17.7.2017
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 231/3
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Curtea de Apel Constanţa (Ρουμανία) στις 23 Μαρτίου 2017 — Sindicatul Familia Constanța κ.λπ. κατά Direcția Generală de Asistență Socială și Protecția Copilului Constanța
(Υπόθεση C-147/17)
(2017/C 231/04)
Γλώσσα διαδικασίας: η ρουμανική
Αιτούν δικαστήριο
Curtea de Apel Constanţa
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Εκκαλούντες: Sindicatul Familia Constanța κ.λπ.
Εφεσίβλητη: Direcția Generală de Asistență Socială și Protecția Copilului Constanța
Προδικαστικά ερωτήματα
1)
Πρέπει το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ (1) σε συνδυασμό με το άρθρο 2 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ (2) να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής της μια δραστηριότητα γονικού βοηθού όπως αυτή που ασκούν οι εκκαλούντες;
2)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, πρέπει το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/88/ΕΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια δραστηριότητα γονικού βοηθού, όπως αυτή που ασκούν οι εκκαλούντες, δύναται να αποτελέσει αντικείμενο παρεκκλίσεως από το άρθρο 5 της οδηγίας δυνάμει της παραγράφου του 1, της παραγράφου του 3, στοιχεία β' και γ', ή της παραγράφου του 4, στοιχείο β';
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, πρέπει το άρθρο 17, παράγραφος 1, ή, αναλόγως της περιπτώσεως, το άρθρο 17, παράγραφοι 3 ή 4, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η μια τέτοια παρέκκλιση πρέπει να προβλέπεται ρητώς ή δύναται να είναι υπόρρητη, μέσω της εκδόσεως ειδικού νομοθετήματος προβλέποντος άλλους κανόνες οργανώσεως του χρόνου εργασίας για συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα; Σε περίπτωση που μια τέτοια παρέκκλιση δεν δύναται να είναι υπόρρητη, ποιες είναι οι ελάχιστες προϋποθέσεις για να μπορέσει να θεωρηθεί ότι η εθνική ρύθμιση προβλέπει παρέκκλιση και δύναται μια τέτοια παρέκκλιση να εκφραστεί κατά τον τρόπο που εκφράζεται στις διατάξεις του νόμου 272/2004;
4)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στα ερωτήματα 1, 2 ή 3, πρέπει το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η περίοδος την οποία γονικός βοηθός διανύει κατ’ οίκον, ή σε άλλον τόπο της επιλογής του, με το τέκνο με το οποίο ασχολείται, αποτελεί χρόνο εργασίας, ακόμη και αν αυτός δεν ασκεί καμία από τις δραστηριότητες που του έχουν ανατεθεί με την ατομική σύμβαση εργασίας;
5)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στα ερωτήματα 1, 2 ή 3, πρέπει το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88/ΕΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 122 του νόμου 272/2004; Σε περίπτωση απαντήσεως ότι το άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχεία β' και γ', ή παράγραφος 4, στοιχείο β', της οδηγίας έχει εφαρμογή, πρέπει το εν λόγω άρθρο να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε αυτή την εθνική ρύθμιση;
6)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 1 και, ενδεχομένως, καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 4, δύναται το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρά ταύτα δεν αποκλείει τη χορήγηση αποζημιώσεως ίσης με την αποζημίωση που ο εργαζόμενος θα είχε λάβει για την ετήσια άδεια, δεδομένου ότι η φύση της δραστηριότητας γονικού βοηθού τον εμποδίζει να λάβει άδεια, ή, όταν τυπικά η ετήσια άδεια χορηγήθηκε σε αυτόν, ο εργαζόμενος εξακολουθεί στην πράξη να ασκεί τη δραστηριότητά του, αλλά κατά την εν λόγω περίοδο δεν του επετράπη ο χωρισμός από το τέκνο με το οποίο ασχολείται; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, για να δικαιούται αποζημίωση ο εργαζόμενος είναι αναγκαίο αυτός να ζήτησε άδεια χωρισμού από το τέκνο και ο εργοδότης να μη χορήγησε σε αυτόν την άδεια αυτή;
7)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 1, ενδεχομένως καταφατικής στο ερώτημα 4 και αρνητικής στο ερώτημα 6 , αντιτίθεται το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας σε διάταξη, όπως αυτή του άρθρου 122, παράγραφος 3, στοιχείο d, του νόμου 272/2004, δεδομένου ότι αυτή αφήνει τον εργοδότη ελεύθερο να αποφασίσει κατά διακριτική ευχέρεια αν θα επιτρέψει τον χωρισμό από το τέκνο κατά τη διάρκεια της άδειας και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, μήπως η αδυναμία του εργαζομένου να λάβει πράγματι την άδεια, λόγω της εφαρμογής της ανωτέρω νομικής διατάξεως, συνιστά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης πληρούσα τις προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση δικαιώματος του εργαζομένου για αποζημίωση; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πρέπει η αποζημίωση αυτή να καταβληθεί από το κράτος για παράβαση του άρθρου 7 της οδηγίας ή από τον δημόσιο οργανισμό που έχει την ιδιότητα του εργοδότη, ο οποίος, κατά την περίοδο της άδειας δεν επέτρεψε τον χωρισμό από το τέκνο με το οποίο ασχολείται ο εργαζόμενος; Σε αυτήν την περίπτωση, για να δικαιούται αποζημίωση ο εργαζόμενος είναι αναγκαίο αυτός να ζήτησε άδεια χωρισμού από τον ανήλικο και ο εργοδότης να μη χορήγησε σε αυτόν την άδεια αυτή;
(1) Οδηγία 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργανώσεως του χρόνου εργασίας (EE 2003, L 299, σ. 9).
(2) Οδηγία 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτιώσεως της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (EE 1989, L 183, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy