8.1.2018
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 5/18
Αναίρεση που άσκησε στις 22 Σεπτεμβρίου 2017 η Δημοκρατία της Πολωνίας κατά της διατάξεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) στις 13 Ιουνίου 2017 στην υπόθεση T-137/16, Uniwersytet Wrocławski κατά Εκτελεστικού Οργανισμού Έρευνας (REA)
(Υπόθεση C-561/17 P)
(2018/C 005/26)
Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Δημοκρατία της Πολωνίας (εκπρόσωπος: B. Majczyna)
Λοιποί διάδικοι στην αναιρετική διαδικασία: Uniwersytet Wrocławski, Εκτελεστικός Οργανισμός Έρευνας (REA)
Αιτήματα
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (όγδοο τμήμα), της 13ης Ιουνίου 2017, στην υπόθεση T-137/16, Uniwersytet Wrocławski κατά Εκτελεστικού Οργανισμού Έρευνας (REA),
—
να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου για την έκδοση νέας απόφασης,
—
να κρίνει ότι έκαστος διάδικος φέρει τα έξοδά του,
—
να παραπέμψει την υπόθεση στο τμήμα μείζονος συνθέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 16, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Με τον πρώτο λόγο, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη ενέχει παράβαση του άρθρου 19, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, καθόσον προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία αυτού. Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη στηρίζεται σε νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης βάσει της οποίας η απαίτηση ανεξαρτησίας του δικηγόρου, η οποία απορρέει από το άρθρο 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την απουσία οποιασδήποτε σχέσης εργασίας μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του. Κατά τη γνώμη της Δημοκρατίας της Πολωνίας, η νομολογιακή αυτή τάση είναι θεμελιωδώς εσφαλμένη και πρέπει να αναθεωρηθεί.
Επιπλέον, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, στηριζόμενη στη μέχρι τούδε νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης, υπερβαίνει ταυτοχρόνως τα όρια που έχει θέσει η νομολογία αυτή. Συγκεκριμένα, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη εξαρτά την απαίτηση ανεξαρτησίας όχι μόνον από την απουσία σχέσης εργασίας, αλλά και από την απουσία έννομης σχέσης αστικού δικαίου καθώς και από την απουσία κινδύνου άσκησης οποιασδήποτε επιρροής από το επαγγελματικό περιβάλλον του δικηγόρου στην παρεχόμενη από αυτόν νομική συμβουλή.
Το αποτέλεσμα της προσέγγισης αυτής είναι ο εκτεταμένος περιορισμός του δικαιώματος προστασίας ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης. Πρόκειται επομένως για περιορισμό στηριζόμενο σε πολύ ασαφή και αυθαίρετα κριτήρια, ο οποίος δεν βρίσκει κανένα ρητό νομικό έρεισμα στις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης και δεν εξυπηρετεί κανέναν κατανοητό σκοπό.
Με τον δεύτερο λόγο, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη συνεπάγεται παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη εισάγει νέα, αόριστη προϋπόθεση ανεξαρτησίας του εκπροσώπου η οποία αφορά την απουσία κινδύνου άσκησης επιρροής από το επαγγελματικό περιβάλλον, χωρίς να παρέχει συναφώς οποιοδήποτε ενδεικτικό στοιχείο ως προς τον τρόπο εκτίμησης της προϋπόθεσης αυτής. Κατά συνέπεια, η αναιρεσείουσα δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει αν ο εκπρόσωπος τον οποίον επέλεξε πληροί την εν λόγω απαίτηση ανεξαρτησίας και αν η προσφυγή της θα κριθεί παραδεκτή.
Τρίτον, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης είναι ανεπαρκής, καθόσον δεν καθιστά κατανοητούς τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο εκπρόσωπος δεν πληροί την απαίτηση ανεξαρτησίας απορρίπτοντας την υπογεγραμμένη από αυτόν προσφυγή.
Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο δεν διευκρίνισε για ποιο λόγο μια σχέση όπως αυτή που συνδέει τον εκπρόσωπο με το Uniwersytet Wrocławski πρέπει να εξομοιωθεί με σχέση εργασίας, μολονότι απουσιάζει το στοιχείο της εξάρτησης. Πέραν τούτου, το Γενικό Δικαστήριο δεν αποσαφήνισε τους λόγους για τους οποίους έλαβε κυρίως υπόψη περιστάσεις διαφορετικές από τις σχετικές με την εκ μέρους του εκπροσώπου παροχή υπηρεσιών δικαστικής αρωγής. Το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε επίσης να διευκρινίσει πώς πρέπει να γίνει αντιληπτή η έννοια του επαγγελματικού περιβάλλοντος στην περίπτωση σύμβασης αστικού δικαίου και τι είδους επιρροή δύναται να ασκήσει το περιβάλλον αυτό στον εκπρόσωπο. Επιπλέον, από την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη δεν προκύπτει τι είδους κίνδυνος συναρτάται με σύμβαση αυτού του τύπου, ούτε σε τι συνίσταται ο περιορισμός της ανεξαρτησίας λόγω του οποίου κατέστη αναγκαίος ο αποκλεισμός του εκπροσώπου.
Full & Egal Universal Law Academy