ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 7ης Μαΐου 2019 ( *1 )
«ΕΓΤΕ και ΕΓΤΑΑ – Αποκλειόμενες από τη χρηματοδότηση δαπάνες – Δαπάνες πραγματοποιηθείσες από τη Γερμανία – Κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση που εφαρμόζεται λόγω της ανεπαρκούς συχνότητας των βασικών ελέγχων – Υποχρέωση υπολογισμού και καταχώρισης σε ετήσια βάση των τόκων στα λογιστικά βιβλία – Άρθρα 31 και 32 του κανονισμού (ΕΚ) 1290/2005 – Άρθρο 6, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 885/2006 – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Αναλογικότητα»
Στην υπόθεση T‑239/17,
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους D. Klebs και T. Henze, στη συνέχεια από τον D. Klebs,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους Δ. Τριανταφύλλου και M. Zalewski,
καθής,
με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα τη μερική ακύρωση της εκτελεστικής αποφάσεως (ΕΕ) 2017/264 της Επιτροπής, της 14ης Φεβρουαρίου 2017, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (ΕΕ 2017, L 39, σ. 12), κατά το μέρος που αφορά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. M. Collins, πρόεδρο, M. Kancheva (εισηγήτρια) και G. De Baere, δικαστές,
γραμματέας: N. Schall, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 13ης Νοεμβρίου 2018,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση ( 1 )
[παραλειπόμενα]
Σκεπτικό
[παραλειπόμενα]
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, περί της ορθότητας του υπολογισμού και της δήλωσης των τόκων
29
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου 31, παράγραφος 1, και του άρθρου 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005 καθώς και του άρθρου 6, στοιχείο ηʹ, και του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 885/2006. Υποστηρίζει, συναφώς, ότι ούτε το άρθρο 32 του κανονισμού 1290/2005 ούτε η νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου, ούτε οι τομεακές διατάξεις της σχετικής με τις επιστροφές κατά την εξαγωγή νομοθεσίας, ούτε το έγγραφο εργασίας AGRI-2007-62817-03-00, ούτε το υπ’ αριθ. 1 κατευθυντήριο έγγραφο για την υποβολή στην Επιτροπή των πινάκων του παραρτήματος ΙΙΙ και του παραρτήματος ΙΙΙbis του κανονισμού 885/2006 έως την 1η Φεβρουαρίου 2009 (στο εξής: υπ’ αριθ. 1 κατευθυντήριο έγγραφο) επιβάλλουν υποχρέωση υπολογισμού και καταχώρισης σε ετήσια βάση των τόκων στα λογιστικά βιβλία ενόψει του καταλογισμού τους βάσει του κανόνα 50/50. Ως εκ τούτου, ελλείψει παραβίασης, εκ μέρους των γερμανικών αρχών, των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης σχετικά με τον υπολογισμό και τη δήλωση των τόκων, η δημοσιονομική διόρθωση 5 % που εφάρμοσε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν δικαιολογείται.
30
Ειδικότερα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει, κυρίως, ότι το άρθρο 32 του κανονισμού 1290/2005 περιορίζεται στον καθορισμό, κατά γενικό τρόπο, του επιμερισμού των ζημιών σύμφωνα με τον κανόνα 50/50, κατά τρόπο ώστε οι τόκοι και οι κυρώσεις να βαρύνουν ισομερώς την Ένωση και τα κράτη μέλη και να μην εκλαμβάνονται ως καταβληθέντα από τα τελευταία εκ μόνου του επιμερισμού της κύριας οφειλής. Εκτιμά συνεπώς ότι η μόνη απαίτηση του νομοθέτη της Ένωσης συνίσταται στη χωριστή αναγραφή των διαφορετικών ποσών που πρέπει να ανακτηθούν, προκειμένου να καθίσταται δυνατή, εφόσον χρειαστεί, η ξεχωριστή ανάλυση των επιμέρους ποσών που δεν έχουν ακόμη εισπραχθεί.
31
Επικουρικώς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει, αφενός, ότι η καταχώριση σε ετήσια βάση των τόκων στα λογιστικά βιβλία δεν προβλεπόταν κατά νομικά δεσμευτικό τρόπο παρά μόνον από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 1306/2013 καθώς και του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014, οι οποίοι δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω. Αφετέρου, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, απαιτώντας την ενημέρωση των τόκων στο τέλος κάθε οικονομικού έτους, δεν λαμβάνει υπόψη το υπ’ αριθ. 1 κατευθυντήριο έγγραφο.
32
Η Επιτροπή αμφισβητεί το σύνολο των ως άνω ισχυρισμών, επισημαίνοντας ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 31, παράγραφος 1, και του άρθρου 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 885/2006. Κατ’ ουσίαν, υποστηρίζει ότι, μολονότι καμία διάταξη του δικαίου της Ένωσης δεν προβλέπει ειδικώς την υποχρέωση καταχώρισης των τόκων στα λογιστικά βιβλία, εντούτοις ο πίνακας του παραρτήματος III του κανονισμού 885/2006 κάνει σαφή αναφορά στις απαιτήσεις του άρθρου 6, στοιχείο ηʹ, του εν λόγω κανονισμού, δυνάμει του οποίου οι πληροφορίες σχετικά με τα ποσά που αναγράφονται στον πίνακα αυτόν πρέπει να κοινοποιούνται ετησίως στην Επιτροπή. Κατά την Επιτροπή, από την εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό με το άρθρο 32 του κανονισμού 1290/2005, προκύπτει ότι υφίσταται υποχρέωση ετήσιας λογιστικής καταχώρισης των ποσών που δηλώνονται στον πίνακα του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 885/2006.
33
Αρχικώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επιδιώκει να καταδείξει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, σύμφωνα με το πρώτο αίτημά της, κατά το μέρος που η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 31 και το άρθρο 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, στοιχείο ηʹ, και το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 885/2006, επιβάλλοντας δημοσιονομική διόρθωση για ανεπάρκεια των βασικών ελέγχων, οφειλόμενη στην αθέτηση της υποχρέωσης λογιστικής καταχωρίσεως και υπολογισμού σε ετήσια βάση των τόκων που βαρύνουν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
34
Πρέπει επομένως να ελεγχθεί, στο πλαίσιο της εξέτασης του πρώτου λόγου ακυρώσεως, εάν υφίστατο υποχρέωση υπολογισμού και δήλωσης σε ετήσια βάση των τόκων που επιβαρύνουν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, προκειμένου να διαπιστωθεί ενδεχόμενη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης. Όσον αφορά το ερώτημα εάν, αφενός, η εφαρμογή δημοσιονομικής διορθώσεως δικαιολογείτο εν προκειμένω και, αφετέρου, εάν η εν λόγω διόρθωση ήταν σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, αυτό θα εξεταστεί στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίον προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
35
Επιβάλλεται να υπομνησθεί, επιπλέον, ότι ο πίνακας του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 885/2006 αποτελεί εργαλείο για τον υπολογισμό των ποσών που καταλογίζονται στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανόνα 50/50. Κατά συνέπεια, η υποχρέωση υπολογισμού των τόκων σε ετήσια βάση προϋποθέτει κατ’ ανάγκην την προηγούμενη καταχώριση στα λογιστικά βιβλία του αντίστοιχου οικονομικού έτους, κατά το υπόδειγμα του παραρτήματος III του κανονισμού 885/2006, πράγμα που σημαίνει ότι η υποχρέωση υπολογισμού και λογιστικής καταχώρισης των τόκων σε ετήσια βάση συνιστά κατά λογική αναγκαιότητα μία και την αυτή υποχρέωση.
36
Επιπλέον, το άρθρο 32 του κανονισμού 1290/2005, σχετικά με τις υποχρεώσεις των κρατών μελών που αφορούν την ανάκτηση ποσών από δικαιούχους που διέπραξαν παρατυπίες ή επέδειξαν αμέλεια, αναφέρει, στην παράγραφο 5, τις ιδιαίτερες περιπτώσεις κατά τις οποίες το κράτος μέλος δεν ανέκτησε τα ποσά, είτε εντός προθεσμίας τεσσάρων ετών από την ημερομηνία της πρώτης διοικητικής ή δικαστικής πράξεως διαπιστώσεως είτε εντός προθεσμίας οκτώ ετών εάν η ανάκτηση αποτελεί αντικείμενο προσφυγής στα εθνικά δικαστήρια. Όσον αφορά τις περιπτώσεις αυτές, διευκρινίζεται ότι «[το] κράτος μέλος αναφέρει χωριστά στην ανακεφαλαιωτική κατάσταση που προβλέπεται στην παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο, τα ποσά που δεν ανακτήθηκαν εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου».
37
Κατά τη νομολογία, η ισομερής κατανομή του δημοσιονομικού βάρους μεταξύ του οικείου κράτους μέλους και του προϋπολογισμού της Ένωσης, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005, ισχύει για όλες τις επιπτώσεις οικονομικής φύσεως που συνδέονται με τη μη ανάκτηση ποσών που καταβλήθηκαν παρανόμως, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα κύρια ποσά καθώς και οι αναλογούντες τόκοι οι οποίοι έπρεπε να είχαν καταβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 32, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού (απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2015, Βασίλειο των Κάτω Χωρών κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, T-126/14, EU:T:2015:875, σκέψη 76· πρβλ., επίσης, απόφαση της 22ας Απριλίου 2010, Ιταλία κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, T-274/08 και T-275/08, EU:T:2010:154, σκέψεις 39, 41 και 44).
38
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα «ποσά που δεν έχουν ανακτηθεί», κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφοι 3 και 5, του κανονισμού 1290/2005, περιλαμβάνουν το αρχικό κεφάλαιο, τους τόκους και τις κυρώσεις.
39
Επιπλέον, το άρθρο 6 του κανονισμού 885/2006 ορίζει ότι οι ετήσιοι λογαριασμοί, που προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο iii, του κανονισμού 1290/2005 και οι οποίοι πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή, περιλαμβάνουν, ιδίως, τον πίνακα των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών που πρέπει να ανακτηθούν στο τέλος του οικονομικού έτους, συνεπεία παρατυπιών κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1995, L 312, σ. 1), «συμπεριλαμβανομένων σχετικών κυρώσεων και τόκων», που καταρτίζεται σύμφωνα με το υπόδειγμα του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 885/2006.
40
Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και οι επιδιωκόμενοι με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος σκοποί (βλ. αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 2005, VEMW κ.λπ., C-17/03, EU:C:2005:362, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 6ης Οκτωβρίου 2005, Sumitomo Chemical και Sumika Fine Chemicals κατά Επιτροπής, T‑22/02 και T-23/02, EU:T:2005:349, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
41
Υπό το πρίσμα των αρχών αυτών πρέπει να εξεταστεί αν το άρθρο 6, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 885/2006 επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβαίνουν σε ετήσια βάση σε υπολογισμό και λογιστική καταχώριση των «αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών που πρέπει να ανακτηθούν», στον πίνακα που προβλέπεται στο παράρτημα III του εν λόγω κανονισμού.
42
Πρέπει να τονιστεί, εξαρχής, ότι το άρθρο 6 του κανονισμού 885/2006 περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 2 που επιγράφεται «Εκκαθάριση λογαριασμών» και, ομοίως, το άρθρο 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005 περιλαμβάνεται στον τίτλο IV που επιγράφεται «Εκκαθάριση των λογαριασμών και εποπτεία από την Επιτροπή».
43
Πρώτον, φαίνεται ότι η απάντηση στο ερώτημα του υπολογισμού και της λογιστικής καταχώρισης των τόκων μπορεί να προκύψει από γραμματική ερμηνεία του άρθρου 6, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 885/2006. Συγκεκριμένα, επισημαίνεται, καταρχάς, ότι η φράση «αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά που πρέπει να ανακτηθούν στο τέλος του οικονομικού έτους» σημαίνει ότι, στο πλαίσιο της διαβίβασης των ετήσιων λογαριασμών στην Επιτροπή, πρέπει να της κοινοποιούνται όλα τα ποσά που δεν έχουν ακόμη ανακτηθεί στο τέλος του οικονομικού έτους, δηλαδή στο τέλος του έτους. Εν συνεχεία, καθίσταται σαφές από τη φράση «συμπεριλαμβανομένων των σχετικών κυρώσεων και τόκων» ότι τα εν λόγω ποσά περιλαμβάνουν όχι μόνον τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά αλλά και τους τόκους. Τέλος, δεδομένου ότι τα εν λόγω ποσά περιλαμβάνονται στους ετήσιους λογαριασμούς, καταχωρούνται στα λογιστικά βιβλία, κατ’ ανάγκην, σε ετήσια βάση.
44
Δεύτερον, η γραμματική αυτή ερμηνεία είναι απολύτως συμβατή με την εν γένει οικονομία της διαδικασίας εκκαθάρισης των λογαριασμών, η οποία, όπως επισήμανε η Επιτροπή στα υπομνήματά της, πραγματοποιείται σε ετήσια βάση. Ειδικότερα, το άρθρο 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005 και το άρθρο 6, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 885/2006, πρέπει να ερμηνευθούν υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 23 του κανονισμού 1290/2005, κατά την οποία ενδείκνυται «η Επιτροπή να εκκαθαρίζει κατ’ έτος τους λογαριασμούς» των διαπιστευμένων οργανισμών πληρωμών και «η απόφαση εκκαθάρισης των λογαριασμών θα πρέπει να αφορά την πληρότητα, την ακρίβεια και την ειλικρίνεια των διαβιβαζόμενων λογαριασμών». Εξ αυτού προκύπτει ότι η Επιτροπή, κατά τη διαδικασία εκκαθαρίσεως, πρέπει να διασφαλίζει ότι κανένα από τα ποσά που περιλαμβάνονται στους ετήσιους λογαριασμούς δεν μένει εκτός εκκαθάρισης. Προς τον σκοπό αυτό, τα στοιχεία σχετικά με τα υπόλοιπα των οφειλών και των ανακτήσεων των κρατών μελών, τα οποία περιλαμβάνονται στους πίνακες του παραρτήματος III του κανονισμού 885/2006 και επισυνάπτονται στους ετήσιους λογαριασμούς των οργανισμών πληρωμών, πρέπει οπωσδήποτε να επικαιροποιούνται ετησίως, προκειμένου οι λογαριασμοί των οργανισμών αυτών να είναι ακριβείς και ενημερωμένοι στο τέλος του οικονομικού έτους, ενόψει της εκκαθαρίσεως.
45
Τρίτον, όπως προκύπτει από το προοίμιο του κανονισμού 1290/2005, και ιδίως από τις αιτιολογικές σκέψεις 25 και 26 αυτού, το σύστημα της οικονομικής συνυπευθυνότητας, το οποίο θεσπίζει το άρθρο 32, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού, σκοπεί στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων του προϋπολογισμού της Ένωσης, δια του καταλογισμού στο εμπλεκόμενο κράτος μέλος τμήματος των οφειλομένων λόγω παρατυπιών ποσών τα οποία δεν ανακτήθηκαν εντός εύλογης προθεσμίας. Όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, ελλείψει υπολογισμού και ενημέρωσης σε ετήσια βάση των τόκων υπερημερίας, στον πίνακα του παραρτήματος III του κανονισμού 885/2006 για τον υπολογισμό των καταλογιστέων στα κράτη μέλη ποσών σύμφωνα με τον κανόνα 50/50, δεν θα μπορούσε να γίνει γνωστό το ακριβές ποσό των τόκων υπερημερίας που έπρεπε να καταλογιστεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Ως εκ τούτου, η ανακρίβεια των στοιχείων που δηλώθηκαν στον πίνακα του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 885/2006 είναι ασύμβατη με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων του προϋπολογισμού της Ένωσης, καθώς ενέχει τον κίνδυνο να επιβαρυνθεί ο προϋπολογισμός με τόκους υπερημερίας που έπρεπε να καταλογιστούν στο εν προκειμένω εμπλεκόμενο κράτος μέλος σύμφωνα με τον κανόνα 50/50.
46
Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, μολονότι, όπως υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το υπόδειγμα πίνακα που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 885/2006 δεν επιβάλλει εκ πρώτης όψεως καμία ρητή υποχρέωση λογιστικής καταχώρισης των τόκων στη στήλη που προορίζεται για τη διόρθωση της κύριας απαίτησης, προκύπτει εντούτοις από τη νομολογία ότι, όταν οφείλονται τόκοι επί των κύριων απαιτήσεων, στο τέλος του οικονομικού έτους, δυνάμει τομεακής ρύθμισης της Ένωσης, τέτοιου είδους οφειλές απαιτήσεων από τόκους πρέπει να θεωρούνται ότι απορρέουν από την ίδια παρατυπία, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2988/95, με εκείνη η οποία συνεπάγεται την υποχρέωση επιστροφής των αδικαιολογήτως εισπραχθέντων ποσών, τα οποία συνιστούν το αντικείμενο των κύριων απαιτήσεων (απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Μαρτίου 2017, Glencore Céréales France, C-584/15, EU:C:2017:160, σκέψη 42). Εφόσον το ποσό της αρχικής απαίτησης πρέπει να προσαρμόζεται κάθε έτος ανάλογα με τη μερική ή ολική ανάκτηση των τόκων που οφείλονται επί των εν λόγω απαιτήσεων, οι τόκοι πρέπει να ενημερώνονται στο τέλος κάθε οικονομικού έτους υπό τη μορφή διορθωμένου ποσού και, ως εκ τούτου, να καταχωρούνται με την κύρια απαίτηση στον σχετικό με τις παρατυπίες πίνακα. Από τα ανωτέρω προκύπτει κατ’ ανάγκην ότι οι τόκοι πρέπει να καταχωρίζονται λογιστικά στη στήλη του πίνακα του παραρτήματος III του κανονισμού 885/2006 η οποία προορίζεται για τη διόρθωση της κύριας απαίτησης.
47
Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατά το οποίο το σημείο 2 E του παραρτήματος I του κανονισμού 885/2006 και το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) 883/2006 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2006, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 του Συμβουλίου σε ό,τι αφορά την τήρηση των λογαριασμών των οργανισμών πληρωμών, τις δηλώσεις δαπανών και εσόδων και τους όρους επιστροφής των δαπανών στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΕ 2006, L 171, σ. 1), τα οποία επικαλέστηκε η Επιτροπή στην ανακοίνωση του 2015, δεν περιέχουν καμία απαίτηση όσον αφορά τη δήλωση στοιχείων στο παράρτημα III του κανονισμού 885/2006, πρέπει να επισημανθεί, αφενός, ότι το εν λόγω σημείο σχετικά με τις διαδικασίες οφειλών ορίζει ότι «[ό]λα τα κριτήρια που προβλέπονται στα σημεία 2 Α έως 2 Δ εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στις εισφορές, στις καταπεσούσες εγγυήσεις, στις επιστραφείσες πληρωμές, στα έσοδα για ειδικό προορισμό, κ.λπ., που ο οργανισμός πληρωμών οφείλει να εισπράττει για λογαριασμό του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ». Επιπλέον, υπό το σημείο 2 Γ του παραρτήματος I του κανονισμού 885/2006, προβλέπεται ότι ο οργανισμός πληρωμών θεσπίζει διαδικασίες που εξασφαλίζουν ότι «οι μηνιαίες, τριμηνιαίες (για το ΕΓΤΑΑ) και ετήσιες δηλώσεις είναι πλήρεις, ακριβείς και έγκαιρες, και ότι τυχόν λάθη ή παραλείψεις εντοπίζονται και διορθώνονται, ιδίως μέσω ελέγχων και συμφωνίας λογαριασμών που διενεργούνται κατά διαστήματα». Κατά συνέπεια, το σημείο 2 E του παραρτήματος I του κανονισμού 885/2006 προβλέπει ότι οι σχετικές με τις οφειλές διαδικασίες πρέπει να σχεδιάζονται σύμφωνα με τα κριτήρια που διατυπώνονται στο σημείο 2 Γ. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το εν λόγω παράρτημα περιλαμβάνει απαίτηση για τη δήλωση των στοιχείων στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, μολονότι δεν αναφέρει ρητώς το παράρτημα III.
48
Αφετέρου, επιβάλλεται η διαπίστωση, στην οποία προέβη και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ότι το άρθρο 5 του κανονισμού 883/2006, που προβλέπει τους γενικούς κανόνες που εφαρμόζονται για τη δήλωση δαπανών και εσόδων, δεν περιέχει πράγματι καμία απαίτηση σχετικά με τη δήλωση των στοιχείων στο παράρτημα III του κανονισμού 885/2006. Εντούτοις, στο μέτρο που το άρθρο 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, στοιχείο ηʹ, και το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 885/2006, επιβάλλει υποχρέωση λογιστικής καταχώρισης και υπολογισμού σε ετήσια βάση των τόκων, ο ισχυρισμός με τον οποίο προβάλλεται ότι το άρθρο 5 του κανονισμού 883/2006 δεν αναφέρει καμία απαίτηση ως προς τη δήλωση στοιχείων στον πίνακα του παραρτήματος ΙΙΙ δεν είναι κρίσιμος.
49
Υπό το φως των προηγηθεισών σκέψεων, συνάγεται επομένως το συμπέρασμα ότι δεν ευσταθεί η θέση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι η Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, στοιχείο ηʹ, και το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 885/2006.
50
Το συμπέρασμα που διατυπώθηκε στην ως άνω σκέψη 49 δεν ανατρέπεται από τα λοιπά επιχειρήματα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
51
Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα με το οποίο προβάλλεται ότι η Επιτροπή, απαιτώντας υπολογισμό των τόκων σε ετήσια βάση, δεν έλαβε υπόψη το υπ’ αριθ. 1 κατευθυντήριο έγγραφο, το επιχείρημα αυτό βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του εν λόγω εγγράφου από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Ειδικότερα, προκύπτει από το υπ’ αριθ. 1 κατευθυντήριο έγγραφο ότι, μεταξύ των δεδομένων που καταχωρούνται στον πίνακα του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 885/2006, περιλαμβάνονται όλα τα ποσά που αντιστοιχούν σε αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά, συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των ποινών που σχετίζονται με αυτά και που πρέπει να ενημερώνονται στο τέλος του τρέχοντος έτους, προκειμένου να καθορισθούν τα οφειλόμενα για το επόμενο έτος ποσά.
52
Δεύτερον, είναι επίσης απορριπτέο το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο η ρητή καθιέρωση, με τον κανονισμό 1306/2013 και τον εκτελεστικό κανονισμό 908/2014, της υποχρέωσης υπολογισμού και λογιστικής καταχώρισης των τόκων σε ετήσια βάση καταδεικνύει ότι, πριν από τη θέση σε ισχύ των εν λόγω κανονισμών, η Επιτροπή δεν θεωρούσε απαραίτητο τον υπολογισμό και τη δήλωση των τόκων σε ετήσια βάση. Ειδικότερα, ο κανονισμός 1306/2013 και ο εκτελεστικός κανονισμός 908/2014 δεν τροποποίησαν, κατ’ ουσιώδη τρόπο, τη νομική κατάσταση σχετικά με τη δήλωση των προς ανάκτηση τόκων, δεδομένου ότι η υποχρέωση υπολογισμού και δήλωσης σε ετήσια βάση των τόκων υφίστατο ήδη βάσει του κανονισμού 1290/2005 και του κανονισμού 885/2006.
53
Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι οι σχετικές διατάξεις του κανονισμού 1290/2005 και του κανονισμού 885/2006 δεν τροποποιήθηκαν σημαντικά με τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 1306/2013 και του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014. Το άρθρο 6, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 885/2006 και το άρθρο 29, στοιχείο στʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014 επιβάλλουν, κατ’ ουσίαν, την ίδια υποχρέωση κοινοποίησης, στην Επιτροπή, όλων των ποσών που δεν έχουν ακόμη εισπραχθεί στο τέλος του οικονομικού έτους, βάσει του παραρτήματος ΙΙΙ όσον αφορά τον κανονισμό 885/2006 και του παραρτήματος ΙΙ όσον αφορά τον εκτελεστικό κανονισμό 908/2014. Μόνη η προσθήκη στο τελευταίο αυτό παράρτημα της στήλης «Z» για την ετήσια δήλωση των ποσών των τόκων που πρέπει να ανακτηθούν για τις παρατυπίες που διαπιστώθηκαν από τις 16 Οκτωβρίου 2014 δεν επηρεάζει τη διαπίστωση αυτή.
54
Επίσης, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η διάκριση στην οποία προβαίνει το υπ’ αριθ. 5 κατευθυντήριο έγγραφο, σχετικά με την κοινοποίηση στην Επιτροπή των πινάκων που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙ και στο παράρτημα ΙΙΙ του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014 για το οικονομικό έτος Ν, μεταξύ των «παλαιών» υποθέσεων παρατυπιών και των «νέων» υποθέσεων στο υπόδειγμα του πίνακα που προβλέπεται στο άρθρο 29, σημείο στʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014 δεν επιτρέπει ούτε αυτή να συναχθεί ότι επήλθε ουσιώδης τροποποίηση της νομικής κατάστασης σχετικά με τη δήλωση των μη ανακτηθέντων τόκων. Ειδικότερα, όπως επισήμανε η Επιτροπή, μια τέτοια διάκριση γίνεται μόνο στο πλαίσιο της εφαρμογής της μεταβατικής διατάξεως του άρθρου 41, παράγραφος 5, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 907/2014 της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά τους οργανισμούς πληρωμών και άλλους οργανισμούς, τη δημοσιονομική διαχείριση, την εκκαθάριση λογαριασμών, τις εγγυήσεις και τη χρήση του ευρώ (ΕΕ 2014, L 255, σ. 18), δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη διακρίνει μεταξύ, αφενός, των περιπτώσεων στις οποίες μια πρώτη διοικητική ή δικαστική διαπίστωση της παρατυπίας έλαβε χώρα πριν από τις 16 Οκτωβρίου 2014, ήτοι των παλαιών υποθέσεων, και, αφετέρου, εκείνων στις οποίες μια τέτοια πράξη εκδόθηκε μετά τις 16 Οκτωβρίου 2014, ήτοι των νέων υποθέσεων.
55
Επιπλέον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι η Επιτροπή προέβαλε αντιφατικούς ισχυρισμούς στην από 29 Νοεμβρίου 2016 επιστολή της, η οποία περιελάμβανε την οριστική θέση της, στον βαθμό που, μολονότι η απαίτηση σχετικά με τον υπολογισμό και λογιστική καταχώριση σε ετήσια βάση των τόκων δεν περιέχεται ρητώς ούτε στο άρθρο 6, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 885/2006 ούτε στο άρθρο 29, στοιχείο στʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014, η απαίτηση αυτή προκύπτει εντούτοις από τον τίτλο του άρθρου 6, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 885/2006, σε συνδυασμό με την εν γένει οικονομία της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση, το οποίο, κατ’ ουσίαν, προβλέπει την ίδια υποχρέωση με εκείνη του άρθρου 29, στοιχείο στʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 908/2014.
56
Λαμβανομένων υπόψη των προηγηθεισών σκέψεων, κρίνεται ότι η Επιτροπή δεν παρέβη το άρθρο 31 και το άρθρο 32 παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, στοιχείο ηʹ, και το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 885/2006 και ότι, επομένως, έκρινε, ορθώς, ότι υφίσταται υποχρέωση υπολογισμού και λογιστικής καταχώρισης σε ετήσια βάση των τόκων, οι οποίοι αφορούν τα ποσά που δεν έχουν ανακτηθεί συνεπεία παρατυπιών ή αμέλειας, στον πίνακα του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 885/2006, ενόψει της εφαρμογής του κανόνα των 50/50.
[παραλειπόμενα]
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδά της καθώς και στα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Collins
Kancheva
De Baere
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 7 Μαΐου 2019.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
( 1 ) Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.
Full & Egal Universal Law Academy