ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)
της 7ης Φεβρουαρίου 2018 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή – Άρθρο 99 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου – Κοινωνική πολιτική – Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης – Οδηγία 2006/54/ΕΚ – Εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία προβλέπει την προσωρινή δυνατότητα για τους εργαζομένους στον χώρο του θεάματος που έχουν συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως να συνεχίσουν να εργάζονται μέχρι την ηλικία που προβλεπόταν προηγουμένως για τη θεμελίωση δικαιώματος συντάξεως και η οποία είχε οριστεί στα 47 έτη για τις γυναίκες και τα 52 έτη για τους άνδρες»
Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑142/17 και C‑143/17,
με αντικείμενο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Ιταλία) με απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Μαρτίου 2017, στο πλαίσιο των δικών
Manuela Maturi,
Laura Di Segni,
Isabella Lo Balbo,
Maria Badini,
Loredana Barbanera
κατά
Fondazione Teatro dell’Opera di Roma
και
Fondazione Teatro dell’Opera di Roma
κατά
Manuela Maturi,
Laura Di Segni,
Isabella Lo Balbo,
Maria Badini,
Loredana Barbanera,
Luca Troiano,
Mauro Murri (C-142/17),
και
Catia Passeri
κατά
Fondazione Teatro dell’Opera di Roma (C-143/17),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους E. Levits, πρόεδρο τμήματος, A. Borg Barthet και M. Berger (εισηγήτρια), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: A. Calot Escobar
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 99 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία της οδηγίας 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (ΕΕ 2006, L 204, σ. 23), καθώς και του άρθρου 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2
Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο ενδίκων διαφορών μεταξύ πλειόνων χορευτριών και του Fondazione Teatro dell’Opera di Roma (στο εξής: ίδρυμα) σχετικά με την απόλυσή τους λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας για την παραμονή στην εργασία.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Το άρθρο 1 της οδηγίας 2006/54, που φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο», ορίζει τα εξής:
«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να εξασφαλισθεί η εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης.
Για το[ν] σκοπό αυτό, η παρούσα οδηγία περιέχει διατάξεις για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ως προς:
α)
την πρόσβαση στην απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής εξέλιξης, και στην επαγγελματική κατάρτιση·
β)
τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής·
γ)
τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.
Περιλαμβάνει επίσης διατάξεις με σκοπό να εξασφαλίζεται ότι η εφαρμογή αυτή καθίσταται αποτελεσματικότερη μέσω της θέσπισης κατάλληλων διαδικασιών.»
4
Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, που φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», έχει ως εξής:
«1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α)
“άμεση διάκριση”: όταν ένα πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φύλου, μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν που υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο ένα άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση·
β)
“έμμεση διάκριση”: όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση πρόσωπα ενός φύλου σε σύγκριση με πρόσωπα του άλλου φύλου, εκτός αν αυτή η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία,
[…]».
5
Το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας 2006/54, που φέρει τον τίτλο «Θετική δράση», προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν μέτρα κατά το άρθρο 141 παράγραφος 4 της συνθήκης, για να εξασφαλίσουν εμπράκτως πλήρη ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών στην επαγγελματική ζωή.»
6
Το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54 ορίζει τα εξής:
«Δεν υφίσταται άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων φορέων, όσον αφορά:
[…]
γ)
τους όρους απασχόλησης και εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των απολύσεων, καθώς και θέματα αμοιβής σύμφωνα με το άρθρο 141 της συνθήκης».
Το ιταλικό δίκαιο
7
Σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία, ο εργαζόμενος που έχει συμπληρώσει το όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως μπορεί να απολυθεί ad nutum από τον εργοδότη του, ήτοι χωρίς ο εργοδότης να είναι υποχρεωμένος να αιτιολογήσει την απόφασή του.
8
Κατά το αιτούν δικαστήριο, η ηλικία συνταξιοδοτήσεως των εργαζομένων στον χώρο του θεάματος που ανήκουν στην κατηγορία των χορευτών ήταν 47 έτη για τις γυναίκες και 52 έτη για τους άνδρες. Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι το άρθρο 3, παράγραφος 7, του decreto legge no 64, της 30ής Απριλίου 2010, που κυρώθηκε με τον νόμο αριθ. 100, της 29ης Ιουνίου 2010, όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία των πραγματικών περιστατικών των κυρίων δικών (στο εξής: πράξη νομοθετικού περιεχομένου 64/2010), τροποποίησε αυτά τα όρια ηλικίας για τους εργαζομένους και των δύο φύλων, καθορίζοντας ως κοινό όριο ηλικίας για την παραμονή στην εργασία το 45ο έτος της ηλικίας συμπληρωμένο.
9
Η διάταξη αυτή εισήγαγε επίσης υπέρ των εν λόγω εργαζομένων μια μεταβατική δυνατότητα, για διάστημα δύο ετών από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της εν λόγω διατάξεως, βάσει της οποίας αυτοί μπορούσαν να παραμείνουν στην εργασία και μετά τη συμπλήρωση του κοινού ορίου ηλικίας. Στο πλαίσιο αυτό, οι εν λόγω εργαζόμενοι με σύμβαση αορίστου χρόνου, οι οποίοι είχαν συμπληρώσει ή υπερβεί το νέο όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, μπορούσαν να παραμείνουν στην εργασία μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας για τη συνταξιοδότηση που ίσχυε προηγουμένως, ήτοι 47 έτη για τις γυναίκες και 52 έτη για τους άνδρες, ασκώντας την εν λόγω, ετησίως ανανεούμενη, επιλογή εντός δύο μηνών από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της εν λόγω διατάξεως ή τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από τη θεμελίωση του δικαιώματος συντάξεως.
Οι διαφορές των κυρίων δικών και το προδικαστικό ερώτημα
10
Καταρχάς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι στις διαφορές των κύριων δικών αντιδικούν εργαζόμενοι οι οποίοι απασχολούνται ως χορευτές και χορεύτριες και το ίδρυμα που είναι εργοδότης τους. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις περί παραπομπής και επιβεβαιώθηκε από το αιτούν δικαστήριο κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου για την παροχή διευκρινίσεων, η κατάσταση των ανδρών εργαζομένων είναι άνευ σημασίας για τα ερωτήματα που υποβάλλονται με τις υπό κρίση αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως. Συνεπώς, εν προκειμένω πρέπει να ληφθεί υπόψη η κατάσταση των γυναικών εργαζομένων και μόνον.
11
Οι τελευταίες απασχολούνταν από το ίδρυμα μέχρι τις 31 Μαρτίου 2014, ημερομηνία κατά την οποία απολύθηκαν για τον λόγο ότι είχαν συμπληρώσει το όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. Η διακοπή της συμβάσεως εργασίας τους στηρίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 7, της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου 64/2010.
12
Οι εν λόγω εργαζόμενες άσκησαν ενώπιον του Tribunale di Roma (πρωτοδικείου Ρώμης, Ιταλία) αγωγή με αίτημα την ακύρωση της απολύσεώς τους, την επανένταξή τους στη θέση εργασίας τους και την καταδίκη του εργοδότη τους σε αποκατάσταση της προκληθείσας σε αυτές ζημίας. Θεωρούσαν ότι η απόλυση ήταν παράνομη, με το αιτιολογικό ότι είχαν κάνει χρήση της ευχέρειας που τους επέτρεπε να συνεχίσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα, την οποία προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 7, της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου 64/2010 και η οποία ήταν ανανεώσιμη σε ετήσια βάση, τουλάχιστον 3 μήνες πριν από τη συμπλήρωση του κατά νόμον ορίου ηλικίας για την παραμονή στην εργασία.
13
Το επιληφθέν δικαστήριο έκανε δεκτές τις αγωγές.
14
Κατόπιν εφέσεως που άσκησε το ίδρυμα, το Corte d’appello di Roma (εφετείο Ρώμης, Ιταλία) απέρριψε τα επίμαχα αιτήματα των γυναικών εργαζομένων των κυρίων δικών. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 7, της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου 64/2010 δεν παραβίαζε το δίκαιο της Ένωσης, για τον λόγο ότι η διάταξη αυτή, καίτοι μείωσε στα 45 έτη το όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, εντούτοις παρείχε στο προσωπικό που είχε συμπληρώσει την ηλικία αυτή πριν από την έναρξη ισχύος της εν λόγω διατάξεως ή στη διάρκεια της περιόδου από την 1η Ιουλίου 2010 έως την 1η Ιουλίου 2012, το δικαίωμα να εφαρμοστεί στην περίπτωσή του το όριο ηλικίας για την παραμονή στην εργασία που προβλέπεται από την προϊσχύσασα εθνική κανονιστική ρύθμιση, ήτοι 47 έτη για τις γυναίκες και 52 έτη για τους άνδρες.
15
Κατά το Corte d’appello di Roma (εφετείο Ρώμης), πρόθεση του εθνικού νομοθέτη ήταν να θεσπίσει τρόπους σταδιακής πρόσβασης στο νέο όριο ηλικίας για την παραμονή στην εργασία όσον αφορά τους εργαζομένους οι οποίοι, ευρισκόμενοι πλησίον του νέου αυτού ορίου ηλικίας, αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο αιφνίδιας μεταβολής, κατά τρόπο περιοριστικό, του προγενέστερου καθεστώτος. Ως εκ τούτου, κατά το εν λόγω δικαστήριο, ουδεμία ασυμβατότητα υφίσταται μεταξύ του υπό εξέταση κανόνα και των αρχών του δικαίου της Ένωσης, ακόμη και υπό το πρίσμα της μεταβατικής φύσεως της διατάξεως και του περιορισμένου αριθμού αποδεκτών της.
16
Οι εργαζόμενες των κυρίων δικών άσκησαν αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Corte suprema di cassazione (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ιταλία) επικαλούμενες, μεταξύ άλλων, την αντίθεση του άρθρου 3, παράγραφος 7, της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου 64/2010 προς το άρθρο 157 ΣΛΕΕ, το άρθρο 21 του Χάρτη και την οδηγία 2006/54.
17
Το ίδρυμα άσκησε ομοίως αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά της αποφάσεως του Corte d’appello di Roma (εφετείου Ρώμης) της 14ης Οκτωβρίου 2015.
18
Επισημαίνοντας ότι η έκβαση των διαφορών των κύριων δικών εξαρτάται από την ερμηνεία που θα πρέπει να δοθεί στην έννοια της «μη διάκρισης λόγω φύλου», η οποία προβλέπεται στην οδηγία 2006/54 και στο άρθρο 21 του Χάρτη, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το άρθρο 3, παράγραφος 7, της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου 64/2010 είναι συμβατό με τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που επικαλούνται οι ενάγουσες.
19
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Corte suprema di cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο, σε καθεμία από τις υποθέσεις, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω φύλου, η οποία προβλέπεται από την οδηγία 2006/54 και από τον Χάρτη (άρθρο 21), αντιτίθεται στην εθνική ρύθμιση του άρθρου 3, παράγραφος 7, της [πράξεως νομοθετικού περιεχομένου 64/2010], κατά την οποία “για τους εργαζομένους στον χώρο του θεάματος οι οποίοι εμπίπτουν στην κατηγορία των χορευτών, ως ηλικία συνταξιοδοτήσεως καθορίζεται, για τους άνδρες και τις γυναίκες, η συμπλήρωση του τεσσαρακοστού πέμπτου έτους της ηλικίας τους, με τη χρήση, για τους εργαζομένους στους οποίους εφαρμόζεται πλήρως το ανταποδοτικό ή το μικτό σύστημα, του συντελεστή μετατροπής που προβλέπεται στο άρθρο 1, έκτο εδάφιο, του νόμου 335 της 8ης Αυγούστου 1995, σχετικά με το ανώτατο όριο ηλικίας. Για διάστημα δύο ετών από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της παρούσας διατάξεως, στους εργαζομένους με σύμβαση αορίστου χρόνου περί των οποίων γίνεται λόγος στο προηγούμενο εδάφιο και οι οποίοι συμπλήρωσαν ή υπερέβησαν την ηλικία συνταξιοδοτήσεως παρέχεται η δυνατότητα χρήσεως της ετησίως ανανεούμενης επιλογής παραμονής στην εργασία. Η εν λόγω επιλογή πρέπει να ασκείται μέσω της υποβολής επίσημης αιτήσεως στον ente nazionale di previdenza e assistenza per i lavoratori dello spettacolo (ENPALS) (Εθνικός Οργανισμός Πρόνοιας και Αρωγής για τους συμβασιούχους ορισμένου χρόνου στον τομέα του θεάματος) εντός δύο μηνών από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της παρούσας διατάξεως ή τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από τη θεμελίωση του δικαιώματος συντάξεως, με την επιφύλαξη του ανωτάτου ορίου συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος των 47 ετών για τις γυναίκες και των 52 ετών για τους άνδρες;»
20
Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Απριλίου 2017, οι υποθέσεις C-142/17 και C-143/17 ενώθηκαν προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
21
Δυνάμει του άρθρου 99 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η απάντηση σε ερώτημα που υποβάλλεται με αίτηση προδικαστικής αποφάσεως μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία ή όταν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απάντηση που προσήκει σε ένα τέτοιο ερώτημα, το Δικαστήριο, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί οποτεδήποτε να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
22
Η διάταξη αυτή του Κανονισμού Διαδικασίας πρέπει να εφαρμοστεί στις υπό κρίση υποθέσεις.
23
Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως αυτή του άρθρου 3, παράγραφος 7, της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου 64/2010, δυνάμει του οποίου οι εργαζόμενοι που απασχολούνται ως χορευτές, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως που ορίζεται από την εν λόγω ρύθμιση στα 45 έτη τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άνδρες, έχουν την ευχέρεια να ασκήσουν, κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου δύο ετών, μια επιλογή που τους επιτρέπει να συνεχίσουν την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας έως τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας που προβλεπόταν από την προϊσχύσασα νομοθεσία και το οποίο είχε καθοριστεί στα 47 έτη για τις γυναίκες και τα 52 έτη για τους άνδρες.
24
Καταρχάς, διαπιστώνεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το ζήτημα των προϋποθέσεων χορηγήσεως συντάξεως γήρατος, αφενός, και των προϋποθέσεων λήξεως της σχέσεως εργασίας, αφετέρου, αποτελούν διαφορετικά ζητήματα (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2010, Kleist, C-356/09, EU:C:2010:703, σκέψη 24).
25
Όσον αφορά τις προϋποθέσεις λήξεως της σχέσεως εργασίας, το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54 προβλέπει ότι η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως επί των προϋποθέσεων απολύσεως αποκλείει κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
26
Συναφώς, εμπίπτει στην έννοια του όρου «απόλυση» που περιέχεται στη διάταξη αυτή, ευρέως ερμηνευομένου, η λύση της σχέσεως εργασίας για τον λόγο ότι ο εργαζόμενος έχει συμπληρώσει το όριο ηλικίας για την παραμονή στην εργασία που ορίζει η εθνική ρύθμιση, στο πλαίσιο γενικής πολιτικής συγκεκριμένου εργοδότη όσον αφορά την αποχώρηση από την εργασία, έστω και αν η αποχώρηση αυτή συνεπάγεται τη χορήγηση συντάξεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2010, Kleist, C-356/09, EU:C:2010:703, σκέψη 26).
27
Επομένως, μια υπόθεση, όπως οι εν προκειμένω επίμαχες, στις οποίες οι οικείες εργαζόμενες τέθηκαν, σύμφωνα με την εθνική ρύθμιση, υποχρεωτικά σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως από τον εργοδότη τους, για τον λόγο ότι είχαν συμπληρώσει το όριο ηλικίας για την παραμονή στην εργασία, αφορά τις προϋποθέσεις απολύσεως κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54 (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2010, Kleist, C-356/09, EU:C:2010:703, σκέψη 27).
28
Το Δικαστήριο έχει κρίνει, όσον αφορά την οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70), η οποία καταργήθηκε με την οδηγία 2006/54, ότι μια γενική πολιτική απολύσεων συνεπαγόμενη την απόλυση εργαζομένων με μόνη αιτιολογία ότι έχουν συμπληρώσει ή υπερβεί την ηλικία κατά την οποία έχουν δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως και η οποία διαφέρει, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, για τους άνδρες και τις γυναίκες συνιστά διάκριση βασιζόμενη στο φύλο και απαγορευόμενη από την οδηγία 76/207 (απόφαση της 18 Νοεμβρίου 2010, C-356/09, Kleist,EU:C:2010:703, σκέψη 28).
29
Η ερμηνεία αυτή έχει εφαρμογή και σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 3, παράγραφος 7, της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου 64/2010, η οποία προβλέπει ότι οι εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει το όριο ηλικίας για την παραμονή στην εργασία μπορούν, κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, να ασκήσουν ένα δικαίωμα που τους επιτρέπει να συνεχίσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα, σε περίπτωση που η ηλικία κατά την οποία η σύμβαση εργασίας λήγει οριστικά διαφέρει ανάλογα με το αν ο ενδιαφερόμενος είναι άνδρας ή γυναίκα.
30
Συναφώς επισημαίνεται, πρώτον, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/54, άμεση διάκριση δημιουργείται όταν ένα πρόσωπο υφίσταται, λόγω φύλου, μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο ένα άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση.
31
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφος 7, της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου 64/2010, για διάστημα δύο ετών από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της εν λόγω διατάξεως, οι χορευτές εργαζόμενοι με σύμβαση αορίστου χρόνου οι οποίοι είχαν συμπληρώσει ή υπερβεί το νέο όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως είχαν τη δυνατότητα να κάνουν χρήση, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της εν λόγω διατάξεως ή τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από τη θεμελίωση του δικαιώματος συντάξεως, της ετησίως ανανεούμενης επιλογής συνεχίσεως της επαγγελματικής τους δραστηριότητας μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας για τη συνταξιοδότηση που ίσχυε προηγουμένως, ήτοι 47 έτη για τις γυναίκες και 52 έτη για τους άνδρες.
32
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι λεπτομέρειες άσκησης του επίμαχου δικαιώματος επιλογής εξαρτώνται από το φύλο των εργαζομένων.
33
Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί αν, σε ένα πλαίσιο όπως αυτό που προβλέπει η εν λόγω διάταξη, οι γυναίκες εργαζόμενες ηλικίας 45 ετών και άνω βρίσκονται σε ανάλογη κατάσταση, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/54, με τους άνδρες εργαζομένους της ίδιας ηλικίας.
34
Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν διαφορετικές καταστάσεις και επομένως τον ανάλογο χαρακτήρα τους πρέπει, ειδικότερα, να προσδιορίζονται και να εκτιμώνται υπό το πρίσμα του αντικειμένου των εν λόγω διατάξεων και του σκοπού που αυτές επιδιώκουν, εξυπακούεται δε ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές και οι στόχοι του τομέα στον οποίο εμπίπτει η επίμαχη πράξη (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2017, BB construct, C-534/16, EU:C:2017:820, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
35
Στις υποθέσεις των κυρίων δικών, η κανονιστική ρύθμιση που προβλέπει την επίμαχη διαφορετική μεταχείριση έχει ως αντικείμενο τη ρύθμιση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες λήγει η σχέση εργασίας των οικείων εργαζομένων.
36
Πλην όμως, στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να εντοπιστεί κανένα στοιχείο ικανό να προσδώσει στην κατάσταση των γυναικών εργαζομένων ειδικό χαρακτήρα σε σχέση με εκείνη των ανδρών εργαζομένων. Επομένως, οι γυναίκες εργαζόμενες βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/54, με εκείνη των ανδρών εργαζομένων της ίδιας ηλικίας όσον αφορά τις προϋποθέσεις λύσεως της σχέσεως εργασίας. Επομένως, η διάταξη αυτή θεσπίζει διαφορετική μεταχείριση η οποία στηρίζεται άμεσα στο φύλο.
37
Υπό τις περιστάσεις αυτές, διαφορετική μεταχείριση στηριζόμενη άμεσα στο φύλο όπως αυτή που θεσπίζει η επίμαχη στις κύριες δίκες εθνική κανονιστική ρύθμιση συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/54 (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2010, Kleist, C-356/09, EU:C:2010:703, σκέψη 42).
38
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η οδηγία 2006/54 αντιδιαστέλλει τις διακρίσεις που βασίζονται άμεσα στο φύλο προς τις λεγόμενες «έμμεσες» διακρίσεις, υπό την έννοια ότι οι πρώτες δεν μπορούν να δικαιολογηθούν από θεμιτό σκοπό. Αντιθέτως, οι διατάξεις, τα κριτήρια ή οι πρακτικές οι οποίες είναι δυνατό να αποτελέσουν έμμεσες διακρίσεις μπορούν, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας, να απαλλαγούν από τον χαρακτηρισμό της δυσμενούς διακρίσεως υπό τον όρον ότι «δικαιολογούνται αντικειμενικώς από νόμιμο στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία» (απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2010, C-356/09, Kleist, EU:C:2010:703, σκέψη 41).
39
Ως εκ τούτου, τυχόν διαφορετική μεταχείριση, όπως η επίμαχη στις υποθέσεις των κυρίων δικών, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την επιθυμία να μην αντιμετωπίσουν οι οικείοι εργαζόμενοι τον κίνδυνο αιφνίδιας μεταβολής, κατά τρόπο περιοριστικό, του προγενέστερου καθεστώτος παραμονής στην εργασία.
40
Επομένως, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54 έχει την έννοια ότι εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως αυτή που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 7, της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου 64/2010, δυνάμει της οποίας οι εργαζόμενοι που απασχολούνται ως χορευτές, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως που ορίζεται από την εν λόγω ρύθμιση στα 45 έτη τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άνδρες, έχουν την ευχέρεια να ασκήσουν, κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου δύο ετών, μια επιλογή που τους επιτρέπει να συνεχίσουν την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας έως τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας που προβλεπόταν από την προϊσχύσασα νομοθεσία και το οποίο είχε καθοριστεί στα 47 έτη για τις γυναίκες και τα 52 έτη για τους άνδρες, συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου, η οποία απαγορεύεται από την εν λόγω οδηγία.
Επί των δικαστικών εξόδων
41
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κυρίων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, έχει την έννοια ότι εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως αυτή που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 7, της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου 64/2010, της 30ής Απριλίου 2010, που κυρώθηκε με τον νόμο 100 της 29ης Ιουνίου 2010, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών των κυρίων δικών, δυνάμει της οποίας οι εργαζόμενοι που απασχολούνται ως χορευτές, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως που ορίζεται από την εν λόγω ρύθμιση στα 45 έτη τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άνδρες, έχουν την ευχέρεια να ασκήσουν, κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου δύο ετών, μια επιλογή που τους επιτρέπει να συνεχίσουν την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας έως τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας που προβλεπόταν από την προϊσχύσασα νομοθεσία και το οποίο είχε καθοριστεί στα 47 έτη για τις γυναίκες και τα 52 έτη για τους άνδρες, συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου, η οποία απαγορεύεται από την εν λόγω οδηγία.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.