16.10.2017
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 347/4
Αναίρεση που άσκησαν στις 20 Ιουνίου 2017 οι Agria Polska sp. z o.o., Agria Chemicals Poland sp. z o.o., Star Agro Analyse und Handels GmbH, Agria Beteiligungsgesellschaft mbH κατά της απόφασης που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο στις 16 Μαΐου 2017 στην υπόθεση T-480/15, Agria Polska κ.λπ. κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-373/17 P)
(2017/C 347/04)
Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσες: Agria Polska sp. z o.o., Agria Chemicals Poland sp. z o.o., Star Agro Analyse und Handels GmbH, Agria Beteiligungsgesellschaft mbH (εκπρόσωποι: P. Graczyk και W. Rocławski)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει στο σύνολό της την απόφαση που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο στις 16 Μαΐου 2017 στην υπόθεση T-480/15,
—
να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, κηρύσσοντας άκυρη την απόφαση της Επιτροπής,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Ο πρώτος λόγος αντλείται από παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 17, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, ΣΕΕ, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 773/2004 της Επιτροπής, και το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να διαπιστώσει πρόδηλα σφάλματα στα οποία υπέπεσε η Επιτροπή κατά την εκτίμηση της πιθανότητας παράβασης των άρθρων 101 ή 102 ΣΛΕΕ, της ύπαρξης συμφέροντος της Ένωσης στην κίνηση διαδικασίας έρευνας καθώς και της έκτασης των αναγκαίων μέτρων έρευνας.
Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, οι αναιρεσείουσες επικαλούνται μεταξύ άλλων τα κατωτέρω σφάλματα στα οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο (i) δικαιολόγησε τη χρονική σύμπτωση των δραστηριοτήτων των ανταγωνιστών των αναιρεσειουσών (υποβολή καταγγελιών ενώπιον των εθνικών αρχών) αποκλειστικά και μόνον βάσει διευκρινίσεων που προσκόμισαν οι εν λόγω ανταγωνιστές (ii) δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι ακυρώθηκαν οι περισσότερες διοικητικές αποφάσεις οι οποίες εκδόθηκαν επί των καταγγελιών των ανταγωνιστών αλλά και οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στις αναιρεσείουσες δυνάμει των αποφάσεων αυτών (iii) δεν συνεκτίμησε την περίσταση ότι οι καταγγελίες απευθύνθηκαν επίσης σε αναρμόδια όργανα, περιοριζόμενο στη διαπίστωση ότι, λαμβανομένου υπόψη του κινδύνου προσβολής της φήμης ή αρνητικής επίδρασης στην αρχική κατάσταση των πωλούμενων προϊόντων, η ενημέρωση των αρμόδιων αρχών μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη (iv) επιβεβαίωσε το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η Ένωση δεν είχε επαρκές συμφέρον να κινήσει διαδικασία έρευνας, μολονότι οι δραστηριότητες που καλύπτονταν από τη σχετική καταγγελία αφορούσαν το έδαφος διαφόρων κρατών μελών καθώς και επιχειρήσεις δραστηριοποιούμενες σε διάφορες αγορές· κακώς διαπίστωσε ότι η εκ μέρους των αναιρεσειουσών υποβολή καταγγελίας στην αρμόδια αρχή προστασίας του ανταγωνισμού προεξοφλούσε την αποκλειστική αρμοδιότητα της τελευταίας (v) δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η έκταση των αναγκαίων μέτρων έρευνας και η ανάγκη κινητοποίησης σημαντικών πόρων συνηγορούν υπέρ της αρμοδιότητας της Επιτροπής (vi) διαπίστωσε ότι δεν πληρούνταν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις της αποκαλούμενης «καταστρατήγησης της διαδικασίας».
Ο δεύτερος λόγος αντλείται από παραβίαση της αρχής της πλήρους αποτελεσματικότητας (effet utile) του δικαίου της Ένωσης καθώς και από εσφαλμένη ερμηνεία της αρχής αυτής σε σχέση με την πρακτική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 105 ΣΛΕΕ και το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο (i) δεν έλαβε υπόψη τον ρόλο τον οποίο διαδραματίζει η Επιτροπή στο ενωσιακό σύστημα προστασίας του ανταγωνισμού, δεχόμενο ότι η Επιτροπή δεν οφείλει να εξακριβώνει κατά πόσον οι εθνικές αρχές διαθέτουν κατάλληλα μέσα εκπλήρωσης των καθηκόντων που απορρέουν από τον κανονισμό 1/2003 (ii) δεν συνεκτίμησε τα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών όσον αφορά την έλλειψη αποτελεσματικότητας των μέσων παροχής έννομης προστασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων μέσω ιδιωτικής επιβολής (private enforcement) των κανόνων ανταγωνισμού, λόγω της έλλειψης κατάλληλων διαδικασιών και της παρέλευσης της προθεσμίας άσκησης προσφυγής/αγωγής κατά το πολωνικό δίκαιο (iii) διαπίστωσε ότι οι αναιρεσείουσες δεν απέδειξαν ότι η αρχή προστασίας του ανταγωνισμού [Prezes Urzędu Ochrony Konkurencji i Konsumentów (πρόεδρος του γραφείου προστασίας του ανταγωνισμού και των καταναλωτών, στο εξής: UOKiK)] δεν είχε πρόθεση να κινήσει διαδικασία λόγω παράβασης και να επιβάλει αποτελεσματικές κυρώσεις, μολονότι ήταν πέραν αμφιβολίας ότι ο πρόεδρος του UOKiK αρνήθηκε να κινήσει σχετική διαδικασία επικαλούμενος την παρέλευση της ενιαύσιας τότε προθεσμίας παραγραφής.
Ο τρίτος λόγος αντλείται από παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (άρθρο 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, στο εξής: ΕΣΔΑ), από προσβολή του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου (άρθρο 47 ΕΣΔΑ) και από προσβολή του δικαιώματος χρηστής διοίκησης (άρθρο 41, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ) καθόσον το Γενικό Δικαστήριο: (i) επικύρωσε την απόφαση με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την καταγγελία των αναιρεσειουσών χωρίς να εξετάσει αν όντως υπήρξε παράβαση, τούτο δε παρά το γεγονός ότι η εθνική αρχή προστασίας του ανταγωνισμού αρνήθηκε να κινήσει διαδικασία λόγω μη συνδρομής των τυπικών προϋποθέσεων και παρά την έλλειψη πραγματικής δυνατότητας προβολής αξιώσεων αποζημίωσης κατά το αστικό δίκαιο (ii) κακώς διαπίστωσε ότι δεν συντρέχει παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας για τον λόγο ότι οι αναιρεσείουσες είχαν δικαίωμα να προσβάλουν την απόφαση της Επιτροπής περί απόρριψης της καταγγελίας (iii) δεν έλαβε υπόψη ότι τα δικαιώματα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου και χρηστής διοίκησης περιλαμβάνουν επίσης δικαίωμα εκδίκασης της διαφοράς εντός εύλογης προθεσμίας, η οποία δεν τηρήθηκε εν προκειμένω, δεδομένου ότι η Επιτροπή εξέδωσε την απόφασή της περί άρνησης κίνησης διαδικασίας έρευνας μετά την παρέλευση 4,5 ετών από την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας των αναιρεσειουσών.