου, Αυστρία) κατά της αποφάσεως αυτής, που απορρίφθηκε ως αβάσιμη.
16
Το δικαστήριο αυτό, πρώτον, διαπίστωσε ότι το εν λόγω σχέδιο συνίστατο στην κατασκευή γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας συνολικού μήκους 23,482 χλμ., στην κατασκευή νέου υποσταθμού και στην επέκταση ενός υφιστάμενου υποσταθμού.
17
Δεύτερον, διέκρινε τη δασική έκταση που επρόκειτο να «εκχερσωθεί», εμβαδού 0,4362 εκταρίων, από την έκταση στην οποία θα διανοιγόταν ο διάδρομος –δηλαδή την έκταση στην οποία θα έπρεπε να κοπούν τα δένδρα που βρίσκονταν κάτω από τα ηλεκτροφόρα καλώδια προς εξασφάλιση μιας ελάχιστης αποστάσεως ασφαλείας από τα καλώδια αυτά–, εμβαδού 17,82 εκταρίων.
18
Τρίτον, το Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο) έκρινε ότι η ως άνω διάνοιξη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «εκχέρσωση», κατά την έννοια του εσωτερικού δικαίου, για τον λόγο ότι ο χαρακτηρισμός αυτός προϋποθέτει ότι οι σχετικές δασικές επιφάνειες παύουν να χρησιμοποιούνται με σκοπό τη δασοκαλλιέργεια. Όπως όμως προκύπτει από το επίμαχο σχέδιο, στην έκταση όπου θα κοπούν τα δένδρα θα συνεχίσουν να ασκούνται συνήθεις δασικές δραστηριότητες, καθόσον θα εξακολουθεί να είναι δυνατή η τακτική κοπή ξυλείας, η μεταφορά του ξύλου και η επαναφύτευση δένδρων.
19
Κατά το ως άνω δικαστήριο, η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το σημείο 1, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος II της οδηγίας 2011/92. Το δικαστήριο αυτό εκτιμά ότι ο όρος «αποδάσωση με σκοπό άλλη μορφή χρήσεων γης», στη διάταξη αυτή, έχει την έννοια ότι προϋποθέτει και τη μετατροπή των δασικών εκτάσεων προκειμένου αυτές να χρησιμοποιηθούν για άλλο σκοπό.
20
Ο G. Prenninger και οκτώ άλλοι προσφεύγοντες άσκησαν αναίρεση («Revision») κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Αυστρία).
21
Το δικαστήριο αυτό εκτιμά, όπως και το Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο), ότι η διάνοιξη διαδρόμου δεν συνιστά χρησιμοποίηση δασικών επιφανειών με άλλο σκοπό πέραν της δασοκαλλιέργειας και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εκχέρσωση, κατά την έννοια του εσωτερικού δικαίου.
22
Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν μια τέτοια ερμηνεία της «εκχερσώσεως» είναι σύμφωνη προς την οδηγία 2011/92. Ασφαλώς, από το γράμμα του σημείου 1, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος II της ως άνω οδηγίας προκύπτει ότι αυτό καλύπτει μόνον την αποδάσωση που έχει ως σκοπό να αλλάξει τη φύση της χρήσεως των οικείων εκτάσεων. Κατά συνέπεια, είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι η διάνοιξη διαδρόμου η οποία δεν προκαλεί μια τέτοια αλλαγή και η οποία πραγματοποιείται με τη δεδηλωμένη πρόθεση διατηρήσεως των δασών δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «αποδάσωση με σκοπό άλλη μορφή χρήσεων γης», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
23
Ωστόσο, με την απόφαση της 3ης Ιουλίου 2008, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑215/06, EU:C:2008:380), το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ιρλανδία, επιτρέποντας αποδάσωση χωρίς να έχει προηγηθεί εκτίμηση των περιβαλλοντικών της επιπτώσεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, στη σκέψη 109 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο τόνισε την περιβαλλοντική ευαισθησία της σχετικής γεωγραφικής περιοχής, που αποτελούσε μέρος των κριτηρίων επιλογής τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα III της οδηγίας 2011/92 και που πρέπει να εκτιμάται λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την «ικανότητα απορρόφησης του φυσικού περιβάλλοντος», ενώ πρέπει να επιδεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή στις ορεινές και δασικές περιοχές. Το δικαστήριο αυτό κρίνει ότι τέτοιες παρατηρήσεις μπορούν να εκληφθούν ως διεύρυνση της έννοιας της «αποδασώσεως με σκοπό άλλη μορφή χρήσεων γης», όπως αυτή χρησιμοποιείται στο σημείο 1, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος II της οδηγίας 2011/92, ή ακόμη και ως ένδειξη υπέρ του ότι πρέπει να ακολουθηθεί μια άλλη ερμηνεία της έννοιας αυτής, διαφορετική από εκείνη που εκτίθεται στη σκέψη 22 της παρούσας αποφάσεως.
24
Στο πλαίσιο αυτό, το Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει η [οδηγία για το περιβάλλον] την έννοια ότι η “διάνοιξη διαδρόμων” για την κατασκευή γραμμής μεταφοράς ενέργειας και για τη χρονική περίοδο της νόμιμης λειτουργίας αυτής συνιστά “αποδάσωση με σκοπό άλλη μορφή χρήσεων γης” κατά την έννοια του παραρτήματος ΙΙ, σημείο 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
25
Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αν το σημείο 1, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος II της οδηγίας για το περιβάλλον έχει την έννοια ότι συνιστά «αποδάσωση με σκοπό άλλη μορφή χρήσεων γης», όπως ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή, η διάνοιξη διαδρόμων με σκοπό την εγκατάσταση και τη λειτουργία εναέριας γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, όπως αυτής της υποθέσεως της κύριας δίκης, κατά την προβλεπόμενη από τον νόμο διάρκεια υπάρξεώς της.
26
Εισαγωγικώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, με τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης αμφισβητούν το εμβαδό των εκτάσεων τις οποίες αφορά η επίμαχη στην κύρια δίκη διάνοιξη διαδρόμων. Εκτιμούν ότι η θιγόμενη από την ως άνω διάνοιξη επιφάνεια είναι 39 εκτάρια και όχι, όπως δέχθηκε το αιτούν δικαστήριο, 17,82 εκτάρια.
27
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 267 της Συνθήκης, που στηρίζεται στον σαφή διαχωρισμό καθηκόντων μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και Δικαστηρίου, κάθε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, ειδικότερα, είναι αρμόδιο να αποφαίνεται αποκλειστικώς επί της ερμηνείας ή του κύρους νομοθετήματος της Ένωσης βάσει των πραγματικών περιστατικών που του εκθέτει το εθνικό δικαστήριο. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται, στο πλαίσιο αυτό, να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στη διαφορά και να συναγάγει από αυτά τα αναγκαία συμπεράσματα για την απόφαση που καλείται να εκδώσει (απόφαση της 8ης Μαΐου 2008, Danske Svineproducenter, C-491/06, EU:C:2008:263, σκέψη 23).
28
Υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας για το περιβάλλον, τα κράτη μέλη καθορίζουν, είτε βάσει εξετάσεως κατά περίπτωση είτε βάσει των κατωτάτων ορίων ή κριτηρίων που θέτουν τα ίδια, αν τα σχέδια που εμπίπτουν στο παράρτημα II της ως άνω οδηγίας πρέπει να υποβάλλονται σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
29
Μεταξύ των σχεδίων αυτών περιλαμβάνεται, στο σημείο 1, στοιχείο δʹ, του ως άνω παραρτήματος II, η αποδάσωση με σκοπό άλλη μορφή χρήσεων γης.
30
Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι έννοιες που περιλαμβάνει το ως άνω παράρτημα είναι έννοιες του δικαίου της Ένωσης οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς (βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2008, Ecologistas en Acción-CODA, C-142/07, EU:C:2008:445, σκέψη 29).
31
Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος.
32
Από το γράμμα του σημείου 1, στοιχείο δʹ, του εν λόγω παραρτήματος II προκύπτει ότι αυτό καλύπτει όχι κάθε είδους αποδάσωση, αλλά μόνον τις εργασίες αποδασώσεως οι οποίες πραγματοποιούνται προκειμένου οι οικείες εκτάσεις να χρησιμοποιηθούν για άλλο σκοπό.
33
Επιβάλλεται, ωστόσο, η διαπίστωση ότι, καθόσον η διάνοιξη διαδρόμων, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, σχεδιάζεται προκειμένου να κατασκευαστεί και να λειτουργήσει μια εναέρια γραμμή μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η σχετική έκταση θα χρησιμοποιείται πλέον για άλλο σκοπό. Κατά συνέπεια, διάνοιξη όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη εμπίπτει στο σημείο 1, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος II της οδηγίας για το περιβάλλον.
34
Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται εξάλλου από τον επιδιωκόμενο από την οδηγία για το περιβάλλον σκοπό.
35
Πράγματι, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο κύριος σκοπός της οδηγίας για το περιβάλλον, όπως προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, αυτής, είναι να εκτιμώνται, πριν από τη χορήγηση της σχετικής άδειας, οι επιπτώσεις των σχεδίων που ενδέχεται να θίξουν σημαντικά το περιβάλλον, ιδίως λόγω της φύσεως, του μεγέθους ή του τόπου πραγματοποιήσεώς τους (απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Linster, C-287/98, EU:C:2000:468, σκέψη 52).
36
Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως τονίσει ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για το περιβάλλον είναι εκτεταμένο και ο σκοπός της ευρύτατος (αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 1996, Kraaijeveld κ.λπ., C-72/95, EU:C:1996:404, σκέψη 31, καθώς και της 28ης Φεβρουαρίου 2008, Abraham κ.λπ., C-2/07, EU:C:2008:133, σκέψη 32).
37
Θα ήταν όμως αντίθετο προς τον ουσιώδη σκοπό της οδηγίας για το περιβάλλον, καθώς και προς το εκτεταμένο πεδίο εφαρμογής που πρέπει να αναγνωρίζεται στην εν λόγω οδηγία, να μην καλύπτονται από το παράρτημα II αυτής έργα συνιστάμενα στη διάνοιξη διαδρόμων, με την αιτιολογία ότι τέτοια έργα δεν περιλαμβάνονται ρητώς στο ως άνω πεδίο εφαρμογής. Μια τέτοια ερμηνεία θα παρείχε τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να αποφεύγουν τις υποχρεώσεις που υπέχουν δυνάμει της οδηγίας για το περιβάλλον όταν επιτρέπουν τη διάνοιξη διαδρόμων, ανεξαρτήτως του πεδίου εφαρμογής της εκτάσεως που αφορά η διάνοιξη αυτή.
38
Εξ αυτού προκύπτει ότι τα έργα διανοίξεως διαδρόμων με σκοπό την κατασκευή και τη λειτουργία εναέριας γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας εμπίπτουν στο σημείο 1, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος II της οδηγίας για το περιβάλλον.
39
Η ερμηνεία αυτή ουδόλως τίθεται υπό αμφισβήτηση λόγω της περιστάσεως ότι ο Αυστριακός νομοθέτης, επιτρέποντας τη διάνοιξη τέτοιων διαδρόμων, δεν έχει την πρόθεση να θίξει τη διατήρηση του δάσους. Αφενός, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η επιδίωξη αποτελεσμάτων με ευεργετικές συνέπειες για το περιβάλλον δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της ανάγκης υποβολής ενός τέτοιου σχεδίου σε εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεών του (βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2008, Ecologistas en Acción-CODA, C‑142/07, EU:C:2008:445, σκέψη 41).
40
Αφετέρου, το γεγονός ότι τα δένδρα που κόβονται αντικαθίστανται αμέσως από άλλη δασική βλάστηση, είτε με φυσικό τρόπο είτε τεχνητά, δεν επηρεάζει το γεγονός ότι οι εκτάσεις στις οποίες διανοίχθηκε διάδρομος χρησιμοποιούνται για άλλο σκοπό, ήτοι εκείνον της μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
41
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το σημείο 1, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος II της οδηγίας για το περιβάλλον έχει την έννοια ότι συνιστά «αποδάσωση με σκοπό άλλη μορφή χρήσεων γης», όπως ο όρος χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή, η διάνοιξη διαδρόμων με σκοπό την κατασκευή και τη λειτουργία εναέριας γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά την προβλεπόμενη από τον νόμο διάρκεια υπάρξεώς της.
Επί των δικαστικών εξόδων
42
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφαίνεται:
Το σημείο 1, στοιχείο δʹ, του παραρτήματος II της οδηγίας 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, έχει την έννοια ότι συνιστά «αποδάσωση με σκοπό άλλη μορφή χρήσεων γης», όπως ο όρος χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή, η διάνοιξη διαδρόμων με σκοπό την κατασκευή και τη λειτουργία εναέριας γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά την προβλεπόμενη από τον νόμο διάρκεια υπάρξεώς της.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy