9.10.2017
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 338/3
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Corte suprema di cassazione (Ιταλία) στις 28 Ιουνίου 2017 — Presidenza del Consiglio dei Ministri κατά Fallimento Traghetti del Mediterraneo SpA
(Υπόθεση C-387/17)
(2017/C 338/04)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Αιτούν δικαστήριο
Corte suprema di cassazione
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Αναιρεσείουσα: Presidenza del Consiglio dei Ministri
Αναιρεσίβλητη: Fallimento Traghetti del Mediterraneo SpA
Προδικαστικά ερωτήματα
1)
[Υπό τις περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης η οποία έχει ως αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου για πράξεις στο πλαίσιο της ασκήσεως της νομοθετικής λειτουργίας, αναφορικά με τη χορήγηση, κατά την περίοδο 1976-1980 και δυνάμει της νομοθεσίας του ίδιου κράτους μέλους (νόμος αριθ. 684 του 1974), επιδοτήσεων οι οποίες συνιστούν κρατικές ενισχύσεις κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (πρώην άρθρο 92, παράγραφος 1, και νυν άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ) και οι οποίες δεν κοινοποιήθηκαν ούτε εγκρίθηκαν κατά το άρθρο 88 της Συνθήκης ΕΚ (πρώην άρθρο 93 και νυν άρθρο 108 ΣΛΕΕ) υπέρ ναυτιλιακής εταιρίας στο πλαίσιο αγοράς η οποία δεν είχε ακόμη απελευθερωθεί (θαλάσσιες ενδομεταφορές-καμποτάζ)]:
α)
εφαρμόζεται, και υπό ποιες προϋποθέσεις, για τον σκοπό του χαρακτηρισμού των εν λόγω ενισχύσεων (ως «υφιστάμενων» και, επομένως, ως μη «νέων») το άρθρο 1, στοιχείο βʹ, σημείο v), του κανονισμού 659/1999 (1), κατά το οποίο [νοείται ως υφιστάμενη] «v) κάθε ενίσχυση που θεωρείται ως υφιστάμενη ενίσχυση εφόσον μπορεί να αποδειχθεί ότι όταν τέθηκε σε ισχύ δεν αποτελούσε ενίσχυση, αλλά στη συνέχεια έγινε ενίσχυση λόγω της εξέλιξης της κοινής αγοράς και χωρίς να μεταβληθεί από το κράτος μέλος. Όταν ορισμένα μέτρα μετατρέπονται σε ενισχύσεις λόγω της ελευθέρωσης μιας δραστηριότητας από την κοινοτική νομοθεσία, τα μέτρα αυτά δεν θεωρούνται ως υφιστάμενη ενίσχυση μετά την ταχθείσα ημερομηνία ελευθέρωσης», ή εφαρμόζεται, και υπό ποιες προϋποθέσεις, η αρχή (με διαφορετικό, από τυπικής απόψεως, περιεχόμενο από εκείνο της προμνησθείσας διατάξεως του θετικού δικαίου) –την οποία διατύπωσε το Γενικό Δικαστήριο με την απόφαση της 15ης Ιουνίου 2000 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-298/97 κ.λπ. (Alzetta κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 143) και η οποία επικυρώθηκε από την κρίσιμη εν προκειμένω απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 2004 στην υπόθεση C-298/00 P (σκέψεις 66 69)– κατά την οποία «(…) ένα σύστημα ενισχύσεων που θεσπίζεται σε μια αγορά αρχικά κλειστή στον ανταγωνισμό πρέπει να θεωρείται, κατά την ελευθέρωση της αγοράς αυτής, ως υφιστάμενο σύστημα ενισχύσεων, στο μέτρο που δεν ενέπιπτε, κατά τον χρόνο θεσπίσεώς του, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης [μετέπειτα: 87, παράγραφος 1], το οποίο ισχύει αποκλειστικά στους τομείς που είναι ανοικτοί στον ανταγωνισμό, λαμβανομένων υπόψη των όρων που διατυπώνονται στη διάταξη αυτή, σχετικά με τον επηρεασμό των μεταξύ των κρατών μελών εμπορικών συναλλαγών και των επιπτώσεων επί του ανταγωνισμού»;
β)
εφαρμόζεται, και υπό ποιες προϋποθέσεις, για τον σκοπό του χαρακτηρισμού των ως άνω ενισχύσεων, το άρθρο 1, στοιχείο βʹ, σημείο iv), του κανονισμού 659/1999, κατά το οποίο «υφιστάμενη» είναι «κάθε ενίσχυση που θεωρείται ότι είναι υφιστάμενη ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο 15» –το οποίο άρθρο 15 καθορίζει δεκαετή προθεσμία παραγραφής για την ανάκτηση των παρανόμως χορηγηθεισών ενισχύσεων– ή εφαρμόζονται, και υπό ποιες προϋποθέσεις (ανάλογες ή όχι προς εκείνες που διέπουν την αρχή που διατυπώνεται με την ανωτέρω διάταξη του ουσιαστικού δικαίου), οι πάγιες αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου τις οποίες έχει καθιερώσει το Δικαστήριο;
(1) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου της 22ας Μαρτίου 1999 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1).