ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 23ης Μαΐου 2019 ( *1 )
«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Αγορά της ανακύκλωσης συσσωρευτών αυτοκινήτου τύπου μολύβδου‑οξέος– Απόφαση με την οποία διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ – Συντονισμός των τιμών αγοράς – Πρόστιμα – Παράγραφος 26 της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας – Παράγραφος 37 των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων – Πλήρης δικαιοδοσία»
Στην υπόθεση T-222/17,
Recylex SA, με έδρα το Παρίσι (Γαλλία),
Fonderie et Manufacture de Métaux SA, με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο),
Harz-Metall GmbH, με έδρα το Goslar (Γερμανία),
εκπροσωπούμενες από τους M. Wellinger, S. Reinart και K. Bongs, δικηγόρους,
προσφεύγουσες,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους I. Rogalski, J. Szczodrowski και F. van Schaik,
καθής,
με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα τη μείωση του προστίμου που επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες με την απόφαση C(2017) 900 τελικό της Επιτροπής, της 8ης Φεβρουαρίου 2017, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (υπόθεση AT.40018 – Ανακύκλωση συσσωρευτών αυτοκινήτου),
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. M. Collins (εισηγητή), πρόεδρο, M. Kancheva και R. Barents, δικαστές,
γραμματέας: N. Schall, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 15ης Νοεμβρίου 2018,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση ( 1 )
Ιστορικό της διαφοράς
1
Η Recylex SA, η Fonderie et Manufacture de Métaux SA και η Harz-Metall GmbH (στο εξής, από κοινού: προσφεύγουσες ή Recylex) είναι εταιρίες εγκατεστημένες, αντιστοίχως, στη Γαλλία, το Βέλγιο και τη Γερμανία, οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα της παραγωγής ανακυκλωμένου μολύβδου και άλλων προϊόντων (πολυπροπυλενίου, ψευδαργύρου και ειδικών μετάλλων).
2
Με την απόφαση C(2017) 900 τελικό, της 8ης Φεβρουαρίου 2017, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (υπόθεση AT.40018 – Ανακύκλωση συσσωρευτών αυτοκινήτου) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωσε παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ στον τομέα της αγοράς αποβλήτων συσσωρευτών αυτοκινήτου τύπου μολύβδου-οξέος τα οποία χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ανακυκλωμένου μολύβδου. Η παράβαση αυτή, στην οποία μετείχαν τέσσερις επιχειρήσεις ή όμιλοι επιχειρήσεων, συγκεκριμένα δε, πρώτον, οι Campine NV και Campine Recycling NV (στο εξής, από κοινού: Campine), δεύτερον, οι Eco-Bat Technologies Ltd, Berzelius Metall GmbH και Société de traitement chimique des métaux SAS (στο εξής, από κοινού: Eco-Bat), τρίτον, οι Johnson Controls, Inc., Johnson Controls Tolling GmbH & Co. KG και Johnson Controls Recycling GmbH (στο εξής, από κοινού: JCI) και, τέταρτον, η Recylex, διαπράχθηκε κατά την περίοδο από τις 23 Σεπτεμβρίου 2009 έως τις 26 Σεπτεμβρίου 2012 (αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2 και άρθρο 1, παράγραφος 1, της προσβαλλόμενης απόφασης).
3
Κατά την Επιτροπή, η επίμαχη παράβαση, η οποία αποτελεί ενιαία και διαρκή παράβαση, έλαβε τη μορφή συμφωνιών ή εναρμονισμένων πρακτικών στο έδαφος του Βελγίου, της Γερμανίας, της Γαλλίας και των Κάτω Χωρών. Στο πλαίσιο της παράβασης αυτής, οι τέσσερις επιχειρήσεις ή όμιλοι επιχειρήσεων που μνημονεύονται στη σκέψη 2 ανωτέρω συντόνιζαν τη συμπεριφορά τους όσον αφορά τις τιμές αγοράς αποβλήτων συσσωρευτών αυτοκινήτου τύπου μολύβδου‑οξέος τα οποία χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ανακυκλωμένου μολύβδου (αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2 και άρθρο 1, παράγραφος 1, της προσβαλλόμενης απόφασης).
Η διοικητική διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης
4
Η διοικητική διαδικασία κινήθηκε κατόπιν αίτησης που υπέβαλε η JCI στις 22 Ιουνίου 2012 για απαλλαγή από την επιβολή προστίμου, κατά την έννοια της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε υποθέσεις συμπράξεων (καρτέλ) (ΕΕ 2006, C 298, σ. 17, στο εξής: ανακοίνωση του 2006 περί συνεργασίας). Στις 13 Σεπτεμβρίου 2012, η Επιτροπή χορήγησε απαλλαγή υπό όρους στην επιχείρηση αυτή, σύμφωνα με την παράγραφο 18 της εν λόγω ανακοίνωσης (αιτιολογική σκέψη 29 της προσβαλλόμενης απόφασης).
[παραλειπόμενα]
6
Η Eco-Bat και η Recylex υπέβαλαν, στις 27 Σεπτεμβρίου 2012 και στις 23 Οκτωβρίου 2012 αντιστοίχως, αίτηση απαλλαγής από την επιβολή προστίμου και, επικουρικώς, αίτηση μείωσης του προστίμου δυνάμει της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας. Στις 4 Δεκεμβρίου 2012, η Campine υπέβαλε αίτηση μείωσης του προστίμου δυνάμει της ίδιας ανακοίνωσης (αιτιολογική σκέψη 31 της προσβαλλόμενης απόφασης).
[παραλειπόμενα]
10
Με έγγραφο της 24ης Ιουνίου 2015, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Eco-Bat και τη Recylex το προσωρινό συμπέρασμά της κατά το οποίο τα αποδεικτικά στοιχεία που της είχαν προσκομίσει οι τελευταίες αντιπροσώπευαν σημαντική προστιθέμενη αξία κατά την έννοια των παραγράφων 24 και 25 της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας και τις ενημέρωσε, ως εκ τούτου, για την πρόθεσή της να μειώσει το πρόστιμο που τους είχε επιβληθεί. Με έγγραφο της ίδιας ημέρας, η Επιτροπή γνωστοποίησε επίσης στην Campine το προσωρινό συμπέρασμά της κατά το οποίο η τελευταία δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις προκειμένου να τύχει μείωσης του προστίμου βάσει της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας (αιτιολογική σκέψη 33 της προσβαλλόμενης απόφασης).
[παραλειπόμενα]
13
Στις 8 Φεβρουαρίου 2017, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία προσήψε, μεταξύ άλλων, στη Recylex ότι μετείχε στην παράβαση που μνημονεύεται στη σκέψη 3 ανωτέρω από τις 23 Σεπτεμβρίου 2009 έως τις 26 Σεπτεμβρίου 2012 και της επέβαλε εις ολόκληρον πρόστιμο ύψους 26739000 ευρώ.
Σκεπτικό
[παραλειπόμενα]
Επί του τέταρτου λόγου της προσφυγής, με τον οποίο προβάλλεται πλάνη κατά την εφαρμογή της παραγράφου 26 της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας, όσον αφορά τη συνεργασία της Eco-Bat
136
Με τον τέταρτο λόγο της προσφυγής της, η Recylex υποστηρίζει ότι η Eco-Bat δεν εκπλήρωσε το καθήκον της για συνεργασία κατά την έννοια της παραγράφου 12, στοιχεία αʹ και γʹ, της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας, όπως επιτάσσει η παράγραφος 24 της ανακοίνωσης αυτής. Κατά την άποψή της, δεδομένου ότι, για να μπορεί να χορηγηθεί μείωση του προστίμου, πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις της παραγράφου 12, στοιχεία αʹ έως γʹ, της εν λόγω ανακοίνωσης, η Eco-Bat δεν μπορούσε να τύχει μείωσης του προστίμου. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι η Recylex δεν ήταν η δεύτερη επιχείρηση που προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία με σημαντική προστιθέμενη αξία, αλλά η πρώτη επιχείρηση που προσκόμισε τέτοια αποδεικτικά στοιχεία. Συνεπώς, η Επιτροπή, χορηγώντας της μείωση κυμαινόμενη από 20 έως 30 % αντί μείωσης κυμαινόμενης από 30 έως 50 %, υπέπεσε σε πλάνη κατά την εφαρμογή της παραγράφου 26, πρώτο εδάφιο, της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας.
137
Η Recylex υποστηρίζει ότι η Eco-Bat δεν εκπλήρωσε, από διάφορες απόψεις, το καθήκον της για συνεργασία. Πρώτον, η Eco-Bat παρέσχε, πριν από την αίτηση επιεικούς μεταχείρισης της Recylex, ελλιπείς και παραπλανητικές πληροφορίες σχετικά με τις περιοχές τις οποίες αφορούσε η παράβαση. Συγκεκριμένα, η Eco‑Bat δήλωσε ότι η παράβαση περιοριζόταν στη Γερμανία, στις Κάτω Χώρες και, περιστασιακά, στο Βέλγιο. Επίσης, η Eco-Bat απάντησε με υπεκφυγές στις ερωτήσεις της Επιτροπής σχετικά με την παράβαση που αφορούσε τη Γαλλία. Δεύτερον, η Eco-Bat δεν αποκάλυψε την πλήρη έκταση της συμμετοχής των εκπροσώπων της στην παράβαση, πράγμα το οποίο καταδεικνύει ότι δεν είχε διενεργήσει σοβαρές έρευνες προκειμένου να παράσχει στην Επιτροπή ολοκληρωμένη περιγραφή της συμμετοχής της. Τρίτον, η Eco-Bat παρέσχε παραπλανητικές πληροφορίες σχετικά με τον ρόλο ενός εκ των εκπροσώπων της. Γενικότερα, οι απαντήσεις της Eco-Bat στις αιτήσεις της Επιτροπής για παροχή πληροφοριών δεν φανερώνουν ειλικρινή συνεργασία.
138
Ως εκ τούτου, λόγω του αποκλεισμού της Eco-Bat, η Recylex εκτιμά ότι δικαιούνταν τη μέγιστη μείωση, ύψους 50 %, που προβλέπεται στην πρώτη κατηγορία της παραγράφου 26, πρώτο εδάφιο, της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας. Όσον αφορά τη σημαντική προστιθέμενη αξία των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε, η Recylex βασίζεται, κατ’ ουσίαν, στα ίδια επιχειρήματα με εκείνα τα οποία προβάλλει προς στήριξη του πρώτου και του δεύτερου λόγου της προσφυγής της.
139
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Recylex επιβεβαίωσε ότι, με τον λόγο αυτόν της προσφυγής της, δεν αποσκοπεί στο να στερήσει από την Eco-Bat τη μείωση ύψους 50 % που της χορηγήθηκε.
140
Κατά την Επιτροπή, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι η Eco-Bat, στις 27 Σεπτεμβρίου 2012, ήταν η πρώτη επιχείρηση που προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία με σημαντική προστιθέμενη αξία. Η Recylex, στις 23 Οκτωβρίου 2012, ήταν η δεύτερη επιχείρηση που προσκόμισε τέτοια αποδεικτικά στοιχεία. Λαμβανομένης υπόψη της χρονολογικής σειράς της προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων με σημαντική προστιθέμενη αξία, η Recylex δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί ως η πρώτη επιχείρηση που προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία με σημαντική προστιθέμενη αξία, ακόμη και αν η Eco-Bat αποκλεισθεί από τη χορήγηση οποιασδήποτε μείωσης λόγω παράβασης του καθήκοντος συνεργασίας σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παραγράφου 12 της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας. Συνεπώς, οι αιτιάσεις της Recylex σχετικά με την παράβαση του καθήκοντος συνεργασίας της Eco-Bat και οι ισχυρισμοί της ως προς τη σημαντική προστιθέμενη αξία των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε είναι άνευ αντικειμένου.
141
Το πρώτο ζήτημα που τίθεται είναι αν, στην περίπτωση κατά την οποία δύο επιχειρήσεις έχουν προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία με σημαντική προστιθέμενη αξία, η επιχείρηση που τα προσκόμισε δεύτερη μπορεί να υπεισέλθει στη θέση της πρώτης, εάν αποδειχθεί ότι η συνεργασία της πρώτης δεν ήταν σύμφωνη με τις απαιτήσεις της παραγράφου 12 της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας.
142
Καταρχάς, επισημαίνεται ότι, με την έκδοση της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας, η Επιτροπή δημιούργησε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, πράγμα το οποίο αναγνωρίζει άλλωστε με την παράγραφο 38 της εν λόγω ανακοίνωσης. Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που μπορούν να αντλήσουν από την ανακοίνωση αυτή οι επιχειρήσεις οι οποίες επιθυμούν να συνεργαστούν με την Επιτροπή, η τελευταία υποχρεούται να συμμορφώνεται προς την εν λόγω ανακοίνωση (βλ. απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 2016, Schenker κατά Επιτροπής, T-265/12, EU:T:2016:111, σκέψη 361 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
143
Περαιτέρω, υπενθυμίζεται ότι, καθόσον η διαδικασία επιείκειας αποτελεί εξαίρεση από την αρχή κατά την οποία μια επιχείρηση πρέπει να τιμωρείται για κάθε παραβίαση του δικαίου του ανταγωνισμού, οι κανόνες που διέπουν τη διαδικασία αυτή πρέπει να ερμηνεύονται στενά (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, LG Display και LG Display Taiwan κατά Επιτροπής, T-128/11, EU:T:2014:88, σκέψη 167).
144
Οι διατάξεις της παραγράφου 26, πρώτο εδάφιο, της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας προβλέπουν τα εξής:
«Σε κάθε απόφαση που εκδίδει στο τέλος της διοικητικής διαδικασίας, η Επιτροπή θα προσδιορίζει το επίπεδο της μείωσης του προστίμου του οποίου θα τύχει μια επιχείρηση σε σχέση με το πρόστιμο που θα είχε διαφορετικά επιβληθεί. Για την/τις:
–
πρώτη επιχείρηση που παράσχει σημαντική προστιθέμενη αξία: μείωση 30-50 %,
–
δεύτερη επιχείρηση που παράσχει σημαντική προστιθέμενη αξία: μείωση 20-30 %,
–
επόμενες επιχειρήσεις που παρέχουν σημαντική προστιθέμενη αξία: μείωση μέχρι 20 %.»
145
Η παράγραφος 24 της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας ορίζει ότι, για να μπορεί να τύχει μείωσης, η επιχείρηση πρέπει να πληροί σωρευτικά τις προϋποθέσεις της παραγράφου 12, στοιχεία αʹ έως γʹ, της εν λόγω ανακοίνωσης. Η παράγραφος 12 εκθέτει τις απαιτήσεις που αφορούν το καθήκον συνεργασίας. Ορίζει, εν ολίγοις, ότι η επιχείρηση πρέπει, πρώτον, να συνεργάζεται ειλικρινά, πλήρως, σε διαρκή βάση και με ταχύτητα καθ’ όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, πράγμα το οποίο προϋποθέτει ότι η επιχείρηση παρέχει ακριβείς, μη παραπλανητικές και πλήρεις πληροφορίες. Δεύτερον, πρέπει να διακόψει τη συμμετοχή της στην πιθανολογούμενη σύμπραξη και, τρίτον, δεν πρέπει να έχει καταστρέψει, παραποιήσει ή αποκρύψει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την πιθανολογούμενη σύμπραξη. Εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν ότι η Eco-Bat πληρούσε τη δεύτερη προϋπόθεση.
146
Η παράγραφος 30, τελευταίο εδάφιο, της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας ορίζει ότι, εάν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι η επιχείρηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 12, η επιχείρηση δεν θα τύχει ευνοϊκής μεταχείρισης δυνάμει της ανακοίνωσης αυτής. Συνεπώς, όπως γίνεται άλλωστε δεκτό από τους διαδίκους, η απαίτηση συνεργασίας, κατά την έννοια της παραγράφου 12 της επίμαχης ανακοίνωσης, συνιστά πρωταρχικό κριτήριο προκειμένου να καθοριστεί αν μια επιχείρηση δικαιούται πλήρη ή μερική απαλλαγή από το πρόστιμο ή κάποια μείωση του προστίμου. Εάν δεν έχει εκπληρώσει το καθήκον συνεργασίας που υπέχει, δεν μπορεί να τύχει επιεικούς μεταχείρισης.
147
Διαπιστώνεται, αντιθέτως, ότι από την ανακοίνωση του 2006 περί συνεργασίας δεν προκύπτει ότι τυχόν παράβαση του καθήκοντος συνεργασίας επηρεάζει τη σειρά προτεραιότητας των αιτήσεων επιεικούς μεταχείρισης.
148
Επιβάλλεται επίσης η διαπίστωση ότι, κατά πάγια νομολογία, από την ίδια τη λογική της ανακοίνωσης του 2002 περί συνεργασίας, καθώς και της αντίστοιχης ανακοίνωσης του 2006, προκύπτει ότι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα είναι να δημιουργηθεί κλίμα αβεβαιότητας εντός των συμπράξεων μέσω της ενθάρρυνσης της καταγγελίας τους στην Επιτροπή. Η αβεβαιότητα αυτή απορρέει ακριβώς από το γεγονός ότι οι μετέχοντες στη σύμπραξη γνωρίζουν ότι μόνον ένας εξ αυτών μπορεί να τύχει απαλλαγής από το πρόστιμο, εφόσον καταγγείλει τους λοιπούς μετέχοντες στην παράβαση, εκθέτοντάς τους κατ’ αυτόν τον τρόπο στον κίνδυνο να τους επιβληθούν πρόστιμα. Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού και κατά την ίδια λογική, τα πρόστιμα τα οποία θα έπρεπε να καταβάλουν οι επιχειρήσεις που ενήργησαν ταχύτερα για την παροχή της συνεργασίας τους μειώνονται περισσότερο σε σχέση με τα πρόστιμα των επιχειρήσεων που δεν έσπευσαν να συνεργαστούν με την ίδια ταχύτητα (βλ. αποφάσεις της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Wabco Europe κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-380/10, EU:T:2013:449, σκέψη 147 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Repsol Lubricantes y Especialidades κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-496/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:464, σκέψη 334 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
149
Επομένως, η χρονολογική σειρά και η ταχύτητα με την οποία συνεργάστηκαν τα μέλη της σύμπραξης συνιστούν θεμελιώδη στοιχεία του συστήματος που τίθεται σε εφαρμογή με την ανακοίνωση του 2006 περί συνεργασίας (απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2011, Transcatab κατά Επιτροπής, T-39/06, EU:T:2011:562, σκέψη 380· βλ., επίσης, απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Wabco Europe κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑380/10, EU:T:2013:449, σκέψη 148 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
150
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ούτε το γράμμα ούτε η λογική της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας συνηγορούν υπέρ της ερμηνείας κατά την οποία, σε περίπτωση που δύο επιχειρήσεις έχουν προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία αντιπροσωπεύοντα σημαντική προστιθέμενη αξία, η επιχείρηση που τα προσκόμισε δεύτερη υπεισέρχεται στη θέση της πρώτης, εάν αποδειχθεί ότι η συνεργασία της πρώτης δεν ήταν σύμφωνη με τις απαιτήσεις της παραγράφου 12 της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας.
151
Τυχόν αντίθετο συμπέρασμα θα μπορούσε να οδηγήσει σε υποθετική κατάσταση στην οποία οι μειώσεις που προβλέπονται σε καθεμία από τις περιπτώσεις της παραγράφου 26 της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας θα χορηγούνταν σε δύο επιχειρήσεις. Τούτο θα ενείχε τον κίνδυνο αποδυνάμωσης του κινήτρου κάθε επιχείρησης μετέχουσας σε σύμπραξη αντίθετη προς τον ανταγωνισμό να συνεργαστεί με την Επιτροπή το ταχύτερο δυνατόν, χωρίς ωστόσο να ενισχύεται το κίνητρο για πλήρη συνεργασία με την Επιτροπή, καθώς το κίνητρο για ειλικρινή συνεργασία τυγχάνει ήδη πλήρους προστασίας μέσω της απειλής εφαρμογής, από την Επιτροπή, των παραγράφων 24 και 30 της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας.
152
Τέλος, επισημαίνεται επίσης ότι η Recylex δεν προέβαλε, ούτε με τα υπομνήματά της ούτε με την απάντησή της στην ερώτηση που τέθηκε στο πλαίσιο των κατ’ άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας, κρίσιμα επιχειρήματα τα οποία θα μπορούσαν να κλονίσουν το συμπέρασμα αυτό.
153
Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη αποφασίζοντας να μη χορηγήσει στη Recylex μείωση κυμαινόμενη από 30 έως 50 %, κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 26, πρώτη περίπτωση, της ανακοίνωσης του 2006 περί συνεργασίας. Πράγματι, ακόμη και αν η Eco-Bat παρέβη το καθήκον της να συνεργαστεί πλήρως με την Επιτροπή, γεγονός παραμένει ότι η Recylex ήταν η δεύτερη επιχείρηση που προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία με σημαντική προστιθέμενη αξία.
154
Επομένως, τα λοιπά επιχειρήματα είναι αλυσιτελή και ο τέταρτος λόγος της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
[παραλειπόμενα]
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει τη Recylex SA, τη Fonderie et Manufacture de Métaux SA και τη Harz-Metall GmbH στα δικαστικά έξοδα.
Collins
Kancheva
Barents
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 23 Μαΐου 2019.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
( 1 ) Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.
Full & Egal Universal Law Academy