ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 4ης Οκτωβρίου 2018 ( *1 ) ( 1 )
«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Σχολική φοίτηση – Εισαγωγή σε παιδικό σταθμό – Απόφαση περί εγγραφής παιδιού σε διαφορετικό παιδικό σταθμό από εκείνον στον οποίο είχε εγγραφεί προηγουμένως – Εσφαλμένος προσδιορισμός του καθού-εναγομένου στο δικόγραφο της προσφυγής-αγωγής – Απαράδεκτο – Ευθύνη»
Στην υπόθεση T-17/17,
Radu Constantinescu, κάτοικος Kreuzweiler (Γερμανία), εκπροσωπούμενος από τους S. Rodrigues και A. Blot, δικηγόρους,
προσφεύγων-ενάγων,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τις E. Taneva και L. Deneys,
καθού-εναγομένου,
με αντικείμενο προσφυγή-αγωγή δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ με την οποία, αφενός, ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως του Γραφείου «Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης» στο Λουξεμβούργο (OIL) περί εγγραφής του τέκνου του προσφεύγοντος-ενάγοντος στον παιδικό σταθμό του Ευρωπαϊκού Σχολείου Λουξεμβούργο II – Bertrange-Mamer και, ως εκ τούτου, περί αρνήσεως εγγραφής του στον παιδικό σταθμό του Ευρωπαϊκού Σχολείου Λουξεμβούργο I – Kirchberg, καθώς και της αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Οκτωβρίου 2016 περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος-ενάγοντος και, αφετέρου, ζητείται αποζημίωση για την υλική ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη τις οποίες υποστηρίζει ότι υπέστη ο προσφεύγων-ενάγων,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. M. Collins, πρόεδρο, R. Barents (εισηγητή) και J. Passer, δικαστές,
γραμματέας: M. Marescaux, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 8ης Μαρτίου 2018,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Ο προσφεύγων-ενάγων, Radu Constantinescu, είναι υπάλληλος της Γενικής Διεύθυνσης (ΓΔ) Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και είναι τοποθετημένος στο Λουξεμβούργο (Λουξεμβούργο). Κατοικεί στο Kreuzweiler (Γερμανία).
2
Ο προσφεύγων-ενάγων έχει δύο τέκνα τα οποία ήσαν, αντιστοίχως, τεσσάρων και δύο ετών κατά το χρονικό σημείο ασκήσεως της προσφυγής-αγωγής. Αμφότερα τα τέκνα του είχαν εγγραφεί αρχικώς στον βρεφονηπιακό σταθμό των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων του Kirchberg στο Λουξεμβούργο.
3
Στις 12 Ιανουαρίου 2016, δεδομένου ότι ο πρωτότοκος υιός του προσφεύγοντος-ενάγοντος είχε τότε συμπληρώσει το όριο ηλικίας για φοίτηση στον βρεφονηπιακό σταθμό, ο προσφεύγων-ενάγων επικοινώνησε μέσω επιστολής με το Ευρωπαϊκό Σχολείο Λουξεμβούργο I – Kirchberg (στο εξής: Ευρωπαϊκό Σχολείο του Kirchberg) προκειμένου να εγγράψει τον υιό του στο centre de polyvalence de l’enfance (Πολυδύναμο Κέντρο Παιδικής Ηλικίας, στο εξής: CPE ή παιδικός σταθμός). Με επιστολή της 19ης Ιανουαρίου 2016, το Ευρωπαϊκό Σχολείο του Kirchberg απάντησε ότι ο διευθυντής του και ο διευθυντής του Ευρωπαϊκού Σχολείου Λουξεμβούργο II – Bertrange-Mamer (στο εξής: Ευρωπαϊκό Σχολείο του Mamer) αποφασίζουν από κοινού για τις νέες εγγραφές και ότι οι σχετικές αποφάσεις θα λαμβάνονταν μόνον μετά από εξέταση του φακέλου εγγραφής που θα έπρεπε να κατατεθεί μετά τις διακοπές του Πάσχα.
4
Τον Μάιο του 2016, ο προσφεύγων-ενάγων έλαβε επιβεβαίωση, εκ μέρους του Γραφείου «Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης» στο Λουξεμβούργο (OIL), σχετικά με την εγγραφή του υιού του στο CPE, χωρίς να διευκρινίζεται σε ποια τοποθεσία επρόκειτο να φοιτήσει το παιδί.
5
Στις 27 Μαΐου 2016, το OIL, με ηλεκτρονικό μήνυμα, ενημέρωσε τον προσφεύγοντα-ενάγοντα ότι ο υιός του επρόκειτο να φοιτήσει στο CPE του Ευρωπαϊκού Σχολείου του Mamer και ότι, προκειμένου να εξασφαλιστεί ίση μεταχείριση όλων των παιδιών και των γονέων, δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει εξαίρεση (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
6
Με έγγραφο της 6ης Ιουνίου 2016, ο προσφεύγων-ενάγων υπέβαλε, ενώπιον του Κοινοβουλίου, ως αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ), διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως του OIL περί αρνήσεως εγγραφής του τέκνου του στο CPE του Ευρωπαϊκού Σχολείου του Kirchberg. Συγχρόνως, υπέβαλε αίτηση με την οποία ζήτησε να επιληφθεί του θέματος η επιτροπή του CPE για να διατυπώσει γνώμη.
7
Στις 29 Αυγούστου 2016, ο προσφεύγων-ενάγων ενημέρωσε το OIL ότι ο υιός του δεν επρόκειτο να φοιτήσει στο CPE του Ευρωπαϊκού Σχολείου του Mamer.
8
Στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, η επιτροπή του CPE ενημέρωσε τον προσφεύγοντα-ενάγοντα ότι ήταν της γνώμης, κατόπιν αναλύσεως του φακέλου, ότι ο κανονισμός εισδοχής και λειτουργίας των τμημάτων του CPE είχε εφαρμοστεί ορθώς.
9
Στις 7 Οκτωβρίου 2016, το Κοινοβούλιο απέρριψε τη διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος-ενάγοντος (στο εξής: απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως).
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
10
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Ιανουαρίου 2017, ο προσφεύγων-ενάγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή.
11
Με έγγραφο της 1ης Φεβρουαρίου 2017, το Κοινοβούλιο ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 42 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να προσεπικληθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην υπόθεση, ούτως ώστε η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να μπορεί να της αντιταχθεί πλήρως και ευθέως.
12
Στις 15 Φεβρουαρίου 2017, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπονται στο άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας του, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε το Κοινοβούλιο να καταθέσει ορισμένα έγγραφα.
13
Το Κοινοβούλιο απάντησε στις 24 Φεβρουαρίου 2017 και ο προσφεύγων-ενάγων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στις 21 Μαρτίου 2017.
14
Το Κοινοβούλιο κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 Απριλίου 2017.
15
Ο προσφεύγων-ενάγων κατέθεσε υπόμνημα απαντήσεως και, με χωριστό δικόγραφο της 7ης Ιουνίου 2017, υπέβαλε αίτηση για τη λήψη μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας και για τη διεξαγωγή αποδείξεων, το δε Κοινοβούλιο κατέθεσε υπόμνημα ανταπαντήσεως περιέχον τις παρατηρήσεις του επί της αιτήσεως για τη λήψη μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας και για τη διεξαγωγή αποδείξεων στις 24 Ιουλίου 2017.
16
Ο προσφεύγων-ενάγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
–
να ακυρώσει την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως·
–
να υποχρεώσει το καθού-εναγόμενο να του καταβάλει αποζημίωση για την υλική ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη τις οποίες υπέστη·
–
να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
17
Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την προσφυγή-αγωγή ως αβάσιμη·
–
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα-ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα.
18
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
19
Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 8ης Μαρτίου 2018.
Σκεπτικό
Επί του αντικειμένου της προσφυγής-αγωγής
20
Προκαταρκτικώς, πρέπει να επισημανθεί ότι ο προσφεύγων-ενάγων ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και την ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι αίτημα ακυρώσεως που στρέφεται τυπικώς κατά αποφάσεως περί απορρίψεως διοικητικής ενστάσεως έχει ως αποτέλεσμα, στην περίπτωση που η απόφαση αυτή στερείται αυτοτελούς περιεχομένου, να υποβάλλεται στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου η πράξη κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική ένσταση (απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1989, Vainker κατά Κοινοβουλίου, 293/87, EU:C:1989:8, σκέψη 8). Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως στερείται αυτοτελούς περιεχομένου, η προσφυγή-αγωγή πρέπει να θεωρηθεί ότι στρέφεται μόνον κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως. Τούτο μπορεί μεταξύ άλλων να ισχύει, σε περίπτωση που η απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως δεν έχει εκδοθεί από το ίδιο θεσμικό όργανο με την απόφαση που αποτέλεσε αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως, εφόσον η απορριπτική απόφαση είναι αμιγώς επιβεβαιωτική της τελευταίας αυτής αποφάσεως και εφόσον, επομένως, η ακύρωση της μεν δεν θα παρήγε, ως προς τη νομική κατάσταση του ενδιαφερομένου, αυτοτελή αποτελέσματα σε σχέση με τα απορρέοντα από την ακύρωση της δε (βλ., συναφώς, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2011, Adjemian κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-325/09 P, EU:T:2011:506, σκέψη 33).
Επί του παραδεκτού των αιτημάτων ακυρώσεως
21
Χωρίς να προβάλει τυπικώς ένσταση απαραδέκτου δυνάμει του άρθρου 130 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι δεν είναι το όργανο που εξέδωσε την πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση.
22
Συγκεκριμένα, με έγγραφο της 1ης Φεβρουαρίου 2017, το Κοινοβούλιο επισήμανε ότι εξέτασε τη διοικητική ένσταση έχοντας την πλήρη εξουσία της ΑΔΑ ως προς τον προσφεύγοντα-ενάγοντα, και όσον αφορά το άρθρο 90 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ). Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, η αρμοδιότητα αυτή δεν έχει ανατεθεί από το Κοινοβούλιο στο OIL. Ωστόσο, η πράξη κατά της οποίας βάλλει η διοικητική ένσταση και της οποίας ζητείται η ακύρωση με το κύριο αίτημα της προσφυγής-αγωγής έχει εκδοθεί από το OIL και όχι από το Κοινοβούλιο.
23
Το Κοινοβούλιο διευκρινίζει, με την από 24 Φεβρουαρίου 2017 απάντησή του στο αίτημα του Γενικού Δικαστηρίου να προσκομίσει, αφενός, τις πράξεις δυνάμει των οποίων ενήργησε ως ΑΔΑ και, αφετέρου, τις πράξεις δυνάμει των οποίων ορισμένα καθήκοντα εκτελέσεως έχουν ανατεθεί στο OIL από την Επιτροπή, ότι από το σημείο Χ του παραρτήματος της αποφάσεως του προεδρείου της 13ης Ιανουαρίου 2014, σχετικά με την εκχώρηση εξουσιών της ΑΔΑ και της αρχής που είναι αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων προσλήψεως (στο εξής: ΑΣΣΠΑ), προκύπτει ότι, ανεξαρτήτως θέματος, οι αρχές του Κοινοβουλίου έχουν την αρμοδιότητα της ΑΔΑ για τις διοικητικές ενστάσεις που υποβάλλονται από το προσωπικό του Κοινοβουλίου. Στο πλαίσιο των διαφορών που αφορούν το OIL, το Κοινοβούλιο δεν έχει αναθέσει τις εξουσίες του ως ΑΔΑ κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ούτε στην Επιτροπή ούτε στο OIL και εξακολουθεί, επομένως, να είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί των διοικητικών ενστάσεων που υποβάλλονται στον εν λόγω τομέα.
24
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Κοινοβούλιο τόνισε επίσης ότι η προσφυγή-αγωγή είναι παραδεκτή, αλλά αβάσιμη.
25
Ο προσφεύγων-ενάγων, με τις από 21 Μαρτίου 2017 παρατηρήσεις του, συμμερίζεται τον προβληματισμό του Κοινοβουλίου και διευκρινίζει ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό του CPE, το Κοινοβούλιο είναι υπεύθυνο για τη διαχείριση του βρεφονηπιακού σταθμού και η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση του παιδικού σταθμού και του κέντρου μελέτης. Κατά τον προσφεύγοντα-ενάγοντα, στο OIL έχει ανατεθεί κατ’ εξουσιοδότηση η διαχείριση των παιδικών σταθμών για λογαριασμό του συνόλου των θεσμικών και λοιπών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο. Τέλος, το Κοινοβούλιο ουδέποτε αμφισβήτησε την αρμοδιότητά του και, ως εκ τούτου, είναι αρμόδιο να εξετάσει τη διοικητική ένσταση που είχε υποβάλει ο προσφεύγων-ενάγων, η δε ύπαρξη της εν λόγω αρμοδιότητας του Κοινοβουλίου επιβεβαιώνεται από την ανάγνωση της αποφάσεως του προεδρείου του Κοινοβουλίου περί εκχωρήσεως εξουσιών της ΑΔΑ και της ΑΣΣΠΑ.
26
Πρώτον, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ορίζει ότι ένα ή περισσότερα όργανα μπορούν να αναθέτουν σε ένα από αυτά τα ίδια ή σε διοργανικό οργανισμό την άσκηση του συνόλου ή μέρους των εξουσιών που έχουν απονεμηθεί στην ΑΔΑ, πλην αποφάσεων που αφορούν διορισμούς, προαγωγές ή μεταθέσεις υπαλλήλων. Επιπλέον, κατά το άρθρο 91α του ΚΥΚ, οι προσφυγές στους τομείς για τους οποίους τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 2, παράγραφος 2, στρέφονται κατά του οργάνου από το οποίο εξαρτάται η εξουσιοδοτημένη ΑΔΑ.
27
Δεύτερον, κατά το άρθρο 1 της αποφάσεως 2003/524/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Νοεμβρίου 2002, για τη δημιουργία του γραφείου υποδομών και διοικητικής υποστήριξης (OIL) στο Λουξεμβούργο (ΕΕ 2003, L 183, σ. 40), το γραφείο αυτό υπάγεται στη Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) Προσωπικού και Διοίκησης της Επιτροπής. Το άρθρο 11 της αποφάσεως 2003/524 προβλέπει ότι «[ο] διευθυντής του [OIL] είναι η [ΑΔΑ] του [OIL] και είναι η [ΑΣΣΠΑ], σύμφωνα με τους ισχύοντες στην Επιτροπή κανόνες, εντός του ορίου των εξουσιών που του αναθέτει η Επιτροπή».
28
Τρίτον, το άρθρο 15, παράγραφος 3, της αποφάσεως 2003/524 ορίζει ότι, «κατ’ εφαρμογή του άρθρου 90 του ΚΥΚ, οι αιτήσεις και οι ενστάσεις που αφορούν την άσκηση των εξουσιών που ανατίθενται στον διευθυντή του [OIL] δυνάμει του άρθρου 11 της παρούσας απόφασης υποβάλλονται στην ΓΔ Προσωπικού και Διοίκησης» και ότι «[κ]άθε προσφυγή στους τομείς αυτούς στρέφεται κατά της Επιτροπής».
29
Εν προκειμένω, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ως προς το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από το OIL. Εξάλλου, από ανάγνωση των διατάξεων της εφαρμοστέας ρυθμίσεως, ειδικότερα δε σε συνδυασμό με το άρθρο 91α του ΚΥΚ συνάγεται ότι η Επιτροπή πρέπει να είναι η καθής σε περίπτωση προσφυγής κατά αποφάσεως του OIL.
30
Όπως έχουν επισημάνει το Δικαστήριο και το Γενικό Δικαστήριο σε πολλές αποφάσεις, από το άρθρο 2 του ΚΥΚ απορρέει, αφενός, ότι η ΑΔΑ ενεργεί επ’ ονόματι του οργάνου που την έχει ορίσει και, κατά συνέπεια, οι πράξεις που επηρεάζουν τη νομική κατάσταση των υπαλλήλων και μπορεί να τους προξενήσουν βλάβη πρέπει να θεωρούνται ως πράξεις του θεσμικού οργάνου στο οποίο υπηρετούν και, αφετέρου, ότι ενδεχόμενη ένδικη προσφυγή πρέπει να στρέφεται κατά του οργάνου το οποίο εξέδωσε τη βλαπτική πράξη (αποφάσεις της 19ης Μαρτίου 1964, Schmitz κατά ΕΟΚ, 18/63, EU:C:1964:15, σ. 1053, και της 22ας Νοεμβρίου 1990, Mommer κατά Κοινοβουλίου, T‑162/89, EU:T:1990:72, σκέψη 18).
31
Επιπλέον, τούτο επιβεβαιώνεται από το ίδιο το Κοινοβούλιο, το οποίο επισημαίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση όντως αποτελεί πράξη του OIL και όχι του Κοινοβουλίου και ότι, επομένως, θα πρέπει να προσεπικληθεί η Επιτροπή στην υπόθεση προκειμένου η εκδοθησόμενη απόφαση να δύναται να της αντιταχθεί πλήρως και ευθέως.
32
Συναφώς, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι, μολονότι το άρθρο 42 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπει την άσκηση τριτανακοπής κατά των εκδοθεισών αποφάσεων, εντούτοις, δεν παρέχει στο Γενικό Δικαστήριο την εξουσία να προκαλέσει την εκ μέρους της Επιτροπής παρέμβαση στη δίκη.
33
Εξάλλου, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο στο πλαίσιο του Κανονισμού Διαδικασίας του, του οποίου το γράμμα είναι, ως προς το σημείο αυτό, πανομοιότυπο με εκείνο του άρθρου 76 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, όταν εκ παραδρομής κατονομάζεται στο δικόγραφο ένας καθού ο οποίος δεν είναι το όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, το ένδικο βοήθημα δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτο αν το δικόγραφο περιλαμβάνει στοιχεία που να καθιστούν δυνατό τον σαφέστατο προσδιορισμό του διαδίκου κατά του οποίου έχει ασκηθεί το ένδικο βοήθημα, όπως είναι ο προσδιορισμός της προσβαλλομένης πράξεως και του εκδόντος αυτήν οργάνου. Σε τέτοια περίπτωση, ως καθού πρέπει να λογίζεται το εκδόν την προσβαλλόμενη πράξη όργανο, έστω και αν δεν έχει κατονομαστεί στο εισαγωγικό τμήμα του δικογράφου. Η περίπτωση αυτή όμως πρέπει να διακρίνεται από την περίπτωση κατά την οποία ο προσφεύγων εμμένει στον προσδιορισμό του καθού που κατονομάζεται στο εισαγωγικό τμήμα του δικογράφου, έχοντας πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι δεν είναι το εκδόν την προσβαλλόμενη πράξη όργανο. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ως καθού πρέπει να θεωρείται ο κατονομαζόμενος στο δικόγραφο και, αν συντρέχει λόγος, να συνάγονται οι εντεύθεν συνέπειες ως προς το παραδεκτό της προσφυγής (βλ. διάταξη της 16ης Οκτωβρίου 2006, Aisne και Nature κατά Επιτροπής, T-173/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2006:320, σκέψεις 17 και 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
34
Συναφώς, ο προσφεύγων-ενάγων επισήμανε μεταξύ άλλων, με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στις 21 Μαρτίου 2017 (βλ. σκέψη 13 ανωτέρω), ότι «δεν [μπορούσε] παρά να διαπιστώσει –με λύπη του– την ασάφεια που [φαινόταν] να περιβάλλει το ζήτημα της ΑΔΑ που είναι αρμόδια επί του συγκεκριμένου θέματος στο μέτρο που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή [δεν φαίνονταν] να δίνουν την ίδια απάντηση επ’ αυτού», ότι «υπέβαλε τη διοικητική ένστασή του στον Γενικό Γραμματέα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπό την ιδιότητά του ως ΑΔΑ, ο οποίος ουδέποτε αμφισβήτησε την αρμοδιότητά του επί του θέματος αυτού» και ότι «[υποστήριζε] ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήταν πράγματι η αρμόδια για την εξέταση της διοικητικής ενστάσεώς του αρχή».
35
Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι τα αιτήματα ακυρώσεως είναι απαράδεκτα καθότι δεν στρέφονται κατά της Επιτροπής.
Επί των αιτημάτων αποζημιώσεως
36
Κατά πάγια νομολογία στον τομέα των υπαλληλικών υποθέσεων, εάν αίτημα αποζημιώσεως έχει στενό σύνδεσμο με αίτημα ακυρώσεως, η απόρριψη του τελευταίου αυτού αιτήματος, είτε ως απαράδεκτου είτε ως αβάσιμου, συνεπάγεται και την απόρριψη του αιτήματος αποζημιώσεως (βλ. απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Martínez Valls κατά Κοινοβουλίου, T-214/02, EU:T:2003:254, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
37
Εν προκειμένω, τα αιτήματα ακυρώσεως έχουν έναν τέτοιο σύνδεσμο με τα αιτήματα αποζημιώσεως.
38
Δεδομένου ότι τα αιτήματα ακυρώσεως απορρίφθηκαν, τα αιτήματα αποζημιώσεως πρέπει επίσης να απορριφθούν.
39
Από όλα τα προεκτεθέντα απορρέει ότι η προσφυγή-αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
40
Κατά το άρθρο 134 του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εντούτοις, κατά το άρθρο 135, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ακόμη και ο νικήσας διάδικος μπορεί να καταδικαστεί σε μέρος ή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, αν τούτο δικαιολογείται από τη στάση του ακόμη και πριν από την κίνηση της δίκης.
41
Από το σκεπτικό της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι ο προσφεύγων-ενάγων ηττήθηκε. Επιπροσθέτως, το Κοινοβούλιο ζήτησε ρητώς με τα αιτήματά του να καταδικαστεί ο προσφεύγων-ενάγων στα δικαστικά έξοδα.
42
Ωστόσο, από την παρούσα απόφαση απορρέει ότι το γεγονός ότι, αφενός, το Κοινοβούλιο κήρυξε εαυτό αρμόδιο να εξετάσει τη διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος-ενάγοντος ενώ η εν λόγω διοικητική ένσταση στρεφόταν κατά πράξεως του OIL (βλ. σκέψη 22 ανωτέρω) και, αφετέρου, ότι ουδέποτε επέστησε την προσοχή του προσφεύγοντος-ενάγοντος στο γεγονός ότι δεν ήταν το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση όργανο καταμαρτυρεί την ύπαρξη κακοδιοικήσεως εκ μέρους του Κοινοβουλίου και ενδέχεται να παραπλάνησε τον προσφεύγοντα-ενάγοντα και να τον ώθησε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή μόνον κατά του Κοινοβουλίου.
43
Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι, κατά δίκαιη εκτίμηση των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 135, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει να αποφασίσει ότι το Κοινοβούλιο φέρει, πέραν των δικαστικών του εξόδων, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο προσφεύγων-ενάγων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή.
2)
Καταδικάζει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
Collins
Barents
Passer
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Οκτωβρίου 2018.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
M. Collins
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
( 1 ) Στις σκέψεις 30 και 40 του παρόντος κειμένου έγινε τροποποίηση γλωσσικής φύσεως μετά την αρχική ανάρτησή του στην ψηφιακή Συλλογή Νομολογίας.