Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 14ης Νοεμβρίου 2019 (*)
«Προδικαστική παραπομπή – Κρατικές ενισχύσεις – Τροποποίηση εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων – Άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υποχρέωση κοινοποίησης – Απαγόρευση εφαρμογής χωρίς την έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – Κανονισμός (ΕΕ) 651/2014 – Απαλλαγή – Άρθρο 58, παράγραφος 1 – Χρονικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού – Άρθρο 44, παράγραφος 3 – Περιεχόμενο – Εθνική ρύθμιση που προβλέπει τύπο υπολογισμού για τη μερική επιστροφή των φόρων επί της ενέργειας»
Στην υπόθεση C‑585/17,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Αυστρία) με απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Οκτωβρίου 2017, στο πλαίσιο των ενδίκων διαδικασιών που κίνησαν οι
Finanzamt Linz,
Finanzamt Kirchdorf Perg Steyr,
παρισταμένης της:
Dilly’s Wellnesshotel GmbH,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους E. Regan (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, I. Jarukaitis, E. Juhász, M. Ilešič και Κ. Λυκούργο, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: H. Saugmandsgaard Øe
γραμματέας: K. Malacek, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Νοεμβρίου 2018,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Dilly’s Wellnesshotel GmbH, εκπροσωπούμενη από τον M. Kroner, Rechtsanwalt,
– η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους F. Koppensteiner, H. Schamp και G. Hesse, καθώς και από την C. Pesendorfer,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις K. Blanck-Putz, K. Herrmann και P. Němečková,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Φεβρουαρίου 2019,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, του κανονισμού (ΕΚ) 800/2008 της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2008, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την [εσωτερική] αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων [107 και 108 ΣΛΕΕ] (Γενικός κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία) (ΕΕ 2008, L 214, σ. 3), καθώς και του κανονισμού (ΕΕ) 651/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 [ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2014, L 187, σ. 1), και ειδικότερα του άρθρου 58, παράγραφος 1, του τελευταίου αυτού κανονισμού.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο των διαδικασιών που κίνησαν η Finanzamt Linz (φορολογική αρχή του Linz, Αυστρία) και η Finanzamt Kirchdorf Perg Steyr (φορολογική αρχή του Kirchdorf Perg Steyr, Αυστρία), σχετικά με την επιστροφή φόρων επί της ενέργειας στην Dilly’s Wellnesshotel GmbH.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο κανονισμός 994/98
3 Οι αιτιολογικές σκέψεις 4 και 5 του κανονισμού (ΕΚ) 994/98 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1998, για την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 [ΣΛΕΕ] σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων (ΕΕ 1998, L 142, σ. 1), όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 733/2013 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2013 (ΕΕ 2013, L 204, σ. 11) (στο εξής: κανονισμός 994/98), είχαν ως εξής:
«(4) [εκτιμώντας ότι] είναι σκόπιμο, προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική εποπτεία και να απλουστευθεί η διοικητική διαχείριση, χωρίς να ατονίσει ο έλεγχος της [Ευρωπαϊκής] Επιτροπής, να της δοθεί η δυνατότητα να δηλώνει με κανονισμούς, σε τομείς όπου διαθέτει επαρκή εμπειρία ώστε να καθορίσει γενικά κριτήρια συμβατότητας, ότι ορισμένες κατηγορίες ενισχύσεων συμβιβάζονται με την [εσωτερική] αγορά σύμφωνα με μια ή περισσότερες διατάξεις του άρθρου [107, παράγραφοι 2 και 3, ΣΛΕΕ] και εξαιρούνται από τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο [108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ]·
(5) [εκτιμώντας] ότι κανονισμοί σχετικά με εξαιρέσεις κατά κατηγορίες θα αυξήσουν τη διαφάνεια και την ασφάλεια δικαίου· [...]».
4 Κατά το άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εξαιρέσεις κατά κατηγορίες»:
«1. Η Επιτροπή μπορεί, εκδίδοντας κανονισμό σύμφωνα με τη διαδικασία που θεσπίζεται στο άρθρο 8 του παρόντος κανονισμού και σύμφωνα με το άρθρο [107 ΣΛΕΕ], να δηλώνει ότι οι ακόλουθες κατηγορίες ενισχύσεων συμβιβάζονται με την [εσωτερική] αγορά και δεν πρέπει να κοινοποιούνται όπως απαιτεί το άρθρο [108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ]:
α) ενισχύσεις για:
[...]
iii) προστασία του περιβάλλοντος,
[...]».
Ο κανονισμός (ΕΚ) 659/1999
5 Ο κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 [ΣΛΕΕ] (ΕΕ 1999, L 83, σ. 1), προέβλεπε στο άρθρο του 1 υπό τον τίτλο «Ορισμοί», τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:
[...]
β) “υφιστάμενη ενίσχυση”:
[...]
ii) κάθε εγκεκριμένη ενίσχυση, δηλαδή τα καθεστώτα ενισχύσεων και οι ατομικές ενισχύσεις που έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή ή από το Συμβούλιο [της Ευρωπαϊκής Ένωσης]·
[...]
γ) “νέα ενίσχυση”: κάθε ενίσχυση, δηλαδή τα καθεστώτα ενισχύσεων και οι ατομικές ενισχύσεις, οι οποίες δεν αποτελούν υφιστάμενη ενίσχυση, καθώς και οι μεταβολές υφιστάμενων ενισχύσεων·
[...]».
6 Το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Κοινοποίηση νέας ενίσχυσης», όριζε τα εξής:
«1. Εκτός αν άλλως προβλέπεται σε κανονισμούς οι οποίοι θεσπίζονται με βάση το άρθρο [109 ΣΛΕΕ] ή άλλες συναφείς διατάξεις της, κάθε σχέδιο για τη χορήγηση νέας ενίσχυσης κοινοποιείται εγκαίρως στην Επιτροπή από το οικείο κράτος μέλος. [...]
[…]»
Ο κανονισμός (ΕΚ) 794/2004
7 Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 (ΕΕ 2004, L 140, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2005, L 25, σ. 74), το οποίο φέρει τον τίτλο «Απλουστευμένη διαδικασία κοινοποίησης για ορισμένες μεταβολές υφιστάμενων ενισχύσεων», ορίζει τα εξής:
«1. Για τους σκοπούς του άρθρου 1, στοιχείο γ) του κανονισμού [659/1999], νοείται ως μεταβολή υφιστάμενης ενίσχυσης κάθε αλλαγή, πλην των τροποποιήσεων καθαρά τυπικού ή διοικητικού χαρακτήρα, οι οποίες δεν είναι ικανές να επηρεάσουν την εκτίμηση του συμβιβάσιμου του εκάστοτε μέτρου ενίσχυσης με την [εσωτερική] αγορά[. Ω]στόσο, η αύξηση του αρχικού προϋπολογισμού ενός υφιστάμενου καθεστώτος ενισχύσεων κατά ποσοστό έως 20 % δεν λογίζεται ως μεταβολή υφιστάμενης ενίσχυσης.
2. Οι ακόλουθες μεταβολές υφιστάμενων ενισχύσεων κοινοποιούνται με το έντυπο απλουστευμένης κοινοποίησης που παρατίθεται στο παράρτημα II:
[...]
γ) τροποποίηση επί το αυστηρότερο των προϋποθέσεων εφαρμογής εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων, μείωση της έντασης της ενίσχυσης ή μείωση των επιλέξιμων δαπανών.
[...]»
Ο κανονισμός 800/2008
8 Το άρθρο 3 του κανονισμού 800/2008, το οποίο επιγραφόταν «Προϋποθέσεις απαλλαγής» και περιλαμβανόταν στο κεφάλαιο I του κανονισμού αυτού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Κοινές διατάξεις», όριζε στην παράγραφό του 1 τα εξής:
«Τα καθεστώτα ενισχύσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις του κεφαλαίου Ι του παρόντος κανονισμού, καθώς και τις σχετικές διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙ του παρόντος κανονισμού, συμβιβάζονται με την [εσωτερική] αγορά κατά την έννοια του άρθρου [107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ] και απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο [108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ] εφόσον κάθε μεμονωμένη ενίσχυση που χορηγείται βάσει των εν λόγω καθεστώτων πληροί όλες τις προϋποθέσεις του παρόντος κανονισμού, και το καθεστώς περιέχει ρητή παραπομπή στον παρόντα κανονισμό, με αναφορά του τίτλου του και των στοιχείων δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»
9 Ο κανονισμός 800/2008 καταργήθηκε από τον κανονισμό 651/2014.
Ο κανονισμός 651/2014
10 Οι αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 5 και 64 του κανονισμού 651/2014 έχουν ως εξής:
«(2) Με την ανακοίνωσή της για τον εκσυγχρονισμό των κανόνων της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις [COM(2012) 209 τελικό, της 8ης Μαΐου 2012], η Επιτροπή δρομολόγησε ευρύτερη αναθεώρηση των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων. Οι κύριοι στόχοι του εκσυγχρονισμού αυτού είναι: [...] ii) η εστίαση του εκ των προτέρων ελέγχου της Επιτροπής όσον αφορά τα μέτρα ενίσχυσης στις υποθέσεις με τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στην εσωτερική αγορά και συγχρόνως η ενίσχυση της συνεργασίας των κρατών μελών στον τομέα της επιβολής της νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων [...]. Η επανεξέταση του κανονισμού [800/2008] συνιστά κεντρικό στοιχείο του εκσυγχρονισμού των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις [...].
(3) Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να επιτρέπει καλύτερη ιεράρχηση των προτεραιοτήτων όσον αφορά τα μέτρα επιβολής της νομοθεσίας για τις κρατικές ενισχύσεις, καθώς και μεγαλύτερη απλούστευση, και θα πρέπει να ενισχύσει τη διαφάνεια, την αποτελεσματική αξιολόγηση και τον έλεγχο της συμμόρφωσης προς τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο [...].
(4) Η πείρα που αποκόμισε η Επιτροπή από την εφαρμογή του κανονισμού [800/2008] της έδωσε τη δυνατότητα να προσδιορίσει καλύτερα τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ορισμένες κατηγορίες ενισχύσεων μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την εσωτερική αγορά και να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής των απαλλαγών κατά κατηγορία. Κατέδειξε επίσης την ανάγκη να ενισχυθεί η διαφάνεια, η παρακολούθηση και η ορθή αξιολόγηση των καθεστώτων ενισχύσεων πολύ μεγάλης κλίμακας, λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεών τους στον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά.
(5) Οι γενικοί όροι εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να καθοριστούν με βάση σύνολο κοινών αρχών που διασφαλίζουν ότι οι ενισχύσεις [...] χορηγούνται με απόλυτη διαφάνεια και υπόκεινται σε μηχανισμό ελέγχου, καθώς και σε τακτική αξιολόγηση [...].
[...]
(64) Οι ενισχύσεις υπό μορφή φορολογικών ελαφρύνσεων δυνάμει της οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας [ΕΕ 2003, L 283, σ. 51], οι οποίες ευνοούν την προστασία του περιβάλλοντος και καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό μπορούν να αποφέρουν έμμεσα οφέλη στο περιβάλλον. [...] Για να ελαχιστοποιηθεί η στρέβλωση του ανταγωνισμού, οι ενισχύσεις θα πρέπει να χορηγούνται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ανταγωνιστές που διαπιστώνεται ότι βρίσκονται στην ίδια πραγματική κατάσταση. Για να μην αλλοιώνεται το μήνυμα σχετικά με τις τιμές που έχει ως στόχο να μεταδώσει στις επιχειρήσεις ο περιβαλλοντικός φόρος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την επιλογή να σχεδιάζουν το καθεστώς φορολογικών μειώσεων με βάση έναν μηχανισμό εκταμίευσης σταθερού ετήσιου ποσού αντιστάθμισης (επιστροφή φόρου).»
11 Το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», ορίζει τα ακόλουθα:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
[...]
14. “μεμονωμένη ενίσχυση”:
[...]
ii) ενίσχυση που χορηγείται σε μεμονωμένους δικαιούχους βάσει καθεστώτος ενισχύσεων·
[...]».
12 Το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Προϋποθέσεις απαλλαγής», προβλέπει τα εξής:
«Τα καθεστώτα ενισχύσεων, οι μεμονωμένες ενισχύσεις που χορηγούνται δυνάμει των καθεστώτων ενισχύσεων και οι ad hoc ενισχύσεις συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 2 ή 3 [ΣΛΕΕ] και απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης του άρθρου 108 παράγραφος 3 [ΣΛΕΕ], εφόσον οι ενισχύσεις αυτές πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του κεφαλαίου Ι του παρόντος κανονισμού, καθώς και τις ειδικές προϋποθέσεις για την αντίστοιχη κατηγορία ενισχύσεων που προβλέπονται στο κεφάλαιο III του παρόντος κανονισμού.»
13 Κατά το άρθρο 44 του ίδιου κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ενισχύσεις υπό μορφή μειώσεων περιβαλλοντικών φόρων δυνάμει της οδηγίας [2003/96]»:
«1. Τα καθεστώτα ενισχύσεων υπό μορφή μειώσεων των περιβαλλοντικών φόρων που πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας [2003/96] συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 3 [ΣΛΕΕ] και απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης του άρθρου 108 παράγραφος 3 [ΣΛΕΕ], εφόσον πληρούνται οι όροι του παρόντος άρθρου και του κεφαλαίου Ι.
[...]
3. Τα καθεστώτα ενισχύσεων με τη μορφή φορολογικών μειώσεων βασίζονται στη μείωση του εφαρμοστέου συντελεστή περιβαλλοντικού φόρου ή στην καταβολή ενός σταθερού ποσού αντιστάθμισης ή σε συνδυασμό αυτών των μηχανισμών.
[...]»
14 Το άρθρο 58 του κανονισμού 651/2014, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις», ορίζει τα εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις μεμονωμένες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του, εφόσον πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, με εξαίρεση το άρθρο 9.
2. Οι ενισχύσεις που δεν απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης του άρθρου 108 παράγραφος 3 [ΣΛΕΕ] δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή άλλων κανονισμών που θεσπίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 1 του προγενέστερα ισχύοντος κανονισμού 994/98 αξιολογούνται από την Επιτροπή με βάση τα σχετικά πλαίσια, κατευθυντήριες γραμμές, ανακοινώσεις και κοινοποιήσεις.
3. Μεμονωμένες ενισχύσεις που χορηγούνται πριν από την 1η Ιανουαρίου 2015 δυνάμει κανονισμών που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού [994/98] και ισχύουν κατά τον χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά και απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 108 παράγραφος 3 [ΣΛΕΕ], με εξαίρεση τις περιφερειακές ενισχύσεις. Τα καθεστώτα ενισχύσεων υπό μορφή επιχειρηματικού κεφαλαίου υπέρ [μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ)], τα οποία θεσπίστηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 2014 και απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης του άρθρου 108 παράγραφος 3 [ΣΛΕΕ] δυνάμει του κανονισμού [800/2008], εξακολουθούν να απαλλάσσονται και να συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά έως τη λήξη της συμφωνίας χρηματοδότησης, εφόσον τα δημόσια κεφάλαια που διατέθηκαν στο στηριζόμενο επενδυτικό ταμείο ιδιωτικών συμμετοχών βάσει της εν λόγω συμφωνίας δεσμεύθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2015 και εξακολουθούν να πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις απαλλαγής.
4. Κατά τη λήξη της περιόδου ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα καθεστώτα ενισχύσεων που απαλλάσσονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού εξακολουθούν να τυγχάνουν απαλλαγής στη διάρκεια περιόδου προσαρμογής έξι μηνών, με εξαίρεση τα καθεστώτα περιφερειακών ενισχύσεων. Η απαλλαγή των καθεστώτων περιφερειακών ενισχύσεων λήγει την ημερομηνία λήξης ισχύος των εγκεκριμένων χαρτών περιφερειακών ενισχύσεων. Η απαλλαγή των ενισχύσεων χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου δυνάμει του άρθρου 21 παράγραφος 2 στοιχείο α) λήγει στο τέλος της περιόδου που προβλέπεται στη συμφωνία χρηματοδότησης, εφόσον τα δημόσια κεφάλαια που διατέθηκαν στο στηριζόμενο επενδυτικό ταμείο ιδιωτικών συμμετοχών δεσμεύθηκαν βάσει της εν λόγω συμφωνίας εντός εξαμήνου από τη λήξη της περιόδου ισχύος του παρόντος κανονισμού και εξακολουθούν να πληρούνται όλες οι άλλες προϋποθέσεις απαλλαγής.»
15 Το άρθρο 59 του κανονισμού αυτού έχει ως ακολούθως:
«Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιουλίου 2014.
[...]»
Το αυστριακό δίκαιο
16 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του Energieabgabenvergütungsgesetz (νόμου περί επιστροφής φόρων επί της ενέργειας, στο εξής: EAVG) ορίζει τα εξής:
«Οι φόροι επί της ενέργειας που καταβάλλονται για τους μνημονευόμενους στην παράγραφο 3 ενεργειακούς πόρους επιστρέφονται, κατόπιν αιτήσεως, ανά ημερολογιακό έτος (οικονομική χρήση), εφόσον υπερβαίνουν (συνολικώς) το 0,5 % του ποσού της διαφοράς μεταξύ
1. των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, σημεία 1 και 2, του [Umsatzsteuergesetz 1994 (νόμου περί του φόρου κύκλου εργασιών του 1994)] και
2. των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, σημεία 1 και 2, του νόμου περί του φόρου κύκλου εργασιών του 1994, οι οποίες πραγματοποιούνται υπέρ της επιχείρησης (καθαρή αξία παραγωγής).»
17 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του EAVG συμπληρώνεται από το άρθρο 2, παράγραφος 2, του νόμου αυτού, το οποίο ορίζει τα εξής:
«1. Κατόπιν αιτήσεως του δικαιούχου, το ποσό που υπερβαίνει το αναφερόμενο στο άρθρο 1 ποσοστό επί της καθαρής αξίας παραγωγής επιστρέφεται ανά ημερολογιακό έτος (οικονομική χρήση). Στην αίτηση περιλαμβάνεται η καταναλωθείσα από την επιχείρηση ποσότητα των μνημονευόμενων στο άρθρο 1, παράγραφος 3, ενεργειακών πόρων και τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 ποσά. Η αίτηση υποβάλλεται το αργότερο πριν την παρέλευση πέντε ετών από τη συνδρομή των προϋποθέσεων επιστροφής. Η αίτηση λογίζεται ως φορολογική δήλωση. Επί της αιτήσεως εκδίδεται σχετική πράξη της φορολογικής αρχής, πρέπει δε στην αίτηση να προσδιορίζεται το συνολικό ποσό του οποίου ζητείται η επιστροφή.
2. Κατά τον υπολογισμό του ποσού επιστροφής, λαμβάνεται υπόψη είτε το όριο του 0,5 % της καθαρής αξίας παραγωγής είτε τα ακόλουθα κατ’ αποκοπήν ποσά και πιστώνεται το χαμηλότερο ποσό:
Η πίστωση του ποσού επιστροφής πραγματοποιείται κατόπιν αφαιρέσεως γενικού κατ’ αποκοπήν ποσού 400 [ευρώ]. [...]»
18 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του EAVG, όπως τροποποιήθηκε με τον Budgetbegleitgesetz (συνοδευτικό του προϋπολογισμού νόμο), της 30ής Ιουλίου 2004 (BGBl. I, 92/2004, στο εξής: BBG), προέβλεπε τα εξής:
«Δικαίωμα επιστροφής χορηγείται σε όλες τις επιχειρήσεις, εφόσον δεν προμηθεύουν τους ενεργειακούς πόρους που μνημονεύονται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, ή τη θερμότητα (ατμό ή θερμό ύδωρ) που παράγεται από τους ενεργειακούς πόρους που μνημονεύονται στο εν λόγω άρθρο 1, παράγραφος 3.»
19 O Budgetbegleitgesetz (συνοδευτικός του προϋπολογισμού νόμος), της 30ής Δεκεμβρίου 2010 (BGBl. I, 111/2010, στο εξής: BBG 2011), τροποποίησε το άρθρο 2, παράγραφος 1, του EAVG ως εξής:
«Δικαίωμα επιστροφής χορηγείται μόνο στις επιχειρήσεις που έχουν αποδεδειγμένως ως κύρια δραστηριότητα την παραγωγή ενσώματων αγαθών και εφόσον αυτές δεν προμηθεύουν τους ενεργειακούς πόρους που μνημονεύονται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, ή τη θερμότητα (ατμό ή θερμό ύδωρ) που παράγεται από τους ενεργειακούς πόρους που μνημονεύονται στο εν λόγω άρθρο 1, παράγραφος 3.»
20 Ο BBG 2011 προσέθεσε στο άρθρο 4 του EAVG την παράγραφο 7, η οποία έχει ως εξής:
«Υπό την επιφύλαξη της εγκρίσεως της [Επιτροπής], τα άρθρα 2 και 3 αντιστοίχως [όπως τροποποιήθηκαν από τον BBG 2011] τυγχάνουν εφαρμογής επί των αιτήσεων επιστροφής που αφορούν περιόδους μετά την 31η Δεκεμβρίου 2010.»
21 Σύμφωνα με την απόφαση περί παραπομπής, με τις από 15 Απριλίου 2011 κατευθυντήριες γραμμές για τους φόρους επί της ενέργειας του 2011, τις οποίες εξέδωσε το Bundesministerium für Finanzen (Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών, Αυστρία) και οι οποίες συνιστούν ερμηνευτικό βοήθημα όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την επιστροφή των φόρων επί της ενέργειας, το εν λόγω υπουργείο δήλωσε ότι, από 1ης Ιανουαρίου 2011, δικαίωμα επιστροφής των φόρων επί της ενέργειας έχουν πλέον μόνον οι επιχειρήσεις παραγωγής αγαθών.
22 Στις 29 Αυγούστου 2013 το υπουργείο τροποποίησε τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, μεταθέτοντας την ως άνω ημερομηνία στην 1η Φεβρουαρίου 2011.
Οι διαφορές των κυρίων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα
23 Με αίτηση την οποία υπέβαλε στις 29 Δεκεμβρίου 2011, η Dilly’s Wellnesshotel, η οποία διαχειρίζεται ένα ξενοδοχείο, ζήτησε την επιστροφή των φόρων επί της ενέργειας για το έτος 2011.
24 Με απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2012, η φορολογική αρχή του Linz απέρριψε την αίτηση αυτή με την αιτιολογία ότι, κατόπιν του BBG 2011, τα άρθρα 2 και 3 του EAVG περιόρισαν την επιστροφή των φόρων επί της ενέργειας, όσον αφορά τις μεταγενέστερες της 31ης Δεκεμβρίου 2010 αιτήσεις, στις επιχειρήσεις οι οποίες έχουν αποδεδειγμένα ως κύρια δραστηριότητα την παραγωγή ενσώματων αγαθών. Επομένως, η επιστροφή φόρων επί της ενέργειας σε «επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών» αποκλείεται για το χρονικό διάστημα μετά την τελευταία αυτή ημερομηνία.
25 Η Dilly’s Wellnesshotel άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης αυτής.
26 Με απόφαση της 23ης Μαρτίου 2012, το Unabhängiger Finanzsenat [ανεξάρτητο όργανο αρμόδιο για την επίλυση φορολογικών διαφορών, Αυστρία] απέρριψε την προσφυγή ως αβάσιμη.
27 Η Dilly’s Wellnesshotel προσέβαλε την ως άνω απόφαση.
28 Με απόφαση της 19ης Μαρτίου 2013, το Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Αυστρία) εξαφάνισε την εν λόγω απόφαση. Ειδικότερα, το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι το Unabhängiger Finanzsenat (ανεξάρτητο όργανο αρμόδιο για την επίλυση φορολογικών διαφορών) εσφαλμένως αρνήθηκε να αναγνωρίσει δικαίωμα επιστροφής των φόρων επί της ενέργειας για τον Ιανουάριο του 2011.
29 Με απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 2014, το Bundesfinanzgericht (ομοσπονδιακό δικαστήριο φορολογικών διαφορών, Αυστρία), το οποίο διαδέχθηκε το Unabhängiger Finanzsenat (ανεξάρτητο όργανο αρμόδιο για την επίλυση φορολογικών διαφορών), υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.
30 Με απόφαση της 21ης Ιουλίου 2016, Dilly’s Wellnesshotel (C‑493/14, EU:C:2016:577), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/2008 έχει την έννοια ότι, όταν, σε καθεστώς ενισχύσεων όπως το επίμαχο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, δεν υπάρχει ρητή παραπομπή στον εν λόγω κανονισμό, με παράθεση του τίτλου του και των στοιχείων της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το καθεστώς αυτό πληροί τις προϋποθέσεις για την εξαίρεσή του, δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, από την υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπει το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
31 Με απόφαση της 3ης Αυγούστου 2016, το Bundesfinanzgericht (ομοσπονδιακό δικαστήριο φορολογικών διαφορών) δέχθηκε την προσφυγή της Dilly’s Wellnesshotel και το αίτημά της για επιστροφή των φόρων επί της ενέργειας για ολόκληρο το έτος 2011 και όχι μόνον για τον Ιανουάριο του έτους αυτού, με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ότι, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχε απαλλαγή από την υποχρέωση κοινοποίησης, δεν είχε τεθεί σε ισχύ ο αποκλεισμός των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών από το δικαίωμα επιστροφής των φόρων επί της ενέργειας.
32 Η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η φορολογική αρχή του Linz κατά της απόφασης αυτής εκκρεμεί σήμερα ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
33 Με άλλη αίτηση της 25ης Ιουλίου 2014, η Dilly’s Wellnesshotel ζήτησε την επιστροφή των φόρων επί της ενέργειας για το χρονικό διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου 2013 και Ιανουαρίου 2014.
34 Με απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2015, η φορολογική αρχή του Kirchdorf Perg Steyr απέρριψε την αίτηση αυτή με την αιτιολογία ότι η ξενοδοχειακή εγκατάσταση αποτελεί επιχείρηση παροχής υπηρεσιών και όχι επιχείρηση της οποίας κύρια δραστηριότητα είναι η παραγωγή ενσώματων αγαθών. Κατά την ίδια, ωστόσο, από 1ης Φεβρουαρίου 2011 και εντεύθεν, οι φόροι επί της ενέργειας επιστρέφονται μόνον στις επιχειρήσεις που έχουν ως κύρια δραστηριότητα την παραγωγή ενσώματων αγαθών.
35 Με απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2017, το Bundesfinanzgericht (ομοσπονδιακό δικαστήριο φορολογικών διαφορών) δέχθηκε την προσφυγή της Dilly’s Wellnesshotel κατά της απόφασης αυτής, καθώς και το αίτημά της για επιστροφή των φόρων επί της ενέργειας, παραπέμποντας κατ’ ουσίαν στην απόφασή του της 3ης Αυγούστου 2016, η οποία μνημονεύθηκε στη σκέψη 31 της παρούσας απόφασης.
36 Η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η φορολογική αρχή του Kirchdorf Perg Steyr κατά της απόφασης της 13ης Φεβρουαρίου 2017 εκκρεμεί σήμερα ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
37 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, κατ’ εφαρμογή του EAVG όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον BBG, η επιστροφή των φόρων επί της ενέργειας συνιστά ενίσχυση η οποία εγκρίθηκε σιωπηρά και χωρίς περιορισμούς από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 3 και της αιτιολογικής σκέψης 72 της απόφασης 2005/565/ΕΚ της Επιτροπής, της 9ης Μαρτίου 2004, σχετικά με μέτρο ενίσχυσης που εφάρμοσε η Αυστρία το οποίο αφορά την έκπτωση του φόρου κατανάλωσης φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού το 2002 και το 2003 (ΕΕ 2005, L 190, σ. 13).
38 Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει επίσης ότι, σε περίπτωση που το δίκαιο της Ένωσης αποκλείει περιορισμό του κύκλου των δικαιούχων της ενίσχυσης, όπως αυτός που εισήγαγε ο BBG 2011, σύμφωνα με τον οποίον το δικαίωμα επιστροφής των φόρων επί της ενέργειας πρέπει να χορηγείται μόνον στις επιχειρήσεις οι οποίες αποδεδειγμένα έχουν ως κύρια δραστηριότητα την παραγωγή ενσώματων αγαθών, θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ η προγενέστερη εθνική ρύθμιση.
39 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι στο πλαίσιο των διαφορών των κυρίων δικών τίθενται πολλά ζητήματα δικαίου της Ένωσης, για την επίλυση των οποίων το ίδιο καλείται να ερμηνεύσει το άρθρο 4, παράγραφος 7, του EAVG, το οποίο προβλέπει ότι η νομοθετική τροποποίηση που επέφερε ο BBG 2011 έχει εφαρμογή «[υ]πό την επιφύλαξη της εγκρίσεως της [Επιτροπής]».
40 Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες, πρώτον, ως προς το αν ο περιορισμός που επέφερε στο καθεστώς ενισχύσεων ο BBG 2011 έχρηζε κοινοποίησης στην Επιτροπή.
41 Σε περίπτωση που υπήρχε υποχρέωση κοινοποίησης του επίμαχου στις κύριες δίκες τροποποιημένου καθεστώτος ενισχύσεων, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, δεύτερον, αν το γεγονός ότι η ανακοίνωση προς την Επιτροπή δεν πληρούσε όλες τις τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό 800/2008 έχει ως συνέπεια ότι οι εν λόγω ενισχύσεις πρέπει να συνεχίσουν να χορηγούνται σε όλους τους δικαιούχους στους οποίους αναφέρεται ο EAVG, όπως τροποποιήθηκε με τον BBG, με αποτέλεσμα να πρέπει να εφαρμοστεί το καθεστώς ενισχύσεων που ίσχυε πριν τη νομοθετική τροποποίηση που επέφερε ο BBG 2011.
42 Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το γεγονός ότι η φορολογική μείωση προσδιορίζεται από συγκεκριμένο τύπο υπολογισμού, ο οποίος προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία, είναι σύμφωνο προς την απαίτηση του άρθρου 44, παράγραφος 3, του κανονισμού 651/2014, σύμφωνα με την οποία ο υπολογισμός της φορολογικής μείωσης πρέπει να βασίζεται στη μείωση του εφαρμοστέου συντελεστή περιβαλλοντικού φόρου ή στην καταβολή ενός σταθερού ποσού αντιστάθμισης ή σε συνδυασμό αυτών των μηχανισμών. Επιπλέον, το δικαστήριο θέτει και ένα ερώτημα σχετικό με το χρονικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού.
43 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει τις ενώπιόν του διαδικασίες και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνιστά, σε περίπτωση όπως αυτή της υπό κρίση υποθέσεως, η τροποποίηση εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων, με την οποία το κράτος μέλος αποφασίζει ότι η έγκριση της ενισχύσεως δεν ισχύει πλέον για μια συγκεκριμένη (και αυτοτελή) κατηγορία δικαιούχων, μειώνοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, απλώς τα διατιθέμενα στο πλαίσιο υφιστάμενης ενισχύσεως ποσά, τροποποίηση καθεστώτος ενισχύσεων υποκείμενη (κατ’ αρχήν) σε κοινοποίηση βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ;
2) Στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού [800/2008], μπορεί η υποχρέωση αναστολής κατ’ άρθρον 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ να έχει, σε περίπτωση τυπικής πλημμέλειας, ως συνέπεια τη μη εφαρμογή περιορισμού που έχει θεσπιστεί για εγκεκριμένο καθεστώς ενισχύσεων, με αποτέλεσμα το κράτος μέλος να υποχρεούται εν τέλει, λόγω της υποχρεώσεως αναστολής, να καταβάλει την ενίσχυση σε συγκεκριμένους δικαιούχους (“υποχρέωση εφαρμογής”);
3) α) Πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσει ο κανονισμός [651/2014] ρύθμιση σχετική με την επιστροφή φόρων επί της ενέργειας, όπως η εξεταζόμενη στην υπό κρίση υπόθεση ρύθμιση, η οποία καθορίζει σαφώς, μέσω ρητώς προβλεπόμενης στον νόμο μεθόδου υπολογισμού, το ποσό των επιστρεφόμενων φόρων επί της ενέργειας;
β) Συνεπάγεται το άρθρο 58, παράγραφος 1, του κανονισμού [651/2014] την από τον Ιανουάριο 2011 και εντεύθεν απαλλαγή από την υποχρέωση κοινοποιήσεως της ως άνω ρυθμίσεως η οποία αφορά την επιστροφή φόρων επί της ενέργειας;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
44 Επισημαίνεται ότι η Αυστριακή Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας απέστειλε στην Επιτροπή περίληψη των πληροφοριών σχετικά με το επίμαχο στις κύριες δίκες καθεστώς ενισχύσεων, δυνάμει του οποίου η μερική επιστροφή των φόρων επί της ενέργειας που βαρύνουν το φυσικό αέριο και την ηλεκτρική ενέργεια προβλέπεται μόνον υπέρ των επιχειρήσεων οι οποίες αποδεδειγμένα έχουν ως κύρια δραστηριότητα την παραγωγή ενσώματων αγαθών, και ότι η ανακοίνωση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως κοινοποίηση που πραγματοποιήθηκε κατά τη διαδικασία απλοποιημένης κοινοποίησης, την οποία προβλέπει το άρθρο 4 του κανονισμού 794/2004.
45 Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, όπως έχει επανειλημμένα κρίνει το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η οποία στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, η διαπίστωση και η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστή. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται αποκλειστικώς επί της ερμηνείας ή του κύρους των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης βάσει της πραγματικής και νομικής κατάστασης που εκθέτει το αιτούν δικαστήριο, προκειμένου να παράσχει σε αυτό τα στοιχεία που είναι χρήσιμα για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί (απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, A-Rosa Flussschiff, C‑620/15, EU:C:2017:309, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
46 Τα ερωτήματα που υποβάλλονται εν προκειμένω στο Δικαστήριο στηρίζονται στην παραδοχή ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν κοινοποίησε στην Επιτροπή το επίμαχο στις κύριες δίκες καθεστώς ενισχύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, με το πρώτο και το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το καθεστώς αυτό υπόκειται στην υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπει η εν λόγω διάταξη ή αν απαλλάσσεται από την υποχρέωση αυτή δυνάμει του κανονισμού 651/2014, ενώ, με το δεύτερο ερώτημά του, ζητεί να προσδιοριστούν οι ενδεχόμενες συνέπειες που θα έπρεπε να αντλήσει από παράβαση της εν λόγω υποχρέωσης.
47 Οι παρατηρήσεις που υπέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου η Επιτροπή και η Dilly’s Wellnesshotel στηρίζονται επίσης στην ίδια παραδοχή. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η βάσει του κανονισμού 800/2008 ανακοίνωση συνοπτικών πληροφοριών σχετικά με την επίμαχη στις κύριες δίκες εθνική ρύθμιση δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ενδεδειγμένη κοινοποίηση βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και ότι, εξάλλου, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν χρησιμοποίησε το έντυπο απλοποιημένης κοινοποίησης που προβλέπεται στο παράρτημα II του κανονισμού 794/2004, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού αυτού.
48 Κατά συνέπεια, και με την επιφύλαξη των συνθηκών υπό τις οποίες μπορεί να θεωρηθεί ότι κοινοποίηση καθεστώτος ενισχύσεων, όπως το επίμαχο στις κύριες δίκες, πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο της υπό κρίση προδικαστικής παραπομπής, το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στην υπό κρίση υπόθεση στηριζόμενο στην παραδοχή ότι το επίμαχο στις κύριες δίκες καθεστώς ενισχύσεων δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή.
Επί του πρώτου ερωτήματος
49 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν εάν το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι εθνική ρύθμιση η οποία τροποποιεί καθεστώς ενισχύσεων, περιορίζοντας τον κύκλο των δικαιούχων των ενισχύσεων αυτών, υπόκειται κατ’ αρχήν στην υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπει η διάταξη αυτή.
50 Διευκρινίζεται εκ προοιμίου ότι το ζήτημα της εν λόγω υποχρέωσης κοινοποίησης εξετάζεται υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας απαλλαγής του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων από την υποχρέωση αυτή, λόγω εφαρμογής στο καθεστώς αυτό ενός κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία, δυνατότητας η οποία εξετάζεται στο πλαίσιο της απάντησης στο τρίτο ερώτημα.
51 Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη σκέψη 44 της παρούσας απόφασης, η επίμαχη στις κύριες δίκες εθνική ρύθμιση προβλέπει τη μερική επιστροφή των φόρων επί της ενέργειας που βαρύνουν το φυσικό αέριο και την ηλεκτρική ενέργεια αποκλειστικά υπέρ των επιχειρήσεων οι οποίες αποδεδειγμένα έχουν ως κύρια δραστηριότητα την παραγωγή ενσώματων αγαθών. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, οι πάροχοι υπηρεσιών, όπως η Dilly’s Wellnesshotel, εξαιρούνται από την επιστροφή των φόρων επί της ενέργειας.
52 Επισημαίνεται ότι, με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο στηρίζεται στην παραδοχή, η οποία εξάλλου δεν αμφισβητείται στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, ότι το προγενέστερο του επίμαχου στις κύριες δίκες καθεστώς ενισχύσεων, το οποίο αναγνώριζε δικαίωμα μερικής επιστροφής των φόρων επί της ενέργειας τόσο στις επιχειρήσεις παραγωγής αγαθών όσο και στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, εγκρίθηκε σιωπηρώς από την Επιτροπή με την απόφαση 2005/565.
53 Υπό τις συνθήκες αυτές, η εν λόγω παραδοχή, υπό την επιφύλαξη του βασίμου της, πρέπει εν προκειμένω να ληφθεί υπόψη προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό και, επομένως, το προγενέστερο του επίμαχου στις κύριες δίκες καθεστώς ενισχύσεων πρέπει να θεωρηθεί ως υφιστάμενη ενίσχυση, βάσει του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, σημείο ii, του κανονισμού 659/1999.
54 Όσον αφορά την ουσία του πρώτου ερωτήματος, υπενθυμίζεται ότι η υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπει το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία του συστήματος ελέγχου που καθιέρωσε η Συνθήκη ΛΕΕ στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, αφενός, να κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε μέτρο που σκοπεί στη θέσπιση ή τροποποίηση ενίσχυσης, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, και, αφετέρου, να μη θέτουν σε εφαρμογή τέτοιο μέτρο ενόσω εκκρεμεί η έκδοση τελικής απόφασης σχετικά με το μέτρο αυτό από το εν λόγω θεσμικό όργανο (απόφαση της 5ης Μαρτίου 2019, Eesti Pagar, C‑349/17, EU:C:2019:172, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
55 Η υποχρέωση του οικείου κράτους μέλους να κοινοποιεί κάθε νέα ενίσχυση στην Επιτροπή εξειδικεύεται στο άρθρο 2 του κανονισμού 659/1999 (απόφαση της 21ης Ιουλίου 2016, Dilly’s Wellnesshotel, C‑493/14, EU:C:2016:577, σκέψη 32).
56 Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, πρέπει να θεωρούνται ως νέες ενισχύσεις για τις οποίες ισχύει η υποχρέωση κοινοποίησης του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ τα μέτρα που λαμβάνονται μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ΛΕΕ, τα οποία σκοπούν στη θέσπιση ή στην τροποποίηση ενισχύσεων, με τη διευκρίνιση ότι οι τροποποιήσεις αυτές μπορούν να αφορούν είτε υφιστάμενες ενισχύσεις είτε αρχικά σχέδια που κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή (πρβλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 9ης Αυγούστου 1994, Namur-Les assurances du crédit, C‑44/93, EU:C:1994:311, σκέψη 13, και της 20ής Μαΐου 2010, Todaro Nunziatina & C., C‑138/09, EU:C:2010:291, σκέψη 46).
57 Ειδικότερα, κατά το άρθρο 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 659/1999, συνιστούν νέα ενίσχυση τα καθεστώτα ενισχύσεων και οι ατομικές ενισχύσεις, οι οποίες δεν αποτελούν υφιστάμενη ενίσχυση, καθώς και οι μεταβολές υφιστάμενων ενισχύσεων.
58 Όσον αφορά το τελευταίο αυτό σημείο, η μεταβολή υφιστάμενης ενίσχυσης ορίζεται, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 794/2004, ως κάθε αλλαγή, πλην των τροποποιήσεων καθαρά τυπικού ή διοικητικού χαρακτήρα, οι οποίες δεν είναι ικανές να επηρεάσουν την εκτίμηση της συμβατότητας του εκάστοτε μέτρου ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά.
59 Ειδικότερα, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 794/2004, η τροποποίηση επί το αυστηρότερο των προϋποθέσεων εφαρμογής εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων συγκαταλέγεται μεταξύ των μεταβολών που επέρχονται σε υφιστάμενες ενισχύσεις οι οποίες πρέπει, κατ’ αρχήν, να κοινοποιούνται.
60 Εξάλλου, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, για την εξέταση του αν ένα μέτρο συνιστά ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, ο κύκλος των δικαιούχων για τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση της ενίσχυσης, προκειμένου να εξακριβωθεί, ειδικότερα, αν το μέτρο αυτό έχει επιλεκτικό χαρακτήρα (πρβλ. απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2001, Adria-Wien Pipeline και Wietersdorfer & Peggauer Zementwerke, C‑143/99, EU:C:2001:598, σκέψεις 33 έως 36, καθώς και σκέψεις 40 και 55).
61 Επομένως, η τροποποίηση των κριτηρίων σύμφωνα με τα οποία προσδιορίζονται οι δικαιούχοι μιας ενίσχυσης δεν περιορίζεται σε τροποποίηση καθαρά τυπικού ή διοικητικού χαρακτήρα, αλλά αποτελεί στοιχείο τα αποτελέσματα του οποίου μπορούν να επηρεάσουν το κατά πόσον ένα μέτρο πρέπει να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και, συνεπώς, το κατά πόσον είναι αναγκαία η κοινοποίηση της ενίσχυσης αυτής σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ υποχρέωση.
62 Πράγματι, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, ο έλεγχος τον οποίον καλείται να ασκήσει το εν λόγω θεσμικό όργανο μετά τη γενόμενη δυνάμει της τελευταίας αυτής διάταξης κοινοποίηση ενός σχεδίου που έχει ως σκοπό να επιφέρει αλλαγές στον κύκλο των δικαιούχων ενός καθεστώτος ενισχύσεων, δεν περιορίζεται στην εξακρίβωση του κατά πόσον η οικεία τροποποίηση είχε ως συνέπεια τη μείωση του αριθμού των δικαιούχων, αλλά περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εκτίμηση του αν η μεταβολή των κριτηρίων εφαρμογής που προκύπτει από την εν λόγω τροποποίηση νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχείρισης ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής. Η προηγούμενη κοινοποίηση μιας τέτοιας τροποποίησης επιτρέπει ακριβώς να εξακριβωθεί αν συντρέχει τέτοια περίπτωση.
63 Κατόπιν των ανωτέρω, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι εθνική ρύθμιση, η οποία τροποποιεί καθεστώς ενισχύσεων περιορίζοντας τον κύκλο των δικαιούχων των ενισχύσεων αυτών, υπόκειται, κατ’ αρχήν, στην υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπει η διάταξη αυτή.
Επί του τρίτου ερωτήματος
Επί του δευτέρου σκέλους του τρίτου ερωτήματος
64 Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματος, το οποίο πρέπει να εξεταστεί πρώτο, καθόσον αφορά το χρονικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 651/2014, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 58, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού έχει την έννοια ότι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού, βάσει καθεστώτος ενισχύσεων όπως το επίμαχο στις διαφορές των κυρίων δικών, μπορούν, δυνάμει του ίδιου κανονισμού, να τύχουν απαλλαγής από την υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπει το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
65 Υπενθυμίζεται εκ προοιμίου ότι, κατά το άρθρο 109 ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο δύναται να εκδίδει κάθε αναγκαίο κανονισμό για την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ και ιδίως να καθορίζει τους όρους εφαρμογής του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, καθώς και τις κατηγορίες ενισχύσεων οι οποίες εξαιρούνται από τη διαδικασία που προβλέπει η τελευταία αυτή διάταξη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 108, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει κανονισμούς σχετικά με τις κατηγορίες κρατικών ενισχύσεων για τις οποίες το Συμβούλιο έχει ορίσει, σύμφωνα με το άρθρο 109 ΣΛΕΕ, ότι μπορούν να μην υπόκεινται στη διαδικασία του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (απόφαση της 5ης Μαρτίου 2019, Eesti Pagar, C‑349/17, EU:C:2019:172, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
66 Συνακόλουθα, κατ’ εφαρμογή ακριβώς του άρθρου 94 της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα άρθρου 89 ΕΚ και νυν άρθρου 109 ΣΛΕΕ) είχε εκδοθεί ο κανονισμός 994/98, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε στη συνέχεια ο κανονισμός 800/2008 (απόφαση της 5ης Μαρτίου 2019, Eesti Pagar, C‑349/17, EU:C:2019:172, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ο τελευταίος αυτός κανονισμός καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 651/2014, ο οποίος εκδόθηκε επίσης δυνάμει του κανονισμού 994/98.
67 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, παρά την υποχρέωση προηγούμενης κοινοποίησης κάθε μέτρου που σκοπεί στη θέσπιση ή την τροποποίηση ενίσχυσης, υποχρέωση η οποία επιβάλλεται στα κράτη μέλη από τις Συνθήκες και, όπως προκύπτει από τη σκέψη 54 της παρούσας απόφασης, συνιστά ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία του συστήματος ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, όταν ένα θεσπιζόμενο από κράτος μέλος μέτρο ενίσχυσης πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις του κανονισμού 651/2014, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να επικαλεστεί τη δυνατότητα απαλλαγής του από την υποχρέωση κοινοποίησης (πρβλ., όσον αφορά τον κανονισμό 800/2008, απόφαση της 21ης Ιουλίου 2016, Dilly’s Wellnesshotel, C‑493/14, EU:C:2016:577, σκέψη 36).
68 Αντιστρόφως, από το άρθρο 58, παράγραφος 2, του κανονισμού 651/2014 προκύπτει ότι οι ενισχύσεις που δεν απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δυνάμει του ίδιου κανονισμού ή άλλων προγενέστερων κανονισμών που θεσπίστηκαν βάσει του άρθρου 1 του κανονισμού 994/98 αξιολογούνται από την Επιτροπή με βάση τα πλαίσια, τις κατευθυντήριες γραμμές και τις ανακοινώσεις που έχουν εφαρμογή στην περίπτωσή τους.
69 Όπως υπενθυμίστηκε συναφώς στη σκέψη 30 της παρούσας απόφασης, με την απόφαση της 21ης Ιουλίου 2016, Dilly’s Wellnesshotel (C‑493/14, EU:C:2016:577), το Δικαστήριο έκρινε ότι καθεστώς ενισχύσεων, όπως το επίμαχο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, δεν εξαιρούνταν από την υποχρέωση κοινοποίησης δυνάμει του κανονισμού 800/2008, καθόσον το καθεστώς αυτό δεν περιείχε ρητή παραπομπή στον εν λόγω κανονισμό, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού. Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι το καθεστώς ενισχύσεων το οποίο αφορούσε η διαφορά επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση ταυτίζεται με το επίμαχο στις κύριες δίκες. Πράγματι, από το παρατιθέμενο στην εν λόγω αίτηση ιστορικό των διαφορών αυτών, όπως αυτό εκτίθεται στις σκέψεις 30 έως 32, καθώς και στις σκέψεις 35 και 36 της παρούσας απόφασης, προκύπτει ότι οι αιτήσεις αναιρέσεως που υποβλήθηκαν στο αιτούν δικαστήριο ασκήθηκαν κατά των αποφάσεων με τις οποίες το Bundesfinanzgericht (ομοσπονδιακό δικαστήριο φορολογικών διαφορών) δέχθηκε το αίτημα της Dilly’s Wellnesshotel για την επιστροφή των φόρων επί της ενέργειας, συμμορφούμενο προς την απόφαση της 21ης Ιουλίου 2016, Dilly’s Wellnesshotel (C‑493/14, EU:C:2016:577).
70 Ωστόσο, το γεγονός ότι, επειδή δεν υπάρχει ρητή παραπομπή στον κανονισμό 800/2008 στο πλαίσιο του επίμαχου στις κύριες δίκες καθεστώτος ενισχύσεων, το καθεστώς αυτό δεν μπορεί να τύχει απαλλαγής βάσει του εν λόγω κανονισμού, δεν είναι καθεαυτό ικανό να αποκλείσει το ενδεχόμενο το καθεστώς αυτό να πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις που προβλέπει ο κανονισμός 651/2014, ο οποίος, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 9 και 66 της παρούσας απόφασης, κατάργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό 800/2008. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 4 του κανονισμού 651/2014, με την επανεξέταση του κανονισμού 800/2008, ο κανονισμός 651/2014 είχε σκοπό, μεταξύ άλλων, να καθορίσει καλύτερα τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ορισμένες κατηγορίες ενισχύσεων μπορούν να θεωρηθούν συμβατές με την εσωτερική αγορά και να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής των απαλλαγών κατά κατηγορία. Επομένως, όπως προκύπτει τόσο από το άρθρο 3 όσο και από την αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού 651/2014, το ζήτημα αν μια ενίσχυση μπορεί να τύχει απαλλαγής δυνάμει του κανονισμού αυτού πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του συνόλου των προϋποθέσεων, τόσο των γενικών, όσο και των ειδικών για την εκάστοτε κατηγορία ενισχύσεων, που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 651/2014.
71 Όσον αφορά, επομένως, το αν οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει καθεστώτος ενισχύσεων, όπως το επίμαχο στις διαφορές της κύριας δίκης, μπορούν να εξαιρεθούν από την υποχρέωση κοινοποίησης δυνάμει του κανονισμού 651/2014, επισημαίνεται ότι, όπως ακριβώς και ο κανονισμός 800/2008, ο κανονισμός 651/2014 και οι προϋποθέσεις που αυτός προβλέπει πρέπει να ερμηνεύονται στενά, καθόσον κάμπτουν τον γενικό κανόνα της υποχρέωσης κοινοποίησης (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 21ης Ιουλίου 2016, Dilly’s Wellnesshotel, C‑493/14, EU:C:2016:577, σκέψη 37).
72 Υπέρ μιας τέτοιας προσέγγισης συνηγορούν οι σκοποί που επιδιώκονται με τους γενικούς κανονισμούς απαλλαγής κατά κατηγορία ενίσχυσης, όπως προσδιορίζονται στις αιτιολογικές σκέψεις 4 και 5 του κανονισμού 994/98. Ειδικότερα, μολονότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να εκδίδει τέτοιους κανονισμούς προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική εποπτεία των κανόνων ανταγωνισμού στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων και να απλουστευθεί η διοικητική διαχείριση, χωρίς να ατονίσει ο έλεγχος της Επιτροπής στον συγκεκριμένο τομέα, τέτοιοι κανονισμοί σκοπούν ομοίως στην ενίσχυση της διαφάνειας και της ασφάλειας δικαίου. Η τήρηση των όρων που προβλέπονται από τους εν λόγω κανονισμούς και, συνεπώς, και από τον κανονισμό 651/2014 εγγυάται την πλήρη επίτευξη των εν λόγω σκοπών (πρβλ. απόφαση της 21ης Ιουλίου 2016, Dilly’s Wellnesshotel, C‑493/14, EU:C:2016:577, σκέψη 38).
73 Εν προκειμένω, οι επίμαχες στις κύριες δίκες ενισχύσεις αφορούν την επιστροφή των φόρων επί της ενέργειας για το έτος 2011, καθώς και για το χρονικό διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου 2013 και Ιανουαρίου 2014, ενώ ο κανονισμός 651/2014 άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 2014, σύμφωνα με το άρθρο του 59.
74 Επισημαίνεται συναφώς ότι, όπως προκύπτει από τον ίδιο τον τίτλο του άρθρου 58 του κανονισμού 651/2014, το άρθρο αυτό προβλέπει μεταβατικές διατάξεις εφαρμοστέες στις κρατικές ενισχύσεις τις οποίες αφορούν οι διατάξεις του. Ειδικότερα, η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού ορίζει ότι ο κανονισμός 651/2014 εφαρμόζεται στις μεμονωμένες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του, εφόσον πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο κανονισμός αυτός, με εξαίρεση το άρθρο του 9, το οποίο προβλέπει υποχρεώσεις που αφορούν τη δημοσίευση των μέτρων ενίσχυσης και τη σχετική πληροφόρηση.
75 Σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο 14, του κανονισμού 651/2014, η έννοια του όρου «μεμονωμένη ενίσχυση» κατά τον κανονισμό αυτόν καλύπτει, μεταξύ άλλων, κάθε ενίσχυση που χορηγείται σε μεμονωμένους δικαιούχους βάσει καθεστώτος ενισχύσεων. Οι φορολογικές ελαφρύνσεις τις οποίες ζητεί η προσφεύγουσα στις διαφορές των κυρίων δικών εμπίπτουν στην έννοια αυτή.
76 Επομένως, σύμφωνα με το ίδιο το γράμμα του άρθρου 58, παράγραφος 1, του κανονισμού 651/2014, οι επίμαχες στις κύριες δίκες ενισχύσεις, ενώ χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού αυτού, μπορούν εντούτοις να απαλλαγούν από την υποχρέωση κοινοποίησης δυνάμει του ίδιου κανονισμού.
77 Η ερμηνεία αυτή είναι, εξάλλου, συμβατή με τον σκοπό που επιδιώκει ο κανονισμός 651/2014, ο οποίος, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη του 3, είναι να καταστήσει δυνατή την καλύτερη ιεράρχηση των προτεραιοτήτων όσον αφορά την επιβολή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 2 του εν λόγω κανονισμού, η επανεξέταση του κανονισμού 800/2008 αποτελούσε κεντρικό στοιχείο του εκσυγχρονισμού της πολιτικής της Ένωσης στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, δεδομένου ότι ο εκσυγχρονισμός αυτός προϋπέθετε την ευρύτερη αναθεώρηση των κανόνων που εφαρμόζονταν στις κρατικές ενισχύσεις και συμπεριελάμβανε στους κύριους σκοπούς του την επικέντρωση του εκ των προτέρων ελέγχου της Επιτροπής, όσον αφορά τα μέτρα ενίσχυσης, στις υποθέσεις με τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στην εσωτερική αγορά.
78 Το επιχείρημα της Dilly’s Welnesshotel ότι η παράγραφος 1 του άρθρου 58 του κανονισμού 651/2014 πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού δεν μπορεί να ανατρέψει την ερμηνεία της παραγράφου αυτής που προεκτέθηκε ανωτέρω, στη σκέψη 76 της παρούσας απόφασης. Πράγματι, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 53 των προτάσεών του, το άρθρο 58, παράγραφος 1, του κανονισμού 651/2014 ουδόλως απαιτεί να πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις λοιπές παραγράφους του ίδιου άρθρου προκειμένου να έχει εφαρμογή η εν λόγω παράγραφος 1, καθώς με καθεμία από τις παραγράφους 1 έως 4 του εν λόγω άρθρου 58 θεσπίζονται μεταβατικοί κανόνες οι οποίοι αφορούν διαφορετικές μεταξύ τους περιπτώσεις.
79 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όπως υποστηρίζουν η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή, το άρθρο 58, παράγραφος 1, του κανονισμού 651/2014 απαλλάσσει από την υποχρέωση κοινοποίησης τις μεμονωμένες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 2014, όπως οι χορηγηθείσες δυνάμει του επίμαχου στις κύριες δίκες καθεστώτος, εφόσον οι ενισχύσεις αυτές πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο κανονισμός αυτός, με εξαίρεση το άρθρο του 9.
80 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 58, παράγραφος 1, του κανονισμού 651/2014 έχει την έννοια ότι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού, βάσει καθεστώτος ενισχύσεων όπως το επίμαχο στις διαφορές των κυρίων δικών, μπορούν, δυνάμει του ίδιου κανονισμού, να τύχουν απαλλαγής από την υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπει το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
Επί του πρώτου σκέλους του τρίτου ερωτήματος
81 Στο πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται γενικώς στις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό 651/2014, χωρίς να παραθέτει συγκεκριμένη διάταξή του. Ωστόσο, από την ίδια τη διατύπωση του ερωτήματος αυτού, καθώς και από άλλες διαπιστώσεις που εκτίθενται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, όπως εκείνες που παρατίθενται στη σκέψη 42 της παρούσας απόφασης, προκύπτει ότι, με το ερώτημα αυτό, το εν λόγω δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν πληρούται στις διαφορές των κύριων δικών η προϋπόθεση του άρθρου 44, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού.
82 Ειδικότερα, η διατύπωση του πρώτου σκέλους του τρίτου ερωτήματος αναφέρεται στο γεγονός ότι η επίμαχη στις κύριες δίκες εθνική ρύθμιση ορίζει ρητώς με έναν τύπο υπολογισμού το ύψος της επιστροφής των φόρων επί της ενέργειας, ενώ το άρθρο 44, παράγραφος 3, του κανονισμού 651/2014 ορίζει ότι τα καθεστώτα ενισχύσεων με τη μορφή φορολογικών μειώσεων πρέπει να βασίζονται σε μείωση του εφαρμοστέου συντελεστή περιβαλλοντικού φόρου, στην καταβολή ενός σταθερού ποσού αντιστάθμισης ή σε συνδυασμό αμφοτέρων. Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο, μολονότι εκθέτει λεπτομερώς στην αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως τους λόγους για τους οποίους διατηρεί αμφιβολίες ως προς το αν το επίμαχο στις κύριες δίκες καθεστώς ενισχύσεων μπορεί να θεωρηθεί ότι πληροί την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή προϋπόθεση, επισημαίνει ρητώς ότι, κατά την άποψή του, τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 44, παράγραφοι 1, 2 και 4, του κανονισμού 651/2014 όσο και εκείνες που απορρέουν από διάφορες άλλες διατάξεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο I του κανονισμού αυτού πληρούνται στο πλαίσιο των διαφορών των κυρίων δικών.
83 Ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθεί ότι, με το πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματός του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν εάν το άρθρο 44, παράγραφος 3, του κανονισμού 651/2014 έχει την έννοια ότι καθεστώς ενισχύσεων, όπως το επίμαχο στις κύριες δίκες, για το οποίο το ποσό της επιστροφής των φόρων επί της ενέργειας καθορίζεται ρητώς με τύπο υπολογισμού προβλεπόμενο από την εθνική ρύθμιση η οποία θεσπίζει το καθεστώς αυτό, είναι σύμφωνο με την εν λόγω διάταξη.
84 Υπενθυμίζεται συναφώς ότι το άρθρο 3 του κανονισμού 651/2014 προβλέπει ότι συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφοι 2 ή 3, ΣΛΕΕ, και απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, μεταξύ άλλων, τα καθεστώτα ενισχύσεων και οι μεμονωμένες ενισχύσεις που χορηγούνται δυνάμει καθεστώτων ενισχύσεων, εφόσον τα εν λόγω καθεστώτα και ενισχύσεις πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του κεφαλαίου I του κανονισμού αυτού, καθώς και τις ειδικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο IΙΙ του κανονισμού αυτού για την αντίστοιχη κατηγορία ενισχύσεων.
85 Οι διατάξεις του άρθρου 44 του κανονισμού 651/2014, το οποίο περιέχεται στο κεφάλαιο III του ίδιου κανονισμού, εφαρμόζονται, όπως προκύπτει από τον ίδιο τον τίτλο του άρθρου αυτού, καθώς και από την παράγραφό του 1, στις ενισχύσεις υπό μορφή μειώσεων περιβαλλοντικών φόρων οι οποίες έχουν χορηγηθεί δυνάμει της οδηγίας 2003/96. Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ότι οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή στις διαφορές των κυρίων δικών, με την επιφύλαξη ότι οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από την οδηγία αυτή πληρούνται όντως στην περίπτωση του επίμαχου στις κύριες δίκες καθεστώτος ενισχύσεων, πράγμα που απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
86 Επομένως, όσον αφορά το ζήτημα αν ένα τέτοιο καθεστώς ενισχύσεων ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 44, παράγραφος 3, του κανονισμού 651/2014, από την επιλογή την οποία έδωσε ο νομοθέτης της Ένωσης στα κράτη μέλη βάσει της διάταξης αυτής, με την οποία επιτρέπεται στα κράτη μέλη να προβλέπουν είτε μείωση του εφαρμοστέου φορολογικού συντελεστή, είτε την καταβολή ενός σταθερού ποσού αντιστάθμισης, είτε, ακόμη, έναν συνδυασμό αμφοτέρων, προκύπτει ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό να διασφαλίσει ότι ο επιλεγόμενος μηχανισμός μείωσης της φορολογίας παρέχει τη δυνατότητα να προσδιορίζεται κατά τρόπο διαφανή η μείωση του φόρου που έχει όντως εφαρμογή στην εκάστοτε περίπτωση, ενώ συγχρόνως καταλείπει στα κράτη μέλη ορισμένο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τις λεπτομέρειες εφαρμογής του μηχανισμού αυτού.
87 Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, η αιτιολογική σκέψη 64 του κανονισμού 651/2014 διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, ότι, προκειμένου να μην αλλοιώνεται το μήνυμα σχετικά με τις τιμές που έχει ως στόχο να μεταδώσει στις επιχειρήσεις ο περιβαλλοντικός φόρος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την επιλογή να σχεδιάζουν το καθεστώς φορολογικών μειώσεων με βάση έναν μηχανισμό εκταμίευσης σταθερού ετήσιου ποσού αντιστάθμισης (επιστροφή φόρου).
88 Επισημαίνεται επίσης ότι ο σκοπός που συνίσταται στη διασφάλιση του διαφανούς χαρακτήρα του μηχανισμού υπολογισμού της μείωσης των φόρων εντάσσεται στον σκοπό τον οποίον επιδιώκει ο κανονισμός 651/2014 και ο οποίος έχει επισημανθεί με τις αιτιολογικές σκέψεις 3 έως 5 του κανονισμού αυτού, δηλαδή την ενίσχυση της διαφάνειας και του ελέγχου της τήρησης των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο Ένωσης. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 72 της παρούσας απόφασης, ο σκοπός αυτός συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων τους οποίους επιδιώκουν, κατά κανόνα, οι γενικοί κανονισμοί απαλλαγής κατά κατηγορία ενισχύσεων.
89 Εν προκειμένω, από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι οι μειώσεις της φορολογίας στις οποίες συνίστανται οι ενισχύσεις που χορηγούνται στο πλαίσιο του επίμαχου στις κύριες δίκες καθεστώτος ενισχύσεων στηρίζονται σε έναν τύπο υπολογισμού, ο οποίος καθορίζεται συγκεκριμένα στην εθνική ρύθμιση η οποία θεσπίζει το εν λόγω καθεστώς. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, οι φόροι επί της ενέργειας πρέπει να επιστρέφονται ανά ημερολογιακό έτος, εφόσον υπερβαίνουν συνολικά το 0,5 % της καθαρής αξίας παραγωγής της επιχείρησης. Επιπλέον, η εν λόγω ρύθμιση περιορίζει το ποσό της επιστροφής με σημείο αναφοράς τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας που προβλέπονται από την οδηγία 2003/96. Εξάλλου, η εθνική διοίκηση δεν διαθέτει κανένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά το ποσό της μείωσης του φόρου που προκύπτει από τον εν λόγω τύπο υπολογισμού.
90 Συνακόλουθα, στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού, το προς επιστροφή ποσό των φόρων επί της ενέργειας αντιστοιχεί είτε στη διαφορά μεταξύ του συνολικού ποσού των φόρων αυτών και του 0,5 % της καθαρής αξίας παραγωγής της δικαιούχου επιχείρησης είτε στη διαφορά μεταξύ του συνολικού ποσού των φόρων αυτών και των ελαχίστων επιπέδων φορολόγησης που ισχύουν για τις σχετικές πηγές ενέργειας. Μεταξύ των δύο αυτών τρόπων υπολογισμού εφαρμόζεται εκείνος που καθορίζει το χαμηλότερο ποσό φόρων επί της ενέργειας που πρέπει να επιστραφούν.
91 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, βάσει του τύπου υπολογισμού που προβλέπει, η επίμαχη στις κύριες δίκες εθνική ρύθμιση καθορίζει δύο πιθανούς μειωμένους συντελεστές του περιβαλλοντικού φόρου, καθώς και εκείνον από τους δύο αυτούς συντελεστές που πρέπει να εφαρμοστεί σε κάθε δικαιούχο επιχείρηση. Ένας τέτοιος τύπος υπολογισμού δεν επιτρέπει στις εθνικές αρχές να καθορίζουν ελεύθερα το ποσό του φόρου που πρέπει πράγματι να καταβάλει η επιχείρηση, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό που παρακρατείται από τις φορολογικές αρχές μετά την καταβολή της κατά τον προαναφερθέντα τρόπο υπολογισθείσας επιστροφής.
92 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, καθένας από τους εναλλακτικούς τρόπους υπολογισμού από τους οποίους αποτελείται ο τύπος υπολογισμού τον οποίον προβλέπει η επίμαχη στις κύριες δίκες εθνική ρύθμιση, όπως αυτοί παρουσιάζονται στις σκέψεις 89 και 90 της παρούσας απόφασης, συνεπάγεται μείωση του εφαρμοστέου συντελεστή περιβαλλοντικού φόρου, κατά την έννοια του άρθρου 44, παράγραφος 3, του κανονισμού 651/2014. Πράγματι, στο πλαίσιο του πρώτου από τους τρόπους αυτούς υπολογισμού, ο εφαρμοστέος φορολογικός συντελεστής μειώνεται πράγματι στο 0,5 % της καθαρής αξίας παραγωγής της δικαιούχου επιχείρησης, ενώ, στο πλαίσιο του δευτέρου τρόπου υπολογισμού, ο εφαρμοστέος φορολογικός συντελεστής μειώνεται πράγματι στο ελάχιστο επίπεδο φορολογίας που ισχύει για τη συγκεκριμένη πηγή ενέργειας.
93 Ως εκ τούτου, διαπιστώνεται ότι ένα καθεστώς ενισχύσεων όπως το επίμαχο στις κύριες δίκες στηρίζεται σε έναν από τους ειδικούς μηχανισμούς μείωσης περιβαλλοντικών φόρων που προβλέπει το άρθρο 44, παράγραφος 3, του κανονισμού 651/2014 και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρούται η προϋπόθεση την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή.
94 Η εκτίμηση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η επίμαχη στις κύριες δίκες εθνική ρύθμιση προβλέπει έναν τύπο υπολογισμού από τον οποίον προκύπτουν δύο διαφορετικοί μειωμένοι φορολογικοί συντελεστές, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 89 έως 91 της παρούσας απόφασης, η εν λόγω ρύθμιση παρέχει επίσης τη δυνατότητα να προσδιορίζεται ποιος από τους δύο αυτούς συντελεστές πρέπει πράγματι να εφαρμοστεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα η ύπαρξη δύο εναλλακτικών φορολογικών συντελεστών να μη θίγει τον σκοπό τον οποίον επιδιώκει το άρθρο 44, παράγραφος 3, του κανονισμού 651/2014, όπως αυτός εκτίθεται στις σκέψεις 86 και 87 της παρούσας απόφασης.
95 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, στο πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 44, παράγραφος 3, του κανονισμού 651/2014 έχει την έννοια ότι καθεστώς ενισχύσεων, όπως το επίμαχο στις κύριες δίκες, για το οποίο το ποσό της επιστροφής των φόρων επί της ενέργειας καθορίζεται ρητώς με τύπο υπολογισμού προβλεπόμενο από την εθνική ρύθμιση η οποία θεσπίζει το καθεστώς αυτό, είναι σύμφωνο με την εν λόγω διάταξη.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
96 Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να προσδιοριστούν οι συνέπειες που θα έπρεπε να αντλήσει για τις διαφορές των κυρίων δικών από ενδεχόμενη κρίση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία καθεστώς ενισχύσεων, όπως το επίμαχο στις διαφορές αυτές, έπρεπε να έχει κοινοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, με αποτέλεσμα οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει του καθεστώτος αυτού να πρέπει να θεωρηθούν παράνομες.
97 Ωστόσο, από τις απαντήσεις που δόθηκαν στο πρώτο και στο τρίτο ερώτημα προκύπτει ότι, παρά την υποχρέωση κοινοποίησης την οποία επιβάλλει κατ’ αρχήν το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ στην περίπτωση καθεστώτος ενισχύσεων όπως το επίμαχο στις κύριες δίκες, οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν δυνάμει του καθεστώτος αυτού κατά τα χρονικά διαστήματα τα οποία αφορούν οι διαφορές των κυρίων δικών απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 651/2014, στο μέτρο που πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο I και στο άρθρο 44 του εν λόγω κανονισμού, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
98 Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
99 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι εθνική ρύθμιση η οποία τροποποιεί καθεστώς ενισχύσεων περιορίζοντας τον κύκλο των δικαιούχων των ενισχύσεων αυτών υπόκειται, κατ’ αρχήν, στην υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπει η διάταξη αυτή.
2) Το άρθρο 58, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 651/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 [ΣΛΕΕ], έχει την έννοια ότι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού, βάσει καθεστώτος ενισχύσεων όπως το επίμαχο στις διαφορές των κυρίων δικών, μπορούν, δυνάμει του ίδιου κανονισμού, να τύχουν απαλλαγής από την υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπει το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
3) Το άρθρο 44, παράγραφος 3, του κανονισμού 651/2014 έχει την έννοια ότι καθεστώς ενισχύσεων, όπως το επίμαχο στις κύριες δίκες, για το οποίο το ποσό της επιστροφής των φόρων επί της ενέργειας καθορίζεται ρητώς με τύπο υπολογισμού προβλεπόμενο από την εθνική ρύθμιση η οποία θεσπίζει το καθεστώς αυτό, είναι σύμφωνο με την εν λόγω διάταξη.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy