12.2.2018
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 52/18
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) στις 17 Νοεμβρίου 2017 — Eurobolt BV
(Υπόθεση C-644/17)
(2018/C 052/25)
Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική
Αιτούν δικαστήριο
Hoge Raad der Nederlanden
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Αναιρεσείουσα: Eurobolt BV
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Staatssecretaris van Financiën
Προδικαστικά ερωτήματα
1)
α)
Έχει το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, την έννοια ότι η αναιρεσείουσα μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα αποφάσεως θεσμικού οργάνου της Ένωσης η οποία πρέπει να εκτελεστεί από τις εθνικές αρχές, επικαλούμενη παράβαση ουσιώδους τύπου, παράβαση των Συνθηκών ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή τους, ή κατάχρηση εξουσίας;
β)
Έχει το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, την έννοια ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης που συμμετείχαν στη διαδικασία εκδόσεως αποφάσεως της οποίας το κύρος αμφισβητείται σε διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστή, οφείλουν να διαβιβάσουν σε αυτόν τον δικαστή κατόπιν σχετικού αιτήματος όλες τις πληροφορίες τις οποίες έχουν στη διάθεσή τους και οι οποίες ελήφθησαν ή έπρεπε να έχουν ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο εκδόσεως αυτής της αποφάσεως;
γ)
Έχει το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης την έννοια ότι το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής συνεπάγεται ότι ο δικαστής εξετάζει χωρίς περιορισμό αν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΚ) 1225/2009 (1); Συνεπάγεται ειδικότερα το εν λόγω άρθρο 47 ότι ο συγκεκριμένος δικαστής είναι αρμόδιος να αξιολογήσει ελεύθερα αν η διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών ήταν πλήρης και επαρκής ώστε να δικαιολογείται η συναχθείσα έννομη συνέπεια; Συνεπάγεται ειδικότερα το εν λόγω άρθρο 47 ότι ο συγκεκριμένος δικαστής είναι αρμόδιος να αξιολογήσει ελεύθερα αν έπρεπε να έχουν ληφθεί υπόψη πραγματικά περιστατικά τα οποία υποστηρίζεται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη αλλά τα οποία θα μπορούσαν να αναιρέσουν την έννομη συνέπεια που συνάγεται από τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά;
2)
α)
Έχει ο όρος «σχετικές πληροφορίες» του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1225/2009 την έννοια ότι περιλαμβάνει επίσης την απάντηση εγκατεστημένου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανεξάρτητου εισαγωγέα εμπορευμάτων που αποτελούν το αντικείμενο της κατά την εν λόγω διάταξη έρευνας, επί των συμπερασμάτων της Επιτροπής, σε περίπτωση που αυτός ο εισαγωγέας ενημερώθηκε για την εν λόγω έρευνα από την Επιτροπή, κοινοποίησε στην Επιτροπή τις πληροφορίες που του ζητήθηκαν και, αφού του παρασχέθηκε η σχετική δυνατότητα, απάντησε εγκαίρως επί των συμπερασμάτων της Επιτροπής;
β)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 2.α, μπορεί αυτός ο εισαγωγέας να επικαλεστεί παράβαση του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1225/2009, σε περίπτωση που η υποβληθείσα από αυτόν απάντηση δεν διαβιβάστηκε στην προβλεπόμενη σε αυτήν τη διάταξη συμβουλευτική επιτροπή το αργότερο εντός δέκα εργάσιμων ημερών πριν από τη συνεδρίαση της εν λόγω επιτροπής;
γ)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 2.β, συνεπάγεται αυτή η παράβαση του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1225/2009 ότι η απόφαση είναι παράνομη και πρέπει να μείνει ανεφάρμοστη;
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 2009, L 343, σ. 51).