ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 29ης Ιουλίου 2019 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή – Εισαγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων δηλωθέντων κακώς ως καταγωγής Τζαμάικας – Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών δασμών – Αίτηση διαγραφής δασμών – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 – Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, και άρθρο 239 – Απορριπτική απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε συγκεκριμένη υπόθεση – Κύρος»
Στην υπόθεση C‑589/17,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunal Superior de Justicia de Cataluña (ανώτερο δικαστήριο της Καταλονίας, Ισπανία) με απόφαση της 31ης Ιουλίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Οκτωβρίου 2017, στο πλαίσιο της δίκης
Prenatal SA
κατά
Tribunal Económico Administrativo Regional de Cataluña (TEARC),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Arabadjiev, πρόεδρο τμήματος, T. von Danwitz (εισηγητή) και C. Vajda, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 25ης Οκτωβρίου 2018,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
–
η Prenatal SA, εκπροσωπούμενη από τον P. Muñiz, abogado,
–
η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Jiménez García,
–
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον A. Caeiros και την S. Pardo Quintillán,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 7ης Φεβρουαρίου 2019,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά, αφενός, το κύρος της απόφασης COM(2008) 6317 τελικό της Επιτροπής, της 3ης Νοεμβρίου 2008, με την οποία διαπιστώνεται ότι δικαιολογείται η εκ των υστέρων βεβαίωση εισαγωγικών δασμών και δεν δικαιολογείται η διαγραφή των δασμών αυτών σε συγκεκριμένη περίπτωση (υπόθεση REM 03/07) (στο εξής: απόφαση REM 03/07), και, αφετέρου, την ερμηνεία του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, και του άρθρου 239 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 1992, L 302, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2700/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2000 (ΕΕ 2000, L 311, σ. 17) (στο εξής: τελωνειακός κώδικας), καθώς και του άρθρου 905, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 (ΕΕ 1993, L 253, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1335/2003 της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 2003 (ΕΕ 2003, L 187, σ. 16, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Prenatal SA και του Tribunal Económico Administrativo Regional de Cataluña (στο εξής: TEARC) [περιφερειακού οργάνου της Καταλονίας, αρμόδιου για ενστάσεις σε φορολογικές υποθέσεις, (TEARC), Ισπανία] σχετικά με την αίτηση της εν λόγω εταιρίας για την επιστροφή εισαγωγικών δασμών.
Το νομικό πλαίσιο
Η Συμφωνία του Κοτονού
3
Η συμφωνία εταιρικής σχέσης μεταξύ των μελών της ομάδας των κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού, αφενός, και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφετέρου, που υπογράφηκε στην Κοτονού στις 23 Ιουνίου 2000 (ΕΕ 2000, L 317, σ. 3), εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2003/159/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2002 (ΕΕ 2003, L 65, σ. 27) (στο εξής: Συμφωνία του Κοτονού). Μολονότι ότι η Συμφωνία του Κοτονού άρχισε να ισχύει την 1η Απριλίου 2003, εφαρμόστηκε νωρίτερα, από τις 2 Αυγούστου 2000, σύμφωνα με την απόφαση 1/2000 του Συμβουλίου Υπουργών ΑΚΕ-ΕΚ, της 27ης Ιουλίου 2000, περί μεταβατικών μέτρων που ισχύουν από τις 2 Αυγούστου 2000 μέχρι την έναρξη ισχύος της συμφωνίας εταιρικής σχέσης ΑΚΕ-ΕΚ (ΕΕ 2000, L 195, σ. 46), όπως παρατάθηκε με την απόφαση 1/2002 του Συμβουλίου Υπουργών ΑΚΕ-ΕΚ, της 31ης Μαΐου 2002 (ΕΕ 2002, L 150, σ. 55).
4
Κατά το άρθρο 3 της Συμφωνίας του Κοτονού, «τα μέρη λαμβάνουν […] τα κατάλληλα ειδικά ή γενικά μέτρα, για να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα συμφωνία και να διευκολύνουν την επίτευξη των στόχων αυτής».
5
Το άρθρο 36, παράγραφος 1, του παραρτήματος ΙV της συμφωνίας αυτής ορίζει τα ακόλουθα:
«Η Επιτροπή αντιπροσωπεύεται σε κάθε Κράτος [της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού (στο εξής: ΑΚΕ)] ή περιφερειακή ομάδα κρατών που το ζητεί ρητώς από αντιπροσωπ[ε]ία, η οποία διευθύνεται από Προϊστάμενο της Αντιπροσωπ[ε]ίας με την έγκριση του ή των ενδιαφερόμενων Κρατών ΑΚΕ. Στην περίπτωση ορισμού Προϊσταμένου της Αντιπροσωπ[ε]ίας σε μια ομάδα Κρατών ΑΚΕ, λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα ώστε ο εν λόγω Προϊστάμενος να αντιπροσωπεύεται στα άλλα κράτη, εκτός από εκείνο στο οποίο κατοικεί, από Αναπληρωτή που να διαμένει σε καθένα από τα κράτη αυτά. Ο Προϊστάμενος της Αντιπροσωπ[ε]ίας εκπροσωπεί την Επιτροπή σε όλους τους τομείς αρμοδιοτήτων της και σε όλες τις δραστηριότητές της.»
6
Το άρθρο 1 του παραρτήματος V της εν λόγω συμφωνίας προβλέπει προτιμησιακή δασμολογική μεταχείριση για τις εισαγωγές στην Ευρωπαϊκή Ένωση προϊόντων «καταγωγής των κρατών ΑΚΕ», υπό την έννοια ότι εισάγονται στην Ένωση άνευ δασμών και φόρων ισοδυνάμου αποτελέσματος.
7
Το πρωτόκολλο 1 του εν λόγω παραρτήματος V (στο εξής: πρωτόκολλο 1), το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εν λόγω παραρτήματος, αφορά τον ορισμό της έννοιας «καταγόμενα προϊόντα ή προϊόντα καταγωγής» και τις μεθόδους διοικητικής συνεργασίας. Περιλαμβάνει το άρθρο 15, με τίτλο «Διαδικασία έκδοσης πιστοποιητικού κυκλοφορίας EUR.1», το οποίο προβλέπει τα εξής:
«1. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας EUR.1 εκδίδεται από τις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής μετά από γραπτή αίτηση, που υποβάλλεται από τον εξαγωγέα ή, υπ’ ευθύνη του εξαγωγέα, από τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του.
2. Για το σκοπό αυτό, ο εξαγωγέας ή ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός του συμπληρώνουν το έντυπο του πιστοποιητικού κυκλοφορίας ΕUR.1 καθώς και το έντυπο της αίτησης, υποδείγματα των οποίων περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV. Τα έντυπα αυτά συμπληρώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος πρωτοκόλλου. Αν αυτά είναι χειρόγραφα, πρέπει να συμπληρωθούν με μελάνι και ευανάγνωστους χαρακτήρες. Η περιγραφή των προϊόντων πρέπει να αναφέρεται στο πλαίσιο που προορίζεται γι’ αυτό το σκοπό χωρίς να παρεμβάλλονται κενά διάστιχα. Όταν στο πλαίσιο υπάρχουν κενές γραμμές, πρέπει να σύρεται οριζόντια γραμμή κάτω από την τελευταία γραμμή της περιγραφής και να διαγραμμίζεται ο κενός χώρος.
3. Ο εξαγωγέας που ζητεί την έκδοση πιστοποιητικού κυκλοφορίας εμπορευμάτων ΕUR.1 πρέπει να είναι σε θέση να υποβάλει ανά πάσα στιγμή, εάν του ζητηθεί από τις τελωνειακές αρχές του κράτους ΑΚΕ εξαγωγής στο οποίο εκδίδεται το πιστοποιητικό κυκλοφορίας ΕUR.1, κάθε κατάλληλο έγγραφο για την απόδειξη του χαρακτήρα καταγωγής των σχετικών προϊόντων καθώς και της τήρησης των λοιπών όρων του παρόντος πρωτοκόλλου.
4. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων ΕUR.1 εκδίδεται από τις τελωνειακές αρχές του κράτους ΑΚΕ εξαγωγής, εάν τα σχετικά προϊόντα μπορεί να θεωρηθούν ως προϊόντα καταγόμενα από τα κράτη ΑΚΕ ή κάποια από τις άλλες χώρες που αναφέρονται στο άρθρο 6 και πληρούν τις λοιπές απαιτήσεις του παρόντος πρωτοκόλλου.
5. Οι τελωνειακές αρχές που εκδίδουν το πιστοποιητικό λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την επαλήθευση του χαρακτήρα καταγωγής των προϊόντων και της τήρησης των λοιπών όρων του παρόντος πρωτοκόλλου. Για το σκοπό αυτό, αυτές έχουν το δικαίωμα να ζητούν την προσκόμιση κάθε αποδεικτικού στοιχείου και να διενεργούν ελέγχους των λογιστικών βιβλίων του εξαγωγέα καθώς και οποιονδήποτε άλλο έλεγχο κρίνουν αναγκαίο. […]»
8
Το άρθρο 31 του εν λόγω πρωτοκόλλου, με τίτλο «Αμοιβαία συνδρομή», ορίζει στην παράγραφο 2 τα εξής:
«Για να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου, η Κοινότητα, οι [υπερπόντιες χώρες και εδάφη (στο εξής: ΥΧΕ)], τα κράτη ΑΚΕ παρέχουν αμοιβαία συνδρομή, μέσω των αρμοδίων τελωνειακών υπηρεσιών, για τον έλεγχο της γνησιότητας των πιστοποιητικών κυκλοφορίας εμπορευμάτων ΕUR.1, των δηλώσεων τιμολογίου ή των δηλώσεων προμηθευτή και της ακρίβειας των πληροφοριών που περιέχονται σ’ αυτά τα έγγραφα.
Οι αρχές με τις οποίες διενεργούνται οι διαβουλεύσεις παρέχουν τις σχετικές πληροφορίες για τις συνθήκες παραγωγής του προϊόντος, αναφέροντας ειδικότερα τους όρους τήρησης των κανόνων καταγωγής στα διάφορα κράτη ΑΚΕ, στα κράτη μέλη και στις ΥΧΕ.»
9
Το άρθρο 32 του εν λόγω πρωτοκόλλου, με τίτλο «Έλεγχος των πιστοποιητικών καταγωγής», ορίζει, στις παραγράφους 1, 3 και 7 τα εξής:
«1. Ο μεταγενέστερος έλεγχος των πιστοποιητικών καταγωγής πραγματοποιείται δειγματοληπτικά ή κάθε φορά που οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής έχουν βάσιμες αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα τέτοιων εγγράφων, το χαρακτήρα καταγωγής των σχετικών προϊόντων ή την εκπλήρωση των λοιπών απαιτήσεων του παρόντος πρωτοκόλλου.
[…]
3. Ο έλεγχος διενεργείται από τις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής. Για το σκοπό αυτό, αυτές έχουν το δικαίωμα να ζητούν την προσκόμιση κάθε αποδεικτικού στοιχείου και να διενεργούν ελέγχους των λογιστικών βιβλίων του εξαγωγέα καθώς και οποιονδήποτε άλλο έλεγχο κρίνουν αναγκαίο.
[…]
7. Όταν από τη διαδικασία ελέγχου ή από οποιαδήποτε άλλη διαθέσιμη πληροφορία προκύπτουν ενδείξεις ότι οι διατάξεις του παρόντος πρωτοκόλλου παραβιάζονται, το κράτος ΑΚΕ με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήσεως της Κοινότητας διεξάγει τις κατάλληλες έρευνες ή φροντίζει για τη διεξαγωγή τους με τη δέουσα ταχύτητα ώστε τέτοιες παραβιάσεις να προσδιορίζονται και να προλαμβάνονται, δύναται δε, να καλεί την Κοινότητα να συμμετέχει στις εν λόγω έρευνες.»
10
Κατά το άρθρο 37 του πρωτοκόλλου 1:
«1. Συγκροτείται επιτροπή τελωνειακής συνεργασίας, εφεξής ”η επιτροπή”, αρμόδια για την υλοποίηση της διοικητικής συνεργασίας ενόψει της ορθής και ομοιόμορφης εφαρμογής του παρόντος πρωτοκόλλου καθώς και για την ανάληψη οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας που ενδέχεται να της ανατεθεί στον τελωνειακό τομέα.
2. Η επιτροπή υποχρεούται να εξετάζει τακτικά τις συνέπειες για τα κράτη ΑΚΕ και ειδικότερα για τα λιγότερα ανεπτυγμένα κράτη ΑΚΕ, της εφαρμογής των κανόνων καταγωγής και να προτείνει στο Συμβούλιο των Υπουργών τα κατάλληλα μέτρα.
3. Η επιτροπή λαμβάνει αποφάσεις για τη σώρευση υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 6.
4. Η επιτροπή λαμβάνει αποφάσεις για παρεκκλίσεις από το παρόν πρωτόκολλο υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 38.
[…]
6. Η επιτροπή αποτελείται, αφενός, από εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και από υπαλλήλους της Επιτροπής αρμόδιους για τελωνειακά θέματα και, αφετέρου, από εμπειρογνώμονες που εκπροσωπούν τα κράτη ΑΚΕ και από υπαλλήλους περιφερειακών ενώσεων των κρατών ΑΚΕ αρμόδιους για τελωνειακά θέματα. Η επιτροπή μπορεί να ζητεί συγκεκριμένη εμπειρογνωμοσύνη όταν το κρίνει αναγκαίο.»
Ο τελωνειακός κώδικας
11
Το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα ορίζει τα εξής:
«Εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 217 παράγραφος 1 δεύτερο και τρίτο εδάφιο, δεν επιτρέπεται εκ των υστέρων βεβαίωση όταν:
[…]
β)
το νομίμως οφειλόμενο ποσό των δασμών δεν βεβαιώθηκε από λάθος των ίδιων των τελωνειακών αρχών, το οποίο λογικά δεν μπορούσε να ανακαλυφθεί από τον οφειλέτη, εφόσον ο τελευταίος ενήργησε με καλή πίστη και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση.
Όταν το προτιμησιακό καθεστώς ενός εμπορεύματος θεσπίζεται βάσει συστήματος διοικητικής συνεργασίας με τη συμμετοχή των αρχών τρίτης χώρας, η χορήγηση πιστοποιητικού από τις εν λόγω αρχές, εφόσον αυτό αποδειχθεί ανακριβές, συνιστά σφάλμα το οποίο δεν όφειλε ευλόγως να έχει γίνει αντιληπτό κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου.
Η έκδοση ανακριβούς πιστοποιητικού, ωστόσο, δεν συνιστά σφάλμα εάν το πιστοποιητικό βασίζεται σε ανακριβή έκθεση των γεγονότων εκ μέρους του εξαγωγέα, εκτός εάν, ιδίως, είναι προφανές ότι οι αρμόδιες για την έκδοσή του αρχές γνώριζαν ή θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι τα εμπορεύματα δεν πληρούν τους απαιτούμενους όρους προκειμένου να επωφεληθούν προτιμησιακής μεταχείρισης.
[…]»
12
Κατά το άρθρο 239 του κώδικα αυτού:
«1. Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε περιπτώσεις διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στα άρθρ[α] 236, 237 και 238, οι οποίες:
–
καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής,
–
προκύπτουν από περιστάσεις που δεν συνεπάγονται ούτε δόλο ούτε πρόδηλη αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερόμενου. Οι καταστάσεις στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, καθώς και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής. Η επιστροφή ή διαγραφή είναι δυνατόν να υπόκειται σε ειδικούς όρους.
2. Η επιστροφή ή η διαγραφή δασμών για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, παραχωρείται κατόπιν υποβολής αιτήσεως στο αρμόδιο τελωνείο πριν από την εκπνοή προθεσμίας δώδεκα μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης του χρέους των εν λόγω δασμών στον οφειλέτη.
[…]»
Ο κανονισμός εφαρμογής
13
Το μέρος IV του κανονισμού εφαρμογής, το οποίο αφορά την τελωνειακή οφειλή, περιλαμβάνει τον τίτλο ΙΙΙ που επιγράφεται «Είσπραξη του ποσού της τελωνειακής οφειλής». Ο τίτλος αυτός περιλαμβάνει τα άρθρα 868 έως 876α του εν λόγω κανονισμού, τα οποία διέπουν τις αιτήσεις που υποβάλλονται βάσει του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα. Το άρθρο 871 του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:
«1. Η τελωνειακή αρχή διαβιβάζει την υπόθεση στην Επιτροπή για να τη διευθετήσει σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 872 έως 876 όταν κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 220 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κώδικα και:
–
θεωρεί είτε ότι η Επιτροπή διέπραξε λάθος κατά την έννοια του άρθρου 220 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κώδικα είτε
–
ότι οι περιστάσεις στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουν σχέση με τα αποτελέσματα κοινοτικής έρευνας που διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 515/97 του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 1997, περί της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και της συνεργασίας των αρχών αυτών με την Επιτροπή με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών και γεωργικών ρυθμίσεων [(ΕΕ 1997, L 82, σ. 1),] ή σύμφωνα με κάθε άλλη κοινοτική διάταξη ή συμφωνία που έχει συνάψει η Επιτροπή με ορισμένες χώρες ή ομάδες χωρών, όπου προβλέπεται η δυνατότητα διενέργειας τέτοιων κοινοτικών ερευνών, ή
[…]
2. Η διαβίβαση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δεν επιτρέπεται όταν:
[…]
–
η Επιτροπή ήδη ασχολείται με υπόθεση η οποία παρουσιάζει παρόμοια πραγματικά και νομικά στοιχεία.
3. Ο φάκελος που διαβιβάζεται στην Επιτροπή πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την ολοκληρωμένη εξέταση της υπόθεσης. […]
[…]
6. Η Επιτροπή επιστρέφει το φάκελο στην τελωνειακή αρχή και θεωρείται ότι η διαδικασία που αναφέρεται στα άρθρα 872 έως 876 ουδέποτε άρχισε, εφόσον υπάρχει μια από τις παρακάτω περιπτώσεις:
[…]
–
δεν πρέπει να διαβιβαστεί ο φάκελος σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2,
[…]».
14
Το άρθρο 873, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής ορίζει τα εξής:
«Ύστερα από διαβουλεύσεις με ομάδα εμπειρογνωμόνων που απαρτίζεται από αντιπροσώπους όλων των κρατών μελών οι οποίοι συνέρχονται στο πλαίσιο της επιτροπής για να εξετάσουν τη συγκεκριμένη υπόθεση, η Επιτροπή αποφασίζει είτε ότι η εξετασθείσα περίπτωση δικαιολογεί την εκ των υστέρων βεβαίωση των εν λόγω δασμών είτε ότι δεν τη δικαιολογεί.»
15
Στο κεφάλαιο 3 του κανονισμού εφαρμογής, με τίτλο «Ειδικές διατάξεις για την εφαρμογή του άρθρου 239 του κώδικα», το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο IV του μέρους IV του εν λόγω κανονισμού, το άρθρο 905 του μέρους IV του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«1. Όταν η αίτηση επιστροφής ή διαγραφής που αναφέρεται στο άρθρο 239 παράγραφος 2 του κώδικα συνοδεύεται από αποδεικτικά στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν ειδικές περιστάσεις που δεν οφείλονται σε δόλο ή προφανή αμέλεια του ενδιαφερομένου, το κράτος μέλος, στο οποίο υπάγεται η τελωνειακή αρχή, διαβιβάζει το φάκελο στην Επιτροπή για να ληφθεί απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 906 έως 909:
[…]
–
όταν θεωρεί ότι οι περιστάσεις στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουν σχέση με τα αποτελέσματα κοινοτικής έρευνας που διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 515/97 ή [σύμφωνα] με κάθε άλλη κοινοτική διάταξη ή συμφωνία που έχει συνάψει η Επιτροπή με ορισμένες χώρες ή ομάδες χωρών, όπου προβλέπεται η δυνατότητα διενέργειας τέτοιων κοινοτικών ερευνών ή
[…]
2. Η διαβίβαση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δεν επιτρέπεται όταν:
[…]
–
η Επιτροπή ήδη ασχολείται με υπόθεση η οποία παρουσιάζει παρόμοια πραγματικά και νομικά στοιχεία.
3. Ο φάκελος που διαβιβάζεται στην Επιτροπή πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την ολοκληρωμένη εξέταση της υπόθεσης. […]
[…]
6. Η Επιτροπή επιστρέφει το φάκελο στην τελωνειακή αρχή και θεωρείται ότι η διαδικασία που αναφέρεται στα άρθρα 906 έως 909 ουδέποτε άρχισε, εφόσον υπάρχει μια από τις παρακάτω περιπτώσεις:
[…]
–
δεν πρέπει να διαβιβαστεί ο φάκελος σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2,
[…]».
16
Κατά το άρθρο 907, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής:
«Ύστερα από διαβουλεύσεις με ομάδα εμπειρογνωμόνων που απαρτίζεται από αντιπροσώπους όλων των κρατών μελών που συνέρχονται στο πλαίσιο της επιτροπής για να εξετάσουν τη συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή αποφασίζει είτε ότι η εκάστοτε εξεταζόμενη περίπτωση δικαιολογεί την επιστροφή ή τη διαγραφή είτε ότι δεν την δικαιολογεί.»
Η απόφαση REM 03/07
17
Η απόφαση REM 03/07 αφορά αίτηση διαγραφής εισαγωγικών δασμών σχετικά με κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα τα οποία καλύπτονταν από πιστοποιητικά κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR.1 (στο εξής: πιστοποιητικά EUR.1) εκδοθέντα από τις τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας και τα οποία εισήχθησαν στην Ένωση κατά τη διάρκεια των ετών 2002 έως 2005.
18
Στην ως άνω απόφαση, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι τα εν λόγω προϊόντα, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, έγιναν δεκτά για εισαγωγή στην Ένωση χωρίς εισαγωγικούς δασμούς, καθόσον καλύπτονταν από πιστοποιητικά EUR.1 με τα οποία πιστοποιούνταν η καταγωγή τους από την Τζαμάικα. Η Επιτροπή, κατόπιν αποστολής αφορώσας τον προσδιορισμό της καταγωγής τους, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2005, εκτίμησε ότι η καταγωγή αυτή καθώς και η συνακόλουθη προτιμησιακή δασμολογική μεταχείριση των ως άνω εμπορευμάτων στηρίχθηκαν σε ανακριβή παρουσίαση των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους των Τζαμαϊκανών εξαγωγέων.
19
Με την εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή έκρινε, πρώτον, ότι, εν προκειμένω, οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας δεν διέπραξαν σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα και, δεύτερον, ότι δεν συνέτρεχαν ειδικές περιστάσεις κατά την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα. Ως εκ τούτου, χωρίς να εξετάσει τις λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις, αποφάσισε ότι ήταν δικαιολογημένη η εκ των υστέρων βεβαίωση των εισαγωγικών δασμών και όχι η διαγραφή των δασμών αυτών στη συγκεκριμένη περίπτωση που αποτελούσε το αντικείμενο της εν λόγω απόφασης.
20
Κατά της αποφάσεως REM 03/07 ασκήθηκε, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προσφυγή ακυρώσεως από την εταιρία που ζήτησε τη διαγραφή των εισαγωγικών δασμών στη συγκεκριμένη περίπτωση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση. Με διάταξη της 9ης Δεκεμβρίου 2013, στην υπόθεση El Corte Inglés κατά Επιτροπής (T-38/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:675), το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι παρείλκε η έκδοση απόφασης επί της εν λόγω προσφυγής, κρίνοντας ότι η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου κατόπιν της ακυρώσεως της πράξης καταλογισμού εισαγωγικών δασμών και ότι η απόφαση REM 03/07 δεν ήταν δυνατό να παραγάγει έννομα αποτελέσματα που να επηρεάζουν τη νομική κατάσταση της εν λόγω εταιρίας.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
21
Κατά τα έτη 2002 έως 2004, η Prenatal εισήγε ενδύματα στην Ισπανία, προσκομίζοντας πιστοποιητικά EUR.1 εκδοθέντα από τις αρχές της Τζαμάικας, στα οποία αναγραφόταν η προτιμησιακή καταγωγή «Τζαμάικα». Με βάση τα εν λόγω πιστοποιητικά, οι ισπανικές τελωνειακές αρχές υπήγαγαν τις εν λόγω εισαγωγές σε προτιμησιακή δασμολογική μεταχείριση δυνάμει του άρθρου 1 του παραρτήματος V της Συμφωνίας του Κοτονού.
22
Τον Μάρτιο του 2005, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) διεξήγαγε κοινή έρευνα με αντιπροσώπους πολλών κρατών μελών προκειμένου να επαληθεύσει την καταγωγή των ενδυμάτων που εισήχθησαν στην Ένωση με τα εν λόγω πιστοποιητικά καταγωγής EUR.1. Στην έκθεση αποστολής της (στο εξής: έκθεση της OLAF του 2005), η OLAF διαπίστωσε ότι τα ενδύματα που εισήχθησαν από την Prenatal είχαν κατασκευαστεί με συρραφή τεμαχίων εισαχθέντων από την Κίνα ή το Χονγκ Κονγκ και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως καταγωγής Τζαμάικας, κατά την έννοια των κανόνων της Συμφωνίας του Κοτονού.
23
Βάσει των πορισμάτων της ως άνω έρευνας οι αρχές της Τζαμάικας ακύρωσαν τα επίμαχα πιστοποιητικά EUR.1 για τη σχετική περίοδο. Μετά την ακύρωση των εν λόγω πιστοποιητικών, οι ισπανικές αρχές προέβησαν στην εκ των υστέρων είσπραξη του ποσού των δασμών που όφειλε η Prenatal για τις εν λόγω εισαγωγές.
24
Στις 10 Μαΐου 2006, η Prenatal υπέβαλε ενώπιον της Dependencia Regional de Aduanas de la Delegación Especial de Cataluña (περιφερειακής υπηρεσίας δασμών της Ειδικής Αντιπροσωπείας της Καταλονίας, Ισπανία) (στο εξής: περιφερειακή υπηρεσία δασμών) αίτηση επιστροφής των δασμών αυτών δυνάμει του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα.
25
Η περιφερειακή υπηρεσία δασμών, κρίνοντας ότι η Prenatal, με την επιχειρηματολογία της προς στήριξη της αίτησης αυτής, έβαλλε κατά των πορισμάτων της έκθεσης της OLAF του 2005, διαβίβασε την εν λόγω αίτηση και τον σχετικό φάκελο στην Επιτροπή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 905, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής. Η Επιτροπή έκρινε ότι η περίπτωση της Prenatal ήταν παρεμφερής, από απόψεως νομικών και πραγματικών στοιχείων, με άλλη περίπτωση, και συγκεκριμένα με την περίπτωση που αποτελούσε αντικείμενο της υπόθεσης REM 03/07, και επέστρεψε τον φάκελο στην τελωνειακή αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 905, παράγραφος 6, του κανονισμού εφαρμογής.
26
Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως RΕΜ 03/07 από την Επιτροπή, η αίτηση επιστροφής της Prenatal απορρίφθηκε από την περιφερειακή υπηρεσία δασμών, όπως και η επακόλουθη ένστασή της ενώπιον του TEARC. Ως εκ τούτου, η εν λόγω εταιρία προσέφυγε ενώπιον του Tribunal Superior de Justicia de Cataluña (ανώτερου δικαστηρίου της Καταλονίας, Ισπανία).
27
Κατά τη διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η Prenatal εξέφρασε αμφιβολίες όσον αφορά το κύρος της απόφασης REM 03/07 για τον λόγο ότι η Επιτροπή υπέπεσε, κατ’ αυτήν, σε πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας ότι οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας δεν είχαν διαπράξει σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα και ότι δεν συνέτρεχαν ειδικές περιστάσεις κατά την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα. Το TΕARC αντέκρουσε την επιχειρηματολογία αυτή.
28
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal Superior de Justicia de Cataluña (ανώτερο δικαστήριο της Καταλονίας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Προσκρούει στο δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως στο άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, και στο άρθρο 239 του κοινοτικού [τελωνειακού κώδικα] η [απόφαση REM 03/07], με την οποία διαπιστώθηκε ότι επιβάλλεται η εκ των υστέρων βεβαίωση των εισαγωγικών δασμών και ότι η διαγραφή των δασμών αυτών δεν δικαιολογείται σε μια συγκεκριμένη περίπτωση;
2)
Όταν έχει υποβληθεί αίτηση διαγραφής και η Επιτροπή κοινοποιεί απόφαση με την οποία διαπιστώνεται ότι η υπόθεση παρουσιάζει πραγματικά και νομικά στοιχεία παρεμφερή προς εκείνα άλλης υποθέσεως επί της οποίας έχει αποφανθεί προγενέστερα ή απόφαση περί υπάρξεως παρεμφερούς εκκρεμούσας υποθέσεως, πρέπει κάποια από τις ως άνω πράξεις να θεωρείται νομική πράξη, δεσμευτική για τις αρχές του κράτους μέλους στο οποίο ζητείται η διαγραφή τελωνειακών δασμών, κατά της οποίας μπορεί, ως εκ τούτου, να ασκηθεί προσφυγή από τον αιτούντα τη διαγραφή των τελωνειακών δασμών (άρθρο 239 του [τελωνειακού κώδικα]) ή τη μη βεβαίωση των δασμών αυτών (άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, [του ως άνω κώδικα]);
3)
Σε περίπτωση που κριθεί ότι δεν πρόκειται για απόφαση της Επιτροπής με νομικά δεσμευτικό περιεχόμενο, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να εκτιμήσουν αν στην οικεία περίπτωση συντρέχουν παρεμφερή πραγματικά ή νομικά στοιχεία;
4)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, εφόσον πραγματοποιηθεί η σχετική εξέταση και διαπιστωθεί ότι δεν συντρέχουν τέτοια στοιχεία, εφαρμόζεται το άρθρο 905, παράγραφος 1, του κανονισμού [εφαρμογής], και συνακόλουθα υποχρεούται η Επιτροπή να εκδώσει απόφαση με περιεχόμενο νομικά δεσμευτικό για τις εν λόγω εθνικές αρχές;»
Επί του αιτήματος επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας
29
Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Φεβρουαρίου 2019, η Prenatal ζήτησε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 83 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, για τον λόγο ότι οι προτάσεις της γενικής εισαγγελέα δεν έλαβαν υπόψη πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατά την εν λόγω εταιρία, είναι καθοριστικά για την εκτίμηση του κύρους της απόφασης REM 03/07.
30
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 252, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ο γενικός εισαγγελέας διατυπώνει δημοσία, με πλήρη αμεροληψία και ανεξαρτησία, αιτιολογημένες προτάσεις επί των υποθέσεων οι οποίες, σύμφωνα με τον Οργανισμό του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτούν την παρέμβασή του. Το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται ούτε από τις προτάσεις αυτές ούτε από την αιτιολογία βάσει της οποίας ο γενικός εισαγγελέας καταλήγει στις εν λόγω προτάσεις. Επομένως, η διαφωνία οποιουδήποτε από τους ενδιαφερομένους με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, όποια και αν είναι τα ζητήματα που εξετάζει ο γενικός εισαγγελέας με τις προτάσεις του αυτές, δεν μπορεί να συνιστά αυτή καθεαυτήν λόγο που δικαιολογεί την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας (απόφαση της 21ης Μαρτίου 2019, Verkehrsbetrieb Hüttebräucker και Rhenus Veniro, C-266/17 και C‑267/17, EU:C:2019:241, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
31
Αντιθέτως, το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 83 του Κανονισμού Διαδικασίας, ιδίως αν κρίνει ότι δεν έχει διαφωτιστεί επαρκώς ή, ακόμη, όταν, προς επίλυση της διαφοράς, το Δικαστήριο χρειάζεται να στηριχτεί σε επιχείρημα επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων ή των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδιαφερομένων.
32
Εν προκειμένω, η Prenatal, με την αίτησή της για επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, δηλώνει, κατ’ ουσίαν, απλώς τη διαφωνία της με τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα και δεν προβάλλει κανένα νέο επιχείρημα βάσει του οποίου θα έπρεπε να επιλυθεί η παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, εκτιμά ότι έχει στη διάθεσή του όλα τα αναγκαία στοιχεία για να αποφανθεί επί της ενώπιόν του αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως και ότι αυτή δεν χρειάζεται να εξετασθεί υπό το πρίσμα επιχειρήματος το οποίο δεν έχει συζητηθεί ενώπιόν του.
33
Συνεπώς, το αίτημα επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
34
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να εκτιμήσει το κύρος της απόφασης REM 03/07 βάσει του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα καθώς και του άρθρου 239 του εν λόγω κώδικα.
35
Εισαγωγικώς, επισημαίνεται ότι με την απόφαση REM 03/07, η Επιτροπή απέρριψε αίτηση διαγραφής των εισαγωγικών δασμών σε μια συγκεκριμένη περίπτωση βάσει του τελωνειακού κώδικα και του κανονισμού εφαρμογής, ειδικότερα δε, αφενός, του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κώδικα, σε συνδυασμό με τα άρθρα 871 και 873 του κανονισμού εφαρμογής, καθώς και, αφετέρου, του άρθρου 239 του εν λόγω κώδικα σε συνδυασμό με τα άρθρα 905 και 907 του ως άνω κανονισμού. Όταν το θεσμικό αυτό όργανο αποφασίζει, βάσει των διατάξεων αυτών, επί τέτοιας αιτήσεως, καλείται να εξετάσει το ίδιο, αντί των τελωνειακών αρχών του κράτους μέλους εισαγωγής, τις προϋποθέσεις εισαγωγής ορισμένων εμπορευμάτων και την εφαρμογή των σχετικών τελωνειακών κανόνων (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Επιτροπή κατά Combaro, C‑574/17 P, EU:C:2018:598, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
36
Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα, δεν επιτρέπεται εκ των υστέρων βεβαίωση εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών όταν «το νομίμως οφειλόμενο ποσό των δασμών δεν βεβαιώθηκε από λάθος των ίδιων των τελωνειακών αρχών, το οποίο λογικά δεν μπορούσε να ανακαλύψει ο οφειλέτης, εφόσον ο τελευταίος ενήργησε με καλή πίστη και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση». Οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην εν λόγω διάταξη είναι σωρευτικές (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 2007, Agrover, C-173/06, EU:C:2007:612, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και της 15ης Δεκεμβρίου 2011, Afsia Knits Deutschland, C-409/10, EU:C:2011:843, σκέψη 47).
37
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα αποτελεί γενική ρήτρα επιείκειας συνεπαγόμενη τη διαγραφή των εισαγωγικών δασμών εφόσον πληρούνται δύο προϋποθέσεις, ήτοι η συνδρομή ειδικών περιστάσεων και η απουσία πρόδηλης αμέλειας και δόλου εκ μέρους του υπόχρεου (απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Επιτροπή κατά Combaro, C‑574/17 P, EU:C:2018:598, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
38
Εν προκειμένω, η Επιτροπή έκανε δεκτό, αφενός, ότι οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας δεν διέπραξαν σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κώδικα όταν εξέδωσαν τα εν λόγω πιστοποιητικά EUR.1 και, αφετέρου, ότι δεν συνέτρεχαν ειδικές περιστάσεις κατά την έννοια του άρθρου 239 του εν λόγω κώδικα, που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη διαγραφή των καταβληθέντων εισαγωγικών δασμών. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε, χωρίς να εξετάσει τις λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπονται στις εν λόγω διατάξεις, ότι δεν πρέπει να χορηγηθεί η ζητηθείσα διαγραφή των εισαγωγικών δασμών στην περίπτωση που αποτελούσε αντικείμενο της απόφασης REM 03/07.
39
Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η Prenatal ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, με την απόφαση εκείνη, ότι δεν υπήρχε σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα και ότι δεν συνέτρεχαν ειδικές περιστάσεις κατά την έννοια του άρθρου 239 του κώδικα αυτού. Στη συνέχεια, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο για το κύρος της εν λόγω απόφασης σε σχέση με τις απαιτήσεις των ως άνω διατάξεων.
Επί της υπάρξεως σφάλματος, κατά την έννοια του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα
40
Κατά το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, δεύτερο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα, η έκδοση από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές τρίτης χώρας ανακριβούς πιστοποιητικού EUR.1 συνιστά, κατ’ αρχήν, «λάθος […] το οποίο λογικά δεν μπορούσε να ανακαλυφθεί» από τον οφειλέτη, κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου της εν λόγω διάταξης. Ωστόσο, το τρίτο εδάφιο της διάταξης αυτής διευκρινίζει ότι «η έκδοση ανακριβούς πιστοποιητικού […] δεν συνιστά σφάλμα εάν το πιστοποιητικό βασίζεται σε ανακριβή έκθεση των γεγονότων εκ μέρους του εξαγωγέα, εκτός εάν, ιδίως, είναι προφανές ότι οι αρμόδιες για την έκδοσή του αρχές γνώριζαν ή θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι τα εμπορεύματα δεν πληρούν τους απαιτούμενους όρους προκειμένου να επωφεληθούν προτιμησιακής μεταχείρισης».
41
Όσον αφορά την ύπαρξη σφάλματος, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, σε περίπτωση όπως αυτή επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση REM 03/07, δεν αμφισβητείται ότι τα επίμαχα πιστοποιητικά EUR.1 που εκδόθηκαν από τις τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας ήταν ανακριβή, δεδομένου ότι τα σχετικά προϊόντα κατασκευάστηκαν, στη Τζαμάικα, όχι αποκλειστικά από νήματα, αλλά από ενδύματα καταγωγής Κίνας και, ως εκ τούτου, δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να τύχουν της προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης των προϊόντων καταγωγής των κρατών ΑΚΕ βάσει της Συμφωνίας του Κοτονού. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι τα εν λόγω πιστοποιητικά καταρτίστηκαν με βάση ανακριβή έκθεση των γεγονότων από τον εξαγωγέα των σχετικών προϊόντων και τον προμηθευτή του, που είναι εγκατεστημένοι σε μια από τις ελεύθερες ζώνες της Τζαμάικας.
42
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξακριβωθεί αν, όπως απαιτείται από το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, τρίτο εδάφιο, in fine, του τελωνειακού κώδικα, ήταν προφανές ότι οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας γνώριζαν ή θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι τα οικεία εμπορεύματα δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να τύχουν της προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης βάσει της Συμφωνίας του Κοτονού.
43
Συναφώς, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, αυτός που επικαλείται την εξαίρεση που περιλαμβάνεται, in fine, στην ως άνω διάταξη φέρει το βάρος να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της (πρβλ. απόφαση της 9ης Μαρτίου 2006, Beemsterboer Coldstore Services, C-293/04, EU:C:2006:162, σκέψη 45, και διάταξη της 1ης Ιουλίου 2010, DSV Road κατά Επιτροπής, C‑358/09 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2010:398, σκέψη 58). Συνεπώς, κάθε πρόσωπο που νομιμοποιείται να αμφισβητήσει τη νομιμότητα ή το κύρος μιας απόφασης της Επιτροπής με βάση το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, τρίτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα φέρει το βάρος να αποδείξει ότι ήταν προφανές ότι οι αρχές έκδοσης του πιστοποιητικού EUR.1 γνώριζαν ή θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι τα οικεία εμπορεύματα δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να τύχουν της προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης.
44
Προς τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή οφείλει, κατά την άσκηση της εξουσίας που της απονέμει ο νομοθέτης της Ένωσης, να αξιολογεί τις προϋποθέσεις εξαγωγής των οικείων εμπορευμάτων και την εφαρμογή των σχετικών τελωνειακών κανόνων από τις αρχές που εκδίδουν το πιστοποιητικό, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται ενώπιόν της, προκειμένου να κρίνει αν ήταν προφανές ότι οι εν λόγω αρχές είχαν ή θα έπρεπε να έχουν τη γνώση αυτή. Για την εν λόγω αξιολόγηση, η Επιτροπή διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως (βλ. κατ’ αναλογία, όσον αφορά τον εκ των υστέρων έλεγχο εκ μέρους των εθνικών τελωνειακών αρχών, απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2017, Aqua Pro, C-407/16, EU:C:2017:817, σκέψεις 61 και 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
45
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο ενωσιακός δικαστής δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκτίμηση της Επιτροπής με τη δική του, αλλά πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση του εάν το εν λόγω όργανο υπερέβη τα όρια της εξουσίας του εκτιμήσεως κρίνοντας, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που υποβλήθηκαν ενώπιόν του, ότι δεν είναι προφανές ότι οι αρχές έκδοσης του πιστοποιητικού γνώριζαν ή θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι τα εμπορεύματα δεν πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να τύχουν της προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης.
46
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όταν η Επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, ο ενωσιακός δικαστής πρέπει μεταξύ άλλων να επαληθεύει όχι μόνον την ουσιαστική ακρίβεια των προβαλλόμενων αποδεικτικών στοιχείων, την αξιοπιστία τους και τη συνοχή τους, αλλά και να ελέγχει αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση μιας περίπλοκης κατάστασης και αν είναι ικανά να τεκμηριώσουν τα συναχθέντα συμπεράσματα [πρβλ. αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2017, Stichting Woonlinie κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-414/15 P, EU:C:2017:215, σκέψη 53, και της 14ης Δεκεμβρίου 2017, EBMA κατά Giant (China), C‑61/16 P, EU:C:2017:968, σκέψεις 68 και 69].
47
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο συμπεραίνοντας, στην απόφαση REM 03/07, χωρίς να ότι οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας δεν είχαν διαπράξει σφάλμα, κατά την έννοια του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, τρίτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα.
48
Πρώτον, η Prenatal ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στην εν λόγω απόφαση, θεωρώντας ότι δεν ήταν προφανές ότι οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας γνώριζαν ότι τα επίμαχα εμπορεύματα δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να τύχουν της προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης βάσει της Συμφωνίας του Κοτονού.
49
Για να αποδείξει ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας είχαν την εν λόγω γνώση, η Prenatal επικαλείται τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της απόφασης REM 03/07 από την Επιτροπή. Πρώτον, από την έκθεση του κυβερνητικού οργανισμού Jamaica Promotions Corporation (στο εξής: Jampro) προκύπτει ότι ο Jampro, κατά τη διάρκεια του 1998, μετά τον οικονομικό έλεγχο δύο εργοστασίων παραγωγής σε μια από τις ελεύθερες ζώνες της Τζαμάικας, διαπίστωσε σημαντική απόκλιση μεταξύ της παραγωγικής ικανότητας των εργοστασίων αυτών και της ποσότητας των τελικών προϊόντων που στη συνέχεια εξήχθησαν στην Ένωση. Δεύτερον, με επιστολή του Σεπτεμβρίου 2004, η OLAF ενημέρωσε τις τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας ότι υπήρχαν υποψίες ότι τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα που εξήχθησαν από τις ελεύθερες αυτές ζώνες δεν τηρούσαν τους κανόνες περί προτιμησιακής καταγωγής. Τρίτον, οι επίσημες στατιστικές εισαγωγών και εξαγωγών της Τζαμάικας καταδεικνύουν ότι οι εισαγωγές νημάτων στην Τζαμάικα δεν ήταν επαρκείς για την κατασκευή της ποσότητας των τελικών προϊόντων που εξήχθησαν στην Ένωση. Τέταρτον, οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας είχαν επανειλημμένα επισημάνει ασυμφωνία μεταξύ των περιγραφών των εισαχθέντων από την Κίνα προϊόντων, όπως αναγράφονταν στις διασαφήσεις εισαγωγής, και του πραγματικού περιεχομένου των εμπορευματοκιβωτίων. Τέλος, πέμπτον, ορισμένοι υπάλληλοι των ελεύθερων αυτών ζωνών αναφέρθηκαν στην έλλειψη σχετικής μεταποίησης, στην Τζαμάικα, εισαχθέντων από την Κίνα προϊόντων πριν από την επανεξαγωγή τους στην Ένωση.
50
Με την απόφαση REM 03/07, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα, μετά την εξέταση όλων των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, ότι από τα στοιχεία αυτά δεν μπορούσε να αποδειχθεί ότι οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας γνώριζαν τις εν λόγω παρατυπίες.
51
Όσον αφορά την έκθεση Jampro, η Επιτροπή θεώρησε ότι η έκθεση αυτή, που καταρτίσθηκε το 1998, δεν παρείχε καμία πληροφορία σχετικά με το τι γνώριζαν οι ως άνω αρχές κατά την περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου του 2002 και Μαρτίου του 2005, την οποία αφορούν οι επίμαχες εισαγωγές. Με την επιστολή του Σεπτεμβρίου του 2004 που απεστάλη στις εν λόγω αρχές, οι αρχές αυτές ενημερώθηκαν μόνο για το ότι υπήρχαν υποψίες για το κύρος των εν λόγω πιστοποιητικών EUR.1, οι οποίες έπρεπε ακόμη να τεκμηριωθούν στο πλαίσιο μελλοντικής έρευνας.
52
Όσον αφορά τις επίσημες στατιστικές εισαγωγών και εξαγωγών της Τζαμάικας, η Επιτροπή επισήμανε ότι για τα προϊόντα που βρίσκονταν στις ελεύθερες ζώνες της Τζαμάικας δεν γίνονταν στατιστικές, με αποτέλεσμα να μη μπορεί, βάσει των εν λόγω επίσημων στατιστικών, να διαπιστωθεί ότι οι εισαγωγές κινεζικών νημάτων στην Τζαμάικα δεν ήταν επαρκείς για την κατασκευή της ποσότητας των τελικών προϊόντων τα οποία, στη συνέχεια, εξήχθησαν από τις ελεύθερες αυτές ζώνες στην Ένωση. Για να καταλήξει στη διαπίστωση αυτή, η OLAF χρησιμοποίησε τις επίσημες κινεζικές στατιστικές, τις οποίες όμως δεν γνώριζαν οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας.
53
Όσον αφορά τις παρατυπίες που εντόπισαν οι εν λόγω αρχές, η Επιτροπή τόνισε ότι, μολονότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αρχές αυτές όντως ανακάλυψαν ότι τα εμπορεύματα που περιγράφονταν στις διασαφήσεις εισαγωγής δεν αντιστοιχούσαν στα εμπορεύματα που βρίσκονταν εντός των εμπορευματοκιβωτίων, οι ως άνω παρατυπίες δεν αφορούσαν τον εισαγωγέα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση REM 03/07 και, επιπλέον, ο εν λόγω εισαγωγέας, με επιστολή του, έδωσε συναφώς αξιόπιστες εξηγήσεις όσον αφορά τις περιστάσεις της παράβασης.
54
Τέλος, όσον αφορά τις δηλώσεις των υπαλλήλων που εργάζονταν σε μια από τις ελεύθερες ζώνες της Τζαμάικας, η Επιτροπή επισήμανε ότι προέρχονταν από δύο φρουρούς ασφαλείας που ήταν υπεύθυνοι για τον έλεγχο της εισόδου και της εξόδου από τις ελεύθερες αυτές ζώνες, από τη μαρτυρία των οποίων δεν μπορούν, κατά την άποψη της Επιτροπής, να συναχθούν συμπεράσματα ως προς το τι όντως γνώριζαν οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας για την πραγματική δραστηριότητα των εν λόγω επιχειρήσεων. Διευκρίνισε επίσης ότι ο υπεύθυνος μιας από τις ελεύθερες αυτές ζώνες αντέκρουσε τις ως άνω δηλώσεις.
55
Επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, η διαπίστωση ότι κανένα στοιχείο της υποβληθείσας στο Δικαστήριο δικογραφίας δεν είναι ικανό να ανατρέψει τις εκτιμήσεις της Επιτροπής σύμφωνα με τις οποίες η έκθεση Jampro αφορούσε περίοδο διαφορετική από εκείνη την οποία αφορούσε η διαδικασία η οποία κατέληξε στην έκδοση της απόφασης REM 03/07, η επιστολή του Σεπτεμβρίου του 2004 ανέφερε μόνον ότι υπήρχαν υποψίες για πιθανές παρατυπίες και οι επίσημες στατιστικές σχετικά με τις εισαγωγές και τις εξαγωγές της Τζαμάικας δεν αφορούσαν τα εμπορεύματα που βρίσκονταν στις ελεύθερες ζώνες της Τζαμάικας.
56
Ειδικότερα, δεδομένου ότι η έκθεση Jampro αφορούσε περίοδο διαφορετική από την επίμαχη στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της απόφασης REM 03/07, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι κακώς έκρινε ότι δεν μπορεί να γίνει προβολή των αποτελεσμάτων της εν λόγω έκθεσης στην επίμαχη στο πλαίσιο της ως άνω διαδικασίας περίοδο και ότι, ως εκ τούτου, η εν λόγω έκθεση δεν παρείχε, αφ’ εαυτής, πειστικά αποδεικτικά στοιχεία ως προς το τι πραγματικά γνώριζαν οι αρχές της Τζαμάικας κατά τη διάρκεια της επίμαχης στην εν λόγω διαδικασία περιόδου.
57
Στη συνέχεια, όσον αφορά τις διαπιστώσεις της Επιτροπής ότι οι εντοπισθείσες από τις αρχές αυτές παρατυπίες διαπράχθηκαν από εισαγωγέα διαφορετικό από τον εισαγωγέα τον οποίο αφορούσε η διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση της ως άνω απόφασης και ότι ο τελευταίος αυτός εισαγωγέας έδωσε αξιόπιστες εξηγήσεις για τις παρατυπίες αυτές, κανένα στοιχείο της ενώπιον του Δικαστηρίου υποβληθείσας δικογραφίας δεν μπορεί να ανατρέψει τις διαπιστώσεις αυτές.
58
Τέλος, το ίδιο ισχύει και για τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι ο υπεύθυνος άλλης ελεύθερης ζώνης αντέκρουσε τις δηλώσεις των δύο φρουρών ασφαλείας που εργάζονταν σε μια από τις ελεύθερες αυτές ζώνες.
59
Υπό το πρίσμα των εν λόγω διαπιστώσεων και εκτιμήσεων της Επιτροπής, πρέπει να κριθεί ότι από κανένα στοιχείο της υποβληθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι η Επιτροπή υπερέβη την εξουσία της εκτιμήσεως όταν έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της απόφασης REM 03/07, όπως συνοψίζονται στη σκέψη 49 της παρούσας απόφασης, δεν μπορούσαν, ούτε μεμονωμένα ούτε από κοινού, να αποδείξουν με σαφήνεια ότι οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας γνώριζαν ότι τα εμπορεύματα τα οποία αφορά η εν λόγω απόφαση δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να τύχουν της προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης βάσει της Συμφωνίας του Κοτονού.
60
Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι δεν ήταν προφανές ότι οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας γνώριζαν ότι τα εμπορεύματα που αφορά η απόφαση REM 03/07 δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να τύχουν της προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης βάσει της Συμφωνίας του Κοτονού.
61
Δεύτερον, η εταιρία Prenatal ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο παραλείποντας να διαπιστώσει ότι οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας θα γνώριζαν τις παρατυπίες αυτές εάν δεν είχαν παραβεί την υποχρέωσή τους να διενεργούν φυσικούς ελέγχους.
62
Προκειμένου να αποδείξει ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας θα έπρεπε να γνωρίζουν τις παρατυπίες, η Prenatal αναφέρεται στα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της απόφασης REM 03/07 από την Επιτροπή, σύμφωνα με τα οποία οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας παραβίασαν μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις τις σφραγίδες των εμπορευματοκιβωτίων στα οποία βρίσκονταν οι εισαγόμενες πρώτες ύλες ή έλεγξαν, στους χώρους των εταιριών παραγωγής κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων στις ελεύθερες ζώνες της Τζαμάικας, αν η ύφανση των νημάτων έγινε πράγματι σε επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στις ζώνες αυτές.
63
Κατά την Prenatal, βάσει των πορισμάτων της έκθεσης Jampro, των πολυάριθμων αιτήσεων για μεταγενέστερο έλεγχο των πιστοποιητικών EUR.1 καθώς και των επίσημων στατιστικών της Τζαμάικας για τις εισαγωγές νημάτων και τις εξαγωγές των τελικών προϊόντων, οι εν λόγω αρχές έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 5, και το άρθρο 32 του πρωτοκόλλου 1, να είχαν προβεί στη διενέργεια φυσικών ελέγχων και στην εκπόνηση εκθέσεων για τις δραστηριότητες που πραγματοποιήθηκαν στις ελεύθερες ζώνες της Τζαμάικας. Ωστόσο, οι διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στα πρακτικά των συνεδριάσεων του Trade Board της Τζαμάικας που έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 2006 επιβεβαιώνουν ότι οι εν λόγω αρχές δεν είχαν ακόμη θεσπίσει σύστημα φυσικών ελέγχων για την επαλήθευση του χαρακτήρα καταγωγής των ενδυμάτων που εξάγονται από τις ελεύθερες αυτές ζώνες.
64
Στην απόφαση REM 03/07, η Επιτροπή, αφού εξέτασε το σύνολο των αποδεικτικών αυτών στοιχείων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τα εν λόγω στοιχεία δεν μπορούσε να αποδειχθεί ότι οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας δεν τήρησαν τις υποχρεώσεις τους για διενέργεια ελέγχων, επειδή προέβησαν, κατά κύριο λόγο, σε ελέγχους εγγράφων και, περιστασιακώς, σε φυσικούς ελέγχους.
65
Για να ελεγχθεί αν η Επιτροπή ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, πρέπει πρώτα να εξεταστούν οι υποχρεώσεις των αρχών αυτών δυνάμει του πρωτοκόλλου 1.
66
Συναφώς, το άρθρο 15, παράγραφος 5, πρώτη περίοδος, του πρωτοκόλλου αυτού προβλέπει ότι οι τελωνειακές αρχές που εκδίδουν τα πιστοποιητικά EUR.1 πρέπει να «λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την επαλήθευση του χαρακτήρα καταγωγής των προϊόντων και της τήρησης των λοιπών όρων του παρόντος πρωτοκόλλου», χωρίς, ωστόσο, να διευκρινίζει τις περιστάσεις υπό τις οποίες πρέπει να διενεργούνται οι έλεγχοι ούτε, ειδικότερα, τα συγκεκριμένα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για τον σκοπό αυτό. Συγκεκριμένα, κατά το γράμμα της δεύτερης περιόδου της διάταξης αυτής, οι εν λόγω αρχές «έχουν το δικαίωμα να ζητούν την προσκόμιση κάθε αποδεικτικού στοιχείου και να διενεργούν ελέγχους των λογιστικών βιβλίων του εξαγωγέα καθώς και οποιονδήποτε άλλον έλεγχο κρίνουν αναγκαίο». Ως εκ τούτου, οι εν λόγω αρχές διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τον καθορισμό των αναγκαίων μέτρων ελέγχου.
67
Επομένως, από το γράμμα της εν λόγω διάταξης δεν προκύπτει υποχρέωση των τελωνειακών αρχών έκδοσης πιστοποιητικών EUR.1 να διενεργούν συστηματικά φυσικούς ελέγχους, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 2, του πρωτοκόλλου 1, οι τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής εκδίδουν τα πιστοποιητικά EUR.1 «μετά από γραπτή αίτηση» του εξαγωγέα ή του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του, και η αίτηση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει το πιστοποιητικό EUR.1 καθώς και το έντυπο της αίτησης, των οποίων υποδείγματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV της Συμφωνίας του Κοτονού, δεόντως συμπληρωμένα από τον εξαγωγέα ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του. Επιπλέον, η παράγραφος 3 του άρθρου 15 προβλέπει ότι ο εξαγωγέας που ζητεί την έκδοση τέτοιου πιστοποιητικού πρέπει, μεταξύ άλλων, να μπορεί να υποβάλει ανά πάσα στιγμή, εάν του ζητηθεί από τις εν λόγω τελωνειακές αρχές, «κάθε κατάλληλο έγγραφο για την απόδειξη του χαρακτήρα καταγωγής των σχετικών προϊόντων».
68
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η διαδικασία έκδοσης των πιστοποιητικών EUR.1 είναι ουσιαστικά μια έγγραφη διαδικασία που βασίζεται στην προσκόμιση εγγράφων. Συνεπώς, από τον συνδυασμό των παραγράφων 1 έως 3 και 5 του άρθρου 15 του πρωτοκόλλου 1 προκύπτει ότι οι αρχές που εκδίδουν τα πιστοποιητικά EUR.1 μπορούν να προβαίνουν απλώς σε ελέγχους εγγράφων εφόσον θεωρούν ότι τα έγγραφα που τους προσκομίζονται είναι επαρκή και κατάλληλα προς απόδειξη του χαρακτήρα καταγωγής των εν λόγω προϊόντων και της τήρησης των λοιπών απαιτήσεων του πρωτοκόλλου 1. Συνεπώς, οι αρχές αυτές δεν υποχρεούνται να διενεργούν συστηματικώς φυσικούς ελέγχους για όλα τα εμπορεύματα για τα οποία ζητείται η έκδοση πιστοποιητικού EUR.1.
69
Όσον αφορά το άρθρο 32 του πρωτοκόλλου αυτού, υπενθυμίζεται ότι η παράγραφος 1 ορίζει ότι ο μεταγενέστερος έλεγχος των αποδεικτικών στοιχείων της καταγωγής πραγματοποιείται «δειγματοληπτικά ή κάθε φορά που οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής έχουν βάσιμες αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα τέτοιων εγγράφων, ως προς τον χαρακτήρα καταγωγής των σχετικών προϊόντων ή την εκπλήρωση των λοιπών απαιτήσεων του [εν λόγω] πρωτοκόλλου». Ωστόσο, το άρθρο αυτό δεν αναφέρει τα μέτρα που υποχρεούνται να λάβουν οι αρχές της χώρας εξαγωγής για τον σκοπό αυτό, αλλά προβλέπει στην παράγραφο 3 ότι οι ως άνω αρχές «έχουν το δικαίωμα να ζητούν την προσκόμιση κάθε αποδεικτικού στοιχείου και να διενεργούν ελέγχους των λογιστικών βιβλίων του εξαγωγέα καθώς και οποιονδήποτε άλλο έλεγχο κρίνουν αναγκαίο». Συνεπώς, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 51 των προτάσεών της, η διάταξη αυτή δεν επιβάλλει στις εν λόγω αρχές την υποχρέωση να διενεργούν φυσικούς ελέγχους ούτε να τους διενεργούν με συγκεκριμένη συχνότητα, εφόσον αυτές θεωρούν ότι άλλα μέτρα ελέγχου, όπως οι έλεγχοι εγγράφων, είναι επαρκή και κατάλληλα για να αποδείξουν τον χαρακτήρα καταγωγής των επίμαχων προϊόντων και την τήρηση των λοιπών απαιτήσεων του πρωτοκόλλου 1.
70
Ωστόσο, το άρθρο 32 του πρωτοκόλλου αυτού ορίζει, στην παράγραφο 7, ότι «[ό]ταν από τη διαδικασία ελέγχου ή από οποιαδήποτε άλλη διαθέσιμη πληροφορία προκύπτουν ενδείξεις ότι οι διατάξεις του παρόντος πρωτοκόλλου παραβιάζονται, το κράτος ΑΚΕ με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήσεως της [Ένωσης] διεξάγει τις κατάλληλες έρευνες ή φροντίζει για τη διεξαγωγή τους με τη δέουσα ταχύτητα ώστε τέτοιες παραβιάσεις να προσδιορίζονται και να προλαμβάνονται, δύναται δε, να καλεί την [Ένωση] να συμμετέχει στις εν λόγω έρευνες».
71
Επομένως, το κράτος ΑΚΕ εξαγωγής υποχρεούται να διεξάγει τις έρευνες που είναι αναγκαίες για τον εντοπισμό ή την αποτροπή παραβάσεων των διατάξεων του πρωτοκόλλου 1, όταν υπάρχουν ενδείξεις υποδηλώνουσες ότι σημειώθηκε παρατυπία όσον αφορά την καταγωγή των οικείων εμπορευμάτων (πρβλ. απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2011, Afsia Knits Deutschland, C-409/10, EU:C:2011:843, σκέψεις 31 και 32). Στα αναγκαία αυτά ερευνητικά μέτρα μπορούν πάντως να περιλαμβάνονται φυσικοί έλεγχοι.
72
Αντιθέτως, ελλείψει τέτοιων ενδείξεων, οι αρχές έκδοσης των πιστοποιητικών EUR.1 μπορούν, κατά κύριο λόγο, να περιορίζονται σε ελέγχους εγγράφων και να διενεργούν μόνον συμπληρωματικώς φυσικούς ελέγχους.
73
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων πρέπει να εξεταστεί αν, στο πλαίσιο της απόφασης REM 03/07, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, συμπεραίνοντας ότι οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας είχαν τηρήσει τις υποχρεώσεις ελέγχου που υπέχουν δυνάμει του πρωτοκόλλου 1.
74
Συναφώς, από το γράμμα του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, τρίτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι ο έλεγχος της Επιτροπής περιορίζεται στην εξακρίβωση του κατά πόσον από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει η ύπαρξη σαφών ενδείξεων πιθανής παράβασης των διατάξεων του εν λόγω πρωτοκόλλου από τις τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας.
75
Όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία που συνοψίζονται στις σκέψεις 62 και 63 της παρούσας απόφασης, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, στην απόφαση REM 03/07, τις διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στην έκθεση Jampro σχετικά με την ύπαρξη σημαντικών αποκλίσεων μεταξύ της παραγωγικής ικανότητας των επιχειρήσεων που ήταν εγκατεστημένες σε μια από τις ελεύθερες ζώνες της Τζαμάικας και του επιπέδου των εξαγωγών των έτοιμων ενδυμάτων. Η Επιτροπή επισήμανε, ωστόσο, ότι οι αποκλίσεις αυτές αφορούσαν περίοδο διαφορετική από την επίμαχη και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει προβολή των αποκλίσεων στην επίμαχη περίοδο. Προσθέτει ότι οι αρχές της Τζαμάικας θεώρησαν ότι οι αποκλίσεις αυτές οφείλονταν στο γεγονός ότι ο πραγματικός χρόνος εργασίας στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις δεν είχε ληφθεί πλήρως υπόψη στην ως άνω έκθεση.
76
Όσον αφορά τις αιτήσεις για εκ των υστέρων ελέγχους που εστάλησαν στις τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας, η Επιτροπή επισήμανε ότι πολλές από τις εν λόγω αιτήσεις αφορούσαν την αυθεντικότητα των σφραγίδων στα πιστοποιητικά EUR.1 και όχι την εφαρμογή των κανόνων προτιμησιακής καταγωγής. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, μολονότι, σε δύο περιπτώσεις, οι απαντήσεις των αρχών αυτών στις εν λόγω αιτήσεις ανέφεραν την ύπαρξη αποκλίσεων μεταξύ της παραγωγικής ικανότητας των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στις ελεύθερες ζώνες της Τζαμάικας και του επιπέδου των εξαγωγών των τελικών προϊόντων, οι απαντήσεις αυτές αφορούσαν περίοδο προγενέστερη της επίμαχης στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της απόφασης REM 03/07. Τέλος, με την απόφαση REM 03/07, η Επιτροπή εξέθεσε τους υπομνησθέντες στη σκέψη 52 της παρούσας απόφασης λόγους για τους οποίους, βάσει των επίσημων στατιστικών της Τζαμάικας για τις εισαγωγές και εξαγωγές, δεν μπορούσε να αποδειχθεί ότι οι εισαγωγές κινεζικών νημάτων στην Τζαμάικα δεν ήταν επαρκείς για την παραγωγή της ποσότητας τελικών προϊόντων τα οποία, στη συνέχεια, εξήχθησαν στην Ένωση από τις εν λόγω ελεύθερες ζώνες.
77
Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 55 της παρούσας αποφάσεως, κανένα στοιχείο της υποβληθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφίας δεν είναι ικανό να ανατρέψει την εκτίμηση ότι οι σημαντικές αποκλίσεις που διαπιστώθηκαν στην έκθεση Jampro μεταξύ της παραγωγικής ικανότητας των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε μια από τις ελεύθερες ζώνες της Τζαμάικας και της ποσότητας των έτοιμων ενδυμάτων που εξήχθησαν από τη ζώνη αυτή προς την Ένωση αφορούσαν περίοδο διαφορετική από την επίμαχη στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της απόφασης REM 03/07. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι κακώς έκρινε ότι δεν μπορεί να γίνει προβολή των αποκλίσεων αυτών στην επίμαχη κατά την εν λόγω διαδικασία περίοδο.
78
Επιπλέον, οι αποκλίσεις αυτές ήταν δυνατόν να οφείλονται όχι στο γεγονός ότι τα έτοιμα ενδύματα που εισήχθησαν από την Κίνα στην Τζαμάικα εξήχθησαν δολίως από την Τζαμάικα ως προϊόντα καταγωγής Τζαμάικας, αλλά στο ότι η εν λόγω έκθεση δεν έλαβε υπόψη τον πραγματικό χρόνο εργασίας στις ως άνω επιχειρήσεις.
79
Περαιτέρω, όσον αφορά τις αιτήσεις μεταγενέστερου ελέγχου που εστάλησαν στις τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας, επισημαίνεται ότι, καθόσον οι απαντήσεις των εν λόγω αρχών αφορούσαν την παραγωγική ικανότητα ορισμένων επιχειρήσεων της Τζαμάικας, κανένα στοιχείο της υποβληθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφίας δεν ανατρέπει τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι οι απαντήσεις αυτές αφορούσαν περίοδο διαφορετική από την επίμαχη στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της απόφασης REM 03/07.
80
Τέλος, το ίδιο ισχύει και για τις διαπιστώσεις που συνοψίζονται στις σκέψεις 52 και 76 της παρούσας απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες οι επίσημες στατιστικές της Τζαμάικας δεν μπορούσαν να παράσχουν καμία ένδειξη για τα εμπορεύματα που βρίσκονται στις ελεύθερες ζώνες της Τζαμάικας.
81
Καθόσον η Prenatal ισχυρίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου, όσον αφορά τις αποκλίσεις που διαπιστώθηκαν στην έκθεση Jampro μεταξύ της παραγωγικής ικανότητας των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και του επιπέδου των εξαγωγών των έτοιμων ενδυμάτων, ότι οι ως άνω αποκλίσεις δεν μπορούν να εξηγηθούν από τη μη συνεκτίμηση του πραγματικού χρόνου εργασίας στις επιχειρήσεις αυτές, διαπιστώνεται αφενός ότι η εν λόγω επιχείρηση δεν αμφισβητεί ότι η έκθεση αυτή αφορούσε περίοδο διαφορετική από την επίμαχη στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της απόφασης REM 03/07 και αφετέρου ότι δεν απέδειξε ότι η εν λόγω έκθεση είναι παρά ταύτα κρίσιμη για την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης διαδικασία. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές.
82
Όσον αφορά τα έγγραφα που προσκόμισε η Prenatal σχετικά με τις απαντήσεις των τελωνειακών αρχών της Τζαμάικας στις αιτήσεις για μεταγενέστερους ελέγχους, επισημαίνεται ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν προσδιορίζουν ως προς ποια εμπορεύματα οι αρχές αυτές έχουν επιβεβαιώσει ότι είναι καταγωγής Τζαμάικας και, επομένως, δεν μπορεί βάσει αυτών να συναχθούν κρίσιμα συμπεράσματα για την εξέταση της απόφασης REM 03/07.
83
Επομένως, ούτε τα επιχειρήματα που προέβαλε η Prenatal ούτε τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία αναφέρεται, τα οποία συνοψίζονται στις σκέψεις 62 και 63 της παρούσας απόφασης, είναι ικανά να ανατρέψουν τις διαπιστώσεις και τις εκτιμήσεις της Επιτροπής στην απόφαση REM 03/07 ή να αποδείξουν, μεμονωμένα ή εξεταζόμενα από κοινού, την ύπαρξη προφανών ενδείξεων που να καταδεικνύουν ότι τα εμπορεύματα που αφορά η απόφαση REM 03/07, τα οποία προέρχονται από επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στις ελεύθερες αυτές ζώνες, δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να τύχουν της προτιμησιακής μεταχείρισης βάσει της Συμφωνίας του Κοτονού.
84
Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από την υποβληθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καταλήγοντας, κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που της έχει ανατεθεί, στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν προφανές ότι οι τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας δεν είχαν συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις ελέγχου που υπέχουν από το άρθρο 15, παράγραφος 5, και το άρθρο 32 του πρωτοκόλλου 1.
85
Λαμβανομένων υπόψη όλων των προεκτεθέντων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι από την εξέταση της απόφασης REM 03/07, βάσει του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος της εν λόγω απόφασης.
Επί της συνδρομής ειδικών περιστάσεων κατά την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα
86
Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, η Prenatal υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την υποχρέωσή της να μεριμνά για την ορθή εφαρμογή της Συμφωνίας του Κοτονού διότι δεν έκανε χρήση των μέσων που προβλέπονται προς τούτο στο άρθρο 31, παράγραφος 2, και στο άρθρο 37, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου 1 και ότι η μη τήρηση της υποχρέωσης αυτής συνιστά ειδική περίσταση κατά την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 37 της παρούσας απόφασης.
87
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι ο εκ μέρους της Επιτροπής πλημμελής έλεγχος της ορθής εφαρμογής της Συμφωνίας του Κοτονού ενδέχεται να συνιστά ειδική περίσταση κατά την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα. Πράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ, η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών και των συναπτομένων δυνάμει αυτών συμφωνιών, υποχρεούται να διασφαλίζει την ορθή εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε τρίτη χώρα δυνάμει συμφωνίας συναφθείσας με την Ένωση, με τα μέσα που προβλέπει η εν λόγω συμφωνία ή οι ληφθείσες δυνάμει αυτής αποφάσεις (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2008, C.A.S. κατά Επιτροπής, C-204/07 P, EU:C:2008:446, σκέψεις 92 και 95).
88
Επιπλέον, η υποχρέωση αυτή απορρέει επίσης από τη Συμφωνία του Κοτονού καθεαυτή. Συνεπώς, το άρθρο 3 της συμφωνίας αυτής, σε συνδυασμό με το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ, επιβάλλει στην Επιτροπή να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα, γενικά ή ειδικά, για να διασφαλίζει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εν λόγω συμφωνία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, της Συμφωνίας του Κοτονού, η Επιτροπή παρίσταται, ως εκπρόσωπος της Ένωσης, στο Συμβούλιο των Υπουργών και στις διάφορες επιτροπές που προβλέπονται στην εν λόγω συμφωνία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 36, παράγραφος 1, του παραρτήματος IV της ως άνω συμφωνίας, το θεσμικό αυτό όργανο εκπροσωπείται από αντιπροσωπεία σε κάθε κράτος ΑΚΕ ή σε κάθε περιφερειακή ομάδα που το ζητεί ρητώς, οπότε έχει, τουλάχιστον, τη δυνατότητα να ενημερώνεται από αξιόπιστη πηγή για τις νομικές εξελίξεις στα κράτη αυτά και, ειδικότερα, για την εξέλιξη της εφαρμογής της Συμφωνίας του Κοτονού (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2008, C.A.S. κατά Επιτροπής, C-204/07 P, EU:C:2008:446, σκέψεις 96 έως 98).
89
Εν προκειμένω, όσον αφορά, πρώτον, το άρθρο 31, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου 1, υπενθυμίζεται ότι η διάταξη αυτή προβλέπει ότι τόσο η Ένωση όσο και τα κράτη ΑΚΕ «παρέχουν αμοιβαία συνδρομή, μέσω των αρμοδίων τελωνειακών υπηρεσιών, για τον έλεγχο της γνησιότητας των πιστοποιητικών κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR.1, των δηλώσεων τιμολογίου ή των δηλώσεων προμηθευτή και της ακρίβειας των πληροφοριών που περιέχονται σ’ αυτά τα έγγραφα».
90
Συνεπώς, η Επιτροπή υποχρεούται, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 56 των προτάσεών της, να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στην εκ μέρους των κρατών ΑΚΕ ορθή εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας, δεδομένου ότι η συμφωνία αυτή θεσπίζει μονομερή προτιμησιακή δασμολογική μεταχείριση μόνο για τα προϊόντα καταγωγής των κρατών αυτών.
91
Ωστόσο, από το γράμμα του άρθρου 31, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου 1 προκύπτει ότι τα κράτη ΑΚΕ έχουν από κοινού με την Ένωση την ευθύνη να επαληθεύουν τη γνησιότητα των εγγράφων αυτών και την ακρίβεια των παρεχομένων με τα εν λόγω έγγραφα πληροφοριών. Ειδικότερα, η επαλήθευση του χαρακτήρα καταγωγής των προϊόντων, για τον έλεγχο της ακρίβειας των πληροφοριών που παρέχονται με τα έγγραφα τα οποία αφορά το άρθρο 31, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου 1, αποτελεί κατ’ αρχάς ευθύνη του κράτους ΑΚΕ εξαγωγής και, όσον αφορά την Ένωση, του κράτους μέλους εισαγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 32 του πρωτοκόλλου 1. Πάντως, εναπόκειται στην Επιτροπή να λαμβάνει πληροφορίες από τα εν λόγω κράτη για την εξέλιξη της κατάστασης και, κατά περίπτωση, να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίζει την ορθή εφαρμογή της Συμφωνίας του Κοτονού.
92
Εν προκειμένω, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια του 2003, οι γερμανικές αρχές επέστησαν την προσοχή της Επιτροπής σε στοιχεία τα οποία, κατά την άποψή τους, αποδείκνυαν ότι τα εκδοθέντα από τις τελωνειακές αρχές της Τζαμάικας πιστοποιητικά EUR.1 δεν ήταν ενδεχομένως σύμφωνα με το πρωτόκολλο 1. Στη συνέχεια, η OLAF κίνησε έρευνα τον Μάρτιο του 2004, ενώ οι αρχές της Τζαμάικας ενημερώθηκαν σχετικά με πιθανές παρατυπίες κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου του 2004 και πραγματοποιήθηκαν επιτόπιες επισκέψεις, κατόπιν πρόσκλησης των εν λόγω αρχών, τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2005.
93
Επομένως, προκύπτει ότι η Επιτροπή επικοινώνησε για το ζήτημα αυτό με τις τελωνειακές αρχές του κράτους ΑΚΕ εξαγωγής και του κράτους μέλους εισαγωγής και έλαβε εγκαίρως μέτρα βάσει των οποίων αποκαλύφθηκαν οι διαπιστωθείσες στην έκθεση της OLAF του 2005 παρατυπίες. Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι η έκθεση αυτή είχε ως αποτέλεσμα οι αρχές της Τζαμάικας να ακυρώσουν τα πιστοποιητικά EUR.1 που εκδόθηκαν στη διάρκεια της σχετικής περιόδου, θέτοντας έτσι τέρμα στις εν λόγω παρατυπίες. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Επιτροπή παρέβη το καθήκον συνδρομής που υπέχει από το άρθρο 31, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου 1.
94
Όσον αφορά, δεύτερον, το άρθρο 37 του πρωτοκόλλου 1, παρατηρείται ότι, μολονότι η Επιτροπή αποτελεί μέρος της επιτροπής τελωνειακής συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο αυτό, από το γράμμα της παραγράφου 1 του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η εν λόγω επιτροπή είναι αρμόδια για την υλοποίηση της διοικητικής συνεργασίας ενόψει της ορθής και ομοιόμορφης εφαρμογής του πρωτοκόλλου και όχι για να ελέγχει η ίδια την εφαρμογή αυτή.
95
Η ως άνω ερμηνεία της αποστολής της επιτροπής τελωνειακής συνεργασίας επιβεβαιώνεται και από τις λοιπές διατάξεις του άρθρου 37. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, η επιτροπή τελωνειακής συνεργασίας εξετάζει τις συνέπειες για τα κράτη ΑΚΕ, και ειδικότερα για τα λιγότερο ανεπτυγμένα κράτη ΑΚΕ, της εφαρμογής των κανόνων καταγωγής, μετά δε την εξέταση αυτή δεν εκδίδονται αποφάσεις της ως άνω επιτροπής, αλλά μόνο συστάσεις προς το Συμβούλιο των Υπουργών. Επιπλέον, μολονότι η επιτροπή αυτή μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις σύμφωνα με το άρθρο 37, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του πρωτοκόλλου 1, για την ενδεχόμενη εφαρμογή των κανόνων καταγωγής του εν λόγω πρωτοκόλλου σε προϊόντα που περιέχουν ύλες διαφορετικής καταγωγής καθώς και, σύμφωνα με το άρθρο 37, παράγραφος 4, και το άρθρο 38 του εν λόγω πρωτοκόλλου, για τη θέσπιση ορισμένων παρεκκλίσεων από το πρωτόκολλο 1, οι ως άνω διατάξεις δεν παρέχουν, ωστόσο, στην επιτροπή τελωνειακής συνεργασίας την εξουσία να ελέγχει η ίδια την ορθή εφαρμογή των κανόνων καταγωγής από τα κράτη ΑΚΕ ή να αποφασίζει για τη συνέχεια που θα δοθεί σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους εν λόγω κανόνες. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λυσιτελώς επίκληση του άρθρου 37, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου 1 προκειμένου να αποδειχθεί ότι η Επιτροπή, υπό τις περιστάσεις που κατέληξαν στην έκδοση της απόφασης REM 03/07, παρέβη την υποχρέωσή της να μεριμνά για την ορθή εφαρμογή της Συμφωνίας του Κοτονού.
96
Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι παρέβη την υποχρέωσή της να μεριμνά για την ορθή εφαρμογή της Συμφωνίας του Κοτονού στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση REM 03/07. Επομένως, η Prenatal δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας, στην απόφαση REM 03/07, ότι δεν συνέτρεχαν ειδικές περιστάσεις κατά την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα.
97
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση της απόφασης αυτής βάσει του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα καθώς και του άρθρου 239 του εν λόγω κώδικα δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος της εν λόγω απόφασης.
Επί του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος
98
Με το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί κατά πόσον, όταν η Επιτροπή παραπέμπει στις εθνικές τελωνειακές αρχές τον φάκελο σχετικά με αίτηση επιστροφής δασμών, οι εν λόγω αρχές δεσμεύονται από την εκτίμηση της Επιτροπής ότι η υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας υποβλήθηκε η αίτηση αυτή παρουσιάζει πραγματικά και νομικά στοιχεία παρεμφερή προς εκείνα υπόθεσης που αποτελεί αντικείμενο άλλης αίτησης που έχει ήδη υποβληθεί στην Επιτροπή ή εάν οι εν λόγω αρχές μπορούν, αντιθέτως προς την εκτίμηση της Επιτροπής, να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι οι υποθέσεις αυτές δεν είναι παρεμφερείς.
99
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτα, για τον λόγο ότι οι ισπανικές τελωνειακές αρχές και το αιτούν δικαστήριο συμφωνούν ότι η κατάσταση την οποία αφορά η αίτηση επιστροφής των επίμαχων στην κύρια δίκη δασμών και η κατάσταση την οποία αφορούσε η αίτηση που κατέληξε στην έκδοση της απόφασης REM 03/07 παρουσιάζουν παρεμφερή πραγματικά και νομικά στοιχεία, οπότε δεν είναι αναγκαία η απάντηση στα ερωτήματα αυτά για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Για τους ίδιους λόγους, η Prenatal θεωρεί ότι το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα είναι υποθετικής φύσης και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτο.
100
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης προδικαστικά ερωτήματα που έχει υποβάλει το εθνικό δικαστήριο εντός του νομικού και πραγματικού πλαισίου το οποίο έχει προσδιορίσει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, ισχύει τεκμήριο λυσιτέλειας. Άρνηση του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως υποβληθείσας από εθνικό δικαστήριο χωρεί μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή επίσης όταν το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του τα πραγματικά και τα νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (απόφαση της 28ης Μαρτίου 2019, Cogeco Communications, C-637/17, EU:C:2019:263, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
101
Εν προκειμένω, από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι οι εθνικές τελωνειακές αρχές έχουν ήδη λάβει απόφαση σχετικά με την αίτηση επιστροφής δασμών της Prenatal, υιοθετώντας την εκτίμηση της Επιτροπής ότι η υπόθεση την οποία αφορά η εν λόγω αίτηση παρουσιάζει πραγματικά και νομικά στοιχεία παρεμφερή προς εκείνα της υπόθεσης την οποία αφορούσε η αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση REM 03/07, και με την εκτίμηση αυτή συντάσσονται τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και η Prenatal. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο της υποβληθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι εθνικές τελωνειακές αρχές μπορεί να καταλήξουν, στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, στο συμπέρασμα ότι οι υποθέσεις αυτές δεν είναι παρεμφερείς.
102
Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι προφανές ότι δεν είναι αναγκαία η απάντηση στο δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα προκειμένου να επιλυθεί η διαφορά της κύριας δίκης και ότι, ως εκ τούτου, η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης είναι υποθετικής φύσης κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 100 της παρούσας απόφασης.
103
Συνεπώς, το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να κριθούν απαράδεκτα.
Επί των δικαστικών εξόδων
104
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
Από την εξέταση της αποφάσεως C(2008) 6317 τελικό της Επιτροπής, της 3ης Νοεμβρίου 2008, με την οποία διαπιστώνεται ότι δικαιολογείται η εκ των υστέρων βεβαίωση εισαγωγικών δασμών και δεν δικαιολογείται η διαγραφή των δασμών αυτών σε συγκεκριμένη περίπτωση (υπόθεση REM 03/07), βάσει του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, και του άρθρου 239 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 2700/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2000, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος της εν λόγω απόφασης.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.