ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 7ης Ιουνίου 2018 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως – Αγωγή αποζημιώσεως – Ανεπαρκής αιτιολογία αποφάσεως του Δικαστηρίου που εκδόθηκε επί αιτήσεως αναιρέσεως – Παραμόρφωση του αντικειμένου αποζημιωτικού αιτήματος»
Στην υπόθεση C-463/17 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 25 Ιουλίου 2017,
Ori Martin SA, με έδρα το Λουξεμβούργο (Λουξεμβούργο), εκπροσωπούμενη από τον G. Belotti, avvocato,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι το:
Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τους J. Inghelram και A. M. Almendros Manzano,
εναγόμενο πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský (εισηγητή), M. Safjan, D. Šváby και Μ. Βηλαρά, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την αίτηση αναιρέσεως, η Ori Martin SA ζητεί τη μεταρρύθμιση της διατάξεως της 1ης Ιουνίου 2017, Ori Martin κατά Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (T-797/16, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, EU:T:2017:396), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέρριψε την αγωγή της με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που υποστηρίζει ότι υπέστη λόγω προβαλλόμενης παραβάσεως, εκ μέρους του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
Ιστορικό της διαφοράς
2
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 14 Σεπτεμβρίου 2010, η Ori Martin άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως C(2010) 4387 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 2010, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (υπόθεση COMP/38344 – Προεντεταμένος χάλυβας), που τροποποιήθηκε με την απόφαση C(2010) 6676 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 2010, καθώς και με την απόφαση C(2011) 2269 τελικό της Επιτροπής, της 4ης Απριλίου 2011, και με την οποία η Επιτροπή είχε επιβάλει πρόστιμο 15,96 εκατομμυρίων ευρώ στη Siderurgica Latina Martin SpA (στο εξής: SLM), εκ των οποίων ποσό 14 εκατομμυρίων ευρώ εις ολόκληρον με την Ori Martin.
3
Με την προσφυγή αυτή, η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό υποθέσεως T‑419/10, η αναιρεσείουσα ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον με αυτήν της καταλογιζόταν εις ολόκληρον ευθύνη για τις πράξεις της SLM και να ακυρώσει ή να μειώσει το ποσό του προστίμου που της επιβλήθηκε με την εν λόγω απόφαση.
4
Με την απόφαση της 15ης Ιουλίου 2015, SLM και Ori Martin κατά Επιτροπής (T‑389/10 και T‑419/10, EU:T:2015:513), το Γενικό Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, μείωσε σε 13,3 εκατομμύρια ευρώ το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε εις ολόκληρον στην αναιρεσείουσα και στην SLM και απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά.
5
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Σεπτεμβρίου 2015, η αναιρεσείουσα άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως, η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό υποθέσεως C‑490/15 P.
6
Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Ori Martin και SLM κατά Επιτροπής (C‑490/15 P και C‑505/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:678).
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
7
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Νοεμβρίου 2016, η Ori Martin άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω της ζημίας την οποία υποστηρίζει ότι της προξένησε η απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Ori Martin και SLM κατά Επιτροπής (C‑490/15 P και C‑505/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:678).
8
Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, βάσει του άρθρου 126 του Κανονισμού Διαδικασίας του, την αγωγή αυτή ως προδήλως αβάσιμη.
9
Αφενός, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στις σκέψεις 6 και 7 της διατάξεως αυτής, ότι η αγωγή της αναιρεσείουσας διέφερε σε σχέση με τις αγωγές που μπορούν να ασκηθούν με αίτημα την αποκατάσταση προβαλλόμενης ζημίας λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της δίκης ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης και οι οποίες δεν προϋποθέτουν εξέταση της ορθότητας των εκτιμήσεων που διαλαμβάνονται στις αποφάσεις ή διατάξεις του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου. Ειδικότερα, κατά το Γενικό Δικαστήριο, με την αγωγή αυτή επιδιωκόταν η αμφισβήτηση της κρίσεως που διατυπώνεται στην απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Ori Martin και SLM κατά Επιτροπής (C‑490/15 P και C‑505/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:678), σχετικά με την εφαρμογή ως προς την αναιρεσείουσα του τεκμηρίου ασκήσεως καθοριστικής επιρροής επί της SLM.
10
Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 8 έως 10 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι κατά αποφάσεως ή διατάξεως του Δικαστηρίου που εκδίδεται επί αναιρέσεως μπορούν να ασκηθούν μόνο οι αιτήσεις και τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στα άρθρα 154, 155 και 157 έως 159 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, στα οποία παραπέμπει το άρθρο 190, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού. Το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι οι αιτήσεις και τα ένδικα μέσα αυτά πρέπει, επιπλέον, να ασκούνται ενώπιον του ίδιου του Δικαστηρίου. Πλην όμως, κατά το Γενικό Δικαστήριο, η αγωγή της αναιρεσείουσας δεν προσομοίαζε ούτε με αίτηση διορθώσεως σφάλματος εκ παραδρομής, ούτε με αίτηση σχετική με παράλειψη του Δικαστηρίου να αποφανθεί, ούτε με τριτανακοπή, ούτε με αίτηση αναθεωρήσεως, κατά τα άρθρα 154, 155 και 157 έως 159 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
Αιτήματα των διαδίκων
11
Η Ori Martin ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να μεταρρυθμίσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη·
–
να αναγνωρίσει την εκ μέρους του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη και, κατά συνέπεια,
–
να υποχρεώσει την Ένωση να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη, την οποία αποτιμά σε 13,3 εκατομμύρια ευρώ, ή να της καταβάλει όποιο άλλο ποσό κρίνει εύλογο το Δικαστήριο.
12
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
–
να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
13
Η Ori Martin προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως οι οποίοι αφορούν παραμόρφωση του περιεχομένου του δικογράφου της αγωγής και πλάνη περί το δίκαιο, αντιστοίχως.
Επιχειρήματα των διαδίκων
14
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το αντικείμενο του αποζημιωτικού αιτήματός της κρίνοντας στη σκέψη 7 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως ότι, με την αγωγή της, επιδίωκε να αμφισβητήσει την κρίση που διατυπώνεται στην απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Ori Martin και SLM κατά Επιτροπής (C‑490/15 P και C‑505/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:678), σχετικά με την εφαρμογή ως προς την ίδια του τεκμηρίου ασκήσεως καθοριστικής επιρροής επί της SLM. Ειδικότερα, κατά την αναιρεσείουσα, από το δικόγραφο της αγωγής προκύπτει σαφώς ότι το εν λόγω αίτημα αφορούσε την αποκατάσταση της ζημίας που προξενήθηκε όχι από σφάλμα της εν λόγω αποφάσεως επί του σημείου αυτού, αλλά από έλλειψη αιτιολογίας που συνίσταται στο ότι το αναιρεσίβλητο δεν διευκρίνισε τους λόγους για τους οποίους, παρά τα προβληθέντα στοιχεία, δεν ανατράπηκε το τεκμήριο αυτό.
15
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένα, στις σκέψεις 8 έως 10 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι οι περιπτώσεις όπου πλημμέλεια αποφάσεως του δικαστή της Ένωσης μπορεί να θεμελιώσει αξίωση αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 47 του Χάρτη περιορίζονται μόνο σε εκείνες της υπερβολικής διάρκειας της δίκης.
16
Απαντώντας στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποστηρίζει ότι, καθόσον η αναιρεσείουσα επιδίωκε με την αγωγή της να επιτύχει τη συμπλήρωση, ελλείπουσας κατά την άποψή της, αιτιολογίας, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι επιδίωκε την αμφισβήτηση του περιεχομένου της εν λόγω αποφάσεως του Δικαστηρίου.
17
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητεί την απόρριψη των δύο λόγων αναιρέσεως και, κατά συνέπεια, της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
18
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, υπενθυμίζεται ότι ο δικαστής της Ένωσης υποχρεούται να εξετάζει τα αιτήματα και τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος ή ενάγοντος, όπως διατυπώνονται στα δικόγραφά του, χωρίς να τροποποιεί ούτε το αντικείμενο ούτε την ουσία τους, διότι άλλως θα παρέβαινε τα καθήκοντά του (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 29ης Ιουνίου 1994, Klinke κατά Δικαστηρίου, C-298/93 P, EU:C:1994:273, σκέψη 20).
19
Εν προκειμένω, στα σημεία 2, 6 και 7 του δικογράφου της αγωγής διευκρινιζόταν ότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια έγκειται στο ότι δεν δόθηκε στην αναιρεσείουσα η δυνατότητα να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους της επιβλήθηκε κύρωση, όπερ της στέρησε τη δυνατότητα να αποφύγει το ενδεχόμενο επιβολής νέων κυρώσεων εις βάρος της.
20
Στο σημείο 22 του εν λόγω δικογράφου προστίθεται ότι «το [αναιρεσίβλητο], παραλείποντας να εκθέσει στις σκέψεις 53 έως 72 της αποφάσεώς του της 14ης Σεπτεμβρίου 2016[, Ori Martin και SLM κατά Επιτροπής (C‑490/15 P και C‑505/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:678),] τους λόγους που δικαιολογούσαν την απόρριψη των διευκρινίσεων ως προς τα πραγματικά περιστατικά τις οποίες διατύπωσε η νυν [αναιρεσείουσα] […], παρέβη το άρθρο 47 του Χάρτη, δεδομένου ότι δεν [της] έδωσε τη δυνατότητα […] να τύχει δίκαιης δίκης, στο πλαίσιο της οποίας το πρόσωπο που καταδικάζεται ή στο οποίο επιβάλλεται κύρωση πρέπει να γνωρίζει τους πραγματικούς λόγους προς τούτο και τι συγκεκριμένα του προσάπτεται».
21
Στα σημεία 25 έως 28 του ίδιου δικογράφου εκτίθεται, όσον αφορά τον κανόνα στου οποίου την παράβαση ανάγεται εν προκειμένω η αξίωση αποζημιώσεως, αφενός, ότι «υπάρχουν εύλογοι λόγοι να γίνει δεκτό ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη οποτεδήποτε δικαιοδοτικό όργανο λαμβάνει μέτρο το οποίο δεν παρέχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να κατανοήσει σαφώς και αντικειμενικώς τους λόγους για τους οποίους του επιβλήθηκε κύρωση, καθώς και τι συγκεκριμένα του προσάπτεται» και, αφετέρου, ότι «[η] υποχρέωση των δικαιοδοτικών οργάνων να διασφαλίζουν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη επιβάλλει πάντοτε, δυνάμει της αρχής της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, την παράθεση στις αποφάσεις τους του συγκεκριμένου σκεπτικού βάσει του οποίου τις εκδίδουν και, προηγουμένως, των συγκεκριμένων προσαπτόμενων πραγματικών περιστατικών».
22
Στα σημεία 30 έως 43 του δικογράφου της αγωγής επαναλαμβάνεται ότι, εν προκειμένω, το παράνομο της προσαπτόμενης συμπεριφοράς προκύπτει από το ότι «[οι] εξηγήσεις που παρέθεσε το [αναιρεσίβλητο] στην επίμαχη απόφαση δεν [της επέτρεψαν] να κατανοήσει συγκεκριμένα γιατί θεωρήθηκε υπεύθυνη για την παράβαση που διέπραξε η SLM και δεν της [επέτρεψαν] να κατανοήσει γιατί οι ιδιαίτερες περιστάσεις της –οι οποίες εντούτοις προβλήθηκαν– δεν κρίθηκαν ικανές να ανατρέψουν το τεκμήριο περί ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής επί της SLM».
23
Παρά ταύτα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 7 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι, με την αγωγή της, η αναιρεσείουσα επιδίωκε να αμφισβητήσει την κρίση που διατυπώνεται στην απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Ori Martin και SLM κατά Επιτροπής (C-490/15 P και C-505/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:678) σχετικά με την εφαρμογή ως προς την ίδια του τεκμηρίου ασκήσεως καθοριστικής επιρροής επί της SLM, ενώ, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιμήσεις, η πλημμέλεια την οποία επικαλούνταν η αναιρεσείουσα αφορούσε έλλειψη αιτιολογίας και, άρα, παράβαση ουσιώδους τύπου, όπερ σημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το αντικείμενο του μοναδικού αποζημιωτικού αιτήματος που διατύπωσε πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα και δεν αποφάνθηκε δεόντως επ’ αυτού.
24
Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, αν το σκεπτικό μιας αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου ενέχει παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, αλλά το διατακτικό της είναι βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Rintisch κατά ΓΕΕΑ, C-121/12 P, EU:C:2013:639, σκέψη 35).
25
Η προβληθείσα πρωτοδίκως πλημμέλεια δεν στοιχειοθετήθηκε.
26
Πράγματι, επισημαίνεται, αφενός, ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν επιβάλλει στον δικαστή της Ένωσης να εκθέτει αιτιολογία ακολουθούσα αναλυτικά έναν προς έναν όλους τους λόγους που προβάλλουν οι διάδικοι και ότι η αιτιολογία μπορεί, ως εκ τούτου, να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκαν τα επιχειρήματά τους (απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, Prezes Urzędu Komunikacji Elektronicznej κατά Επιτροπής, C-422/11 P και C-423/11 P, EU:C:2012:553, σκέψη 48). Αφετέρου, κατά το άρθρο 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα.
27
Συνεπώς, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Ori Martin και SLM κατά Επιτροπής (C‑490/15 P και C‑505/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:678), το αναιρεσίβλητο, προκειμένου να δώσει στην αναιρεσείουσα τη δυνατότητα να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εκτιμούσε ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αρνούμενο, παρά τα στοιχεία που αυτή επικαλέστηκε, την ανατροπή του τεκμηρίου ασκήσεως καθοριστικής επιρροής επί της SLM και, ως εκ τούτου, να εκπληρώσει την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει, αρκούσε να υπενθυμίσει την αρχή του δικαίου βάσει της οποίας έκρινε ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς εκτίμησε ότι τα ως άνω στοιχεία δεν ήταν ικανά να ανατρέψουν το εν λόγω τεκμήριο.
28
Το αναιρεσίβλητο εκπλήρωσε επαρκώς την υποχρέωση αυτή. Πράγματι, στη σκέψη 60 της αποφάσεως της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Ori Martin και SLM κατά Επιτροπής (C-490/15 P και C-505/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:678), το Δικαστήριο επισήμανε, αφενός, ότι, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να διαπιστωθεί αν μια θυγατρική εταιρία καθορίζει αυτοτελώς τη συμπεριφορά της στην αγορά, πρέπει να συνεκτιμώνται όλα τα κρίσιμα στοιχεία που αφορούν τους οργανωτικούς, οικονομικούς και νομικούς δεσμούς μεταξύ της θυγατρικής και της μητρικής εταιρίας, τα οποία ενδέχεται να διαφέρουν ανάλογα με την περίπτωση, και, αφετέρου, ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να επιβάλλει πρόστιμα σε μητρική εταιρία, όταν αυτή και η θυγατρική της είναι μέρη ενιαίας επιχειρήσεως κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, χωρίς να απαιτείται να υπάρχει εκ μέρους της μητρικής παρακίνηση της θυγατρικής να διαπράξει παράβαση, ούτε, κατά μείζονα λόγο, εμπλοκή της πρώτης στην παράβαση.
29
Κατά συνέπεια, η φερόμενη πλημμέλεια που επικαλέστηκε πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα, όπως εκτίθεται στο δικόγραφο της αγωγής της, δεν στοιχειοθετήθηκε και, ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, όπως αυτό εκτίθεται στη σκέψη 8 της παρούσας αποφάσεως, είναι ορθό.
30
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
31
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, υπενθυμίζεται ότι με αυτόν προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας ότι οι μόνες πλημμέλειες αποφάσεως του δικαστή της Ένωσης που μπορούν να θεμελιώσουν αξίωση αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 47 του Χάρτη είναι εκείνες που αφορούν υπερβολική διάρκεια της δίκης.
32
Ως προς το ζήτημα αυτό, επισημαίνεται εντούτοις ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αλυσιτελείς οι λόγοι αναιρέσεως που βάλλουν κατά αιτιολογιών που δεν συνιστούν την αναγκαία βάση του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ή διατάξεως [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 12ης Φεβρουαρίου 2003, Marcuccio κατά Επιτροπής, C‑399/02 P(R), EU:C:2003:90, σκέψη 16 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
33
Διαπιστώνεται ότι, καθόσον δεν στοιχειοθετείται η πλημμέλεια από την οποία υποστηρίζεται ότι πάσχει η απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Ori Martin και SLM κατά Επιτροπής (C‑490/15 P και C‑505/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:678), ουδόλως ήταν αναγκαίο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί των τυχόν συνεπειών πλημμελειών αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της ευθύνης της Ένωσης.
34
Δεδομένου ότι οι εκτιμήσεις για τις οποίες γίνεται λόγος στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως δεν συνιστούν την αναγκαία βάση του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να κριθεί αλυσιτελής και, κατά συνέπεια, απορριπτέος.
35
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
36
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
37
Δεδομένου ότι το αναιρεσίβλητο ζήτησε την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα και αυτή ηττήθηκε, η αναιρεσείουσα πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά της, καθώς και τα έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2)
Η Ori Martin SA φέρει τα δικαστικά έξοδά της, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy