29.5.2017
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 168/20
Αναίρεση που άσκησε στις 24 Φεβρουαρίου 2017 η Infineon Technologies AG κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) στις 15 Δεκεμβρίου 2016 στην υπόθεση T-758/14, Infineon Technologies AG κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-99/17 P)
(2017/C 168/27)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Infineon Technologies AG (εκπρόσωποι: M. Klusmann, Rechtsanwalt, T. Lübbig, Rechtsanwalt)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 15ης Δεκεμβρίου 2016, T-758/14·
—
να ακυρώσει την απόφαση C(2014) 6250 τελικό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 3ης Σεπτεμβρίου 2014 (υπόθεση AT.39574 — Τσιπ έξυπνης κάρτας), καθόσον αφορά την Infineon Technologies·
—
επικουρικώς, να μειώσει αναλόγως το επιβληθέν στην αναιρεσείουσα πρόστιμο ύψους 82 874 000 ευρώ σύμφωνα με την παράγραφο 457, στοιχείο a', της αποφάσεως της Επιτροπής της 3ης Σεπτεμβρίου 2014·
—
επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο προς επανεξέταση·
—
να καταδικάσει την αντίδικο κατ’ αναίρεση στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Κατ’ ουσίαν, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι:
—
Το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωσή του να ασκήσει επαρκή έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, ιδίως καθόσον το Γενικό Δικαστήριο υιοθέτησε εσφαλμένη προσέγγιση ελλιπούς και επιλεκτικού δικαστικού ελέγχου στην παρούσα υπόθεση. Καίτοι η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε όλες τις επίμαχες κατά την απόφαση της Επιτροπής επαφές, το Γενικό Δικαστήριο ήλεγξε μόνο λιγότερο από το ήμισυ των εν λόγω επαφών, χωρίς να παράσχει επαρκή αιτιολογία ως προς την επιλογή ελέγχου ή μη συγκεκριμένων επαφών και χωρίς καμία νομική βάση προς τούτο·
—
Η Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο, αντιστοίχως, υπέπεσαν σε πλάνη περί το δίκαιο στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, ιδίως εξαιτίας της διαπιστώσεως «συνολικού» ως εκ του αντικειμένου περιορισμού του ανταγωνισμού εκ μέρους της αναιρεσείουσας, κυρίως μέσω εξετάσεως των γενικών τάσεων της αγοράς και προβλέψεων περί εξελίξεων στις τιμές. Επιπλέον, η Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβαν ορθώς τις προϋποθέσεις για την απόδειξη ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως, όπως αυτές έχουν εφαρμοστεί από το Δικαστήριο στη νομολογία του·
—
Η Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο, αντιστοίχως, υπέπεσαν σε πλάνη περί το δίκαιο σχετικά με τον υπολογισμό του επιβληθέντος στην αναιρεσείουσα προστίμου. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να αντλήσει τα αποτελέσματα του ελλιπούς, επιλεκτικού ελέγχου τον οποίο το ίδιο άσκησε (με την επαλήθευση μερικών μόνο από τις αμφισβητούμενες επίμαχες επαφές) και, συνεπώς, παρέλειψε να ασκήσει την αρμοδιότητά του πλήρους δικαιοδοσίας όσον αφορά το επιβληθέν πρόστιμο. Το Γενικό Δικαστήριο, επιπλέον, υπέπεσε σε πλάνη –και δεν αιτιολόγησε επαρκώς– περιλαμβάνοντας στον υπολογισμό τα μη προερχόμενα από κάρτες SIM εισοδήματα της αναιρεσείουσας, όπερ οδήγησε σε επιβολή υπερβολικού και, συνεπώς, δυσανάλογου προστίμου.
Περαιτέρω επιχειρήματα αφορούν πλείονες παραμορφώσεις αποδεικτικών στοιχείων από το Γενικό Δικαστήριο, εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως σχετικά με δυνητικώς αναξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία και πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο σχετικά με τα χρησιμοποιηθέντα από την Επιτροπή εναντίον της αναιρεσείουσας αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν στην τελευταία καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής.
—
Επικουρικώς, η προσβαλλόμενη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ιδίως καθόσον το Γενικό Δικαστήριο δεν μείωσε επαρκώς το πρόστιμο λόγω της περιορισμένης συμμετοχής της αναιρεσείουσας στην επίμαχη παράβαση, δεν έλαβε επαρκώς υπόψη ελαφρυντικές περιστάσεις και επέβαλε στην αναιρεσείουσα δυσανάλογο πρόστιμο σε απόλυτους αριθμούς.
Full & Egal Universal Law Academy