15.5.2017
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 151/17
Αναίρεση που άσκησε στις 9 Φεβρουαρίου 2017 η Fiesta Hotels & Resorts, S.L. κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα) στις 30 Νοεμβρίου 2016 στην υπόθεση T-217/15, Fiesta Hotels & Resorts κατά EUIPO — Residencial Palladium (Palladium Palace Ibiza Resort & Spa)
(Υπόθεση C-75/17 P)
(2017/C 151/23)
Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Fiesta Hotels & Resorts, S.L. (εκπρόσωποι: J.-B. Devaureix και J. C. Erdozain López, δικηγόροι)
Λοιποί διάδικοι στην αναιρετική διαδικασία: Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) και Residencia Palladium S.L.
Αιτήματα
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει στο σύνολό της την απόφαση που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο στις 30 Νοεμβρίου 2016 στην υπόθεση T-217/15,
—
να δεχθεί στο σύνολό τους τα πρωτοδίκως προβληθέντα αιτήματα,
—
να καταδικάσει το αναιρεσίβλητο και την παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
1.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως συνίσταται στο ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009 του Συμβουλίου (1), της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της ΕΕ (στο εξής: κανονισμός), η προϋπόθεση ότι το σημείο «δεν έχει μόνον τοπική» ισχύ πληρούται ανεξαρτήτως της γεωγραφικής διαστάσεως στο πλαίσιο της οποίας ασκεί τη δραστηριότητά του ο δικαιούχος του αντιτασσόμενου σήματος. Η ως άνω ερμηνεία αντίκειται στην κυριολεκτική έννοια του όρου «τοπική», καθώς επίσης και στον σκοπό που διαπνέει το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλάνη περί το δίκαιο καθόσον, κατά τον καθορισμό του εάν η υποτιθέμενη μη καταχωρισθείσα εμπορική επωνυμία έχει μόνο τοπική ισχύ ή όχι, έλαβε υπόψη έγγραφα έχοντα ισχύ εκτός της ισπανικής επικράτειας.
Εξάλλου, από το γεγονός ότι οι υπηρεσίες της εγκαταστάσεως προς προσδιορισμό της οποίας χρησιμοποιείται το εμπορικό σήμα ή επωνυμία παρέχονται σε διεθνές κοινό δεν συνάγεται ότι η χρήση του σημείου έχει υπερτοπικό χαρακτήρα.
Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η απόφαση όσον αφορά την προϋπόθεση ότι το σημείο «δεν έχει μόνον τοπική» ισχύ θίγει, επομένως, τον σκοπό του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού. Έτσι, η απόφαση δέχεται ότι η εφαρμογή της εν λόγω προϋποθέσεως στην εμπορική επωνυμία η οποία αντιτάσσεται στην αίτηση σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν εξαρτάται από την τοπική εμβέλεια της εγκαταστάσεως που τη χρησιμοποιεί, αλλά από τη «γεωγραφική διασπορά της πελατείας της ή τη φήμη της οποίας χαίρει στο εθνικό ή ακόμη και διεθνές κοινό». Με την κρίση αυτή, η απόφαση δεν συμμορφώνεται προς τον περιοριστικό χαρακτήρα του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού, καθότι καθιστά ευχερή την απόδειξη της άρσεως του αυστηρώς τοπικού χαρακτήρα διά της μόνης χρήσεως στο διαδίκτυο του μη καταχωρισμένου σημείου ή, δεδομένων των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, του διεθνούς χαρακτήρα της πελατείας που διαμένει στη συγκεκριμένη ξενοδοχειακή εγκατάσταση.
2.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλάνη περί το δίκαιο καθόσον κρίνει ότι, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο d, του ισχύοντος στην Ισπανία Ley 17/2001, της 7ης Δεκεμβρίου, de Marcas (νόμος περί σημάτων), δεν απαιτείται το αντιτασσόμενο μη καταχωρισθέν σημείο να είναι παγκοίνως γνωστό, παρότι η κρατούσα στην Ισπανία νομολογία επ’ αυτού του ζητήματος δέχεται ακριβώς το αντίθετο, ήτοι ότι δεν απαιτείται απλώς χρήση του αντιτασσόμενου σημείου, αλλά επιπλέον η εν λόγω χρήση να είναι παγκοίνως γνωστή σε σημαντικό τμήμα της ισπανικής επικράτειας.
3.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως συνίσταται στο ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλάνη περί το δίκαιο καθόσον κρίνει ότι συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 8, παράγραφος 4, στοιχείο β', του κανονισμού για το σήμα της ΕΕ, στηριζόμενη στην απόφαση LAGUIOLE (σκέψη 37), παρότι αυτή δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, καθόσον στην υπό κρίση υπόθεση γίνεται ερμηνεία του ισπανικού δικαίου και όχι του γαλλικού δικαίου, όπως στην υπόθεση LAGUIOLE, και παρότι η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε αποφάσεις του ισπανικού Tribunal Supremo (ανώτατο δικαστήριο, Ισπανία) οι οποίες αποκλείουν ρητώς τη δυνατότητα απαγορεύσεως της χρήσεως μεταγενέστερου σήματος δυνάμει μη καταχωρισμένης εμπορικής επωνυμίας, το δε αναιρεσίβλητο δεν προσκόμισε τον ισπανικό Ley de Competencia desleal (νόμος περί αθέμιτου ανταγωνισμού) ο οποίος υποτίθεται ότι προβλέπει αυτή τη δυνατότητα, πράγμα που βασίμως αρνείται η αναιρεσείουσα.
4.
Τελευταίως, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλάνη περί το δίκαιο ως προς την ερμηνεία της έννοιας των «παρεμβαλλόμενων σημάτων» (marcas intermedias) [καταχώριση προγενέστερου σήματος του δικαιούχου βάσει της οποίας επιτρέπεται η χρήση και καταχώριση μεταγενέστερων παρόμοιων σημάτων του], που έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τον ισπανικό Ley de Marcas, και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλάνη περί το δίκαιο σε ό,τι αφορά το άρθρο 65 του κανονισμού.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλάνη περί το δίκαιο στο μέτρο που το προαναφερθέν άρθρο 65 του κανονισμού δεν εμποδίζει υπό στενή έννοια τη διερεύνηση του νομικού ζητήματος που τίθεται βάσει της νομικής επιχειρηματολογίας των διαδίκων. Εν αντιθέσει προς την κρίση που διατυπώθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα δεν επιζητεί τη μεταβολή της πραγματικής βάσεως που ελήφθη υπόψη κατά τον σχηματισμό της κρίσεως του τμήματος προσφυγών, αλλά επικαλείται απλώς μία νομική βάση η οποία καταδεικνύει την πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το EUIPO με την απόφαση που αποτέλεσε αντικείμενο της προσφυγής.
Γίνεται επίκληση της αρχής iura novit curia, κατά την οποία το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του, πρέπει να εφαρμόσει τους κατά την εκτίμησή του προσήκοντες νομικούς κανόνες και δύναται να τροποποιήσει τη νομική βάση επί της οποίας ερείδονται τα αιτήματα των διαδίκων, υπό την προϋπόθεση ότι η απόφαση περιορίζεται στα πραγματικά και νομικά ζητήματα που τέθηκαν από τους διαδίκους και δεν μεταβάλλεται η βάση του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος, ούτε μετατρέπεται σε άλλο το εξεταζόμενο ζήτημα. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, διότι άλλως αυτή υφίσταται περιορισμό του δικαιώματός της άμυνας και αποστέρηση των εκ της καταχωρήσεως δικαιωμάτων της.
(1) EE L 78, σ. 1.